Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Η “επόμενη μέρα” του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, εκδ. Παπαζήση 2020

Εισαγωγή: Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πνεπιστήμιο Αθηνών. Βιβλιοκρισία: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης
Λέξεις-Κλειδιά:

Πρόλογος Γιώργου Σωτηρέλη

Με ιδιαίτερη χαρά υποδεχόμαστε στην σειρά «Πολιτεία,  Θεσμοί,  Δικαιώματα» την μελέτη του Απόστολου Παπατόλια με τίτλο «Αναζητώντας τον χαμένο συνταγματισμό. Ερμηνείες και διδάγματα της πανδημίας». Η μελέτη αυτή δεν είναι απλώς μια ακόμα από τις πολλές –και κατά κανόνα ενδιαφέρουσες– συνταγματικές αναλύσεις που είδαν το φως το τελευταίο διάστημα, ως προς τις  επιπτώσεις της πανδημίας στα ατομικά δικαιώματα, την δημοκρατία και την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Έχει μεν την ίδια αφετηρία, αλλά η μεν πραγμάτευση είναι σε μεγάλο βαθμό διεπιστημονική –με πρόσφορη αξιοποίηση των πορισμάτων τόσο των πολιτικών όσο και των οικονομικών  επιστημών– η δε στόχευση είναι πολύ ευρύτερη, καθώς η πανδημία εν προκειμένω αντιμετωπίζεται κατά βάσιν σαν αφορμή αλλά και σαν καταλύτης για την ανάδειξη των σημερινών τάσεων και προοπτικών του ελληνικού και του ευρωπαϊκού συνταγματισμού.

Πρόκειται, ειδικότερα, για μια μελέτη που κινείται σε δύο επίπεδα:

Σε πρώτο επίπεδο, ο συγγραφέας εκκινεί από τα κρίσιμα ερμηνευτικά διλήμματα που τέθηκαν επί τάπητος όλο αυτό το διάστημα, ως προς την συμβατότητα των περιορισμών που επιβλήθηκαν –αλλά και των διαδικασιών μέσω των οποίων επιβλήθηκαν– με την ισχύουσα συνταγματική τάξη. Το βασικό του μέλημα, εν προκειμένω, είναι να αξιολογήσει κριτικά και να αποτιμήσει συνολικά τις έως τώρα επιστημονικές προσεγγίσεις, κρατώντας σαφείς αποστάσεις τόσο απέναντι στις αυτάρεσκες ερμηνευτικές βεβαιότητες και τις αξιωματικά διατυπωμένες νουθεσίες ενός υποβόσκοντος συνταγματικού πατερναλισμού όσο και απέναντι στην στείρα αρνητική στάση και τις υπερβολικές εξάρσεις ενός μαξιμαλιστικού συνταγματικού καταγγελτισμού (απέναντι στον οποίο, πάντως, εμφανίζεται περισσότερο  ανεκτικός…).

Σε δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας εστιάζει την προσοχή του, μέσα από μια συνθετική και αναστοχαστική προσέγγιση, στο παρόν και το μέλλον των ιστορικών κατακτήσεων του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού αλλά και των θεσμών που τις εγγυώνται, τόσο σε επίπεδο εθνικών κρατών όσο και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπό αυτό το πρίσμα, η πανδημία του δίνει την ευκαιρία να επαναφέρει στη συζήτηση τον ρόλο του εθνικού κράτους και τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο ραγδαία εξελισσόμενο  αλλά και συνεχώς μεταλλασσόμενο τοπίο της παγκοσμιοποίησης. Η οπτική του δε γωνία είναι ταυτόχρονα κλασική και σύγχρονη: από την μια υπερασπίζεται μαχητικά τον παραδοσιακό  συνταγματισμό αλλά και την επιστροφή του δημοσίου, στο πλαίσιο του εθνικού κράτους, και από την άλλη προτείνει την λελογισμένη και πολλαπλά εγγυημένη μετάβαση σε μια νέα πολυεπίπεδη υπερεθνική συνταγματική πραγματικότητα. Αρκεί, βέβαια, η πραγματικότητα αυτή να χαρακτηρίζεται από τον δημοκρατικό έλεγχο της παγκοσμιοποίησης αλλά και από την αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σαν αντιβάρου απέναντι στην καταθλιπτική κυριαρχία των αγορών.

Ειδικότερα δε ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση,  η πρόσφατη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να ξεδιπλώσει έναν πλούσιο νομικοπολιτικό προβληματισμό για τους όρους και τα όρια της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως sine qua non προϋπόθεσης για να μπορεί όντως να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο τόσο  ως προς την  υπεράσπιση του κοινωνικού μοντέλου της όσο και ως προς τον ουσιαστικό επηρεασμό των διεθνών γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων.

Σε όλες αυτές τις προσεγγίσεις, ο συγγραφέας αναζητεί  ένα νέο δρόμο και προτείνει μια νέα πυξίδα για τη συνταγματική θεωρία,  που έδειχνε, κατά την πρώτη τουλάχιστον περίοδο της πανδημίας, να βιώνει μια ακόμη «κρίση ταυτότητας». Απέναντι στο μετέωρο βήμα ενός συνταγματισμού αμήχανου και αποδιοργανωμένου από τα πιεστικά ερμηνευτικά διλήμματα και την ένταση των νέων ασύμμετρων απειλών, μας καλεί να ξαναπιάσουμε το νήμα του συνταγματικού εγγυητισμού, ανατρέχοντας στο πρωτογενές νόημα του Συντάγματος αλλά και εμπλουτίζοντάς το με τα αξιακά προτάγματα και τις νέες προκλήσεις της μεταβιομηχανικής εποχής.

Εν κατακλείδι, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και εν τέλει η συμβολή της ανά χείρας μελέτης έγκειται στο ότι με τις γλαφυρές, μαχητικές αλλά και νηφάλιες αναλύσεις της, που αφορμώνται από τα παθήματα και τα μαθήματα της πανδημίας,  εισφέρει στον δημόσιο διάλογο μια πειστικότερη και συνολικότερη συνταγματική θεώρηση, η οποία είναι ταυτόχρονα ρεαλιστική, ανθεκτική και απελευθερωτική, ώστε να μην κινδυνεύει να καταρρεύσει κάθε φορά που ανακύπτουν οποιασδήποτε μορφής κρίσεις και έκτακτες συνθήκες.

 


Η πανδημία ως πολιτικό και συνταγματικό ερώτημα

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος

Το νέο βιβλίο του Αποστόλου Παπατόλια, που έχει ως θέμα την επίπτωση της υγειονομικής κρίσης στη λειτουργία των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών, χαρακτηρίζεται από δύο ιδιαιτερότητες. Κατά πρώτον, είναι γραμμένο από έναν συνταγματολόγο, χωρίς όμως να συνιστά ένα κλασικό δοκίμιο συνταγματικού δικαίου, και, κατά δεύτερον, εστιάζει στις νέες θεσμικές προκλήσεις που θέτει η πανδημία, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στα στενά όρια της παρούσας συγκυρίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά συνιστούν αναμφίβολα δύο από τις βασικές αρετές τού εν λόγω πονήματος. Ο μεν διεπιστημονικός του χαρακτήρας το καθιστά οπωσδήποτε προσιτό σε ένα κοινό ευρύτερο από την κοινότητα των νομικών, ενώ η θεωρητική του εμβέλεια προμηνύει ότι θα συνεχίσει να απασχολεί τη δημόσια σφαίρα και μετά το πέρας της υγειονομικής κρίσης.

Κατά το διάστημα της πανδημίας αναπτύχθηκε, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, ένας πλούσιος επιστημονικός διάλογος αναφορικά με τους μετασχηματισμούς στη λειτουργία του κράτους και του δικαίου, οι οποίοι προήλθαν από την έκτακτη ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας της δημόσιας υγείας. Ιδίως σε ό,τι αφορά τους περιορισμούς των θεμελιωδών δικαιωμάτων, την υπολειτουργία του Κοινοβουλίου και τις αντοχές του κράτους πρόνοιας, κατατέθηκαν δημοσίως πολλές και διαφορετικές απόψεις, όχι μόνο από συνταγματολόγους, αλλά και από κοινωνικούς επιστήμονες αρκετών άλλων ειδικοτήτων.

Το βιβλίο του Παπατόλια δεν προσφέρει μια απλή ταξινόμηση της επιστημονικής αυτής παραγωγής, αλλά, επιπλέον, εντάσσει τις διάφορες απόψεις σε ένα πλαίσιο οιονεί συζήτησης. Ο σχετικός διάλογος, μάλιστα, παρουσιάζεται με έναν ιδιαίτερα ελκυστικό τρόπο, καθώς, πέρα από την παράθεση των διάφορων επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, ο συγγραφέας επιλέγει να εγκύψει και στην ταραχώδη σχέση της επιστήμης με την πολιτική εξουσία. Είναι κοινό μυστικό, άλλωστε, ότι οι κοινωνικοί επιστήμονες ασκούν επιρροή στις πολιτικές και ιδεολογικές διαμάχες κάθε συγκυρίας, εφόσον οι θέσεις τους άλλοτε προσφέρουν νομιμοποίηση και άλλοτε λειτουργούν αποδομητικά για τις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να υπογραμμιστεί ότι, κατά την πραγμάτευση του κυριολεκτικά ογκώδους υλικού του, ο Παπατόλιας παραμένει προσηλωμένος στην τήρηση δύο βασικών μεθοδολογικών κανόνων. Αφενός παραθέτει κατά τρόπο νηφάλιο και ακριβή το σύνολο των επιστημονικών απόψεων, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με το περιεχόμενό τους, αφετέρου επιλέγει να διατυπώσει με σαφήνεια τις δικές του θέσεις για κάθε μείζον πολιτικό και συνταγματικό ζήτημα.

Πολιτική και θεσμική εξαίρεση

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάλυση του συγγραφέα αναφορικά με τον μετασχηματισμό της λειτουργίας της δημοκρατίας σε περιόδους κρίσεων. Όπως εύστοχα επισημαίνει, ενώ σε συνθήκες ομαλότητας τα φιλελεύθερα πολιτεύματα ενθαρρύνουν την έκφραση των πολιτικών αντιπαραθέσεων, σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης η έννοια του πλουραλισμού αφυδατώνεται, προκειμένου να αναδυθεί, κατά τον ορισμό του Joseph Schumpeter, ένας «μονοπωλιακός τύπος ηγεσίας». Δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των καταστάσεων πολιτικής και θεσμικής εξαίρεσης, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της πρόσφατης οικονομικής και της παρούσας υγειονομικής κρίσης.

Κατ’ αρχήν τα πορίσματα των τεχνοκρατών αποκτούν το προβάδισμα έναντι των θέσεων των πολιτικών και, συνακόλουθα, τα κρατικά όργανα παύουν να αναζητούν τις βέλτιστες λύσεις μέσω της κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης, προκειμένου να εφαρμόσουν με άμεσο τρόπο τις «ορθές» γνωμοδοτήσεις των ειδικών. Αναμφίβολα, η εν λόγω πρακτική είναι μέχρι κάποιο σημείο επιβεβλημένη, καθώς οι έκτακτες ανάγκες, και ιδίως αυτές που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία, επιτάσσουν τη λήψη άμεσων αποφάσεων. Αυτού του είδους η ρεαλιστική προσέγγιση, όμως, πρέπει να οριοθετείται αυστηρά, ούτως ώστε να αποφεύγεται ο πειρασμός της υποκατάστασης του κανόνα από την εξαίρεση.

Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αμφισβητείται η παραδοχή ότι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία είναι εξ ορισμού αναγκαία η διατύπωση εναλλακτικών πολιτικών σχεδίων, σε καθένα από τα οποία πρέπει να αποδίδεται μόνο σχετική και όχι απόλυτη αξία. Σε διαφορετική περίπτωση, η αμφισβήτηση και η κριτική σκέψη, που προσιδιάζουν στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, κινδυνεύουν να παραχωρήσουν τη θέση τους στις βεβαιότητες και τις δογματικές πεποιθήσεις που χαρακτηρίζουν τη θρησκευτική πίστη.

Οι αδυναμίες του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος

Μία ακόμη ενδιαφέρουσα θεματική του βιβλίου είναι αυτή που πραγματεύεται τις αδυναμίες και τα όρια του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Αν κάτι υπήρξε αναντίλεκτο κατά την περίοδο της υγειονομικής κρίσης, αυτό συνίσταται στην καθολική αναγνώριση της αξίας των κρατικών δαπανών, οι οποίες προορίζονται για την οικοδόμηση και τη θωράκιση των δημόσιων συστημάτων Υγείας. Σε μια συγκυρία που ηγεμόνευαν οι απόψεις περί της επιτακτικής ανάγκης συρρίκνωσης του κράτους και της εκχώρησης πολλών από τις υπηρεσίες του στην αγορά, ήρθε το σοκ της πανδημίας να προκαλέσει έναν γενικευμένο πολιτικό και θεωρητικό αναστοχασμό. Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται πλέον δεν είναι πώς θα περιορίσουμε τις δημόσιες δαπάνες για την Υγεία, αλλά ποιο σχέδιο πρέπει να ακολουθήσει η διεθνής κοινότητα, προκειμένου να καταστήσει δυνατή τη γενναία αύξησή τους.

Στο σημείο αυτό ο Παπατόλιας δεν παραλείπει να αναφερθεί στη θεμελιώδη έννοια της αλληλεγγύης, και μάλιστα υπό διττό πρίσμα. Κατά πρώτον, τονίζει τη σημασία της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία επιτάσσει να μην επιβαρυνθεί και πάλι μονομερώς η μεσαία τάξη από την αύξηση της φορολογίας, αλλά να κατανεμηθούν κατά τρόπο αναλογικό τα βάρη και στους οικονομικά πιο εύρωστους πολίτες. Επιπρόσθετα, ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι πρέπει να αναδειχθεί η σημασία της αλληλεγγύης και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε να αμβλυνθούν οι μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες ανάμεσα στον πλεονασματικό Βορρά και τον υπερχρεωμένο Νότο.

Χωρίς αλλαγή σε πολιτική και οικονομία

Ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά της μελέτης είναι ότι δεν υποκύπτει στον πειρασμό ούτε των αισιόδοξων ούτε των απαισιόδοξων προβλέψεων. Κατά την αταλάντευτη άποψη του συγγραφέα, οι επιπτώσεις της πανδημίας δεν πρόκειται να επιφέρουν νομοτελειακά κάποια αλλαγή παραδείγματος στην πολιτική ή την οικονομία. Το μόνο που μπορεί να υποστηρίξει κάποιος με σχετική ασφάλεια, είναι ότι οι κρίσεις έχουν μεν την τάση να οδηγούν σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις, χωρίς όμως να προδιαγράφουν το προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημό τους. Ενόψει των πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων που αναμένεται να καθορίσουν τις εξελίξεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο το προσεχές διάστημα, ο Παπατόλιας ανασύρει από το ιδεολογικό οπλοστάσιο της Αριστεράς μια μάλλον παλιά, αλλά πάντα επίκαιρη και ριζοσπαστική ιδέα. Μας θυμίζει, δηλαδή, ότι η διαμόρφωση μιας πολιτείας πραγματικά ελεύθερων και ίσων ανθρώπων προϋποθέτει την οικοδόμηση και την εύρυθμη λειτουργία μιας δημοκρατίας όχι μόνο πολιτικής, αλλά και κοινωνικής.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΑΥΓΗ, 21 Ιουλίου 2020

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 + 6 =