Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης: 30 χρόνια μετά.

Βασίλειος Σκουρής, πρ. Πρόεδρος Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Είναι ασφαλώς λυπηρό το γεγονός ότι παρά την πάροδο 30 ετών από την πρώτη δημόσια εκδήλωση της ΕΝΟΒΕ το θέμα που είχε επιλεγεί το 1987 παραμένει δυστυχώς επίκαιρο. Τότε την αφορμή για τον ορισμό του είχαν δώσει προβλήματα μάλλον τοπικά, καθώς είχαν παρατηρηθεί φαινόμενα που έθεταν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης στην πόλη μας. Σήμερα η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά και συνολικά, οι επιθέσεις κατά της δικαιοσύνης βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και οι δικαστές έχουν την αίσθηση – αν όχι τη βεβαιότητα – ότι στοχοποιούνται. Η δε ανεξαρτησία της δικαιοσύνης απασχολεί τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σχεδόν καθημερινά και αποτελεί σημείο σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων. Παράγοντες του δημόσιου βίου διακηρύσσουν σε υψηλούς τόνους είτε ότι έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη, είτε καταγγέλλουν πολιτικές παρεμβάσεις στη λειτουργία της, ανάλογα με το υπό συζήτηση θέμα, τη θέση, την οποία κατέχουν, ή την παράταξη, στην οποία ανήκουν..

Ο έντονος αυτός δημόσιος διάλογος, και αν ακόμη δεχθούμε ότι δεν υπαγορεύεται από γνήσιο ενδιαφέρον για βελτίωση της σημερινής κατάστασης, αποδεικνύει πάντως ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης διέρχεται σοβαρή κρίση αξιοπιστίας και τελεί υπό συνεχή αμφισβήτηση, με αποτέλεσμα η δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από τους πολίτες και η ίδια να αισθάνεται ότι απειλείται από τις ενέργειες της πολιτικής εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως φαίνεται να επικρατεί η πεποίθης η στην κοινή γνώμη ότι η κρίση αυτή είναι προεχόντως θεσμική, ότι δηλαδή οφείλεται στην ανεπάρκεια των θεσμικών εγγυήσεων που προορίζονται να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για να αντιμετωπισθεί είναι μέσω νομοθετικών πρωτοβουλιών και μεταρρυθμίσεων του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου.

Ποια είναι όμως τα αίτια για την κρίση αξιοπιστίας που περιβάλλει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και μέσω αυτής το δικαιοδοτικό σύστημα ενγένει? Υπάρχει πράγματι έλλειμμα επαρκούς και κατάλληλου νομοθετικού πλαισίου? Συνιστούν η κρίση αξιοπιστίας και οι αλλοιώσεις της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν με θεσμικές παρεμβάσεις?

Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά χρειάζεται να υπενθυμίσουμε τα θεωρητικά θεμέλια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και τα βασικά εννοιολογικά της χαρακτηριστικά. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι στενά συνυφασμένη με τις αλληλένδετες αρχές του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών. Αφενός, η κρατική εξουσία στο σύνολό της πρέπει να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους, αλλά και να υπόκειται σε πλήρη και αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο. Αφετέρου, η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική λειτουργία οφείλουν να είναι διακριτές και να ασκούνται από διαφορετικά όργανα της πολιτείας.

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ήδη και μόνο με την καθιέρωση διακεκριμένης δικαστικής λειτουργίας στο άρθρο 26 του Συντάγματος σηματοδοτείται και η ανεξαρτησία  της. Σύμφωνα με το άρθρο 26 η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια και οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού. Ωστόσο η απλή, τυπική και γενική διάκριση των εξουσιών δεν τακτοποιεί, ούτε οριοθετεί τις μεταξύ τους σχέσεις. Το πλέγμα των έννομων σχέσεων μεταξύ των τριών κλασικών κρατικών λειτουργιών με τις τριβές, τις διασταυρώσεις, τις επικαλύψεις και τις αλληλεπιδράσεις τους είναι στο σύγχρονο κράτος τόσο πολυσχιδές και πολύπλοκο, ώστε οι λιτοί κανόνες του άρθρου 26 του Συντάγματος να μην αποτελούν παρά μια αφετηρία.

Επιπλέον, η ανεξαρτησία της δικαστικής λειτουργίας δεν εξαντλείται στη γενική και αφηρημένη έννοια της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης ως συστήματος δικαιοδοτικών μηχανισμών. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης είναι όρος άγνωστος στο Σύνταγμα. Οι διατάξεις του Συντάγματος αναγνωρίζουν, θεσπίζουν και επιχειρούν να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ανεξαρτησία των δικαστηρίων. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν αναφέρεται, ούτε κατοχυρώνεται σε συγκεκριμένη διάταξη, οπότε και υπό την προσωπική και υπό τη λειτουργική της μορφή η ανεξαρτησία ανήκει λοιπόν κατά το Σύνταγμα στους δικαστές και όχι στη δικαιοσύνη.

Η λειτουργική ανεξαρτησία σχετίζεται με τον τρόπο, με τον οποίο οι δικαστές καλούνται να επιτελέσουν τα δικαστικά τους καθήκοντα. Πυλώνες της ανεξαρτησίας υπό τη λειτουργική της εκδοχή είναι αφενός η υποχρέωση των δικαστών να μην εφαρμόζουν νόμους, οι οποίοι αντίκεινται στο Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 Σ) και αφετέρου η πρόβλεψη ότι οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και τους νόμους (άρθρο 87 παρ. 2 Σ).  Ο δικαστής πρέπει να απονέμει δικαιοσύνη, βασιζόμενος αποκλειστικά στο Σύνταγμα, τους νόμους και τη συνείδησή του, χωρίς να υποκύπτει σε πιέσεις ή να δέχεται οδηγίες από άλλα κρατικά όργανα ή ιεραρχικώς ανώτερα δικαστήρια. Ακόμη ο δικαστής οφείλει να αγνοεί υποδείξεις που προέρχονται από άλλες πηγές, όπως είναι διάφοροι πολιτικοί οργανισμοί και πολιτικές δυνάμεις, κοινωνικές ομάδες, μη κυβερνητικές οργανώσεις, μέσα μαζικής ενημέρωσης, σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης.

Με τον όρο προσωπική ανεξαρτησία αναφερόμαστε στον ίδιο τον δικαστικό λειτουργό και εξετάζουμε την προσωπική του κατάσταση και εξέλιξη. Η προσωπική ανεξαρτησία εξασφαλίζεται μέσω εγγυήσεων σχετικών με τις διαδικασίες επιλογής και διορισμού των δικαστών, τη διάρκεια της θητείας τους, τα ασυμβίβαστα, τις προαγωγές και μεταθέσεις, την επιθεώρηση των δικαστών, την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων, τη μισθολογική κατάσταση κ.ο.κ. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι οι συνταγματικές εγγυήσεις είναι πολλαπλές. Προέχουν ο αδιάβλητος, βάσει προσόντων και μετά από διαγωνισμό και τη φοίτηση στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, διορισμός των δικαστών, η ισοβιότητά τους, η ανάθεση της επιθεώρησης των δικαστών αποκλειστικά σε συναδέλφους τους ανώτερου βαθμού, η επιφύλαξη στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του εκάστοτε δικαιοδοτικού κλάδου κάθε απόφασης σχετικής με την υπηρεσιακή εξέλιξη των δικαστών καθώς και η ανάθεση του πειθαρχικού ελέγχου των δικαστών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια που αποτελούνται μόνο από δικαστές. Ήδη τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι αυτό που χαρακτηρίζει το καθεστώς προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών είναι η ευρύτατη αυτοδιοίκηση της δικαιοσύνης, δηλαδή η ρύθμιση της προσωπικής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών από όργανα αμιγώς δικαστικά χωρίς την παρεμβολή φορέων της νομοθετικής και ιδίως της εκτελεστικής εξουσίας.

Από τη συνοπτική αυτή αναφορά των συνταγματικών εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας προκύπτει ότι το θεσμικό πλαίσιο είναι πυκνό και επαρκές. Οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι διεξοδικές και σαφείς και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Δημοκρατία διαθέτει ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα αυτοδιοίκησης της δικαιοσύνης. Γιατί τότε είναι διάχυτη η αντίληψη ότι η δικαστική ανεξαρτησία βρίσκεται σε διαρκή κρίση?

Εδώ είναι αλήθεια ότι ορισμένες συνταγματικές επιλογές έχουν υποστεί σκληρή κριτική και η ρύθμιση που αποτελεί εξαρχής αντικείμενο έντονου προβληματισμού είναι το ά. 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει ότι η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων πραγματοποιείται με π.δ. μετά από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, μεταξύ όμως των δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν ήδη στα δικαστήρια αυτά, όπου έχουν προαχθεί από τους συναδέλφους τους. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι τον αποφασιστικό λόγο έχει εδώ η Κυβέρνηση, πράγμα που έχει προκαλέσει σειρά προτάσεων με στόχο τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Υπουργικού Συμβουλίου, όπως η ανάδειξη των προεδρείων κατ΄ αρχαιότητα ή με κλήρωση μεταξύ των ανώτατων δικαστικών, η εκλογή με μυστική ψηφοφορία από την ολομέλεια του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, η σύσταση ειδικού εκλεκτορικού σώματος με πλειοψηφία δικαστών, αλλά και με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών και δικηγόρων. Πριν μερικά χρόνια προβλέφθηκε η σύνταξη καταλόγου εκλόγιμων ή εκλέξιμων δικαστών από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και η αποστολή του στη Βουλή για γνωμοδότηση.

Στο σημείο αυτό θέλω να κάνω δύο παρατηρήσεις. Η πρώτη είναι ότι φαίνεται δύσκολο να καταργηθεί κάθε ανάμιξη της Κυβέρνησης ή της Βουλής στην ανάδειξη της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, διότι τότε θα εξέλιπε και ο τελευταίος κρίκος που συνδέει τη δικαστική λειτουργία με τη λαϊκή κυριαρχία. Ας μη λησμονούμε ότι κατά το θεμελιώδες άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος «όλες οι εξουσίες – άρα και η δικαστική –  πηγάζουν από το Λαό… και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Συνεπώς επιβάλλεται μία – έστω και χαλαρή – δημοκρατική νομιμοποίηση της δικαστικής εξουσίας που παρέχεται σήμερα μέσω της διαδικασίας  διορισμού της ηγεσίας της.  Κατά δεύτερο λόγο είναι υπερβολικός και υποτιμητικός ο ισχυρισμός ότι ο υφιστάμενος τρόπος επιλογής στην κορυφή της δικαιοσύνης προκαλεί από μόνος του τέτοιο βαθμό εξάρτησης από την Κυβέρνηση, ώστε να θίγεται το κύρος και να επηρεάζεται η αξιοπιστία της δικαιοσύνης συνολικά. Αν οι θεσμικές εγγυήσεις δεν επαρκούν και εφόσον – όπως βασίμως υποστηρίζεται – οι επιλογές της ηγεσίας της δικαιοσύνης συχνά δεν γίνονται με αξιοκρατικά, αλλά με πολιτικά κριτήρια, τότε δεν έχουν αποτύχει οι θεσμοί, αλλά αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων οι επιλέγοντες και οι επιλεγόμενοι. Και επιλέγοντες εδώ δεν είναι μόνο τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, αλλά και τα μέλη των ανώτατων δικαστικών συμβουλίων που έχουν προηγουμένως προαγάγει μέτριους λειτουργούς της δικαιοσύνης στο ΣτΕ, τον ΑΠ ή το ΕΣ.

Πρόσφατα μία νέα φρασεολογία εισήλθε στον δημόσιο διάλογο, καθώς από επίσημα κυβερνητικά χείλη προβάλλεται η επιθυμία ή απαίτηση οι δικαστικές αποφάσεις να αντανακλούν το λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα. Τι σημαίνει ακριβώς αυτό? Ποιος εκφράζει αυτό το αίσθημα και τι συμβαίνει αν υπάρχουν υπόνοιες ή ακόμη και βάσιμες ενδείξεις δυσαρμονίας μεταξύ του αισθήματος και της απόφασης? Θα επικρατήσει το αίσθημα ή θα κατισχύσει η απόφαση? Στην πραγματικότητα η απάντηση είναι απλή. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν έχει καμία θέση στη συζήτηση για τη δικαιοσύνη, η επίκλησή του γίνεται εκ του πονηρού και με σκοπό να μετριάσει ή και να εξουδετερώσει τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης, η δε ενδεχόμενη επικράτησή του απειλεί καίρια την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, καθώς την καλεί να αφουγκράζεται την κοινωνία και να συντονίζει τις ενέργειές της με την εικαζόμενη βούληση μίας θολής πλειοψηφίας. Η ορθή δικανική κρίση δεν συμβαδίζει αναγκαστικά με τις όποιες πλειοψηφίες διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη, αλλά οφείλει να προστατεύει και τα δικαιώματα των ολίγων έναντι των πολλών. Οι δικαστές δεν ακολουθούν τις ευμετάβλητες πλειοψηφίες της κοινής γνώμης, αλλά το Σύνταγμα και τους νόμους.

Στην ίδια παραπλανητική κατεύθυνση κινείται το απλοϊκό ερώτημα αν οι δικαστικές αποφάσεις επιδέχονται κριτική και, εφόσον η απάντηση είναι – και δεν μπορεί παρά να είναι – θετική, να ασκείται κριτική από κυβερνητικά στελέχη, που επικαλούνται ένα αναφαίρετο – προφανώς ατομικό – δικαίωμά τους. Όσοι προβάλλουν τέτοιου είδους επιχειρήματα, έχοντας την ιδιότητα των φορέων εκτελεστικής εξουσίας, αγνοούν ότι οφείλουν σεβασμό στη θεμελιώδη για το πολίτευμά μας διάκριση των εξουσιών και συνεπώς δεν δικαιούνται να σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις. Το συνταγματικό καθήκον τους είναι να σιωπούν, να συμμορφώνονται σ΄αυτές και να τις εκτελούν. Άλλωστε η δεσμευτικότητα, με άλλες λέξεις το δεδικασμένο που παράγουν οι δικαστικές αποφάσεις αναδεικνύεται στην ορθή του διάσταση, κυρίως όταν οι δεσμευόμενοι φορείς δεν συμφωνούν με τη δικανική κρίση, την οποία καλούνται να εφαρμόσουν. Επομένως, η διαρκώς επαναλαμβανόμενη φράση ότι οι αποφάσεις της δικαιοσύνης είναι σεβαστές, αλλά δεν είναι υπεράνω κριτικής, είναι περιττή και ανακριβής, διότι οι δικαστικές αποφάσεις είναι υπεράνω κυβερνητικής ή άλλης κρατικής κριτικής. Η δε παραπομπή στον καθόλα θεμιτό επιστημονικό σχολιασμό δεν έχει εδώ καμία θέση, συγκρίνει εντελώς ανόμοια πράγματα και ασφαλώς δεν δικαιολογεί χαρακτηρισμούς περί δικαστικού πραξικοπήματος, που συντελέσθηκε δήθεν με την απόφαση του ΣτΕ  για την αντισυνταγματικότητα του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες.

Υπάρχει όμως δυστυχώς και η άλλη πλευρά, δηλαδή η υπονόμευση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης που οφείλεται σε ενέργειες των δικών της οργάνων. Έτσι η πρόταση για αύξηση του ορίου ηλικίας των ανώτατων δικαστών, και μάλιστα με το πρόσχημα της δήθεν επιβαλλόμενης από το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο απόλυτης απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ηλικίας, και μάλιστα κατά προφανή παραβίαση του Συντάγματος, και μάλιστα με την επίσημη εισαγωγή της προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μόνο θλίψη μπορεί να προκαλέσει. Και ας μην αρκεσθούμε εδώ στο κατά πλειοψηφία απορριπτικό αποτέλεσμα της σχετικής πρότασης στην Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου – το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι τα κατεξοχήν επιφορτισμένα με την πιστή τήρηση του Συντάγματος όργανα έθεσαν το ζήτημα, προκαλώντας κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Χρειάζεται λοιπόν αυτοσυγκράτηση από τα όργανα της πολιτείας, όταν σχολιάζουν δικαστικές αποφάσεις, η έκφραση οποιασδήποτε διαφωνίας δεν ανήκει στις αρμοδιότητές τους, αλλά χρειάζεται και απόλυτη προσήλωση των φορέων της δικαστικής εξουσίας στην κρίσιμη για τους πολίτες αποστολή τους με τον απόλυτο σεβασμό του Συντάγματος και των νόμων χωρίς παρεκκλίσεις και εκπτώσεις. Πρώτοι οι δικαστές έχουν το ύψιστο καθήκον να διαφυλάξουν το κύρος της δικαιοσύνης. Αλλά και όλοι εμείς οφείλουμε να τους στηρίξουμε  στο δύσκολο έργο που επιτελούν υπό άκρως δυσμενείς συνθήκες, στηλιτεύοντας τις άδικες επιθέσεις που δέχονται από την πολιτική εξουσία.

ΕΝΟΒΕ, 13 Οκτωβρίου 2017

 

Σχετικό Περιεχόμενο