Θητείες Βουλευτών

Γιώργος Ν. Πινακίδης, Δ.Ν., Δικηγόρος

Στην πρόταση για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος που κατατέθηκε πρόσφατα από βουλευτές της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβάνεται η προσθήκη νέας παραγράφου στο άρθρο 56 του Συντάγματος, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «5. Όσοι έχουν διατελέσει βουλευτές σε τρεις διαδοχικές βουλευτικές περιόδους δεν μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι ούτε να εκλεγούν βουλευτές στις αμέσως επόμενες εκλογές. Το κώλυμα της παραγράφου αυτής δεν συντρέχει για βουλευτικές περιόδους με διάρκεια μικρότερη των τριάντα δύο μηνών. Από το κώλυμα εξαιρούνται οι πρόεδροι κοινοβουλευτικών ομάδων και όσοι έχουν διατελέσει πρωθυπουργοί».

Δεν θα εστιάσουμε στα εμφανή νομοτεχνικά προβλήματα της προτεινόμενης ρύθμισης. Ας σημειωθεί απλώς, ότι η εφαρμογή της και άρα η ισχύς του κωλύματος, προϋποθέτει τη συμμετοχή του βουλευτή σε τρεις διαδοχικές Βουλές διάρκειας τουλάχιστον τριάντα δύο μηνών έκαστη· ενώ η παρεμβολή μίας μόνο Βουλής μικρότερης διάρκειας διακόπτει την ακολουθία, με αποτέλεσμα να απαιτείται η εκ νέου (εξ υπαρχής) πλήρωση της άνω προϋπόθεσης, ώστε να συντρέξει το κώλυμα. Αν η διάταξη αυτή ήταν ισχύον συνταγματικό δίκαιο, ο πρωτοεκλεγείς στις βουλευτικές εκλογές της 9ης Απριλίου 2000 και αδιαλείπτως θητεύων ως σήμερα βουλευτής δεν θα είχε κώλυμα εκλογιμότητας για τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές του 2019! Είναι προφανές ότι η ρύθμιση, ως έχει, δεν μπορεί να υπηρετήσει τη ratio της. Απεναντίας, επιτρέπει, αν δεν προκαλεί, την περιγραφή της.  

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό καθ’ εαυτό το ζήτημα της επιβολής ορίου βουλευτικών θητειών και το δικαιοπολιτικό του υπόβαθρο.    

Στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης αναφέρεται: «…προτείνουμε να αναμετρηθούμε με την αντίληψη που δεν τιμά το πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς, τη διαδεδομένη αντίληψη των πολιτών, δυστυχώς, ότι η πολιτική είναι επάγγελμα και μάλιστα για ορισμένους επικερδές, και όχι προσφορά. Γι’ αυτό και προτείνουμε να προβλεφθεί όριο θητειών για τους βουλευτές, ώστε να μη δημιουργούνται όροι συναλλαγής με το εκλογικό σώμα» (Γενικό Μέρος). Περαιτέρω, όπως σημειώνεται, η ρύθμιση εισάγει «…έναν ήπιο περιορισμό του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, αφού επιτρέπει τη συμμετοχή στις αμέσως επόμενες εκλογές μετά απ’ αυτές για τις οποίες συντρέχει το κώλυμα, ο οποίος δικαιολογείται ως μέτρο που αποτρέπει την επαγγελματοποίηση της πολιτικής και συμβάλλει στην ανανέωση της εθνικής αντιπροσωπείας» (Ειδικό Μέρος).

Αν αυτά ήταν που ώθησαν τους προτείνοντες βουλευτές, τότε το κύριο πρόβλημα φαίνεται να είναι η έκπτωση του ρόλου του βουλευτή από «προσφορά» σε «επάγγελμα», ενώ η λύση για την αποφυγή δημιουργίας όρων συναλλαγής με το εκλογικό σώμα αναζητείται στην επιβολή ορίου θητειών ως μέσου αποτροπής «επαγγελματοποίησης» της πολιτικής και ανανέωσης του κοινοβουλίου.

Η ορθή όμως αιτιολογική βάση μιας τέτοιας πρότασης, για όποιον είχε την πρωτοβουλία, θα έπρεπε να είναι καθαρά και αυστηρά θεσμική: η ανάγκη εναλλαγής των προσώπων στα δημόσια λειτουργήματα. 

Οι κλασικοί δικαιολογητικοί λόγοι θέσπισης των κωλυμάτων εκλογιμότητας είναι η τήρηση της αρχής της ισότητας στον εκλογικό ανταγωνισμό μεταξύ κομμάτων και υποψηφίων, η αποτροπή νόθευσης της βούλησης του εκλογικού σώματος από αθέμιτους επηρεασμούς του φορέα του κωλύματος και η διασφάλιση της πολιτικής ουδετερότητας της δημόσιας διοίκησης. Πυρήνας του προβλήματος είναι ασφαλώς η πιθανή εκμετάλλευση της θέσης ή ιδιότητας που συνιστά το κώλυμα, προκειμένου να αντληθεί ένα εκλογικό πλεονέκτημα.

Η σύνδεση εντούτοις του προτεινόμενου κωλύματος με τους άνω λόγους (με τους δύο πρώτους), αν και υπαρκτή, είναι μάλλον ασθενής. Το καινοφανές στοιχείο είναι εδώ η παραδοχή ότι η επί μακρόν κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας (και όχι κάποιας θέσης επιρροής στη διοικητική ιεραρχία, όπως αυτή του αιρετού μονοπρόσωπου οργάνου των Ο.Τ.Α που συνιστά κώλυμα κατά το άρθρο 56 παρ. 1 εδ. α΄ και δ΄ του Συντάγματος), αναγορεύεται σε συνθήκη διακινδύνευσης της ανόθευτης έκφρασης της λαϊκής βούλησης, κυρίως όμως της ορθής και «κατά προορισμό» άσκησης των βουλευτικών καθηκόντων. 

Αυτό ωστόσο που θα έπρεπε να εξυπηρετεί μια παρόμοιας έμπνευσης διάταξη δεν είναι η επιβολή κύρωσης, προσωρινής έστω, σε κάποιον που έχει θητεύσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στο κοινοβούλιο. Η επανεκλογή του άλλωστε αποτελεί τεκμήριο, αν και όχι αμάχητο, της πολιτικής του αξιοσύνης. Αποδεικνύει πάντως την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πρόσωπό του. Υπό την αίρεση βεβαίως, ότι τα πολιτικά κόμματα που παρεμβάλλονται μεταξύ της βούλησης του εκλογικού σώματος και της σύνθεσης του κοινοβουλίου κατά την κρίσιμη φάση κατάρτισης των εκλογικών συνδυασμών, έχουν συμπεριλάβει σε αυτούς, μέσα από ουσιαστικές δημοκρατικές διαδικασίες και χωρίς αποκλεισμούς, τους κατά τεκμήριο πιο άξιους – με την ευρύτερη δυνατή πρόσληψη του όρου – για την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος πολίτες.

Από την άλλη πλευρά, η αποτροπή «επαγγελματοποίησης» της πολιτικής δεν εξασφαλίζεται – και τούτο ανεξαρτήτως της θεώρησης των συντακτών της πρότασης – με την άκριτη και εν τέλει απολιτική απαίτηση, «να φύγουν οι παλιοί για να’ ρθουν (οι) νέοι». Η δημοφιλής αυτή δοξασία δεν συνδέεται άλλωστε αναγκαστικά με το άλλο αιτιολογικό βάθρο της προτεινόμενης ρύθμισης, την αποφυγή συναλλαγής με το εκλογικό σώμα. Διότι δεν υπόκειται, παρά μόνο σε πολιτικό και εκ των υστέρων έλεγχο, η προσδοκία ότι το επίδοξο νέο πολιτικό προσωπικό θα αποδειχθεί περισσότερο κατάλληλο, σε σχέση με όσα η εισαγωγή του κωλύματος θέλει να υπηρετήσει, από το ήδη κατεστημένο. Στην αντιπροσώπευση έχουν πάντοτε σημασία οι εξατομικευμένες κρίσεις και τα πρόσωπα με τις ιδιότητές τους.

Ούτε βεβαίως η αναγνωρισιμότητα που εξασφαλίζει η μακρά παραμονή στα κοινοβουλευτικά έδρανα μπορεί να αποτελέσει eo ipso αιτία επιβολής του άνω κωλύματος, με το σκεπτικό ότι αποτελεί δήθεν στοιχείο νόθευσης της πολιτικής ισότητας και του εκλογικού ανταγωνισμού. Γιατί, αν έτσι ήταν τα πράγματα, το κώλυμα θα έπρεπε λογικά να επεκταθεί και σε άλλα απλώς γνωστά πρόσωπα, τα οποία, καίτοι δεν κατέχουν θέση στο διοικητικό μηχανισμό, ασκούν ωστόσο σημαντική επιρροή στην κοινή γνώμη. Είναι όμως προφανές ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος σοβαρά για κάτι τέτοιο.  

Το πυρηνικό ζήτημα που θέτει η προτεινόμενη διάταξη είναι άλλο: αν είναι δημοκρατικά επιβεβλημένη η υπό όρους υποχρεωτική εναλλαγή των προσώπων σε αιρετό πολυπρόσωπο όργανο της Πολιτείας, όπως το κοινοβούλιο. Άπτεται το ζήτημα αυτό ορισμένων κρίσιμων συνταγματικών παραμέτρων.

Το υπό συζήτηση κώλυμα συνιστά περιορισμό του παθητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγεσθαι), εφόσον αποκλείει τον φορέα του από τη δυνατότητα υποβολής υποψηφιότητας. Συνιστά όμως παράλληλα κάμψη και του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος (δικαίωμα του εκλέγειν), στο μέτρο που περιορίζει τις επιλογές των εκλογέων.

Δεν πρόκειται βέβαια εδώ για νομοθετικό, αλλά για συνταγματικό περιορισμό του παθητικού εκλογικού δικαιώματος, αντίστοιχο με αυτούς που τίθενται στα άρθρα 56 και 57 του Συντάγματος (κωλύματα και ασυμβίβαστα των βουλευτών). Δεν τίθεται επομένως ζήτημα τυχόν αντισυνταγματικότητας, εφόσον δε νοείται η ύπαρξη αντισυνταγματικών διατάξεων του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση των ουσιαστικών ορίων της αναθεώρησης (άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος), από την άποψη ότι η εισαγωγή του συγκεκριμένου κωλύματος θα έθιγε τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος. 

Μια άλλη πτυχή του ζητήματος συνδέεται με το ερώτημα, αν η εισαγωγή του κωλύματος συνάγεται εμμέσως από την αρχή της περιοδικότητας των εκλογών, η οποία ανήκει στον εννοιολογικό πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας. Η αρχή όμως αυτή υπηρετεί την ανάγκη ανανέωσης αφενός μεν της λαϊκής ετυμηγορίας αφετέρου δε της σύνθεσης του αντιπροσωπευτικού σώματος. Το κοινοβούλιο πρέπει να διαθέτει πρόσφατη κατά το δυνατόν δημοκρατική νομιμοποίηση, εφόσον τόσο το ίδιο το εκλογικό σώμα, όσο και η βούλησή του, την οποία εκφράζει, μεταβάλλονται διαρκώς στη διαδρομή του χρόνου. Η ανανέωση της σύνθεσής του έχει συνεπώς θεσμικό χαρακτήρα, αφορά τη συγκρότησή του ως αμέσου οργάνου του Κράτους και δεν αναφέρεται κατ’ αρχήν στην εναλλαγή των προσωπικών φορέων του βουλευτικού αξιώματος.

Η εναλλαγή αυτή θα μπορούσε ίσως να θεμελιωθεί στην πολιτική αρχή αποπροσωποποίησης της εξουσίας, της διάκρισης, δηλαδή, μεταξύ αξιώματος-λειτουργήματος και προσωπικού φορέα του. Αρχή που διαθέτει μάλιστα συνταγματικό έρεισμα, ειδικώς όμως καθ’ όσον αφορά τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τα καθήκοντα του οποίου δεν μπορεί να ασκήσει συγκεκριμένο πρόσωπο κατά χρόνο που υπερβαίνει τις δύο, συναπτές ή μη, πενταετείς θητείες (άρθρο 30 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος). Είναι όμως αμφίβολο, αν από τη ρύθμιση αυτή μπορεί να συναχθεί ένας κανόνας με ευρύτερη εμβέλεια. Όχι μόνο γιατί εδώ πρόκειται για αιρετό μεν αλλά μονοπρόσωπο όργανο και δη για τον αρχηγό του Κράτους και επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Αλλά κυρίως γιατί η ρύθμιση αυτή παρακολουθεί και επενδύει τη μετάβαση από την προσωποποιημένη εξουσία του ισόβιου και κληρονομικού μονάρχη στο πλαίσιο της βασιλευόμενης δημοκρατίας, στην αποπροσωποποιημένη εξουσία του αιρετού Προέδρου στο πλαίσιο της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Λειτουργεί άρα μέσα σε απολύτως συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτικά συμφραζόμενα.

Στηριζόμενη σε ένα αμφιλεγόμενο και όχι απολύτως στέρεο σκεπτικό, η εισαγωγή του προτεινόμενου κωλύματος, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι εντάσσεται σε ένα φάσμα συνταγματικά θεμιτών, από δημοκρατική άποψη, επιλογών, δεν κρίνεται πάντως, εν όψει και των προβληματισμών που διατυπώθηκαν, επιβεβλημένη από την άποψη αυτή.

Γιώργος Ν. Πινακίδης, Δ.Ν., Δικηγόρος

21 Δεκεμβρίου 2018

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

10 + 8 =