Απλή αναλογική και μετεκλογικές συνεργασίες

Γεώργίος Θ. Ζώης, Υπ. Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ

Ως εκλογικό σύστημα χαρακτηρίζεται το πλέγμα ρυθμίσεων που διέπει το σύνολο της εκλογικής διαδικασίας από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου μέχρι την οριστική ανακήρυξη των εκλεγέντων υποψηφίων, αλλά και η μέθοδος για την κατανομή των εδρών της Βουλής, με βάση την εκλογική δύναμη των κομμάτων. Σύμφωνα με τον Giovanni Sartori (1924-2017) το εκλογικό σύστημα αποτελεί τον πιο εξειδικευμένο μηχανισμό χειραγώγησης της πολιτικής. Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν με το σύστημα της απλής αναλογικής που υιοθέτησε ο Ν. 4406/2016, γεγονός που σημαίνει ότι κανένα πολιτικό κόμμα –με βάση τα σημερινά δεδομένα των δημοσκοπήσεων- δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Συνεπώς, θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 §§ 2-4 Συντ. μέχρι να επιτευχθεί ο σχηματισμός Κυβέρνησης ή να διεξαχθούν εκ νέου εκλογές. Στις περιπτώσεις αυτές τα κόμματα, ως φορείς και ενδιάμεσοι μιας διαδικασίας ελεύθερης διαμόρφωσης της βούλησης, καλούνται να αποσαφηνίσουν τη στάση τους στο ζήτημα του σχηματισμού Κυβέρνησης.

Σε περίπτωση αδυναμίας συνεννόησης μεταξύ των δύο πρώτων σε έδρες κομμάτων, αναδεικνύεται ο ρόλος των πολιτικών δυνάμεων που έπονται σε εκλογική ισχύ. Υπάρχει όμως μία επιλογή που αναδύεται με βάση αυτή την προβληματική, η οποία αφενός μεν φανερώνει υπευθυνότητα, αφετέρου αποτελεί στοιχείο εσωκομματικής δημοκρατίας. Η επιλογή αυτή συνίσταται στη διεξαγωγή εσωκομματικού δημοψηφίσματος με το ερώτημα της συνεργασίας ή μη με κάποιο από τα άλλα κόμματα, απόφαση που θα ληφθεί με βάση την κρίση και τη θέληση των μελών και των φίλων του κόμματος. Άλλωστε, στην κομματική δημοκρατία που καθιερώνουν τα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα, μια από τις μείζονες διακυβεύσεις ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων είναι εκείνη της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η πρακτική αυτή έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν σε άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία. Ειδικότερα, το πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Απριλίου 1983, στις οποίες είχε καταλάβει την πρώτη θέση με 36%, χωρίς, όμως, να κερδίσει την αυτοδυναμία, έθεσε σε ψηφοφορία μεταξύ των μελών του το ερώτημα της επιλογής του προτιμότερου κυβερνητικού εταίρου ανάμεσα στο -συντηρητικό– Σοσιαλδημοκρατικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τελικώς τα μέλη τάχθηκαν υπέρ της συνεργασίας με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Αμέσως μετά τη σύναψη της καταρχήν συμφωνίας ακολουθεί το στάδιο της διαβούλευσης μεταξύ των μελλοντικών εταίρων. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης οι Κυβερνήσεις συνασπισμού αποτελούν την εξαίρεση, καθώς μόνο κατά τις περιόδους 1989-1990 και 2011-2019 σχηματίστηκαν πολυκομματικές Κυβερνήσεις. Κοινό γνώρισμά τους ήταν η απουσία προγραμματικής συμφωνίας, με μόνη εξαίρεση την τρικομματική Κυβέρνηση Σαμαρά που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012. Σε χώρες με μακρά παράδοση Κυβερνήσεων συνασπισμού όπως η Αυστρία και η Γερμανία, ο κανόνας είναι η υπογραφή προγραμματικών συμφωνιών, μετά από -συχνά μακρές- διαπραγματεύσεις. Οι προγραμματικές συμφωνίες μπορεί να μην έχουν νομική δεσμευτικότητα, αλλά γεννούν πολιτικής φύσεως υποχρεώσεις που δεσμεύουν τις πολιτικές ηγεσίες μεταξύ τους, αλλά και έναντι των ψηφοφόρων τους. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό μέσα από αμοιβαίους συμβιβασμούς και συγκλίσεις, να αρθούν τυχόν εμπόδια συνεννόησης, να τεθούν όροι συνεργασίας και να σχηματιστεί κοινοβουλευτικά βιώσιμη Κυβέρνηση, ικανή να εκφράζει ευκρινέστερα τη λαϊκή βούληση.

Leave a Reply

Your email address will not be published.

19 − sixteen =