Η «απόδραση» της Ένωσης και το Δικαστήριο-φύλακας

Λίνα Παπαδοπούλου, Αν. Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Νομική Σχολή ΑΠΘ

Στην απόφαση-σταθμό της 5ης Μαΐου 2020 για το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο (ΓΟΣΔ) δεν αμφισβήτησε τη λεγόμενη «αρχή της υπεροχής» του δικαίου της Ένωσης, ή ακριβέστερα την «προτεραιότητα εφαρμογής» του. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο όρους είναι σημαντική και αποτελεί κλειδί για να καταλάβουμε τη λογική του ΓΟΣΔ.

«Υπεροχή» διαθέτει το Σύνταγμα έναντι κάθε (άλλου) νόμου σε μία κρατική έννομη τάξη και σε κάθε περίσταση. Το πεδίο δε εφαρμογής του Συντάγματος και των (άλλων) νόμων ταυτίζεται. Δεν υπάρχει νόμος του κράτους, νόμος που να προέρχεται από τα όργανα του κράτους, που να μην υπάγεται και να μην υπακούει στο Σύνταγμα. Και το κράτος έχει –καταρχήν– αρμοδιότητα επί παντός του επιστητού. Καταρχήν, επειδή τα κράτη μέλη της Ένωσης έχουν μεταφέρει στην τελευταία κάποιες από τις αρμοδιότητες αυτές.

Συνεπώς η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει μόνον τις αρμοδιότητες που τις μεταφέρουν ή «αναγνωρίζουν» (κατά τη διατύπωση του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος) τα κράτη μέλη. Είναι φυλακισμένη στα όρια αυτών των αρμοδιοτήτων που τα κράτη αποφασίζουν όλα μαζί να παύσουν να ασκούν μονομερώς το καθένα και να τις συνασκήσουν συλλογικά. Δημιουργείται έτσι μία άλλη έννομη τάξη, διακριτή από τις κρατικές, η ενωσιακή έννομη τάξη, στο πλαίσιο της οποίας κανείς δεν αμφισβητεί πλέον ότι το ενωσιακό δίκαιο διαθέτει –υπό αυτή την έννοια– «υπεροχή». Ούτε το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αμφισβήτησε την αρχή αυτή.

Αυτό που το ΓΟΣΔ αμφισβήτησε είναι το ποιος αποφασίζει, ως τελικός κριτής, σχετικά με το πλαίσιο, με  τα όρια, εντός των οποίων μπορεί να κινείται η Ένωση και τα όργανά της. Και ως προς αυτό ήταν σταθερή η θέση του, δεκαετίες τώρα, ότι παραμένει το ίδιο τελικός κριτής, στηριγμένο σε μία εθνοκεντρική και κρατοκεντρική αντίληψη περί δημοκρατίας. Αυτή του την αρμοδιότητα άσκησε τώρα, για πρώτη φορά, βγάζοντας «κίτρινη κάρτα» -με τρόπο νομικά μη πειστικό, βέβαια- ενόψει της διάκρισης μεταξύ νομισματικής και οικονομικής πολιτικής και της προβληματικής, πράγματι, ανάθεσης (από τις χώρες της Ευρωζώνης) μόνον της πρώτης στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Διεκδίκησε, επίσης, κατ’ επέκταση, να καλεί τα αρμόδια εθνικά όργανα –γιατί σε αυτά μόνον μπορεί να απευθυνθεί–, την Κυβέρνηση και τη Βουλή, να ανακαλέσουν στην τάξη τα ενωσιακά όργανα (εν προκειμένω την ΕΚΤ) όταν, κατά την κρίση του, αυτά δραπετεύουν από τη φυλακή που χτίζει η αρχή των δοτών ενωσιακών αρμοδιοτήτων και δρουν πέραν των εξουσιών τους (ultra vires).

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι αν η έβρισκε μιμητές και σε άλλα κράτη, η ενιαία εφαρμογή του δίκαιου της ΕΕ θα υπονομευόταν δραματικά. Αναγνωρίζει, λοιπόν, ότι οφείλει καθήκον συνεργασίας, διεκδικεί όμως παράλληλα τον ρόλο του ισότιμου συνομιλητή με το Δικαστήριο της Ένωσης, στο πλαίσιο ενός πλουραλιστικού μοντέλου των εννόμων τάξεων. Ταυτόχρονα διεκδικεί και την πολιτική του ισχύ εντός Γερμανίας, απέναντι στα πολιτικά όργανα. Έχει όμως επίγνωση ότι η ένταση αυτή στις σχέσεις εθνικού και ενωσιακού δικαίου που προκαλεί δεν μπορεί να λυθεί νομικά, παρά μόνον πολιτικά. Εξ ού και αυτοπεριορίζεται, εντέλει, καταλείποντας, ως οφείλει, την τελική απόφαση στα γερμανικά πολιτικά όργανα, την Κυβέρνηση και την ομοσπονδιακή Βουλή.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ 23-24/05/2020

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seventeen − 7 =