Η Ευρώπη ως κοινότητα δικαίου

Χρήστος Ράμμος, Πρόεδρος ΑΔΑΕ, Αντιπρόεδος ΣτΕ ε.τ.

Όταν ο κ. Μεταξάς  μου ανακοίνωσε ότι θα μιλήσουμε και φέτος  για το θέμα της σημερινής εκδήλωσης, η πρώτη μου αντίδραση ήταν σκεπτικιστική. Αναρωτήθηκα ποιος ήταν ο λόγος  να ξανασυζητήσουμε για ένα ζήτημα για το οποίο είχαμε μιλήσει και πέρυσι.  Φοβήθηκα ότι θα υπήρχε ο κίνδυνος να ξαναπούμε τα ίδια.

Ωστόσο πάντα υπάρχει λόγος να μιλάμε για το κράτος δικαίου, το οποίο δεν είναι ποτέ, ούτε άπαξ δια παντός ούτε πλήρως κατακτημένο. Και πάντα υπάρχουν εξελίξεις στον χώρο αυτό, που συχνά είναι και οπισθοδρομήσεις.

Τι θα πει Ευρώπη ως κοινότητα δικαίου. Είναι ένα σλόγκαν γενικό και αφηρημένο; Ένα ευχολόγιο;

Στο Προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, στη μορφή που έλαβε με τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, τα κράτη-μέλη αναγνωρίζουν ότι αφενός εμπνέονται «από την πολιτιστική, τη θρησκευτική και την ανθρωπιστική κληρονομιά της Ευρώπης, από την οποία αναπτύχθηκαν οι παγκόσμιες αξίες των απαράβατων και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου» και ότι αφετέρου επισφραγίζουν την προσήλωσή τους «στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και του κράτους δικαίου». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της Συνθήκης ορίζεται ότι η Ένωση βασίζεται μεταξύ άλλων στις αρχές του Κράτους Δικαίου. Σπάνια προβληματιζόμαστε βαθύτερα τι σημαίνουν αυτές οι τόσο πολυχρησιμοποιημένες  φράσεις, όταν με περισσή ευκολία και αμάθεια κατακεραυνώνουμε την ΕΕ. Κάτι που είναι πολύ εύκολο και πολύ του συρμού.

Ξεχνάμε ότι με την ευρωπαϊκή οικοδόμηση για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία διάφορες ανεξάρτητες και κυρίαρχες χώρες (πολλές από τις οποίες είχαν μάλιστα πολεμήσει μεταξύ τους με φανατισμό επί αιώνες)  αποφάσισαν να συνασπισθούν και να προχωρήσουν σε μια διαδικασία ενοποίησης στηριζόμενες όχι στην βίαια επίλυση των διαφορών τους, ούτε με την γυμνή επιβολή του ισχυροτέρου, αλλά στην βάση των αρχών  της ισοτιμίας του αλληλοσεβασμού, του διαλόγου.   Κυρίως στην βάση κάποιων  προκαθορισμένων  δικαιικών και διαδικαστικών  αρχών με διαδικασίες οιονεί συνταγματικής λογικής με εγγυήσεις δικαστικής επίλυσης.  Μια κοινότητα που εγγυάται με αποτελεσματικότητα τις ατομικές ελευθερίες, τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις της διάκρισης των εξουσιών, του σεβασμού των μειοψηφιών, της ελευθερίας έκφρασης και του πλουραλισμού. Για πρώτη  φορά στην παγκόσμια ιστορία ένα υπερκρατικό μόρφωμα προβλέπει δικαστική προστασία δική του από τις ίδιες αυτού πράξεις. Συνελήφθη ως ιδέα και ιδρύθηκε εκ γενετής  ως δικαιοκρατικός θεσμός. Πολλά από αυτά φαίνονται ως αυτονόητα και ανεπαρκή. Αν αυτό συμβαίνει οφείλεται στο ότι αυτοί που έχουν αυτή την οπτική των πραγμάτων δεν έχουν την απαιτούμενη γνώση της ανθρώπινης ιστορίας και εκλαμβάνουν τα τελευταία 60-70 χρόνια ως το πλήρη ορίζοντα. Σαν να ήταν απλές αυτές οι κατακτήσεις και σιγά το πράγμα. Ωστόσο η Ιστορία της ανθρωπότητας, ορώμενη σε βάθος χρόνου, διδάσκει για το ανθρώπινο είδος άλλα πολύ πιο σκοτεινά πράγματα. Είναι κατανοητή η ανυπομονησία ειδικά των νεότερων, οι οποίοι όσο ζουν δεν θυμούνται τίποτε άλλο έξω από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.  Οι αυταπάτες παντοδυναμίας που χαρακτηρίζουν τις νέες ηλικίες,  ή πιο προχωρημένες ηλικίες που δεν έχουν όμως ωριμάσει πνευματικά και συναισθηματικά και ενισχύονται από τον ψηφιακό κόσμο τον κόσμο της εικονικότητας  και της εγωκεντρικής προσέγγισης  και της μανιχαϊστικής απλούστευσης δεν βοηθούν στην απόδοση  της δέουσας ιστορικής δικαιοσύνης.  Απλώς συντηρούν συχνά στείρες γκρίνιες.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι αν πέρα από τα κείμενα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δικαιώσει τον χαρακτήρα της ως κοινότητας δικαίου. Πέρα από την τόσο αυτονόητη και κοινότοπη επιφύλαξη ότι η τελειότητα είναι μακριά από τα ανθρώπινα, ότι όλα επιδέχονται βελτίωση και ότι οι εφησυχασμοί και οι αυτοδοξολογίες μάλλον βλάπτουν παρά ωφελούν, η απάντηση είναι, κατά την γνώμη μου ανεπιφύλακτα ναι.  Για την δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης πολλά μπορούν να λεχθούν.

Σε ό,τι όμως αφορά την εγγυητική των αρχών του κράτους δικαίου λειτουργία της Ένωσης για την αιτιολόγηση της πιο πάνω  καταφατικής  απάντησης  αρκεί να  αναφέρει  δύο παραδείγματα για να πείσω και δεν χρειάζεται να επεκταθώ στα πολλά άλλα, που επίσης υπάρχουν, για να είμαι πειστικός. Θα αναφερθώ στις  δύο πρόσφατες φετινές αποφάσεις του ΔΕΕ πολωνικού ενδιαφέροντος (τις οποίες ανέφεραν οι προλαλήσαντες) δηλ τις αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 2019  στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Πολωνίας και της πιο πρόσφατης από 5 Νοεμβρίου 2019 με τους αυτούς διαδίκους. Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε, μεταξύ άλλων,   ότι η Πολωνία προβλέποντας την εφαρμογή του μέτρου περί μειώσεως του ορίου της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των δικαστών του Sąd Najwyższy (Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολωνία) και των τακτικών δικαστηρίων στην περίπτωση των εν ενεργεία δικαστών που έχουν διορισθεί στα εν λόγω δικαστήρια στο παρελθόν αφενός, και παρέχοντας στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διακριτική ευχέρεια να παρατείνει την ενεργό δικαστική υπηρεσία των δικαστών του δικαστηρίου αυτού πέραν του νέου ορίου ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, αφετέρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ[1] [2]

Τι λέει η τελευταία αυτή διάταξη; Λέει ότι «…Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.»

Και πως συνέδεσε το ΔΕΕ δύο πράγματα κατ’ αρχήν και φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους; Δηλ την διάταξη περί της  εκδίκασης των ενωσιακού ενδιαφέροντος υποθέσεων από εθνικά δικαστήρια με την διαπίστωση ότι η  μείωση του ορίου αποχώρησης των ήδη υπηρετούντων δικαστικών λειτουργών  παραβιάζει  την διάταξη αυτή. Είναι μια σειρά επαγωγικών σκέψεων που δείχνει πόσο σημαντική είναι για την ενωσιακή δικαιοταξία η εγγύηση της δικαστικής ανεξαρτησίας στα κράτη μέλη.

Χοντρικά παρουσιαζόμενες οι σκέψεις αυτές (αφού η πλήρης παράθεσή τους θα προϋπέθετε συστηματική παρουσίασή τους) είναι οι ακόλουθες: Η ΕΕ αποτελείται υποχρεωτικά από δημοκρατικά και δικαιοκρατούμενα κράτη- μέλη και είναι και η ίδια δικαιοκρατούμενος οργανισμός. Βασικό στοιχείο μιας δικαιοκρατούμενης έννομης τάξης είναι η ανεξαρτησία των δικαστών που δικαιοδοτούν. Βασικό στοιχείο της δικαστικής ανεξαρτησίας είναι να μην παύουν οι άλλες εξουσίες της Πολιτείας εν ενεργεία δικαστές στην διάρκεια της θητείας τους, επειδή έχουν βγάλει αποφάσεις, που δεν τους άρεσαν, για να βάλουν στην θέση τους νέους (προφανώς αρεστούς, πειθήνιους καθότι ευγνώμονες για τον διορισμό τους αυτό), που θα δικαιοδοτήσουν κατά τα προσδοκώμενα. Εφόσον τα δικαστήρια των επιμέρους χωρών δικάζουν τις ενωσιακού δικαίου διαφορές είναι δηλ οι βασικοί δικαστές των διαφορών αυτών, πρόωρη λήξη της θητείας δικαστών των δικαστηρίων αυτών προσβάλλει την δικαστική ανεξαρτησία των δικαστών που δικάζουν τις διαφορές που εδράζονται στο ενωσιακό δίκαιο.

Σας καλώ να σκεφτούμε που θα βρίσκονταν η Πολωνία χωρίς τις δύο αυτές (τουλάχιστον αυτές) αποφάσεις. Χωρίς το ΔΕΕ και χωρίς την ΕΕ. Που θα βρίσκονταν οι πολωνοί δικαστές, η πολωνική κοινωνία των πολιτών μπροστά στην αυθαιρεσία και τις εκτροπές από το κράτος δικαίου της πολωνικής νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά, ότι θα είχαν άλλη επιλογή από το να υποταχθούν στις αυθαιρεσίες των ισχυρών της ημέρας; Πολλοί, εμπνεόμενοι από μια παρωχημένη αντίληψη εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας βεστφαλιανού τύπου (μεταξύ αυτών και η πολωνική κυβέρνηση) λένε ότι το ΔΕΕ εξέδωσε μια ακτιβιστική απόφαση, πίσω από την οποία κρύβονται πολιτικές σκοπιμότητες καθώς και ότι ποτέ δεν θα έκρινε έτσι, αν είχε να κρίνει μια υπόθεση γερμανικού ενδιαφέροντος. Τα επιχειρήματα αυτά είναι ανάξια απαντήσεως κατά την γνώμη μου. Αν ο μη γένοιτο είχε συμβεί στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο με αυτό που συνέβη στην Πολωνία, εγώ θα έλεγα δόξα τω Θεώ που οι δικαστές του Λουξεμβούργου επεμβαίνουν στα εν Ελλάδι συμβαίνοντα.

Ωστόσο η κατοχύρωση του κράτους δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στο ενωσιακό επίπεδο. Ούτε μπορεί να τα προλάβει όλα και να τα διορθώσει όλα το ΔΕΕ ή η Επιτροπή ή το Συμβούλιο. Πρέπει να κατοχυρώνονται και σε εθνικό επίπεδο. Οι ελλείψεις και η υπόσκαψη του κράτους δικαίου και σε μια μόνη χώρα βάζει σε κίνδυνο το σύνολο  του ευρωπαϊκού  σκάφους.

Ας δούμε λίγο τι συνέβη τον τελευταίο χρόνο σε διάφορες επιμέρους χώρες.

Στο επίπεδο δικαιοκρατικών αντιβάρων στην αυθαιρεσία της εξουσίας οι Άγγλοι δικαστές  έδωσαν δείγματα εγρήγορσης και αντανακλαστικών απέναντι στις προσπάθειες της κυβέρνησης του Boris Johnson να φιμώσει την Βουλή των Κοινοτήτων έτσι ώστε να μην μπορεί να του βάλει φρένο στα σχέδια του για ένα Brexit χωρίς συμφωνία. Τόσο το Σκωτσέζικο Ανώτατο Δικαστήριο, όσο και, θα έλεγα κυρίως, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου (το Supreme Court) υπό την προεδρία της βαρώνης Brenda Marjorie Hale εξέδωσε στις 24 του παρελθόντος Σεπτεμβρίου μια πολύ τολμηρή για δικαστήρια (τουλάχιστον της Ηπειρωτικής Ευρώπης) απόφαση στην υπόθεση Miller κατά Πρωθυπουργού. Είχε ζητηθεί να διαπιστωθεί η ακυρότητα της επί  πολύ μακρό χρονικό διάστημα πέραν του συνήθους αναστολής των εργασιών του Κοινοβουλίου με πρόσχημα την προετοιμασία του λόγου του θρόνου από την βασίλισσα. Το δικαστήριο ξεπέρασε τα ζητήματα του παραδεκτού. Πρώτον αν η υπόθεση ήταν κυβερνητική (άλλως πολιτικής υφής διαφορά) ή αν ήταν justiciable (διαφορά περί το Δίκαιο αρμόδια για την επίλυση της οποίας είναι η δικαστική εξουσία). Αφού δέχτηκε ότι ίσχυε η δεύτερη περίπτωση με βάση ένα δικαστικό προηγούμενο του 1611, έκρινε ότι οι αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ειδικά βρετανικού τύπου, όπως προκύπτουν από κοινοβουλευτικό έθιμο επιβάλλουν την κυριαρχία του Κοινοβουλίου και την ευθύνη λογοδοσίας της κυβέρνησης σε αυτό. Δεν είναι λοιπόν νοητό όταν επίκειται η λήψη αποφάσεων τόσο σημαντικών και στρατηγικών  για το μέλλον της χώρας, όπως συνέβαινε στην υπό εξέταση περίπτωση με την ανάγκη πριν φτάσει  καταληκτική ημερομηνία για την έξοδο της χώρας από την ΕΕ  (31.10.2019 ) να ληφθεί μια απόφαση για συμφωνία με την ΕΕ, όπως είχε αποφασίσει το Κοινοβούλιο σε προηγούμενες συνεδριάσεις του να αναστέλλεται η λειτουργία του. Να αναστέλλεται χωρίς να υπάρχει κανένας αποχρών λόγος. Πράγματι η αιτιολογία την οποία πρόβαλε ο πρωθυπουργός Boris Johnson ότι χρειάζονταν αυτή η αναστολή λειτουργίας  για την προετοιμασία της εκφώνησης του λόγου του θρόνου, που παραδοσιακά   χρειάζονταν μια εβδομάδα, ήταν εξόφθαλμα καταχρηστική. Δεν εξέτασε το Δικαστήριο ποια ήταν τα παραγωγικά της βουλήσεως του πρωθυπουργού αίτια και αν  εκφράστηκε με ειλικρίνεια ως προς αυτά στην βασίλισσα  όταν της ζήτησε να αναστείλει την λειτουργία της Βουλής των Κοινοτήτων(όπως είχε κάνει λίγες μέρες πριν το σκωτσέζικο Ανώτατο Δικαστήριο). Κρίνοντας μάλιστα ότι ήταν αντικειμενικά αναιτιολόγητη (άλλως καταχρηστικά αιτιολογημένη) η απόφαση αυτή, δεν περιορίστηκε στην διαπίστωση ότι δεν  ήταν σύννομη η αναστολή των εργασιών του Κοινοβουλίου, αλλά διακήρυξε ότι ουδέποτε έλαβε αυτή χώρα νομοτύπως και ότι τύποις το Κοινοβούλιο δεν είχε ποτέ κλείσει και μπορούσε χωρίς την μεσολάβηση καμίας άλλης πράξεως να συνέλθει για να συνεχίσει τις εργασίες του. Απόφαση πρακτική χωρίς πολλές δικονομικές δεσμεύσεις συνηθισμένη στο common law, σε αντίθεση με τον μεγαλύτερο φορμαλισμό και την δέσμευση από κανονιστικά κείμενα που ισχύει στο ηπειρωτικό δίκαιο. Οποιοδήποτε ηπειρωτικό δικαστήριο θα είχε κρίνει ότι μια τέτοια διαφορά θα ήγετο ενώπιόν του απαραδέκτως ως κυβερνητική διαφορά. Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι το common law είναι γενικώς καλύτερο από το ηπειρωτικό δίκαιο (κάθε χώρα έχει το δίκαιο που ταιριάζει στην ιστορία και παράδοσή της- και οι αρετές του ενός συστήματος μπορεί να είναι οι αδυναμίες του άλλου). Δεν μπορώ όμως να μην διαπιστώσω ότι με την απόφαση του αυτή το βρετανικό Supreme Court ακόμη και αν κατά την δική μας αντίληψη προχώρησε σε μια μορφή κυβέρνησης δικαστών κοίταξε την ουσία και παρέκαμψε τον τύπο. Διαπιστώνοντας ότι ένα από τα θεμέλια του βρετανικού πολιτεύματος η κυριαρχία της Βουλής των Κοινοτήτων επιχειρείται να υποσκαφθεί, επενέβη και ανέκοψε αποτελεσματικά την αυταρχική εκτροπή που είχε αρχίσει να εγκαινιάζει ο Boris Johnson.

Η τήρηση όμως των  αρχών του Κράτους Δικαίου δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε ισχυρούς θεσμούς, παρολονότι αυτοί είναι πολύ σημαντικοί και ουσιώδεις. Δεν είναι μόνο ότι δεν έχουν όλες οι χώρες της ΕΕ τέτοιους ισχυρούς θεσμούς. Σημασία έχει τις αξίες αυτές να τις ασπάζονται οι λαοί των χωρών και η πολιτικές τους τάξεις.

Δυστυχώς βλέπουμε ότι τα τελευταία δέκα χρόνια περίπου οι αξίες της Ε.Ε και του Κράτους Δικαίου (ισότητα, αλληλεγγύη, αντίβαρα εξουσίας, ανθρωπιστικές αξίες) υφίστανται μια αύξουσα επίθεση από διάφορα λαϊκιστικά κόμματα  που φέρνουν πίσω μια ατζέντα πολιτική, που όλοι πιστεύαμε ότι είχε ξεχαστεί μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξενοφοβία, εθνικιστική αναδίπλωση, επίθεση στους ανεξάρτητους θεσμούς, αντιευρωπαϊσμός, αντισημιτισμός, επάνοδος χωρίς αιδώ ρατσιστικών στερεοτύπων. Ο λόγος αυτός απευθυνόμενος σε φοβισμένα ακροατήρια που αισθάνονται ότι περιθωριοποιούνται στην χώρα τους από τις μεταναστευτικές ροές, ότι δεν μπορούν να έχουν εξασφαλισμένη εργασία και μέλλον σε ένα πλανήτη με όλο και πιο ανοικτά σύνορα, διότι τα προσόντα τους δεν είναι προσαρμοσμένα στις νέες συνθήκες, με λίγα λόγια κοινωνικά στρώματα τα οποία φοβούνται τις συνεχείς αλλαγές και ένα δικό τους déclassement (μια κοινωνική έκπτωση) τείνουν όλο και πιο πολύ ευήκοον ους σε τέτοια λαϊκιστικά κηρύγματα και ψηφίζουν όλο και περισσότερο αντίστοιχα κόμματα, με τελευταία ανησυχητικά παραδείγματα το AFD  στις τοπικές  εκλογές στα ανατολικογερμανικά κρατίδια το Vox στην Ισπανία, η οποία μέχρι πρόσφατα έμοιαζε αμόλυντη από το μικρόβιο αυτό. Και δεν είναι  πλέον μόνοι τους οι συνήθεις ύποπτοι όπως η Ουγγαρία η οποία επιτίθεται και αυτή, όπως η Πολωνία σε όλους τους ανεξάρτητους θεσμούς (τυποκτόνοι νόμοι, κλείσμο ανεξάρτητου Πανεπιστημίου, δυσχέρανση του έργου των μη κυβερνητικών οργανώσεων, τρομοκράτηση των ανεξαρτήτων φωνών, άρνηση υποδοχής μεταναστών με βάση τα ποσοστά που έχει καθορίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, κάλυψη σκανδάλων διαφθοράς των ημετέρων). Η Ουγγαρία, η οποία έχει αρχίσει εσχάτως να αμφισβητείται αν αποτελεί καν μια φιλελεύθερη δημοκρατία δυτικού τύπου, και να μοιάζει όλο και πιο πολύ με την Τουρκία του Ερντογκάν ή με την Ρωσία του Πούτιν. Δεν είναι επίσης μόνο  η Πολωνία, η οποία ποινικοποίησε εσχάτως οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι Πολωνοί συμμετείχαν σε εγκληματικές πράξεις κατά των Εβραίων, στο πλευρό των Γερμανών κατά την διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι και η Σλοβακία και η Τσεχία οι οποίες υποστηρίζοντας την χριστιανική τους ταυτότητα, η οποία πρέπει να μείνει αμόλυντη από το Ισλάμ αρνούνται να εφαρμόσουν αποφάσεις των  Ενωσιακών οργάνων που προέβλεψαν με βάση την ενωσιακή αλληλεγγύη να δεχτούν στο έδαφός τους πρόσφυγες ή μετανάστες οι οποίοι μπορεί μετά από σχετικές διαδικασίες να αποδεικνύονταν ότι είναι και αυτοί πολιτικοί πρόσφυγες, προστατευόμενοι από την Σύμβαση της Γενεύης για να ανακουφιστεί η Ελλάδα και η Ιταλία. H Τσεχία η οποία κυβερνάται από ένα ολιγάρχη ρωσικού τύπου. Είναι η Ρουμανία, οι κυβερνήσεις τη οποίας με αγαστή διακομματική συναίνεση το μόνο που κάνουν να  τα τελευταία χρόνια είναι να καταργούν ή να τροποποιούν νόμους, που αποτελούσαν οπλοστάσιο κατά της διαφθοράς των κομματικών τους φίλων. Είναι η Ιταλία στην οποία η Λέγκα του Salvini είναι το πρώτο κόμμα στις δημοσκοπήσεις. Ο Salvini ο οποίος έχει υιοθετήσει το σύνθημα «πρώτα οι Ιταλοί», που θυμίζει ανησυχητικά τα συνθήματα του Trump, και μάλιστα σε μια χώρα με την βαριά κληρονομιά του Μουσολινισμού. Ο οποίος επίσης δεν δίσταζε, όσο ήταν στην κυβέρνηση να διατάζει να μην επιτρέπεται σε πλοία ανθρωπιστικών οργανώσεων που μετέφεραν μετανάστες που είχαν περισυλλεγεί στην Μεσόγειο να προσορμίζονται σε ιταλικά λιμάνια.  Η Σλοβακία και η Μάλτα στις οποίες δολοφονήθηκαν δημοσιογράφοι οι οποίοι άφοβοι είχαν κάνει έρευνες για την διαφθορά διαφόρων ισχυρών της ημέρας. Για να μην μιλήσουμε για την Γαλλία, στην οποία η Λε Πεν καταφέρνει να εισέρχεται στον β γύρο των προεδρικών εκλογών. Για την Γαλλία, στην οποία μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του Νοεμβρίου του 2015 τείνει να μονιμοποιηθεί η θέσπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης, με την παροχή αυξημένων εξουσιών στις αστυνομικές δυνάμεις.  Ή  για την Μεγάλη Βρετανία της οποίας το παραδοσιακό ήπιο πολιτικό κλίμα έχει δηλητηριαστεί με ένα πρωτοφανές διχαστικό κλίμα με εμφυλιοπολεμικούς τόνους εξ αιτίας του Brexit.

Όλα αυτά δεν είναι το ιδανικό κλίμα για την άνθηση ενός δικαιοκρατικού ήθους. Πολλά παραδοσιακά κόμματα, για να μην χάσουν εκλογική τους πελατεία δεν διστάζουν να υιοθετούν τα συνθήματα των λαϊκιστών και να νομοθετούν επηρεασμένα από το  Zeitgeist.

Πρέπει, όμως κατά την γνώμη μου να μην πέσουμε στην παγίδα να πιστέψουμε ότι η δημοκρατία και το κράτος δικαίου εγκαταλείπονται σιγά σιγά μετά από μια τριακονταετή απόλυτη κυριαρχία. Όπως πολλοί πιστέψαν  ανιστόρητα ότι το 1989 μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου,ότι  η δημοκρατία είχε οριστικά και αμετάκλητα κερδίσει και είχε αποκτήσει χωρίς αντίπαλο το μονοπώλιο και η Ιστορία είχε πει την  τελευταία της λέξη, δεν πρέπει να υιοθετήσουμε τώρα την αντίθετη μονοσήμαντη απαισιόδοξη αντίληψη, η οποία  τείνει να γίνει μόδα. Η Ιστορία δεν έχει τελικό στόχο. Οι εγελιανές θεωρίες για την λογική της Ιστορίας δεν ισχύουν. Αυτόν τον φτιάχνουν οι άνθρωποι με τις παρεμβάσεις τους για το καλό και το κακό. Και επίσης η Ιστορία δεν κινείται ευθύγραμμα.

Νομίζω, ότι το κράτος δικαίου, παρά τις πιο πάνω δοκιμασίες που ανέφερα είναι κατάκτηση κατοχυρωμένη στην Ευρώπη. Θα μπορούσε κανείς να πει για το κράτος δικαίου στην Ευρώπη ότι λέει για το Παρίσι ο θυρεός του “Fluctuat nec mergitur” ‘Tαρακουνιέται αλλά δεν βυθίζεται». Και την αισιοδοξία μου αυτή την στηρίζω κυρίως στην Ενωμένη Ευρώπη και τους θεσμούς της, κορυφαία θέση μεταξύ των οποίων έχει το ΔΕΕ. Ενωμένη Ευρώπη την οποία δεν κατάφερε να διεμβολίσει η τραγωδία του Brexit. Οι ελίτ (όχι μόνο οι πολιτικές, αλλά και οι πνευματικές) της Ευρώπης  αλλά και οι λαοί της έχουν καταλάβει ότι άλλη λύση δεν έχουν στον σημερινό ακραία ανταγωνιστικό παγκοσμιοποιημένο πλανήτη των μεγαθηρίων παρά την συμμετοχή στην διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, με κορυφαία κατάκτηση το κοινό νόμισμα. Ότι και αν λένε οι Κασάνδρες η διάλυση της Ευρώπης είναι εξαιρετικά απίθανη. Ακόμη και τα λαϊκιστικά κόμματα όταν έλθουν στην εξουσία δεν αποτολμούν να βγάλουν την χώρα τους από την  ευρωπαϊκή οικογένεια, παρά τις ελλείψεις της τις οποίες σφυροκοπούν και στις οποίες φορτώνουν όλα τα κακά.

Ύστερα είναι και οι λαοί της Ευρώπης. Οι Γάλλοι οι οποίοι τις τραγικές ώρες μετά  τις πολύνεκρες τρομοκρατικές  επιθέσεις στο Bataclan διαδήλωσαν κατά της Ισλαμοφοβίας. Οι Ρουμάνοι και οι Τσέχοι οι οποίοι διαδηλώνουν όλο το 2019 κατά των κυβερνήσεών τους υπερασπιζόμενοι θεσμούς κατά της διαφθοράς.  Στην Πράγα πρόσφατα εκατοντάδες χιλιάδες στην επέτειο της βελούδινης επανάστασης  διαδήλωσαν κατά του. πρωθυπουργού και του συστήματός του. Στην Ελλάδα η Χρυσή Αυγή βρίσκεται και πάλι εκτός Βουλής. Στην Σλοβακία εκλέχτηκε νέα φιλοευρωπαία πρόεδρος, η οποία έχει κάνει σημαία της την μάχη κατά της διαφθοράς. Στην Ιταλία έστω και προσωρινά βρίσκεται εκτός κυβέρνησης η Λέγκα. Δεν είναι λοιπόν όλα μαύρα.

Κράτησα για το τέλος δύο επισημάνσεις για την Ελλάδα. Πρώτος τίτλος: Δικαιοσύνη. Η Δικαιοσύνη δεν έχει ευτυχώς υποστεί θεσμικές επιθέσεις παρόμοιες με εκείνες της Ουγγαρίας και της Πολωνίας και εκπληρώνει  σχετικά ικανοποιητικά τον συνταγματικό της ρόλο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οι μελανές σελίδες και ότι το κύρος της δεν έχει υποστεί πλήγματα. Όσοι διαχρονικά την ενέπλεξαν σε σκανδαλοθηρίες  για πολιτικές σκοπιμότητες της προσέφεραν χείριστες υπηρεσίες. Ένα άλλο μελανό σημείο είναι ότι δεν έχει καταφέρει να αποτρέψει την συχνά βάναυση καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας. Και βέβαια οι τεράστιες καθυστερήσεις  στην απονομή της δικαιοσύνης, που πρακτικά σε αρκετές περιπτώσεις φθάνουν στα όρια της αρνησιδικίας δεν βοηθούν. Πάρα πολλοί συμπατριώτες μας λένε «δεν θα προσφύγω στα δικαστήρια διότι δεν βγάλω τίποτε». Αυτό οφείλουμε να το γνωρίζουμε.

Άφησα για το τέλος τις Ανεξάρτητες Αρχές. Πρέπει να πούμε την αλήθεια οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι περιθωριοποιημένες και ο φτωχός συγγενής. Ελάχιστοι τις γνωρίζουν και ακόμη λιγότεροι προσφεύγουν σε αυτές. Και φοβάμαι ότι η αιτία αυτής της κατάστασης είναι διαχρονικά μια συνειδητή επιλογή της Πολιτείας, η οποία δεν μπορεί λογικά να κρύβει τίποτε άλλο από την επιθυμία της να έχει όσο γίνεται λιγότερα αντίβαρα εξουσίας. Ελάχιστα οικονομικά μέσα, ανεπαρκής στελέχωση σε ειδικευμένο προσωπικό. Και κυρίως η διαχρονική καθυστέρηση της Βουλής και πιο συγκεκριμένα της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής να στελεχώσει τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων Αρχών. Η ΑΔΑΕ την οποία γνωρίζω καλά είχε μείνει τρία χρόνια χωρίς πρόεδρο. Ήδη δε 8 μήνες τώρα λειτουργεί η Ολομέλειά της με 4 μόνο από τα 7 μέλη της.  Ανάλογες συνθήκες επικρατούν ή έχουν επικρατήσει κατά το παρελθόν και στις άλλες τέσσερις συνταγματικά κατοχυρωμένες Αρχές. Επικαλούμενη η προηγούμενη προτείνουσα Βουλή την αδυναμία να συνεννοηθούν τα μέλη για να επιτύχουν τις αυξημένες πλειοψηφίες που ορίζει το Σύνταγμα στο άρθρο 101Α παρ 2 (δηλ ομοφωνία ή τα 4/5) πρότεινε με μεγάλη πλειοψηφία την αναθεώρηση του άρθρου αυτού προκειμένου να μειωθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει ότι όταν ολοκληρωθεί η αναθεώρηση του άρθρου αυτού από την παρούσα (αναθεωρητική Βουλή) τα μέλη των (συνταγματικά κατοχυρωμένων) Ανεξαρτήτων Αρχών θα εκλέγονται με τα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής. Με δεδομένο δε ότι στην Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής υπεραντιπροσωπεύεται το κόμμα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, κατέχοντας  σχεδόν το ½ των μελών της Διάσκεψης, αυτό σημαίνει ότι τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξαρτήτων αρχών θα επιλέγονται πρακτικά σχεδόν από μόνη την κυβερνητική πλειοψηφία ύστερα από  συνεννόηση με κάποιο ή κάποια από τα μικρά κόμματα. Δηλαδή, για να μιλάμε καθαρά, περαιτέρω υποβάθμιση του κύρους των Αρχών αυτών, οι οποίες θα μοιάζουν όλο και περισσότερο με τις νομοθετικά κατοχυρωμένες. Το επιχείρημα ότι δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν τα κόμματα ως επιχείρημα είναι ορθό κατά την πραγματική του βάση. Εκείνο όμως που δεν είπαν οι εμπνευστές της μεταβολής αυτής είναι το γιατί δεν μπορούσε να επιτευχθεί αυτή η συνεννόηση. Δεν μπορεί να γίνει πιστευτό το επιχείρημα ότι δεν υπήρχαν και δεν υπάρχουν στην Ελλάδα πρόσωπα εγνωσμένου κύρους ή διακριθέντες επιστήμονες,  διακομματικής ακτινοβολίας και αποδοχής, στους οποίους τα πολιτικά κόμματα  δεν μπορούν να συμφωνήσουν, αν είχαν καλή πίστη και διάθεση συνεννόησης και σύγκλισης. Η αλήθεια είναι πολύ λιγότερο κολακευτική και δε νομίζω ότι κομίζω γλαύκα αν πω το κοινό μυστικό. Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι οι κομματικοί εγωισμοί και η αντίληψη ότι οι δημόσιες θέσεις είναι τα φέουδα στα οποία τα κόμματα μπορούν να βολεύουν ημετέρους κομματικούς φίλους ή αποτυχημένους πολιτευτές εφαρμόστηκε και εφαρμόζεται προεχόντως στις Ανεξάρτητες Αρχές, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως αποθετήρια τέτοιων περιπτώσεων. Και βέβαια όταν δεν υπάρχει κοινό πεδίο συναντίληψης μεταξύ των κομμάτων, αρχίζει η μεταξύ τους συναλλαγή για τη διανομή των «λαφύρων». Και αν η συναλλαγή δεν καρποφορήσει τόσο το χειρότερο για τος Ανεξάρτητες Αρχές. Ας περιμένουν στο ακουστικό τους για την στελέχωσή τους. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό συνέβαινε και συμβαίνει πάντα και  ότι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Οι εξαιρέσεις αυτές όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

[1] Είχαν προηγηθεί δύο αποφάσεις του ΔΕΕ που αφορούσαν την Ουγγαρία (απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας C-286/12 και απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας , C- 288/12). Και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για πρόωρη  λήξη θητείας υπηρετούντων δικαστών στην πρώτη και μέλους εποπτικής Αρχής προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην δεύτερη. Το Δικαστήριο έκρινε στην μεν πρώτη ότι με την αιφνίδια και στην διάρκεια της θητείας των ενδιαφερομένων  καθιέρωση μειωμένου ορίου ηλικίας αποχώρησης των δικαστών (επρόκειτο για το 62ο έτος) η Ουγγαρία παραβίασε τις υποχρεώσεις της εκ της οδηγίας 2000/78/EΚ της 27ης Νοεμβρίου 2000 του Συμβουλίου για την απαγόρευση αδικαιολογήτων διακρίσεων στην αμοιβή και την απασχόληση.  Το Δικαστήριο δεν είχε επιδείξει τότε την απαραίτητη τόλμη (ή δεν είχαν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες) για να πάει στην καρδιά του προβλήματος, που είναι η δικαστική ανεξαρτησία, όπως έκανε με τις προμνημονευθείσες αποφάσεις της 24ης Ιουνίου και 5ης Νοεμβρίου 2019.

[2] Δεν είναι μόνο το ΔΕΕ που υπερασπίστηκε αποτελεσματικά την βαλλόμενη σε μια από τις χώρες μέλη της ΕΕ δικαστική ανεξαρτησία. Ανάλογη προστασία έχει παρασχεθεί και από το ΕΔΔΑ στην ευρύτερη ζώνη χωρών που καλύπτει το Συμβούλιο της Ευρώπης. Παρά το γεγονός ότι οι δύο αυτές ομάδες κρατών δεν ταυτίζονται ούτε εδαφικά, ούτε αριθμητικά  ανήκουν και οι δύο στον αυτό νομικό πολιτισμό που διέπεται από τον σεβασμό των αρχών του κράτους δικαίου.  Και τα δύο αυτά Δικαστήρια υπηρετούν τις αυτές αξίες. Στην περίπτωση του ΕΔΔΑ Πρόκειται για την απόφαση της 23.6.2016 Baka  κατά Ουγγαρίας.

Ομιλία στις 27/11/2019 κατά την παρουσίαση του συλλογικού τόμου Α. Μεταξά (επιμ.), “Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην ΕΕ”, Ευρασία 2019

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

13 + 15 =