Η τύχη της αναθεώρησης

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Υπό το ισχύον αναθεωρητικό σύστημα, το οποίο προβλέπει τη σύμπραξη  δύο διαδοχικών Βουλών στην αναθεωρητική διαδικασία, η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, εκτός εάν είναι μικρή και ασήμαντη, χωρίς κρίσιμο πολιτικό διακύβευμα. Και τούτο, ανεξάρτητα αν γίνει δεκτή η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 110 Συντ., σύμφωνα με την οποία στην πρώτη Βουλή ανήκει ο προσδιορισμός του αντικειμένου της αναθεώρησης και στη δεύτερη η διαμόρφωση του περιεχομένου της, ή η «αντιγραμματική» και εν τίνι τρόπω ελευθεριάζουσα ερμηνεία του, σύμφωνα με την οποία οι υποδείξεις ή οι επιθυμίες της πρώτης Βουλής, όσον αφορά το περιεχόμενο της αναθεώρησης, δεσμεύουν την αναθεωρητική απόφαση της δεύτερης. Διότι, υπό την πρώτη εκδοχή, το ενδεχόμενο μεταβολής των συσχετισμών των πολιτικο-κοινοβουλευτικών δυνάμεων στη δεύτερη Βουλή, λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ανάληψη σημαντικών αναθεωρητικών πρωτοβουλιών, αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην πρώτη Βουλή δεν θεωρεί σχεδόν βέβαιη την επικράτησή της στις παρεμβαλλόμενες βουλευτικές εκλογές. Ενώ, υπό τη δεύτερη εκδοχή, δηλαδή αν γίνει δεκτό ότι καθοριστική για την αναθεώρηση είναι η πολιτική βούληση της πρώτης Βουλής, η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία στη δεύτερη Βουλή, εφόσον δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο που έχουν προσλάβει οι αναθεωρητέες διατάξεις, το πιθανότερο είναι ότι θα απορρίψει την πρόταση αναθεώρησης στο σύνολό της, ή δεν θα επιληφθεί καν, αφήνοντας να περάσει άπρακτη η πρώτη σύνοδος της Βουλής, ώστε να ματαιωθεί η αναθεώρηση.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν με έναν τρόπο: αν οι πολιτικές δυνάμεις αποδέχονταν τη θεμελιώδη πολιτική αρχή, που θα πρέπει να βρίσκεται στη βάση κάθε αναθεωρητικού εγχειρήματος, ότι quod omnes tangit ab omnibus comprobari debet: αυτό που αφορά όλους θα πρέπει να εγκρίνεται από όλους.

Κατά βάθος αυτό θέλει και το άρθρο 110 Συντ.: αν όχι την επιδίωξη ομοφωνίας, τουλάχιστον τη μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Αυτό πρακτικά μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη μέθοδο της αναθεώρησης του 2001, δηλαδή με την ενσωμάτωση στην αναθεωρητική απόφαση της πρώτης Βουλής προτάσεων σχετικά με το αντικείμενο της αναθεώρησης προερχόμενων όχι μόνο από την πλειοψηφία αλλά και τη μειοψηφία (π.χ. όχι μόνο το άρθρο 3 αλλά και το άρθρο 16), με πολιτική συμφωνία για την κατεύθυνση της μεταβολής και καλή πίστη ότι στη δεύτερη Βουλή θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα. Κατά τη γνώμη μου τέτοιες συμφωνίες μπορούν να υπάρξουν σε πολλά θέματα: στο πεδίο των σχέσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, αν αποφασιστεί ότι το ζητούμενο είναι η πληρέστερη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, στο πεδίο του εκλογικού συστήματος, αν η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αρκεστεί στην πρόταση για κατοχύρωση του αναλογικού εκλογικού συστήματος χωρίς την περαιτέρω συνταγματική εξειδίκευσή του, στο ζήτημα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, αν η αποσύνδεσή της από τη διάλυση της Βουλής δεν περιλαμβάνει το ενδεχόμενο της άμεσης εκλογής του από το εκλογικό σώμα, ακόμη και στο άρθρο 16, αν υιοθετηθεί η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για ίδρυση μη κρατικών-μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ή και σε άλλα θέματα που δεν περιλαμβάνονται μέχρι τώρα στις προτάσεις αναθεώρησης, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα της άμυνας της δημοκρατίας απέναντι στα αντιδημοκρατικά πολιτικά κόμματα.

Αλλιώς καμία πρόταση για αναθεώρηση δεν θα συγκεντρώσει ευρεία πλειοψηφία (180 τουλάχιστον βουλευτών), και το πιθανότερο είναι να μην συγκεντρωθεί τέτοια πλειοψηφία ούτε στην επόμενη Βουλή ή ακόμα και να περάσει άπρακτη η προθεσμία για την αναθεωρητική απόφαση.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ”, 5/6.01.2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

six + 15 =