Ασφάλεια ή ιδιωτικός βίος;

Αικατερίνα Π​απανικολάου, ΔΝ, δικηγόρος και μέλος στην Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών

Στις 6 Οκτωβρίου, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (εφεξής: ΔΕΕ) εξέδωσε ακόμη μία απόφαση στο πεδίο προστασίας του ιδιωτικού βίου. Στον διαχρονικό ανταγωνισμό μεταξύ ασφάλειας και προστασίας του ιδιωτικού βίου, το ΔΕΕ υπενθύμισε και αυτή τη φορά, εμφατικά, την κρισιμότητα του διακυβεύματος, αναδιατύπωσε τους όρους του διλήμματος και επιχείρησε μια πιο εκλεπτυσμένη παράθεση των κριτηρίων στάθμισης. Η απόφαση εκδόθηκε επί τεσσάρων υποθέσεων, οι οποίες εκκινούν από την υποβολή ισάριθμων προδικαστικών ερωτημάτων που έθεσαν δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και του Βελγίου.

Η προστασία του δικαιώματος στο κατ’ αρχήν απαραβίαστο του ιδιωτικού βίου  –του απορρήτου της ελεύθερης επικοινωνίας προφανώς περιλαμβανομένου– τυποποιείται αυτοτελώς τόσο στα καταστατικά ευρωπαϊκά κείμενα όσο και στις εθνικές νομοθεσίες των χωρών-μελών. Δεδομένου δε ότι ανάγεται στον πυρήνα της ίδιας της δημοκρατίας, είναι αυτονόητο ότι η κατ’ εξαίρεση απόκλιση από τις δεσμεύσεις του δεν μπορεί παρά να υπαγορεύεται από ανυπέρβλητους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος: εθνική ασφάλεια, διακρίβωση της βαριάς εγκληματικότητας κ.ο.κ.

Σε σχέση με την ιστορικότητα του ζητήματος, η απόφαση της 6ης Οκτωβρίου εγγράφεται στην ευρύτερη νομολογιακή θεματική που αφορά τις προϋποθέσεις διατήρησης των δεδομένων επικοινωνίας από τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Κατά το ΔΕΕ, τέτοια διατήρηση δεν νοείται «γενικώς και αδιακρίτως», παρά μόνο υπό διαδικαστικές εγγυήσεις που συνδέονται με ορισμένο αίτημα κατά συγκεκριμένου προσώπου, σε εντοπισμένες γεωγραφικές συντεταγμένες και προσδιορισμένο χρονικό εύρος αναζήτησης. Η θέση αυτή του δικαστηρίου ωστόσο προκάλεσε αντιδράσεις στις εθνικές δικαιοταξίες, όπου οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας επενδύουν συχνά στις μαζικές παρακολουθήσεις και προσδοκούν πολλά από αυτές για την πρόοδο των ερευνών τους. Οι βασικές τους αντιρρήσεις αφορούσαν εξαρχής τη δυσχέρανση και αναποτελεσματικότητα της προδικασίας σε ζητήματα εθνικής ασφαλείας, τρομοκρατίας, παιδικής πορνογραφίας – βαριάς εγκληματικότητας εν γένει.

Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα επανήλθε ενώπιον του ΔΕΕ, με νέα προδικαστικά ερωτήματα και ζητούμενο μια περισσότερο συμπεριληπτική ερμηνεία των προϋποθέσεων που, υπό εξαιρετικές συνθήκες, νομιμοποιούν τη διευρυμένη άρση του απορρήτου (μαζικές παρακολουθήσεις). Επ’ αυτού, οι θέσεις του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου, στην απόφαση της 6ης Οκτωβρίου, διαμορφώθηκαν ως εξής:

Κατά πρώτον, το ΔΕΕ ενέμεινε στην επί της αρχής θέση του: δεν είναι ανεκτή η γενικευμένη διατήρηση δεδομένων θέσης και κίνησης, καθόσον εξ αυτών συνάγονται ούτως ή άλλως πληροφορίες που σκιαγραφούν πτυχές της προσωπικότητας και αποκαλύπτουν εσώτερες επιλογές του υποκειμένου.

Η μαζική συνεπώς και αδιαφοροποίητη διατήρηση τέτοιων δεδομένων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη ρωγμή στην επιβεβλημένη προστασία της ιδιωτικότητας.

Κατά δεύτερον, το δικαστήριο αναγνωρίζει ως αναγκαία την κατ’ εξαίρεση απόκλιση από τον κανόνα της  προστασίας της ιδιωτικής σφαίρας για λόγους συναρτώμενους με την ασφάλεια και τη διερεύνηση της ποινικής παραβατικότητας, επισημαίνοντας συναφώς τον εγγυητικό ρόλο της πολιτείας. Σε κάθε περίπτωση, η νομιμότητα της απόφασης για διατήρηση δεδομένων από διευρυμένες άρσεις προϋποθέτει ρητή πρόβλεψη στο οικείο εθνικό κανονιστικό πλαίσιο, συνεπή τήρηση της αρχής της αναλογικότητας και εποπτεία της διαδικασίας από δικαστική ή άλλη ανεξάρτητη αρχή.

Προς αυτή την κατεύθυνση, στην υπό συζήτηση απόφαση το ΔΕΕ εξειδικεύει τις θέσεις του περαιτέρω ως εξής:

(α) Η διατήρηση δεδομένων από μαζικές παρακολουθήσεις δικαιολογείται μόνο ενόψει «σοβαρής, προβλέψιμης και επικείμενης ή ενεστώσας απειλής για την εθνική ασφάλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης».

(β) Διευρύνεται το πεδίο ως προς τις κατηγορίες των διατηρούμενων δεδομένων, καθώς το δικαστήριο πλέον αναγνωρίζει π.χ. ότι η μοναδική διεύθυνση διαδικτυακού πρωτοκόλλου (IP address) των υποκειμένων συμβάλλει καθοριστικά στην εξιχνίαση της παραβατικότητας.

Η υπό συζήτηση απόφαση ωστόσο είναι σημαντική όχι μόνο διότι επιχειρεί να τάμει ένα από τα πλέον αντίρροπα ζεύγη έννομων αγαθών. Αποτελεί επίσης, από άποψη μεθοδολογίας, υποδειγματικά γόνιμη διαδικασία σύγκλισης και θεσμικού διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του δικαστηρίου του Λουξεμβούργου. Το τελευταίο, ως θεματοφύλακας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και χωρίς να εγκαταλείπει τον δικαιωματικό πατριωτισμό του, τείνει ευήκοα ώτα στις επιφυλάξεις των εθνικών δικαιοταξιών. Επιδιώκει δε περαιτέρω σύγκλιση εγκύπτοντας στις δυσλειτουργίες της πράξης, όπως αυτές αποτυπώνονται στους προβληματισμούς των επιχειρησιακών εθνικών αρχών. Και όλα αυτά, με προσήλωση πάντα στις διαδικαστικές εγγυήσεις και βασικό γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας.

Σε ό,τι αφορά την εγχώρια πραγματικότητα, είναι γεγονός, όπως προκύπτει από τις ετήσιες εκθέσεις πεπραγμένων της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών, ότι οι άρσεις του απορρήτου που διενεργούνται κατ’ επίκληση της εθνικής ασφάλειας είναι πολλαπλάσιες των άρσεων που αφορούν τη διακρίβωση αξιόποινων πράξεων. Μέρος δε των άρσεων της πρώτης κατηγορίας διατάσσεται με κριτήριο όχι εξατομικευμένα πρόσωπα-στόχους, αλλά ορισμένη χωρική έκταση. Κατά συνεκδοχή λοιπόν, τέτοιες μη προσωποποιημένες άρσεις αφορούν το σύνολο των συνδέσεων που εμπίπτουν στα όρια των επίμαχων συντεταγμένων (χωρικές άρσεις).

Η ανάγκη για επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, ειδικά όταν πρόκειται για ζητήματα εθνικής ασφαλείας, όπου το διακύβευμα είναι ύψιστης σημασίας και το περιθώριο αποτυχίας σχεδόν μηδενικό, ερμηνεύει, κατ’ αρχάς, την ανοχή του νόμου στις εκτεταμένες χωρικές άρσεις. Παρ’ όλα αυτά, η προφανής δυσαναλογία των άρσεων για λόγους εθνικής ασφαλείας προβληματίζει σοβαρά. Στο σημείο αυτό, έγκειται η ανάγκη διαρκούς επαγρύπνησης του κράτους δικαίου και η προσήλωση στα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του ΔΕΕ. Οπερ, τόσο οι υπηρεσίες πληροφοριών και ασφαλείας που αιτούνται την άρση όσο και οι δικαστικές αρχές που τη χορηγούν, καθώς επίσης και η ανεξάρτητη αρχή στην οποία διαβιβάζονται οι σχετικές διατάξεις, οφείλουν να πιστοποιούν με πληρότητα και επιστημονική ακρίβεια την εξαιρετικότητα της συνθήκης που υπαγορεύει τη λήψη του οριακού μέτρου των διευρυμένων παρακολουθήσεων. Κάθε διαφορετική προσέγγιση είναι θεσμικά ελλειμματική για τη δημοκρατική πολιτεία. Και, τελικώς, είναι προφανές ότι η αρτιότητα της διαδικασίας ανάγεται ευθέως στην ποιότητα καθεαυτήν του κράτους δικαίου και στην ακεραιότητα των θεσμών του.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

fourteen + nine =