Δημοψήφισμα για κρίσιμο εθνικό θέμα (άρθρ. 44 παρ. 2 του Σ): το ενιαίο και αδιαίρετο της ασκούμενης από το λαό εξουσίας ως απαραίτητη προϋπόθεση διεξαγωγής του

Γεώργιος Τσαούσης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Δημοσίου Δικαίου Πανεπιστημίου Βουργουνδίας

Δημοψήφισμα είναι ο συνταγματικά κατοχυρωμένος θεσμός που απορρέει από τη λαϊκή κυριαρχία και επιτρέπει στο σύνολο των Ελλήνων πολιτών να αποφασίσει (ή να εκφράσει τη γνώμη του) μέσω άμεσης ψηφοφορίας για: α) σημαντικό εθνικό θέμα ή β) σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Είναι αυτονόητο ότι η λαϊκή ετυμηγορία, ως έκφανση της λαϊκής κυριαρχίας που αποτελεί και θεμέλιο του πολιτεύματος, δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο νομικού σχολιασμού. Για τον λόγο αυτό η παρούσα μελέτη περιορίζεται αυστηρά στη νομική φύση του δημοψηφίσματος (στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα), καθώς και στα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του ερωτήματος. Επιχειρεί επίσης να αναδείξει τις ατέλειες του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου, το οποίο επί της ουσίας καθιστά αδύνατο τον a priori συνταγματικό έλεγχο νομιμότητας του ερωτήματος που τίθεται στη κρίση του λαού, παρά την κεφαλαιώδη σημασία του δικαστικού ελέγχου λόγω της άμεσης σύνδεσης του τελευταίου με την ποιότητα της δημοκρατίας.

Σχετικά άρθρα:

  • Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015

     

  • Δημοψήφισμα ή εκτροπή;

     

  • Μορφές ‘άμεσης νομοθεσίας’: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία

     

  • Επανεξετάζοντας την αμεσότητα του δημοψηφίσματος στη θεωρία και την πράξη

    Στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζεται η ‘αρχιτεκτονική’ των δημοψηφισμάτων με αφορμή τον ‘Κώδικα Βέλτιστης Πρακτικής για τα Δημοψηφίσματα’ της Επιτροπής της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ειδικότερα, οι επιμέρους ρυθμίσεις του διεθνούς σημασίας αυτού κειμένου αναλύονται μέσα από την προοπτική των δυο βασικών δημοκρατικών συνιστωσών, της προστασίας της ισότητας και της αυτονομίας κατά την ενάσκηση των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατικής συμμετοχής. Στο πλαίσιο του πρώτου αυτού μέρους, τα συμπεράσματα και οι αρχές που απορρέουν από τον ‘Κώδικα’ της Επιτροπής της Βενετίας συνιστούν τη βάση για μια κριτική προσέγγιση των ρυθμίσεων του Ν. 4023/2011 για τη ‘Διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με τη διενέργεια δημοψηφίσματος’. Στο δεύτερο μέρος, αναλύεται ο θεσμός των δημοψηφισμάτων από μια θεωρητική σκοπιά. Έτσι, καταρχήν τα δημοψηφίσματα εξετάζονται στην ιστορική τους διαδρομή και σε συγκριτικό πλαίσιο, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο επιχειρείται μια ταξινόμησή τους με άξονα τη δεσμευτικότητα, τη στόχευση και τη θεματολογία τους. Περαιτέρω, υποστηρίζεται η άποψη ότι τα δημοψηφίσματα συνιστούν στην πραγματικότητα θεσμό άμεσης συμμετοχής και όχι άμεσης δημοκρατίας, ενώ τέλος γίνεται μια κριτική ανάλυση της λειτουργίας των δημοψηφισμάτων στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων από τη σκοπιά της αυτοκυβέρνησης και της διαβούλευσης. Κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης που επιχειρείται είναι ότι τα δημοψηφίσματα είναι δυνατόν να αποτελέσουν τη βάση για μια αναζωογόνηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, εφόσον λειτουργήσουν σε ένα πλαίσιο διαλόγου, πληροφόρησης, ελέγχου, ανταλλαγής ιδεών, ενεργητικής και ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων.