Η ελευθερία της συνάθροισης στο στόχαστρο

Xαράλαμπος Κουρουνδής, Δρ.Ν., Δικηγόρος, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, υπότροφος ΙΚΥ

Το νομοσχέδιο «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις», που συζητείται στη Βουλή αυτές τις μέρες, φιλοδοξεί σύμφωνα τουλάχιστον με την αιτιολογική του έκθεση, να καλύψει ένα κενό «στην προστασία των ατομικών και κοινωνικών ελευθεριών υπό το ισχύον Σύνταγμα». Όπως σημειώνεται στο ίδιο κείμενο, η επιφύλαξη υπέρ του νόμου της παρ. 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος καταλείπει στον κοινό νομοθέτη «στενά περιθώρια για ρύθμιση της άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος και για τον περιορισμό του». Αυτά όμως ακριβώς τα στενά περιθώρια φαίνεται να υπερβαίνουν οι διατάξεις του.

Το νομοσχέδιο είναι δομημένο στο σύνολό του με επίκεντρο την πρόβλεψη για την υποχρέωση γνωστοποίησης των συναθροίσεων στην Αστυνομία (αρ. 3). Σύμφωνα με την πλειονότητα της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, όμως, η ελευθερία της συνάθροισης δεν είναι δυνατό να τεθεί σε καθεστώς προηγούμενης γνωστοποίησης[1]. Ο συντακτικός νομοθέτης του 1975 συνειδητά διαφοροποιήθηκε από τα άρθρα 18 των δικτατορικών «Συνταγμάτων» του 1968 και του 1973 που ήταν και τα μόνα στην ελληνική συνταγματική ιστορία που περιείχαν πρόβλεψη αντίστοιχου περιεχομένου (προηγούμενη γνωστοποίηση των συναθροίσεων στην Αστυνομία). Βάσει της αντίθετης άποψης πάντως, η υποχρέωση γνωστοποίησης, η οποία προβλεπόταν στο άρθρο 3 παρ. 4 και 5 του δικτατορικού ν.δ. 794/1971, συνιστά μια «θεμιτή καταρχήν προληπτική διατύπωση σε ό,τι αφορά τις υπαίθριες συναθροίσεις, προκειμένου να μπορέσει η αστυνομική αρχή να εκτιμήσει τη συνδρομή ή μη των όρων απαγόρευσης κατά το εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 11 Συντ»[2].

Ωστόσο, το κρίσιμο συνταγματικό ζήτημα που ανακύπτει δεν είναι η έννοια της γνωστοποίησης που εισάγει το εν λόγω νομοσχέδιο. Είναι ότι η γνωστοποίηση, όπως θεσπίζεται, συνιστά λειτουργικό ισοδύναμο της προληπτικής άδειας, η οποία είναι αναμφίβολα συνταγματικά ανεπίτρεπτη. Ειδικότερα, η υποχρέωση γνωστοποίησης σύμφωνα με το αρ. 3 παρ. 1 του νομοσχεδίου αφορά την πρόθεση του οργανωτή να καλέσει το κοινό σε δημόσια συνάθροιση. Επιπλέον, και σημαντικότερο, η γνωστοποίηση δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εξακρίβωση της συνδρομής των όρων απαγόρευσης με βάση την προαναφερθείσα άποψη του καθηγητή Χρυσόγονου, αλλά το ακριβώς αντίθετο: σύμφωνα με το αρ. 9 παρ. 1 περ. δ΄ του νομοσχεδίου, η μη γνωστοποίηση αποτελεί αυτοτελή λόγο διάλυσης μιας δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης. Ακριβέστερα, η έννομη συνέπεια της διάλυσης της συνάθροισης επέρχεται (μεταξύ άλλων και) εκ της μη προσήκουσας γνωστοποίησης, καθώς η τελευταία «περιλαμβάνει οπωσδήποτε τα στοιχεία ταυτότητας και επικοινωνίας του οργανωτή, τον ακριβή τόπο, τον χρόνο έναρξης και τον εκτιμώμενο χρόνο λήξης, τον σκοπό, καθώς και το προτεινόμενο δρομολόγιο».

Περαιτέρω, το νομοσχέδιο βασίζεται στην έννοια της γνωστοποίησης για να διακρίνει τις συναθροίσεις σε γνωστοποιηθείσες και αυθόρμητες. Όμως, η μόνη διάκριση που κάνει το Σύνταγμα είναι ανάμεσα σε δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και μη, οι δε προϋποθέσεις που θέτει για την άσκηση της ελευθερίας είναι ο ήσυχος (δηλαδή ειρηνικός) και άοπλος χαρακτήρας των συναθροίσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η απαγόρευση μιας συνάθροισης μπορεί να επιβληθεί μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο 11 παρ. 2 του Συντάγματος, το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον νομοθέτη να εξειδικεύσει τους όρους απαγόρευσης αλλά δεν επιτρέπει την επιβολή νέων λόγων απαγόρευσης. Το αρ. 9 παρ. 1 περ. δ΄ του νομοσχεδίου κάνει όμως αυτό ακριβώς: Ορίζει τη μη (προσήκουσα) γνωστοποίηση ως λόγο διάλυσης της συγκέντρωσης[3]. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με το νομοσχέδιο μια συνάθροιση μπορεί να είναι ειρηνική και άοπλη και να μην έχει απαγορευθεί για κάποιον από τους συνταγματικά προβλεπόμενους λόγους, αλλά να διαλυθεί επειδή δεν έχει γνωστοποιηθεί προσηκόντως στην Αστυνομία.

Η αυθαίρετη διάκριση των συναθροίσεων σε οργανωμένες και αυθόρμητες[4] είναι προβληματική και με γνώμονα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία κατοχυρώνει στο άρθρο 11 αυτής το δικαίωμα στη συνάθροιση θέτοντας ευρύτερους περιορισμούς σε σχέση με το ελληνικό Σύνταγμα[5]. Το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ως αδικαιολόγητη τη διάλυση αυθόρμητης συνάθροισης εξαιτίας της μη τήρησης των προβλεπόμενων διατυπώσεων[6] και την επιβολή προστίμου για την αθέτηση υποχρέωσης έγκαιρης γνωστοποίησης μιας συνάθροισης αφού οι Αρχές την είχαν πληροφορηθεί[7].

Επίσης, προβληματική από συνταγματικής άποψης είναι και η πρόβλεψη του νομοσχεδίου ότι ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας τους από συμμετέχοντες σε δημόσια υπαίθρια συνάθροιση (αρ. 13 παρ. 4). Η συγκεκριμένη διάταξη καθιερώνει ουσιαστικά αντικειμενική ευθύνη του οργανωτή, ο οποίος καθίσταται καταρχήν υπόλογος για πράξεις που δεν είναι δικές του αλλά και για κάθε είδους προβοκάτσια που ενδέχεται να οργανώσουν σε βάρος του παρακρατικά κέντρα, πολιτικοί ή κοινωνικοί αντίπαλοι. Έτσι, ο οργανωτής καταρχήν ευθύνεται για πράξεις και παραλείψεις τρίτων, που ουδεμία αιτιώδη συνάφεια μπορεί να έχουν με δικές του πράξεις και παραλείψεις και επιπλέον αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα ρόλο που ανήκει στον σκληρό πυρήνα του κράτους. Με τα λόγια του Γ. Τασόπουλου, «αυτή η εγγυητική ευθύνη του οργανωτή για τη συμπεριφορά των συναθροιζόμενων προσώπων, από την οποία μπορεί να απαλλαγεί μόνον αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα προσήκοντα μέτρα πρόληψης και αποτροπής, είναι οιονεί αντικειμενική καθότι αντιστρέφει το βάρος απόδειξης ώστε να πρέπει να αποδείξει ο ίδιος την επιμέλειά του, εγείρει δε σοβαρές αμφιβολίες για το αν πράγματι είναι συνταγματικά επιτρεπτή, τη στιγμή κατά την οποία οι αστυνομικές αρχές και όχι ο οργανωτής έχουν πρωτίστως την υποχρέωση να προστατεύουν τη δημόσια ασφάλεια»[8].

Με αυτά τα δεδομένα, είναι κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση εξέτρεψε τη συζήτηση σε ζητήματα που ελάχιστη σχέση έχουν με το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Οι διαρκείς αναφορές σε «διαδηλώσεις των 50 ή 100 ανθρώπων που κλείνουν το κέντρο της Αθήνας» είναι αποπροσανατολιστικές καθώς επί τέτοιων περιπτώσεων ισχύει η ad hoc ρύθμιση του ΠΔ 120/2013[9]. Το νομοσχέδιο απηχεί ιδεολογικά μια βαθιά συντηρητική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η δημοκρατία περιορίζεται στην άσκηση του δικαιώματος ψήφου κάθε τέσσερα χρόνια για την ανάδειξη μιας κυβέρνησης που στο μεσοδιάστημα πρέπει να ασκεί ανενόχλητη το έργο της. Οι δημόσιες συναθροίσεις όμως, με τη μορφή των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων, αποτελούν διαχρονικά έναν βασικό τρόπο έκφρασης μέσω του οποίου η δημοκρατία διατηρείται ζωντανή. Οι δρόμοι των ΗΠΑ αυτήν την περίοδο αποτελούν τρανταχτό παράδειγμα για την αξία και την επικαιρότητα των συναθροίσεων. Και η σημασία τους στην Ελλάδα ως μέσου δημόσιας έκφρασης καθίσταται ακόμα πιο έκδηλη όταν αντιπαραβάλλεται με την καταθλιπτική «λίστα Πέτσα» και την «πλουραλιστική» ομοφωνία των ΜΜΕ.

 

[1] Βλ. ενδεικτικά Φ. Σπυρόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Χ. Ανθόπουλος, Γ. Γεραπετρίτης (- Α. Τσιφτσόγλου), ΕρμΣυντ (2017) άρθ. 11, σελ. 259-260, όπου υποστηρίζεται ότι «Το δικαίωμα στη συνάθροιση δεν υπόκειται σε καθεστώς άδειας, αναγγελίας ή προληπτικού ελέγχου από τις αστυνομικές αρχές, όπως γινόταν σε ανώμαλες περιόδους παλαιότερα», καθώς και ότι «η παράλειψη γνωστοποίησης της συνάθροισης στις αρχές δεν καθιστά τη συνάθροιση παράνομη. Κατά την κρατούσα στη θεωρία άποψη, η γνωστοποίηση της συνάθροισης στις αρχές εναπόκειται στην ευχέρεια του διοργανωτή και φορέα του δικαιώματος» και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία. Παρομοίως και Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο. Ατομικά δικαιώματα, δ΄ εκδ., Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 708, κατά τον οποίο «δεν συμβιβάζεται με την απόλυτη συνταγματικά κατοχύρωση ούτε η απαίτηση προηγούμενης αναγγελίας», Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, Αντ. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σελ. 132-133.

[2] Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, γ΄ εκδ., Νομική βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006, σελ. 491. Έτσι και ο Χ. Ανθόπουλος, «Η ελευθερία της συνάθροισης και οι δυνατοί περιορισμοί της», κατά τον οποίο η γνωστοποίηση δεν προβλέπεται μεν συνταγματικά, πλην όμως από τη στιγμή που προβλέπεται η δυνατότητα απαγόρευσης δεν υπάρχει συνταγματικό εμπόδιο για την καθιέρωσή της.

[3] Βλ. Χ. Ανθόπουλο, ό.π., σύμφωνα με την επιεική έκφραση του οποίου «ο συντάκτης του νομοσχεδίου φαίνεται να μην έχει κατανοήσει πλήρως τη διαφορά ανάμεσα σε γνωστοποίηση και έγκριση της συνάθροισης, αφού επιτρέπει τη διάλυση συνάθροισης απλώς για τον λόγο ότι δεν έχει γνωστοποιηθεί, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν η συγκεκριμένη συνάθροιση μπορεί να προκαλέσει σοβαρή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας ή σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Μια τέτοια ρύθμιση υποβαθμίζει την ελευθερία της συνάθροισης σε παραχώρηση της Διοίκησης». Πρβλ. όμως και Ν. Αλιβιζάτου, «Δικαίωμα του συνέρχεσθαι: Η ώρα της αλήθειας», ο οποίος υποστηρίζει ότι «Ορθά το νομοσχέδιο θεωρεί νόμιμες τις «μη γνωστοποιούμενες» συναθροίσεις και τις ανέχεται», παραβλέποντας την ως άνω διάταξη.

[4] Βλ. αναλυτικότερα επ’ αυτού Α. Καϊδατζή, «Συναθροίσεις μόνο για προνομιούχους;», Αυγή, 5 Ιουλίου 2020.

[5] Βλ. Δ. Σαραφιανού, «Ελευθερία της συνάθροισης» στο Μ. Τσαπόγα, Δ. Χριστόπουλου (επιμ.), Τα δικαιώματα στην Ελλάδα 1953-2003, Καστανιώτης, Αθήνα 2004, σελ. 326.

[6] ΕΔΔΑ, Bukta κατά Ουγγαρίας, 2007, αρ. προσφ. 25691/2004.

[7] ΕΔΔΑ, Kuznetsov κατά Ρωσίας, 2009, αρ. προσφ. 10877/2004.

[8] Γ. Τασόπουλος, «Οργανωμένες ή και αυθόρμητες συναθροίσεις;». Ως αμφίβολης συνταγματικότητας θεωρεί τη συγκεκριμένη διάταξη και ο Α. Μανιτάκης, «Το δικαίωμα των διαδηλωτών και τα δικαιώματα των άλλων».

[9] Βλ. Χ. Σεβαστίδη, Ι. Ξυλιά, «Ασφυκτικοί περιορισμοί και για το δικαίωμα της συνάθροισης».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

four × 5 =