Συναθροίσεις, Πανεπιστήμια και Αυτοδιοικητικές Εκλογές Τρία πεδία δοκιμασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

 

 

Το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται, ολοένα και ευκρινέστερα, η τάση της κυβέρνησης να εκμεταλλευθεί την συγκυρία της πανδημίας, που είναι αναμφίβολα το μείζον ζήτημα των καιρών, για να εισαγάγει ρυθμίσεις που αποβλέπουν συνειδητά στην συρρίκνωση συγκεκριμένων συνταγματικών δικαιωμάτων. Θα μπορούσε πολλά να πει κανείς αν ήθελε να κάνει δίκη προθέσεων, καθώς στην πολιτική αυτήν έχουν ήδη καταλογισθεί,  εν πολλοίς δικαιολογημένα αλλά συχνά καθ’υπερβολήν, ποικίλες σκοπιμότητες (που ανάγονται, ιδίως, σε μικροκομματικούς υπολογισμούς, σε εμφανή δυσανεξία απέναντι σε πολιτικά «ενοχλητικές» πτυχές αυτών των δικαιωμάτων αλλά και σε έναν δύσκολα υποκρυπτόμενο πολιτικό πατερναλισμό, με εμφανή στοιχεία αυταρχισμού). Σε κάθε περίπτωση, όμως, το σημαντικό δεν είναι η ανάδειξη αυτών των σκοπιμοτήτων αλλά οι δυσμενείς επιπτώσεις τους, οι οποίες στην παρούσα συγκυρία εστιάζονται  σε τρία κυρίως δικαιώματα: στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι, στην ακαδημαϊκή ελευθερία και στο δικαίωμα του εκλέγειν. Ειδικότερα:

 

Α. Ως προς το δικαίωμα του συνέρχεσθαι, στο επίκεντρο βρέθηκαν δύο αποφάσεις του Αρχηγού της αστυνομίας για δραστικούς περιορισμούς των υπαίθριων συναθροίσεων, οι οποίες, πέρα από το έχουν έωλο νομικό έρεισμα (σε μια πράξη νομοθετικού περιεχομένου που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τον πρόσφατο νόμο 4703/20, που ρυθμίζει τις συναθροίσεις), είναι φανερό ότι δεν είναι αποτέλεσμα προσεκτικών σταθμίσεων, με κριτήριο την προστασία της ζωής και της υγείας, αλλά απόρροια μικροπολιτικών μεθοδεύσεων. Πράγματι, η κυβέρνηση εν προκειμένω, διά του Αρχηγού της αστυνομίας, χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα την πανδημία όχι για να περιορίσει απλώς το δικαίωμα, κάτι που είναι κατ’αρχήν θεμιτό και συχνά επιβεβλημένο, αλλά για να επιτύχει στην πραγματικότητα την αναστολή του, η οποία όμως δεν επιτρέπεται κατά το ελληνικό Σύνταγμα, παρά μόνον υπό τις  –μη συντρέχουσες εν προκειμένω– προϋποθέσεις  για την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας.

Η πρώτη και προβληματικότερη απόφαση ήταν αναμφίβολα το να απαγορευθούν οι υπαίθριες συναθροίσεις άνω των 4 ατόμων για μια συμβολική απόδοση τιμής στο Πολυτεχνείο και στην μνήμη του Γρηγορόπουλου. Πρώτον διότι ήταν πολλαπλά εκτεθειμένη από συνταγματική άποψη, τόσο ως προς τις επί μέρους διατάξεις που επικαλέσθηκε όσο και ως προς την εμφανή παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που επιτάσσει τα περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται να είναι αναγκαία, πρόσφορα και αντίστοιχα με τον συνταγματικό σκοπό που καλούνται να υπηρετήσουν. Δεύτερον διότι δεν πληρούσαν ούτε καν τις προϋποθέσεις που έθετε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, που υποτίθεται ότι αποτελούσε την βάση της, δεδομένου ότι απουσίαζε η κρισιμότερη από αυτές: η επί τούτω σχετική εισήγηση της  «Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19». Το ίδιο μάλιστα συνέβη και με την πρόσφατη απόφαση, για τον –λιγότερο δραστικό αλλά και πάλι υπέρμετρο– περιορισμό των συναθροίσεων, η οποία εξεδόθη σε συνθήκες πολύ μεγαλύτερης κινητικότητας του πληθυσμού και αφού είχαν προηγηθεί αποφάσεις οι οποίες απέδειξαν, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι η κυβέρνηση χρησιμοποίησε δύο μέτρα και δύο σταθμά σε σχέση με άλλα δικαιώματα. Το αποκορύφωμα ήταν, βέβαια, το δικαίωμα στην λατρεία, το οποίο –ιδίως μετά την αντίδραση των ιεραρχών–  αντιμετωπίσθηκε με άλλα κριτήρια όχι μόνον ως προς τους περιορισμούς (και μάλιστα με πολύ περισσότερους συμμετέχοντες, στους εξ ορισμού πιο επικίνδυνους –και ενίοτε ανέλεγκτους– κλειστούς χώρους των εκκλησιών…).  αλλά και ως προς την (μη) επιβολή τους.

 

Β. Ως προς την ακαδημαϊκή ελευθερία, το όλο πρόβλημα ξεκινά από την συστηματική αγνόηση ή/και διαστρέβλωση, μέσω της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας της κυβέρνησης για τα Πανεπιστήμια, των βασικών συνταγματικών εγγυήσεων που έχουν ταχθεί για την προστασία της.

Πράγματι, η πρωτοβουλία αυτή, παρότι επικαλείται ένα υπαρκτό πρόβλημα (το οποίο μας υπενθύμισαν εύγλωττα οι πρόσφατες αθλιότητες κατά του Πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών) όχι μόνον είναι προσχηματική και ψευδεπίγραφη αλλά και παραβιάζει σαφώς τα όρια του Συντάγματος. Και τούτο διότι απαρέγκλιτη προϋπόθεση για την αναγκαία προστασία του  πανεπιστημιακού χώρου είναι πρώτον η εφαρμογή (και όχι η διατυμπανιζόμενη ανοήτως «κατάργηση») του πανεπιστημιακού ασύλου και δεύτερον ο σεβασμός της «πλήρους αυτοδιοίκησης» του Πανεπιστημίου. Πρόκειται για ένα κρίσιμο δίπολο άρρηκτα συνδεδεμένων συνταγματικών εγγυήσεων, που αποσκοπούν προεχόντως στην προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας –δηλαδή των ασκούμενων προνομιακά, στον χώρο του Πανεπιστημίου, δικαιωμάτων της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας– και αποτελούν την ασπίδα ολόκληρης της πανεπιστημιακής κοινότητας απέναντι σε κάθε κίνδυνο και σε κάθε επιβουλή.

Ειδικότερα, όταν μιλούμε για ακαδημαϊκό άσυλο, πρέπει κατ’αρχάς να διευκρινίσουμε ότι αυτό καλύπτει μόνο τα κτίρια και τον περίκλειστο χώρο γύρω από αυτά, που μπορεί να είναι από μια μικρή αυλή μέχρι ένα περιφραγμένο campus. Δεν καλύπτει ούτε τους δρόμους που περνούν μπροστά από τα πανεπιστήμια αλλά ούτε και τις ανοιχτές εκτάσεις γύρω από αυτά. Επί της ουσίας, πρόκειται για μια συνταγματική εγγύηση ανάλογη με το άσυλο κατοικίας και σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να εισέρχεται σε αυτόν χωρίς την άδεια των αυτοδιοικητικών του αρχών.

 

Στο σημείο αυτό το άσυλο συναντάται με την «πλήρη αυτοδιοίκηση» και αποκλείουν, από κοινού, κάθε ρύθμιση για την προστασία του Πανεπιστημίου, στο μέτρο που αποκόπτει το (όποιο) σώμα φύλαξης  από την αρμοδιότητα του Πρύτανη. Για να το πούμε διαφορετικά, η μόνη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα επιλογή για την προστασία των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας είναι να δημιουργηθεί ένα σώμα ανάλογο με την δημοτική αστυνομία, που αποτελεί διακριτή υπηρεσία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και όχι παράρτημα της αστυνομικής αρχής. Αυτό σημαίνει ότι στον χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης πρέπει να λειτουργεί ένα σώμα άοπλο, ειδικά εκπαιδευμένο (ενδεχομένως και από την αστυνομία, εν μέρει), που θα υπάγεται, κατ’αναλογίαν, στις αρχές της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης. Το σώμα αυτό θα είναι κατ’αρχήν το μόνο αρμόδιο για την προστασία των Πανεπιστημίων και μόνον αν ανακύπτουν εξαιρετικά ζητήματα που απαιτούν, βάσει σχετικού νόμου, την εμπλοκή και των αστυνομικών αρχών, θα συνεργάζονται με αυτές, μετά από σχετική εντολή του Πρύτανη ή κάποιου αρμόδιου Αντιπρύτανη. Εννοείται βέβαια ότι η αστυνομία μπορεί να παρεμβαίνει και αυτεπαγγέλτως, μετά από εντολή του εισαγγελέα, για συγκεκριμένα βαριά αδικήματα, όπως προβλέπεται ανελλιπώς στην σχετική νομοθεσία από το 1975 (χωρίς όμως και να εφαρμόζεται, λόγω της ευθυνοφοβίας των εισαγγελικών αρχών).

 

Κάθε άλλη επιλογή, που θα κατέληγε στην εγκατάσταση της αστυνομίας στο εσωτερικό των Πανεπιστημίων, όχι μόνον θα συνιστούσε  μείζονα απειλή για την ακαδημαϊκή ελευθερία αλλά και θα αποτελούσε συνεχή εστία εντάσεων στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου, που θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε επίταση και όχι επίλυση των προβλημάτων…

 

Γ. Ως προς τις αυτοδιοικητικές εκλογές, η εξαγγγελθείσα επαναφορά του ορίου 42% (που εισήγαγε για πρώτη φορά ο ν. 3434/2006), προκειμένου να μπορεί να εκλεγεί ένας δήμαρχος ή ένας περιφερειάρχης από τον πρώτο γύρο και παράλληλα ο συνδυασμός του να λάβει 3/5 των συμβούλων, θέτει σοβαρά προβλήματα όχι μόνο συνταγματικότητας αλλά και δημοκρατικότητας, που υπονομεύουν ευθέως την γνησιότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων. Ειδικότερα:

 

α. Το εκλογικό σύστημα που καθιερώνεται από τον νομοθέτη για τις αυτοδιοικητικές εκλογές συνδέεται στενά με την αρχή της ισότητας της ψήφου, η οποία, παρά το ότι δεν έχει ρητή συνταγματική αποτύπωση,  αναγνωρίζεται παγίως στη χώρα μας ως μία από τις σημαντικότερες συνταγματικές αρχές που διέπουν τη ρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος, τόσο υπό την εκδοχή της αριθμητικής ισότητας (κάθε πολίτης έχει μία ψήφο και συμμετέχει σε μία ψηφοφορία) όσο και υπό την εκδοχή της ισοδυναμίας της ψήφου (κάθε ψήφος έχει την ίδια νομική βαρύτητα). Κατά την ορθότερη δε γνώμη αποτελεί, υπό αμφότερες τις εκδοχές της, επί μέρους έκφανση της αρχής της πολιτικής ισότητας και ως εκ τούτου αφ’ ενός συνυφαίνεται στενά –χωρίς να ταυτίζεται– με την αρχή της καθολικής ψηφοφορίας και αφ’ ετέρου απορρέει, όπως και εκείνη, από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας σύμφωνα με την οποία φορέας της κυριαρχίας είναι τόσο ο λαός στο σύνολό του όσο και κάθε πολίτης ξεχωριστά, ως ισότιμο κλάσμα της.

 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η αρχή της ισοδυναμίας ισχύει απολύτως. Σημαίνει όμως ότι οι όποιες σχετικοποιήσεις, για να είναι θεμιτές, όχι μόνον δεν νοείται να βασίζονται σε ουσιαστικές διαφοροποιήσεις, προκειμένου να ευνοηθούν συγκεκριμένες παρατάξεις ή υποψήφιοι, αλλά επιπροσθέτως πρέπει άνευ ετέρου να συνδέονται, έστω και έμμεσα, με την επίκληση άλλων συνταγματικών  αρχών, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί, για τις δημοτικές εκλογές, η αρχή της διοικητικής αποτελεσματικότητας. Με αυτά τα δεδομένα, στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού δεν μπορεί να αποκλεισθεί εξ ορισμού και το πλειοψηφικό σύστημα, ιδίως αν το ευνοεί μια ισχυρή θεσμική παράδοση και αποβλέπει σε μια ευρύτερα νοούμενη αποτελεσματική λειτουργία των ΟΤΑ. Όμως εδώ ο νομοθέτης πρέπει να δείχνει πολύ μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση, και μάλιστα όχι μόνο σε σχέση με την συνταγματική αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, αλλά και σε σχέση με την  –επίσης συνταγματική– αρχή της αναλογικότητας, η οποία δεν αφήνει περιθώρια για την χρησιμοποίηση μέσων που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Κατόπιν των ανωτέρω, η επαναφορά του συστήματος της απόλυτης πλειοψηφίας (ενός ή δύο γύρων, κατά περίπτωση), που αποτέλεσε κατά τρόπο πάγιο την επιλογή του Έλληνα νομοθέτη μετά την μεταπολίτευση για τους ΟΤΑ μείζονος σημασίας (δήμους και νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις), αποτελεί το έσχατο ανεκτό όριο σχετικοποίησης της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου ως προς την ρύθμιση του εκλογικού συστήματος των δημοτικών και νομαρχιακών εκλογών, με κριτήριο την παράλληλη διασφάλιση της σταθερότητας του αυτοδιοικητικού συστήματος.

 

β. Με αυτά τα δεδομένα, η καθιέρωση του ποσοστού 42% (ή 43%) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή και άρα συνταγματικά ανεκτή σχετικοποίηση της δημοκρατικής νομιμοποίησης του επιτυχόντος συνδυασμού. Αποτελεί, αντίθετα, κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισοδυναμίας της ψήφου, καθώς υποβαθμίζει δραματικά την νομική αξία της ψήφου των εκλογέων που δεν ψηφίζουν τον –υπό αυτούς τους όρους– επιτυχόντα συνδυασμό, χωρίς να γίνεται στην πραγματικότητα επίκληση κανενός λόγου δημοσίου συμφέροντος συνταγματικής περιωπής, που να μπορεί να παράσχει στοιχειώδη έστω δικαιολόγηση.

Πράγματι, από την άποψη της πολιτικής ισχύος και της σταθερότητας της διοίκησης σε τίποτε δεν αλλάζει η κατάσταση με το 42 ή 43%, δεδομένου ότι οι επιτυχόντες συνδυασμοί εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τα 3/5 των εδρών, όπως και με το προϊσχύσαν σύστημα της απόλυτης πλειοψηφίας. Το μόνο που αλλάζει  είναι ο βαθμός της δημοκρατικής νομιμοποίησης των αρχών των ΟΤΑ, η μείωση του οποίου, πέρα από το ότι συναρτάται με μια λογική βαθύτατης υποτίμησης των πολιτών, ερείδεται σε ένα  ευκαιριακό και αυθαίρετο όριο, που παραπέμπει στο παιχνίδι της κολοκυθιάς. Εν πάση δε περιπτώσει, δεν είναι δυνατόν να πείσει κανέναν ότι διαμορφώθηκε με βάση γενικά και αντικειμενικά  και όχι με βάση καλπονοθευτικά κριτήρια…

 

Δημοσιεύθηκε στο τ. 1 του ΘΠΔΔ του 2021 (σ. 6 επ.)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seventeen − 12 =