Αλλοίωση του κοινοβουλευτικού συστήματος

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Το κοινοβουλευτικό σύστημα, δηλαδή κυρίως η ανάδειξη της Κυβέρνησης και η λειτουργία της Βουλής, στηρίζεται στη λεγόμενη “αρχή της δεδηλωμένης”. Πρόκειται για ένα (μαχητό) τεκμήριο που προϋποθέτει τη λειτουργία οργανωμένων κομμάτων και την -καταρχήν- πειθαρχία των μελών της κοινοβουλευτικής τους ομάδας (Κ.Ο.) και επιτρέπει να «προβλέψουμε» ευλόγως και θεμιτά την πολιτική συμπεριφορά των βουλευτών, με κριτήριο τη στήριξη ή μη της Κυβέρνησης από το κόμμα στο οποίο ανήκουν. Η κοινοβουλευτική αρχή λειτούργησε στη μεταπολίτευση υποδειγματικά, ανεξάρτητα από επιμέρους πολιτικές απρέπειες. Το βασικό θεμέλιό της, σε όλες τις λογικο-χρονικές εκφάνσεις της, δηλαδή, τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής προς την Κυβέρνηση, δεν το υπέσκαψε κανείς. Κανείς μέχρι προχθές.

Προχθές, έξι βουλευτές, προερχόμενοι από κόμματα της αντιπολίτευσης, δεσμεύτηκαν, με επιστολές τους, να υπερψηφίζουν όλα τα νομοσχέδια που προτείνει η Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια του βίου της, χωρίς πάντως να ενταχθούν στην Κ.Ο. του κυβερνώντος κόμματος, κατ’ άρθρο 16§5 Κανονισμού της Βουλής (ΚτΒ). Αυτό, παρότι κοινοβουλευτικά ασύνηθες, δεν θα ήταν συνταγματικά προβληματικό, αν δύο εξ αυτών (οι κκ Ζουράρις και Παπαχριστόπουλος) δεν ανήκαν στην Κ.Ο. του αντιπολιτευόμενου, πλέον, κόμματος, των ΑΝΕΛ. Οι δηλωσίες αλλά και το Προεδρείο, που απεδέχθη τις δηλώσεις αυτές, απέβλεπαν, αφενός, στην αποφυγή ονομαστικών ψηφοφοριών, απαραίτητων πλέον, ελλείψει δεδηλωμένης με βάση τη σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων, για να αποδεικνύεται η υπερψήφιση ενός νομοσχεδίου, αφετέρου στη διατήρηση εκ μέρους των ΑΝΕΛ και του αρχηγού τους του στάτους Κ.Ο., και της προνομιακής μεταχείρισης που αυτό συνεπάγεται.

Και δεν τίθενται απλώς ερωτήματα λειτουργικής φύσης, όπως, πχ. από ποιον θα εκπροσωπούνται οι δύο αυτοί βουλευτές, από τον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής τους Ομάδας (όπως ορίζει το άρθρο 17 ΚτΒ) ή από τον Πρόεδρο της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ με την οποία θα υπερψηφίζουν τα νομοσχέδια, ωσεί παρόντες. Κυρίως τίθενται ερωτήματα συνταγματικής τάξης, καθώς σχηματίζεται έτσι μία νέα, άγνωστη για το Σύνταγμα έννοια, κάτι σαν «οι συνεργαζόμενοι δηλωσίες βουλευτές». Η αριθμητική του κοινοβουλευτισμού και της δεδηλωμένης αλλοιώνεται, εφόσον οι δύο βουλευτές προσμετρώνται διπλά, και στη συμπολίτευση και στην αντιπολίτευση. Ωσάν η Βουλή να έχει 302 αντί για 300 βουλευτές. Οι έννοιες “κοινοβουλευτική ομάδα” και “κοινοβουλευτική δύναμη” του κόμματος, ωστόσο, στις οποίες στηρίζεται το Σύνταγμα και ο ΚτΒ, είναι έννοιες συνταγματικές, όχι απλώς ηθικοπολιτικές. Γι αυτό και η παράκαμψή τους κατά τη λειτουργία της Βουλής δεν συνιστά απλώς έναν ακόμη ευτελισμό των θεσμών εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά, διαφορετικής τάξης και υφής, καταδολίευση του ίδιου του Συντάγματος, μία συνεχή δηλαδή και επαναλαμβανόμενη παραβίαση της λογικής του, και εντέλει αλλοίωση του ίδιου του κοινοβουλευτικού συστήματος.

Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 06/02/2019

Σχετικό Περιεχόμενο