Συμβούλιο της Επικρατείας (Τμήμα ΣΤ΄) Απόφαση με αριθμό 1508/2002

Αριθμός 1508/2002

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2002, με την εξής σύνθεση:

Π. Παραράς, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Δαρζέντας, Στ. Χαραλάμπους, Σύμβουλοι, Ε. Νίκα, Α. Σταθάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Τζεδάκη.

Για να δικάσει την από 15 Μαρτίου 2001 αίτηση: της Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Χαλκίδα, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Μελέτιο Φώτση (Α.Μ. 7239), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1127/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1894153 έως 1894162/2001 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1127/2000 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 14/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί ανακοπή της εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 εκθέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ευδοξίας Παπαδολιάκου περί αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου της εταιρίας.

3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ. 354/1976 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" (ΦΕΚ Α΄ 90), "Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται . . . δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους : α) . . . δ) εάν το χρέος παρεγράφη ε) . . .". Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 87 παρ. 1 του ν.δ. 321/1969 (ΦΕΚ Α΄ 205) "Παν χρέος προς το Δημόσιον παραγράφεται κατ’ αρχήν μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη εις το Δημόσιον Ταμείον (βεβαίωσις εν στενή εννοία)". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 1 του ιδίου νομ. δ/τος "Η παραγραφή διακόπτεται δια τους λόγους τους προβλεπομένους υπό της ισχυούσης νομοθεσίας, πλήν του λόγου της καθ’ οιονδήποτε τρόπον αναγνωρίσεως της αξιώσεως υπό του υποχρέου. Η παραγραφή διακόπτεται επίσης δια της επιβολής κατασχέσεως επί περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτου ή του εγγυητού αυτού, ευρισκομένων είτε εις χείρας τούτων είτε εις χείρας τρίτων. Από της δια της κατασχέσεως ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως μέχρι της τελεσιδικίας του πίνακος κατατάξεως πάσα πράξις της εκτελέσεως διακόπτει την παραγραφήν, η οποία άρχεται εκ νέου από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως της εκτελέσεως". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 88 παρ. 1 του νεώτερου νόμου 2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού (ΦΕΚ Α΄ 247) την διακοπή χρηματικής απαιτήσεως του Δημοσίου διακόπτει : α. Η κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη ή συνοφειλέτη ή τρίτου εγγυητή αυτών και ανεξάρτητα αν αυτή ενεργείται εις χείρας αυτών ή εις χείρας τρίτων. β. Η έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση ή μη αυτού στον καθ’ ου έχει εκδοθεί το πρόγραμμα. Κατά δε το άρθρο 107 του τελευταίου αυτού νόμου οι διατάξεις περί παραγραφής εφαρμόζονται επί απαιτήσεων που γεννώνται μετά την έναρξη της ισχύος του, όσον αφορά, όμως, την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής οι σχετικές διατάξεις του νεώτερου αυτού νόμου εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί πριν από την ισχύ αυτού, εάν τα επαγόμενα την αναστολή ή διακοπή γεγονότα έχουν συντελεστεί μετά την ισχύ αυτού (1.1.1996).

4. Επειδή, κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 89 του ν.δ/τος 321/1969, η διακοπή της παραγραφής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο επέρχεται με μόνη την σύνταξη του προγράμματος πλειστηριασμού, δίχως να απαιτείται η κοινοποίηση αυτού στον οφειλέτη και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 41 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως, εξ άλλου, ρητά ήδη ορίζεται στο άρθρο 88 παρ. 1 εδαφ. β΄ του νεώτερου νόμου 2362/1992 περί Δημοσίου Λογιστικού. Περαιτέρω, κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως, η παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου που διεκόπη με πράξη εκτελέσεως, όπως η σύνταξη προγράμματος πλειστηριασμού, άρχεται εκ νέου ευθύς από της συντάξεως του προγράμματος και όχι από της λήξεως της χρήσεως εντός της οποίας εγένετο η σύνταξη αυτού (βλ. Α.Π. 607/1985).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ευδοξίας Παπαδολιάκου επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρίας κατάσχεση στο ήμισυ του ενός τετάρτου εξ αδιαιρέτου ενός δασοτεμαχίου στην Νεροτριβιά Ευβοίας για την αναγκαστική είσπραξη χρεών της από φόρο εισοδήματος, χαρτόσημο, ΦΜΑ, ΦΚΕ, τέλη χαρτοσήμου, πρόστιμα Κ.Φ.Σ. και Ν. 820/1978, συνολικού ύψους 6.425.168 δραχμών. Με την από 29.4.1998 ανακοπή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι τα βεβαιωθέντα χρέη προς το Δημόσιο, για τα οποία εχώρησε η προαναφερθείσα αναγκαστική κατάσχεση, είχαν πλέον υποκύψει σε παραγραφή. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο εδέχθη, κατ’ επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, ότι τα επίδικα χρέη δεν είχαν παραγραφεί αφού, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα από τη Διοίκηση στοιχεία, η παραγραφή αυτών, αρξαμένη εκ νέου μετά την επιβολή της αναγκαστικής κατασχέσεως, διεκόπη με την έκδοση, αρχικώς μεν, του υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 17727/αριθμ. ειδικού βιβλίου 112/23.6.1992 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού και, ακολούθως, του υπ’ αριθμ. πρωτοκόλλου 27482/αριθμ. ειδικού βιβλίου 99/26.8.1997 προγράμματος. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, δεχθέν ότι είχε τηρηθεί η όλη προδικασία και ότι, άλλωστε, η μη κοινοποίηση του προγράμματος πλειστηριασμού στον οφειλέτη δεν επιδρά στην παραγραφή, αφού οποιαδήποτε πράξη της εκτελέσεως διακόπτει την αρξαμένη παραγραφή, έκρινε ότι η πενταετής παραγραφή των χρεών, για τα οποία εχώρησε η επίδικη αναγκαστική κατάσχεση, διακόπηκε με το υπ’ αριθμ. 17724/112/23.6.1992 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού για να αρχίσει νέα πενταετής παραγραφή που διακόπηκε με την σύνταξη του υπ’ αριθμ. 27482/99/26.8.1997 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού. ΄Ομως, η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου δεν είναι νόμιμη, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η διακοπείσα με τη σύνταξη του πρώτου προγράμματος πλειστηριασμού παραγραφή άρχισε εκ νέου ευθύς από της συντάξεως του προγράμματος αυτού (23.6.1992) και, επομένως, κατά την σύνταξη του δευτέρου προγράμματος πλειστηριασμού που έλαβε χώρα στις 26.8.1997 είχε ήδη παρέλθει πενταετία από της συντάξεως του πρώτου προγράμματος και είχε συμπληρωθεί η παραγραφή των επιδίκων χρεών της αναιρεσείουσας.

6. Επειδή, εξ άλλου, μετά την κατά τα ανωτέρω συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής των επιδίκων χρεών εκδόθηκε ο ν. 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α΄ 179/11.9.1997), με το άρθρο 22 παρ. 12 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής : "Παρατείνεται μέχρι 31.12.1998 ο χρόνος παραγραφής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους που παραγράφονται εντός των ετών 1997 και 1998. Η παράταση δεν ισχύει για τα χρέη προς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης". Eν όψει όμως του ότι ο νομοθέτης δύναται να παρατείνει τον χρόνο παραγραφής, μή δεσμευόμενος κατά τούτο από το Σύνταγμα, μόνον των αξιώσεων εκείνων για τις οποίες ο χρόνος αυτός δεν είχε ακόμη συμπληρωθεί κατά την έναρξη ισχύος του νεώτερου νόμου, η έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι προδήλως ότι δεν καταλαμβάνει όλα τα βεβαιωμένα στις Δ.Ο.Υ. χρέη προς το Δημόσιο που παραγράφονται εντός του έτους 1997, αλλά μόνο εκείνα των οποίων ο χρόνος παραγραφής συμπληρώνεται μετά την έναρξη ισχύος της (δηλαδή από 12.9.1997).

Διότι υπό διαφορετική ερμηνευτική εκδοχή, συνεπαγομένη την εφαρμογή της και επί των χρεών που είχαν ήδη παραγραφεί πριν από την έναρξη ισχύος της, η ανωτέρω διάταξη του ν. 2523/1997 θα προσέκρουε όχι μόνο στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά προεχόντως στις εκ της αρχής του Κράτους δικαίου ευθέως συναγόμενες επί μέρους συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης (ιδίως εκ των άρθρ. 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντ.), προς την τελευταία δε αρχή ευθέως συγκρούονται νόμοι οι οποίοι ρυθμίζουν αναδρομικώς και κατά τρόπον επαχθή ήδη περατωθείσες βιωτικές σχέσεις, τέτοια δε αναδρομική ρύθμιση είναι τότε μόνον θεμιτή, οσάκις η εμπιστοσύνη του πολίτη προς την σταθερότητα ωρισμένης νομικής καταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εν τοις πράγμασι δικαιολογημένη, οπότε και δεν απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, η εξαίρεση όμως αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω.

7. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω γενομένων δεκτών ως προς την έννοια της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 12 του ν. 2523/1997, δεν εχώρησε δυνάμει αυτής παράταση της παραγραφής των επιδίκων χρεών της αναιρεσείουσας, εφ’ όσον ο χρόνος παραγραφής αυτών συμπληρώθηκε μεν εντός του έτους 1997, αλλά πριν από την θέση σε ισχύ της εν λόγω διατάξεως.

8. Επειδή, μετά ταύτα, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, η δε υπόθεση που δεν χρειάζεται διευκρίνηση ως προς το πραγματικό, κρατείται προς εκδίκαση από το Δικαστήριο, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας δέχεται αυτήν για τον βασίμως, κατά τα προεκτεθέντα, προβαλλόμενο λόγο της συμπληρώσεως της παραγραφής προ της εκδόσεως του δευτέρου προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού και εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 14/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ακολούθως δε το Δικαστήριο δικάζοντας την ανακοπή της αναιρεσείουσας δέχεται τον προβαλλόμενο με αυτήν λόγο παραγραφής των επιδίκων χρεών.

9. Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης λόγω εύλογης αμφιβολίας ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 82 παρ. 3 του πρ. δ. 341/1978, ΦΕΚ Α΄ 71). Δ ι ά τ α ύ τ α Δέχεται την υπό κρίση αίτηση. Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 1127/2000 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που ανέρχεται στο ποσό των επτακοσίων εξήντα (760) ευρώ. Διακρατεί την υπόθεση. Δικάζει την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχεται αυτήν και εξαφανίζει την υπ’ αριθμ. 14/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Χαλκίδας, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη. Δικάζει και δέχεται την ανακοπή της αναιρεσείουσας, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό. Αναγνωρίζει ότι εχώρησε παραγραφή των βεβαιωθέντων χρεών της αναιρεσείουσας για τα οποία εχώρησε η αναγκαστική κατάσχεση περί της οποίας η υπ’ αριθμ. 994/8.8.1988 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Ευδοξίας Παπαδολιάκου. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική δαπάνη. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2002 και 7 Μαρτίου ιδίου έτους.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Π. Παραράς Κ. Τζεδάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Μαΐου 2002.

Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος                                              Ο Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος

Π. Παραράς                                                                             Β. Μανωλόπουλος

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × one =