Η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου – ex tunc ή ex nunc? Σκέψεις με αφορμή τις πρόσφατες Ολομ. ΣτΕ 1880,1888,1889,1890 και 1891/2019

Βασίλειος Ηλ. Σταματόπουλος, Δικηγόρος

Εξ αφορμής των προσφάτων[1] αλλά και των κατά τι παλαιοτέρων[2] αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ οφείλουμε να επισημάνουμε ένα μείζον, κατά τη γνώμη μας, νομικό (ταυτοχρόνως δε και λογικό) σφάλμα στο οποίο δυστυχώς έχει υποπέσει το ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο[3] ως προς ένα ειδικό μεν, πλην όμως απολύτως καίριο και με ουσιώδεις νομικές αλλά και μείζονες κοινωνικές επιπτώσεις ζήτημα, αυτό δηλ. της επιρροής ή μη του χρόνου δημοσιεύσεως των εκάστοτε αποφάσεων της Ολομελείας του ΣτΕ. Οι εν θέματι αποφάσεις εξαρτούν, κατά τρόπο συνταγματικώς απολύτως αίολο[4], τις έννομες συνέπειες της διαγνωσθείσης (από τις ίδιες αυτές αποφάσεις) αντισυνταγματικότητας ορισμένων νομοθετικών διατάξεων[5] από το χρόνο δημοσιεύσεως των εν λόγω αποφάσεων, ορίζοντας συναφώς ότι η αντισυνταγματικότητα αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ και αφορά μόνο τον μέλλοντα (της δημοσιεύσεως) χρόνο. Θέτοντας το εν λόγω ζήτημα υπό αυστηρή επιστημονική βάσανο νομικού αλλά και λογικού ελέγχου θα εντοπίσουμε τυχόν ερμηνευτικές πλημμέλειες και θα αποδείξουμε ότι η εξάρτηση αυτή (η και καταχρηστικώς καλουμένη μη αναδρομικότητα της αντισυνταγματικότητας) είναι με βάση τη Συνταγματική μας Δικαιοταξία παντελώς εσφαλμένη, επιπλέον δε προσκρούει, όπως θα αποδείξουμε, και σε στοιχειώδεις λογικές επιταγές, καθώς επίσης και σε βασικά αξιώματα της Γενικής Θεωρίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου. Ειδικότερα :

 

Το ΣτΕ, με τις εν θέματι αποφάσεις του εν Ολομελεία, διέγνωσε μεν την αντισυνταγματικότητα ορισμένων νομοθετικών διατάξεων, χωρίς όμως και να ακυρώσει τις εν θέματι διατάξεις, αρμοδιότητα άλλωστε η οποία προσνέμεται δυνάμει του άρθρου 100 του Συντάγματος μόνο στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) και πάντως υπό τις εκεί αναφερόμενες συγκεκριμένες προϋποθέσεις (άρθρο 100 παρ.1 περ. ε΄ Συντάγματος). Υπό το πρίσμα πλέον αυτό, είναι αυτονόητο ότι κανένα ζήτημα επιρροής του χρόνου δημοσιεύσεως καμίας αποφάσεως του ΣτΕ (ούτε καν της Ολομελείας) δεν μπορεί να τεθεί, αφού ακριβώς οι αποφάσεις αυτές δεν ακυρώνουν τις εν θέματι νομοθετικές διατάξεις (δικαιοδοσία την οποία εξάλλου το ΣτΕ δεν διαθέτει) αλλά απλώς διαγιγνώσκουν την αντισυνταγματικότητα τους βάσει της θεμελιώδους εξ επόψεως Συνταγματικού Δικαίου διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Με άλλα λόγια, και με βάση πάντοτε τους κανόνες της Συνταγματικής μας Δικαιοταξίας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, οσάκις, κατ΄ ενάσκηση της συνταγματικής δικαιοδοσίας του, διαγιγνώσκει την αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, οφείλει να μην τον εφαρμόζει (άρθρο 93 παρ. 4 Συντάγματος), χωρίς όμως να διαθέτει και την περαιτέρω εξουσία, ακόμα δε και εν Ολομελεία, να εξαρτά την επέλευση των όποιων συνεπειών της διαγνωσθείσης αυτής αντισυνταγματικότητας από οιοδήποτε χρονικό σημείο (και πολλώ δε μάλλον από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης), εξάρτηση που κατά το Σύνταγμά μας μόνο το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έχει την δικαιοδοσία να χαράξει (άρθρο 100 παρ.1 περ. ε΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος) λόγω ακριβώς της ιδιαζούσης θεσμικής αποστολής του, ήτοι της κηρύξεως ως ανισχύρου συγκεκριμένου (τυπικού) νόμου και δη για το σύνολο της εννόμου τάξεως. Τέτοια δηλ. εξάρτηση από το χρόνο δημοσίευσης της σχετικής δικαστικής απόφασης προβλέπεται μόνο βάσει του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος, μόνο δηλ. στην περίπτωση κήρυξης διατάξεως νόμου ως αντισυνταγματικής από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο κατά ταύτα είναι το μόνο δικαστικό όργανο το οποίο έχει κατά το Σύνταγμα την αποκλειστική δικαιοδοσία να εξαφανίζει αντισυνταγματική διάταξη νόμου από την έννομη τάξη. Τέτοια αντίστοιχη συνταγματική δικαιοδοσία δεν έχει σε καμία περίπτωση το ΣτΕ[6], οι αποφάσεις της Ολομελείας του οποίου απλώς διέγνωσαν εν προκειμένω την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των νόμων 4051/2012, 4093/2012 και προσφάτως του νόμου 4387/2016, κατ΄ εφαρμογή δηλ. του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, και φυσικά όχι του άρθρου 100 του Συντάγματος, ώστε να μπορούσε βασίμως να τεθεί τότε ζήτημα επιρροής του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως βάσει και του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος, διάταξη, εξάλλου, η οποία αφορά αποκλειστικώς και μόνο στις αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

 

Αναφορικά τώρα με το argumentum εκ της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ του π.δ. 18/1989, argumentum που προβάλλουν ως δήθεν κομβικό οι εν θέματι ολομελειακές αποφάσεις[7] προς το σκοπό ερμηνευτικής κατάφασης της δυνατότητος του ΣτΕ να περιορίζει χρονικώς τη διάγνωση της αντισυνταγματικότητας του εκάστοτε κρινόμενου τυπικού νόμου μόνο στον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως και εφεξής (ex nunc), φρονούμε ότι το ερμηνευτικό αυτό επιχείρημα είναι λίαν σαθρό, αφού εδράζεται επί μίας εσφαλμένης νομικής εξομοίωσης δύο όλως ανόμοιων και σε κάθε περίπτωση ετεροειδών περιπτώσεων. Ειδικότερον, η νομική – ερμηνευτική εξομοίωση, που επιχειρεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, της εν θέματι επίδικης περιπτώσεως, εν προκειμένω δηλ. της διαγνώσεως της αντισυνταγματικότητας νομοθετικών διατάξεων – τυπικών νόμων, με την όλως διαφορετική περίπτωση της αιτήσεως ακυρώσεως προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης[8] είναι παντελώς άστοχη. Και είναι η εξομοίωση αυτή παντελώς άστοχη καθόσον επί ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρώνει την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη (βλ. και άρθρο 50 παρ. 1 π.δ. 18/1989), ήτοι την καταργεί και την εξαφανίζει ολοσχερώς από την έννομη τάξη (εδώ όντως μπορεί να γίνει λόγος για ακυρωτικό αποτέλεσμα) και δεν περιορίζεται μόνο στο να διαγνώσει την αντισυνταγματικότητα της εκάστοτε προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και απλώς να μην την εφαρμόσει, όπως ακριβώς γίνεται στην (ένεκα του λόγου τούτου τελείως διαφορετική) περίπτωση της διάγνωσης της αντισυνταγματικότητας νομοθετικής διατάξεως κατ΄ εφαρμογήν του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Είναι προφανές ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση το Συμβούλιο της Επικρατείας ούτε ακυρώνει ούτε και καταργεί την εν θέματι διάταξη, όπως αντιθέτως γίνεται επί αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης, και φυσικά κανένας λόγος δεν μπορεί να γίνει εδώ για ακυρωτικό αποτέλεσμα[9]. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο στην περίπτωση του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος είναι απολύτως σαφές ότι το ΣτΕ δεν έχει καμία απολύτως συνταγματική (αλλά ούτε και λογική[10]) δικαιοδοσία να εξαρτά τις συνέπειες διαγνώσεως της αντισυνταγματικότητας από οιοδήποτε χρονικό σημείο, και τούτο ακριβώς διότι η αντισυνταγματικότητα μίας διατάξεως, άπαξ και διαγνωσθεί, ανατρέχει κατά απόλυτη λογική αναγκαιότητα[11] στην ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της διατάξεως αυτής. Πολλώ δε μάλλον το ΣτΕ δεν έχει καμία απολύτως εξουσία να εξαρτά τις συνέπειες της αντισυνταγματικότητας από το χρόνο δημοσιεύσεως της εκάστοτε αποφάσεώς του[12], αφού άλλωστε τέτοια εξουσία το ΣτΕ δεν έχει ούτε καν στην περίπτωση της ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης (βλ. το ρητό περιορισμό στη σαφή γραμματική διατύπωση του άρθρου 50 παρ. 3β΄ in fine[13] π.δ. 18/1989).

 

Αλλά και περαιτέρω : Το προεκτεθέν νομολογιακό argumentum εκ της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ του π.δ. 18/1989 πάσχει και για έναν ακόμα επιπρόσθετο λόγο, αφού ακόμα και στην περίπτωση αυτήν ταύτην της άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατά διοικητικής πράξης, τυχόν εκ μέρους του ΣτΕ χρονικός περιορισμός του ακυρωτικού αποτελέσματος, κατ΄ εφαρμογήν ακριβώς της προμνησθείσης διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄, δεν θίγει σε καμία περίπτωση τις αποζημιωτικές αξιώσεις, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3δ΄ του π.δ. 18/1989. Συνελόντι ειπείν, πρόκειται μεν για (χρονικό) περιορισμό[14], πλην όμως (ακόμα και εδώ, στην περίπτωση δηλ. της άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως) περιορισμένης αντικειμενικής (ως προς τις τυχόν αποζημιωτικές αξιώσεις) εμβελείας. Ακόμα όμως και έτσι, ήτοι υπό το πρίσμα της κρατούσας θέσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας περί (αναλογικής)[15] εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ όχι μόνο επί ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και επί διαγνώσεως αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου, οι σχετικές παραδοχές του ΣτΕ ότι «κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως»[16], ακόμα και έτσι λοιπόν, οι παραδοχές αυτές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τη ρητή διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3δ΄. Μεμονωμένη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ χωρίς ταυτόχρονη συνεφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 50 παρ. 3δ΄ συνιστά προδήλως σοβαρή ερμηνευτική πλημμέλεια.

 

Τέλος, το περί ου η εν θέματι ανάλυση επιχείρημα του ΣτΕ καταρρίπτεται και υπό άλλη έποψη, ήγουν από πλευράς Γενικής Θεωρίας και Μεθοδολογίας του Δικαίου, καθόσον ακριβώς, με βάση και την ιεραρχική (πυραμιδοειδή κατά Hans Kelsen)[17] δομή της ημεδαπής Εννόμου Τάξεως, δεν είναι δικαιοσυστηματικώς ποτέ δυνατόν μία διάταξη του κοινού νομοθέτη (όπως αναντίρρητα είναι και αυτή του άρθρου 50 παρ. 3β΄ π.δ. 18/1989), και μάλιστα αναλογικώς εφαρμοζόμενη, να αλλοιώνει μείζονες Συνταγματικούς κανόνες καθώς και συνταγματικώς παραδεδεγμένα[18] συστήματα θεμελιωδών δικαιικών αρχών αυξημένης τυπικής ισχύος, όπως ακριβώς είναι και το ερειδόμενο στο συνδυασμό των  άρθρων 93 παρ. 4 και 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος ισχύον σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.

 

 

Συμπερασματικώς λοιπόν, η διάγνωση από οιοδήποτε Δικαστήριο, του Συμβουλίου της Επικρατείας συμπεριλαμβανομένου, της αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος δεν μπορεί ποτέ με βάση τη Συνταγματική μας Δικαιοταξία (αλλά και τους κανόνες της Λογικής) να έχει οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο αναφοράς (π.χ. το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης που διαγιγνώσκει την αντισυνταγματικότητα) πλην του αυτονοήτου και λογικώς αναγκαίου, ήτοι την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της εκάστοτε κρινομένης ως αντισυνταγματικής διατάξεως. Εξάρτηση των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας από το χρόνο δημοσίευσης μίας δικαστικής απόφασης (ή και από οιοδήποτε άλλο, σε κάθε περίπτωση προγενέστερο όμως του χρόνου δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης, χρονικό σημείο) το Σύνταγμά μας προβλέπει μόνο στην περίπτωση του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄, μόνο δηλ. στην περίπτωση της κήρυξης διατάξεως τυπικού νόμου ως αντισυνταγματικής από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Τυχόν δε υφαρπαγή και ιδιοποίηση αυτής της ρητώς προβλεπομένης στο Σύνταγμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου εκ μέρους οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου, της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας συμπεριλαμβανομένης, συνιστά περίπτωση νόσφισης (συνταγματικής) εξουσίας.

 

[1] Με βάση τις περιλήψεις, οι οποίες δόθηκαν στη δημοσιότητα, των ΟλΣτΕ 1880,1888,1889,1890 και 1891 / 2019

[2] Βλ. ΟλΣτΕ 2287 / 2015

[3] Για να είμαστε ακριβείς αλλά και δίκαιοι, στο εν λόγω σφάλμα έχει υποπέσει η πλειονοψηφία των εν θέματι αποφάσεων, δοθέντος ότι στις αποφάσεις αυτές εντοπίζονται βεβαίως και άξιες ιδιαιτέρας μνείας μειονοψηφίες οι οποίες τέμνουν το υπό ανάλυσιν ζήτημα με τον δέοντα και απολύτως ορθό νομικώς τρόπο και γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει να επιδοκιμασθούν. Βλ. σχετικώς και υποσημείωση 6.

[4] Και παρεμπιπτόντως μία απαραίτητη γλωσσολογική παρατήρηση προς άρσιν τυχόν παρανοήσεων : Η σωστή εν προκειμένω γραφή του εν θέματι επιθέτου (με την σημασία δηλ. του αστήρικτου και του επισφαλούς, π.χ. για επιχειρήματα) είναι αίολος και όχι φυσικά η σημασιολογικώς κατά πολύ διαφέρουσα και ως εκ τούτου όλως λανθασμένη ως προς την περίπτωση αυτή, γραφή που δυστυχώς έχει επικρατήσει στις μέρες μας έωλος (από το αρχαίο ουσιαστικό « ‘έως » = αυγή, πρωί) που κατά ταύτα σημαίνει, όχι φυσικά τον αστήρικτο, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό, τον χθεσινό και μεταφορικά τον μπαγιάτικο.

[5] Λ.χ. παλαιότερα των διατάξεων των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, όπως και προσφάτως των διατάξεων του νόμου 4387/2016

[6] Και στο σημείο αυτό δεν μπορούμε παρά να επιδοκιμάσουμε την συνταγματικώς ορθότατη άποψη των 2 μελών του ΣτΕ (δυστυχώς οι δοθείσες στη δημοσιότητα περιλήψεις των ΟλΣτΕ 1880 και 1888 του 2019 δεν αναφέρουν τα ονόματά τους) τα οποία υποστήριξαν με απολύτως κωδικοποιημένο και ιδιαιτέρως προσφυή τρόπο ότι ούτε το Σύνταγμα ούτε η υφιστάμενη νομοθεσία παρέχουν στο ΣτΕ δυνατότητα να περιορίζει χρονικά τις συνέπειες που επιφέρουν οι κρίσεις του περί αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικού νόμου.

[7] Βλ. λ.χ. τη σκέψη 26 της ΟλΣτΕ 2287 / 2015, καθώς και τις δοθείσες στη δημοσιότητα περιλήψεις των ΟλΣτΕ 1880,1888,1889,1890 και 1891 / 2019.

[8] Στην (τελείως διαφορετική ξαναλέμε) περίπτωση αυτή το Συμβούλιο της Επικρατείας όντως έχει το δικαίωμα και την εξουσία να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως θα ανατρέξουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης ισχύος της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, προσοχή όμως (βλ. το σαφές γράμμα της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ in fine π.δ. 18/1989) : ακόμα και στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της ακυρώσεως δυνατόν να ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο μεν, προγενέστερο όμως σε κάθε περίπτωση του χρόνου δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης.

[9] Υπό το εν θέματι πρίσμα, η συλλήβδην χρήση, και για την περίπτωση αυτή (της διάγνωσης δηλ. της αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου), του όρου ακυρωτικό αποτέλεσμα εκ μέρους του ΣτΕ (βλ. τις δοθείσες στη δημοσιότητα περιλήψεις των ΟλΣτΕ 1880 και 1888 / 2019) είναι, φρονούμε, αν όχι παντελώς εσφαλμένη, τουλάχιστον όλως καταχρηστική.

[10] Βλ. την αμέσως επόμενη υποσημείωση.

[11] Η έννοια της αντισυνταγματικότητας (ως λογική έννοια) αποδίδει μία ιδιότητα (ένα κατηγόρημα σύμφωνα με την ορολογία της Λογικής Επιστήμης) σε μία νομοθετική διάταξη. Η ιδιότητα λοιπόν αυτή, ως σύστοιχη της κριθείσας διατάξεως, δεν μπορεί παρά να συνοδεύει κατά λογική αναγκαιότητα την συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη σε όλη τη διάρκεια ισχύος της, ήτοι από την έναρξη ισχύος της έως και το (εκάστοτε) παρόν. Άλλο φυσικά είναι το ζήτημα του χρονικού σημείου επελεύσεως των αποτελεσμάτων της τυχόν δικαστικής ακυρώσεως της (κριθείσας ως αντισυνταγματικής) διατάξεως. Εδώ πράγματι είναι δυνατόν να νοηθεί περιορισμένη αναδρομή, ή ακόμα και εφεξής ενέργεια (ex nunc), της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως. Τέτοια όμως ακυρωτική απόφαση είναι μόνον αυτή του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο, και σε απόλυτη αρμονία με τα ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος όντως διατυπώνει τον κανόνα της εφεξής (ex nunc) ενέργειας της ακυρωτικής δικαστικής αποφάσεως του ΑΕΔ, καθώς και την (εξαιρετική) δυνατότητα αναδρομικής ισχύος. Επισημαίνουμε όμως και πάλι ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με το δεύτερο ζήτημα, ήτοι τον κρίσιμο χρόνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων της δικαστικής ακύρωσης, της ολοσχερούς εξαφάνισης δηλ. από την έννομη τάξη, μίας αντισυνταγματικής διατάξεως. Αντιθέτως, κατά το Σύνταγμά μας, οι αποφάσεις του ΣτΕ (όπως και γενικώς όλων των λοιπών Δικαστηρίων) αφορούν αυστηρά στο πρώτο ζήτημα, ήτοι σε αυτό απλώς της διαγνώσεως της αντισυνταγματικότητας μίας διατάξεως τυπικού νόμου. Ώστε, και υπό λογική έποψη, η θέση του ΣτΕ ότι η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας μίας νομοθετικής διατάξεως δεν έχει αναδρομική ισχύ και αφορά μόνο τον μέλλοντα της δημοσιεύσεως της αποφάσεως χρόνο είναι απολύτως εσφαλμένη, καθόσον συγχέει δύο διακριτά και τελείως διαφορετικά από λογικής απόψεως ζητήματα και ταυτοχρόνως παραβλέπει το γεγονός ότι η αντισυνταγματικότητα, άπαξ και διαγνωσθεί, είναι κατά λογική αναγκαιότητα σύστοιχη (όσο και διαχρονική) ιδιότητα μίας νομοθετικής διατάξεως καθ΄ όλη τη διάρκεια ισχύος της, υπό την αυτονόητη φυσικά επιφύλαξη τυχόν συνταγματικής αναθεώρησης που ενδεχομένως να έχει εν τω μεταξύ μεσολαβήσει.

[12] Ως προς δε την όλως μαξιμαλιστική άποψη της μειονοψηφίας επτά μελών των ΟλΣτΕ 1889, 1890 και 1891 / 2019 ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας πρέπει να επέλθουν έξι μήνες (sic) μετά τη δημοσίευση των ως άνω αποφάσεων, αρκεί να σημειώσουμε ότι τέτοιου εύρους δικαιοδοσία ως προς την χάραξη χρονικών ορίων δεν έχει ούτε καν το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, αφού κατά την απολύτως κρατούσα στο συνταγματικό δίκαιο θέση ως προς την ερμηνεία του άρθρου 100 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος το ΑΕΔ μπορεί να κηρύξει ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική, διάταξη τυπικού νόμου με αποτελέσματα που επέρχονται είτε από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεώς του, είτε από τον τυχόν προγενέστερο χρόνο που θα ορίσει συναφώς η σχετική απόφαση, ποτέ όμως από χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου δημοσιεύσεως της τελευταίας. Οίκοθεν νοείται στο σημείο αυτό ότι η θεμελιώδης αρχή της (συνταγματικής) νομιμότητας, lato sensu βεβαίως, δεν μπορεί παρά να δεσμεύει, πέραν της Διοικήσεως, και τον τρίτο πολιτειακό πυλώνα (άρθρο 26 παρ. 3 Συντ.), δηλ. και τα Δικαστήρια, του ΣτΕ φυσικά συμπεριλαμβανομένου. Πουθενά το Δίκαιο (Συνταγματικό ή Διοικητικό Δικονομικό) δεν προβλέπει τη δυνατότητα διάγνωσης και επέλευσης των συνεπειών της αντισυνταγματικότητας μιας νομοθετικής διατάξεως σε χρόνο μεταγενέστερο της δημοσιεύσεως της σχετικής δικαστικής αποφάσεως που διαγιγνώσκει σχετικώς την εν λόγω αντισυνταγματικότητα. Είναι πρόδηλο ότι η ως άνω μαξιμαλιστική αυτή θέση της μειονοψηφίας τυγχάνει παντελώς ανεπέρειστη, αντισυνταγματική, αλλά και παράνομη (ειδικά για το παράνομο βλ. την αιτιολόγηση της εν θέματι μειονοψηφίας όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να καθορίσει σε εξαιρετικές περιπτώσεις χρόνο επελεύσεως των συνεπειών μεταγενέστερο και από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της απόφασης κατ’ απόκλιση των οριζομένων στο άρθρο 50 περ. 3 β του π.δ. 18/1989). Σε ένα συντεταγμένο κράτος δικαίου κανένα επιτακτικό δημόσιο συμφέρον δεν μπορεί να δικαιολογήσει, κατ΄απόκλιση, δικαστικές αποφάνσεις οι οποίες δεν θα θεμελιώνονται σε προϋπάρχουσες συνταγματικές ή λοιπές νομοθετικές διατάξεις ή οι οποίες, ακόμα χειρότερα, θα αντιστρατεύονται ευθέως τις τελευταίες, και θα προσβάλλουν κατ΄ αυτόν τον τρόπο τόσο την μείζονα αρχή της συνταγματικής και διοικητικοδικονομικής νομιμότητας, όσο στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση και στοιχειώδεις λογικές επιταγές (βλ. την αμέσως προηγούμενη υποσημείωση).

[13] Τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο…..και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης.

[14] Χρονικός περιορισμός όμως ο οποίος σε καμία περίπτωση, ως ήδη προελέχθη, δεν μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής στην (όλως διαφορετική) περίπτωση διαγνώσεως αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος).

[15] Για αναλογική εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 50 παρ. 3β΄ π.δ. 18/1989 κάνει τουλάχιστον λόγο η ΟλΣτΕ 2287 / 2015 στη σκέψη 26 ορίζοντας συναφώς ότι « Με την νέα διάταξη (ενν. του άρθρου 50 παρ. 3β΄ π.δ. 18/1989) εδόθη η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο σταθμίζει, να αποκλίνει, σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις, από τον κανόνα της αναδρομικής ακυρώσεως και να καθορίσει μεταγενέστερο χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της ακυρώσεως. Τα αυτά και για τους ίδιους λόγους δέον αναλογικώς να ισχύσουν και επί αγωγών και άλλων διαφορών ουσίας, που άγονται προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας ». Αντιθέτως, οι προσφάτως δοθείσες στη δημοσιότητα περιλήψεις των ΟλΣτΕ 1880,1888,1889,1890 και 1891/2019 δεν κάνουν καν λόγο για αναλογική εφαρμογή, τουναντίον, με βάση τουλάχιστον τη διατύπωσή τους, συνάγεται ότι εφαρμόζουν ευθέως και χωρίς καμία απολύτως ερμηνευτικομεθοδολογική επιφύλαξη την εν θέματι διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3β΄, παραβλέποντας και αγνοώντας τελείως την ετερότητα των δύο περιπτώσεων. Ακόμα και υπό το πρίσμα αυτό όμως, λησμονούν τη ρητή διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3δ΄ η οποία υπό ερμηνευτική έποψη (συστηματική ερμηνεία των κανόνων δικαίου) συμπληρώνει τη ρύθμιση του άρθρου 50 παρ. 3β΄.

[16] Έτσι ακριβώς στη σκέψη 26 της ΟλΣτΕ 2287 / 2015

[17] Βλ. ενδ. Η. Kelsen, Théorie pure du droit (μετ. από τα γερμανικά του Ch. Eisenmann), Dalloz, Paris, 1962, σελ. 299επ..

[18] Βλ. λ.χ. την σχετική, ρητή για πρώτη φορά μάλιστα στην ελληνική συνταγματική ιστορία, ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 5 του Συντάγματος του 1927. Βλ. επίσης και την ακόμα παλαιότερη 23/1897 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία θεμελίωσε πρώτη το δικαίωμα του δικαστή να μην εφαρμόζει διάταξη νόμου αντικειμένη στο Σύνταγμα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × five =