Από τη συνταγματικότητα στην ποιότητα των σπουδών

Αντώνης Μανιτάκης, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Από τη συνταγματικότητα στην ποιότητα των σπουδών

Η θέση υπό διαβούλευση του νομοσχεδίου για την εγκατάσταση παραρτημάτων μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών, αλλοδαπών πανεπιστημίων ξεκαθαρίζει, κάπως, το θολό, μέχρι πρότινος, τοπίο της συζήτησης, τόσο ως προς τη συνταγματικότητα του εγχειρήματος, όσο κυρίως ως προς τις επιπτώσεις που θα έχει η εγκαθίδρυσή τους στη λειτουργία των πανεπιστημίων μας.

Αυτό το τελευταίο είναι το πιο κρίσιμο ζήτημα: θα λειτουργήσει θετικά ή αρνητικά το εγχείρημα; Θα ταρακουνήσει τα νερά και θα αναγκάσει πολιτεία και διδάσκοντες να δώσουν απόλυτη προτεραιότητα και μεγαλύτερο βάρος στην αναβάθμιση της ποιότητας των σπουδών και στην ουσιαστική βελτίωση της μαθησιακής και ερευνητικής διαδικασίας ή το αντίθετο;

Ως προς το πρώτο, είναι σαφές ότι η νομοθετική πρωτοβουλία, εφόσον περιορίζεται στην πρόβλεψη εγκατάστασης παραρτημάτων, μόνον, αλλοδαπών πανεπιστημίων, και μάλιστα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δεν ανοίγει την πόρτα στην ίδρυση νέων ιδιωτικών πανεπιστημίων στην ελληνική επικράτεια. Διότι άλλο ίδρυση και άλλο εγκατάσταση παραρτήματος. Δεν θίγεται, δηλαδή, με τη νομοθετική ρύθμιση η ισχύς του άρθρου 16 παρ. 8 Συντάγματος, που απαγορεύει, ρητά, τη «σύστα ση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες». Το γράμμα του άρθρου μένει ανέπαφο και η απαγόρευση της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων εξακολουθεί να ισχύει, ατόφια. Τα επιχειρήματα, επομένως, περί αντισυνταγματικότητας του νόμου μένουν χωρίς αντικείμενο, είναι κούφια.

Ακόμη και αν υποστηρίξει κάποιος ότι η απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών σχολών περιλαμβάνει και την εγκατάσταση παραρτημάτων, θα πρέπει και αυτό θεωρητικά να το αποκλείσουμε, διότι σύμφωνα με τους κανόνες της νομικής ερμηνείας δεν επιτρέπεται να ερμηνεύουμε διασταλτικά, δηλαδή να επεκτείνουμε το εύρος μιας απαγόρευσης που αφορά την άσκηση μιας ελευθερίας, όπως είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία.

Αφήνουμε κατά μέρος, χάριν συντομίας, τα άλλα ερμηνευτικά ζητήματα που ανακύπτουν από το γεγονός ότι η επίδικη συνταγματική απαγόρευση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου, διότι διασταυρώνεται με την άσκηση θεμελιωδών οικονομικών ελευθεριών της Ε.Ε., όπως είναι η ελευθερία εγκατάστασης προσώπων, φυσικών ή νομικών και επιχειρήσεων, ή η ελευθερία παροχής υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και οι εκπαιδευτικές.

Δεν μπορούμε να μην τονίσουμε, τέλος, ότι, όπως νομολόγησε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπόθεση του «βασικού μετόχου», οφείλουμε να ερμηνεύουμε το Σύνταγμα σε αρμονία με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Eνωσης. Λαμβάνοντας εδώ υπόψη μας ότι αυτό που διακυβεύεται είναι η ακαδημαϊκή ελευθερία και ότι η ελευθερία αυτή κατοχυρώνεται ρητά στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., και μάλιστα και με την επιχειρησιακή της μορφή.

Επειδή, μετά τα όσα προελέγχθηκαν και έχουν πολλές φορές αναλυθεί, θέμα αντισυνταγματικότητας του νόμου δεν τίθεται πλέον, το κρίσιμο, ουσιαστικό ζήτημα που ανακύπτει τώρα είναι να εξετάσουμε πώς μπορεί να βελτιωθεί συνολικά και έμπρακτα η ποιότητα της πανεπιστημιακής μας εκπαίδευσης.

Τα προβλήματα είναι πολλά, σοβαρά και χρόνια. Το βάρος της ευθύνης πέφτει κατά πρώτο λόγο στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, που είναι επιφορτισμένη με αρμοδιότητες πιστοποίησης και αξιολόγησης προγραμμάτων σπουδών, κριτηρίων ίδρυσης και αξιολόγησης υποδομών ακαδημαϊκών μονάδων, εργαστηρίων κλπ., εφαρμόζοντας διεθνή standards και οδηγίες του Ευρωπαϊκού Δικτύου Αρχών Διασφάλισης Ποιότητας και του Ευρωπαϊκού Μητρώου Αρχών Διασφάλισης Ποιότητας.

Τα κριτήρια πιστοποίησης και αξιολόγησης, που εφαρμόζονται ήδη

στα ελληνικά πανεπιστήμια και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης και των ΗΠΑ, οφείλει η ΕΘΑΑΕ να φροντίσει να τα εφαρμόσει, σήμερα, και στα μη κρατικά παραρτήματα με περισσή επιστημονική σχολαστικότητα και αυστηρότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένα από αυτά είναι ανεφάρμοστα στα ελληνικά πανεπιστήμια, όπως είναι ο έλεγχος, μεταξύ άλλων, του ανώτατου ορίου των φοιτητών ανά τμήμα και μάθημα (σύμφωνα με διεθνή ευρωπαϊκά standards –που εφαρμόζονται και στην Κύπρο– ο αριθμός των διδασκομένων ανά τμήμα είναι κατά μέσον όρο 30-35 φοιτητές), η ύπαρξη δύο μόνον εξεταστικών περιόδων, η υποχρεωτική παρακολούθηση, η υποχρεωτική αναπλήρωση μαθημάτων που χάθηκαν, η ενδιάμεση εξέταση κλπ.

Aλλο ίδρυση και άλλο εγκατάσταση παραρτήματος. Δεν θίγεται, δηλαδή, με τη νομοθετική ρύθμιση η ισχύς του άρθρου 16 παρ. 8 Συντάγματος, που απαγορεύει, ρητά, τη «σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες».

Τα κριτήρια πιστοποίησης και αξιολόγησης, που εφαρμόζονται ήδη στα ελληνικά πανεπιστήμια, οφείλει η ΕΘΑΑΕ να τα εφαρμόσει και στα μη κρατικά παραρτήματα με περισσή επιστημονική σχολαστικότητα.

Oσο ανεφάρμοστα και αν είναι, όμως, είναι τώρα η ευκαιρία με αφορμή τον νόμο να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε (νομοθέτης, ΕΘΑΑΕ και πρυτανικές αρχές, καθηγητές) πώς θα πάψει, κάποτε, το πανεπιστήμιο να είναι ένα διαρκές εξεταστικό κέντρο και να λειτουργεί ως μαζικό πανεπιστήμιο, με τρομακτική υποστελέχωση και ανεπίτρεπτα μεγάλη αναλογία φοιτητών προς καθηγητές.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 11 Φεβρουαρίου 2024

 

 

Η διάτρητη συνταγµατικά απαγόρευση του άρθρου 16

Η αναχρονιστική για τις µέρες µας απαγόρευση ίδρυσης σχολών από ιδιώτες του άρθρου 16 παρ. 8 εδ. β)   αντιµετωπίζει   κίνδυνο επιβίωσης   µετά την εξαγγελία του πρωθυπουργού για την άμεση δροµολόγηση της διαδικασίας της Αναθεώρησης του Συντάγµατος.

Τρεις  είναι, ιδίως  σήµερα, οι κύριες πηγές αµφισβήτησης που υπονομεύουν το κύρος και την αποτελεσματική ισχύ της συνταγµατικής απαγόρευσης: η νοµολογία των ελληνικών δικαστηρίων σχετικά με τα ιδιωτικά κολλέγια, η πρόσφατη νομολογία του ∆ικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης,  και τέλος ο Χάρτης των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ε.Ε., που προστατεύει ρητά την ακαδηµαϊκή ελευθερία και μάλιστα και ως ελευθερία ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων

Ως προς την πρώτη πηγή αμφισβήτησης, µια πληθώρα παραρτηµάτων αλλοδαπών πανεπιστηµίων, τα επονοµαζόµενα Colleges, έχουν κατακλύσει τη χώρα και λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια, ως εταιρείες ιδιωτικές, που παρέχουν υπηρεσίες πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης και απονέµουν πτυχία. Σε συµµόρφωση προς την Οδηγία 2005/36/ ΕΚ και Συµβουλίου, ο νοµοθέτης (ν. 3696/2008) «νοµιµοποίησε» τους φορείς της άτυπης µεταλυκειακής εκπαίδευσης και προέβλεψε ότι τα ιδιωτικά κολέγια µπορούσαν να συνάπτουν συµβάσεις συνεργασίας, δικαιόχρησης ή πιστοποίησης, (franchising ή validation) µε ξένα πανεπιστήµια και να χορηγούν διπλώµατα σε φοιτητές, που συµπληρώνουν επιτυχώς προπτυχιακές σπουδές τριετούς τουλάχιστον διάρκειας ή και µεταπτυχιακές.

Η ελληνική νοµολογία, ακολουθώντας τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου της Ε.Ε., δέχτηκε ότι η πανεπιστηµιακή εκπαίδευση που παρέχεται επ΄αμοβή από πανεπιστηµιακά «παραρτήµατα» µιας χώρας που είναι εγκατεστηµένα σε άλλη χώρα και εξοπλίζει τους πτυχιούχους µε προσόντα, που τους επιτρέπουν να ασκήσουν ένα επάγγελµα, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει τα πτυχία που χορηγούνται να θεωρούνται ισοδύναµα, επαγγελµατικά, µε αυτά της χώρας εγκατάστασης.

Με την αποδοχή όµως της ενωσιακής οδηγίας και της σχετικής ελληνικής νομολογία για τα Κολλέγια, η ελληνική συνταγµατική τάξη βρέθηκε µπροστά σε ένα συνταγµατικό παράδοξο: να λειτουργεί στην Ελλάδα µια πλειάδα αλλοδαπών πανεπιστηµιακών σχολών, που παρέχει υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης υπό τον προσχηµατικό νοµικό µανδύα της δικαιόχρησης. Την ίδια στιγµή που απαγορευόταν και απαγορεύεται «συνταγµατικά» η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, ως παραρτηµάτων πανεπιστηµίων της αλλοδαπής. Και µάλιστα χωρίς καµία ιδρυµατική ή τµηµατική αξιολόγηση ή εποπτεία του κράτους. Ενας απροκάλυπτος συνταγµατικός στρουθοκαµηλισµός.

Ενα δεύτερο ισχυρό πλήγµα στον διάτρητο ήδη από τα κολέγια ξύλινο κλοιό της συνταγµατικής απαγόρευσης εγκατάστασης πανεπιστηµιακών παραρτηµάτων, είχε επέλθει και από τη νοµολογία

του ∆ικαστηρίου της Ε.Ε., ήδη από την προηγούµενη δεκαετία. Επαναλήφθηκε πρόσφατα µε την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, υπόθεση C66/18 (γνωστή ως υπόθεση Soros), Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας. Και σε αυτήν διακηρύχθηκε µε τρόπο εµφατικό, «ότι η επ’ αµοιβή διοργάνωση µαθηµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης αποτελεί οικονοµική δραστηριότητα, που εµπίπτει στο κεφάλαιο της Συνθήκης το οποίο αφορά την ελευθερία εγκατάστασης, εφόσον ασκείται από υπήκοο ενός κράτους-µέλους εντός άλλου κράτους-µέλους». Στη συνέχεια επισηµάνθηκε ότι επιτρέπεται σε µια εταιρεία που έχει συσταθεί «σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του κράτους-µέλους όπου έχει την καταστατική έδρα της, να ιδρύσει υποκατάστηµα σε άλλο κράτος-µέλος». Αυτό ισχύει φυσικά και για τα παραρτήµατα πανεπιστηµίων.

Το τρίτο θανατηφόρο πλήγµα στη συνταγµατική απαγόρευση ίδρυσης και όχι απλώς εγκατάστασης παραρτηµάτων ιδιωτικών σχολών, επήλθε ευθέως από τον Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, µε την οποία κατοχυρώθηκε ρητά η ακαδηµαϊκή ελευθερία. Ετσι, στο άρθρο 14 περίοδος 2, ορίζεται ότι «[η] ακαδηµαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Ενώ στην περίοδο 3 του ίδιου άρθρου διακηρύσσεται ειδικότερα «η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, µε σεβασµό στις δηµοκρατικές αρχές, και σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες που διέπουν την άσκησή της».

Στις ερµηνευτικές επεξηγήσεις, εξάλλου, που συνοδεύουν τη Χάρτα διευκρινίστηκε, ότι «[η] ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων κατοχυρώνεται ως µορφή της επιχειρηµατικής ελευθερίας».

Για το ίδιο θέµα, η ελληνική συνταγµατική θεωρία δεν έµεινε αδιάφορη. Είχε την τύχη να διαθέτει από το 2018 µια προδροµική µελέτη σχετικά µε την ακαδηµαϊκή ελευθερία και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστηµίων στην Ελλάδα, µε ρητή αναφορά στο άρθρο 14 παρ. 3 του Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων. Συγγραφέας της, ο δρ Ιωάννης Σαρµάς, πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τέως (υπηρεσιακός) πρωθυπουργός [∆ικαιώµατα του Ανθρώπου,(∆τα), 2018, 647-677].

Στη µελέτη αυτή ο πρόεδρος Σαρµάς καταλήγει γράφοντας: «Ο Χάρτης θεµελιωδών δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατοχυρώνει στο άρθρο 14 παρ. 3 αυτού την ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, καθώς δε δεν γίνεται στο άρθρο αυτό διάκριση µεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, καλύπτονται από αυτό και τα ιδρύµατα της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, δηλαδή και τα πανεπιστήµια. Η εν λόγω ελευθερία είναι “µορφή της επιχειρηµατικής ελευθερίας” και εποµένως προστατεύεται από αυτήν η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστηµίων από κερδοσκοπικές επιχειρήσεις».

Αν µεταφέραµε τώρα τα νοµολογικά και θεωρητικά δεδοµένα που εξετάσαµε, εθνικά και ενωσιακά, στην περίπτωση που µας απασχολεί, θα καταλήγαµε, χωρίς δισταγµό, στη διαπίστωση ότι η εν λόγω συνταγµατική απαγόρευση βρίσκεται σε οξεία ερµηνευτική δυσαρµονία, όχι µόνο µε τις οικονοµικές ελευθερίες της Ε.Ε. αλλά και µε την ακαδηµαϊκή ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων ή παραρτηµάτων, έτσι όπως αυτή προστατεύεται από τον Χάρτη. Η αντινοµία αυτή θα µπορούσε να αρθεί µόνον αν της αποδίδαµε νόηµα συµβατό µε αυτό των ακαδηµαϊκών και οικονοµικών ελευθεριών της Ε.Ε., ερµηνεύοντάς την σε αρμονία µε τις αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου. Με έννοµη συνέπεια την υπερκέραση ή παράκαµψή της ώστε να καταστεί ανεφάρµοστη.

Στην Ελλάδα λειτουργεί µια πλειάδα αλλοδαπών πανεπιστηµιακών σχολών, υπό τον νοµικό µανδύα της δικαιόχρησης, την ίδια στιγµή που απαγορεύεται η  ίδρυση ανώτατων σχολών στην ελληνική επικράτεια.

Το ουσιαστικό συµπέρασµα από όσα νοµικά λέχθηκαν είναι ότι τα πανεπιστήµιά µας δεν έχουν απολύτως τίποτε να φοβηθούν από την εξέλιξη αυτή. Αντίθετα, µόνον όφελος έχουν να αποκοµίσουν. Θα απαλλαγούν, πρώτον, εξαιτίας των ίσων όρων του ανταγωνισµού και µιας νέας νοµοθεσίας για τα ιδιωτικά και δηµόσια, από την ασφυκτική, ισοπεδωτική και γραφειοκρατική νοµοθετική κηδεµονία του κράτους. Και δεύτερον, θα αναγκαστούν, αυτόνοµα και ακηδεµόνευτα, το καθένα ξεχωριστά, να βελτιώνουν συνεχώς την απόδοσή τους, τη διεθνή αναγνώρισή τους και να αποδεικνύουν έµπρακτα την ποιότητα των σπουδών και ερευνών τους και βέβαια την ανωτερότητά τους.

Ζητήματα συνταγματικότητας του νόμου για τα αλλοδαπά παραρτήματα

Με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή του σχεδίου νόμου «Ενίσχυση του δημόσιου πανεπιστημίου – Πλαίσιο λειτουργίας μη κερδοσκοπικών παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων», είναι αναγκαίο να γίνουν μερικές πρόσθετες επισημάνσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα των προτεινόμενων διατάξεων, ως συνέχεια της πληθωρικής επιστημονικής συζήτησης.

Στο άρθρο 127 του σχεδίου νόμου καθορίζονται οι σκοποί της μεταρρύθμισης. Ως πρωταρχικός σκοπός τίθεται η ρύθμιση της εγκατάστασης, οργάνωσης και λειτουργίας παραρτημάτων αλλοδαπών –ήδη υφιστάμενων και λειτουργούντων– πανεπιστημίων και όχι η σύσταση νέων ανώτατων σχολών. Ως εκ τούτου, δεν ανακύπτει ζήτημα αντίθεσης της πρόβλεψης αυτής με την παρ. 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται, ρητά, η σύσταση ανωτάτων σχολών και όχι και παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων. Κατά συνέπεια, η εγκατάσταση παραρτημάτων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης του άρθρου 16Σ.

Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν είχε προβληθεί το επιχείρημα αυτό, οφείλεται στους εξής λόγους. Πρώτον, διότι δεν είχε εξελιχθεί, τόσο, η νομολογία, η ελληνική και η ευρωπαϊκή, σχετικά με την επαγγελματική ισοτιμία των πτυχίων που παρείχαν τα ιδιωτικά κολέγια. Τα τελευταία παρείχαν εκπαιδευτικές υπηρεσίες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης επ’ αμοιβή και πτυχία άσκησης επαγγέλματος, ισότιμα πανεπιστημιακών σχολών. Αγνοώντας πλήρως ή παρακάμπτοντας την απαγόρευση ίδρυσης ανωτάτων σχολών στο άρθρο 16Σ. Χωρίς οι σημερινοί διαπρύσιοι υπερασπιστές του δημόσιου πανεπιστημίου να διαμαρτύρονται. Κραυγαλέο παράδειγμα συνταγματικού στρουθοκαμηλισμού.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η «εξελικτική» ή «πραγματιστική» αυτή ερμηνεία του Συντάγματος έγινε δυνατή σήμερα, οφείλεται στην αντίστοιχη εξέλιξη της νομολογίας του ΔΕΕ και ειδικά σε μια απόφασή του, που έκρινε το 2020 αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο την άρνηση της Ουγγαρίας να επιτρέψει την εγκατάσταση στη χώρα της παραρτήματος πανεπιστημίου από τις ΗΠΑ.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι το 2018 υιοθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η οποία κατοχύρωσε ρητά στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και την ακαδημαϊκή ελευθερία και μάλιστα ως ελευθερία της ίδρυσης ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Αυτό σημαίνει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία, που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος, θα πρέπει, τώρα πια, να ερμηνεύεται, σε αρμονία με το νόημα που έχει στην Ευρωπαϊκή Χάρτα των Δικαιωμάτων. Ο τέταρτος λόγος είναι ότι σήμερα έχει δημιουργηθεί και λειτουργεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που εφαρμόζει κοινά κριτήρια αξιολόγησης και πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών και ίδρυσης και λειτουργίας πανεπιστημιακών σχολών.

Με βάση αυτήν την ερμηνεία του Συντάγματος, θα πρέπει, επομένως να θεωρείται ότι δεν αντιβαίνει στο Σύνταγμα και είναι συμβατός με το ενωσιακό δίκαιο, ο καθορισμός σύμφωνα με το άρθρο 128 ενός πλαισίου εγκατάστασης και λειτουργίας παραρτημάτων, αναγνωρισμένων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής με αυστηρές διαδικασίες προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου της ποιότητάς τους, μέσω της θέσπισης ειδικού καθεστώτος πιστοποίησης, αδειοδότησης και αδιάλειπτης εποπτείας από τα αρμόδια όργανα της ελληνικής πολιτείας, με γνώμονα το γενικό συμφέρον και τις επιταγές του Συντάγματος.

Το ίδιο ισχύει και με το άρθρο 144 του νομοσχεδίου, που ορίζει ότι τα παραρτήματα θα αδειοδοτούνται και θα λειτουργούν στην Ελλάδα, υποχρεωτικά, με τη μορφή Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, και θα παρέχουν προγράμματα σπουδών πιστοποιημένα από το μητρικό ίδρυμα και θα απονέμουν τίτλους σπουδών του μητρικού ιδρύματος.

Καταληκτικά, το σχέδιο νόμου έρχεται να προσαρμόσει το παρωχημένο κλειστό, κρατο-εθνο-κεντρικό νομοθετικό πλαίσιο στα σύγχρονα πραγματικά δεδομένα της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ευρώπη σε έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει. Έρχεται να  το ανοίξει στον κόσμο, να το εντάξει στον ευρωπαϊκό χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης.

Η ελληνική δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση και έρευνα, οι παντοειδείς επιστήμονές μας, που διαπρέπουν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν από την εγκατάσταση ξένων παραρτημάτων. Αντίθετα, μπορούν να επωφεληθούν από την παρουσία τους και να ενεργοποιηθούν ώστε να δείξουν την αξία τους και να γίνουν εστίες αναγέννησης της πανεπιστημιακής παιδείας μας με διεθνή ακτινοβολία.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 3 Μαρτίου 2024

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

19 + nineteen =