Αναθεώρηση “χαμηλής πτήσης”

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

 

  1. [Τι σημαίνει σύνταγμα] Μιλούμε για την αναθεώρηση του τυπικού Συντάγματος. Πλέον όμως έχει πρωτόγνωρα διευρυνθεί η ύλη του μη τυπικού, ουσιαστικού συντάγματος, και δη του «εξωγενούς», ορθότερα υπερεθνικού, αυτού δηλαδή που εμπεριέχεται και απορρέει ιδίως από τις συνταγματικού χαρακτήρα διατάξεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου καθώς και από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ, γνωστού και ως δικαστηρίου του Στρασβούργου) βάσει της Ευρωπαϊκής Σύμβασης στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η νομολογία του Στρασβούργου -και λιγότερο αλλά παράλληλα και εκείνη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)- δημιουργεί έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο δικαιωμάτων, ο οποίος τείνει προς τη σύγκλιση και την ομογενοποίηση των διαφορετικών εθνικών εννόμων τάξεων. Και αν το ΕΔΔΑ επηρεάζει κυρίως το σύνταγμα των δικαιωμάτων, το ενωσιακό δίκαιο προσδιορίζει, αποφασιστικά, παρότι ενίοτε αδιαφανώς, τα όρια και τις αρμοδιότητες των κρατικών οργάνων (Κυβέρνησης, Βουλής, δικαστηρίων, εκλογικού σώματος). Συνεπώς, η αναθεώρηση του τυπικού Συντάγματος ενός κράτους μέλους της ΕΕ και του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν κατέχει πια, πολιτικά και κανονιστικά, το μονοπώλιο της συνταγματικής διαρρύθμισης.

 

  1. [Έλλειψη συναίνεσης για τα σημαντικά] Είναι κοινός τόπος ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας προϋποθέτει πολιτική συναίνεση και κλίμα συνδιαλλαγής μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, το οποίο έχει εδώ και μία οκταετία τορπιλιστεί από τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Συνεπώς, η συγκεκριμένη αναθεωρητική πρωτοβουλία είναι καταδικασμένη να πετύχει τα ελάχιστα, όπως φάνηκε από την πρώτη ψηφοφορία στη Βουλή. Δύο διατάξεις που αφορούν τις ‘ελίτ’ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, (ακαταδίωκτο των βουλευτών, άρθρο 62Σ και ποινική δίωξη των υπουργών, άρθρο 86 Σ), ορθώς προτείνονται για αναθεώρηση, αλλά εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο του λαϊκισμού, χωρίς να λύνουν ουσιαστικά προβλήματα. Για τα τελευταία προσπάθησε να μιλήσει η Ν.Δ. διαγιγνώσκοντας την ανάγκη να τεθεί –επιτέλους!- το κράτος στην υπηρεσία των πολιτών, να απελευθερωθούν οι δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας από τα κρατικά δεσμά (όπως για παράδειγμα με την κατάργηση του υποκριτικού κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), να επικαιροποιηθεί η συνταγματική περιβαλλοντική προστασία, να καταργηθεί η δυνατότητα διάλυσης της Βουλής από την Κυβέρνηση για εθνικό θέμα με σταθερούς εκλογικούς κύκλους και να διασφαλιστεί συνταγματικά η δημοσιονομική βιωσιμότητα. Όταν όμως η αναθεωρητική διαδικασία εργαλειοποιείται από την κυβερνητική πλειοψηφία ως προεκλογικός μηχανισμός, κάθε διάλογος είναι προσχηματικός και αποβαίνει άκαρπος.

 

  1. [θρησκεία] Ενόψει και της πρώτης παρατήρησης, κάποιες από τις προτάσεις που υπερψηφίστηκαν τουλάχιστον από την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής στη τρέχουσα διαδικασία αναθεώρησης έχουν βεβαιωτικό χαρακτήρα των μη-τυπικών μεταβολών που έχουν ήδη επέλθει μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, όπως για παράδειγμα η συσταλτική ερμηνεία της βουλευτικής ασυλίας στην έκφανσή της ως «ακαταδίωκτου» των βουλευτών (άρθρο 62 Σ, βλ σχετική απόφαση Τσαλκιτζής κ Ελλάδας του 2006). Εξίσου, βεβαιωτικό χαρακτήρα πρέπει να δεχθούμε ότι έχει και η πρόταση για ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 3 Σ και ρητή κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, καθώς η τελευταία απορρέει τόσο από το άρθρο 13 Σ και τη σχετική νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων όσο και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Έτσι, ενώ η θρησκευτική ουδετερότητα του όρκου των βουλευτών είναι ήδη κατοχυρωμένη (βλ και απόφαση Buscarini του ΕΔΔΑ, 1999, βάσει της οποίας έχει επί της ουσίας τροποποιηθεί ήδη το άρθρο 59 Σ), στον θρησκευτικό αποχρωματισμό του κράτους συνεισφέρουν θετικά οι προτάσεις για κατάργηση του θρησκευτικού αποκλειστικά όρκου των βουλευτών και του Προέδρου της Δημοκρατίας (το οποίο πρότεινε και η ΝΔ).

 

  1. [θεσμοί ‘ημι-άμεσης δημοκρατίας’] Το ελληνικό Σύνταγμα υπολείπεται σχεδόν όλων των άλλων των κρατών μελών της Ένωσης σε θεσμούς ‘άμεσης’ (ή ημι-άμεσης) δημοκρατίας. Μιλούμε κυρίως για τη δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος και το πολιτικό δικαίωμα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Η ενίσχυση των δυνατοτήτων αυτών κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος των πολιτών στη διακυβέρνηση της χώρας, με τρόπο συμβατό με το αντιπροσωπευτικό σύστημα. Ωστόσο, οι σχετικές προτάσεις πρέπει να συνοδεύονται από θεσμούς ελέγχου τυχόν κατάχρησης τέτοιων δυνατοτήτων. Δυστυχώς το αντισυνταγματικό και παράλογο δημοψήφισμα του 2015 αποδυνάμωσε την πειστικότητα των προτάσεων υπέρ των θεσμών αυτών. Απέδειξε, ταυτόχρονα, ότι απαιτείται προληπτικός έλεγχος της προκήρυξης δημοψηφίσματος, από ανεξάρτητο όργανο, για παράδειγμα δικαστικό, προκειμένου να αποτρέπονται και να αποφεύγονται ευθείες παραβιάσεις ή καταστρατηγήσεις, όπως αυτή του 2015. Ειδάλλως, οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί υποσκάπτουν, αντί να ενισχύσουν, τη δημοκρατία.

 

 

  1. [η εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας] Αν τελικά αυτή η αναθεώρηση ολοκληρωθεί από την επόμενη Βουλή, θα έχει ως κύριο αντικείμενό της την αποσύνδεση της αδυναμίας της Βουλής να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας από τη διάλυσή της, καθώς προς την κατεύθυνση αυτή συμφώνησαν τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ. Η ανάγκη αυτή της αναθεώρησης του άρθρου 32 Σ θεωρείται πλέον κοινός τόπος –με αξιόλογη πάντως αντιλογία υπέρ της διατήρησης της ισχύουσας συνταγματικής μηχανικής– αφού η κύρωση της διάλυσης είναι υπερβολική για έναν Πρόεδρο χωρίς πολιτικό ρόλο, με συμβολικές και ρυθμιστικές, ρητά εκ του Συντάγματος πάντως προβλεπόμενες αρμοδιότητες. Πέραν της κατεύθυνσης αυτής, για την οποία διαπιστώθηκε συναίνεση, το συγκεκριμένο περιεχόμενο θα αποφασιστεί από την επόμενη Βουλή, αν δηλαδή επιλεγεί, εφόσον δεν επιτευχθεί η αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η άμεση εκλογή από τον λαό ή η εκλογή με απόλυτη πλειοψηφία από τη Βουλή ή και άλλη πρόταση (π.χ. από διευρυμένο σώμα εκλεκτόρων). Η άμεση εκλογή πάντως, παρότι θα μετέτρεπε σε συγκρουσιακή τη σχετική διαδικασία –κάτι που πάντως καμιά από τις άλλες λύσεις δεν αποτρέπει αποτελεσματικά– θα ενίσχυε τη νομιμοποίηση του Προέδρου και θα του επέτρεπε να ασκήσει ουσιωδώς τις αρμοδιότητές του, ως θεσμικό αντίβαρο σε έναν υπερενισχυμένο Πρωθυπουργό.

 

  1. [Μία δυσκίνητη αναθεωρητική διαδικασία] Εντελώς εκτός συζήτησης έμεινε δυστυχώς η ίδια η αναθεωρητική διαδικασία, καθώς η σχετική πρόταση της ΝΔ για απλοποίησή της (απόλυτη πλειοψηφία στην προτείνουσα και 3/5 στην κατεξοχήν αναθεωρητική Βουλή με κατάργηση της πενταετίας αναμονής) δεν έλαβε την απαραίτητη πλειοψηφία. Έτσι, το Σύνταγμά μας παραμένει εξαιρετικά αυστηρό και η αλλαγή του επαφίεται ακόμη περισσότερο στις άδηλες και μη τυπικές μεταβολές (μέσω νομοθεσίας και νομολογίας, και από διεθνείς ή υπερεθνικές συνθήκες, όπως επισημάνθηκε). Συνεπώς, η αναθεώρηση έστω και ελάχιστων διατάξεων καθυστερεί για μία περίπου οκταετία την επόμενη προσπάθεια. Η πενταετία πάντως, με βάση το γράμμα του άρθρου 110 παρ.6 Σ, θα πρέπει να υπολογίζεται από την περάτωση της προηγούμενης και μέχρι την περάτωση, και όχι την έναρξη, χωρίς καν εχέγγυα ολοκλήρωσης, της επόμενης αναθεώρησης. Επειδή, αναθεώρηση χωρίς ολοκλήρωσή της με σχετικό Ψήφισμα της Βουλής και δημοσίευση σε ΦΕΚ του νέου κειμένου του Συντάγματος δεν υφίσταται.

 

Αναδημοσίευση από Εφημερίδα Συντακτών, Νησίδες, 8-10/3/2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

1 × one =