Η παραγνωρισμένη Επανάσταση: Το 1862 ως προέκταση και ολοκλήρωση του 1821

Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Έχω βαθύτατη πεποίθηση, εδώ και πολλά χρόνια, ότι για την πλήρη κατανόηση  της σημασίας και του ρόλου της Επανάστασης του 1821, ως προς την διαμόρφωση της συνταγματικής μας πραγματικότητας, απαιτείται  μια συνολικότερη ένταξή της, στο πλαίσιο του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού.  Για να γίνει δε αυτό, είναι νομίζω απαραίτητη μια από κοινού θεώρησή της με την Επανάσταση του 1862, διότι στην πραγματικότητα η Επανάσταση αυτή, όπως θα προσπαθήσω να δείξω στη συνέχεια,  αποτελεί την προέκταση και ολοκλήρωση της Επανάστασης του 1821, δίνοντας πλέον ουσιαστικό νόημα και απτό περιεχόμενο στην επαγγελία της δημοκρατικής συγκρότησης του νέου ελληνικού συνταγματικού κράτους. Ειδικότερα:

1821: Η δύσκολη εξαγγελία και το ανολοκλήρωτο βήμα του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού

Είναι αναμφίβολο ότι η Ελληνική Επανάσταση του 1821, υπό όποιο ιστορικό, πολιτικό, εθνικό, επιστημονικό ή άλλο πρίσμα την προσεγγίσει κανείς, χαρακτηρίσθηκε από ορισμένες σταθερές επιλογές, οι οποίες εντάσσουν πλήρως την χώρα μας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο συγκρότησης του εθνικού κράτους, στην εποχή της νεωτερικότητας. Δεν ήταν απλώς μια Επανάσταση αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού αλλά μια αγωνιώδης προσπάθεια των πρωταγωνιστών της αφ’ενός μεν να ξαναβρούν το νήμα με την ελληνορωμαϊκή παράδοση και τις αξίες της αφ’ετέρου δε να χτίσουν, πάνω σε αυτές, ένα σύγχρονο πολιτικοθεσμικό οικοδόμημα. Όχι όμως με όρους αρχαιοπληξίας, όπως τους προδιέγραφε εν πολλοίς το κίνημα του φιλελληνισμού, αλλά μέσα από τις πολλαπλές διαθλάσεις και επεξεργασίες της αρχαίας κληρονομιάς, όπως τις είχε φέρει  στις ακτές και  τα αστικά κέντρα της χώρας η αύρα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και όπως τις είχαν διερμηνεύσει, ειδικότερα, οι επιφανείς εκπρόσωποί του Ελληνικού Διαφωτισμού.

Ιδιαίτερα δε πρέπει να εξαρθεί το ότι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Επανάστασης –παρά τις εξαιρετικά αντιφατικές εθνικές και διεθνείς συνθήκες και τα ποικίλα γεωπολιτικά και ιστορικά συμφραζόμενα– βρέθηκε εξ αρχής η μέριμνα να διασφαλισθεί η συγκρότηση του νέου κράτους με όρους εθνικού και πολιτικού αυτοπροσδιορισμού, όπως τους είχε προδιαγράψει η σημαντικότερη ίσως έκφανση του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, δηλαδή ο συνταγματισμός. Το πλέον αξιοσημείωτο, μάλιστα, είναι ότι σε εποχή πλήρους κυριαρχίας μιας συντηρητικής και μοναρχικής πλέον μετάλλαξης του συνταγματισμού, υπό την βαριά σκιά της Ιεράς  Συμμαχίας, οι πολιτικοί ιθύνοντες της Επανάστασης επιλέγουν την πλέον ριζοσπαστική –και υπό διωγμό πλέον από το τότε  ευρωπαϊκό κατεστημένο– εκδοχή του, τον δημοκρατικό συνταγματισμό, όπως αυτός είχε εκφρασθεί στα Συντάγματα της αμερικανικής και της γαλλικής Επανάστασης.

Αυτό ήταν το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ψηφίσθηκαν τα δημοκρατικά Συντάγματα του Αγώνα, με τα δύο πρώτα (της Επιδαύρου/1822 και του Αστρους/1823) να κινούνται πλησιέστερα στον γαλλικό επαναστατικό συνταγματισμό και με το τρίτο (της Τροιζήνας/1827) να είναι εμφανώς επηρεασμένο από τον αμερικανικό συνταγματισμό. Ωστόσο, μέσα στον σάλο του Αγώνα τα μεν πρώτα εφαρμόσθηκαν μερικώς και με πολλά προβλήματα ενώ το Σύνταγμα της Τροιζήνας ανεστάλη από τον Καποδίστρια, όταν ανέλαβε Κυβερνήτης, παρότι τον είχε επιλέξει η ίδια Εθνοσυνέλευση που το ψήφισε.

Το αποτέλεσμα ήταν να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου, που οδήγησε –με την συνδρομή, βέβαια, και άλλων παραγόντων– σε μια τεράστια θεσμική δοκιμασία, με την επιβολή από τις «προστάτιδες δυνάμεις» αρχικά μεν απόλυτης και στην συνέχεια –μετά την εξέγερση του 1843– συνταγματικής μοναρχίας, με ανώτατο άρχοντα τον ανεκδιήγητο Βαυαρό Όθωνα, γόνο της δυναστείας των Βίτελσμπαχ.

Η τριακονταετία του Όθωνα, παρά τις αρχικές φιλότιμες προσπάθειες της αντιβασιλείας –που κυβέρνησε για λίγο λόγω της ανηλικότητάς του–  υπήρξε μια περίοδος όχι μόνον συντηρητικής οπισθοδρόμησης, σε σχέση με τις θεμελιώδεις επιλογές της Επανάστασης του 1821, αλλά και αλλοπρόσαλλων πολιτικοθεσμικών επιλογών. Αυτές μάλιστα συνδυάσθηκαν με μια αυταρχική και άκρως προβληματική λειτουργία του μοναρχικού πολιτεύματος, ακόμη και μετά την ψήφιση του μετριοπαθούς Συντάγματος του 1844, που απηχούσε μιμητικά όλες τις βασικές επιλογές της κυρίαρχης ακόμη –αλλά παραπαίουσας ήδη– ευρωπαϊκής συνταγματικής μοναρχίας.

Πράγματι, από την μια η πατερναλιστική και αποικιοκρατκή νοοτροπία των Βαυαρών και από την άλλη η πολιτική ανικανότητα και ο αυταρχισμός του Όθωνα, που προσπαθούσε διαρκώς, με το ένα χέρι, να πάρει πίσω αυτό που είχε δώσει με το άλλο (δηλαδή τις συνταγματικές δεσμεύσεις του), οδήγησαν σε μια καρικατούρα συνταγματικής μοναρχίας, με συνεχείς παρεκτροπές στην λειτουργία των θεσμών, σε όλα τα επίπεδα. Αναφέρω, ενδεικτικά, από την μία την συνεχή και άκριτη εναλλαγή βασιλικών κυβερνήσεων, τον ασφυκτικό έλεγχος της –μη αιρετής– Γερουσίας και τις αλλεπάλληλες διαλύσεις της Βουλής (που οδηγούσαν σε εκλογές βίας, νοθείας και πελατειακών συναλλαγών για την επικράτηση των βασιλικών κυβερνήσεων), και από την άλλη την συνεχή παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων, με έκδηλα δείγματα αυταρχισμού και παράκαμψης των εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

Με αυτά τα δεδομένα στην πραγματικότητα επρόκειτο  για έναν παρωδιακό κοινοβουλευτισμό, ο οποίος κάλυπτε ένα συνεχές δούναι και λαβείν μεταξύ του μονάρχη, των «προστάτιδων δυνάμεων» και του πολιτικού προσωπικού της εποχής, σε ένα περιβάλλον στο οποίο δέσποζαν τα λεγόμενα «ξενικά» κόμματα (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό).

1862: Η αποφασιστική πραγμάτωση του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού

Η πραγματικότητα αυτή ανατρέπεται ριζικά με μια δεύτερη Επανάσταση, η οποία ξεσπά σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια τον Οκτώβριο του 1862. Ήταν η δική μας «Οκτωβριανή Επανάστασις», η οποία ήταν εξαιρετικά σημαντική διότι στην πραγματικότητα ήταν η συνέχεια, σαράντα χρόνια μετά, αλλά και η ολοκλήρωση της πρώτης, ως προς το σύνολο των θεμελιωδών επιλογών της.

Η επανάσταση του 1862 ήταν στην πραγματικότητα, με κάποια έστω καθυστέρηση, η ελληνική εκδοχή της Επανάστασης του 1848, η οποία, ως γνωστόν, ξεκίνησε στην Γαλλία, ως συνέχεια και εκεί της πρώτης Επανάστασης, του 1789, και κατόπιν μεταλαμπαδεύθηκε ταχύτατα σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο, προκαλώντας μία έκρηξη δημοκρατικών μετασχηματισμών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και αλλάζοντας ριζικά και αμετάκλητα τον  πολιτικό χάρτη της ηπείρου.

Αυτό λοιπόν το δεύτερο κύμα –ή μάλλον τσουνάμι– του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, έφτασε τελικά, με κάποια καθυστέρηση, και στην Ελλάδα και οδήγησε στην έκρηξη της Επανάστασης του 1862, με εμπροσθοφυλακή την περίφημη «Χρυσή Νεολαία» (δηλαδή τους εξεγερμένους φοιτητές και αποφοίτους του –«Οθωνείου»…– Πανεπιστημίου), η οποία, έχοντας πλήρη γνώση των ευρωπαϊκών εξελίξεων εκείνης της εποχής, είχε εγείρει την σημαία της αμφισβήτησης του καθεστώτος ήδη από το 1848, με εκδηλώσεις πολιτικής διαμαρτυρίας αλλά και με πλούσια και εντόνως ριζοσπαστική αρθρογραφία στον Τύπο (και ιδίως στο όργανο της «Χρυσής Νεολαίας», την «Νέα Γενεά»). Η Επανάσταση λοιπόν αυτή, αντλώντας ταυτόχρονα από την πολύτιμη παρακαταθήκη του συνταγματισμού του Αγώνα και από τις πανευρωπαϊκές συνταγματοπολιτικές κατακτήσεις του 1848, όχι μόνον ανέτρεψε την τυραννική μοναρχία του Όθωνα αλλά και έθεσε την δημοκρατική σφραγίδα της στις μετέπειτα εξελίξεις.

Τρία είναι ιδίως τα καθοριστικής σημασίας αποτελέσματα αυτής της Επανάστασης.

Το πρώτο ήταν η σύγκληση της Β΄ εν Αθήναις Εθνικής Συνέλευσης, η οποία ήταν ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας για πολλούς λόγους:

Κατ’αρχάς ήταν μια Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από ελεύθερες εκλογές που διεξήχθησαν όχι μόνο στην τότε επικράτεια του ελληνικού κράτους αλλά και σε όλες τις παροικίες του εξωτερικού. Το αποτέλεσμα ήταν να ανανεωθεί ριζικά το πολιτικό προσωπικό αλλά και να εκπροσωπηθεί στην Συνέλευση αυτήν, για πρώτη και τελευταία φορά, το σύνολο σχεδόν του τότε Ελληνισμού, με αντιπροσώπους («πληρεξουσίους») όχι μόνον υψηλού μορφωτικού επιπέδου αλλά και με πλήρη και συχνά βιωματική επίγνωση τόσο των τότε ευρωπαϊκών δεδομένων και συσχετισμών όσο και των ιδιαιτεροτήτων του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού). Επιπλέον, είναι  εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι η εκπροσώπηση αυτή γίνεται μέσω διακριτών πολιτικών πτερύγων της Εθνοσυνέλευσης («ορεινοί», πεδινοί», «εκλεκτικοί», «εθνικόν κομιτάτον»), οι οποίες απαλλάσσουν πλέον οριστικά την ελληνική πολιτική σκηνή από τα «ξενικά» κόμματα και θέτουν τις βάσεις για την διαμόρφωση κομμάτων αρχών (προσαρμοσμένων βέβαια στα ελληνικά κοινωνικά δεδομένα). Διαθέτοντας αυτά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά, η Β΄ Εθνοσυνέλευση κατόρθωσε –παρά τις αντιθέσεις και ενίοτε τις συγκρούσεις που σημάδεψαν την πορεία της– όχι μόνον να διασφαλίσει μια ομαλή διετή πορεία μετάβασης  (εφαρμόζοντας το δημοκρατικό σύστημα της «κυβερνώσας Βουλής») αλλά και να επιλύσει επιτυχώς, απορρίπτοντας συνειδητά τον τυφλό μιμητισμό και τις έξωθεν υποδείξεις,  όλα τα μείζονα ζητήματα, τα οποία κλήθηκε να διαχειρισθεί, και συγκεκριμένα: α) την δίκαιη διανομή των κληρονομημένων από το οθωμανικό κράτος εθνικών γαιών, που εκκρεμούσε ήδη από το 1830, β) την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (που έγινε το 1864 και συνεισέφερε στις εργασίες της μια μεγάλη και εξαιρετικά κρίσιμη –και χρήσιμη– ομάδα «ριζοσπαστών» βουλευτών), γ) την επιλογή νέου μονάρχη (για την οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια) και δ) την ψήφιση νέου Συντάγματος.  Με αυτά τα δεδομένα, και με βάση τα όσα θα εκτεθούν στην συνέχεια, η Β΄ Εθνοσυνέλευση αναδείχθηκε σε «συλλογικό διανοούμενο» του τότε Ελληνισμού και επέδειξε θεσμική αξιοπιστία και πολιτική διορατικότητα που απέχει μακράν, κατά την άποψή μου, από κάθε άλλο συλλογικό σώμα στην σύγχρονη ιστορία μας.

Το δεύτερο σημαντικό αποτέλεσμα της Επανάστασης του 1862 ήταν το ίδιο Σύνταγμα του 1864. Πρόκειται αναμφίβολα για το πλέον προοδευτικό Σύνταγμα της εποχής του, καθώς σηματοδότησε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, το πέρασμα από την συνταγματική μοναρχία –στην οποία πηγή και φορέας των εξουσιών ήταν ο μονάρχης– στην βασιλευόμενη δημοκρατία. Πράγματι, παρά το ότι αρκετές διατάξεις του προηγούμενου Συντάγματος παραμένουν αμετάβλητες, η Εθνοσυνέλευση προέβη σε καίριες παρεμβάσεις, που όχι μόνον κατοχύρωσαν ρητά αλλά και διασφάλισαν πλήρως την λαϊκή κυριαρχία. Το μήνυμα δόθηκε ήδη από την ίδια την Εθνοσυνέλευση, όταν κατέστησε σαφές ότι η ψήφιση του Συντάγματος ήταν αποκλειστικά και μόνον υπόθεση των αντιπροσώπων του λαού (και όχι αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τον μονάρχη, όπως έγινε με το «Σύνταγμα  συνάλλαγμα» του 1844). Αλλά και στο ίδιο το Σύνταγμα προστέθηκε, εκτός από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, και το τεκμήριο αρμοδιότητας (υπέρ του λαού και κατά του μονάρχη), ενώ κατοχυρώθηκε ρητά –για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό Σύνταγμα– και η αρχή της καθολικής ψηφοφορίας, τόσο για τις βουλευτικές όσο και για τις δημοτικές εκλογές (υπό το Σύνταγμα του 1844 ίσχυε νομοθετικά σχεδόν καθολική ψηφοφορία για τις βουλευτικές και τιμηματική ψηφοφορία –δηλαδή με βάση την περιουσία ή/και το εισόδημα– για τις δημοτικές εκλογές). Τέλος, την αναμφίβολη επικράτηση της δημοκρατικής αρχής επιβεβαιώνει και η κατάργηση της Γερουσίας, τα μέλη της οποίας διορίζονταν από τον μονάρχη, καθώς και η ρητή και πλήρης κατοχύρωση, για πρώτη φορά, τόσο της ελευθερίας του Τύπου όσο και των δικαιωμάτων  ομαδικής δράσης (συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι), δηλαδή των δικαιωμάτων που αποτελούν την αναγκαία βιόσφαιρα για την άσκηση της λαϊκής κυριαρχίας.

Ωστόσο, οι επιλογές του συντακτικού νομοθέτη του 1864 δεν ήταν απλώς δημοκρατικές. Ήταν ταυτόχρονα και πρόσφορες για την θεσμική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας, διότι αντανακλούσαν μια έκδηλη προσπάθεια προσαρμογής επείσακτων θεσμών στην ιδιάζουσα ελληνική πραγματικότητα, η οποία δεν τέμνονταν από έντονες κοινωνικές αντιθέσεις και κυριαρχείτο από παραγωγικές δραστηριότητες μικρής κλίμακας, τόσο στο εμπόριο, την βιοτεχνία  και την ναυτιλία όσο και στην αγροτική παραγωγή (στην οποία πρέπει να τονίσουμε ότι δέσποζε, έως την ένωση της Θεσσαλίας με την Ελλάδα, η μικροϊδιοκτησία, κατόπιν της διανομής των εθνικών γαιών  από την ίδια την Εθνοσυνέλευση, κατά τα προεκτεθέντα).

Ως εκ τούτου, η κατάργηση της Γερουσίας και η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας, πέρα από το ότι αποτελούσαν δημοκρατικά αιτήματα που αντιστοιχούσαν πλήρως στον τότε συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, πρέπει να ερμηνευθούν και υπό αυτό το πρίσμα, δηλαδή της αναγνώρισης των ελληνικών κοινωνικών ιδιαιτεροτήτων, που δεν δικαιολογούσαν ούτε αποκλεισμό επικίνδυνων κοινωνικών στρωμάτων από τα κοινά αλλά ούτε και σώματα αριστοκρατικού χαρακτήρα. Υπό το ίδιο δε πρίσμα πρέπει να αντιμετωπισθεί και η ευρηματική συνταγματική κατοχύρωση του σφαιριδίου, ως μέσου ψηφοφορίας, μετά από πρόταση επτανησίων βουλευτών. Το σύστημα αυτό, που ξεκίνησε από εκκλησιαστική ψηφοφορία, αποδείχθηκε εξαιρετικά πρόσφορο για την διασφάλιση της μυστικότητας της ψήφου, ιδίως των αναλφαβήτων, ενώ προσέδωσε παράλληλα και ιδιαίτερο χρώμα στις ελληνικές εκλογικές αναμετρήσεις, διατηρήθηκε έως το 1926 και διασώζεται ακόμη στην θεσμική μνήμη των εκλογών, με εκφράσεις όπως «το έριξε δαγκωτό» ή «τον μαύρισε».

Το τρίτο σημαντικό αποτέλεσμα της Επανάστασης του 1862 είναι το ότι ο ως άνω πρωτοποριακός χαρακτήρας του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού δεν εξαντλείται μόνο στις συνταγματικές ρυθμίσεις. Εξ ίσου αξιοπρόσεκτη είναι και η εφαρμογή τους, καθώς το Σύνταγμα του 1864 δεν έμεινε απλώς στα χαρτιά, όπως συνέβη εν πολλοίς με τα Συντάγματα του Αγώνα, αλλά αποτέλεσε το θεμέλιο μιας μακρόχρονης δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής παράδοσης, η οποία όχι μόνον υπήρξε μεγαλύτερη, μέχρι στιγμής, από αυτήν που εγκαινίασε το Σύνταγμα του 1975, αλλά και κατατάσσει τη χώρα μας μεταξύ των ελάχιστων χωρών εκείνης της περιόδου που γνώρισαν ανάλογη συνταγματική και δημοκρατική ομαλότητα. Αρκεί να αναλογισθούμε,  για παράδειγμα, ποια ήταν η συνταγματική πραγματικότητα εκείνης της περιόδου στην κεντρική, την ανατολική, την δυτική και την νότια Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας της Ισπανίας αλλά και όλης της Βαλκανικής Χερσονήσου, για να γίνει κατανοητό πόσο ξεχώρισε η χώρα μας υπό το Σύνταγμα του 1864, όχι μόνον ως προς τον προωθημένο δημοκρατικό χαρακτήρα των συνταγματικών της θεσμών αλλά και ως προς την αδιατάρακτη, επί μισόν και πλέον αιώνα, λειτουργία τους.

Η εφαρμογή, πάντως, του Συντάγματος του 1864 δεν υπήρξε εξ αρχής μια εύκολη υπόθεση. Στην πρώτη δεκαετία συγκρούσθηκε σκληρά το παλιό, οι κληροδοτημένες πρακτικές του οθωνικού παρελθόντος, με το καινούριο, έως ότου η δύναμη του «πολιτικού συγχρονισμού της κοινωνίας» να επιβληθεί και στην πράξη, με την συνδρομή, συμβολική και ουσιαστική, δύο σημαντικών θεσμικών  τομών: της καθιέρωσης της αρχής της δεδηλωμένης, ως «συνθήκης του πολιτεύματος», με τον λόγο του θρόνου του 1875, και της ψήφισης του εκλογικού νόμου του 1877, που θωράκισε πολλαπλά την καθολική ψηφοφορία, ως προς την διασφάλιση της γνησιότητας του εκλογικού αποτελέσματος, και αποτέλεσε το θεμέλιο του εκλογικού μας δικαίου.

Μετά και από αυτές τις δύο κρίσιμες θεσμικές παρεμβάσεις, που ολοκλήρωσαν και ταυτόχρονα διασφάλισαν τον δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του Συντάγματος του 1864, η συνταγματική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στον μακρινό δέκατο ένατο αιώνα, ως διαλεκτική σύνδεση του συνταγματικού δέοντος με το πολιτικό είναι, προσεγγίζει όλο και περισσότερο την σημερινή, ως προς την λειτουργία των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών αλλά και ως προς την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, και μάλιστα με πολιτικές ομοιότητες που εκπλήσσουν και δείχνουν πόσο παράλληλοι υπήρξαν οι βίοι των δύο μεταπολιτεύσεων στην Ελλάδα.

Στην επίρρωση αυτής της άποψης συντέλεσε και η συστηματική και σχεδόν διετής έρευνα πηγών για την συγγραφή της σχετικής με το θέμα διατριβής μου (Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909. Ιδεολογία και Πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1991/2003), η οποία εξάλειψε πλήρως τις όποιες «προερμηνευτικές» αμφιβολίες και προκαταλήψεις μου και με έπεισε ότι για την περίοδο 1864-1915 (και σε κάθε περίπτωση για την περίοδο 1875-2015) οι μεν απόψεις που υποτιμούν τις δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές καταβολές του σημερινού πολιτεύματος είναι σχηματικές, απλουστευτικές  και μάλλον μικρόψυχες οι δε απόψεις περί «ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού» (στις οποίες επιμένει, παραδόξως, ο Ν. Μουζέλης, βλ. ενδεικτικά: «Η  πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού», Αυγή της 28.2.2021), απλώς δεν επιβεβαιώνονται από την ιστορική πραγματικότητα εκείνης της εποχής (πολύ δε περισσότερο αν ξεφύγουμε από τα τις σημερινές προσλαμβάνουσες παραστάσεις –αν και δεν διαφέρουν και πολύ…– και συνυπολογίσουμε όλα τα τότε ευρωπαϊκά δεδομένα).

Πράγματι, η δεύτερη μεγάλη Ελληνική Επανάσταση, του 1862, δεν παρήγαγε απλώς ένα σύνηθες για την εποχή του Σύνταγμα και έναν «ολιγαρχικό» κοινοβουλευτισμό. Με την εμπνευσμένη και διορατική επεξεργασία των τότε διεθνών και εσωτερικών δεδομένων, από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, ο δημοκρατικός συνταγματισμός που οραματίσθηκαν και εγκαινίασαν οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης του 1821 όχι μόνον βρήκε την εξ ίσου ριζοσπαστική θεσμική συνέχειά του αλλά και απέκτησε πλέον σάρκα και οστά. Το μαρτυρούν, πρώτον, οι εκλογές χωρίς ταξικούς αποκλεισμούς, τα μεγάλα ποσοστά συμμετοχής των πολιτών σε αυτές, το υψηλό επίπεδο του Τύπου της εποχής (που οδηγεί σε μελαγχολικά συμπεράσματα για το σήμερα), οι εξαιρετικές αγορεύσεις στην Βουλή  αλλά και οι ποικίλες  μορφές πολιτικής οργάνωσης και εν γένει πολιτικοποίησης (που προηγήθηκαν κατά πολύ των αντίστοιχων της βενιζελικής περιόδου). Το μαρτυρούν επίσης τα αξιοπρόσεκτα ποιοτικά χαρακτηριστικά –δηλαδή το αίσθημα ευθύνης, η πολιτική ωριμότητα και η θεσμική αξιοπιστία– τόσο των Βουλών και των Κυβερνήσεων όσο και του ίδιου του μονάρχη, που  επέτρεψαν, μετά το 1875, την πλήρη εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης και την εν γένει παγίωση του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, με βάση πάντοτε τα ευρωπαϊκά δεδομένα της εποχής. Το επιβεβαιώνει δε, πάνω από όλα, η γνησιότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων, η οποία χαρακτηρίζει, με συνεχή μάλιστα βελτίωση, όλες τις εκλογές αυτής της περιόδου (πάνω από είκοσι), με μόνη εξαίρεση τις δύο εκλογές του μεταβατικού σταδίου (1868 και 1874), που διεξήγαγε ο Βούλγαρης.

Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την παιδαγωγική αξία της ίδιας της καθολικής ψηφοφορίας αλλά και των εγγυήσεων της μυστικής ψηφοφορίας –ιδίως των σφαιριδίων και του θεσμού των δικαστικών αντιπροσώπων– διασφάλιζαν την πλήρη και πέραν πάσης αμφισβητήσεως δημοκρατική νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος, την οποία μάλιστα δεν μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω ούτε καν οι μεμψιμοιρίες περί πελατειακής χειραγώγησης της ψήφου. Όχι βέβαια ότι δεν υπήρχαν ισχυρά πελατειακά δίκτυα, που ασκούσαν εκλογική επιρροή (αυτό συμβαίνει άλλωστε και σήμερα…). Από το σημείο αυτό, όμως, μέχρι το να αναγορεύονται αυτά τα δίκτυα σε καθοριστικό παράγοντα των εκλογών και των εν γένει πολιτικών επιλογών εκείνης της εποχής, η απόσταση είναι τεράστια και αδικεί κατάφωρα όχι μόνον το πολιτικό προσωπικό αλλά και τους πολίτες και την κοινή γνώμη εκείνης της εποχής. Πολλώ δε μάλλον αν αναλογισθεί κανείς ότι, σε αντίθεση με τις εκλογές της εποχής του  Όθωνα, ο κανόνας για τις εκλογές που διεξήχθησαν μετά την Επανάσταση του 1862 είναι ότι η κυβέρνηση που διεξάγει τις εκλογές –δηλαδή που έχει στα χέρια της όλα τα μέσα πελατειακού επηρεασμού των εκλογέων– τις χάνει, συχνά μάλιστα πανηγυρικά… Και αυτό είναι νομίζω είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους αρνούνται να αναγνωρίσουν το ότι η Επανάσταση του 1862, σε πλήρη αντιστοίχηση με τις παρακαταθήκες της Επανάστασης του 1821, οδήγησε την χώρα μας στην πρωτοπορία όχι μόνον της θεωρίας αλλά και της πράξης του ευρωπαϊκού δημοκρατικού συνταγματισμού.

Δημοσιεύθηκε στον συλλογικό τόμο: Αντ. Λιάκου (επιμ.), 1821 Διακόσια χρόνια ιστορίας. Η δημοκρατική παράδοση. 14+1 κείμενα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2021

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

seven + eleven =