Η παρακαταθήκη ενός γενναίου δικαστή

Βασιλική Χρήστου, Δρ Συνταγματικού Δικαίου, εκλ. επίκουρη καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Στις 16 Ιουλίου απεβίωσε σε ηλικία 99 ετών ο Τζον Πολ Στίβενς. Ήταν ένας από τους διαπρεπέστερους δικαστές του αμερικανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος ξεχώρισε για τις προοδευτικές, φιλελεύθερες απόψεις του.

Tο 1970 ο πρόεδρος Νίξον διόρισε στο ομοσπονδιακό εφετείο του Σικάγο τον Τζον Πολ Στίβενς, έναν μετριοπαθή Ρεπουμπλικανό νομικό. Πέντε χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Φορντ, διάδοχος του Νίξον, διόρισε τον Στίβενς στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Στίβενς κάλυψε τη θέση που είχε μείνει κενή μετά την αποχώρηση ενός άλλου θρυλικού Αμερικανού δικαστή, του Ουίλιαμ Ντάγκλας. Το 2010, σε ηλικία 90 ετών, ύστερα από θητεία τριάντα πέντε ετών, ο Στίβενς ζήτησε να συνταξιοδοτηθεί. Στη θέση του, ο πρόεδρος Ομπάμα διόρισε την Έλενα Κέιγκαν, κοσμήτορα και καθηγήτρια του Συνταγματικού Δικαίου στο Χάρβαρντ.

Η θητεία ενός ανώτατου δικαστή προσφέρεται πάντα για να επαναξιολογήσουμε ορισμένα βασικά θεσμικά ζητήματα.

Οι απόψεις του Στίβενς αναδεικνύουν μιαν αντίληψη της πολιτείας, η οποία φανερώνει προσήλωση στους οργανωμένους δημοκρατικούς θεσμούς παρά σε δημοφιλείς, αν όχι λαϊκίστικες, θέσεις. Θα επιμείνω σε τέσσερα ιδίως σημεία.

Πρώτα πρώτα, στη λογική της παράδοσης του New Deal, o Στίβενς υποστήριξε σταθερά το ομοσπονδιακό κράτος σε μια περίοδο που το Δικαστήριο είχε την τάση να υπονομεύει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδίας. Αντίθετα προς την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο τη δεκαετία του 1990, ο Στίβενς υποστήριξε ότι ανήκει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση η αρμοδιότητα τόσο να περιορίζει την οπλοκατοχή γύρω από τα σχολεία όσο και να θεσπίζει νομοθεσία για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών. Ας μην ξεχνάμε ότι, ιστορικά, η ενίσχυση των εξουσιών της Ομοσπονδίας είχε συμπέσει με την προεδρία του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία. Επίσης, οι εξουσίες της Ομοσπονδίας είχαν ενισχυθεί την περίοδο του Civil Rights Movement, δηλαδή στη δεκαετία του 1960. Για παράδειγμα, ήταν ομοσπονδιακός ο νόμος που απαγόρευσε τις διακρίσεις εις βάρος Αφροαμερικανών και ιδίως τον αποκλεισμό τους από τα εστιατόρια και τις άλλες δημόσιες υποδομές.

Δεύτερον, το 2010, ο Στίβενς, μειοψηφώντας και πάλι, τάχθηκε υπέρ των περιορισμών στην εκλογική χρηματοδότηση των υποψηφίων από ιδιωτικές εταιρείες, για να αποφευχθεί η ηγεμονία πολιτικών απόψεων που θα υποστηρίζονται από τους οικονομικά ισχυρούς. Την άποψη Στίβενς στήριξε ένθερμα και ο Ρόναλντ Ντουόρκιν.

Τρίτον, μνημειώδης υπήρξε η γνώμη που διατύπωσε ο Στίβενς, εκπροσωπώντας την πλειοψηφία του Δικαστηρίου αυτή τη φορά, στην υπόθεση Rasul vs Bush το 2004. Η υπόθεση αφορούσε τους αλλοδαπούς κρατουμένους στο Γκουαντάναμο. Κατά το Δικαστήριο, το habeas corpus, οι στοιχειώδεις δηλαδή προσωπικές ελευθερίες, εφαρμόζονται και εκτός της αμερικανικής επικράτειας, εφόσον οι ΗΠΑ ασκούν εκεί τον πλήρη έλεγχο. Με το σκεπτικό αυτό, ο Στίβενς άνοιγε προοδευτικούς δρόμους σε ζητήματα διεθνούς δικαιοσύνης, για τα οποία η Αμερική, σε αντίθεση με την Ευρώπη, παραμένει, ιδίως υπό την προεδρία Τραμπ, πολύ πίσω.

Τέταρτον, ο Στίβενς υποστήριζε σθεναρά ότι η δεύτερη τροπολογία του αμερικανικού συντάγματος, που κατοχυρώνει το περίφημο «right of the people to bear arms», αναφέρεται μόνον στο δικαίωμα ενός καλά οργανωμένου στρατού να φέρει όπλα, και όχι σε ένα ατομικό δικαίωμα στην οπλοκατοχή για την αυτοάμυνα και την προστασία της ιδιοκτησίας. Μάλιστα, έναν χρόνο πριν πεθάνει, το 2018, υποστήριξε ότι η δεύτερη τροπολογία έπρεπε να καταργηθεί.

Ένα προς ένα τα παραπάνω σημεία επιβεβαιώνουν το εξής: σε μια σειρά από θέματα, ο δικαστής Στίβενς διάλεξε τον δύσκολο δρόμο που υπαγόρευε η ορθολογική οργάνωση ενός δημοκρατικού κράτους με άξονα το συνολικό καλό, παρά την ενδυνάμωση, τάχα, του λαού χωρίς ταυτόχρονη υπαγωγή του σε διαβουλευτικές διαδικασίες.

Περαιτέρω, η θητεία του Στίβενς προσφέρεται για συμπεράσματα σχετικά με τη λειτουργία και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη διάρκεια της πολύχρονης θητείας του, όσο το Δικαστήριο προσανατολιζόταν σε πιο συντηρητικές θέσεις, τόσο μετακινείτο ο Στίβενς προς προοδευτικές επιλογές. Όταν διορίστηκε το 1975, υπηρετούσε ακόμη ένας από τους πλέον φιλελεύθερους και προοδευτικούς δικαστές της εποχής Γουόρεν, ο δικαστής Μπρέναν. Η θητεία του Στίβενς συνέπεσε ακόμη με την προεδρία του συντηρητικού δικαστή Ρένκουιστ και με την αρχή της προεδρίας του σημερινού προέδρου Ρόμπερτς. Ο δικαστής Στίβενς βρέθηκε έτσι συχνά να ηγείται της προοδευτικής πτέρυγας του Δικαστηρίου. Ενώ το 1976 στην απόφαση Gregg υποστήριξε τη θανατική ποινή, το 2002, ως εκφραστής της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, υποστήριξε ότι η θανατική ποινή δεν επιτρέπεται να εφαρμόζεται στους ψυχικά ασθενείς. Από την άλλη, το 1978 στην υπόθεση Bakke, όπου το Δικαστήριο είχε κατ’ αρχήν δεχθεί τις ποσοστώσεις υπέρ των Αφροαμερικανών φοιτητών για την είσοδό τους στα πανεπιστήμια, ο Στίβενς υποστήριξε ότι συνιστούν παραβίαση της αρχής της ισότητας. Ωστόσο, το 2003 στην υπόθεση Grutter συντάχθηκε, χωρίς δισταγμούς, με την πλειοψηφία, αποδεχόμενος τη συνταγματικότητα θετικών μέτρων (affirmative action) υπέρ των φυλετικών ομάδων για την προώθηση της διαφορετικότητας στα πανεπιστήμια. Σταθερά υποστήριζε το δικαίωμα στην άμβλωση, καθώς και τον διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας. Μάλιστα, για τον Στίβενς, η αντίληψη που τοποθετεί την έναρξη της ζωής στη στιγμή της σύλληψης αποτελεί μια θρησκευτική αντίληψη και γι’ αυτό παραβιάζει, πέρα από την αυτονομία της γυναίκας, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους.

Τι αποδεικνύει έμπρακτα η πορεία του δικαστή Στίβενς; Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ένας ζωντανός, εξελισσόμενος και ανεξάρτητος οργανισμός. Επιδρά στα άτομα που τον στελεχώνουν, αναπτύσσοντας τη δική του θεσμική δυναμική. Οι συνθήκες ανεξαρτησίας που απολαμβάνουν οι δικαστές στο Ανώτατο Δικαστήριο, όντας ισόβιοι, είναι τόσο θωρακισμένες ώστε τους επιτρέπουν να τοποθετούν τη συνείδησή τους και μόνον απέναντι σε προκλήσεις ιστορικών διαστάσεων.

Από αυτήν την άποψη, το παράδειγμα του δικαστή Στίβενς αποτελεί μια παρακαταθήκη, μια βαριά ευθύνη, αλλά και μια ζωντανή πρόκληση για το σημερινό Δικαστήριο.

Αναδημοσίευση από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής, Σάββατο, 27 Ιουλίου 2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seven − 4 =