Αναθεώρηση του Συντάγματος: συναινέσεις και δεσμεύσεις

Νίκος Ι. Παπασπύρου, Επ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Ι. Στην εξελισσόμενη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος έχει διαμορφωθεί ευρεία συναίνεση για ορισμένα θεσμικής φύσης ζητήματα (εκλογή ΠτΔ, ποινική ευθύνη Υπουργών, βουλευτικές ασυλίες). Από την άλλη πλευρά, οι εμβληματικές προτάσεις των μεγάλων κομμάτων (θρησκευτική ουδετερότητα, ανώτατη εκπαίδευση) δεν έτυχαν αντίστοιχης αμοιβαίας αποδοχής.

Έτσι, καθίσταται εφικτή μία περιορισμένης έκτασης αναθεώρηση για την αλλαγή οργανωτικών διατάξεων που είναι λίαν προβληματικές. Αυτό είχε προτείνει σε αρθρογραφία του ο Νίκος Αλιβιζάτος και, μεταξύ άλλων, είχαμε και εμείς υποστηρίξει (επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη διαμόρφωσης κοινού τόπου και σε μείζονα ζητήματα ουσίας). Ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται διατάξεις για τις οποίες υπήρξε ώριμο αίτημα αναθεώρησης (π.χ. επιλογή προεδρείων ανωτάτων δικαστηρίων). Σε κάθε περίπτωση, η τελική έκβαση είναι άδηλη, καθώς η ολοκλήρωση της αναθεώρησης εμποδίζει την κίνηση νέας διαδικασίας για τα επόμενα πέντε έτη (το άρθρο 110 παρ. 2 επ. δεν κρίθηκε αναθεωρητέο). Έτσι, δεν αποκλείεται η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία να επιλέξει τη ματαίωση της αναθεώρησης (ιδίως εάν μπορούν να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι για την εκλογή ΠτΔ το 2020 υπό την ισχύουσα ρύθμιση).

 

ΙΙ. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη συναινέσεως στα ουσιαστικά ζητήματα επέτρεψε να αναδειχθεί ο προβληματισμός για τη δέσμευση της αναθεωρητικής Βουλής από τη Βουλή που αποφαίνεται για την ανάγκη της αναθεώρησης («πρώτη Βουλή»). Ο συνάδελφος Κώστας Γιαννακόπουλος υποστήριξε με διεισδυτική αρθρογραφία τη δέσμευση της δεύτερης Βουλής από τυχόν «κατευθύνσεις» που θα ορίσει ρητά η πρώτη σχετικά με την αναθεώρηση των επιμέρους διατάξεων. Η έκβαση της αναθεώρησης, μας λέει, δεν μπορεί να καταστεί παίγνιο των πολιτικών ανταγωνισμών. Η πρώτη Βουλή να εισηγείται την αναθεώρηση του άρθρου 3 π.χ. για την καθιέρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας, και η δεύτερη Βουλή να αναθεωρεί το ίδιο άρθρο προς καθιέρωση επισήμου θρησκείας. Σε αυτό αντιτάσσεται ότι δεν πρόκειται για παίγνιο, αλλά για προσφυγή στην εκλογική ετυμηγορία, η οποία και αξιολογεί τις προτάσεις των κομμάτων. Και, προσθέτει ο Γιώργος Δελλής, το αδέσμευτο της αναθεωρητικής Βουλής έχει λογική: πρώτον, προειδοποιεί τις πολιτικές δυνάμεις να υποστηρίξουν την αναθεωρητική διαδικασία μόνο εάν συντρέχουν όροι συναίνεσης και, δεύτερον, παρέχει αντικίνητρα στην κίνηση θνησιγενών διαδικασιών που αποσκοπούν είτε σε πολιτικό εγκλωβισμό της αντιπολίτευσης, είτε σε εγκλωβισμό της ίδιας της διαδικασίας.

 

ΙΙΙ. Η αντίληψή μου είναι ότι η απόφαση της πρώτης Βουλής δεσμεύει όχι μόνο ως προς τον αριθμητικό προσδιορισμό της προς αναθεώρηση διάταξης, αλλά και ως προς το θεματικό αντικείμενο. Καταρχήν θεωρώ αυτονόητο ότι ο ίδιος ο αριθμητικός προσδιορισμός ενέχει χαρακτήρα θεματικού προσδιορισμού – άλλως θα ήταν άνευ ουσιαστικού αντικειμένου. Πέραν όμως τούτου, η Βουλή μπορεί να προσδιορίσει ειδικότερα το θεματικό αντικείμενο. Εάν π.χ. η πρώτη Βουλή αποφασίσει την προσθήκη νέου άρθρου για ορισμένο θέμα, δεν μπορεί η δεύτερη να ρυθμίσει στο νέο άρθρο ένα άλλο, εντελώς άσχετο ζήτημα. Ομοίως, εάν μία διάταξη ρυθμίζει δύο ζητήματα (π.χ. άρθρο 16 παρ. 8 Σ, ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, ανώτατες σχολές) και αποφασισθεί η αναθεώρηση μόνο για το ένα από τα δύο, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το δεύτερο.

Ωστόσο, δεν δύναμαι να παραδεχθώ δέσμευση και ως προς την κατεύθυνση, δηλαδή ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα σκεφτεί δικαιοπολιτικά η αναθεωρητική Βουλή εντός ενός ρυθμιστέου χώρου (εκτός φυσικά από την αρνητική οριοθέτηση του άρθρου 110 παρ. 1 περί σεβασμού της βάσης και της μορφής του πολιτεύματος). Η επιφύλαξή μου δεν αφορά στη λεγόμενη πολιτική νομιμοποίηση λόγω των εκλογών. Πολιτική νομιμοποίηση έχουν και οι δύο Βουλές και η μεσολάβηση εκλογών δεν καθιστά το εκλογικό σώμα όργανο της διαδικασίας. Το αναθεωρητικό διακύβευμα αποτελεί απλά ένα από τα πολλαπλά αντικείμενα του προεκλογικού διαλόγου.

Η επιφύλαξη μου, αντίθετα, αφορά στην αυτονομία πολιτικής κρίσης κάθε Βουλής εντός του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Κάθε Βουλή έχει τη δική της πολιτική νομιμοποίηση. Το σύνταγμα βεβαίως μπορεί να δεσμεύσει τη Βουλή, η οποία είναι συντεταγμένο όργανο. Ωστόσο, δέσμευση με παραπομπή στη δικαιοπολιτική σκέψη προηγούμενης Βουλής θα συνιστούσε ουσιώδη ανατροπή της πολιτικής αυτονομίας της δεύτερης. Κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε, εκτιμώ, ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 110Σ.

Αυτές οι σκέψεις με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο θεματικός προσδιορισμός και όχι η κατεύθυνση είναι η κρίσιμη παράμετρος. Προφανώς η διάκριση είναι σχετική και η αναθεωρητική Βουλή θα ερμηνεύσει η ίδια πώς αντιλαμβάνεται το θεματικό πλαίσιο[1]. Αυτή όμως η λύση φαίνεται να σέβεται και την οικονομία της διαδικασίας και την πολιτική αυτονομία έκαστης Βουλής.

Με τις παραπάνω σκέψεις δεν αρνούμαι ότι θα εγειρόταν ζήτημα εάν η αναθεωρητική Βουλή προέβαινε σε μείζονες τροποποιήσεις και προς κατεύθυνση απρόβλεπτη και αντίθετη με το πλαίσιο στο οποίο ενήργησε η πρώτη Βουλή. Θα πρέπει όμως να πρόκειται για όλως ακραία περίπτωση, η οποία να ασεβεί εμφανώς στη συνταγματική διαδικασία. Τέτοια περίπτωση μπορεί να αντιμετωπιστεί με άλλη οπτική: Υπέρβαση των ακραίων ορίων από λαθρεπιβάτες της αναθεωρητικής διαδικασίας θα ήγειρε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας– με τις γνωστές βεβαίως επιφυλάξεις για τη λειτουργικότητα τέτοιων εννοιών στο χώρο της υψηλής πολιτικής, ασκούμενης μάλιστα από το ανώτατο όργανο του Κράτους.

 

ΙV. Τέλος, θεματικός προσδιορισμός προκύπτει και από τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος, που δεν κρίθηκαν αναθεωρητέες (όπως βεβαίως και από τις οριζόμενες στο άρθρο 110 παρ. 1 Σ). Έτσι, οι διατάξεις που δεν επιτρέπεται να αναθεωρηθούν οριοθετούν αρνητικά την εξουσία αναθεώρησης. Το εύρος της οριοθέτησης δεν είναι εύκολο να προσδιορισθεί διότι το σύνταγμα είναι συστηματικό κείμενο και περιέχει γενικές και ειδικές ρυθμίσεις. Ωστόσο, ορισμένα εμφανή όρια μπορούν να διακριθούν.

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, η Βουλή δεν όρισε αναθεωρητέα τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 (κατά την οποία ο ΠτΔ εκλέγεται από τη Bουλή για περίοδο πέντε ετών, όπως ορίζεται στα άρθρα 32 και 33). Επομένως, τυχόν αναθεώρηση του άρθρου 32 κατά το μέρος που θα θέσπιζε διαδικασία άμεσης εκλογής από το λαό θα έφερνε τις δύο διατάξεις σε ευθεία σύγκρουση[2]. Νομίζουμε ότι σε τέτοια περίπτωση η αναθεωρητική Βουλή θα υπερέβαινε την εξουσία της.

Ωστόσο, η Βουλή επίσης δεν όρισε αναθεωρητέο το άρθρο 41 παρ. 5 που προβλέπει ότι η Βουλή διαλύεται εάν δεν εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά το 32 παρ. 4. Σημαίνει αυτό ότι δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του άρθρου 32 προς την κατεύθυνση της αποσύνδεσης της εκλογής ΠτΔ από τη διάλυση της Βουλής; Νομίζουμε πως όχι, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα έχουμε ευθεία σύγκρουση διατάξεων (δεν ρυθμίζονται κατά τρόπο αντιφατικό οι έννομες συνέπειες κοινού πραγματικού). Απλά η διάταξη του 41 παρ. 5 θα στερείται δυνατότητας εφαρμογής διότι δεν θα προκύπτει το ρυθμιζόμενο στο άρθρο 32 πραγματικό. Κάτι τέτοιο εξάλλου συνέβη με το άρθρο 34 παρ. 1 (β) το οποίο δεν αναθεωρήθηκε ούτε το 1986 και ακόμη και σήμερα ρυθμίζει θέματα σχετικά με την παύση της Κυβέρνησης. Κανείς δεν διανοείται να ισχυρισθεί ότι μπορεί σήμερα να παυθεί μία Κυβέρνηση επειδή στερείται περίπτωσης εφαρμογής το εν λόγω άρθρο.

 

*Προδημοσίευση από το νομικό περιοδικό De Jure.

[1] Διακριτό είναι το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου, το οποίο δεν μπορούμε εδώ να πραγματευθούμε. Το ζητούμενο σε αυτή την προβληματική είναι εάν η κρίση της αναθεωρητικής Βουλής για το ειδικότερο θεματικό πλαίσιο που έχει τυχόν ορίσει η πρώτη Βουλή, είναι κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη.

[2] Για το πόρισμα αυτό είναι αδιάφορη η κατεύθυνση που τυχόν συνοδεύει την απόφαση, όπως επίσης είναι αδιάφοροι οι λόγοι για τους οποίους δεν έγινε δεκτή η οικεία ή άλλη πρόταση αναθεώρησης (π.χ. η πρόταση της Ν.Δ. για το άρθρο 32), ή εάν δεν υποβλήθηκε καν τέτοια πρόταση. Με την άρνηση βουλευτών να προτείνουν ή να υπερψηφίσουν ορισμένη πρόταση (που μπορεί να οφείλεται σε πολλούς λόγους) δεν δηλώνεται πολιτειακή βούληση. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει είναι μόνο τί η Βουλή ρητά αποφάνθηκε ότι χρήζει αναθεώρησης. Οι υπόλοιπες διατάξεις οριοθετούν αρνητικά την εξουσία αναθεώρησης.

Σχετικό Περιεχόμενο