Μετά την Ευρώπη τι; Πέρα από τη φενάκη της μη θνητότητας

Αντώνης Μεταξάς, Επίκουρος Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
Λέξεις-Κλειδιά:

Ι. Eισαγωγικές επισημάνσεις

Οι κάτωθι αναπτύξεις συνιστούν επισημάνσεις για την Ευρώπη και την ενωσιακή ενοποιητική διαδικασία, κυρίως όμως απηχούν μια ανησυχία υπέρ της Ευρώπης. Δεν θεωρώ, συντασσόμενος με τον Häberle[1], τη μεροληψία a priori αρνητικό γνώρισμα του επιστημονικού λόγου, αρκεί αυτή να μην εξοβελίζει την κριτική θεώρηση, τη μεθοδολογική ευκρίνεια και συνέπεια, αλλά και τη διαφάνεια των επιστημολογικών προ-τοποθετήσεων και κατανοήσεων (Vor-verständnisse).

Δεν το κρύβω συνεπώς, επιτρέψτε μου να συγκαταλέγομαι σ’ εκείνους που πιστεύουν στην ανάγκη συνέχισης και εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας και ενίσχυσης της πολιτικής διάστασης της ευρωενοποιητικής προσπάθειας, ενός εγχειρήματος μείζονος ιστορικής σημασίας και πρωτοτυπίας. Θεωρώ την προοπτική εμπέδωσης μιας «ολοένα στενότερης Ένωσης» («immer engere Union») στρατηγικό διακύβευμα για την Ευρώπη και τη χώρα μας. Δεν θα ήταν ειλικρινής, συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι συνιστώ «ουδέτερο» παρατηρητή του ενωσιακού φαινομένου που δεν θλίβεται με τις διαψεύσεις, τις στιγμιαίες του αποτυχίες ή δεν προβληματίζεται με τα κακώς κείμενά του. H ματιά μου, όμως, συντάσσεται με τη ματιά όσων δεν βούλονται να ισοπεδώσουν το υπάρχον, θεωρώντας όλες τις κατακτήσεις της ενοποιητικής διαδικασίας περίπου ως αυτονόητες. Είναι διαφορετικό το βλέμμα του κριτικού παρατηρητή που επιθυμεί να συλλογισθεί για τις παθογένειες, προκειμένου να συμβάλει στην προσπάθεια να αρθούν, και διαφορετικό εκείνο του χαιρέκακου σχολιαστή που βούλεται να τις επικαλείται για να επιχειρηματολογεί υπέρ της διάλυσης ή αποσύνθεσης της Ένωσης, λες και δύναται τάχα να προτείνει εναλλακτικές εν σχέσει με την προοπτική συγκρότησης μιας Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας. Εναλλακτικές, οι οποίες ακόμη κι αν τυχόν υφίστανται, δεν γίνεται αντιληπτό πόθεν συνάγεται και πώς στοιχειοθετείται ότι θα είναι προτιμητέες.

ΙΙ. Η προάσπιση του Κράτους Δικαίου στην Ένωση ως μείζον διακύβευμα επιβίωσης της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας

Δεν είναι, ίσως, ανακριβής η θέση ότι η σημερινή ζωτική κρίση της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας συνδέεται και με την πρόσληψη της Ένωσης ως εν πολλοίς αυτονόητης και ιστορικά μη αναστρέψιμης. Καταθέτω προεισαγωγικά αυτή τη σκέψη, την οποία θα προσπαθήσω να αναλύσω κατωτέρω, με έναν τόνο όχι απαραίτητα απαισιοδοξίας, περισσότερο, θα έλεγα, αγωνίας για την με όρους μιας διανοητικά και μεθοδολογικά εναργούς κριτικής διεπιστημονικότητας ανίχνευση αποτελεσματικών τρόπων αντιμετώπισης της πολύπλευρης κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνεχίζοντας, κατά τούτο, μια προσπάθεια που έχω εκκινήσει σε προηγούμενα γραπτά μου[2].

Δεν ξέρω αν αυτή η όχι «συναισθηματικά αμέτοχη» θεώρηση είναι ευκταία για κάποιον που προσεγγίζει την Ένωση με αξιώσεις ερευνητικής της προσπέλασης και αμιγώς επιστημονικής της ανάλυσης. Συνεπώς, δεν προτίθεμαι να την υπερασπισθώ. Ίσως -και αυτό μόνο διαισθητικά, χωρίς να εγείρω αξιώσεις να πείσω επ΄ αυτού- θα διατυπώσω, εντούτοις, την άποψη ότι ο λόγος για την Ευρώπη οφείλει σήμερα να είναι και συναισθηματικός. Υπάρχουν οριακές ιστορικές στιγμές που ο στενός ρασιοναλισμός, η παραπομπή στα υλικά οφέλη και στις εμπορικές και οικονομικές συνέργειες της ευρωπαϊκής ενοποίησης, απλά δεν επαρκεί, καθότι οι αντίρροπες προς την Ένωση δυνάμεις υπερέχουν δομικά. Αν και εδώ δεν πρόκειται πάντα περί «εχθρού» εν στενή εννοία, ας θυμηθούμε την επίκαιρη προτροπή του Stefan Zweig «να εξοπλιστούμε με όπλα όμοια με αυτά που διαθέτει ο εχθρός»[3]. Είναι σαφές ότι η σταδιακή εξοικείωση του πολίτη με το μεταεθνικό επίπεδο σκέψης και εν-συναίσθησης δεν θα επιτευχθεί μόνο με αριθμούς και σύμβολα που –ας μου συγχωρηθούν εδώ οι κάπως αντιεπιστημονικοί όροι- δεν μιλούν στην καρδιά και την ψυχή του. Και τούτο διότι η ταυτοτική «εργαλειοθήκη» του έθνους-κράτους, σε αντίστιξη με αυτή της Ένωσης, είναι εξόχως ευρύχωρη: κοινές ιστορικές, αισθητικές μνήμες, κοινή γλώσσα και τόπος, αίσθημα κοινότητος και άλλα πολλά και λίαν δομικά, τα οποία δεν αμβλύνονται προς διευκόλυνση της προσχώρησης και σε μια μεταεθνική ταυτότητα. Το «και» αποτυπώνει παρεμπιπτόντως κάτι σημαντικό: Η ενοποιητική διαδικασία δεν έχει εγείρει, ούτε και θα έπρεπε ενδεχομένως, αξιώσεις αποχωρισμού-εκβολής της εθνικής συνείδησης και ιδιαιτερότητας. Πάντα λόγος γίνεται για μία ένωση εθνών, αποφασισμένων όμως -γιατί απλά χωρίς αυτό η Ένωση δεν υφίσταται- να προβούν σε περιστολή της κυριαρχίας τους και μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στο ενωσιακό επίπεδο: η εμβληματική ρήση της Ένωσης μιλά για «Ενότητα στην πολυμορφία «Unity in diversity». Η ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα συγκροτείται ανέκαθεν στη βάση της διαλεκτικής σύνθεσης μεταξύ ενότητας και ποικιλότητας, ήτοι στη βάση συνάρθρωσης διαφορετικοτήτων.

Αυτή η ανεπάρκεια του μη συναισθηματικού λόγου για την Ευρώπη, του λόγου δηλαδή που δεν θα κινείται ερήμην της υφιστάμενης ανάγκης του ατόμου για ψυχικές και συναισθηματικές ταυτίσεις και αναπληρώσεις, συνδέεται με την ανάγκη μη παραγνώρισης του βαθιά υπαρξιακού πυρήνα της πολιτικής[4]: το «πολιτικό», καλώς ή κακώς, μόνο τόπος ειρήνευσης[5] ή συναισθηματικής ουδετερότητας δεν είναι-, αλλά και με την εγγενή απροσδιοριστία της μεταεθνικής προοπτικής. Σ’ ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, με λίγες, πλέον, σταθερές, η αίσθηση της απώλειας του «γνωστού», βιωμένου εθνικού παρελθόντος, των σκληρών συνόρων και των κυρίαρχων, φυλετικά καθαρών εθνών-κρατών ενίοτε συνθλίβει, φοβίζει καίρια, μεγιστοποιώντας δομικές ανασφάλειες και ούτως ή άλλως υφιστάμενα βιωτικά άγχη του μέσου πολίτη. Στο πλαίσιο αυτό, δεν έχει τόση σημασία αν το βιωμένο παρελθόν παραπέμπει σε μια όντως ιδανική ή μάλλον ψευδαισθησιακά εξιδανικευμένη ή ακόμη και πλήρως φαντασιακά συγκροτημένη, ουδέποτε υπάρξασα (ως τέτοια, ήτοι ιδανική) πρότερη κατάσταση. Από μόνη της η διαμάχη μεταξύ βιωμένης εξιδανικευτικής προβολής του παρελθόντος και του διαμεσολαβούμενου από ένα ενίοτε ζοφερό παρόν, ασαφούς αβέβαιου μέλλοντος φαίνεται κατά κανόνα άνιση.

Αντίστοιχα ισχύουν για τα εγγενή θέλγητρα του λαϊκισμού, τα οποία είναι μάλλον σύστοιχα των εγγενών δυσχερειών και αμφισημειών της δημοκρατικής διαδικασίας και της υπεύθυνης πολιτικής Πράξης, η οποία προφανώς δεν μπορεί μεμιάς να ικανοποιήσει επιθυμίες, να άρει τις πολυπλοκότητες και, συνεπώς, να αμβλύνει με υπεραπλουστεύσεις φοβίες και ζωτικά άγχη. Σε αυτό το σημείο γεννιέται η έντονη ανάγκη για την καθησυχαστική εξουσία που υπόσχεται τα πάντα, τα οποία «κάπως» θα προκύψουν, και κυρίως κατευνάζει τον φόβο μέσω της υπόσχεσης για την εκδίωξη του εκφοβιστικού «Άλλου» – ό,τι κι αν το «Άλλο» αυτό συμβολίζει. Στη βάση αυτή συγκροτεί ο λαϊκισμός και η δημαγωγία την αντίστιξη προς αυτό, το οποίο ο «υπερφίαλος κοσμοπολιτισμός» της ενωσιακής ενοποιητικής ορθοδοξίας δήθεν δεν αντιλαμβάνεται καν ως άμεσα απειλητικό κίνδυνο. Ο ολοκληρωτισμός και ο απομονωτικός λαϊκισμός και εθνικισμός έχουν μόλις γεννηθεί[6].

Έχοντας τα προρρηθέντα κατά νου, ας μιλήσουμε για την κρίση της Ένωσης[7]. Η κρίση υφίσταται, είναι βαθιά, δομική και πολυεπίπεδη. Δεν διευκολύνουμε, θεωρώ, την προσπάθεια βελτίωσης ή ανάταξης των κακώς κειμένων αμβλύνοντάς τα ή αποσιωπώντας τα. Ο πυρήνας της κρίσης σχετίζεται, συν τοις άλλοις, με την προβληματική συσχέτιση Δημοκρατίας και Κράτους Δικαίου και την εξ αυτού απορρέουσα ανάγκη ποιοτικής επαναξιολόγησης της σχέσης ανάμεσα στα δύο αυτά μεγέθη, ζήτημα που προφανώς υπερβαίνει το ενωσιακό επίπεδο: ένα πρόβλημα παγκόσμιας εμβέλειας[8].

Δεν ξέρω αν το έχουμε αντιληφθεί και επαρκώς συνεκτιμήσει, τα ανελεύθερα καθεστώτα ήδη, δεν θα πω μελλοντικά, εκλέγονται, αναδεικνύονται με «δημοκρατικές» διαδικασίες. Τούτο δεν συνιστά μια ιστορικά πρωτόγνωρη έκφανση. Μην ξεχνούμε ότι και οι εθνικοσοσιαλιστές του NSDAP είχαν λάβει σημαντικότατα εκλογικά ποσοστά στο γερμανικό εκλογικό σώμα του μεσοπολέμου, το οποίο μάλλον συνειδητά γύρισε την πλάτη στην αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία: Κανένα συνταγματικό και πολιτειακό σύστημα προστασίας δεν μπορεί να αποτρέψει από μόνο του την κατάρρευση της δημοκρατικής Πολιτείας, ειδικά αν η ιστορική συγκυρία και σύνολο άλλων παραγόντων το επιτρέψει[9].

Ενόψει τούτου, ο «Λαός» δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως θεσμικό αντίβαρο, ειδικά σε εποχές που ο «πλειοψηφών» Λαός μπορεί, λ.χ., να συναινεί σε παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου, να επιδοκιμάζει ή, εν πάση περιπτώσει, να μην αντιδρά δραστικά σε μέτρα αντιβαίνοντα στην καταστατική αρχή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, να φοβάται, όπως ήδη σημειώσαμε, τον εθνοτικά, αισθητικά «Άλλον» και να είναι εξόχως ευεπίφορος και δεκτικός στη χορήγηση της συναίνεσής του για κυβερνητικές διαρρήξεις του προστατευτικού πεδίου ατομικών δικαιωμάτων των «’Αλλων»[10].

Θεσμικό αντίβαρο, με την ακριβή μάλιστα σημασία του όρου, συνιστά όντως μια πραγματικά ανεξάρτητη Δικαιοσύνη. Η συγκρότηση των προϋποθέσεων διαφύλαξης αυτού του βιωτικού διακυβεύματος, ήτοι μιας κατ’ ουσίαν ανεξάρτητης Δικαιοσύνης για κάθε -προφανώς συνεπώς, και κατά μείζονα λόγο, για το ενωσιακό – Κράτος Δικαίου, οφείλουν να συνιστούν κύριο μέλημα του πολιτικά υπεύθυνου επιστημονικού λόγου εν γένει και του επιστημονικού κλάδου του ευρωπαϊκού δικαίου ειδικότερα. Αντίστοιχο είναι και το καθήκον επεξεργασίας των κατάλληλων νομικών μηχανισμών για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας του Κράτους Δικαίου από τους επίδοξους σφετεριστές του.

Εκδίπλωση ίσως της πρώτης αυτής επισήμανσης είναι και τα προβλήματα σε σχέση με την κατίσχυση του Κράτους Δικαίου. Αυτό που ο «Λαός θέλει», το οποίο αυθεντικά βέβαια νομιμοποείται να ερμηνεύει μόνο ποιος άραγε (;), υποθέτω ο δημαγωγός πολιτικός ταγός, δεν πρέπει να συναντά αναχώματα θεσμικά, δικαστικά ή άλλα. Κατ’ αυτή την έννοια δεν πρέπει, ίσως, να μας εκπλήσσει ότι πρώτιστο μέλημα/πρωτοβουλία της ανελεύθερης, αυταρχικής πολιτικής εξουσίας, της illiberal power, είναι σήμερα ο έλεγχος και η περιστολή της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Ποιες είναι, όμως, οι βαθύτερες αιτίες της δομικής κρίσης της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας και ποιοι θα μπορούσαν να είναι οι άξονες ενός γόνιμου προβληματισμού για τη διερεύνηση τρόπων υπέρβασής της;

  1. Η έλλειψη ταυτοτικού τύπου και η εν γένει υπερίσχυση ενός μάλλον γραφειοκρατικού έναντι ενός ταυτοτικού χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Ταυτότητα και πολιτική κοινωνία είναι σήμερα στην πρόσληψη του ευρωπαίου πολίτη έννοιες συνυφασμένες με το εθνικό κράτος. Ζητούμενο είναι συνεπώς η δημιουργία ταυτίσεων με μεταεθνικούς συμβολισμούς και η διασύνδεση των τελευταίων με το συλλογικό και ατομικό φαντασιακό[11]. Αν αναρωτηθεί κανείς ποιά είναι η προσδοκώμενη επενέργεια του (ευρωπαϊκού) Δικαίου σε αυτή την κρίσιμη περίσταση, γοητευτική αλλά και εύστοχη παρίσταται εδώ η επισήμανση του Ulrich Haltern: Το Δίκαιο είναι εν γένει η πράξη της σημασιοδότησης. Το Δίκαιο δομεί τις προσλήψεις και οπτικές μας, πριν καν δομήσει τον θεσμικό ιστό του κοινού βίου. Κατ΄ αυτή την έννοια η έλλειψη σημάνσεων στο ενωσιακό επίπεδο είναι γνήσιο θέμα της νομικής επιστήμης – „das europäische Bedeutungsdefizit ist folglich ein genuines Thema der Rechtswissenschaft“[12].

Είναι αληθές και οφείλει να αναδεικνύεται, ότι το Δίκαιο στα συμφραζόμενα της ενοποιητικής διαδικασίας, κυρίως μέσω της όλως αναγκαίας – ως ακτιβιστικής  συχνά χαρακτηριζόμενης – νομολογιακής παρέμβασης του ΔΕΕ, μορφοποίησε το ισχύον σε χρόνο που το πολιτικό όχι μόνο δεν ήταν έτοιμο να το πράξει, αλλά και αντιτίθετο ρητά στην ίδια τη θεσμική ωρίμανση της ενωσιακής έννομης τάξης και, δι’ αυτής, στην ωρίμανση της ενοποιητικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ συνιστά η δόμηση όχι απλώς περιφερειακών θεωρητικών αρχών αλλά της ίδιας της δογματικής κατασκευής του ενωσιακού δικαίου. Το τρίπολο, αρχή της υπεροχής, αρχή του αμέσου αποτελέσματος και η αρχή της ευθύνης των κρατών μελών επί παραβάσεων του ενωσιακού δικαίου, κατ’ ουσίαν ποτέ δεν υπήρξε απόρροια πολιτικής αυτοδέσμευσης και τοποθέτησης του ενωσιακού νομοθέτη. Αν τούτο έγινε προοδευτικά (και) τόπος πολιτικής συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών – σε ποιό βαθμό αυτό ακόμη και σήμερα περιβάλλεται με πεποίθηση συναίνεσης, είναι μια άλλης τάξεως συζήτηση -, το οφείλει στη δυναμική, επεκτατική τελολογία του Δικαστηρίου. Το Δίκαιο συνεπώς έθεσε τις προϋποθέσεις της θεσμικής ωρίμανσης της ενοποιητικής διαδικασίας και η πολιτική ακολούθησε. Πρώτο μέλημα υπήρξε η εργαλειακή αξιοποίηση του Δικαίου για την εμπέδωση της μείζονος τελολογίας της Κοινής Αγοράς. Στην πορεία κατέστη εμφανές ότι το Δίκαιο ήταν ανάγκη να υποβοηθήσει και άλλες, πιο εξελιγμένες πολιτικές στοχεύσεις και ταυτοτικές αναγκαιότητες: εκκινώντας από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως έκφραση μιας ηθικής κανονιστικότητας του ενωσιακού πεδίου και φτάνοντας μέχρι τη συγκρότηση του ενωσιακού πολίτη δια της Unionsbürgerschaft.

Σήμερα, το Κράτος Δικαίου και το αξιακό υπόβαθρο που το συνοδεύει συνιστούν έναν εκ των βασικών δομικών αξόνων, γύρω από τους οποίους οφείλει να συγκροτηθεί η ενωσιακή ταυτότητα. Αναζητώντας την «ψυχή» της Ευρώπης, την βρίσκει κανείς, νομίζω, στην παράδοση του ευρωπαϊκού συνταγματισμού και στην προσήλωση στις δικαιοκρατικές αρχές – η προάσπιση του Κράτους Δικαίου συνιστά συνεπώς γνήσιο ταυτοτικό πρότυπο της ενωσιακής σφαίρας. Η ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη αποκτά στοιχεία συνταγματικής ποιότητας δια της υιοθέτησης αξιών, ήτοι δεοντικών γνωμόνων περιβεβλημένων με κανονιστική ισχύ, δηλ. δεσμευτικών αμφιμερώς, τόσο για την ίδια όσο και για τα κράτη μέλη, τόσο για τους θεσμικούς φορείς τους όσο και για τους ερμηνευτές των ενωσιακών κανόνων δικαίου. Όπως κάθε Συμπολιτεία ως αρχιτεκτονική της κοινής μας συμβίωσης, έτσι και η ενωσιακή, οικοδομείται πάνω στις αξίες του δημόσιου πολιτισμού της, με σεβασμό στην πολυμορφία των βιοτικών τρόπων, στην ποικιλία των διακριτών πολιτιστικών αναφορών και εθνικών ιδιαιτεροτήτων, αλλά και με αξίωση κατίσχυσης έναντι φαινομένων και πρακτικών που διαβρώνουν την κοινή αναφορά και, εν τέλει, την κοινή τελολογία της.

      Δεν ξέρω αν αυτό που υπαινίσσεται ο Hölderlin, ότι δηλαδή η συγκρότηση κάθε ταυτοτικού τύπου δομείται μέσα στη σύγκρουση μεταξύ αντιθέτων[13], είναι πάντα ακριβές, γεγονός είναι εντούτοις ότι η αντίστιξη με το μη ανήκον, το μη περιλαμβανόμενο, συνιστά condition sine qua non για τη δόμηση της όποιας ταυτότητας: οριζόμεθα ταυτοτικά δια και μέσω των ορίων μας.

ΙΙΙ. Συγκεφαλαιωτικά

  1. Η Ευρώπη, ως κοινότητα αξιών, καθορίζεται, όπως εύγλωττα μας λέει ο Häberle, κυρίως από την Ευρώπη ως κοινότητα δικαίου και πολιτισμού – ως κοινότητα δικαιικού πολιτισμού, η οποία οφείλει να έχει σαφή όρια αλλά και ανοχές έναντι των σφετεριστών της, αν δεν επιθυμεί να αυτοαναιρεθεί.
  2. Άκρως σημαντική είναι η ανάδειξη της εν δυνάμει θνητότητας του ενωσιακού εγχειρήματος, αλλά και η ανάδειξη του μη αυτονόητου χαρακτήρα των ενοποιητικών «κεκτημένων», σε επίπεδο εθνικό, αλλά και, κυρίως θα έλεγα, ατομικό. Θεωρώ ότι η συνολική μας προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας αλλά και ο τρόπος που τη βιώνουμε αλλά και τη διδάσκουμε πρέπει να συγκροτείται στη βάση της επίγνωσης της εξής ιστορικά επιβεβαιωμένης διαπίστωσης: Δεν είναι διόλου ιστορικά ακριβές ότι οι πολιτικές κοινωνίες και τα συστήματα οργανωμένης πολιτικής συμβίωσης δεν δύνανται να αυτοκτονούν, κάθε άλλο: Το πράττουν και μάλιστα ενίοτε με μεγάλη βιαιότητα, ραγδαία και εκκωφαντικά, συχνά δε «δι’ ασήμαντον αφορμήν» ή κατόπιν αναπάντεχων ατυχημάτων που συμπαρασύρουν θεμελιακές δομές σε πλήρη κατάρρευση. Είναι κάτι όλως διαφορετικό, βέβαια, ότι τα ίδια τα ατομικά υποκείμενα εκτιμούν την αληθή διάσταση και αξία των «κεκτημένων» μάλλον όταν τα χάσουν. Εν προκειμένω, έστω και ο έντονος και χρονικά παρατεταμένος φόβος απέναντι στο ενδεχόμενο η Ένωση να αποσυντεθεί προσεχώς μπορεί να θέσει σε κίνηση προσεγγίσεις και πολιτικές συμπεριφορές που θα επιταχύνουν τις διαλυτικές τάσεις καίρια. Μην ξεχνούμε δε κάτι μάλλον σημαντικό, το οποίο συχνά υποτιμάται: Σήμερα την Ένωση συναπαρτίζουν λαοί που έχουν βιώσει την, ενίοτε, ακαριαία και βίαιη θνητότητα των πολιτικών πραγμάτων, και μάλιστα έχουν κατατάξει ψυχολογικά τη σχετική τους εμπειρία ως έναυσμα «ελευθερίας» και «χειραφέτησης» (αναφέρομαι στους λαούς της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης με παρελθόν κομμουνιστικών καθεστώτων). Δεν είναι συνεπώς άστοχο να υποθέσει κανείς ότι ενδέχεται, ενόψει αυτής της ιστορικής τους εμπειρίας, να μην προσεγγίζουν «αντισυστημικές» ριζικές ανακατατάξεις με μείζονα περίσκεψη και δέος, αλλά, αντιθέτως, μάλλον αυτοματιστικά ως περίπου «λυτρωτικές»[14].

To εν λόγω ζήτημα συνδέεται και με την έλλειψη διεξοδικής κριτικής αποτίμησης της διεύρυνσης που έλαβε χώρα την πρώτη δεκαετία του 21ού  αιώνα. Διατυπώνεται συχνά η θέση ότι η διεύρυνση ενίσχυσε την προσέγγιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης με όρους ενός cost-benefit analysis, ήτοι με μια χρησιμοθηρική, κυρίως στενά οικονομιστική, προσέγγιση, ευρισκόμενη στον αντίποδα της πολιτικής ποιότητας της προοπτικής της ενοποιητικής διαδικασίας. Αυτή η χρησιμοθηρική προσέγγιση ήταν και είναι σφόδρα αντίθετη στην προοπτική περιστολής της κυριαρχίας των κρατών μελών προς διευκόλυνση συγκρότησης ενός μεταεθνικού μορφώματος, το οποίο θα αμβλύνει την πρωταρχία του έθνους κράτους στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια πολιτική σκηνή.

  1. Η προσφυγική κρίση έχει μείζονες επιπτώσεις στην ίδια τη φύση και τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης στο εθνικό επίπεδο, με απόρροια την επαύξηση της πολιτικής ισχύος αντιδραστικών, ευρωσκεπτικιστικών κομματικών μορφωμάτων. Στο αξιακό υπόβαθρο της Ένωσης ανήκει, εντούτοις, η αρχή της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών και η έλλογη, με συναίσθηση προφανώς και κάποιων πρακτικών ορίων της κοινής μας caritas, επιδίωξη δημοκρατικής και δικαιοκρατικής συμπερίληψης και συμβίωσης με τους «διαφορετικούς άλλους», ήτοι και με ανθρώπους που αναγκάζονται, χωρίς να ανήκουν στα ευρωπαϊκά έθνη, να βρουν καταφύγιο στους κόλπους της. Αν και το θέμα αυτό δεν μπορεί προφανώς να αναλυθεί εδώ με όρους στοιχειώδους επάρκειας, ας σημειωθεί πάντως ότι σήμερα, για μεγάλα πληθυσμιακά στρώματα ανά τον κόσμο, όχι, συνεπώς, μόνο για κατατρεγμένους πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές, η Ευρώπη συνιστά τον τόπο που μετουσιώνει τη δομική αλλαγή και βελτίωση της ζωής τους. Κατά συνέπεια, τα παλιά επαναστατικά οράματα, οι ουτοπίες και οι ιδεολογικής παρώθησης «επαναστάσεις» έχουν αντικατασταθεί από τη βούληση εξόδου από την ανέχεια και τις δυσκολίες του τόπου τους προς την «ευρωπαϊκή ευμάρεια», εικόνες της οποίας βλέπουν καθημερινά στις οθόνες του υπολογιστή τους. Και ως προς αυτό, η Ευρώπη πρέπει συνεπώς να βρει ένα σημείο ισορροπίας μεταξύ της ανασφάλειας του μέσου Ευρωπαίου, που δεν θέλει να απωλέσει τα κεκτημένα του, και των επιταγών του ενωσιακού δικαιικού πολιτισμού και του Κράτους Δικαίου, οι οποίες δεν επιτρέπουν τη διολίσθηση σε μη συνάδουσες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια συμπεριφορές, αλλά οφείλουν ταυτόχρονα να προασπισθούν την τήρηση αλληλέγγυας στάσης προς τα κράτη μέλη που λόγω της γεωγραφικής τους ιδιαιτερότητας δεν έχουν την ευκολία του «κλεισίματος των συνόρων τους».

Το διακύβευμα είναι σημαντικό, αλλά και οι  λύσεις δεν είναι εύκολες: Ένα πολιτειακό μόρφωμα που ιστορικά έχει συγκροτηθεί κανονιστικά έχοντας ως βάση την επιταγή της κατάργησης των πάσης φύσεως συνόρων, πρέπει να εντάξει στην κοινή του θέση και στάση πληθυσμιακά στρώματα, μάλλον πλειοψηφικά στα περισσότερα, αν όχι σε όλα, τα κράτη μέλη, τα οποία σχεδόν εμμονικά επιζητούν την ανέγερση τειχών και συνόρων. Εδώ, το μοντέλο του «περίκλειστου έθνους κράτους» φαντάζει ξανά για πολλούς ως το ασφαλές καταφύγιο έναντι των ευρωπαϊκών ελίτ, οι οποίες  δεν έχουν έτοιμες απαντήσεις, μιλούν γενικά ή κατά κανόνα καθόλου, υποτιμούν τις αγωνίες των εντός και εκτός συνόρων χαμένων της παγκοσμιοποίησης[15], αλλά και δεν έχουν επαρκώς εργασθεί για να έχει η Ένωση φωνή και παρεμβατικότητα στη διεθνή σκηνή, με σκοπό όχι απλώς να διαχειρίζεται τον αντίκτυπο των κρίσεων πάνω της, αλλά να παρεμβαίνει εκεί όπου αυτές, στο διεθνές στερέωμα, συγκροτούνται, με αξίωση και δυνατότητα συν-διαχείρισής τους, ώστε να αμβλυνθεί πρωτογενώς το όποιο αντίκτυπο έχουν αυτές πάνω της.

 

ΙV. Επιλογική επισήμανση

Στο ευρωπαϊκό εγχείρημα η πορεία προς την Ένωση είναι ασύμμετρη και συχνά ασυνεπής. Η Ένωση ήταν ανέκαθεν, ως ωραία συχνά λέγεται, μια ιδέα, ένα όραμα σε αναζήτηση πραγματικότητας. Αυτό που προσεγγίζεται ως στρατηγικό της μειονέκτημα είναι ίσως και η γοητεία της. Οι ιδέες ανατροφοδοτούνται και εμπεδώνονται, όμως, πάντα σε συσχέτιση με συμπαγές αξιακό υπόβαθρο (πάντα κατά περιεχόμενο ιστορικά διαπερατό και διαμορφώσιμο –σε «αέναη ιστορική εκκρεμότητα», έλεγε ο Δ. Τσάτσος), διεισδύον ιστορικά και θεσμικά, ώστε να καταστεί αντικείμενο και ταυτοτικής αναγνώρισης. Ενόψει αυτού, η υπεράσπιση του Κράτους Δικαίου σε πλαίσιο ελεύθερης πολιτειακής αλληλένθεσης και η διασφάλιση πολιτικών μηδενικής ανοχής σε φαινόμενα περιστολής της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης συνιστούν μονόδρομο επιβίωσης για την Ευρώπη, σήμερα πιο πολύ ίσως από ποτέ.

 

 

 

 

[1] “Peter Häberle on Constitutional Theory. Constitution as Culture and the Open Society of Constitutional Interpreters“, Markus Kotzur (ed.), Nomos/Hart, 2018.

[2] Eνδεικτικά A. Μεταξάς, H έκτακτη ανάγκη ως η νέα legitimitas: Προκαταρκτικές σκέψεις για μια διεπιστημονική προσέγγιση του ευρωπαϊκού δικαίου, 2019, ΕΦΔΔ, τ. 6/2018 = https://www.constitutionalism.gr/i-ektakti-anagki-os-nea-legitimitas/, Α. Μεταξάς, “Ευ-ρώπη, Κρίση, “Έκτακτη Ανάγκη”: Η ερμηνευτική ευθύνη και οι προκλήσεις για το ευρωπαϊκό δίκαιο”, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίουτ. 2/2015, σελ. 226 επ., του ιδίου, “Ο “επαπειλούμενος” δικανικός και κοινοβουλευτικός λόγος – Σκέψεις για την ανάγκη συγκρότησης μιας ευρωπαϊκής “συνταγματικής ταυτότητας”,  Το Σύνταγμα, τ. 1/2012, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, σελ. 293 επ.

[3] Στ. Τσβάιχ, Έκκληση προς τους Ευρωπαίους, Εκδ. Μελάνι 2017.

[4] Βλ. και Π. Παναγιωτόπουλο, Επίμετρο, εν: Emmanuel Macron, εκδ. Μελάνι, 2018, σελ. 45 επ.

[5] Ch. Mouffe, Über das Politische – Wider die kosmopolitische Illusion, Mohr Siebeck, 2005.

[6] Πρβλ. Π. Παναγιωτόπουλο, ό.π.

[7] Βλ. αντί άλλων από την εκτενέστατη σχετική βιβλιογραφία Αl. Kemmerer, Krise des Europarechts, Europarecht in der Krise: Recht, Politik und Ökonomie, Max Planck Institute for Comparative Public Law & International Law (MPIL) Research Paper No. 2017-22, M. Nettesheim, Krisen im Recht und Krise des Rechts – Oder: Ist die Finanzkrise auch eine Rechtskrise?, EuR 2016, Beiheft 1, σελ. 1 επ., C. Möllers, Krisenzurechnung und Legitimationsproblematik in der Europäischen Union, Leviathan 43 (2015), 339-364, J. Habermas (2012), The Crisis of the European Union, a Response, London: Polity, Α. Μεταξάς/I. Pernice, Europa in der Krise – Zwischen Recht und Politik, Εκδ. Σιδέρη, 2015, Α. Μεταξάς, Ευρώπη, Κρίση, «Έκτακτη Ανάγκη»: Η ερμηνευτική ευθύνη και οι προκλήσεις για το ευρωπαϊκό δίκαιο, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 2/2015, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 226-235.

[8] Πρβλ. Χρ. Ράμμο, εν: Α. Μεταξάς (επιμ.), Η κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ε.Ε., Εκδ. Ευρασία, 2019, σελ. 49 επ.

[9] Πρβλ. την εναργή ανάλυση των αιτίων της κατάρρευσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στο τελευταίο βιβλίο του Udo di Fabio, Die Weimarer Verfassung – Aufbruch und Scheitern –  Eine verfassungsrechtliche Analyse, C.H. Beck 2018. Ολως ενδιαφέρουσες είναι και οι συναγωγές συμπερασμάτων και παραλληλισμών που διατυπώνει ο Udo di Fabio στο εν λόγω κείμενό του για την κρίση της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας.

[10] Ας μου επιτραπεί εδώ κατ’ εξαίρεση ο προσωπικός τόνος, είναι εντούτοις ίσως χαρακτηριστική η επισήμανση: Ενθυμούμαι τις πολιτικοϊδεολογικές μου τύψεις – ναι ο όρος είναι μάλλον ακριβής-, όταν στις πρόσφατες πανεπιστημιακές παραδόσεις μου στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο αναφερόμουν στο ατελέσφορο, αλλά και επικίνδυνο ενίοτε, των δημοψηφισμάτων, ειδικότερα δε ενόψει της εργαλειακής αξιοποίησης του θεσμού από τους κάθε λογής λαϊκιστές δημαγωγούς. Πως άραγε αποτολμά κανείς τη διατύπωση κριτικού λόγου για την κορυφαία, αλλά και στοιχειακή αυτή στιγμή της αμεσοδημοκρατικής μέθεξης; Μάλλον η απάντηση περνά μέσα από την ανάγκη υπεράσπισης της ίδιας της Πολιτικής αλλά και της Ιστορίας, αλλά και της αναγκαίας ανάσχεσης στο να καταστεί η συγκυρία Ιστορία, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Β. Βενιζέλος (βλ. του ιδίου, Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας – Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος, Εκδ. Πατάκη 2018, σελ. 201 επ.).

[11] Βλ. εδώ τις όλως ενδιαφέρουσες συμβολές στον προσφάτως εκδοθέντα συλλογικό τόμο «Heimat Europa?» (επιμ. M. W. Ramb/H.  Zaborowski), Wallstein Verlag, 2019, όπως επίσης J. H. H. Weiler, United in fear – The loss of Heimat and the crises of Europe, in: L. Papadopoulou/Ing. Pernice/J. H.H. Weiler (eds.), Legitimacy Issues of the European Union in the Face of Crisis – Dimitris Tsatsos in memoriam, Hart/Nomos, 2017, 359 επ.

[12] Ul. Haltern, Europarecht und das Politische, Tübingen: Mohr Siebeck 2005, σελ. 2 επ.

[13] Πρβλ. R. Esposito, A Philosophy for Europe, Polity Press, 2018, σελ. 5 επ.

[14] Πρβλ. I. Krastev, After Europe, Penn University Press, 2017

[15] Πρβλ. Π. Παναγιωτόπουλο, ό.π., σελ. 51.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

three × 2 =