Πρωθυπουργοκεντρισμός και επιτελική διοίκηση στο ελληνικό πολιτικο-διοικητικό σύστημα

Aπόστολος Παπατόλιας, ΔΝ, Σύμβουλος ΑΣΕΠ
Λέξεις-Κλειδιά:

Το φαινόμενο του πρωθυπουργοκεντρισμού έχει ποικιλοτρόπως αναδειχθεί από την ελληνική επιστήμη του δημοσίου δικαίου. Το σχετικό μελετητικό ενδιαφέρον γνωρίζει μάλιστα μια ξεχωριστή έξαρση αμέσως μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986, ενώ έκτοτε συντηρείται ως «κοινός επιστημονικός τόπος», υπό την έννοια της καθολικής διαπίστωσης της δεσπόζουσας θέσης του Πρωθυπουργού στο πλαίσιο του πολιτικο-διοικητικού συστήματος ή της λεγόμενης «συνταγματικής διακυβέρνησης»[1], όπου οι κανονιστικές προβλέψεις του τυπικού (οργανωτικού) Συντάγματος συναρθρώνονται με την ουσιαστική δυναμική του κομματικού και του πολιτικού συστήματος. Εσχάτως, το ενδιαφέρον αυτό αναθερμαίνεται στο δημόσιο διάλογο, εξαιτίας της ψήφισης του πρόσφατου νόμου 4622/2019 για το «Επιτελικό Κράτος», ο οποίος επικρίθηκε από πολλούς ότι επιτείνει την πρωθυπουργοκεντρική παθογένεια στη χώρα μας. Είτε, όμως, ως μείζων παθογένεια του εγχώριου πολιτικο-διοικητικού συστήματος είτε ως εσωτερική αναγκαιότητα του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού, ο πρωθυπουργοκεντρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο και αποκτά μια νέα επικαιρότητα που μας καλεί να επαναπροσδιορίσουμε τη σχετική δημοσιολογική προσέγγιση υπό το φως των πρόσφατων νομοθετικών εξελίξεων, αλλά και των σύγχρονων πορισμάτων της επιστήμης.

Στη σύγχρονη διοικητική επιστήμη οι όροι «Κυβέρνηση» (Government) και «Διακυβέρνηση» (Governance) χρησιμοποιούνται με διακριτό τρόπο. Ο πρώτος αναφέρεται στη συγκρότηση και λειτουργία του πολιτικο-διοικητικού μηχανισμού άσκησης της συνταγματικά οριοθετημένης εξουσίας, ενώ ο δεύτερος στις συστηματικές διαδράσεις μεταξύ του κυβερνητικού μηχανισμού και των πεδίων παρέμβασής του, δηλαδή στις αλληλεπιδράσεις Κυβέρνησης, Κοινωνίας και Οικονομίας. Στο τελευταίο νομοθέτημα για το Επιτελικό Κράτος, οι όροι χρησιμοποιούνται αδιακρίτως με αποτέλεσμα να παράγεται μια σύγχυση ως προς το εννοιολογικό περίγραμμα του καθενός απ’ αυτούς. Στη σύγχρονη θεωρία το «κυβερνάν» διαφοροποιείται από τη «διακυβέρνηση» με ποικίλους τρόπους. Για τις ανάγκες της μελέτης μας θα εκλάβουμε τη «διακυβέρνηση» ως μια αρκούντως ευρεία και περιεκτική έννοια, πιο κοντά στην «κρατοκεντρική αντίληψη» του Δημοσίου Δικαίου, ορίζοντάς την ως τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διαχείριση της κρατικής εξουσίας από τους θεσμούς της συντεταγμένης πολιτείας, με έμφαση στον τρόπο καθοδήγησης και το διοικητικό συντονισμό των δημόσιων πολιτικών για την επιδίωξη του δημοσίου συμφέροντος (Halachmi 2003, 111-113). Σε αυτή την έννοια της «διακυβέρνησης» το βάρος πέφτει στην ικανότητα των κρατικών θεσμών να πηδαλιουχούν και να συντονίζουν το σχεδιασμό και την εφαρμογή των δημόσιων πολιτικών, δημιουργώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της επιτυχούς – αποδοτικής υλοποίησής τους. Υπό το φως αυτών των παραδοχών, η «διακυβέρνηση» υποδεικνύει τους όρους της αποτελεσματικής δράσης των διοικητικών θεσμών για την επίτευξη των δημόσιων στόχων (Fredericson 1977) και  αποδίδει προτεραιότητα στο θεσμικό συντονισμό και τις εγγυήσεις εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών.

Αναδημοσίευση από την ΕφημΔΔ 4/2020.

Προδημοσίευση μελέτης από τον υπό έκδοση Τιμητικό Τόμο προς τιμήν του Ομότιμου Καθηγητή Κώστα Μαυριά ως ελάχιστο αντίδωρο στον ακαδημαϊκό δάσκαλο, το έργο του οποίου ήταν σταθερή αναφορά και πηγή έμπνευσης του συγγραφέα για τη θεσμική ανατομία του πρω- θυπουργοκεντρισμού.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

9 + 5 =