Η Αναθεώρηση, μέσο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής και διαφυγής από την δύσμοιρη πολιτική πραγματικότητα

Αντώνης Μανιτάκης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Τμήμα Νομικής ΑΠΘ

(Καυτηριάζεται η πρόταση της τότε -2006- κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της ΝΔ, η οποία εξήγγειλε διαδικασία Αναθεώρησης του Συντάγματος, μόλις 6 χρόνια μετά την προηγούμενη του 2001 για λόγους όπως αποδείχθηκε, πολικής επικοινωνίας και διαφυγής από την πραγματικότητα. Η επιζητούμενη συναίνεση, προϋπόθεση κάθε Αναθεώρησης, τορπιλίστηκε από την τότε αξιωματική αντιπολίτευση, για λόγους μικροπολιτικούς. Η Αναθεώρηση χρησιμοποιήθηκε ακόμη μια φορά ως άλλοθι της ανικανότητας ή αδυναμίας της κυβερνητικής πλειοψηφίας να βρεί εφικτές λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπη. Δημοσιεύτηκε στην “Ελευθεροτυπία” 29 Δεκεμβρίου 2006)

 

Πιστεύω πως όλοι συμφωνούμε πως η Αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για το πολίτευμα και το πολιτικό σύστημα και πως για τον λόγο αυτό, όχι μόνο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο πολιτικής τακτικής, ως εργαλείο άσκησης κομματικής πολιτικής, αλλά θα έπρεπε επί πλέον να εξαιρείται του “καθημερινού” κομματικού ανταγωνισμού. Για τον απλούστατο λόγο, διότι το σύνταγμα είναι πέρα από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και ρυθμίζει θέματα θεμελιώδη του πολιτικού βίου, που υπεβαίνουν τις στοχεύσεις της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Και όμως τόσο η αναθεώρηση του 1986 όση και εκείνεη του 2001 παρά τον προφανή συναινετικό της χαρακτήρα, δεν ήταν άμοιρες μικροκομματικής και μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση, η πόλωσή της σε δύο ή τρία μόνον ζητήματα, επειδή αυτά εντείνουν την κομματική αντιπαράθεση και προκαλούν το κατευθυνόμενο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, οι ασφυκτικές προθεσμίες της αναθεωρητικής διαδικασίας, κ.α., όλα αυτά δείχνουν ότι η συνταγματική αναθεώρηση χρησιμοποιείται και αυτή ως μέσο άσκησης μικροκομματικής πολιτικής και δημιουργίας πολιτικών εντυπώσεων, ως εργαλείο κυβερνητικής πολιτικής και όχι ως ως διαδικασία διακομματικής συνεννόησης για την αλλαγή του πολιτικού συστήματος και την καλλίτερη ρύθμιση της λειτουργίας του κράτους και του πολιτεύματο. Και αυτό δεν αφορά μόνον την εκάστοτε κυβερντηική πλειοψηφία αλλά και την αντιπολίτευση. Ανταγωνίζονται συνήθως στο διπολιτικό πολιτικό μας σύστημα και στο δικομματικό κοινοβουλευτικό μας σύστημα τα δύο εκάστοτε κυβερντικά κόμματα, εμφορούμενα από την ίδια μικροκομματική λογική επιδιώκοντας να δείξουν ότι αυτά θέλουν μιαν άλλη αναθεώρηση διαφορετική από αυτήν που προτείνεται από τα αντίπαλο κομματικό δέος, Τα πάντα για αυτούς είναι θέμα πολιτικής θέλησης. Αρκεί η συνδορμή της κατάλληλης βούλησης και όλα μπορούν, να αλλάξουν ως δια μαγείας, ακόμη και το Σύνταγμα. Ο πολιτικός τους βολονταρισμός του ωθεί, χωρίς να το καταλάβουν, σε ένα ανιστόριτο συνταγματικό ιδεαλισμό, -που κινείται εκτός της συνταγματικής πραγματικότητας. Ποιος θυμάται ή ποιός κατάλαβε, άραγε, ποιο είναι το συνταγματικό σχέδιο ή η συνταγματική στρατηγική της ‘αριστεράς’, πέρα από «λόγια παχιά» ή λέξεις γενικόλογες χωρίς ιστορικό και πολιτικό αντίκρισμα; Γι΄αυτό άλλωστε και οι συνταγματικές προτάσεις χάνονται στο αέρα, δεν βρίσκουν πολιτική απήχηση και συναντούν την αδιαφορία των μαζών και των ίδιων των στελεχών τους.

Και όμως θα ήταν τραγικό πολιτικό λάθος και ασυγχώρητη αφέλεια, αν το ζήτημα της αναθεώρησης το αντιμετωπίζαμε ως ένα απλό πολιτικό παιγνίδι, ως μέσο μικροπολιτική αντιπαράθεσης και αδιαφορούσαμε για αυτό που συντελείται φανερά ή αδηλα, χωρίς εμάς αλλά για μας. Μπορεί η διαδικασία της αναθεώρησης να εντάσσεται και αυτή στην άσκηση κομματικής ή κυβερνητικής και αντικυβερνητικής πολιτικής, εξυπηρετεί όμως σκοπούς ευρύτερους και υπέρτατους που αφορούν συνολικά την πολιτική κοινωνία, δηλαδή όλους μας και όχι μόνον τους ομοϊδεάτες κομματικούς ψηφοφόρους.

Θα πρέπει, επιτέλους, να γίνει αντιληπτό ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος, όταν δεν είναι προϊόν επαναστάσεων ή πραξικοπημάτων και δεν είναι η κατάληξη πολιτικής κρίσης ή ενός συμπαγούς και διευρυμένου μεταρρυθμιστικού πολιτικού ρεύμταος, αλλά επιχειρείται στα “κρύα”, δεν μπορεί, στο πλαίσιο μιας σύγχρονης πλουραλιστικής δημοκρατίας, να είναι δημιούργημα μιας μόνο θέλησης – της κυρίαρχης ή της εκάστοτε πλειοψηφούσας- ή ενός μόνο πολιτικού υποκειμένου, αλλά προϊόν διϋποκειμενικής συνεννέοσης, ευρύτατης πολιτικής συζήτησης και ώριμης σκέψης. Υπό τις παρούσες συνθήκες η αναθεώρηση θα πρέπει να είναι η κατάληση και όχι η αφετηρία μιας αναθεωρητική διαδικασίας. Να καταγράφει τη συμφωνία ή τη σύμπτωση ή έστω την ευρύτερη δυνατή συναίνεση σε καίριας σημασίας θέματα του πολιτειακού βίου και των πολιτικών κομμάτων, των δικαιωμάτων, των δημοσίων οργανισμών, του κράτους και του πολιτεύματος και κυρίως, του πελατεικού συστήματος, της σταυροδοσίας, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της χρηματοδότησης των κομματων, του εκλογικού συστήματος κ.α..

Η αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι άρα και δεν επιτρέπεται να γίνει υπόθεση ενός μόνο κόμματος, μιας μόνο θέλησης, μιας κυβερνητικής επιτροπής ή μιας αφανούς επιτροπής σοφών. Βρίσκεται εκτός του πεδίου εφαρμογής του διαδικαστικού κανόνα της πλειοψηφίας, και υπόκειται στη βάσανο των συναινετικών διαδικασιών. Επειδή το Σύνταγμα καθορίζει τους κανόνες του πολιτικού ανταγωνισμού και τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτειακού βίου χρειάζεται, για να έχει ουσιαστική επίδραση στην πολιτική ζωή και αποτελεσματική εφαρμογή, να πείθει για την αξία του και την καθολικότητά του. Χρειάζεται δηλαδή να γίνεται γενικότερα αποδεκτό και για να γίνει κοινά αποδεκτό πρέπει να καταγράφει και διαδικαστικά και ουσιαστικά την κοινή περί του πολιτεύματος και της δημοκρατίας αντίληψη. Κυρίως όμως να καλλιεργεί ή να διαπαιδαγωγεί έμμεσα στους πολίτες και στους κυβερνώντες το δημοκρατικό πολιτικό ήθος και βέβαια την συνείδηση ότι η διαχρονική και μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος ή του κοινού καλού είναι ο αφανής αλλα αμετάθετος στόχος της. Η τήρηση, επομένως, κάποιων στοιχειωδών διαδικαστικών προϋποθέσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος δεν είναι απλώς απαίτηση μόνο διαδικαστική, αλλά μοναδική εγγύηση για ουσιαστική και αποτελεσματική συνταγματική αναθεώρηση.

Τα Συντάγματα όταν αναθεωρούνται συχνά και βιαστικά καταγράφοντας απλώς τη συνταγματική βούληση της εκάστοτε κυρίαρχης πολιτικά βούλησης κινδυνεύουν να χάσουν το κύρος τους και την αποτελσματική ισχύ τους. Ο αυστηρός χαρακτήρας των ελληνικών Συνταγμάτων – η δύσκολη διαδικασία αναθεώρησής τους- δεν αποτελεί ένα απλό διαδικαστικό μέγεθος, αλλά μια εγγύηση συναινετικής δημοκρατίας, μια εγγύηση τηρήσεως του Συντάγματος και σεβασμού των θεμελιωδών αρχών και αξιών της κοινωνικής συμβίωσης.

Για το λόγο αυτό εκλαμβάνω τις κομματικές εξαγγελίες για επικείμενη ανθεώρηση ως απλές προτάσεις για την έναρξη μια σοβαρής συζήτησης και ενός υπέυθυνου και οργανωμένου διαλόγου γύρω από τη λειτουργία και την οργάνωση των συνταγματικών θεσμών. Γι’ αυτό και, επειδή σέβομαι τη διαδικασία της αναθεώρησης, επιφυλάσσομαι να καταθέσω αναλυτικά τις ιδέες μου για το περιεχόμενο της αναθεώρησης σε άλλο χώρο, με άλλη ευκαιρία.

Σημασία δεν έχει, άλλωστε, τόση, αν θα γίνει ή δεν θα γίνει η αναθεώρηση, αλλά τί είδους αναθεώρηση και με ποιό περιεχόμενο θα έχουμε. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, της πλαδαρότητας του εγχειρήματος ότι στις προτάσεις για την αναθεώρηση δεν υπάρχει κεντρική ιδέα που να τις διατρέχει, βασικός άξονας ή στόχος που να τις καθοδηγεί. Διερωτώμαι, γι’ αυτό, μήπως ορισμένα κόμματα χρησιμοποιούν την αναθεώρηση ως δικαιολογία ή ως άλλοθι της ανικανότητας τους ή της αδυναμίας τους να βρούν πραγματικές και εφικτές λύσεις στα πολιτικά αδιέξοδα που έχουν δημιουργηθεί. Με την εξαγγελία της συνταγματικής αναθεώρησης μεταθέτουν απλώς το πρόβλημα σε ένα άλλο, σε ένα νομικό και συμβολικό μαζί επίπεδο, καλλιεργώντας φρούδες ελπίδες και απατηλές προσδοκίες. Η αναθεώρηση αποτελεί την ιδεαλιστική διαφυγή από την πικρή και δύσμορφη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα.

Αν αποφασιζόταν, εν πάση περιπτώσει, η αναθεώρηση θα είχε νόημα μόνο αν βρισκόταν τρόπος να διατυπωθούν συνταγματικοί κανόνες που να αφορούν στο προμηθετεύς και εργολάβοι του δημοσίου. Η αόρατη σχέση πολιτικής σύγχρονο πλέγμα εξουσίας, εκεί που εδρεύει πραγματικά η πολιτική κυριαρχία και που απαρτίζεται από το τρίπτυχο κόμματα- τηλεπτικά μέσα εξουσίας και χρήματος πρέπει και αυτή -αν και παραδοσιακά δεν ανήκει στην ύλη του Συντάγματος- να γίνει αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης με τη διατύπωση ορισμένων θεμελιωδών αρχών που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία και τις σχέσεις πολιτικής και αγοράς.

Το αόρατο μεν, φοβερό δε, αυτό σύπλεγμα εξουσίασης θα πρέπει να μπορεί να υποταχθεί σε διαφανείς, αντικειμενικους και ελέγξιμους κανόνες λειτουργίας, να υπαχθεί σε κάποιο έλεγχο. Αυτό ομως προϋποθέτει όχι μόνον πολιτική βούληση ή πολιτική τόλμη αλλά και φαντασία, ικανότητες σχεδιασμού, γνώση και μελέτη του σύνθετου και πολύπλοκου αυτού φαινομένου. Αν τα κυβερνητικά κόμματα δεν θέλουν ή δεν μπορούν ή δεν ξέρουν πως θα υποτάξουν και να πειθαρχήσουν τον αχαλίνωτο τηλεοπτικό ανταγωνισμό και τις άνομες δραστηριότητες ή την αθέμιτη κυκλοφορία του πολιτικού χτήματος» μεταξύ κομμάτων, πολιτευτών και «άνομης αγοράς», πως θα μπορέσουν να εξυγειάνουν την πολιτική μας ζωή και να αντιστρέψουν την χρόνια τάση του εκφυλισμού και της παρακμής του πολιτικού μας συστήματος;

Η συνταγματική ενασχόληση με τις αρμοδιότητες του Προέδρου της δημοκρατίας και την οργάνωση και λειτουργία της Βουλής είναι χρήσιμη και ίσως και αναγαία δεν αγγίζει όμως την καρδιά του πολιτικού μας προβλήματος και άρα παρουσιάζει περιορισμένο πολιτικό ενδιαφέρον και δευτερεύουσα θεσμική σημασία.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

eleven − 8 =