Η. Κουβαράς, Οι συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων, Νομική Βιβλιοθήκη, 2020 (Πρόλογος Σπ. Βλαχόπουλος)

Βιβλιοκρισία: Eυγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στις αμφίρροπες ιδίως υποθέσεις, τόσο κατά τη μονήρη επεξεργασία όσο και στις διασκέψεις των πολυμελών σχηματισμών, ο συλλογισμός του δικαστή έρχεται κάποια κρίσιμη στιγμή αντιμέτωπος, σχεδόν αναπόφευκτα, με τις πιθανολογούμενες συνέπειες από την έκβαση της υπόθεσης. Στις περιπτώσεις αυτές, το περιεχόμενο των συνεπειών της απόφασης και τελικά το αποδιδόμενο σε αυτές πρόσημο παρίσταται ενίοτε καθοριστικό για την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση στο ερμηνευτικό σταυροδρόμι που αντιμετωπίζει.

Η ανωτέρω διεργασία ανάγεται στο στάδιο της διερεύνησης, της αναζήτησης δηλαδή από τον εφαρμοστή του δικαίου, της ορθής ερμηνευτικής λύσης. Στη συνέχεια, όταν έρχεται η ώρα να διαστρωθεί η αιτιολογία της απόφασης, η παράμετρος των συνεπειών υποβαθμίζεται και ενίοτε μάλιστα αποσιωπάται. Μια αμηχανία εγείρεται ως προς το κατά πόσο το ερμηνευτικό αυτό κριτήριο μπορεί με κάποιον τρόπο να θεμελιώσει τη λύση που προκρίθηκε. Ο δικαστής αποστασιοποιείται και αναζητεί ασφάλεια στο γράμμα ή την τελεολογία της διάταξης για να συγκροτήσει μια συνεπή και σύμφωνη με τα κριτήρια του θετικού δικαίου αιτιολογία. Η προαναφερθείσα διαδρομή έχει τελικά ως αποτέλεσμα ένα μέρος -και ενδεχομένως μάλιστα το πλέον καθοριστικό- από τον προσωπικό στοχασμό του δικαστή πάνω στην υπόθεση ή τις ζυμώσεις της διάσκεψης, τα οποία και οδήγησαν στη συγκεκριμένη ερμηνευτική λύση, να μην αποτυπώνεται στην αιτιολογία της απόφασης ή να παρατίθεται υπό επικουρική εκδοχή, υποβαθμισμένα και άνευρα.

Η εν λόγω μελέτη, καρπός μεταδιδακτορικής έρευνας του συγγραφέα υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ με επιβλέποντα Καθηγητή τον κ. Σπύρο Βλαχόπουλο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι συνέπειες της απόφασης λαμβάνονται υπόψη στο δικαιοδοτικό έργο και περαιτέρω τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τούτο παρίσταται ανεκτό αλλά και (υπό όρους) επιβεβλημένο. Ο συγγραφέας παρατηρεί τις τελευταίες δεκαετίες, τόσο διεθνώς όσο και εγχώρια, μια αλλαγή επιστημονικού υποδείγματος στη νομική επιστήμη, όσον αφορά τη συγκρότηση της δικαστικής αιτιολογίας, καθόσον οι κλασσικές μέθοδοι ερμηνείας επανεξετάζονται ως προς την επάρκεια τους για την επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν στην πράξη.

Στο Πρώτο Μέρος της μελέτης διερευνώνται οι μορφές με τις οποίες λαμβάνει χώρα στη δικαιοδοτική πράξη η θεμελίωση των νομικών κρίσεων στις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής και συστηματοποιούνται οι τύποι υπό τους οποίους διατυπώνεται το συνεπειοκρατικό επιχείρημα. Η νομολογιακή έρευνα καταλήγει στη διαπίστωση μιας εντυπωσιακής πολυμορφίας, την οποία δύναται να προσλαμβάνει η συνεκτίμηση των συνεπειών της εκάστοτε ερμηνευτικής εκδοχής στο δικανικό συλλογισμό. Στο Δεύτερο Μέρος της μελέτης, η ίδια προβληματική προσεγγίζεται στο πλαίσιο μιας κριτικής θεώρησης, δεοντολογικά, ήτοι προεχόντως από μεθοδολογική, αλλά και από δικαιοπολιτική σκοπιά, καθόσον εξετάζεται η συμβατότητα της συνεπειοκρατικής ερμηνείας με τις βασικές θέσεις της σύγχρονης μεθοδολογίας του δικαίου.

Περιεχόμενα

 

Βιβλιοκρισία: Ευγενία Πρεβεδούρου

  1. Ένα ωραίο βιβλίο για την εξέλιξη των μεθόδων εργασίας του διοικητικού δικαστή αποτελεί η μελέτη του κ. Ηλία Κουβαρά, που πραγματεύεται τις συνέπειες της δικαστικής απόφασης ως θεμέλιο των νομικών κρίσεων. Πρόκειται για το αποτέλεσμα της μεταδιδακτορικής έρευνας του συγγραφέα υπό την αιγίδα του Τομέα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ με επιβλέποντα τον Καθηγητή Σπύρο Βλαχόπουλο. Παρόλο που η διοικητική δικαιοσύνη φαίνεται να είναι, τα τελευταία χρόνια, ένα από τα πιο ελκυστικά ερευνητικά αντικείμενα της επιστήμης του δικαίου στην Ελλάδα, το σύνολο, σχεδόν, των σχετικών εργασιών επικεντρώνεται στην ανάγκη ταχύτερης απονομής της και σε οργανωτικά ζητήματα, όπως η χωροταξία των δικαστηρίων, η εκπαίδευση των δικαστών και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Η έρευνα, αντίθετα, του κ. Κουβαρά εστίασε στη μέθοδο λειτουργίας του δικαστή και, κατά συνεκδοχή, στην ίδια τη φύση του δικαιοδοτικού έργου. Δεν κινείται, ωστόσο, στο πνεύμα των κλασικών έργων της κατηγορίας αυτής, όπως οι διατριβές των καθηγητών Yves Gaudemet, Les méthodes du juge administratif[1], και Théodore Fortsakis, Conceptualisme et empirisme en droit administratif français[2], ή το δοκίμιο του Προέδρου Roger Latournerie, Essai sur les méthodes juridictionnelles du Conseil d’Etat[3], που στηρίχθηκαν στην ιδιαιτερότητα της διοικητικής δικαιοσύνης και αναζήτησαν τη μέθοδο εργασίας του δικαστή μέσα από τις μεγάλες νομολογιακές κατασκευές, οι οποίες διαμόρφωσαν ή προήγαγαν το διοικητικό δίκαιο. Ο κ. Κουβαράς υιοθέτησε άλλη οπτική και άλλα εργαλεία, αυτά της μεθοδολογίας του δικαίου, της ανάλυσης του μεθοδικού σχηματισμού των δικανικών κρίσεων[4]. Εξετάζει ειδικότερα τη (συν)εκτίμηση από τον διοικητικό, κυρίως, δικαστή των συνεπειών της απόφασής του για την ερμηνευτική λύση που θα προκρίνει καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αναγωγή στις συνέπειες παρίσταται ανεκτή ή και επιβάλλεται. Ο συγγραφέας εντοπίζει, σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, μια «αλλαγή επιστημονικού υποδείγματος στη νομική επιστήμη» όσον αφορά τη συγκρότηση της αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων, στο μέτρο που οι κλασσικές μέθοδοι ερμηνείας επανεξετάζονται, τις τελευταίες δεκαετίες, ως προς την επάρκειά τους για την επίλυση των ζητημάτων που ανακύπτουν στην πράξη. Υποστηρίζει ότι, σε «αμφίρροπες», ιδίως, υποθέσεις, οι συνέπειες που μπορεί να έχει η δικανική κρίση καθορίζουν το περιεχόμενό της, ακόμη και κατ’ απόκλιση από αυτό που υπαγορεύει, ενδεχομένως, η αυστηρώς νομική προσέγγιση.
  2. Στο πρώτο μέρος βιβλίου, εξετάζεται η συνεπειοκρατική θεμελίωση των νομικών κρίσεων στις δικαστικές αποφάσεις, όπως εμφανίζεται στην πράξη. Κατ’ αρχάς, συστηματοποιούνται οι εκφάνσεις αυτής της μεθόδου εργασίας του δικαστή, η οποία διακρίνεται από συναφείς έννοιες, όπως η τελολογική ερμηνεία, το επιχείρημα της εις άτοπον επαγωγής και ο λεγόμενος «ωφελιμισμό» (aggregate well-being or wellfare), και, στη συνέχεια, παρουσιάζονται οι μορφές με τις οποίες διατυπώνεται το συνεπειοκρατικό επιχείρημα σε βασικά δικαιοδοτικά συστήματα και στην ενωσιακή έννομη τάξη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δεύτερο κεφάλαιο, στο οποίο διερευνώνται οι μορφές που προσλαμβάνει η συνεκτίμηση των συνεπειών της δικαστικής απόφασης στην εγχώρια νομολογία, με την ανάλυση σημαντικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, κυρίως.

Αναλύεται, αρχικά, η «ρητή θεμελίωση του δικανικού συλλογισμού στις συνέπειες της απόφασης», υπό το πρίσμα του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου. Κατά τον συγγραφέα, οι συνέπειες αυτές ανάγονται, πρώτον, στη διαφύλαξη της συστηματικής και τελεολογικής ενότητας της έννομης τάξης, ιδίως στην περίπτωση συνύπαρξης πλειόνων δικαιοταξιών (εθνικής, ενωσιακής, διεθνούς) ή περισσότερων επιδιωκόμενων σκοπών (πρακτική εναρμόνιση μέσω στάθμισης των συνεπειών των εφαρμοζόμενων συνταγματικών διατάξεων) και, δεύτερον, στον έλεγχο συμβατότητας της ερμηνευτικής εκδοχής με την πραγματικότητα, προς αποσόβηση άτοπων καταστάσεων. Σε δικονομικό επίπεδο, η «συνεπειοκρατική» προσέγγιση βρίσκει νομοθετική κατοχύρωση σε πολλές διατάξεις του θετικού δικαίου, όπως το άρθρο 32 παρ. 2 του ΠΔ 18/1989 για την κατάργηση της δίκης, το άρθρο 1 του Ν. 3900/2020 για την απευθείας εισαγωγή υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, τα άρθρα 53-58 του Ν. 4055/2012 για την δίκαιη ικανοποίηση λόγω μεγάλης διάρκειας της δίκης και, βεβαίως, το άρθρο 22 του Ν. 4274/2014, για την ενίσχυση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή και τη ρητή αναγνώριση της δυνατότητας εκτίμησης των συνεπειών. Επί τη βάσει συνεπειοκρατικής προσέγγισης, ο δικαστής δέπλασε τις προϋποθέσεις του παραδεκτού, διευρύνοντας την πρόσβαση στο δικαστήριο, αλλά και τους κανόνες της απόδειξης. Στη συνέχεια, στο πεδίο των «κεκαλυμμένων», όπως τις αποκαλεί ο συγγραφέας, συνεπειοκρατικών σταθμίσεων στη δικανική κρίση, επισημαίνει ότι η προσμέτρηση των συνεπειών λαμβάνει χώρα κατά την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, όπως το δημόσιο συμφέρον, και την εφαρμογή γενικών αρχών του δικαίου, όπως η αρχή της ισότητας, της χρηστής διοίκησης, της ασφάλειας δικαίου, της διοικητικής αποτελεσματικότητας και οι αρχές του περιβαλλοντικού δικαίου. Στο ίδιο αυτό πεδίο, εντάσσονται και τα δύο βασικά μεθοδολογικά εργαλεία του δικαστή μέσω των οποίων ελέγχει τις συνέπειες όχι μόνο της διοικητικής δράσης αλλά και των νομοθετικών επιλογών. Πρόκειται, αφενός, για την αρχή της αναλογικότητας, που εμπεριέχει την εκτίμηση των συνεπειών της απόφασης, καθώς ο έλεγχος της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της σχέσης κόστους-οφέλους του ελεγχόμενου μέτρου υποδηλώνει αναπόφευκτα μια στάθμιση ανάμεσα στα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της προκρινόμενης λύσης και, αφετέρου, για την αρχή της πρακτικής εναρμόνισης των συνταγματικώς αναγνωρισμένων αγαθών, που συχνά εκφράζεται ομοίως ως στάθμιση κόστους (επαπειλούμενη βλάβη του περιβάλλοντος) και οφέλους (από την εκτέλεση ορισμένου δημοσίου έργου).

  1. Το δεύτερο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στην κριτική θεώρηση της συνεπειοκρατικής θεμελίωσης των νομικών κρίσεων, οι εκφάνσεις της οποίας αναλύθηκαν παραπάνω. Η παρουσίαση εδώ γίνεται σε αφηρημένο, θεωρητικό επίπεδο. Το πρώτο κεφάλαιο αφορά τη συμβατότητα της συνεπειοκρατικής ερμηνείας με την κλασική μεθοδολογία του δικαίου. Ειδικότερα, σε ένα πρώτο στάδιο διερευνώνται, οι περίπλοκες νοητικές διεργασίες που συνθέτουν τη δικανική κρίση μέχρι την ολοκλήρωση του δικανικού συλλογισμού. Η μεθοδολογία του δικαίου διακρίνει στις εν λόγω διανοητικές εργασίες τη διερεύνηση (ή την ανακάλυψη του εφαρμοστέου κανόνα) και την αιτιολόγηση, την εφαρμογή και την ερμηνεία με τις γνωστές μεθόδους που δεν φαίνεται να υπόκεινται σε κάποια ιεράρχηση, τα είδη των επιχειρημάτων που περιλαμβάνει η δικαστική αιτιολογία, μεταξύ των οποίων καταλέγονται και τα συνεπειοκρατικά επιχειρήματα. Στη συνέχεια, εξετάζονται τα κριτήρια εγκυρότητας των νομικών επιχειρημάτων, ζήτημα που παραμένει ανοικτό για την επιστήμη, ελλείψει σαφών κανόνων στο θετικό δίκαιο που να προσδιορίζουν τα αποδεκτά επιχειρήματα στη δικαστική αιτιολογία. Τελικά, η τεκμηρίωση των δικαστικών αποφάσεων ανάγεται στη νομική παράδοση κάθε έννομης τάξης. Όλα τα παραπάνω συγκροτούν τον δικανικό συλλογισμό, ο οποίος συμπυκνώνει το πρόβλημα των σχέσεων της επιστήμης του δικαίου με την επιστήμη της λογικής (σελ. 166). Ακολούθως, ο συγγραφέας αναζητεί τα χαρακτηριστικά του δικαιοδοτικού έργου μεταξύ εφαρμογής του κανόνα και δικαιοπλασίας. Παρατηρεί ότι, στη θεωρία του δικαίου, το ενδιαφέρον έχει μετακυλισθεί από τη νομοθετική λειτουργία στη δικαστική απόφαση, που φαίνεται να αποτελεί αυτοτελή και καθοριστικό παράγοντα της νομικής ζωής. Ειδικότερα, η ζωή του δικαίου διαμορφώνεται πολύ περισσότερο από την απόφαση παρά από τον κανόνα. Άλλωστε, οι νομικές, όπως και όλες οι αφαιρετικές έννοιες υποστασιοποιούνται κατά την αντιμετώπιση ζητημάτων του πρακτικού βίου. Η έκταση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου δεν μπορεί να είναι ορισμένη εκ των προτέρων, αλλά προσδιορίζεται κάθε φορά από την ad hoc απόφαση του δικαστή. Εξετάζεται, επίσης, η φύση και το περιεχόμενο του δικαιοδοτικού έργου υπό το πρίσμα του νομικού θετικισμού και των αντιθετικιστικών ρευμάτων, με πιο γνωστό τον αμερικανικό νομικό ρεαλισμό. Κατά τον συγγραφέα, αναγνωρίζεται σταδιακά η δημιουργική διάσταση του δικαιοδοτικού έργου, η δικαιοπλασία που πραγματοποιείται μέσω της ερμηνείας. Ενίσχυση της διαπλαστικής εξουσίας επιφέρει η προσφυγή σε τρία ερμηνευτικά εργαλεία, στα διδάγματα της κοινής πείρας, στα παραδεδεγμένα πορίσματα της επιστήμης και της τέχνης και στους κανόνες δεοντολογίας και ηθικής. Η θεωρία διακρίνει μεταξύ φορμαλισμού, που εμμένει στο γράμμα του κανόνα δικαίου, και πραγματισμού, που προκρίνει τον σκοπό του και αντιλαμβάνεται το δίκαιο ως μέθοδο εξυπηρέτησης των κοινωνικών συμφερόντων. Τέλος, η δικαιοδοτική δράση αποκτά αναπόφευκτα και πολιτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που επιλέγει μεταξύ πλειόνων ερμηνευτικών εκδοχών του κανόνα δικαίου που είναι πάντα επηρεασμένες από τις αξίες και την πολιτική ιδεολογία του ερμηνευτή. Επομένως, ο δικαστής διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή του δικαίου, δεσμευόμενος οπωσδήποτε από τον νοηματικό πυρήνα του κανόνα δικαίου και από τις προερμηνευτικές επιλογές του, που πρέπει να στηρίζονται σε αντιλήψεις ευρείας κοινωνικής αποδοχής.
  2. Στη συνέχεια, και εντός του ανωτέρω συγκροτηθέντος δογματικού πλαισίου, αναπτύσσεται ένας εμπεριστατωμένος διάλογος με εκατέρωθεν επιχειρήματα όσον αφορά το επιτρεπτό αλλά και το σκόπιμο της χρήσης συνεπειοκρατικών επιχειρημάτων. Συστηματοποιούνται, κατ’ αρχάς, οι κυριότερες δικαιολογητικές βάσεις στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί η συνεπειοκρατική ερμηνεία. Αυτές ανάγονται στην ίδια τη φύση και τον εξελικτικό χαρακτήρα του ερμηνευτικού επιχειρήματος που δημιουργεί, κατ’ ουσία, νέους κανόνες, στην επίτευξη ουσιαστικά ορθότερων κρίσεων και στη βελτίωση της αιτιολογίας καθώς και στη διορθωτική λειτουργία που επιτελεί για τις άλλες μεθόδους ερμηνείας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο αυτό της επιχειρηματολογίας παρουσιάζει η ανάλυση αυτού που ο συγγραφέας αποκαλεί «πρόγνωση των εμπειρικών επιδόσεων της απόφασης» (σελ. 199) και αποτελεί, κατά τη γνώμη του, τον πυρήνα της συνεπειοκρατικής θεμελίωσης. Ειδικότερα, ο συνεπειοκρατικός συλλογισμός προσανατολίζεται στο αποτέλεσμα και, επομένως, συνδέει τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου με την κοινωνική πραγματικότητα. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, η αποτίμηση των συνεπειών της απόφασης πραγματοποιείται στο επίπεδο της μείζονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, οπότε επηρεάζει την ίδια τη διατύπωση του πρόσφορου για την επίλυση της διαφοράς κανόνα δικαίου (σελ. 201). Η κατανόηση του νοήματος της εφαρμοστέας διάταξης περνά μέσα από την αποτίμηση της κοινωνικής σπουδαιότητας των εννόμων –και όχι μόνο– συνεπειών της δικαστικής κρίσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάλυσης αυτής αποτελούν ο έλεγχος της αντισυνταγματικότητας μνημονιακών περικοπών[5], αλλά και οι πολεοδομικές και περιβαλλοντικές υποθέσεις. Από την ενότητα αυτή, που παρουσιάζει αυτοτέλεια, συνάγεται ότι ο δικαστής θα πρέπει να εκτιμά πώς ακριβώς η απόφασή του θα επιδράσει στο δικαιϊκό σύστημα και στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα[6], ο συγγραφέας δε αξιολογεί θετικά το γεγονός ότι οι συνεπειοκρατικές προσεγγίσεις αποτελούν «τον δούρειο ίππο για την είσοδο των κοινωνικών επιστημών στον δικανικό συλλογισμό» (σελ. 207). Το κρινόμενο ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα κοινωνικό και όχι εννοιολογικό. Υπέρ της αποδοχής συνεπειοκρατικών επιχειρημάτων στη δικαστική αιτιολογία συνηγορούν περαιτέρω, πρώτον, η αξίωση για μεθοδολογική διαφάνεια, υπό την έννοια ότι στην απόφαση πρέπει να αποτυπώνονται τα πραγματικά κίνητρα που οδήγησαν στην προκριθείσα λύση, δεύτερον, η προώθηση της συστηματικής ενότητας και συνοχής της έννομης τάξης και, τρίτον, η διασφάλιση της εφαρμοσιμότητας των δικαστικών αποφάσεων χάρη στην ανάλυση των επιπτώσεών τους και στη νομιμοποίηση του δικαίου που διαπλάθσει ο δικαστής. Για την πληρότητα της ανάπτυξης της οικείας θεματικής, ο συγγραφέας αναλύει, στη συνέχεια, τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται απέναντι στη συνεπειοκρατική ερμηνεία. Αυτές συνίστανται, πρώτον, σε δικαιοπολιτικές ενστάσεις, όπως είναι η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης του δικαστή, ο κίνδυνος έκπτωσης των εγγυητικών λειτουργιών του δικαίου λόγω αναγωγής σε εξωνομικές κλίμακες αξιών (σελ. 223) και η υπονόμευση της ασφάλειας του δικαίου. Στις παραπάνω προστίθενται και οι πρακτικές ενστάσεις της επιβάρυνσης του δικαιοδοτικού έργου, του τεχνικά ανέφικτου προσδιορισμού των συνεπειών και της αδυναμίας αξιολόγησής τους.
  3. Στο δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους ο συγγραφέας προτείνει ένα «μεθοδολογικό μοντέλο συνεκτίμησης των συνεπειών». Στην πρώτη ενότητα, συναρθρώνει, αφενός, τις δικαιολογητικές βάσεις υπέρ της συνεκτίμησης των συνεπειών και, αφετέρου, τις ενστάσεις που διατυπώθηκαν κατ’ αυτής, ανασκευάζοντας τις τελευταίες σε προϋποθέσεις για την εν λόγω συνεκτίμηση. Διευκρινίζει και αιτιολογεί, κατ’ αρχάς, την ανάγκη ένταξης της συνεκτίμησης των συνεπειών στη δογματική της νομικής επιστήμης, ειδικότερα δε την ανάγκη μετατόπισης της νομικής θεμελίωσης «από το κρατούν ιδεώδες της υπαγωγής στα πλαίσια ενός ερμητικού νομικού συστήματος» προς μια «εξωστρεφή θεώρηση της νομικής επιχειρηματολογίας». Ακολουθεί η διατύπωση των προϋποθέσεων συνεκτίμησης των συνεπειών, οι οποίες περιλαμβάνουν, από δικαιοκρατική σκοπιά, πρώτον, τη διάπλαση ειδικότερων κανόνων από τον εφαρμοστή του δικαίου για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στον γενικό και αφηρημένο κανόνα και την ατομική περίπτωση, δεύτερον, τον εγγυητικό ρόλο του δικαστή στην αναπόφευκτη διαπλοκή δικαίου και πολιτικής και, τρίτον, την αναγωγή του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος σε γενικό κανόνα. Από τεχνική σκοπιά, η επιβάρυνση του δικαιοδοτικού έργου δικαιολογείται για τη διασφάλιση ορθότερων λύσεων και την αναβάθμιση των δικαστικών κρίσεων, ενώ ο τεχνικός προσδιορισμός των συνεπειών αποτελεί γνώριμη νοητική διεργασία που αναπτύσσεται εντός των ορίων του δικαιοδοτικού έργου συχνά μέσω των διδαγμάτων της κοινής πείρας, των πασιδήλων ή των σύγχρονων κοινωνονικοοικονομικών αντιλήψεων. Τέλος, η αξιολόγηση των συνεπειών μπορεί να γίνει με την αξιοποίηση των υφιστάμενων μεθοδολογικών εργαλείων, όπως είναι η αρχή της αναλογικότητας. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η εντυπωσιακή έκταση της εκτίμησης των συνεπειών της απόφασης στο εγχώριο δικαιοδοτικό έργο και η ποικιλομορφία αυτής επιβάλλουν την τυποποίηση και οριοθέτηση του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος, ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος δικαστικής αυθαιρεσίας και υποκειμενικότητας. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τη διατύπωση ορισμένων μεθοδολογικών κανόνων ως ελάχιστων εγγυήσεων για την έγκυρη θεμελίωση ορισμένης κρίσης στις πιθανολογούμενες συνέπειές της. Eπιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι συντρέχει περίπτωση διακριτικής ευχέρειας για τον δικαστή, ότι υφίστανται, δηλαδή, περισσότερες εναλλακτικές ερμηνευτικές λύσεις, εξίσου αποδεκτές, κατ’ αρχήν, από μεθοδολογική σκοπιά. Αφού εντοπιστούν οι πλείονες ερμηνευτικές εκδοχές, θα πρέπει, δεύτερον, να προσδιοριστούν οι κρίσιμες για το ερμηνευτικό εγχείρημα συνέπειες, οι οποίες διακρίνονται σε νομικές και εξωνομικές ή κοινωνικές ή πραγματικές. Τρίτον, η ερμηνευτική λύση που θεμελιώνεται στις συνέπειές της θα πρέπει να μην αντιτίθεται στους νομίμως θεσπισμένους κανόνες και στις κρατούσες αρχές της έννομης τάξης. Τέταρτον, για να προκριθεί μια ερμηνευτική εκδοχή που θεμελιώνεται στις συνέπειες της απόφασης, θα πρέπει να εξυπηρετεί τον νομοθετικό στόχο με τον βέλτιστο τρόπο. Πέμπτον, είναι αναγκαίος ο καθορισμός κριτηρίων αξιολόγησης των συνεπειών με βάση τις ιεραρχήσεις της έννομης τάξης και όχι την προσωπική αντίληψη και κοσμοθεωρία του δικαστή. Τέλος, επιβεβλημένος όρος εγκυρότητας για την αναγωγή στις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής θα πρέπει να θωρηθεί η «καθολικευσιμότητα» αυτής, ήτοι, κατά παράφραση της καντιανής κατηγορικής επιταγής, η τελευταία να μπορεί να καταστεί καθολικός ερμηνευτικός κανόνας για τη νομολογία.
  4. Για την αποτίμηση του έργου του κ. Κουβαρά, επιβάλλεται η επισήμανση ότι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται αύξηση της προσφυγής σε επιχειρήματα που αναφέρονται στις συνέπειες της προκρινόμενης ερμηνευτικής επιλογής, η οποία αποδίδεται στην πολιτικοποίηση του σύγχρονου δικαίου. Η εκτεταμένη, μάλιστα, αξιολόγηση των συνεπειών από τον δικαστή στην αλλοδαπή, ακόμα και σε χώρες με αυστηρά θετικιστική παράδοση, είχε παρατηρηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1970. Και στην εγχώρια, πάντως, νομολογία, διακεκριμένοι δικαστικοί λειτουργοί έχουν ομολογήσει τη δύναμη των πιθανολογούμενων συνεπειών στη δικαστική κρίση, αναγνωρίζοντας ότι ο δικανικός συλλογισμός διέρχεται από ένα τελικό φίλτρο που συνίσταται στο λογικό ή παράλογο του αποτελέσματος στο οποίο αυτός καταλήγει. Σε περίπλοκες υποθέσεις, τόσο κατά την μονήρη επεξεργασία όσο και στις διασκέψεις των πολυμελών σχηματισμών, ο συλλογισμός του δικαστή έρχεται κάποια κρίσιμη στιγμή αντιμέτωπος, σχεδόν αναπόφευκτα, με τις αναμενόμενες συνέπειες από την έκβαση της υπόθεσης και το αποδιδόμενο σε αυτές πρόσημο παρίσταται, ενίοτε, καθοριστικό για την πορεία που θα ακολουθήσει η υπόθεση στο ερμηνευτικό σταυροδρόμι που αντιμετωπίζει. Ωστόσο, το ζήτημα των συνεπειών φαίνεται να αποτελεί «ταμπού», διότι ανάγεται, σε μεγάλο βαθμό, στα κίνητρα του δικαστή και σε συλλογισμούς του που αποτυπώνονται εν μέρει και μόνο στην απόφασή του. Η μελέτη ερευνά αυτή την «αμηχανία» όσον αφορά τη δυνατότητα και τη νομιμοποίηση του δικαστή να συνεκτιμά τις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής του εφαρμοστέου κανόνα που προκρίνει. Η ανωτέρω διεργασία ανάγεται στο στάδιο της διερεύνησης, της αναζήτησης δηλαδή από τον εφαρμοστή του δικαίου, της ορθής ερμηνευτικής λύσης του εφαρμοστέου κανόνα. Στη συνέχεια, όταν έρχεται η ώρα να διαστρωθεί η αιτιολογία της απόφασης, η παράμετρος των συνεπειών υποβαθμίζεται και, ενίοτε, μάλιστα αποσιωπάται. Δημιουργούνται επιφυλάξεις και ενδοιασμοί ως προς το κατά πόσο το ερμηνευτικό αυτό κριτήριο μπορεί με κάποιον τρόπο να θεμελιώσει τη λύση που προκρίθηκε. Ο δικαστής αποστασιοποιείται και αναζητεί ασφάλεια στο γράμμα ή την τελεολογία της διάταξης για να συγκροτήσει μια συνεπή και σύμφωνη με τα κριτήρια του θετικού δικαίου αιτιολογία. Η προαναφερθείσα διαδρομή έχει τελικά ως αποτέλεσμα ένα μέρος –και ενδεχομένως μάλιστα το πλέον καθοριστικό– από τον προσωπικό στοχασμό του δικαστή πάνω στην υπόθεση ή τις ζυμώσεις της διάσκεψης, τα οποία και οδήγησαν στη συγκεκριμένη ερμηνευτική λύση, να μην αποτυπώνεται στην αιτιολογία της απόφασης ή να παρατίθεται υπό επικουρική εκδοχή, υποβαθμισμένα και άνευρα.
  5. Πέρα από τη διασφάλιση διαφάνειας και αξιοπιστίας στη δικαιοδοτική λειτουργία, αφού η αιτιολογία εναρμονίζεται πλήρως με το διατακτικό, η αξιοποίηση του συνεπειοκρατικού επιχειρήματος από τον δικαστή επιτελεί και τρεις ιδιαίτερες λειτουργίες σε σχέση με τα κλασσικά νομικά επιχειρήματα. Πρώτον, διαφυλάττει τη συστηματική και τελεολογική ενότητα της έννομης τάξης, με την έννοια ότι συμβάλλει στην πρακτική εναρμόνιση των αντίρροπων σκοποθεσιών τις οποίες υπηρετούν οι εφαρμοστέοι κανόνες, ιδίως όταν για την επίλυση μιας σύγκρουσης δεν είναι δυνατή η αναγωγή σε κανόνες υπέρτερης τυπικής ισχύος. Δεύτερον, επιτρέπει την επαλήθευση της ορθότητας της προκρινόμενης λύσης σε σχέση με την πραγματικότητα, προλαμβάνοντας άτοπες καταστάσεις, ιδίως στο στάδιο εφαρμογής της απόφασης. Η αναγωγή στις πραγματικές συνέπειες μπορεί να ευνοήσει λύσεις που ανταποκρίνονται περισσότερο σε κριτήρια ουσιαστικής δικαιοσύνης και να αμβλύνει εξαιρετικά ανεπιεικείς επιπτώσεις για τους διαδίκους. Τέλος, η συνεκτίμηση των συνεπειών βρίσκει επίσης έρεισμα στη μεθοδολογική ενότητα τόσο κατά τη θέσπιση όσο και κατά την εφαρμογή του δικαίου, καθόσον ο ερμηνευτής συνεχίζει το ερμηνευτικό εγχείρημα του νομοθέτη, ο οποίος και σκέφτεται τελεολογικά. Λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες, ο δικαστής συμμετέχει σε μια συλλογική διαδικασία ερμηνείας του δικαίου, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς τον νομοθέτη. Τονίζεται, μάλιστα, ότι η διερεύνηση του αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στην ερμηνευτική εκδοχή και τις συνέπειές της δεν αποτελεί νοητική διεργασία άγνωστη για το δικαιοδοτικό έργο, αφού ο δικαστής δύναται να μετέρχεται τις επίσης κλασσικές έννοιες όπως «κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων», κατ’ αναλογία προς τη θεμελιώδη και επεξεργασμένη νομική έννοια του αιτιώδους συνδέσμου. Η εκτίμηση ορισμένης συνέπειας ως συνδεόμενης με την υπό εξέταση ερμηνευτική εκδοχή λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο, τα ίδια λογικά και γνωστικά κριτήρια βάσει των οποίων ο δικαστής συσχετίζει μεταξύ τους πράξεις και καταστάσεις κρίσιμες για την εκφορά της δικαιοδοτικής του κρίσης.
  1. Εκ πρώτης όψεως, το βιβλίο του κ. Κουβαρά δημιουργεί την εντύπωση ότι έχει θεωρητικό και μόνον ενδιαφέρον και το κοινό του περιορίζεται στον ακαδημαϊκό χώρο. Επιβάλλεται να τονιστεί ότι αυτό καθόλου δεν μειώνει την αξία του έργου, δεδομένου ότι η επικαιρότητα και η σημασία του δεν εξαρτάται μόνο από την πρακτική χρησιμότητα που μπορεί να έχει για τον εφαρμοστή του δικαίου, αλλά και από τη συμβολή του στην προαγωγή της επιστήμης του δικαίου, στη συζήτηση που αναπτύσσεται γύρω από έναν δικαιϊκό κλάδο. Ωστόσο, σε δεύτερο επίπεδο, διαπιστώνει κανείς ότι και η πρακτική χρησιμότητα του βιβλίου είναι αδιαμφισβήτητη. Επιτρέπει, πράγματι, στον σχολιαστή των δικαστικών αποφάσεων να εμβαθύνει περαιτέρω στον δικανικό συλλογισμό και, πέρα από τον εντοπισμό της συμβολής κάθε απόφασης στον εμπλουτισμό του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, να προβληματιστεί ως προς τα βαθύτερα αίτια της δικανικής κρίσης, ερευνώντας αυτό που λέει και, κυρίως, αυτό που υποδηλώνει ο δικαστής. Πρωτίστως, όμως, αποτελεί πηγή έμπνευσης για το ίδιο το δικαιοδοτικό έργο, που επηρεάζεται διττώς από το βιβλίο: κατ’ αρχάς, μπορεί ο δικαστής να υιοθετήσει άμεσα και ρητά τους προτεινόμενους κανόνες συνεκτίμησης των συνεπειών της κρίσης του στο κείμενο της απόφασής του. Ενδέχεται, όμως, η επιρροή να είναι λιγότερο εμφανής, εκδηλούμενη έμμεσα και σταδιακά στον εμπλουτισμό της αιτιολογίας και στην ενίσχυση της διαφάνειας της συλλογιστικής του δικαστή[7]. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η μελέτη προέρχεται από δικαστικό λειτουργό, ο οποίος ενεργεί εν προκειμένω «υπό διαφορετικό καπέλο», αυτό του θεωρητικού, μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό έναυσμα για τον «φυσικό και ευεργετικό» naturel et bienfaisant ») διάλογο νομολογίας και θεωρίας[8] στο συγκεκριμένο θέμα. Με το νέο του βιβλίο, ο κ. Κουβαράς αποδεικνύει ακόμη μια φορά ότι «ο δικαστής αγαπά και τιμά την επιστήμη» Die Wissenschaft liebt und verehrt der Richter»)[9].

 

[1] LGDJ 1972

[2] LGDJ 1987, ιδίως το δεύτερο μέρος που εξετάζει τη δραστηριότητα του διοικητικού δικαστή.

[3] LJCE Sirey 1952, σ. 177-276

[4] Π. Σούρλα, Δίκαιο και δικανική κρίση. Μια φιλοσοφική αναθεώρηση της μεθοδολογίας του δικαίου, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2017, σ. 30· Κ. Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006 passim.

[5] Κ. Σακελλαροπούλου, Κρίση και ανθεκτικότητα του Συντάγματος ΕφημΔΔ 2016, σ. 1· Ι. Σαρμά, Η λήψη υπόψη εμπειρικών δεδομένων κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεων με τις οποίες επιβάλλεται περικοπή αποδοχών (το ζήτημα της αιτιολογίας του νόμου), www.constitutionalism.gr

[6] Σπ. Βλαχόπουλου, Οι συνταγματικές διαστάσεις της μεταβολής της νομολογίας, Ευρασία, Αθήνα, 2020.

[7] Για τον άμεσο και έμμεσο ρόλο της θεωρίας στο έργο του διοικητικού δικαστή, βλ. Y. Gaudemet, Les méthodes du juge administratif όπ. π., σ. 153 επ.

[8] G. Vedel, Jurisprudence et doctrine: deux discours, RA, 1997, n° spécial, σ. 10.

[9] Jan Bergmann, Das Steuerungspotenzial der Rechtsprechung in: Wolfgang Kahl, M.A., Ute Mager (Ed.)Verwaltungsrechtswissenschaft und Verwaltungsrechtspraxis, Nomos, 2019, σ. 185 (189).

 

Καταχώρηση: 19-10-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

16 − one =