Η πανδημία ανάμεσα στο Δίκαιο και στην Ηθική, με την ζωή ως συνταγματική αξία

Αντώνης Μανιτάκης, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί κείμενο εργασίας, working paper, που γράφτηκε κυρίως τον καιρό της καραντίνας. Δεν είναι επομένως ολοκληρωμένο ούτε οριστικό κείμενο. Δεν έχω λάβει υπόψη μου και δεν πρόλαβα να αξιοποιήσω πρόσφατα, αξιόλογα,  δημοσιεύματα ούτε να αναφερθώ σε παλαιότερες μελέτες, εξίσου κρίσιμες για το θέμα μας. Ελπίζω να επανέλθω με νέα υπομνηματισμένη δημοσίευση σχετικά σύντομα. Εν μεταξύ, το θέτω υπόψη  της επιστημονικής κοινότητας, με τη μορφή προ-δημοσίευσης  δια του constitutionalism.gr  προς προβληματισμό και συζήτηση.

Αφιερώνεται στους φοιτητές και στους διδάσκοντες της Νομικής του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου, και ειδικά στους τελειόφοιτους που δεν πρόλαβα λόγω κορονοϊού να αποχαιρετίσω. Συμμερίστηκα μαζί τους τα τελευταία έξη χρόνια, κοινές μαθησιακές αγωνίες και πολλές ακαδημαϊκές  συγκινήσεις.    

 

Η κρίση της Πανδημίας είναι, πιστεύω, μια μοναδική ευκαιρία να ξανασκεφτούμε, να αναστοχαστούμε πολλά πράγματα, θεμελιώδη για την ατομική μας ζωή, την κοινωνική μας συμβίωση και τον πολιτικό βίο μας.  Και η ευκαιρία   είναι μοναδική, ιστορικά, και ανεπανάληπτη, γιατί η νέα θεώρηση  του τρόπου της διαβίωσης  δεν αφορά μόνον εμάς, τη χώρα μας, αλλά, ταυτόχρονα τον κόσμο ολόκληρο. Σκεφτόμαστε, όπως σκέφτονται και διερωτώνται, πιθανότητα,  πολλοί σαν και μας σε ολόκληρη την υφήλιο.

Η σκοπιά μας γίνεται εκ των πραγμάτων οικουμενική, με μια προοπτική νέας εποχής, με αφετηρία και σημείο αναφοράς όμως τον τόπο μας, τον  μικρό και  ταλαίπωρο πλανητικό χωριό μας. Μπροστά μας ανοίγεται ένας απέραντος, άγνωστος και απροσδιόριστος ορίζοντας. Γοητευτικός όσο και τρομακτικός μαζί.

Ευκαιρία, επομένως,   για όλους μας να στοχαστούμε τα θεμελιώδη και καθημερινά  τα της ζωής και του βίου μας,  αρχίζοντας από αυτά που βιώνουμε και ξέρουμε καλύτερα, λόγω της καθημερινής ή της εξειδικευμένης  ενασχόλησής μας.

Υπάρχει ένας κοινός τόπος. Με την πανδημία εκείνο που κυρίως τέθηκε υπό διακινδύνευση είναι η προσωπική ζωή μας, η βιολογική μας ύπαρξη, η επιβίωση, η διαβίωση και η συμβίωσή μας μέσα στην κοινωνία με τους άλλους.

Η διακινδύνευση βέβαια της ζωής μας είναι η ακραία συνέπεια της διακινδύνευση της υγείας μας με αφορμή  τον ιό Covid 19. H προσβολή όμως από τον κορονοϊό  της υγείας μας στην προκειμένη περίπτωση προκάλεσε τρόμο σε ολόκληρο τον κόσμο, διότι ήταν πιθανό  να καταλήξει στην πρόκληση θανάτου. Αυτή η πιθανότητα -που δεν μπορούσε να αποκλειστεί- είναι που προκάλεσε τόσο τρόμο και λήφθηκαν τα πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα. Ο πάνδημος φόβος του θανάτου είναι η ρίζα της παγκόσμιας αναταραχής και όχι απλώς ο φόβος της ενδεχόμενης ασθένειας από τον κορονοϊό.

Η διακινδύνευση της ζωής σε οικουμενικό επίπεδο σε συνδυασμό με την διακινδύνευση της υγείας μας έγινε αιτία και αφορμή να γνωρίσουνε βιώματα και εμπειρίες τέτοιες, που μας αναγκάζουν σήμερα να αναθεωρήσουμε απόψεις, να διερωτηθούμε για τις βεβαιότητές μας, να εγκαταλείψουμε ακόμη και εδραιωμένες πεποιθήσεις ή  ακλόνητα πιστεύω μας και τελικά να αναζητήσουμε να μάθουμε πράγματα άγνωστα και απόβλεπτα. Όπως είπε προσφυώς σε μια συνέντευξή του  Χάμπερμας στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, η πανδημία μας έφερε αντιμέτωπους με την ρητή γνώση της μη-γνώσης, με την επίγνωσή της άγνοιάς μας.

Ευκαιρία επομένως να επανεξατάσουμε κάθε ένας στο τομέα του αυτά που, εγνωσμένα ή μη, παραγνώριζε ή αγνοούσε. Για τους νομικούς και ειδικά για τους συνταγματολόγους και τους θεωρητικού του Δικαίου ευκαιρία να διερωτηθούν για τις δικαιικές βεβαιότητες τους και τις θεωρητικές πεποιθήσεις τους.

Έτσι, προσωπικά πιστεύω πως θα πρέπει να επανεξετάσουμε με κριτική ματιά α) την ατομοκεντρική αποκλειστικά  πρόσληψη των δικαιωμάτων ξεκινώντας από το θεμελιώδες δικαίωμα στη ζωή, προσλαμβάνοντάς το ταυτόχρονα και  ως ύψιστο συλλογικό αγαθό, ως μια συνταγματική αξία. Οι διατάξεις των συνταγματικών δικαιωμάτων δεν καθιερώνουν μόνον υποκειμενικές αξιώσεις κατά του κράτους ή και των τρίτων αλλά και θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές,  όπως και άρρητες συνταγματικές αξίες που  στηρίζουν τα δικαιώματα και  νοηματοδοτούν τις άψυχες και άφωνες συνταγματικές διατάξεις. β) τη σχέση Δικαίου και Ηθικής και μαζί της  την κρατούσα κρατικο-θετικιστική θεώρηση, που απέκλειε ως ανεπίτρεπτη από το νομικό συλλογισμό και από την ερμηνεία κάθε είδους επικοινωνία μεταξύ τους γ) τη συνταγματική  ρήτρα,  καθένας  μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά του ελεύθερα, εφόσον δεν προσβάλει όμως τα δικαιώματα των άλλων, δ) την συμπλήρωση της ρητής αυτής συνταγματικής εντολής με την άρρητη ότι η άσκηση των δικαιωμάτων δεν υπόκειται μόνον σε περιορισμούς, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, αλλά συνεπάγεται και ευθύνες, ατομικές και κοινωνικές καθώς και δικαιικά καθήκοντα, η μη ανάληψη των οποίων δεν συνεπάγεται βέβαια νομικές κυρώσεις, δεν απαλλάσσει όμως τον παραβάτη από κάθε είδους μομφή, όπως ηθικο-πολιτική  ε) και σε συνάρτηση με το προηγούμενο, να αναβαθμίσουμε κανονιστικά τη συνταγματική σημασία των συνταγματικών καθηκόντων, όπως εκείνου της κοινωνικής αλληλεγγύης και στ) την επαναξιολογήσουμε και να αναδείξουμε τις σύνθετες δικαιοπλαστικές πτυχές του σταθμιστικού συλλογισμού με άξονα την αρχή της αναλογικότητας ως μιας θεμελιώδους σημασίας και αναγκαίας  ερμηνευτικής πρακτικής  κατά την σύγκρουση συνταγματικών δικαιωμάτων ή αγαθών και κατά την συνταγματική αξιολόγηση δικαιοπραξιών και κρατικών πράξεων.       

Θα περιοριστώ, λόγω της επικαιρότητας αλλά και της καίριας σημασίας του, στο παράδειγμα  του δικαιώματος της ζωής, εκλαμβάνοντάς το ως παράδειγμα αντιπροσωπευτικό της νέας πρόσληψης των ατομικών δικαιωμάτων, που υπερβαίνει την υποκειμενική τους αποκλειστικά θεώρησή και τα αντιλαμβάνεται ως αντικειμενικές θεμελιώδεις αρχές της έννομης συμβίωσης, με  εμφανές ηθικο-πολιτικό  υπόβαθρο[1] (Τασόπουλος),   που παίρνει την κανονιστική μορφή των συνταγματικών αξιών. Οι τελευταίες διέπουν και νοηματοδοτούν, πλάι στις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, το σύνολο των εννόμων σχέσεων, ιδιωτικών και δημόσιων της  έννομης κοινωνικής  συμβίωσής μας.

 

Η άσφαιρη υποστήριξη της αντισυνταγματικότητας των μέτρων

 

Ας   δούμε πιο συγκεκριμένα  τη ζωή  μέσα από τις κανονιστικές διόπτρες του Συντάγματος, αφού ένα από τα πρώτα ζητήματα που απασχόλησαν την κοινή γνώμη, ελληνική και ευρωπαϊκή,  και ιδιαίτερα τους συνταγματολόγους, είναι τα πρωτοφανή περιοριστικά μέτρα στη κίνηση  διαμονή,  εργασία, άσκηση επαγγέλματος και στην   γένει  διαβίωσής μας. Με μία λέξη, τη ελευθερία του να ζει κανείς ή ορθότερα να διάγει τον βίο του όπως θέλει, το «ζείν ως βούλεταί τις», όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης.

Οι βασικές αιτιάσεις  όσων ισχυρίζονται την αντισυνταγματικότητα των μέτρων είναι ότι αυτά προσβάλουν, θίγουν τις ελευθερίες μας με τρόπο συνταγματικά ανεπίτρεπτο ή αθέμιτο και μάλιστα πλήττουν  καίρια την ουσία της προσωπικής ελευθερίας. Το χειρότερο είναι, λένε, ότι αν διατηρηθούν τα μέτρα επ΄αόριστον κινδυνεύουμε να βρεθούμε εγκλωβισμένοι ψηφιακά σε ένα καθεστώς ανελευθερίας, ιδίως αν η πολιτική εξουσία σε συνεργασία με εταιρίες διαχείρισης και επεξεργασίας υπερ-δεδομένων καταφέρουν  να συλλέγουν και να επεξεργάζεται  ανεξέλεγκτα προσωπικά μας δεδομένα.

Ο κίνδυνος αυτός, είναι, πράγματι, υπαρκτός. Μόνο που δεν εμφανίστηκε με την πανδημία. Υπήρχε και πρίν και θα υπάρχει και μετά. Οφείλεται στην επικοινωνιακή και ψηφιακή επανάσταση των ημερών μας. Είναι, πράγματι,  ιστορικά ενδεχόμενος ο κίνδυνος ενός ολοκληρωτικού, πανοπτικού, κράτους.  Είναι το πρόβλημα της εποχής μας και είναι πρόβλημα  ενδημικό, διαρκείας και όχι τόσο της παρούσης συγκυρίας. Το ότι σε ορισμένα αυταρχικά, εθνικολαϊκίστικα  κυρίως καθεστώτα χρησιμοποιήθηκε ή μπορεί να αποτελέσει η πανδημία ως πρόσχημα για την επιβολή αστυνομικού κράτους και πολιτικού εκφοβισμού των αντιπάλων τους, δεν σημαίνει ότι τα μέτρα για την αντιμετώπισή της οδηγούν μοιραία στην εγκαθίδρυση  αυταρχικού κράτους. Ούτε  καθιστά από αυτόν και μόνο τον λόγο τα μέτρα αντισυνταγματικά,    επειδή τάχα παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας,  -ένα δικανικό  test, που συνεπάγεται έλεγχο λεπτό και διεισδυτικό που χρησιμοποιείται,  δυστυχώς, συχνά ως ένα  passepartout δια πάσαν αντισυνταγματικότητα.

Τα περιοριστικά για τις ελευθερίες μας μέτρα με σκοπό την προφύλαξη από τον κορονοϊό λήφθηκαν σχεδόν σε όλες τις χώρες που έχουν πληγεί,  χωρίς πολιτικές ή κοινωνικές διακρίσεις, ήταν προσωρινά, επιβλήθηκαν σύμφωνα με τις προβλεπόμενες συνταγματικές και νόμιμες διαδικασίες και είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: να σώσουν ζωές, να προλάβουν θανάτους και να περιθάλψουν ασθενείς,  εν ενί λόγω να προστατεύσουν την δημόσια υγεία. Το εξαιρετικό αυτό νομικό καθεστώς, η ένταση, έκταση και η διάρκειά του, θα πρέπει να τονιστεί, διέφερε από χώρα σε χώρα  ανάλογα με το συνταγματικό και πολιτικό καθεστώς τους και τις πολιτικές  ιδιαιτερότητες ή  την συνταγματική παράδοσή τους. Είχαν σε όλες όμως τις χώρες  καθολικό χαρακτήρα και ήταν τα μέτρα  γενικά και απρόσωπα και κυρίως προσωρινά.

Το ότι σε ορισμένα αυταρχικά, εθνικολαϊκίστικα  καθεστώτα χρησιμοποιήθηκαν από την κυβερνώσα παράταξη ως μέσο ή πρόσχημα για την επιβολή αστυνομικού κράτους και πολιτικού εκφοβισμού των αντιπάλων τους δεν αλλάζει τον πρωταρχικό χαρακτήρα των μέτρων αυτών. Είναι επόμενο κάθε πολιτικό σύστημα να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται τα μέτρα αυτά σύμφωνα με το συμφέρον των εκάστοτε κυβερνώντων και το είδος της πολιτικής εξουσίας που έχει. Με ανάλογο τρόπο θα πρέπει να ιδωθεί και η απειλή εγκαθίδρυσης πανοπτικού κράτους. Δεν αποκλείεται μακροπρόθεσμα να εγκαθιδρυθεί, είναι πιθανό. Ο κίνδυνος όμως αυτό δεν προέρχεται από την πανδημία και των μέτρων που λήφθηκαν, από την χρήση που θα γίνει από τις πολιτικές εξουσίες των νέων τεχνολογιών. Ενδεχομένως η παρούσα συγκυρία να ενισχύει την τάση αυτή. Αυτό δεν οδηγεί ωστόσο στο γενικό ανάθεμα της νέας,  τρομακτικής, είναι αλήθεια, επανάστασης της ψηφιακής τεχνολογίας. Αλλά στην ενίσχυση της προσπάθειας δημιουργίας αντιστάσεων ή αμυντικών μηχανισμών και προστασίας απέναντι στις αρνητικές συνέπειες από την ανεξέλεγκτη χρήση της, όπως συνέβη στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη νομοθεσία προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Τα μέτρα απέβλεπαν εξάλλου στην προστασία δημόσιων αγαθών, της ζωής και της δημόσιας υγείας, η προστασία των οποίων από  επιδημίες ή από λοιμούς και από άλλες παρόμοιες  διακινδυνεύσεις   αποτελούσε, ανέκαθεν, την μόνιμη και πρωταρχικής σημασίας φροντίδα κάθε διοίκησης και κάθε κράτους. Η νομοθεσία μας είναι γεμάτη από τέτοιες προβλέψεις. Ακόμη και στο ισχύον Σύνταγμά μας προβλέπονται και δικαιολογούνται ειδικά μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από κάθε είδους διακινδυνεύσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται  βέβαια και οι επιδημίες (βλέπε εξ αντιδιαστολής  την ερμηνευτική δήλωση υπό άρθρο 5 παρ. 5Σ την  παρ. 5Σ,  το άρθρο 22 παρ. 4 εδ. 2Σ, και τέλος το άρθρο  21 παρ.3Σ).

Όσον αφορά το είδος, την ένταση και την ένταση  ή την διάρκεια των μέτρων, αυτά καθορίστηκαν,  σε μας τουλάχιστον, από τους ειδικούς επιστήμονες. Αυτοί αξιολογούν και σταθμίζουν με βάση τα επιδημιολογκά δεδομένα και με ειδική και εμπεριστατωμένη και πλήρως αιτιολογημένη μελέτη τόσο την αναγκαιότητα, την καταλληλόλητα όσο  και την αναλογικότητα των μέτρων. Ποιος άλλος θα μπορούσε άραγε να κρίνει ή να ελέγξει το βάσιμο αυτών των κρίσεων και επιδημιολογικών αξιολογήσεως και να το αμφισβητήσει; Το δικαστήριο; Ποιο και Πότε; Κατά τον χρόνο της έκδοσής ή αναδρομικά ή εκ των υστέρων κα ετεροχρνισμένα όταν η διακινδύνευση θα έχει εκλείψει; Εξάλλου όλες αυτές οι αποφάσεις της αρμόδιας Πολιτείας λήφθηκαν σε συνθήκες, πλήρους δημοσιότητας, διαφάνειας και δημόσιας λογοδοσίας. Από μια κυβέρνηση δημοκρατικά νομιμοποιημένη με βάση τις προβλεπόμενες συνταγματικές διαδικασίες.

Δεν εγκαθιδρύθηκε πάντως, όπως έφθασαν να ισχυριστούν ορισμένοι,   καθεστώς έκτακτης ανάγκης  Δεν χρειάστηκε  να κηρυχθεί η χώρα μας σε κατάσταση ανάγκης ή σε καθεστώς εξαίρεσης ούτε να ληφθούν μέτρα αναστολής  των συνταγματικών ελευθεριών  ή να εξοπλιστεί η Κυβέρνηση, έστω και προσωρινά, με εξαιρετικές εξουσίες, όπως συνέβη π.χ. στην Γαλλία. Όλα έγιναν σύμφωνα με τις συνταγματικές πρόνοιες.

Για τον λόγο αυτό θεώρησα και θεωρώ, κοιτάζοντάς τες και τώρα, εκ των υστέρων, ότι όλες οι αιτιάσεις που είχαν τότε διατυπωθεί εναντίον  των μέτρων  ήταν παντελώς αβάσιμες, άκαιρες και άτοπες. Παρακινούνταν από έναν ανομολόγητο,  αόριστο και αδικαιολόγητο φόβο απειλής των δημοκρατικών και ατομικών ελευθεριών. Η καραντίνα και τα άλλα συνοδευτικά μέτρα υπήρξαν αναγκαία, δικαιολογημένα, τεκμηριωμένα επιστημονικά  και συνταγματικά θεμιτά, ακόμη και από καθαρά νομική σκοπιά. Πρέπει να είναι κανείς κακόπιστος για να χαρακτηρίσει,  αγνοώντας όλα όσα μεσολάβησαν,  τα περιοριστικά μέτρα   αναντίστοιχα, δυσανάλογα,  υπέρμετρα ή  ακατάλληλα ενόψει του σκοπού τον οποίο επιδίωκαν. Για να χρησιμοποιήσω όρους και σκεπτικό της πάγιας συνταγματικής νομολογίας μας.

 

Η    εγωκεντρική πρόσληψη της ζωής ως δικαιώματος

 

Αν βασιστώ στην κρατούσα αντίληψη για την ζωή, όπως την αντιμετωπίζει τουλάχιστον  το Δίκαιο και το Σύνταγμα και όπως την αντιμετωπίζουν όσοι υποστήριξαν την  αντισυνταγματικότητα των μέτρων, τότε η ζωή είναι ένα δικαίωμα ατομικό του καθένα μας, δικαίωμα που το έχει και το απολαμβάνει κάθε  αυτόνομο, αυτεξούσιο και υπεύθυνο άτομο.  Έτσι, θεωρούμε  ότι έχουμε δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο, δικαίωμα να θέτουμε  τέρμα στη ζωή μας  και κάτω από προϋποθέσεις να ζητούμε την ευθανασία μας, δικαίωμα στην άμβλωση και στην τεκνοποιία, στην φυσική και τεχνητή αναπαραγωγή, ακόμη και στην κλωνοποίηση !   Η ζωή  είναι άρα, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, κτήμα του εαυτού μας και μπορούμε κατ΄αρχήν να την κάνουμε ό, τι θέλουμε, να ζούμε όπως θέλουμε, να την ορίζουμε, να την διαθέτουμε, να την περιορίζουμε, να την περιφρουρούμε ή και να την περιφρονούμε και γενικά να την μεταχειριζόμαστε, ως εσαεί κτήτορές  της.

Η προηγούμενη αντίληψη εικονογραφεί, τελικά,   αυτό που στην πολιτική θεωρία   ένας Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος, ο Μακφέρσον,  αποκάλεσε στα μέσα του εικοστού αιώνα «κτητικό φιλελευθερισμό».  Το άτομο εκλαμβάνεται ως ένα  υποκείμενο  κτητικό, θεωρείται ως το κύτταρο της κοινωνίας, ως η ιδεατή λογική αφετηρία των πάντων και κάθε οργανωμένης κοινωνίας. Ο ατομισμός υπήρξε το συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονης, αστικής κοινωνίας( Gauchet). Το είδωλό του προσκύνησαν και υπηρέτησαν όλα τα φιλελεύθερα και κάθε είδους φιλελεύθερη ιδεολογία.

Η ειδωλολατρία του ατόμου οδήγησε ωστόσο και νομιμοποίησε ως έκτρωμα και παρενέργεια τον ατομικισμό, το εγωκεντρικό και εγωιστικό άτομο, που ζεί αδιαφορώντας για τους άλλους, τους διπλανούς του  κα την κοινωνία. Το δικαιωματούχο  άτομο έχει, σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, μόνο δικαιώματα απέναντι στο κράτος και στην κοινωνία, χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις και ευθύνες, χωρίς να αισθάνεται ότι οφείλει και αυτό κάτι απέναντι στο κράτος και στην κοινωνία, ότι ζεί χάρις σε αυτά τα δύο και με αυτά μαζί. Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ίδια η ζωή και η διαβίωσή του εξαρτώνται από αυτά.

Αυτήν την κυριαρχία της δικαιωματοκρατικής αντίληψης ήρθε, πιστεύω, να κλονίσει η Πανδημία με αφορμή την υπαρξιακή διακινδύνευση της ζωής μας και της υγείας μας. Δεν κομίζει πάντως   νέες ιδέες ούτε παράγει πρακτικές που  μας ωθούν στο να καταργήσουμε το βασίλειο των δικαιωμάτων ή των ελευθερίων, αυτό  που μας κληροδότησε ο διαφωτισμός και η δημοκρατική επανάσταση, ούτε οδηγούν  σε  υποβάθμισή τους, όπως φοβούνται ή προαναγγέλλουν,   ιδεολόπληκτοι ή ιδεοληπτικοί. Ήρθε για να μας υποδείξει, να μας φωτίσει μια  άλλη οδό προσέγγισή τους. Να μας υπενθυμίσει με τρόπο τραγικό και έντονο ότι η άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων πραγματώνεται  εν κοινωνία, στο πλαίσιο και εντός μιας οργανωμένης και εύτακτης Πολιτείας. Ότι η άσκησή τους συνεπαγόταν  και συνεπάγεται πάντα περιορισμούς, που ορίζονται από το νόμο.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε για  να μην χάνουμε από το μυαλό μας τον κοινό τόπο ότι η άσκηση των δικαιωμάτων  τελεί,  υπό την επιφύλαξη του νόμου. Η συνταγματική προστασία τους είναι άρα σχετική,  όπως τόνιζε ο Μάνεσης, ο πλέον αυθεντικός στη χώρα μας εκπρόσωπος του κρατικού θετικισμού.  Η προσωπική ελευθερία είναι  απαραβίαστη και δεν επιδέχεται  άλλους περιορισμούς «παρά μόνον  όσους, όταν και όπως ο νόμος ορίζει» (άρθρο 5 παρ.3Σ).  Τελεί επομένως υπό την προστασία και επιφύλαξη πάντα του νόμου, αλλά υπό τον όρο ότι ο νόμος είναι δικαιοκρατικά αψεγάδιαστος: είναι γενικός και απρόσωπος, δεν εισάγει αδικαιολόγητες διακρίσεις εκδόθηκε σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίας, εξυπηρετεί πράγματι το γενικότερο συμφέρον και δεν εισάγει περιορισμούς, μη αναγκαίους, ακατάλληλους ή με αναλογικούς ση σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει.

 

Η ανάδειξη της ζωής ως συνταγματικής αξίας ως ενδιάμεσος   του Δικαίου με την Ηθική

 

Ο κορονοϊός μας έδειξε, ωστόσο,  και μας δίδαξε ταυτόχρονα με τρόπο τρομακτικό και τραγικό, ότι η ζωή δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνον ως ένα εγωιστικό  δικαίωμα του ατόμου αλλά και ως υψίστης σημασίας  αγαθό. Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιας ανεκτίμητης αξίας προσωπικό, κοινωνικό και  πανανθρώπινο αγαθό. Που οφείλουμε  όλοι μας ως αυτόνομα, ενσυνείδητα και υπεύθυνα όντα να την σεβόμαστε  και να την προφυλάσσουμε. Η προστασία της και ο σεβασμός της,  ως υπέρτατης αξίας, αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, όπως ρητά επιτάσσει άλλωστε το Σύνταγμά  μας (άρθρο 2 παρ1Σ), μαζί με άλλα συντάγματα του κόσμου,  μετά την τρομακτική εμπειρία του φασιστικού ολοκληρωτισμού.

Ο σεβασμός της ζωής, ως αξίας, ταυτίζεται με τον σεβασμό της ίδιας της αξίας του Ανθρώπου, στην οποία συμπεριλαμβάνεται βέβαια και  η ελευθερία του προσώπου. Η ανθρώπινη ζωή είναι η ίδια, δια το Δίκαιο και την Ηθική,  πρώτα απ΄όλα και πάνω απ΄όλα,  ελευθερία. Δεν νοείται πλέον στο πολιτισμό μας, μετά την κατάργηση της δουλείας, ανθρώπινη ζωή χωρίς ελευθερία. Όπως και δεν νοείται ζωή χωρίς πρόσωπο και πρόσωπο ζωρίς ζωή. Το κυοφορούμενο π.χ. είναι ζωή εν εξελίξει και γίνεται πρόσωπο μόλις γεννηθεί. Ο κλινικά νεκρός εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο εν ζωή. Η ανθρώπινη ζωή, η ζωή του ανθρώπινου είδους προστατεύεται ως ζωή προσώπων.

Για τον λόγο αυτό και ο σεβασμός της ζωής του Ανθρώπου και κάθε ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Υποχρέωση νομική για το κράτος. Για τους πολίτες όμως κυρίως ηθική. Οι πολίτες οφείλουν, έχουν καθήκον να σέβονται την  ζωή  των άλλων,  να μη την  προσβάλουν,  να μην την  βλάπτουν.   Οφείλουν να την νοιάζονται και να φροντίζουν  για την προστασία της συνδράμοντας,  στο μέτρο του δυνατού, τους νοσούντες  ή όσους κινδυνεύουν να την χάσουν και χρειάζονται την φροντίδα και την επείγουσα βοήθειά μας.

Μπορεί η φροντίδα για την ζωή και την υγεία των πλησίων μας να μην είναι νομική υποχρέωση, αποτελεί όμως, σίγουρα, ένα ηθικό καθήκον ανθρώπινης αλληλεγγύης. Που εκδηλώνεται, ευτυχώς,  χωρίς νομικό καταναγκασμό.

Στον   σεβασμό της ζωής και στην  προστασία της υγείας των ανθρώπων  συναντιέται   το Δίκαιο με  την Ηθική. Ο νομικός καταναγκασμός με το καθήκον και την ευθύνη  του καθένα. Το ένα συμπληρώνει ή ενισχύει το άλλο, χωρίς να απειλεί ή να αρνείται την γνωσιοθεωρητική αυτονομία του. Ο κορονοϊός επανα-συμφιλίωσε την κοινωνική και ατομική  Ηθική με το Δίκαιο και τη νομική επιστήμη.  Καιρός ήταν,  διότι τον προηγούμενο αιώνα είχαν διαχωριστεί σε δύο στεγανά διαμερίσματα, σε ξεχωριστές σφαίρες της κοινωνικής μας συμβίωσης, χωρίς επικοινωνία μεταξύ τους. Και  ο κλονισμός αυτής της τυπολατρικής αντίληψης αποτελεί  μεγάλο  κέρδος για την  ατομική και κοινωνική συμπεριφορά μας. Μας εξαναγκάζει να δούμε τη ζωή αλλά και την  υγεία, τη δημόσια και την  ιδιωτική, καθώς και κατ΄επέκταση και την κοινωνική μας ασφάλεια  ως δημόσια αγαθά (Ανθόπουλος. Να τα περιθάλψουμε και να τα αντιμετωπίσουμε, ως συνταγματικές αξίες, και  όχι μόνον ως ατομικά δικαιώματα, που τα βλέπαμε ως τώρα.

Δείγμα φωτεινό και ελπιδοφόρο η εκούσια και εν πολλοίς αυτόβουλη συμμόρφωση των πολιτών στα περιοριστικά των ελευθεριών μέτρα. Συμπεριφορά που αποτέλεσε έκπληξη για πολλούς από μας, όσοι αντιμετωπίζαμε την ελληνική κοινωνία ως κοινωνία κατά βάση της παραβατικότητας, και τους Έλληνες απείθαρχους, ασυμμόρφωτους, ατίθασους έως  αλλεργικούς στη νομιμοφροσύνη, καχύποπτους κα δύσπιστους απέναντι στο κράτος.

Είναι αλήθεια ότι η καθολική συμμόρφωση των κατοίκων αυτής της χώρας στα πρωτοφανή μέτρα οφείλεται, κυρίως, στον φόβο που προκάλεσε για τη ζωή τους και την υγεία τους  ο θανατηφόρος ιός. Προφανώς. Είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που τους οδήγηση τόσο εύκολα και τόσο καθολικά στην συμμόρφωση. Θα ήταν όμως λάθος, αν την ειδυλλιακή αυτή εικόνα την  αποδίδαμε μόνο στον φόβο και στο ένστικτο. Δεν είναι πάντως  η απειλή και το φόβητρο του προστίμου και των κυρώσεων, που έφεραν αυτά τα αποτελέσματα.  Η απειλή κυρώσεων και μάλιστα  αυστηρών δεν φέρνει από μόνη της τέτοια και τόση συμμόρφωση, που εν πολλοίς ήταν οικειοθελής και αυτόβουλη.

Η τεράστια πλειοψηφία των πολιτών  συμμορφώθηκε και πειθάρχησε διότι πείστηκε ως προς την  αναγκαιότητα και καταλληλότητα των μέτρων. Κατάλαβαν όλοι ότι ήταν προς το συμφέρον τους και ότι μια υπεύθυνη συμπεριφορά από όλους ήταν η πρέπουσα και επιβεβλημένη. Πείστηκαν από τον επεξηγηματικό, ήπιο και τεκμηριωμένο λόγο των ειδικών, από τις καθημερινές νουθεσίες τους, τις προτροπές και τις επαναλαμβανόμενες  εκκλήσεις στην ατομική και κοινωνική υπεθυνότητά τους.  Όταν η εξουσία σε αντιμετωπίζει ως έλλογο και υπεύθυνο άτομο και  σου μιλά δημόσια, με ειλικρίνεια και διαφάνεια,  όταν προσπαθεί να σε πείσει με επιχειρήματα αντί να σε εκφοβίσει με κυρώσεις, τότε ο νομικός καταναγκασμός περιττεύει.  Η πλειονότητα των ατόμων  πειθαρχεί αυτόβουλα. Αυτό-πειθάρχησε..

Δεν πρέπει να λησμονούμε τέλος ότι η ζωή, μαζί με την αξία του Ανθρώπου ως προσώπου, είναι αστάθμητα  αγαθά. Δεν αντισταθμίζονται  ούτε ισοσταθμίζονται με κανένα άλλο.  Προέχουν κατά κανόνα των άλλων, εκτός εάν το επιβάλλουν ειδικές περιστάσεις, απόλυτα αιτιολογημένα και δικαιολογημένα, με γνώμονα όμως της στάθμισης πάντα τις ίδιες. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην ευθανασία, όταν γίνεται με την συναίνεση του ίδιου του ασθενούς ή  όταν κινδυνεύει άμεσα η ζωή άλλων ανθρώπων και για την διάσωσή της ή σε ορισμένες περιπτώσεις της βιοϊατρικής έρευνας[2] (Μάλιος).

 

Τα οικολογικά όρια της  ανθρωποκεντρικής αποκλειστικά πρόσληψης του δικαιώματος στη ζωή.

 

Η ζωή των προσώπων θα πρέπει τέλος να προσλαμβάνεται ως οργανικό, ζωντανό  στοιχείο της φύσης, μέρος αναπόσπαστο του ζωικού και φυτικού βασιλείου, από το οποίο τρέφεται και  χάρις στο οποίο υπάρχει.

Η μεγάλη αδυναμία της ανθρωποκεντρικής πρόσληψης των δικαιωμάτων ανθρώπου οφείλεται κατά τη γνώμη μου στο ότι καλλιέργησε μια  εικόνα ενός παντοκράτορα και παντοδύναμη και δικαιωματο-κατόχου ανθρώπου, κύριου της φύσης, που μπορεί να την εξουσιάζει, να την εκμεταλλεύεται, να την διαθέτει ως εμπόρευμα,  χωρίς όρια, με μοναδικό κίνητρο την άπληστη επιδίωξη του κέρδους. Που είναι το κέντρο του σύμπαντος κόσμου. Η πανδημία μας έδειξε τα όρια της ανθρώπινης φύσης και τις συνέπειες τις υβριστικής αυτής αντιπαράθεσης μαζί της.

Χρειάζεται επομένως να ξαναδούμε  αυτήν την υπεροπτική και εγωκεντρική πρόσληψη των δικαιωμάτων του  ανθρώπου, που είχαμε και να αποτιμήσουμε την αξία του ανθρώπου και της ανθρώπινης ζωής σε συνάρτηση με τη φύση, ως ένα ζωντανό και μοναδικό  στοιχείο  του οικοσυστήματος. Χρειάζεται να ταπεινωθούμε ενώπιον της φύσης και του οικοσυστήματος.

Γίνεται τώρα όλο και πιο ορατό ότι η επιβίωση του ανθρώπινου είδους εξαρτάται από την επιβίωση του πλανήτη, από ένα υγειές και βιώσιμο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον.  Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ζωτικής σημασίας για την  ζωή του ανθρώπου, μόνο που στην εποχή της ξέφρενης παγκοσμοποίησης δεν είναι πλέον υπόθεση μόνον του κράτους, του κάθε κράτους ξεχωριστά και ανεξέρτητου ούτε μπορεί να διασφαλιστεί στα όρια της  εθνικής επικράτειας. Εξαρτάται από την συνέργεια πολλών κρατών και από δράσεις συντονισμένες σε διεθνές και πλανητικό επίπεδο. Το πανανθρώπινο δικαίωμα στο περιβάλλον και στην βιώσιμη ανάπτυξη είναι από τα πρώτα δικαιώματα που έχει πληρώσει το τίμημα της παγκοσμιοποίησης με την αποδυνάμωσης της σκελετωμένης πλέον αξίωσης  προστασίας του έναντι του κράτους.

Κοιταγμένη μέσα από το αυτό το πρίσμα η αξία του ανθρώπου, ως προσώπου, αλλάζει προοπτική,  προσγειώνεται, ταπεινώνεται. Προσλαμβάνεται πλέον αναγκαστικά όχι μόνον ως αξία ενός προσώπου εν τη κοινωνία, αλλά και ως αξία  ενός έλλογου και υπεύθυνου όντος, που επιβιώνει επειδή σέβεται και φροντίζει την επιβίωση του κόσμου ολόκληρου.

 

Η πανδημία ως ευκαιρία για μια  κοινωνικά αλληλέγγυα στάση ζωής σε μια Πολιτεία με «δικαιοσύνη και ελευθερία» (άρθρο 25 παρ. 2)

 

Η επιτυχία πάντως των μέτρων οφείλεται στο ότι η συμμόρφωση  στηρίχθηκε στην ατομική και κοινωνική ευθύνη όλων μας και στην συναίσθηση της κοινωνικής και προσωπικής αλληλεγγύης, που καλλιεργήθηκε εξ αιτίας της πανδημίας από την πλειονότητα του πληθυσμού.

Η συναίσθηση της αλληλέγγυας υπευθυνότητας και της εκπλήρωσης ενός καθήκοντος σεβασμού απέναντι στην αξία της ανθρώπινης ζωής  φώτισε ερμηνευτικά τις θετές διατάξεις του Συντάγματος, που επιτρέπει στο κράτος να αξιώνει  από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του «χρέους της  εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης» (άρθρο 25 παρ. 4Σ), όπως απαιτεί παράλληλα και ταυτόχρονα  «τον απόλυτο σεβασμό της ζωής, τις τιμής και της ελευθερίας όλων όσων βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια», (άρθρο 5 παρ.2Σ), ενώ επιτάσσει ρητά στο Κράτος να «μεριμνά για την υγεία των πολιτών (άρθρο 21 παρ. 3Σ) και να παίρνει τα αναγκαία μέτρα για την «αντιμετώπιση καταστάσεων που θέτουν σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία» (άρθρο 22 παρ. Σ).

Ειδικά σε ό, τι αφορά το «ηθικό-πολιτικό πρόσταγμα της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης», θα πρέπει να τονιστεί, εν τάχει, με αφορμή την προστασία της ζωής ως  δικαιώματος και ως συνταγματικής αξίας, ότι με την ακροτελεύτια αυτή διάταξη του δεύτερου μέρους του Συντάγματος, καθιερώνεται ένα αυτοτελές συνταγματικό καθήκον (Ανθόπουλος)[3]. Από αυτό  δεν απορρέουν  μεν άμεσα νομικές συνέπειες, ούτε επιβάλλεται μια συγκεκριμένη νομική υποχρέωση, όπως συμβαίνει με το καθήκον εκπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας ή το φορολογικό καθήκον, καθιερώνεται όμως μια γενική συνταγματική αρχή και για μας μια συνταγματική αξία, εκείνη της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία εμφυσά στην  άσκηση της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας  ένα εθνικό και κοινωνικό χρέος αλληλέγγυας συμπεριφοράς.

Είναι   εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι κατά το άρθρο 25 παρ. 2Σ η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου,  από την Πολιτεία αποβλέπει «στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη». Από την ερμηνεία της διάταξης αυτής μπορεί να συναχθεί  ότι η άσκηση και προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων  συναρτάται τόσο με την  αξία της προσωπικής ελευθερίας όσο και με εκείνη της δικαιοσύνης.

Στους εφαρμοστές και ερμηνευτές του Συντάγματος εναπόκειται να εμφυσήσουν στις ερμηνευόμενες συνταγματικές διατάξεις, αναζητώντας το πραγματικό νόημά  τους, την κανονιστική πνοή που  εκπέμπουν οι συνταγματικές αξίες της ελευθερίας και δικαιοσύνης, που εμπεριέχονται  ενθυλακωμένες  στις διατάξεις  αυτές ως κανονιστικά συνάλληλες και αλληλοεξαρτώμενες (Μήτας).

Οι  απαξιωμένες και περιφρονημένες  από το νομικό θετικισμό αόριστες έννοιες, της «αξίας του Ανθρώπου», της «ελευθερίας», της «δικαιοσύνης», της «κοινωνικής αλληλεγγύης», της «ζωής», της «δημόσιας υγείας», της «προσωπικής και κοινωνικής ασφάλειας»,  ή ακόμη και του «γενικότερου οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος» χρειάζεται  να τις ανυψώσουμε σε αξίες συνταγματικής περιωπής. Φροντίζοντας να τις χαρακτηρίσουμε παράλληλα,   ως  συνάλληλες μεταξύ τους. Την ίδια ακριβώς μεταχείριση θα πρέπει να επιφυλάξουμε και στις αξίες της  «ατομικής και πολιτικής  αυτονομίας» ή της «ίσης ελευθερίας και ισότητας», ή της «βιοτικής αυτοτέλειας» σε συνάρτηση με την «εθνική και κοινωνική αλληλεγγύη» (Στ. Μήτας)[4],  και να τις ανυψώσουμε ως συνάλληλες συνταγματικές αξίες,  στην προμετωπίδα του Συντάγματος  πλάι στις θεμελιώδεις αρχές του.

Με απώτερο στόχο να λειτουργήσουν και αυτές, όπως και εκείνες,  ως ύπατα ερμηνευτικά επιχειρήματα ή κριτήρια  κατά την αξιολόγησης της συνταγματικότητας δικαιοπραξιών ή κρατικών πράξεων ή ως γνώμονες κατά την  στάθμιση συγκρουομένων δικαιωμάτων ή  δημόσιων αγαθών.

Θα ήθελα να τελειώσω με μία φράση του Αλμπέρ Καμύ από μία επιστολή που έστειλε στον Ντέ Γκώλ, το 1943, την οποία παρουσιάζει και σχολιάζει εύστοχα  ο Νικόλας Σεβαστάκης στο τελευταίο τεύχος 108/2020 του Books’ Journal. Αναφέρεται στις σχέσεις των  ηθικο-πολικών αξιών της Δικαιοσύνης με την Ελευθερία τονίζοντας  τη σχέση συναλληλίας που τις χαρακτηρίζει:

«Η δικαιοσύνη και η ελευθερία δεν μπορεί να αποκλείει η μία την άλλη και είναι πάντα ουσιαστικές για την ανοικοδόμηση του κόσμου εναντίον των καταστροφικών λογικών της Ιστορίας».  

 

Μάϊος 2020

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[1] Γ. Τασόπουλος, Το ηθικοπολιτικό θεμέλιο του Συντάγματος

[2] Antonis Manitakis, Le respect de la valeur humain, ….

[3] ) ¨Όπως  έδειξε,  αρχικά στην πρωτοποριακή διδακτορική του διατριβή, πριν από 25 χρόνια και ανάπτυξε  σε επίκαιρη συμβολή του ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος στο: Σπυρόπουλος, ΕρμΣυντ (2017) άρθρο 27 Σ.,

[4] Στέργιος Μήτας, Η αλληλεγγύη ως θεμελιώδης αρχή του Δικαίου, σ. 114-153 επ. όπου και γόνιμος διάλογος με τον Ανθόπουλο για το καθήκον της αλληλεγγύης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five × three =