Έννοια και διάρκεια προεκλογικής περιόδου

Μουρτοπάλλας Γ. Κωνσταντίνος, απόφοιτος του Τμήματος Νομικής ΔΠΘ και μεταπτυχιακός φοιτητής του ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου και Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής ΔΠΘ

Η εγκατάλειψη των παραδοσιακών μέσων προώθησης των πολιτικών μηνυμάτων και θέσεων και η δυναμική ενός υποκατάστατου χώρου πληροφόρησης και έκφρασης όπως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν επιτακτικής φύσεως δικαιοπολιτικά ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της προεκλογικής περιόδου που πρέπει μελλοντικά να ρυθμιστούν προς αποφυγή της αθέμιτης επιρροής, της σύγχυσης και τελικώς της χειραγώγησης και της ποδηγέτησης του εκλογικού σώματος.

Διάγραμμα

 

  1. I. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις
  2. II. Σύντομη ιστορική αναδρομή

III. Τα άρθρα 41 παρ. 3 και 53 Συντ.

  1. IV. Η προεκλογική περίοδος στην εκλογική νομοθεσία
  2. V. Επίλογος: η σπουδαιότητα της προεκλογικής περιόδου

 

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Η περιοδικότητα του βίου[1] της Βουλής και η ολική ανανέωση[2] της σύνθεσής της αποτελούν εκδήλωση όχι μόνο του αντιπροσωπευτικού συστήματος  που συνυφαίνεται άρρηκτα με τη δημοκρατική αρχή[3], αλλά και της λαϊκής κυριαρχίας, διότι το εκλογικό σώμα ως το ανώτατο κρατικό όργανο ασκεί μια εκ των αρμοδιοτήτων του, εν προκειμένω, την εκλογή των βουλευτών[4]. Με την εκλογή των βουλευτών συνδέεται καταρχάς βάσει του άρθρου 53 παρ. 1 Συντ.[5] και η χρονική διάρκεια του βίου της Βουλής. Η παρέλευση της τετραετούς θητείας των βουλευτών σηματοδοτεί ταυτοχρόνως και την ολοκλήρωση της μέγιστης χρονικής διάρκειας της θητείας της Βουλής[6]. Στην ως άνω περίπτωση, δηλαδή στην αδιάκοπη για τέσσερα συναπτά έτη[7] διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και εξάντληση της τετραετίας, αποδίδονται οι όροι “φυσιολογική”, “τακτική”, “φυσική” διάλυση της Βουλής ή ακόμα και ο όρος “ομαλός τερματισμός της θητείας” της Βουλής[8]. Από την λήξη της βουλευτικής περιόδου (άρθρο 53 παρ. 1 Συντ.) διακρίνονται οι περιπτώσεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 2 Συντ[9]., 37 παρ. 4 Συντ. και 38 παρ. 1,2 Συντ[10]., οι οποίες τυποποιούνται αυστηρώς και εξαντλητικώς από το Σύνταγμα και συναποτελούν την εκδοχή της πρόωρης λήξη της θητείας της Βουλής. Οι θεωρητικές διχογνωμίες που ανέκυψαν για τον ακριβή ορολογικό προσδιορισμό της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν παρουσιάζουν μόνο ιδιαίτερο επιστημονικό ενδιαφέρουν, αλλά επιφέρουν και σπουδαίες έννομες συνέπειες[11]. Καθότι ο σύντομος χαρακτήρας του σημειώματος επιβάλλει έναν σχετικό αυτοπεριορισμό ως προς την έκταση της ανάλυσης όλων των ζητημάτων, σημειώνεται μόνο ότι ο διάκριση μεταξύ λήξης της βουλευτικής περιόδου και διάλυσης της Βουλής συνέχεται και με το υπό κρίση ζήτημα της προεκλογικής περιόδου, μιας και η έναρξη και η συνολική διάρκεια αυτής διαφέρουν ανάλογα με τον αν επρόκειτο για προκήρυξη πρόωρων εκλογών ή για προκήρυξη εκλογών που έπονται της λήξης της τετραετούς θητείας της Βουλής.

Επομένως βάσει και των παραπάνω εισαγωγικών παρατηρήσεων η προεκλογική περίοδος είναι η περίοδος που αφικνείται λίγες μέρες προ της ολοκλήρωσης της βουλευτικής περιόδου[12] ή εκκινεί αμέσως μετά την πρόωρη λήξη της[13] και εξικνείται μέχρι και την προπαραμονή ή την παραμονή της έναρξης της νέας[14].

Η προεκλογική περίοδος δεν είναι μια περίοδος απλά ημερολογιακή, αλλά μια περίοδος με εξόχως πολιτικά χαρακτηριστικά, εφόσον κατά τη διάρκειά της κορυφώνεται η πολιτική αντιπαράθεση και ο πολιτικός ανταγωνισμός. Η πολιτική διάσταση της προεκλογικής περιόδου δεν σημαίνει ότι στερείται κανονιστικότητας. Ο εγγυητικός χαρακτήρας της περιόδου αφορά την έναρξη ορισμένων προθεσμιών, την με ίσους όρους πολιτική έκφραση των κομμάτων και τον οριοθετημένο ανταγωνισμό των υποψήφιων βουλευτών διασφαλίζοντας εν τέλει τους όρους της γνησιότητας και της αυθεντικότητας της λαϊκής θέλησης[15].

Η διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ο σαφής προσδιορισμός της συναρτάται με σημαντικές έννομες συνέπειες όπως θα εξεταστεί κατωτέρω.

ΙΙ. Ιστορική αναδρομή

Αναγκαία – εν συντομία και συνοπτικώς εκτιθέμενη –  είναι και μια αναφορά στην συνταγματική ιστορία μας και συγκεκριμένα στο Σύνταγμα 1911 και Σύνταγμα 1952.

Ως προς το Σύνταγμα του 1911 αξιοπρόσεκτο είναι ότι προβλέπεται για πρώτη φορά από το συνδυασμό των άρθρων 37[16] και 69 Συντ.[17] 1911 η προθεσμία διενέργειας γενικών βουλευτικών εντός 45 ημερών και σύγκλησης της Βουλής σε τακτική σύνοδο, ενώ το ταυτάριθμο άρθρο του Συντ. 1952[18] διατηρεί την ίδια προθεσμία διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών, αλλά συγκεκριμενοποιεί την διαδικασία που προηγείται της έναρξής τους, η οποία διατάσσεται με την έκδοση Βασιλικού Διατάγματος.

Τα δύο αυτά παραδείγματα από την συνταγματική μας ιστορία δεν αποτέλεσαν μόνο στάδια εξέλιξης του θεσμού της ανάδειξης και της συγκρότησης της Βουλής, αλλά βάσει και των διατυπώσεών τους επιβεβαιώνουν την ανάγκη σαφούς καθορισμού του χρόνου που μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο βουλευτικές περιόδους, η διάρκεια του οποίου συνδέεται οπωσδήποτε με την εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου και την έναρξη των εργασιών του.

ΙΙΙ. Τα άρθρα 53 παρ. 1 και 41 παρ. 3 Συντ.

Η Βουλή αποτελεί το μόνο ασυνεχές όργανο του Κράτους υπό την έννοια της προσδιορισμένης συνταγματικώς θητείας και της περιοδικής ανάδειξης του ως αντιπροσωπευτικού σώματος[19].

Στις εισαγωγικές παρατηρήσεις εκτέθηκαν αναλυτικά οι θεωρητικοί προβληματισμοί και οι ορολογικές εκδοχές που προτείνονται και διακρίνουν μεταξύ λήξης της βουλευτικής περιόδου και διάλυσης της Βουλής. Και στις δύο περιπτώσεις η διαπίστωση του ομαλού τερματισμού του βίου της Βουλής ή η πρόωρη λήξη της βουλευτικής περιόδου περιλαμβάνονται στο Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται υποχρεωτικώς, επειδή το Ελληνικό Σύνταγμα δεν θεσπίζει την περίπτωση της “αυτοδιάλυσης” της Βουλής[20]. Μια εκ των εννόμων συνεπειών της διάκρισης αυτής είναι ότι αν έχει εξαντληθεί η τετραετία το Π.Δ. δεν διαλύει τη Βουλή, αλλά διαπιστώνει την παρέλευση αυτής και προκηρύσσει εκλογές, έχει δηλαδή διαπιστωτικό χαρακτήρα[21]. Στην περίπτωση που η βουλευτική περίοδος λήγει πριν την τετραετία σύμφωνα με τη διαδικασία και τους λόγους που ορίζει το Σύνταγμα, το Π.Δ. προβλέπει τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών, όπως προβλέπεται όχι μόνο στο άρθρο 53 παρ. 1 Συντ. αλλά και στο άρθρο 41 παρ. 3 όταν η διάλυση ανάγεται στους λόγους των παρ. 1 και 2 του άρθρου 41 Συντ.

Αξιοσημείωτη είναι η παρατήρηση από την συνδυαστική ερμηνεία των δύο άρθρων ότι οι γενικές βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν χώρα εντός 30 ημερών από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής με Π.Δ. Η σύντομη ανάδειξη της νέας Βουλής και η σύγκλησή της σε σώμα ανταποκρίνεται στην αντιπροσωπευτική αρχή[22] και καταδεικνύει πως πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη, εφόσον δεν υπάρχει Βουλή στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ λήξης της θητείας μιας Βουλής και εκλογής της νέας, ήταν να μην διαρκεί επί μακρόν και υπέρμετρα το διάστημα αυτό, διαφορετικά θα ετίθετο ζήτημα φαλκίδευσης της λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού σώματος. Τα παραπάνω ισχύουν και στην εξαιρετική περίπτωση του βραχύβιου βίου μιας Βουλής, η οποία απλώς συγκλήθηκε, εξέλεξε Προεδρείο και διαπιστώνοντας την αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης προκήρυξε εκλογές[23].

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι εκ του Συντάγματος ο χρόνος της διενέργειας των εκλογών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 30 ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής , το οποίο τυποποιείται με την εξής διατύπωση στην εκλογική νομοθεσία (ά. 31 παρ. 1 του ΠΔ 26/2012, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019)  : “Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών συντελείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.”

Η προεκλογική περίοδος, όπως παρατίθενται στην επόμενη ενότητα, δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον χρόνο διενέργειας των εκλογών, αποτελεί όμως μέρος αυτού, εξαρτάται από τη διάρκειά του ο χρονικός προσδιορισμός της και το αφετηριακό σημείο της συγκαθορίζεται από την διάκριση μεταξύ ομαλής και έκτακτης λήξης της βουλευτικής περιόδου.

  1. IV. Η προεκλογική περίοδος στην εκλογική νομοθεσία

Μια ιστορική αναδρομή στην εκλογική νομοθεσία από τις πρώτες εκλογές της μεταδιδακτορικής περιόδου ως σήμερα όχι μόνο θα αναδείκνυε τις ιστορικές βάσεις και τα θεμέλια της εκλογικής νομοθεσίας, αλλά ίσως καθιστούσε κάθε φορά ευχερέστερη την εύρεση της βούλησης του νομοθέτη. Ωστόσο εκφεύγει του σκοπού του παρόντος σημειώματος η λεπτομερής παράθεση των προϊσχυσάντων διατάξεων που μεταξύ άλλων καθόριζαν και την έννοια και τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Σημαντικά συμπεράσματα σχετικά με τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου μπορούν να συναχθούν όμως από την σύγκριση των διατάξεων του ά. 31 Π.Δ. 26/2012 πριν και μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019 (ΦΕΚ Α’ 205, 16.12.2019). Υπενθυμίζεται ότι το συγκεκριμένο Π.Δ[24] αποτελεί κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών και ρυθμίζει μια σειρά ζητημάτων που άπτονται της προεκλογικής περιόδου και της εκλογικής διαδικασίας.

H αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρο 31 Π.Δ. 26/2012 – στην παράγραφο 3 του οποίου παρέπεμπε η διάταξη του άρθρου 42 με τον τίτλο “Έναρξη της προεκλογικής περιόδου” – ήταν η εξής: “1. Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών διατάσσεται με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μέσα σε τριάντα μέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής. Με το ίδιο διάταγμα ορίζεται και η ημέρα της ταυτόχρονης ψηφοφορίας σ’ όλη την επικράτεια. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των επίσημων αποτελεσμάτων της απογραφής του νόμιμου πληθυσμού της χώρας, ορίζεται ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας σύμφωνα με το άρθρο 2. Το διάταγμα αυτό ισχύει ως τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της επόμενης αντίστοιχης απογραφής. 3. Από τη δημοσίευση του διατάγματος διάλυσης της Βουλής ή τη δωδέκατη ημέρα πριν την κατά το άρθρο 53 παράγραφο 1 του Συντάγματος λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος. Οι συγκεντρώσεις κατά την προεκλογική περίοδο διέπονται από τις ειδικές για το θέμα αυτό διατάξεις στο πλαίσιο του Συντάγματος”. Η ισχύουσα διάταξη του ά. 31 Π.Δ. 26/2012 ορίζει πλέον τα εξής: “1. Η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών συντελείται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου ή τη διάλυση της Βουλής, με προεδρικό διάταγμα, που προσυπογράφεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. 2. Η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών ορίζεται την τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1. 3. Η ψηφοφορία διεξάγεται ταυτόχρονα σε όλη την Επικράτεια. 4. Από την επόμενη της δημοσίευσης του διατάγματος διάλυσης της Βουλής ή δεκαπέντε (15) ημέρες πριν την κατά το άρθρο 53 παράγραφος 1 του Συντάγματος λήξη της βουλευτικής περιόδου αρχίζει η προεκλογική περίοδος.”.

Από την σύγκριση της τροποποιηθείσας με την ισχύουσα διάταξη παρατηρητέα τα εξής:

  1. Ο καθορισμός της προεκλογικής περιόδου ως προς το χρονικό σημείο έναρξης διαφέρει κατά περίπτωση και ανάλογα με τον αν η διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών προκλήθηκε λόγω διάλυσης της Βουλής ή συνεπεία της λήξης της βουλευτικής περιόδου. Βάσει της προϊσχύουσας διάταξης η προεκλογική περίοδος εκκινούσε αν επρόκειτο για Π.Δ. που διέλυε τη Βουλή, για έναν εκ τους συνταγματικά προβλεπόμενους λόγους, την ημέρα της δημοσίευσής του, ενώ αν επρόκειτο για ομαλό τερματισμό του βίου 12 μέρες πριν την λήξη της βουλευτικής περιόδου. Πλέον εναρκτήριος χρόνος δεν είναι η ημέρα της δημοσίευσης, αλλά η επόμενη αυτής και στην δεύτερη περίπτωση ανατρέχουμε 15 μέρες πριν τη λήξη της βουλευτικής περιόδου. Από αβλεψία του νομοθέτη όμως δεν τροποποιήθηκε το άρθρο 42 σχετικά με την ημέρα έναρξης της προεκλογικής περιόδου.
  2. Το άρθρο 50 Π.Δ. 26/2012 προ της τροποποίησης του άρθρου 31 Π.Δ. 26/2012 προέβλεπε ότι η ψηφοφορία διεξάγεται ημέρα Κυριακή, χωρίς να υπάρχει σαφής προσδιορισμός της απόστασης της Κυριακής ως ημέρα διεξαγωγής των εκλογών και του υπολειπόμενου χρόνου για τη συμπλήρωση των 30 ημερών ως μέγιστος χρόνος συντέλεσης των γενικών βουλευτικών εκλογών. Η νέα παράγραφος 2 του άρθρο 31 Π.Δ. 26/2012 προβλέπει: “2. Η διενέργεια των γενικών βουλευτικών εκλογών ορίζεται την τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου 1.”. Η ισχύουσα ρύθμιση, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση[25] του Ν. 4648/2019, έχει ως σκοπό τον ακριβέστερο και ασφαλέστερο προσδιορισμό της προεκλογικής περιόδου που εξαρτάται ουσιαστικά από την πρόβλεψη του χρόνου διεξαγωγής των εκλογών. Εφόσον το Σύνταγμα δεν ορίζει επακριβώς την ελάχιστη και τη μέγιστη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου παρά μόνο την προθεσμία της διενέργειας των εκλογών, επαφίεται στον νομοθέτη η εξειδίκευση των ζητημάτων που άπτονται της οργάνωσης της εκλογικής διαδικασίας[26]. Το ζήτημα της διάρκειας της προεκλογικής περιόδου συνυφαίνεται με την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, αφού αν δεν υπήρχαν οι εγγυήσεις για την ελεύθερη και ανόθευτη διαμόρφωσή της, η διάταξη του ά.52 Συντ. θα έμενε κενό γράμμα. Οι εγγυήσεις αυτές αφορούν και την χρονική διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, καθώς το εύλογο ή μη της διάρκειάς της θέτει το ζήτημα του πότε είναι δυνατή η ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης της λαϊκής θέλησης. Ζήτημα που ανακύπτει κυρίως στις περιπτώσεις διάλυσης της Βουλής, οπού ενδέχεται να υπάρχει και αιφνιδιασμός ή σύγχυση των εκλογέων οπότε η μεγαλύτερη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου εξασφαλίζει και ουσιαστικές συνθήκες ανεπηρέαστης διαμόρφωσης της λαϊκής βούλησης. Η παραπάνω γνώμη ίσως και αποτελεί και μέρος της ratio της διάταξης, η οποία πλέον υποχρεωτικώς προβλέπει ότι οι εκλογές πρέπει να διεξάγονται όχι οποιαδήποτε Κυριακή, αλλά την τελευταία πριν την συμπλήρωση των τριάντα ημερών. Με την προσθήκη αυτή δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας για τον προσδιορισμό του χρόνου των γενικών βουλευτικών εκλογών, ενώ μπορούν να προσδιοριστούν το απώτατο και κατά περίπτωση το ελάχιστο της διάρκειας της προεκλογικής περιόδου. Δηλαδή ο νομοθέτης φαίνεται να επιλύει τις ερμηνευτικές τριβές που μπορούσε να προκαλέσει όχι τόσο το μέγιστο της προεκλογικής περιόδου – που συγκεκριμενοποιούταν ευχερώς και πριν την τροποποίηση του Ν. 4648/2019 με τη διαφορά ότι συνυπολογιζόταν και η ημέρα δημοσίευσης του Π.Δ. και στην περίπτωση της ομαλής λήξης της βουλευτικής περιόδου η προεκλογική περίοδος υπολογιζόταν 12 μέρες και όχι 15 μέρες πριν τον τερματισμό του βίου της – όσο η εύρεση της ελάχιστης διάρκειάς της και αν θα μπορούσε να προσδιοριστεί μόνο από τις προθεσμίες πράξεων που συνδέονται με την έναρξη της προεκλογικής περιόδου ή και βάσει μια ομοιόμορφης στο χρόνο ακολουθούμενης πρακτικής[27], από την οποία θα μπορούσε να προσδιοριστεί η εύλογη διάρκειας της προεκλογικής περιόδου.
  3. Επομένως αν επρόκειτο για την λήξη της βουλευτικής περιόδου για την εύρεση του αφετηριακού σημείου και την έναρξη της προεκλογικής περιόδου δεν ανατρέχουμε στην επομένη μέρα της δημοσίευσης του Π.Δ., αλλά στην ημέρα που προηγείται της λήξης της βουλευτικής περιόδου, αφού κατά τη γραμματική διατύπωση της διάταξης γίνεται λόγος για 15 μέρες “πριν” την λήξη. Από την προτεραία της λήξης ημέρα μετράμε αντίστροφα 15 ημέρες. Δηλαδή η λήξη ως ημέρα δεν θα προσμετρηθεί στις 15, αλλά συμπεριλαμβάνεται στην προεκλογική περίοδο. Εφαρμόζοντας όχι το άρθρο 128 Π.Δ.26/2012 – που αφορά τις προθεσμίες που καθορίζουν τα σχετικά με την εκλογή των βουλευτών και τον υπολογισμό προθεσμιών άλλων ενεργειών της προ της ψηφοφορίας διαδικασίας – αλλά το άρθρο 48 παρ. 2 Π.Δ. 26/2012 διαπιστώνουμε πως στην προεκλογική περίοδο δεν συνυπολογίζονται η ημέρα της ψηφοφορίας και η παραμονή αυτής. Τυπικά, ημερολογιακά δηλαδή, μπορεί και η παραμονή να συμπεριληφθεί στην προεκλογική περίοδο, αλλά ουσιαστικά την παραμονή ούτε προβλέπεται η εκτέλεση κάποιας διαδικαστικής ενέργειας ούτε είναι επιτρεπτή κάποια προεκλογική δραστηριότητα. Προκρίνεται επομένως η άποψη ότι και η παραμονή θα πρέπει να εξαιρεθεί εφόσον αποτελεί την ημέρα παύσης κάθε προεκλογικής ενέργειας λειτουργώντας ως χρόνος περίσκεψης πριν την εκδήλωση της λαϊκής θέλησης. Άρα η μέγιστη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου θα ήταν οι 44 μέρες, ενώ η ελάχιστη 38 ημέρες αν υποθέσουμε πως το τριακονθήμερο συμπληρώνεται Σάββατο και άρα οι εκλογές πρέπει υποχρεωτικώς να διεξαχθούν Κυριακή, δηλαδή 6 μέρες πριν την συμπλήρωση των 30 ημερών.

Στην περίπτωση της διάλυσης της Βουλής, ο προσδιορισμός της προεκλογικής περιόδου εκκινεί πλέον από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης. Λαμβάνοντας υπόψη ως υπόθεση εργασίας το παράδειγμα που προηγήθηκε και εφαρμόζοντας επίσης τη νέα διάταξη του ά.31 και το άρθρο 48 παρ. 2 Π.Δ. 26/2012 μέγιστος χρόνος της προεκλογικής περιόδου μπορεί να είναι 27 ημέρες και ελάχιστος 21 ημέρες. Ο ορισμός του χρόνου έναρξης και λήξης της προεκλογικής περιόδου όπως διατυπώθηκε είναι αποτέλεσμα της υιοθέτησης της άποψης ότι δεν συνυπολογίζεται ούτε η παραμονή της ψηφοφορίας. Η υιοθέτηση της αντίθετης εκδοχή δηλαδή ότι τυπικά και η παραμονή αποτελεί την τελευταία ημέρα της προεκλογικής περιόδου και η εφαρμογή του άρθρου 128 Π.Δ. 26/2012 θα προσέθεταν ακόμα μια μέρα και επομένως η ελάχιστη διάρκεια θα ήταν 22 μέρες και η μέγιστη 28.

Τέλος η έννοια της προεκλογικής περιόδου ευρίσκεται και στην εκλογική νομοθεσία που διέπει την εκλογή των αρχών των Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού (άρθρα 6 και 46 του Ν.4555/2018 που τροποποίησε 9 παρ. 4 και το άρθρο 114 του Ν. 3852/2010), ενώ κατά την εκλογή των Ελλήνων βουλευτών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφαρμόζονται αναλόγως κατά το άρθρο 9 παρ. 5 Ν. 4254/2014 οι διατάξεις του Π.Δ. 26/2012, αφού προσδιοριστεί βάσει ευρωπαϊκού δικαίου ο χρόνος λήξης της θητείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τέλος, όταν ο Λαός καλείται να αποφασίσει με δημοψήφισμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 Συντ., από τον συνδυασμό των άρθρων 42 Π.Δ. 26/2012 και 12 Ν. 4023/2011 μπορεί να συναχθεί το μέγιστο της προεκλογικής περιόδου αλλά όχι το ελάχιστο αυτής. Διαθέτοντας πλέον την αρνητική πρακτική εμπειρία αλλά και θεσμική μνήμη του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου του 2015, το οποίο διενεργήθηκε εντός ενός ανεπαρκούς και μη εύλογου διαστήματος που θα επέτρεπε την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης του εκλογικού σώματος[28], de lege ferenda κρίνεται αναγκαίος ο σαφέστερος προσδιορισμός, όπως συνέβη με το Π.Δ. 26/2012, της διάρκειας της προεκλογικής περιόδου.

  1. V. Επίλογος: η σπουδαιότητα της προεκλογικής περιόδου

Η σπουδαιότητα της προεκλογικής περιόδου, βάσει και των όσων παρατέθηκαν παραπάνω, δεν έγκειται μόνο στην προάσπιση και διασφάλιση της τυπικότητας της διαδικασίας, που εξαρτάται από τον προσδιορισμό διαφόρων προθεσμιών και κυρίως την έναρξη και την λήξη της προεκλογικής περιόδου, η οποία αποτελεί το χρονικό διάστημα διενέργειας πράξεων που προετοιμάζουν την εκλογική διαδικασία. Έγκειται κυρίως στον εγγυητικό της ρόλο που αποτελεί και ενύλωση της αρχής της γνησιότητας της ψηφοφορίας του άρθρου 52 Συντ. Θα έμενε κενή περιεχόμενου η εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, αν προηγουμένως δεν είχαν εξασφαλισθεί οι συνθήκες που δεν επέτρεπαν στα μέλη του εκλογικού σώματος να διαμορφώσουν, να προσχηματίσουν ή ακόμα και να μεταβάλουν ανόθευτα, ελεύθερα και χωρίς να ετεροκατευθύνονται την βούληση τους, πριν την εκδηλώσουν οριστικά ψηφοφορώντας την ημέρα των εκλογών.

Για αυτό και οι επιταγές του άρθρου 52 Συντ. συνδέονται με την προεκλογική περίοδο, εντός της οποίας λαμβάνουν χώρα σπουδαίες ενέργειες όπως ο έλεγχος της νομιμότητας των προτάσεων υποψηφιοτήτων (ά.33 Π.Δ. 26/2012) και κατά μια άποψη ο έλεγχος της συνδρομής των αρνητικών προσόντων εκλογιμότητας[29], ενώ ταυτόχρονα τίθενται σε ισχύ απαγορεύσεις, ως δικλείδες ασφαλείας (όπως η απαγόρευση υπηρεσιακών μεταβολών στον δημόσιο τομέα, ά. 28 του Ν. 2190/1994) που επιτρέπουν την διεξαγωγή ενός ομαλού κομματικού ανταγωνισμού με την ισότιμη μεταχείριση των κομμάτων[30] μέσω της παροχής ίσων ευκαιριών προώθησης και έκφρασης του πολιτικού τους προγράμματος και των θέσεων τους, αλλά και της εξασφάλισης της ισότητας των όπλων των αντιτιθέμενων πολιτικών δυνάμεων, παρεκκλίσεις από την οποία δικαιολογούνται μόνο βάσει της πολιτικής δύναμης και το μέγεθος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των πολιτικών κομμάτων[31].

Ωστόσο η εγκατάλειψη των παραδοσιακών μέσων προώθησης των πολιτικών μηνυμάτων και θέσεων και η δυναμική ενός υποκατάστατου χώρου πληροφόρησης και έκφρασης όπως το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν επιτακτικής φύσεως δικαιοπολιτικά ζητήματα που αφορούν την ποιότητα της προεκλογικής περιόδου που πρέπει μελλοντικά να ρυθμιστούν προς αποφυγή της αθέμιτης επιρροής, της σύγχυσης και τελικώς της χειραγώγησης και της ποδηγέτησης του εκλογικού σώματος.

 

[1] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, επιμέλεια: Φ. Σπυρόπουλος – Ξ. Κοντιάδης – X. Ανθόπουλος – Γ. Γεραπετρίτης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονική, 2017, σελ. 874.

[2] Σπυρόπουλος Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2006, σελ. 175 επ.

[3] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, δημοσιευμένο σε: Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 2ο, περίοδος 2017, σελ. 327 και Μαυριάς Γ. Κωνσταντίνος, Συνταγματικό Δίκαιο, 5η έκδοση, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας Δίκαιο & Οικονομία, Αθήνα, 2014, σελ. 323.

[4] Δερβιτσιώτης Άλκης, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου, Ι. Οργάνωση του Κράτους, έκδοση 4η, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2018 σελ. 94.

[5] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, όπ. π., σελ. 325.

[6] Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 1000 επ.

[7] Για τον έννοια των “συναπτών ετών” και την μη εφαρμογή του άρθρου 243 ΑΚ: βλ. Χρυσόγονος Χ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, 2η έκδοση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονική, 2014, σελ. 401.

[8] Για μια συνολική παρουσίαση των ζητημάτων αυτών και των διάφορων απόψεων που έχουν υποστηριχθεί: βλ. Μαυριάς Γ. Κώστας, Ζητήματα λειτουργίας του πολιτεύματος, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1993, σελ. 21 – 25 και Δερβιτσιώτης Άλκης, “Η διάλυσης της Βουλής”, όπ. π., σελ. 325 – 327.

[9] Δηλαδή τις περιπτώσεις: α) δυσαρμονίας μεταξύ της σύνθεσης της Βουλής και τη θέλησης του εκλογικού σώματος, β) την κυβερνητική αστάθεια, γ) την αντιμετώπιση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας

[10] Δηλαδή την περίπτωση της ύπαρξης κυβερνητικής κρίσης

[11] Σχετικά με το ποια Κυβέρνηση διενεργεί τις εκλογές: βλ. και Μαυριάς Γ. Κωνσταντίνος, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 703 επ. και Βενιζέλος Β. Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αναθεωρημένη έκδοση, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 2015, σελ. 664.

[12] Βλ. άρθρο 31 παρ. 4 Π.Δ. 26/2012 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 4648/2019

[13] Όπως παραπάνω

[14] Βλ. τις απόψεις που εκτίθενται στην ενότητα IV.

[15] Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 993 – 994, Σπυρόπουλος Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, όπ.π., σελ. 175.

[16] Όπως παρατίθεται σε: Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, εκδ. Στοχαστής, 2η έκδοση, 1998, σελ. 193: Άρθρο 37. – “Ο Βασιλεύς συγκαλεί τακτικώς άπαξ του έτους την Βουλήν, εκτάκτως δε, οσάκις το κρίνει εύλογον· κηρύττει αυτοπροσώπως ή δι’ αντιπροσώπου την έναρξιν και λήξιν εκάστης βουλευτικής συνόδου και έχει το δικαίωμα να διαλύη την Βουλήν· αλλά το περί διαλύσεως διάταγμα, προσυπογεγραμμένον υπό του Υπουργείου, πρέπει να διαλαμβάνη συγχρόνως και την σύγκλησιν των μεν εκλογέων εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών, της δε Βουλής εντός τριών μηνών.”

[17] Όπως παρατίθεται σε: Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, εκδ. Στοχαστής, 2η έκδοση, 1998, σελ. 199 – 200: Άρθρο 69. – “Οι βουλευταί εκλέγονται δια τέσσαρα συναπτά έτη, αρχόμενα από της ημέρας των γενικών εκλογών· άμα δε τη λήξει της τετραετούς βουλευτικής περιόδου, διατάσσεται η ενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών. Εντός τεσσαράκοντα πέντε ημερών από της ενέργειας των εκλογών τούτων συγκαλείται υποχρεωτικώς η νέα Βουλή εις τακτικήν σύνοδον, μόνο αν υπό της απελθούσης Βουλής δεν εξεπληρώθησαν , δια το έτος της ενέργειας των εκλογών, τα εν άρθρω 60 οριζόμενα. Έδρα βουλευτική κενωθείσα κατά το τελευταίον έτος της περιόδου δεν συμπληρούται εφ’ όσον ο αριθμός των εκλιπόντων δεν υπερβαίνει το τέταρτον του όλου αριθμού των βουλευτών.”.

[18] Σβώλος Αλέξανδρος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, όπ. π., σελ. 268.

[19] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ.π., σελ. 874.

[20]  Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ.1001 επ.

[21] Βενιζέλος Β. Ευάγγελος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, όπ.π., σελ. 651 – 652.

[22] Σπυρόπουλος Φ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 877.

[23] Δερβιτσιώτης Άλκης, “ Η αποσβεστική προθεσμία παρήλθε”, σε: Επιθεώρηση Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 1ο, περίοδος 2013, 34 – 40. Σημειώνεται ότι πρόκειται για την Βουλή που προέκυψε από τις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 και διαλύθηκε με το Π.Δ. 72/2012 (ΦΕΚ Α’ 125) που προέβλεπε την προκήρυξη εκλογών για τις 17.6.2012.

[24] Το οποίο τροποποίησε σχεδόν εξ ολοκλήρου τις ρυθμίσεις του Π.Δ. 96/2007

[25] Βλ. https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/eklogiko-dikaioma-olo.pdf (τελευταία επίσκεψη, 7.12.2020) : «Επί του άρθρου 25: Με το άρθρο 25, που αντικαθιστά το άρθρο 31 του π.δ. 26/2012, ορίζεται συγκεκριμένη ημέρα της ψηφοφορίας σε όλη την Επικράτεια, που θα είναι πάντα η τελευταία Κυριακή πριν τη συμπλήρωση των 30 ημερών από την έκδοση του π.δ. που ορίζει τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών. Επιπλέον, η πρόβλεψη για την έκδοση του προβλεπόμενου από το άρθρο 54 παρ.2 του Συντάγματος προεδρικού διατάγματος, με το οποίο ορίζεται ο αριθμός των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας, περιλαμβάνεται πλέον, σύμφωνα με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου (ορ. άρθρο 12), στο άρθρο 2 του π.δ. 26/2012, για λόγους συνάφειας. Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του παρόντος, επιμηκύνεται κατά 3 ημέρες η προεκλογική περίοδος στην περίπτωση που λήγει η βουλευτική περίοδος, για λόγους καλύτερης οργάνωσης των υποψηφίων.»

[26] Η οποία φυσικά δεν αφίσταται από τον σεβασμό της αντιπροσωπευτικής, της δημοκρατικής αρχής και της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, των συνταγματικών διατάξεων που ρυθμίζουν την ανάδειξη της Βουλής και άλλων εγγυήσεων που διέπουν την άσκηση των δικαιωμάτων του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι διασφαλίζοντας την ελεύθερη και ανόθευτη διαμόρφωση και έκφραση της λαϊκής θέλησης.

 

[27] Περιδιαβαίνοντας σύντομα την ιστορία των εκλογικών αναμετρήσεων από την θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975 παρατηρούμε τα εξής: Η Βουλή που προήλθε από τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 διαλύθηκε με το Π.Δ. υπ. αριθμ. 977/1977 (δημοσιεύθηκε στις 22.10.1977) που όριζε ως χρόνο διενέργειας των εκλογών την 20.11.1977. Η Βουλή της Β’ περιόδου που προέκυψε από τις εκλογές τις 20ης Νοεμβρίου 1977 διαλύθηκε με το Π.Δ. 1119/1981 (δημοσιεύθηκε στις 19.9.1981) και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 18η.10.1981. Η Βουλή της Γ’ περιόδου που προήλθε από τις εκλογές της 18ης. 10. 1981 διαλύθηκε με το Π.Δ. 216/1985 (δημοσιεύθηκε στις 7.5.1985) και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 2.6.1985. Επόμενη Βουλή είναι η μοναδική στην σύγχρονη συνταγματική μας ιστορία που ολοκλήρωσε ομαλά το βίο της, όπως διαπιστώθηκε και με το Π.Δ. 329/1989 που προκήρυσσε εκλογές για τις 18.6.1989. Η τεταμένη για τον κοινοβουλευτικό μας βίο περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη βραχύβιων Βουλών της Ε’ και ΣΤ’ περιόδου, εκ των οποίων η πρώτη προήλθε από τις εκλογές τις 18.6.1989 και διαλύθηκε με το Π.Δ. 234/1989 που δημοσιεύθηκε στις 12.10.1989 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών στις 5.11.1989. Η δεύτερη προήλθε από τις εκλογές αυτές και διαλύθηκε με το ΠΔ 63/1990 (δημοσίευση 12.3.1990) που προκήρυσσε εκλογές για τις 8.4.1990. Έπειτα πρόεκυψε η Βουλή της Ζ’ περιόδου που διαλύθηκε στις 11.9.1993 με το Π.Δ. 352/1993 και προκήρυσσε εκλογές για τις 10.10.1993. Η επόμενη Βουλή διαλύθηκε με το Π.Δ. 267/1996 που δημοσιεύτηκε στις 23.8.1996 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών στις 22.9.1996. Εν συνεχεία η Βουλή της Θ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 97/2000 που δημοσιεύτηκε στις 14.3.2000 και προέβλεπε τη διεξαγωγή εκλογών για τις 9.4.2000. Η Βουλή της I’ περιόδου διαλύθηκε λίγο πριν την ομαλή ολοκλήρωση του βίου της με το Π.Δ. 48/04 που δημοσιεύτηκε στις 11.2.2004 και όριζε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 7η Μαρτίου 2004. Ακολούθως η Βουλή διαλύθηκε με το Π.Δ. 154/2007 που δημοσιεύτηκε στις 18.8.2007 και προέβλεπε την διεξαγωγή εκλογών για τις 26.9.2007 και μάλιστα ημέρα Τετάρτη. Εν συνεχεία η Βουλή ΙΒ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 127/09 που δημοσιεύτηκε στις 7.9.2009 και προέβλεπε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 4η.10.2009. Η εξίσου τεταμένη κοινοβουλευτικά περίοδος που ακολούθησε ξεκίνησε με τη διάλυσης της Βουλής της ΙΓ’ περιόδου με το Π.Δ. 40/2012 που δημοσιεύθηκε στις 11.4.2012 και προέβλεπε ως ημερομηνία διεξαγωγής των εκλογών την 6η.5ου 2012. Από τις βουλευτικές εκλογές της 6ης Μαΐου 2012, η Βουλή που προέκυψε διαλύθηκε με το Π.Δ. 72/2012 που προέβλεπε την προκήρυξη εκλογών για τις 17.6.2012.  Με το Π.Δ. 173/2014 που δημοσιεύθηκε στις 31.12.2014 διαλύθηκε η Βουλή της ΙΕ’ περιόδου λόγω αδυναμίας εκλογής ΠτΔ και οι εκλογές διεξήχθηκαν στις 25.1.2015. Με το Π.Δ. 66/2015 που δημοσιεύθηκε στις 28.8.2015 διαλύθηκε η Βουλή της ΙΣΤ’ περιόδου και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 20.9.2015. Η Βουλή της IZ’ περιόδου διαλύθηκε με το Π.Δ. 56/2019 που δημοσιεύθηκε στις 11.6.2019 και προέβλεπε την διεξαγωγή των εκλογών για τις 7.7.2019.

Από τα ως άνω μπορεί και βάσει των διατάξεων για τον προσδιορισμό της προεκλογικής περιόδου μπορεί ίσως να συναχθεί η διαμόρφωση πρακτικής ως προς την έννοια του εύλογου χρόνου προ της ρύθμισης του ν.4648/2019.

 

[28] Δερβιτσιώτης Άλκης, “Δημοψήφισμα και Κυβερνητικές Πράξεις” σε περιοδικό: To Σύνταγμα, τεύχος 4ο, περίοδος 2015, σελ. 978 – 986.

[29] Η άποψη αυτή υιοθετείται από τον Σπυρόπουλο Φ., Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 182, ενώ η αντίθετη υποστηρίζεται Παπαδημητρίου Γ. , “Υπέρβαση δικαιοδοσίας”, σε εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 3.9.2007 όπου αναφέρεται στην απόφαση ΑΠ 4/2007. Για τα ζητήματα ελέγχου των κωλυμάτων εκλογιμότητας βλ. αναλυτικά και Μαυριάς Γ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 647 επ.

[30] Την αναλυτικώς παρατιθέμενη νομολογία του ΑΕΔ και του ΣτΕ αλλά και περιπτωσιολογία σε: Καραβοκύρης Γ., σε Σύνταγμα Κατ’ άρθρο ερμηνεία, όπ. π., σελ. 994 – 996, Χρυσόγονος Γ. Κώστας, Συνταγματικό Δίκαιο, όπ. π., σελ. 417 επ. αλλά και Βενιζέλο Β. Ευάγγελο, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, όπ. π., σελ. 455 επ. και 461 επ. ειδικά για τον έλεγχο των προεκλογικών δαπανών και την προεκλογική τηλεοπτική περίοδο.

[31] ΣτΕ 3427/2010.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × five =