Φράνσις Φουκουγιάμα, Ταυτότητα: Η απαίτηση για αξιοπρέπεια και η πολιτική της μνησικακίας, εκδόσεις ΡΟΠΗ 2020

Γιώργος Ευαγγελόπουλος, Αν. Καθηγητής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το βιβλίο του Φουκουγιάμα «Ταυτότητα» αποτελεί ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για την κατανόηση των προκλήσεων που βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπες οι κοινωνίες στον Δυτικό κόσμο αλλά και παγκοσμίως – ένα αιχμηρό όσο και διαχρονικό κείμενο για την ανάγκη σφυρηλάτησης μιας οικουμενικής κατανόησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το 2014 ο Φουκουγιάμα έγραψε ότι οι αμερικανικοί θεσμοί βρίσκονται σε παρακμή καθώς ισχυρές ομάδες συμφερόντων καταλαμβάνουν προοδευτικά το κράτος. Δύο χρόνια μετέπειτα οι προβλέψεις του επιβεβαιώθηκαν, όταν ανέβηκαν στην εξουσία πολιτικοί, που μέχρι τότε δεν είχαν θεσμικό ρόλο. Πολιτικοί των οποίων οι απόψεις υπέρ του οικονομικού εθνικισμού και οι αυταρχικές τάσεις απείλησαν να αποσταθεροποιήσουν το σύνολο της διεθνούς τάξης. Επιδιώκουν μια απευθείας «χαρισματική» σύνδεση με τον «λαό», τον οποίο αντιλαμβάνονται μέσα από έναν στενό ορισμό της ταυτότητας, αποκλείοντας ταυτόχρονα μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Η απαίτηση για αναγνώριση της ατομικής ταυτότητας αφορά σε μεγάλο βαθμό όσα διαδραματίζονται σήμερα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η οικουμενική αναγνώριση της ταυτότητας, στην οποία βασίζεται η φιλελεύθερη δημοκρατία, έρχεται αντιμέτωπη με στενότερες μορφές αναγνώρισης βασισμένες στο έθνος, στη θρησκεία, στη σέχτα, στη φυλή, στην εθνότητα ή στο φύλο. Ως αποτέλεσμα, βιώνουμε ένα ραγδαία αυξανόμενο αντιμεταναστευτικό λαϊκισμό, τη ραγδαία αύξηση του πολιτικοποιημένου Ισλάμ καθώς και την άνοδο του λευκού εθνικισμού.

 

Καθώς βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτές τις προκλήσεις, θα πρέπει να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε την ταυτότητα με έναν τρόπο ο οποίος δεν υπονομεύει αλλά αντιθέτως υποστηρίζει τη δημοκρατία. Η ανάδυση της πολιτικής της ταυτότητας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι μία από τις κύριες απειλές που αντιμετωπίζουν και, εάν δεν επανέλθουμε σε πιο οικουμενικές αντιλήψεις για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, θα είμαστε διαρκώς καταδικασμένοι σε συγκρούσεις.

Με τα λόγια του συγγραφέα:  “Αυτό το βιβλίο δεν θα είχε γραφεί εάν, τον Νοέμβριο του 2016, δεν είχε εκλεγεί πρόεδρος ο Ντόναλντ Τζ. Τραμπ. Όπως πολλοί Αμερικανοί, αιφνιδιάστηκα από αυτό το αποτέλεσμα και ανησύχησα για τις επιπτώσεις του στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον κόσμο. Ήταν η δεύτερη μείζων εκλογική έκπληξη εκείνου του έτους. Η πρώτη ήταν όταν τον προηγούμενο Ιούνιο η Βρετανία ψήφισε υπέρ της αποχώρησής της από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αφιέρωσα πολύ χρόνο τις δύο τελευταίες δεκαετίες εξετάζοντας την εξέλιξη των σύγχρονων πολιτικών θεσμών: πώς το κράτος, το κράτος δικαίου και η δημοκρατική ευθύνη εμφανίστηκαν για πρώτη φορά, πώς εξελίχθηκαν, πώς επηρέασαν το ένα το άλλο και, τέλος, πώς μπορούν να παρακμάσουν. […]

 Σε τούτο το βιβλίο επιστρέφω στα θέματα που άρχισα να διερευνώ το 1992 και για τα οποία έχω έκτοτε γράψει: τον θυμό, την αναγνώριση, την αξιοπρέπεια, την ταυτότητα, τη μετανάστευση, τον εθνικισμό, τη θρησκεία και τον πολιτισμό. Η απαίτηση για αναγνώριση της ταυτότητας κάποιου αποτελεί κυρίαρχη έννοια που ενοποιεί πολλά από εκείνα που συμβαίνουν στην παγκόσμια πολιτική σήμερα. Δεν περιορίζεται στην πολιτική της ταυτότητας που μελετάται στους πανεπιστημιακούς χώρους ή στον εθνικισμό των λευκών που αυτή έχει προκαλέσει, αλλά εκτείνεται σε ευρύτερα φαινόμενα, όπως η ραγδαία άνοδος του παλιομοδιτικου εθνικισμού και του πολιτικοποιημενου Ισλάμ.”

Francis Fukuyama - Wikipedia

Ο Φράνσις Φουκουγιάμα κατέχει τον τίτλο Olivier Nomellini Senior Fellow στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών Freeman Spogli του Πανεπιστημίου Stanford. Έχει διδάξει στη Σχολή Ανωτάτων Διεθνών Σπουδών Paul H. Nitze του Πανεπιστημίου Johns Hopkins και στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής του Πανεπιστημίου George Mason. Διετέλεσε ερευνητής στον Οργανισμό RAND και υπο-διευθυντής του γραφείου πολιτικού σχεδιασμού του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Είναι συγγραφέας των βιβλίων: Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος (1993), Εμπιστοσύνη (1998), Οικοδόμηση κρατών: Διακυβέρνηση και Παγκόσμια Τάξη στον 21ο αιώνα (2005), Η Αμερική σε Σταυροδρόμι (2009), που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Λιβάνη, καθώς και του Political Order and Political Decay: From the Industrial Revolution to the Globalization of Democracy (2011). Ζει με τη σύζυγό του στην Καλιφόρνια.

 

 

 

Πρόλογος: Γιώργος Ευαγγελόπουλος

Εισαγωγή: «Μερικές φιλοσοφικές επισημάνσεις»

 

  1. Οι επίμαχες έννοιες

Ο αναγνώστης του παρόντος βιβλίου, προτού καταπιαστεί με τη μελέτη του δοκιμίου του Francis Fukuyama, το οποίο στην ελληνική του έκδοση έχει την τύχη να συνοδεύεται από πρόλογο του συγγραφέα, ίσως θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζει κάποιες έννοιες-κλειδιά που συναντάμε σε δύο σημαντικά βιβλία του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος[1] και το ανά χείρας πόνημά του, προκειμένου να αναδειχθεί το εν πολλοίς κοινό θεωρητικό υπόβαθρό τους. Ας σημειωθεί ότι στον χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στις δύο αυτές εκδόσεις, ο Fukuyama, επηρεασμένος από τις εξελίξεις στον χώρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αλλά και λόγω των ενδιαφερόντων του για την Ιστορία και τη βιοτεχνολογία, δημοσίευσε μια σειρά άλλων βιβλίων, μερικά εκ των οποίων εκδόθηκαν και στη γλώσσα μας, αλλά δεν μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω.[2]

Σπεύδω, λοιπόν, να διευκρινίσω ότι στη συνέχεια θα μας απασχολήσουν η έννοια του «τέλους της Ιστορίας», ο Alexandre Kojève, ο πλατωνικός θυμός και η αναγνώριση.

 

  1. Περί του «τέλους της Ιστορίας» και του «τελευταίου ανθρώπου»

Πράγματι, στη μεταψυχροπολεμική εποχή, στη Δύση αλλά και στα περισσότερα μέρη της υφηλίου (με πιο σημαντική εξαίρεση αυτή της Κίνας), επικράτησε η φιλελεύθερη ιδεολογία, σύμφωνα με την οποία ο συνδυασμός κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς αποτελούν τη μοναδική εγγύηση προόδου και ευημερίας των σύγχρονων κρατών και των κοινωνιών τους. Η άποψη αυτή γνώρισε μια από τις πιο εμφατικές της διατυπώσεις στη δημοσίευση, αρχικά, του άρθρου του Francis Fukuyama, The End of History?,[3] και κατόπιν του προαναφερθέντος βιβλίου του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος.

Το άρθρο προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και πολλές συζητήσεις, ενώ το βιβλίο γνώρισε σχετικά μικρότερη δημοσιότητα, παρ’ ότι το περιεχόμενό του δεν συνίσταται σε απλή επέκταση της επιχειρηματολογίας την οποία ο Fukuyama αναπτύσσει στο άρθρο του αλλά είναι από θεωρητικής πλευράς βαθύτερο και από πλευράς ανάλυσης δεδομένων της διεθνούς πολιτικής πολύ «πλουσιότερο». Μάλιστα, είναι ενδιαφέρον το ότι η έννοια του πλατωνικού «θυμού», η οποία είναι κεντρικής σημασίας για το βιβλίο Ταυτότητα, απασχολεί αρκετά τον συγγραφέα και στο πόνημά του Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος.

Από τις κριτικές οι οποίες ασκήθηκαν στον Fukuyama,[4] με αφορμή το άρθρο και το βιβλίο του για το θέμα του «τέλους της Ιστορίας», η πιο επιπόλαια, αλλά και πιο «αποπροσανατολιστική» συνάμα, οφείλεται σε μια παρανόηση, αφού δεν είχε προσεχθεί επαρκώς το φιλοσοφικό υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας του Fukuyama. Κι όμως, ο Fukuyama είχε καταστήσει σαφές ότι στήριξε την ανάλυσή του «περί τέλους της Ιστορίας» στη φιλοσοφία της Ιστορίας του Hegel. Συγκεκριμένα, επηρεάστηκε από τις διαλέξεις του Alexandre Kojève πάνω στη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Hegel.[5] Ο ίδιος ο Fukuyama, επανερχόμενος στο θέμα, γράφει τα ακόλουθα στον πρόλογό του στην πρωτότυπη έκδοση του παρόντος βιβλίου: «Οι περισσότερες από αυτές τις κριτικές βασίζονταν σε μια απλή παρανόηση της θέσης. Χρησιμοποίησα τη λέξη ιστορία με τη χεγκελιανή-μαρξιστική έννοια – δηλαδή ως τη μακροχρόνια εξελικτική πορεία των ανθρώπινων θεσμών, που, εναλλακτικά, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ανάπτυξη ή εκσυγχρονισμός. Η λέξη τέλος νοείτο όχι με την έννοια της “κατάληξης”, αλλά του “στόχου” ή του “αντικειμενικού σκοπού”. Ο Καρλ Μαρξ είχε υποστηρίξει ότι το τέλος της Ιστορίας θα ήταν μια κομμουνιστική ουτοπία, και εγώ απλώς υποστήριζα ότι η εκδοχή του Hegel, όπου η ανάπτυξη κατέληγε σε ένα φιλελεύθερο κράτος συνδεδεμένο με μια οικονομία της αγοράς, ήταν η πιο εύλογη έκβαση». Πρέπει να τονιστεί ότι ο Fukuyama δεν επαναλαμβάνει απλώς τον Kojève, αλλά ούτε και ο Kojève επαναλαμβάνει απλώς τον Hegel. Αυτό που έκανε ο Fukuyama ήταν να συνδυάσει τα κληροδοτήματα του Hegel και του Kojève με έναν καινούργιο τρόπο, όπως λεπτομερέστερα θα εξηγήσω στην ενότητα που πιο κάτω αφιερώνω για τη σημασία της «αναγνώρισης».

Για να πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, οφείλει να τονιστεί ότι τη δική του πρωτότυπη ανάγνωση του Hegel είχε παρουσιάσει ο Ρώσος εμιγκρές στο Παρίσι, Alexandre Kojève, τη δεκαετία του 1930 –συγκεκριμένα μεταξύ 1933 και 1939– σε μια σειρά διαλέξεών του που δημοσιεύθηκαν με τίτλο, Introduction à la lecture de Hegel. Τις διαλέξεις του αυτές παρακολούθησε μικρή ομάδα ανθρώπων. Επρόκειτο όμως για την αφρόκρεμα της γαλλικής διανόησης, στην οποία ανήκαν τότε ο Raymond Aron, ο Éric Weil, ο Maurice Merleau-Ponty, ο André Breton, ο Georges Bataille, ο Raymond Queneau, ο Jacques Lacan, κ.α. Μάλιστα, ο Raymond Aron, στα απομνημονεύματά του, θα συμπεριλάβει τον Kojève «στα τρία πραγματικά ανώτερα “μυαλά”» που είχε συναντήσει στη ζωή του».[6] Οι εν λόγω διαλέξεις εκδόθηκαν πολύ αργότερα και στην αγγλική γλώσσα, σε επιμέλεια του Allan Bloom, καθηγητή τότε στο Πανεπιστήμιο Cornell, υπό τον τίτλο, Introduction to the Reading of HegelLectures on the Phenomenology of Spirit.[7] Ο Bloom υπήρξε φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου του Γερμανού φιλοσόφου Leo Strauss, αλλά και συγγραφέας του βιβλίου The Closing of the American Mind,[8] το οποίο συζητήθηκε ευρύτατα και είχε καθοριστική επιρροή στη νεοσυντηρητική θεωρία περί πολιτισμού.

Επειδή όμως οι ιδέες δεν αναπτύσσονται αλλά ούτε και αλλάζουν σε κοινωνικο-ιστορικό κενό, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι υπάρχουν πάντοτε και οι φορείς τους, αυτοί που τις επινοούν, τις αναπαράγουν και τις αναδιαμορφώνουν. Η αμφίδρομη, διαλεκτική σχέση δρώντων και δομών είναι κρίσιμη και εδώ, όπως και κατά τη μελέτη πολλών άλλων κοινωνικών, πολιτικών αλλά και διανοητικών συμβάντων. Οπότε, για τους μελετητές της ιστορίας των ιδεών και των πρωταγωνιστών της, είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Strauss υπήρξε εκείνος που έφερε σε επαφή τον Alan Bloom με τον φίλο του, Kojève, όταν ο πρώτος επισκέφθηκε το Παρίσι, το 1953. O Kojève ήταν τότε ανώτερο στέλεχος της γαλλικής δημόσιας διοίκησης και, υπό την ιδιότητά του αυτή, έμελλε να συμβάλει αποφασιστικά στις διαπραγματεύσεις για την ίδρυση της ΕΟΚ και τη σύναψη της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου. Ο Βloom γοητεύθηκε αμέσως από το οξυδερκές πνεύμα του Kojève. Προφανώς, αυτός μίλησε στον Fukuyama για τον Kojève, ήδη από το πρώτο έτος (1970) των προπτυχιακών σπουδών του Fukuyama στο Cornell. Ήταν και πάλι ο Bloom, o οποίος στο μεταξύ είχε επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, που, από κοινού με έναν συνάδελφό του στο ίδιο Πανεπιστήμιο, τον Nathan Tarcov, προσκάλεσαν τον Fukuyama να δώσει τον Φεβρουάριο του 1989, μια διάλεξη. Ίσως, όπως επισημαίνει ο Luis Menand, να μην είναι καθόλου τυχαίο ότι ο τελευταίος επέλεξε ως θέμα της το «The End of History?» (με βάση ανάλυσης τον Kojève).[9] Πρόκειται για τη διάλεξη που έγινε πασίγνωστη μετά τη δημοσίευσή της, τον ίδιο χρόνο, στο περιοδικό The National Interest, αναδεικνύοντας τον Fukuyama σε σταρ των νεοσυντηρητικών.[10]

 

  1. Το ζήτημα της «ταυτότητας» και ο «θυμός»

Ο συγγραφέας της Ταυτότητας υποστηρίζει, αναφερόμενος στο άρθρο του και στο βιβλίο του με θέμα το «τέλος της Ιστορίας», τα ακόλουθα: «Και στα δύο έργα μου επεσήμανα ότι ούτε ο εθνικισμός ούτε η θρησκεία είχαν φτάσει στο σημείο να εξαφανιστούν ως δυνάμεις στην παγκόσμια πολιτική. Δεν είχαν φτάσει στο σημείο να εξαφανιστούν διότι, όπως υποστήριξα τότε, οι σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν είχαν πλήρως επιλύσει το πρόβλημα του θυμού. Ο θυμός είναι το μέρος της ψυχής που λαχταρά αναγνώριση της αξιοπρέπειας. Η ισοθυμία είναι η απαίτηση να σε σέβονται σε ίσο βαθμό με τους άλλους ανθρώπους, ενώ η μεγαλοθυμία είναι η επιθυμία να αναγνωρίζεσαι ως ανώτερος». Σε υποσημείωσή μου, ως επιστημονικού επιμελητή του κειμένου, διευκρινίζω, όπως θα έχει ήδη διαπιστώσει ο αναγνώστης του προλόγου του συγγραφέα, ότι ο όρος μεγαλοθυμία χρησιμοποιείται στο κείμενό του από τον Fukuyama, χωρίς να έχει την ίδια σημασία με αυτή που έχει στο πλατωνικό έργο, όπου ο θυμός εκδηλώνεται για αποκατάσταση δικαιοσύνης και όχι ως «υπερβολή» που εκφράζει την επιθυμία να αναγνωρίζεται κάποιος ως ανώτερος, όπως υποστηρίζει ο Fukuyama.

Είναι, λοιπόν, ενδιαφέρον να δούμε, χάριν αναζήτησης της ακριβείας ως προς την έννοια του πλατωνικού θυμού, τι γράφει επ’ αυτού ένας από τους σπουδαιότερους κλασικούς φιλολόγους, ο Anthony A. Long, στο βιβλίο του, Νους, ψυχή και σώμα στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό: «Ο Πλάτων αναγνώρισε τα ψυχικά χαρακτηριστικά του ομηρικού θυμού. Στον πρωϊμότερο από τους διαλόγους του, όπου διαιρεί την ψυχή σε τρία διακριτά μέρη –το υπολογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές–, ο Πλάτων ονομάζει το ζωτικό μέρος θυμοειδές, λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει “με μορφή θυμού” (Πλάτων, Πολιτεία 4, 440b, 411a, 8, 550b κ.λπ.). Ο Πλάτων καθιστά αυτό το ψυχολογικό μέρος υπεύθυνο για τις εμπειρίες μας του θυμού, της ντροπής και της φιλοδοξίας. Η κύρια βάση για αυτή τη διαίρεση της ψυχής είναι το γεγονός ότι κάποιες φορές πιάνουμε τον εαυτό μας την ίδια στιγμή, ή έστω φαινομενικά την ίδια στιγμή, να έχει επιθυμίες υπέρ ή κατά του ιδίου πράγματος. Έτσι, ενδέχεται να αισθανόμαστε μια ισχυρή παρόρμηση να ικανοποιήσουμε μια επιθυμία, ενώ επίσης αναγνωρίζουμε ότι ο στόχος αυτός δεν συνάδει με πιο μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας και επομένως είναι κάτι προς αποφυγήν, επειδή δεν πρόκειται για μια λογική επιθυμία. Εκτός του ότι εξηγεί την κατάσταση του εαυτού που βιώνει την εσωτερική σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για άμεση ικανοποίηση και του φρόνιμου αυτοπεριορισμού, η πλατωνική διαίρεση της ψυχής αποσκοπεί στο να συμβιβάζει συγκρούσεις μεταξύ της λογικής και των συναισθημάτων όπως η ντροπή ή ο θυμός, ή ασυμφωνίες μεταξύ αυτών των συναισθημάτων και παρορμήσεων για καθαρά σωματική ή αισθητηριακή ικανοποίηση. Η αξίωσή του ότι το υπολογιστικό, το επιθυμητικό και το θυμοειδές αποτελούν ξεχωριστά μέρη, η οποία πολλές φορές απλοποιείται παίρνοντας τη μορφή μιας δυαδικής διαίρεσης μεταξύ λογικών και μη λογικών ορμών, όχι μόνο λαμβάνει υπόψη την ψυχολογική σύγκρουση, αλλά επίσης αποτυπώνει τα πλεονεκτήματα του προσεκτικού στοχασμού έναντι του πάθους».[11]

Τέλος, δεν είναι τυχαίο το ότι ο Fukuyama, αναλύοντας την «πολιτική των ταυτοτήτων», προσφεύγει στην έννοια του πλατωνικού θυμού, εκείνου δηλαδή του μέρους της ψυχής που ποθεί την αναγνώριση της αξιοπρέπειας προκειμένου να επιτευχθεί η ισοτιμία μεταξύ όσων διεκδικούν αυτή την αναγνώριση και εκείνων οι οποίοι ήδη την απολαμβάνουν. Και τούτο διότι είναι γεγονός ότι οι δύο πιο ουσιαστικές θεωρητικές επιρροές στη συγκρότηση της σκέψης του προέρχονται από τον Leo Strauss, που πρέσβευε την επιστροφή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αντί της νεότερης, προκειμένου αυτή να αποτελέσει τον κατευθυντήριο οδηγό για την πολιτική μας στάση, και τον Alexandre Kojève.[12]

 

  1. Η έννοια της «αναγνώρισης»

Ο Fukuyama στον πρόλογό του στο βιβλίο Ταυτότητα υποστηρίζει, επίσης, τα εξής: «Σύμφωνα με τον Χέγκελ, η ανθρώπινη ιστορία έχει κινηθεί από έναν αγώνα για αναγνώριση. Αυτός υποστήριξε ότι η μόνη λογική λύση στην επιθυμία για αναγνώριση είναι η καθολική αναγνώριση, στην οποία αναγνωρίζεται η αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου». Αυτό το συμπέρασμα δεν προκύπτει «αβίαστα» από τη μελέτη της Φαινομενολογίας του Πνεύματος. Γίνεται κατανοητό όμως, αν σκεφθούμε ότι ο Fukuyama διαβάζει τον Hegel μέσα από τον Kojève, οπότε προκύπτει ότι για τον τελευταίο η έννοια-κλειδί στην Φαινομενολογία του Hegel είναι η αναγνώριση.

Θα επιχειρήσω ευθύς αμέσως να καταστήσω σαφέστερο αυτόν μου τον ισχυρισμό. Ξεκινώντας από τον ίδιο τον Hegel, ας δούμε πώς περιγράφει τον αγώνα για αναγνώριση μεταξύ «κυρίου και δούλου» (ή «αφέντη και υποτελούς») ο Mark Lilla: «H Φαινομενολογία του Χέγκελ επιχειρεί να δώσει μια συνολική, φιλοσοφικά εμπεριστατωμένη ερμηνεία του πώς ο ανθρώπινος νους (ή πνεύμα, Geist) μπορεί, αναστοχαζόμενος τον ίδιο τον μηχανισμό του, να μετατοπιστεί από μια απλή κατάσταση συνείδησης των πραγμάτων στον κόσμο σε ό,τι ο ίδιος ονομάζει κατάσταση “απόλυτης επίγνωσης”. Όπου ο ανθρώπινος νους οδηγείται σε ένα σημείο ηρεμίας, έχοντας εξαντλήσει όλες τις επιμέρους ανεπαρκείς συλλήψεις του εαυτού του που διαμορφώνει στη διαλεκτική του κίνηση. Ένα βήμα σε αυτή την εξελικτική σκάλα είναι η στιγμή της “αυτοσυνειδησίας”, όταν ο νους αποκτά συνείδηση του εαυτού του ως ενεργού δύναμης – αναγνώριση που οδηγεί στον διχασμό ανάμεσα στην απλή συνείδηση και την αναστοχαστική αυτοσυνειδησία. Ο Χέγκελ περιγράφει τη στιγμή αυτή αλληγορικά σαν ένα αγώνα ανάμεσα σε δύο σχηματικές μορφές: έναν κυρίαρχο (Herr), εκφραστή της απλής συνείδησης, ο οποίος άρχει και απαιτεί αναγνώριση από έναν υποτελή (Knecht), εκφραστή της νέας αυτοσυνειδησίας. Η σχέση ανάμεσα στον κυρίαρχο και τον υποτελή είναι κατ’ ανάγκην συγκρουσιακή, επειδή, όπως εξηγεί ο Χέγκελ, βρίσκεται στη φύση του αυτοσυνείδητου νου να επιζητεί την αναγνώριση από τον νου του αυτού είδους· αυτή είναι η κυρίαρχη επιθυμία του. Στην αρχή όμως ούτε ο κύριος ούτε ο υποτελής κατανοούν την επιθυμία αυτή και όλες τις προεκτάσεις της: o κυρίαρχος αξιώνει αναγνώριση για τον ίδιο, αλλά την αρνείται στον υποτελή του, μη μπορώντας κατά συνέπεια να αποτιμήσει την αναγνώριση εκ μέρους του. Ο υποτελής αρνείται την ανισότητα αυτή και αγωνίζεται, δίχως όμως να γνωρίζει για ποιο σκοπό, καθώς δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του. Στο τέλος, ο υποτελής κερδίζει τον αγώνα, πράγμα που –σε μη αλληγορικά συμφραζόμενα– σημαίνει ότι ο αυτοσυνείδητος νους έχει μάθει να αναγνωρίζει τον εαυτό του και κάθε νου του αυτού είδους για αυτό που είναι».[13]

Το ανωτέρω διαλεκτικό σχήμα κυριαρχίας και υποτέλειας που έχουμε στη Φαινομενολογία μεταφέρει ο Kojève –και σε αυτό έγκειται η πρωτότυπη συμβολή του στην ερμηνεία αυτού του έργου– από την ανάλυση της συνείδησης στην ανάλυση της Ιστορίας, προκειμένου να υποστηρίξει ότι η ανθρώπινη πάλη για αναγνώριση, δηλαδή η ικανοποίηση της επιθυμίας μας να αναγνωριστούμε ως ίσοι, είναι η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας.

Έτσι, ο Fukuyama στο βιβλίο του, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, υποστηρίζει ότι μέσω του τέλους της διαμάχης αντίπαλων κοσμοθεωριών που σήμανε την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, δηλαδή χάρη στο τέλος των αγώνων και συγκρούσεων για αναγνώριση, επήλθε και το «τέλος της Ιστορίας». Παρά ταύτα, στο τελευταίο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου, όπου περιγράφεται ο ελεύθερος πλέον, αλλά δίχως σθένος «τελευταίος άνθρωπος» του Nietzsche, ο Fukuyama διαφοροποιείται από τον Kojève, όταν υποστηρίζει: «Ο Χέγκελ –αντίθετα απ’ ό,τι ο σχολαστικός μελετητής του, Αλεξάντρ Κοζέβ– αντιλαμβανόταν ότι η ανάγκη να βιώνεται η περηφάνια του ατόμου για την ανθρώπινη φύση του δεν θα ικανοποιούνταν από την “ειρήνη και ευημερία” του τέλους της Ιστορίας».[14] Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας στο βιβλίο του, Ταυτότητα, θεωρεί ότι οι «πολιτικές των ταυτοτήτων» αποτελούν απειλή για τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, καθώς οι υποστηρικτές αυτών των πολιτικών μάχονται για αναγνώριση και πλήρη κατοχύρωση της αξιοπρέπειάς τους, οπότε υπάρχει επί του παρόντος αναβολή της επέλευσης του «τέλους της Ιστορίας».

Ιδού και μια τελευταία και ελάχιστα τονισμένη στη σχετική βιβλιογραφία παρατήρηση του Παναγιώτη Κονδύλη για την ερμηνεία της χεγκελιανής φιλοσοφίας της Ιστορίας από τον Kojève, σύμφωνα με την οποία, όπως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί, η επιθυμία για αναγνώριση αποτελεί την κεντρική έννοιά της. Τι σχέση θα μπορούσε να έχει η έννοια της επιθυμίας για αναγνώριση με την έννοια της ισχύος και την ορμή για αυτοσυντήρηση, η οποία γεννά την επιδίωξη της ισχύος; Ας δούμε τι αναφέρει εν προκειμένω ο Κονδύλης στο δοκίμιό του, «Οι φιλόσοφοι και η ισχύς»: «Χωρίς να χρησιμοποιήσει τον όρο “ισχύς”, ο Kojève αξιοποίησε δημιουργικά την εγελιανή εννοιολογία και σκιαγράφησε εντυπωσιακά το πρόβλημα της ισχύος και του αγώνα για ισχύ. Η στενή σύνδεση αυτού του ειδοποιού γνωρίσματος του ανθρώπου σε σχέση με το (υπόλοιπο) ζωικό βασίλειο τοποθετεί εδώ την ανάλυση –διαφορετικά από την όψιμη οντολογία του Nietzsche– εξ ολοκλήρου πάνω στο επίπεδο του ανθρώπινου πολιτισμού και της ανθρώπινης ιστορίας, ενώ συνάμα η θεωρία των ψυχόρμητων εν μέρει τροποποιείται και εν μέρει παραμερίζεται σιωπηρά. Στη θέση του ψυχόρμητου μπαίνει η επιθυμία, η οποία βέβαια καθ’ εαυτή προέρχεται από τη βιολογική υφή του ανθρώπου, όμως ο ειδοποιός ανθρώπινος χαρακτήρας της ξεπερνά κατά πολύ το ζωικό βασίλειο και μάλιστα απαιτεί τη θυσία του ζωικού στοιχείου (δηλαδή της βιολογικά εννοούμενης αυτοσυντήρησης). Μέσα στη συχνά ανώφελη επιθυμία για ό,τι επιθυμούν άλλοι –και μάλιστα μόνο και μόνο επειδή το επιθυμούν άλλοι–, μέσα στην επιθυμία της αναγνώρισης και μέσα στον θανάσιμο αγώνα γοήτρου συγκροτείται το ανθρώπινο ον ως αυτοσυνείδηση και μαζί του η Ιστορία, ο τελικός σκοπός της οποίας προσδιορίζεται επομένως από την τέτοια συγκρότηση του ανθρώπινου όντος. Εφόσον ο Kojève πίστευε ότι τα όσα διαδραματίσθηκαν στον αιώνα μας απλώς υλοποίησαν το τέλος της Ιστορίας, όπως το είχε διαγνώσει ο Hegel, μπορούσε να παρακολουθεί γαλήνια τα συμβαίνοντα, χωρίς να αντλεί ηθικές επιταγές από την ανάλυση του φαινομένου της ισχύος».[15]

 

  1. Επίλογος

Στο παρόν κείμενο διατύπωσα ορισμένες σκέψεις οι οποίες ελπίζω να βοηθήσουν τον αναγνώστη να αντιληφθεί καλύτερα το φιλοσοφικό υπόβαθρο της προβληματικής του παρόντος βιβλίου αλλά και να διακρίνει τις «πνευματικές γέφυρες» με συγκεκριμένα, προηγούμενα κείμενα του συγγραφέα.

Δεν επιδίωξα εδώ μια κριτική αποτίμηση της πολιτικής επιχειρηματολογίας που αναπτύσσει ο συγγραφέας πάνω στο ζήτημα της «πολιτικής των ταυτοτήτων», για τους ακόλουθους λόγους: πρώτον, δεν θεωρώ την «εισαγωγή» σε ένα βιβλίο ως ιδανικό χώρο για τη διατύπωση τέτοιου είδους κρίσεων και, δεύτερον και κυριότερο, δεδομένου ότι συνήθως τα φιλοσοφικά ζητήματα είναι εκείνα που περνούν σε δεύτερη μοίρα σε τέτοιες περιπτώσεις, θεώρησα ότι είναι ευκαιρία να τα αναδείξω, καθώς επ’ αυτών θεμελιώνεται εν προκειμένω η σχετική πολιτική επιχειρηματολογία.

Μια γενική μόνο παρατήρηση ας μου επιτραπεί να καταθέσω: διατηρώ επιφυλάξεις για το κατά πόσον ένα φάσμα τόσο διαφορετικών φαινομένων μπορούν να εξηγηθούν με επάρκεια στη βάση ενός μάλλον μονοδιάστατου χαρακτηρισμού τους ως «προβλημάτων ταυτότητας». Για παράδειγμα, μήπως το Brexit, η άνοδος του Trump στο προεδρικό αξίωμα των ΗΠΑ αλλά και η πολιτική του μέχρι σήμερα, όπως και η κοινοβουλευτική επικράτηση κάποιων λαϊκιστικών πολιτικών μορφωμάτων σε πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ευρώπης, χρήζουν μιας πιο πολυπρισματικής[16] ανάλυσης;

Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως, η ανάδειξη από τον Fukuyama των χαρακτηριστικών εκείνων βάσει των οποίων τα παραπάνω γεγονότα μπορούν να μελετηθούν υπό το «πρίσμα» της «πολιτικής των ταυτοτήτων» έχει την ιδιαίτερη και αναμφισβήτητη αναλυτική της αξία. Μπορεί να μην παρέχει πλήρη εξήγηση, αλλά φως αναντίρρητα ρίχνει. Από την άλλη, παρ’ ότι μη μαρξιστής ο ίδιος, θεωρώ ότι θα ήταν χρήσιμη η ανάπτυξη εναλλακτικών μαρξιστικών προσεγγίσεων για τη μελέτη κάποιων από τα φαινόμενα στα οποία είναι εντόνως παρούσα η οικονομική διάσταση.

Επίσης, συχνά η λογοτεχνία μπορεί να φωτίσει πτυχές κοινωνικών φαινομένων οι οποίες έχουν αντίκτυπο στις πολιτικές επιλογές μας καλύτερα από πολλές ακαδημαϊκές αναλύσεις (π.χ., το αφήγημα του J.D. Vance, Το τραγούδι του χιλμπίλη,[17] μας βοηθάει να κατανοήσουμε κρίσιμες πτυχές της κοινωνικής πραγματικότητας στη σημερινή Αμερική).

Με τη βεβαιότητα ότι η Ταυτότητα συνιστά ένα συναρπαστικό πολιτικό ανάγνωσμα (με αξιοπρόσεκτη θεωρητική και φιλοσοφική θεμελίωση), καθότι πραγματεύεται ένα κρίσιμο και προς το παρόν δυσεπίλυτο πρόβλημα του σύγχρονων δημοκρατιών, εύχομαι και ελπίζω να είναι και καλοτάξιδη.

 

 

Γιώργος Λ. Ευαγγελόπουλος

[Αναπληρωτής Καθηγητής «Πολιτικής Φιλοσοφίας και Διεθνών Σχέσεων»

Τμήμα Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών

Πάντειο Πανεπιστήμιο]

[1] Francis Fukuyama, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, μτφρ. Αχιλλέας Φακατσέλης (Αθήνα, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, 1993).

[2] Ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει τις ακόλουθες ελληνικές εκδόσεις βιβλίων του Francis Fukyuama: 1) Εμπιστοσύνη – Οι κοινωνικές αρετές και η δημιουργία της ευημερίας, μτφρ.: Ελένη Αστερίου  (Αθήνα, «Νέα Σύνορα», 1998), 2) Οικοδόμηση Κρατών – Διακυβέρνηση και Παγκόσμια Τάξη στον 21ο Αιώνα, μτφρ.: Δάφνη Βουβάλη, προλογικό σημείωμα: Κώστας Μελάς (Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2005), 3) Η Αμερική σε Σταυροδρόμι – Δημοκρατία, Ισχύς και η Νεοσυντηρητική Κληρονομιά, μτφρ.: Γιάννης Μελάς & Κώστας Μελάς, επιστημονική επιμέλεια και Προλεγόμενα: Κώστας Μελάς (Αθήνα, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 2009).

Στην αγγλική γλώσσα έχουν εκδοθεί και άλλα αξιοπρόσεκτα βιβλία του, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζω τα ακόλουθα: 1) The End of Order (London, The Social Market Foundation, 1997), 2) The Great Disruption: Human Nature and the Reconstitution of Social Order (NY, The Free Press, 1999), 3) Our Posthuman Future: Consequences of the Biotechnology Revolution (London, Profile Books, 2006), 4) Falling Behind: Explaining the Development Gap between Latin America and the United States (Oxford, Oxford University Press, 2011), 5) The Origins of Political Order (London, Profile Books, 2011) και 6) Political Order and Political Decay (London, Profile Books, 2015).

[3] Fukuyama, F. (1989), “The End of History?”, The National Interest 16 (Summer): 3–18.

[4] Αξίζει κανείς να διαβάσει την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη –τον οποίο ο Γερμανός συντηρητικός στοχαστής Armin Mohler είχε αποκαλέσει «Αντι-Φουκουγιάμα»– στο Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης – Απαντήσεις σε 28 ερωτήματα (Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη, 1998), 27-30. Βλ., επίσης, το Howard Williams, David Sullivan, and Gwynn Matthews, Francis Fukuyama and the end of history (Cardiff, University of Wales Press, 1997), αλλά και την ειδική έκδοση του περιοδικού, The National Interest (Summer 1989), το οποίο περιέχει κριτικά κείμενα των Allan Bloom, Pierre Hassner, Gertrude Himmelfarb, Samuel Huntington, Irving Kristol, Daniel Patrick Moynihan, Stephen Sestanovich και Leon Weiseltier, όπως και την απάντηση του Fukuyama. Ακόμη, ο σημαντικός οικονομολόγος Branco Milanovic παρατηρεί ότι σε όλα τα βιβλία σαν αυτό που έγραψε ο Fukuyama «εντοπίζουμε τρεις κοινούς τόπους σφάλματος: την πεποίθηση ότι οι τάσεις που φαίνονται ισχυρότερες τη δεδομένη χρονική στιγμή θα συνεχιστούν στο μέλλον, την αδυναμία να προβλεφθούν εντυπωσιακά έκτακτα γεγονότα, και μια υπερβολική συγκέντρωση της προσοχής στους κύριους πρωταγωνιστές της παγκόσμιας σκηνής, ιδίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επίλυση και των τριών αυτών προβλημάτων φαίνεται πολύ δύσκολη, ακόμη κι αν η διάγνωσή τους γίνει με ακρίβεια» (βλ. Branco Milanovic, Παγκόσμια Ανισότητα – Η οικονομική ανισότητα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, μτφρ. Νίκος Ρούσσος, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2017, 137-138). Αντίθετα, ο Αριστείδης Χατζής στο βιβλίο του Φιλελευθερισμός, αποδέχεται μ’ ενθουσιασμό τις απόψεις του Αμερικανού πολιτικού επιστήμονα. Διευκρινίζει, μάλιστα, ότι κατά την παρουσίαση των απόψεων του Fukuyama, τις προσάρμοσε κάπως, προκειμένου να λάβει υπόψη τις ενδιάμεσες εξελίξεις έως το 2017 (έτος έκδοσης του δικού του βιβλίου), «γιατί ο Φουκουγιάμα δεν μπορούσε να προβλέψει τότε σε πόσο μεγάλο βαθμό θα επιβεβαιώνονταν οι προβλέψεις του. Όχι μόνο η παγκοσμιοποίηση μετέτρεψε την αγορά σε μια πανίσχυρη, σχεδόν φυσική δύναμη, αλλά επιπλέον οι νέες τεχνολογικές πρόοδοι (κυρίως το διαδίκτυο) κατέστησαν απαγορευτική οποιαδήποτε ιδέα επαναφοράς του ολοκληρωτισμού και του κεντρικού κρατικού σχεδιασμού· ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιοχές του πλανήτη οι οποίες έχουν δοκιμάσει την ελευθερία και την ευημερία που τους εξασφάλισε η φιλελεύθερη δημοκρατία» (βλ. Αριστείδης Χατζής, Φιλελευθερισμός, Αθήνα, Eκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017, 9-10).

[5] Βλ. Έγελος, Φαινομενολογία του Νου, πρόλογος, μετάφραση, σχόλια: Γιώργος Φαράκλας (Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», [1807]2007). Για την κατανόηση του «δύσβατου» αυτού έργου είναι χρήσιμη η μελέτη του Γιώργου Φαράκλα, Γνωσιοθεωρία και μέθοδος στον Έγελο (Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», 2000) , ενώ για μια έξοχη όσο και συνοπτική ανάλυση της συστηματικής δομής του έργου του Hegel, βλ. Ντήτερ Χένριχ, Mεταξύ Καντ και Χέγκελ – Διαλέξεις για τον γερμανικό ιδεαλισμό, μτφρ.: Θοδωρής Δρίτσας, επιμέλεια ελληνικής έκδοσης: Γιώργος Ξηροπαΐδης (Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018), 377-410.

[6] Mark Lilla, Η Σαγήνη των Συρακουσών – Διανοούμενοι στην πολιτική, μτφρ.: Χρυσούλα Μεντζαλίρα, επιμέλεια: Μανώλης Βασιλάκης, Αθήνα, The Athens Review of Books, 2014, 195.

[7] Alexander Kojève, Introduction to the Reading of Hegel – Lectures on the Phenomenology of Spirit (edited by Allan Bloom) (Ithaca & London: Cornell University Press, 1980).

[8] Allan Bloom, The Closing of the American Mind (NY, Simon & Schuster, 1988).

[9] Luis Menand, “Francis Fukuyama postpones the end of History”, The New Yorker, September 3, 2018 (βλ. εδώ: https://www.newyorker.com/magazine/2018/09/03/francis-fukuyama-postpones-the-end-of-history).

[10] Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι στην ελληνική βιβλιογραφία το όνομα του Alexandre Kojève το συναντάμε, για πρώτη –εάν δεν απατώμαι– φορά, σε ένα βιβλίο που περιλαμβάνεται στη σειρά, «Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη» (των Εκδόσεων «Γνώση»), την οποία διηύθυνε ο Παναγιώτης Κονδύλης και με την οποία επιχείρησε να θέσει στη διάθεση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού μερικά από τα πιο σημαντικά κείμενα της ευρωπαϊκής πολιτικής και φιλοσοφικής γραμματείας. Πρόκειται για την έκδοση που περιέχει την πολυσυζητημένη αντιπαράθεση του Leo Strauss και του Alexandre Kojève πάνω στα ζητήματα της πολιτικής ελευθερίας και της πολιτικής αναγκαιότητας, στο πλαίσιο του σχολιασμού του κλασικού κειμένου, Ιέρων ή Τυραννικός, του Ξενοφώντα. Για την ακρίβεια, το ζήτημα αφορά την απάντηση του Kojève στην ανάλυση του Ιέρωνος από τον Strauss [Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης (επιμ.), Περί Τυραννίας Ξενοφών: Ιέρων ή Τυραννικός, μτφρ.: Παναγιώτης Κονδύλης, Λέο Στράους: Περί Τυραννίδος, μτφρ.: Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αλέξανδρος Κοζέβ: Τυραννία και Σοφία, μτφρ.: Ευρυδίκη Παπάζογλου (Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση, 1995). Πάντως, επειδή περιέχει και την αλληλογραφία μεταξύ του Strauss και του Kojève που ακολούθησε, ιδού και η αγγλική έκδοση: Leo Strauss, On Tyranny (edited by Victor Gourevich and Michael S. Roth) (Chicago, Chicago University Press, 2000)]. Ο διάλογος αυτός είναι πολύ σημαντικός για να κατανοήσει κανείς τη διαφορετική αντίληψη της σχέσης του φιλοσόφου με την πολιτική και τους πολιτικούς που έχουν οι Leo Strauss και Alexandre Kojève. Η άποψη του Kojève πάνω σε αυτό το θέμα βρίσκεται στη βάση των επιλογών που έκανε όχι μόνο στην επαγγελματική του ζωή, αλλά επίσης εξηγεί την παθητική (αν όχι και θετική) στάση του απέναντι στο κράτος του «τελευταίου ανθρώπου» του Nietzsche, εντός του οποίου ο άνθρωπος λειτουργώντας σαν ένα γρανάζι μηχανής που ικανοποιεί καταναλωτικές ανάγκες και ηδονιστικές του τάσεις έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για πνευματική και ηθική βελτίωση. Γι’ αυτό, εάν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει τη σκέψη του Kojève οφείλει να διαβάσει τον ανωτέρω διάλογο και να συγκρίνει τα συμπεράσματα που θα εξαγάγει, πολιτικά και φιλοσοφικά, με τα αντίστοιχα που προκύπτουν από τη μελέτη των παραδόσεών του πάνω στη Φαινομενολογία του Hegel. Θα διαπιστώσει, θαρρώ, το πόσο συμβατά ή «σύμφωνα» είναι μεταξύ τους.

[11] Anthony A. Long, Νους, ψυχή και σώμα στον αρχαίο ελληνικό στοχασμό, μτφρ.: Δήμητρα Παπουτσάκη, επιστημονική επιμέλεια: Μυρτώ Δραγώνα-Μονάχου & Χλόη Μπάλλα (Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019), 37.

[12] Μάλιστα, ο Perry Anderson έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι ο Fukuyama για να θεμελιώσει το θεωρητικό του σχήμα περί του «τέλους της Ιστορίας» δανείστηκε την αφηγηματική δομή του από τον Kojève «αλλά την τοποθέτησε πάνω σε μια οντολογία της ανθρώπινης φύσης, αρκετά ξένη προς τον Κοζέβ, η οποία προήλθε από τον Πλάτωνα μαζί με τη διαμόρφωση της σκέψης του –με μια πολύ πιο συντηρητική οπτική– στη βάση της λογικής του Λέο Στράους» (βλ. Πέρι Άντερσον, Η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική και οι Διανοητές της, μτφρ.: Ηρακλής Οικονόμου, επίμετρο: Κώστας Ράπτης, Αθήνα, Εκδόσεις Τόπος, 2017, 230).

 

[13] Mark Lilla, Η Σαγήνη των Συρακουσών – Διανοούμενοι στην πολιτική, όπ.π., 191-192.

[14] Francis Fukuyama, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, όπ.π., 429.

[15] Παναγιώτης Κονδύλης, Η Ηδονή, η Ισχύς, η Ουτοπία (Αθήνα, Εκδόσεις Στιγμή, 1992), 89-90.

[16] Η διαφορετική οπτική γωνία υπό την οποία, π.χ., ένας φιλελεύθερος στοχαστής και υποστηρικτής των Δημοκρατικών στην Αμερική, όπως ο Mark Lilla, αναλύει το θέμα της «πολιτικής των ταυτοτήτων» είναι εξαιρετικά χρήσιμη – βλ. Mark Lilla, Κάποτε φιλελεύθερος, και πάλι φιλελεύθερος – Περί της πολιτικής των ταυτοτήτων, μτφρ.: Ελένη Κοτσυφού, πρόλογος-επιμέλεια: Κώστας Π. Αναγνωστόπουλος (Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2018).

[17] Τζέιμς Ντέιβιντ Bανς, Το Τραγούδι του Χιλμπίλη, μτφρ.: Αριστείδης Μαλλιαρός (Αθήνα, Εκδόσεις ΔΩΜΑ, 2018).

 

Διαβάστε επίσης:

Φράνσις Φουκουγιάμα στην «Κ»: Η Δημοκρατία θα δοκιμαστεί 

Ο επιφυλακτικός προφήτης  Φουκουγιάμα (Η Καθημερινή)

Φουκουγιάμα: Στην ανισότητα, ο λαϊκισμός κερδίζει έδαφος (Ο Φιλελεύθερος)


Για την «πολιτική της ταυτότητας»

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

thirteen + seven =