Από τον Αλέξανδρο Σβώλο στον Αριστόβουλο Μάνεση. Η κοινή θεωρητική θεμελίωση του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού. Εκδόσεις Ευρασία/Ομιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης”, Αθήνα 2022

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Γιώργος Σωτηρέλης, Εισαγωγή: Από τον συνταγματικό εγγυητισμό στην κοινωνική δημοκρατία. Η πολύτιμη κοινή θεωρητική παρακαταθήκη των Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση

Σπύρος Βλαχόπουλος, Ο Αλέξανδρος Σβώλος και η εποχή του

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Το Συνταγματικό Δίκαιο ως πράξη εμπιστοσύνης και τόλμης. Ο Αριστόβουλος Μάνεσης και η εποχή του

Αλέξανδρος Κεσσόπουλος, Η μέθοδος των Σβώλου και Μάνεση υπό το πρίσμα της ιστορίας. Mεταξύ νομικού θετικισμού και διεπιστημονικότητας

Νικόλας Βαγδούτης, Πλουραλισμός και Δημοκρατία στο έργο των Σβώλου και Μάνεση

Στέργιος Μήτας, Κράτος δικαίου και τα όρια του «δικαίου της ανάγκης» για τους Αριστόβουλο Μάνεση και Αλέξανδρο Σβώλο

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Κοινωνική δημοκρατία και κοινωνικά δικαιώματα στο έργο των Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΓΓΥΗΤΙΣΜΟ
ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Η πολύτιμη κοινή θεωρητική παρακαταθήκη
των Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Α. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο ανά χείρας βιβλίο, για την έκδοση του οποίου ευχαριστώ θερμά τις Εκδόσεις Ευρασία, είναι η επεξεργασμένη μορφή εισηγήσεων των συγγραφέων στην Ημερίδα του Επιστημονικού Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» με τίτλο «Από τον Αλέξανδρο Σβώλο στον Αριστόβουλο Μάνεση. Η θεμελίωση του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού», που διεξήχθη στην Λάρισα, στις 20 Απριλίου 2019. Είχαν βέβαια προηγηθεί πολλές εκδηλώσεις του Ομίλου που αναδείκνυαν –μεταξύ άλλων– την θεωρητική επιρροή που άσκησε ο Αλέξανδρος Σβώλος στο έργο του Αριστόβουλου Μάνεση αλλά και ένα μεγάλο Συνέδριο με τίτλο «Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956). Μεταξύ Συντάγματος και πολιτικής στον αιώνα των άκρων», που διεξήχθη στην Φλώρινα και το Μοναστήρι στις 21-23 Μαΐου 2010 και κατέληξε σε εντοιχισμό αναμνηστικής πλάκας στην γενέτειρα κατοικία του Αλ. Σβώλου, στο Κρούσοβο της Βόρειας Μακεδονίας. Ωστόσο, στην Ημερίδα που προαναφέρθηκε ήταν η πρώτη φορά που εξετάσθηκε συστηματικά και υπό ποικίλες οπτικές γωνίες η στενή θεωρητική και γενικότερα νομικοπολιτική συνάφεια που χαρακτηρίζει το έργο των δύο κορυφαίων Ελλήνων συνταγματολόγων. Η συνάφεια δε αυτή είναι τόσο μεγάλη, που μας επιτρέπει νομίζω, με βάση τόσο τις εισηγήσεις όσο και την συζήτηση κατά την διάρκεια της Ημερίδας, να μιλήσουμε για την εν πολλοίς κοινή παρακαταθήκη τους, η οποία είναι υπερπολύτιμη για τον χώρο του Συνταγματικού Δικαίου, όχι μόνο σε θεωρητικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο ακαδημαϊκού ήθους και στάσης ζωής.

Β. Πριν εντοπισθούν πάντως τα κοινά στοιχεία που συνθέτουν αυτήν την παρακαταθήκη, αξίζει νομίζω να αναδειχθεί το πώς αυτά διαμορφώθηκαν μέσα από τις ιστορικές διαδρομές τους, που καλύπτουν μεν από κοινού ολόκληρο τον 20ό αιώνα αλλά συναντήθηκαν επιστημονικά για μικρό μόνο διάστημα (καθώς ο Σβώλος γεννήθηκε το 1892 και πέθανε το 1956 ενώ ο Μάνεσης γεννήθηκε το 1921 και πέθανε το 2000). Ειδικότερα:

α. Ο Αλέξανδρος Σβώλος ξεκινά την επιστημονική του σταδιοδρομία σε μια περίοδο μεγάλων προσδοκιών, τόσο στην Ευρώπη, όπου ο δημοκρατικός συνταγματισμός είχε επιτύχει, μετά τον καταστροφικό Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαντικές κατακτήσεις (με εμπροσθοφυλακή το Σύνταγμα της Βαϊμάρης), όσο και στην Ελλάδα, η οποία επιχειρούσε ένα νέο δημοκρατικό ξεκίνημα, αφού βίωσε τους βαλκανικούς πολέμους, τον διχασμό, την μικρασιατική καταστροφή και την κατάργηση της μοναρχίας. Στο αισιόδοξο αυτό κλίμα των αρχών του Μεσοπολέμου ο Αλέξανδρος Σβώλος επεξεργάζεται εμπεριστατωμένα και σε βάθος τις έντονες νομικοπολιτικές ανακατατάξεις και τα νέα συνταγματικά δεδομένα, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αναδεικνύοντας αρχικά τον νέο ρόλο των συλλογικών υποκειμένων1 και την ορμητική είσοδο του «κοινωνικού στοιχείου» στον ευρωπαϊκό συνταγματισμό2 και αναλύοντας στην συνέχεια, με εξαιρετική εμβρίθεια αλλά και με αξιοπρόσεκτη διορατικότητα, τόσο το ελληνικό Σύνταγμα του 19273 όσο και τα μεταπολεμικά Συντάγματα της Γερμανίας (της Βαϊμάρης, 1919) και της Ρωσίας (των Σοβιέτ, 1918).4 Με τα έργα του αυτά και στην συνέχεια με όσα συνέγραψε ως καθηγητής πλέον του Συνταγματικού Δικαίου, μετά το 1928,5 ο Σβώλος θα προλάβει, πριν από την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας, αφ’ενός μεν να συνεχίσει –και να εμπλουτίσει σημαντικά, όπως θα δούμε στην συνέχεια– το έργο του σπουδαίου δασκάλου του Ν.Ν. Σαρίπολου στο ελληνικό και το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο αφ’ ετέρου δε να θεμελιώσει την ελληνική πολιτειολογία (και μάλιστα θέτοντας, ευθύς εξ αρχής, πολύ ψηλά τον πήχη).6

Θα μεσολαβήσει μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος (δικτατορία, κατοχή, εμφύλιος πόλεμος) –που ήταν όμως και μια περίοδος εντονότατης, πολυσχιδούς και υψηλού επιπέδου δικής του πολιτικής δραστηριοποίησης– έως ότου να μπορέσει ο Σβώλος να συνεισφέρει ξανά την εξαιρετικά χρήσιμη συνδρομή του σε θεωρητικό επίπεδο, με το ημιτελές αλλά σπουδαίο «Σύνταγμα της Ελλάδος».7  Αυτή τη φορά, όμως, η συμβολή του είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Κατ’ αρχάς δεν έχει πλέον την πανεπιστημιακή του ιδιότητα –αφού οι «εθνικόφρονες» φρόντισαν να τον απολύσουν, για μια ακόμη φορά, το 1946, από το «Αθήνησι Πανεπιστήμιον» μετά από ένα κατάπτυστο ψήφισμα (της πλειονότητας) των καθηγητών του– ενώ συνεχίζει ορμητικά και ευδοκίμως την πολιτική του δραστηριότητα, ως αρχηγός κόμματος πλέον, αναδεικνυόμενος σε μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του ελληνικού δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ως εκ τούτου, του μένει ελάχιστος χρόνος για επιστημονική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, όμως, και οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ενώ στην μεταπολεμική (δυτική) Ευρώπη πνέει αέρας αισιοδοξίας, καθώς ο δημοκρατικός συνταγματισμός θριαμβεύει, επιβάλλοντας το σύνολο των έως τότε θεσμικών του διεκδικήσεων, στην Ελλάδα επικρατεί πλήρως η διχαστική ιδεολογία των νικητών του Εμφυλίου, με ανελέητο εκδικητισμό και με λογική αφ’ενός αναπαλαίωσης και αφ’ ετέρου επιβολής «των ελληνοχριστιανικών ιδεωδών». Ως εκ τούτου, ψηφίζεται (μόλις το 1952) ένα Σύνταγμα απαρχαιωμένο, με εγγενώς υπονομευμένα (λόγω του «παρασυντάγματος») τα ατομικά δικαιώματα, με εικονικά εν πολλοίς –λόγω βίας, νοθείας και μεθοδευμένων εκλογικών συστημάτων– πολιτικά δικαιώματα αλλά και χωρίς ίχνος κοινωνικών δικαιωμάτων και ρητρών κοινωνικής προστασίας (σε πλήρη αντίθεση με όλα τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά Συντάγματα). Σε αυτό το ζοφερό κλίμα της μετεμφυλιακής υστερίας και της «καχεκτικής δημοκρατίας», ο λόγος του Αλέξανδρου Σβώλου παραμένει αγωνιστικός αλλά είναι κατ’ανάγκην αμυντικός και εγγυητικός (όπως ήδη είχε διαμορφωθεί άλλωστε εν πολλοίς μετά το 1932, στα προεόρτια και στην συνέχεια στις συνθήκες της μεταξικής δικτατορίας,8 καθώς και της κατοχής).

β. Σε αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον, στο οποίο κυριαρχούσε, σαν όαση νηφαλιότητας, αντίστασης αλλά και εθνικής συμφιλίωσης, η φωτεινή μορφή του Αλέξανδρου Σβώλου, θα κάνει τα πρώτα του επιστημονικά βήματα ο Αριστόβουλος Μάνεσης. Η πνευματική συνάντησή του όμως με τον επί της ουσίας δάσκαλό του, οδηγεί τελικά σε ακριβώς αντίστροφη πορεία ως προς το θεωρητικό του έργο. Παρότι είναι βαθιά επηρεασμένος από τις συνολικές θεωρητικές επεξεργασίες του Σβώλου και ιδίως από τον ρωμαλέο και διεκδικητικό συνταγματισμό που απέπνεε το εμβληματικό έργο του «Το νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του Πολιτεύματος» (δεν είναι τυχαίο ότι είναι το πρώτο βιβλίο που μου συνέστησε –ως επιβλέπων– για την διατριβή μου…), θα προτιμήσει εν τέλει να κινηθεί στον δύσκολο και επικίνδυνο δρόμο που εκείνος μεταπολεμικά (και ιδίως μετεμφυλιακά) είχε επιλέξει. Έτσι θα προτάξει παντός άλλου την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος, αφιερώνοντας μόνο περιορισμένες ή/ και υπαινικτικές σκέψεις για άλλα θεωρητικά θέματα, που είναι φανερό ότι τον απασχολούν ιδιαίτερα. Η επιλογή του αυτή καθίσταται πρόδηλη ευθύς εξ αρχής με την διατριβή του9 και στην συνέχεια αποτυπώνεται πλήρως –όχι μόνο στην θεματική αλλά και στον τίτλο– στο δικό του εμβληματικό έργο «Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος».10 Επαναλαμβάνεται δε –με κάποιες αποχρώσεις– στο επίσης εμβληματικό εναρκτήριο μάθημά του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,11 στις ειδικότερες μελέτες του12 καθώς και στο διδακτικό του εγχειρίδιο13.

Δυστυχώς, οι πολιτικές εξελίξεις έδειξαν ότι τελικά οι εγγυήσεις του Συντάγματος δεν αποδείχθηκαν επαρκείς. Αφού μεσολάβησε η σύντομη «χαμένη άνοιξη» του 1964-1965, στην οποία ο Μάνεσης πρωταγωνίστησε υπερασπιζόμενος δημόσια –απέναντι στον μονάρχη– τον κοινοβουλευτικό και σε τελευταία ανάλυση τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, η «καχεκτική δημοκρατία» βρέθηκε στην δίνη της «αποστασίας» και τελικά έδωσε την θέση της στην στυγνή δικτατορία των συνταγματαρχών. Τουλάχιστον ο Μάνεσης πρόλαβε, με το περίφημο «Τελευταίο Μάθημα», 14 να αποχαιρετήσει διά ζώσης τους φοιτητές του, σε αντίθεση με τον Σβώλο, που είχε αναγκασθεί να στείλει αποχαιρετιστήρια επιστολή…15 Ακολούθησε (και γι’αυτόν) η εκτόπιση, έως ότου η χούντα υπέκυψε στις διεθνείς πιέσεις και του επέτρεψε να φύγει για να διδάξει στη Γαλλία, από όπου επέστρεψε μόνο μετά την πτώση της.

Το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκε ο Μάνεσης στην μεταπολίτευση μοιάζει πολύ με εκείνο το οποίο βίωσε ο Σβώλος στο ξεκίνημά του. Ένα περιβάλλον ενθουσιασμού και μεγάλων προσδοκιών, καθώς μετά την πτώση της χούντας και την οριστική πλέον κατάργηση της μοναρχίας, η χώρα άρχισε να αντιστοιχείται ξανά –με καθυστέρηση τριάντα χρόνων– με τις συνταγματικές εξελίξεις των άλλων (δυτικο)ευρωπαϊκών χωρών, που είχαν ήδη σηματοδοτήσει, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, την ολοκληρωμένη επικράτηση του δημοκρατικού συνταγματισμού. Τις βασικές λοιπόν αρχές αυτού του συνταγματισμού, και μάλιστα στην πιο προωθημένη εκδοχή τους, έρχεται πλέον να εκφράσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης κατά την διάρκεια της συζήτησης για το Σύνταγμα του 1975, πρωτοστατώντας στην διατύπωση ρηξικέλευθων προτάσεων από Ομάδα Επιστημόνων16 αλλά και ασκώντας δριμεία νομικοπολιτική κριτική στην υστερόβουλη και κραυγαλέα μεθοδευμένη –από τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή– υπερενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας.17 Παρότι δε και στις παρεμβάσεις αυτές ο εγγυητισμός παραμένει σημαντική παράμετρος των παρεμβάσεών του, είναι φανερό ότι ο Μάνεσης αισθάνεται απελευθερωμένος πλέον ως προς το να προβεί σε ευρύτερες πολιτειολογικές –ή και κοινωνικοπολιτικές– προσεγγίσεις, ανάλογες με του Σβώλου, οι οποίες αρχικά αποτυπώνονται ιδίως στα δύο διδακτικά του εγχειρίδια (για τις Ατομικές Ελευθερίες και το Συνταγματικό Δίκαιο). 18 Ο εγγυητισμός, πάντως, επανεμφανίζεται έντονος με την διεισδυτική κριτική που ασκεί ο Μάνεσης στην επίσης υστερόβουλη και μεθοδευμένη –από τον Ανδρέα Παπανδρέου πλέον– αναθεώρηση του 1986.19 Ωστόσο, αυτή την φορά ο ευρύτερος πολιτειολογικός (και κοινωνικοπολιτικός) προβληματισμός είτε διατυπώνεται σε άλλο επίπεδο20 είτε αναπτύσσεται παράλληλα, σε πολλές ειδικότερες μελέτες και νομικοπολιτικές παρεμβάσεις του,21 για να κορυφωθεί σταδιακά με τα τελευταία διορατικά –σχεδόν προφητικά, θα έλεγα– έργα του.22

Γ. Όπως προαναφέρθηκε, αλλά και όπως προκύπτει ήδη, σε ένα πρώτο επίπεδο, από την σύντομη περιδιάβαση που προηγήθηκε, το έργο των Σβώλου και Μάνεση παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία, παρότι ήταν ελάχιστο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο συνέπεσε χρονικά η επιστημονική τους παρουσία (1952-1956). Ειδικότερα:

α. Το πρώτο σημείο συνάντησης των δύο αυτών κορυφαίων επιστημόνων –αλλά και διανοουμένων– είναι, αναμφίβολα, η βαθύτατη πεποίθησή τους για την σημασία και την αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ως ιστορικής κατάκτησης που άλλαξε την εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο νεαρός Μάνεσης γοητεύεται από την ακτινοβολία της προσωπικότητας του Σβώλου (την «ακτινοσβωλία», όπως είχε λεχθεί χαρακτηριστικά) και υιοθετεί ανεπιφύλακτα την δική του εκλεκτικιστική, αδογμάτιστη και ολόπλευρη προσέγγιση της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, δεν θα διστάσει διόλου να ενώσει ευθύς εξ αρχής τις δυνάμεις του για την υπηρέτηση του βασικού σκοπού για τον οποίο αγωνίσθηκε με συνέπεια –όχι μόνο επιστημονικά αλλά και πολιτικά– ο Σβώλος, από το 1932 και έως το τέλος της ζωής του. Πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για την ανάδειξη της εγγυητικής λειτουργίας του Συντάγματος, όχι ως αυτοσκοπού αλλά ως προϋπόθεσης τόσο για την ουσιαστική κατοχύρωση όσο και για την επιβίωση της πολιτικής δημοκρατίας.

Αυτός ο εγγυητισμός, ο οποίος αποδείχθηκε εν τέλει, εκ των πραγμάτων, η πρώτη μεγάλη θεωρητική προτεραιότητα αμφοτέρων, έχει δύο βασικούς άξονες: πρώτον, την αναζήτηση ασφαλιστικών δικλείδων για την θωράκιση των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών θεσμών και των ατομικών δικαιωμάτων, έναντι κάθε εξουσιαστικής επιβολής ή υπονόμευσης, και δεύτερον την προβληματική των «θεσμικών αντιβάρων», προκειμένου να αποτραπούν οι όποιες αυταρχικές παρεκτροπές σε βάρος των πάσης φύσεως «μειοψηφιών» ή/ και μειονοτήτων. Πρόκειται λοιπόν για έναν πλήρως επεξεργασμένο εγγυητισμό, ο οποίος ταυτίζεται με την κοινή τους θεώρηση για το Συνταγματικό Δίκαιο ως «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» 23 αλλά και συνδέεται με προωθημένες απόψεις για έναν προσεκτικό και λελογισμένο εμπλουτισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής.

Υπό αυτήν λοιπόν την έννοια, ο συνταγματικός εγγυητισμός εκκολάφθηκε αρχικά και αναπτύχθηκε σημαντικά στα πρώτα έργα του Σβώλου, απηχώντας τις ανησυχίες του να μην επαναληφθούν, μετά το 1927, οι δοκιμασίες της Δημοκρατίας από τον διχασμό (αλλά και από την άνοδο του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη). Κυριάρχησε δε διαδοχικά –με ένα μικρό σημείο τομής– στο έργο αμφοτέρων κατά την περίοδο της έντονης δοκιμασίας της Δημοκρατίας (1932-1974), σφραγίζοντας ουσιαστικά τις επιστημονικές ανησυχίες και αναζητήσεις της εποχής. Πρέπει να παρατηρηθεί, πάντως, ότι από την άποψη της θεωρητικής επεξεργασίας ο εγγυητισμός καταλαμβάνει μεγαλύτερη έκταση –αλλά και έχει ελαφρώς πιο αντιεξουσιαστική χροιά24– στο έργο του Μάνεση, ο οποίος μάλιστα συνεχίζει να του δίνει ιδιαίτερο βάρος ακόμη και μετά το 1974, παρότι επικράτησαν, κατά τα προεκτεθέντα, νέα πολιτικά δεδομένα.

β. Το δεύτερο σημείο συνάντησης δεν αφορά πλέον την άμυνα αλλά την ουσιαστική (μέσω της εισαγωγής του «κοινωνικού στοιχείου») ολοκλήρωση της πολιτικής δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, αναπτύσσεται κυρίως σε χρονικά διαστήματα αποκατάστασης της ομαλότητας και αισιοδοξίας για τις δυνατότητες και τις προοπτικές του δημοκρατικού συνταγματισμού. Το κύριο βάρος των βασικών σχετικών θεωρητικών επεξεργασιών έχει κατά τα προεκτεθέντα ο Σβώλος, ο οποίος στην περίοδο 1914-1935 ανέπτυξε κατά τρόπο πρωτοποριακό, ακόμη και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, την «κοινωνική κατεύθυνση» του κράτους και –εν τέλει– την συνταγματική θεμελίωση, ιδίως μετά από τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο, του «κοινωνικού κράτους» (ήταν άλλωστε από τους πρώτους που όχι μόνο χρησιμοποίησαν αυτόν τον όρο αλλά και του έδωσαν ουσιαστικό νόημα και περιεχόμενο). Σταδιακά η θέση του Σβώλου διευρύνεται και αποκρυσταλλώνεται στο πρόταγμα της «κοινωνικής δημοκρατίας», ως διαλεκτικής υπέρβασης της πολιτικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο της ρηξικέλευθης τότε θεώρησής του –που εξακολουθεί όμως να είναι επίκαιρη– για έναν ολόπλευρο δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους και της κοινωνίας. Την θέση αυτή του Σβώλου, (με εξαίρεση τα περί «επαγγελματικής αντιπροσωπείας»)25 υιοθετεί πλήρως στα πρώτα του έργα και ο Αριστόβουλος Μάνεσης, παρότι οι δικές του σχετικές διατυπώσεις βρίσκονται κατ’ανάγκην, λόγω των διαφορετικών προτεραιοτήτων της εποχής, στο περιθώριο των θεωρητικών του αναλύσεων (συνήθως σε υποσημειώσεις). Η πρώτη φορά που ο Μάνεσης θα μιλήσει ανοιχτά είναι στο πολιτικοεπιστημονικό μνημόσυνο του Σβώλου, το 1966,26 όπου και θα αναπτύξει με σαφήνεια και πληρότητα την θέση που θα επαναλάβει πολλές φορές έκτοτε, παραφράζοντας το Ευαγγέλιο: ότι η «κοινωνική δημοκρατία», στην οποία προσβλέπει ο Σβώλος (αλλά και ο ίδιος), «δεν έρχεται καταλύσαι αλλά πληρώσαι» την πολιτική δημοκρατία.

Στην μεταπολίτευση ο Μάνεσης θα εμπλουτίσει τις θέσεις του Σβώλου περί «κοινωνικής δημοκρατίας», με βάση τα νέα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και τις πλούσιες ιδεολογικές αναζητήσεις της δεκαετίας του ’60 (με προεξάρχουσες, για τον ίδιο, αυτές του Νίκου Πουλαντζά).27 Υπό αυτό το πρίσμα, στις δικές του πλέον πολιτειολογικές προσεγγίσεις28 θα εμμείνει μεν στην ανάγκη ριζοσπαστικών θεσμικών μετασχηματισμών προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και θα εισαγάγει, ταυτόχρονα, κάποιες ευκρινείς αποχρώσεις. Εν πρώτοις αντιμετωπίζει (ενόψει και της τριακονταετούς ήδη εμπειρίας της εφαρμοσμένης σοσιαλδημοκρατίας) με κάποια επιφύλαξη τον όρο «κοινωνικό κράτος», θεωρώντας –μάλλον καθ’ υπερβολήν– ότι είναι ευεπίφορος σε ιδεολογική παραπλάνηση, ως προς την υπέρβαση της διάκρισης κράτους-κοινωνίας. Υπό την ίδια περίπου οπτική γωνία, και αποκαλύπτοντας ξανά τα «αντιεξουσιαστικά» του αντανακλαστικά, θα εκφράσει τους φόβους ότι κάποιες πλευρές του κοινωνικού κράτους (ή «κράτους πρόνοιας» όπως προτιμά ο ίδιος) ενέχουν τον κίνδυνο «κρατικοποίησης της κοινωνίας» αντί της αναγκαίας «κοινωνικοποίησης του κράτους». Στο σημείο αυτό η επιρροή του Μάη του ’68, ως προς τον ρόλο των κοινωνικών κινημάτων και την ανάγκη αυτοδιαχειριστικών προσανατολισμών, είναι προφανής.

Παρά ταύτα, πάντως, η επί της ουσίας (και επί του πρακτέου) σύγκλιση των απόψεων είναι αναμφισβήτητη. Μόνο η πλήρης αξιοποίηση του «κοινωνικού στοιχείου» –και ιδίως των κοινωνικών δικαιωμάτων και των ad hoc συμμετοχικών κοινωνικών θεσμών– μπορεί να ολοκληρώσει την έννοια της συνταγματικής δημοκρατίας, μετασχηματίζοντάς την σε μια νέα ποιότητα που εμπεριέχει μεν απαρεγκλίτως τις προηγούμενες στιγμές της (πολιτική και ατομική ελευθερία) πλην όμως απαλλαγμένες από τον τυπικό και μόνο χαρακτήρα τους, ώστε να αποκτήσουν νέο –ουσιαστικά εμπλουτισμένο– νόημα και περιεχόμενο.29 Αξίζει δε να επισημάνουμε, για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, ότι μια προσεκτική ματιά στο έργο τόσο του Σβώλου όσο και του Μάνεση δείχνει ότι, παρά τις κάποιες αποχρώσεις, η θέση τους για την «κοινωνική δημοκρατία» υπερακοντίζει κατά πολύ τα σημερινά «κοινωνικά κεκτημένα» της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς συνδέεται με σαφώς ριζοσπαστικότερες θέσεις ως προς την έκταση και το βάθος των προτεινόμενων κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών, στην κατεύθυνση της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

γ. Υπάρχει όμως και ένα τρίτο σημείο στο οποίο συγκλίνουν πλήρως οι θεμελιωτές του ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού. Αυτό δεν αφορά πλέον τις θεωρητικές τοποθετήσεις τους αλλά τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις τους. Πράγματι, μια προσεκτική –και αποστασιοποιημένη από υποκειμενισμούς– ματιά δεν αφήνει νομίζω καμία αμφιβολία ότι στο ζήτημα της μεθόδου δεν υπάρχει απλώς στενή σύγκλιση αλλά πλήρης ταύτιση: αμφότεροι ανήκουν, επί της αρχής, στην σχολή του νομικού θετικισμού. Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις.

Εν πρώτοις, ο θετικισμός τους τελεί υπό έναν απαρέγκλιτο όρο:

δεν αφορά οποιοδήποτε Σύνταγμα αλλά μόνο ένα Σύνταγμα με δημοκρατική νομιμοποίηση και δημοκρατικό περιεχόμενο, δηλαδή, με άλλα λόγια, το Σύνταγμα ενός δημοκρατικού κράτους. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία οποιουδήποτε άλλου κειμένου, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις ενός δημοκρατικού Συντάγματος –όπως τις έχουν επανειλημμένα και σε βάρος προσδιορίσει στα βασικά έργα τους– απλώς δεν νοείται. Έτσι εξουδετερώνεται εξ υπαρχής –και εξ ορισμού– ένα από τα βασικότερα μειονεκτήματα του παραδοσιακού και νομικοπολιτικά στεγανοποιημένου θετικισμού (που τον εξέφρασαν ιστορικά στην Ελλάδα, με αξιοπρόσεκτη επιστημονική πληρότητα, πρώτος ο Ι. Αραβαντινός και στην συνέχεια –ιδίως– ο Ν.Ν. Σαρίπολος).

Κατά δεύτερον, και κατ’επέκτασιν, ο θετικισμός τους δεν σημαίνει

μια τυποκρατική και αποστειρωμένη από τις κοινωνικές επιδράσεις ερμηνεία. Τόσο ο Μάνεσης όσο και ο Σβώλος εντάσσουν τις ερμηνευτικές τους προσεγγίσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μεθόδου («κοινωνιολογικής», για τον Σβώλο, «κριτικής-διαλεκτικής» για τον Μάνεση), το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι ο θεωρητικός εκλεκτικισμός και οι πλούσιες αναγωγές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό απαιτείται μια σημαντική επισήμανση, προς αποφυγήν παρανοήσεων. Αυτές οι –εξωνομικές– αναγωγές, ιστορικής, κοινωνιολογικής, πολιτειολογικής ή ακόμη και πολιτικής φύσεως, δεν χρησιμοποιούνται σαν συστατικά στοιχεία της ερμηνείας. Οι περισσότερες από αυτές χρησιμοποιούνται απλώς σαν προλεγόμενα, που αξιοποιούνται ιδίως για να φωτίσουν ολόπλευρα το κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος (αφ’ενός αναδεικνύοντας τις ιστορικές καταβολές του και αφ’ετέρου συνδέοντάς το με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες του ευρύτερου κοινωνικού σχηματισμού στον οποίο εντάσσεται και του οποίου τις σχέσεις ρυθμίζει). Υπάρχουν όμως και κάποιες που διαδραματίζουν και έναν επιπρόσθετο ρόλο: παρέχουν τις δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη κριτική αξιολόγηση του συνταγματικού κανόνα, ώστε να μπορέσει ο θεωρητικός του συνταγματικού δικαίου όχι μόνον να τον ερμηνεύσει αλλά και να προτείνει τυχόν πρόσφορη τροποποίησή του (δηλαδή για μια de constitutione ferenda προσέγγιση, υπό την οπτική γωνία της συνταγματικής πολιτικής).

Με βάση τα ανωτέρω, οι Σβώλος και Μάνεσης έχουν κάνει πλουσιότατες θεωρητικά αναλύσεις και εμβριθείς παρατηρήσεις για τις ιστορικές καταβολές, την δομή, την οργάνωση και την λειτουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, για τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας, για τις παθογένειες της πολιτικής ζωής και γενικότερα για οτιδήποτε συνδέεται με τον συνταγματικά οργανωμένο πολιτικό και κοινωνικό βίο και με τις συγκρούσεις που διεξάγονται στο εσωτερικό τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι θεωρούνται, αμφότεροι, από τους πλέον βαθυστόχαστους διανοουμένους του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, όταν καλούνται να αποκαλύψουν το νόημα μιας συνταγματικής διάταξης, η ευρύτερη θεωρητική σκευή τους μένει έξω από το «ιερό» της επιστημονικής ερμηνείας, η οποία έχει τις δικές της μεθόδους (ιστορική, συστηματική, τελολογική) και τους δικούς της κανόνες. Και τούτο διότι γνωρίζουν πολύ καλά, ως επιστήμονες του συνταγματικού δικαίου, να διαχωρίζουν την πολιτική άποψη από την νομική τοποθέτηση, η οποία δεν νοείται να αποστασιοποιείται κατά το δοκούν από το πραγματικό περιεχόμενο του κανόνα, πολλώ δε μάλλον να υποτάσσεται στην λογική του όπερ έδει δείξαι. Με άλλα λόγια, είναι άλλο η ερμηνευτική μέθοδος in abstracto, η οποία είναι ανεπαρκής και κολοβή χωρίς μια ευρύτερη θεωρητική συγκρότηση –που να επιτρέπει, ιδίως, πολύπλευρη διεπιστημονική προσέγγιση και κατανόηση του συνταγματικού κράτους ως ολότητας– και άλλο η ad hoc ερμηνεία του κανόνα, με βάση τα κριτήρια της συνταγματικής επιστήμης.30

Θα μπορούσε, βέβαια, να υποστηρίξει κανείς ότι κατέφυγαν σε αυτήν την θεωρητική στάση περιστασιακά και κατ’ανάγκην, προκειμένου να καταφέρουν να ενισχύσουν τον εγγυητισμό του Συντάγματος σε χρόνια δίσεκτα και συχνά σε συνθήκες δραματικές. Αυτό όμως μόνο εν μέρει είναι σωστό. Θα μπορούσαμε δηλαδή να δεχθούμε ότι οι δοκιμασίες της Δημοκρατίας, που βίωσαν αμφότεροι, ήταν πράγματι σημαντικές, διότι όχι μόνο σφυρηλάτησαν τον (εκλεκτικιστικό και κριτικό, κατά τα ανωτέρω) θετικισμό τους αλλά και ανέδειξαν εμπράκτως –και στο έπακρο– την αξία και την σημασία του ως προς την συνταγματική ερμηνεία. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά δείχνει ότι τόσο ο Σβώλος, πριν από το 1932, όσο και ο Μάνεσης, μετά το 1974, έζησαν περιόδους ανάτασης και επέκτασης των διεκδικήσεων του δημοκρατικού συνταγματισμού, που ευνοούσαν ιδιαίτερα ιδεολογικοπολιτικές προσμίξεις στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων. Παρά ταύτα, όμως, σε καμία χρονική στιγμή και σε κανένα σημείο του έργου τους δεν παρατηρείται οποιαδήποτε παρέκκλιση προς ερμηνευτικές οδούς που δίνουν βάρος είτε σε φυσικοδικαιικές είτε σε ηθικοφιλοσοφικές προσεγγίσεις. Κάθε άλλο μάλιστα. Αφού οριοθέτησαν εξ αρχής, κριτικά και διαλεκτικά, τον θετικισμό που είναι πρόσφορος για την ερμηνεία του Συνταγματικού Δικαίου –απορρίπτοντας ιδίως μια κοινωνικοπολιτικά στεγανοποιημένη νομική τυποκρατία αλλά και περιορίζοντάς τον μόνο στο πεδίο του δημοκρατικού Συντάγματος– στην συνέχεια τον υπηρέτησαν με πλήρη συνέπεια. Ούτε εσωτερικές ρωγμές, ούτε αμφιταλαντεύσεις αλλά ούτε και επιλεκτικές ή/και ιδιοτελείς «προσαρμογές» στην πολιτική συγκυρία σκιάζουν την ερμηνευτική τους στάση. Είναι δε τόσο αυταπόδεικτη αυτή τους η τοποθέτηση, για όποιον μελετά προσεκτικά το έργο τους, ώστε κάθε προσπάθεια οικειοποίησής τους από άλλες σχολές ερμηνείας (ενίοτε δε και από απόπειρες παρερμηνείας…) του Συνταγματικού Δικαίου είναι καταδικασμένη να πέσει στο κενό.

Εν κατακλείδι, τόσο ο Σβώλος όσο και ο Μάνεσης δεν παρεξέκλιναν ποτέ από την θέση ότι για να είναι όντως επιστημονική η συνταγματική ερμηνεία δεν πρέπει επ’ουδενί να αφήνει περιθώρια για μικρότερη ή μεγαλύτερη παρεισαγωγή προερμηνευτικών ή/και μεταερμηνευτικών κριτηρίων. Και τούτο διότι είναι πλήρως πεπεισμένοι ότι τέτοια κριτήρια την υποτάσσουν αναπόφευκτα, όπως και αν παρουσιασθούν ή εξωραϊσθούν, είτε σε ακραίους υποκειμενισμούς και ρευστές ηθικοφιλοσοφικές αναγνώσεις είτε, ακόμη χειρότερα, σε –ομολογημένες ή ανομολόγητες– ιδεολογικοπολιτικές σκοπιμότητες. Με άλλα λόγια, παρόλο που αναπτύσσουν έντονα αμφισβητησιακούς κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς, με κοινό παρονομαστή την ουσιαστική διεύρυνση της Δημοκρατίας, το πρώτο τους μέλημα, διαχρονικά, είναι να μην πληγεί η πεμπτουσία του Συντάγματος, που δεν είναι άλλη από την ασφάλεια δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν είναι διόλου συμπτωματικό το ότι, υπό το πρίσμα μιας τέτοιας προσέγγισης, δεν υπήρξαν ποτέ στον βίο τους «δάσκαλοι που δίδασκαν…» Όχι μόνον δεν προσχώρησαν ούτε στιγμή στον συνταγματικό λαϊκισμό και στον συνταγματικό ελιτισμό (που αναγορεύουν σε κριτήριο συνταγματικότητας είτε το «λαϊκό αίσθημα» είτε, απλώς, την «αυθεντία» του ερμηνευτή) αλλά και ήταν πολύ προσεκτικοί –ενίοτε καθ’υπερβολήν– ακόμη και απέναντι στις γενικές ερμηνευτικές ρήτρες των Συνταγμάτων. Τις αξιοποιούσαν μεν, για μια ευρύτερη ερμηνευτική πλαισίωση των επί μέρους ισχυουσών διατάξεων, πλην όμως με μεγάλη προσοχή και με συνεχή επαγρύπνηση, προκειμένου να μην αποδειχθούν κερκόπορτες για μια ηθικοπολιτική αχρήστευση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος.

Δ. Κλείνω αυτές τις σύντομες εισαγωγικές παρατηρήσεις εστιάζοντας πλέον στα κείμενα του ανά χείρας τόμου, τα οποία όχι μόνον καλύπτουν πλήρως –και σε όλες τις προαναφερθείσες διαστάσεις– την ιδιαίτερη σχέση των δύο μεγάλων θεωρητικών του Συνταγματικού Δικαίου αλλά και εμπεριέχουν ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στο σήμερα του επιστημονικού προβληματισμού τους. Τα δύο πρώτα κείμενα, του Σπύρου Βλαχόπουλου και της Ιφιγένειας Καμτσίδου, εντάσσουν, αντιστοίχως, τους Αλέξανδρο Σβώλο και Αριστόβουλο Μάνεση στην εποχή τους, αναλύοντας εύληπτα, με σαφήνεια και πληρότητα, τόσο τους ιστορικούς καθορισμούς όσο και τα βασικά σημεία του έργου τους. Στην συνέχεια ο Αλέξανδρος Κεσσόπουλος εξετάζει πλέον συνδυαστικά τις μεθοδολογικές τους επιλογές και αναδεικνύει εμπεριστατωμένα τα κοινά σημεία, που συνθέτουν, εν τέλει, μια ενιαία ερμηνευτική αντιμετώπιση του κανονιστικού περιεχομένου του Συντάγματος. Ακολουθούν τρεις ειδικότερες συμβολές, των Νικόλα Βαγδούτη, Στέργιου Μήτα και Χαράλαμπου Κουρουνδή, οι οποίοι εξετάζουν, επίσης συνδυαστικά και εμπεριστατωμένα, τις τρεις σημαντικότερες συνιστώσες του έργου τους, δηλαδή την πολιτική δημοκρατία ο πρώτος, το κράτος δικαίου ο δεύτερος (αμφότεροι υπό το πρίσμα, ιδίως, του εγγυητισμού) και την κοινωνική δημοκρατία ο τρίτος.

Από τις μεστές αναπτύξεις, τις ενδελεχείς αναλύσεις και τις εύστοχες επισημάνσεις όλων των συγγραφέων –τα κείμενα των οποίων είχα την χαρά να διαπιστώσω ότι αποτελούν μια αισθητά εμπλουτισμένη και ποιοτικά αναβαθμισμένη μορφή των εισηγήσεών τους– προκύπτουν νομίζω ανάγλυφα, ίσως δε και περισσότερο πειστικά από ό,τι αναμέναμε όταν οργανώσαμε την σχετική Ημερίδα, δύο βασικά συμπεράσματα: πρώτον ότι ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Αριστόβουλος Μάνεσης συγκροτούν από κοινού, τόσο με το επιστημονικό έργο τους όσο και με το ακαδημαϊκό ήθος και την στάση ζωής τους, μια αδιάσπαστη και υποδειγματική ενότητα συνταγματικής θεωρίας και πράξης, και δεύτερον ότι η ενότητα αυτή αποτελεί, αναμφισβήτητα, το στέρεο θεμέλιο, το βασικό σημείο αναφοράς και τον φωτεινό φάρο του σύγχρονου ελληνικού δημοκρατικού συνταγματισμού.

Θάσος, Ιανουάριος 2022

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης
πρόεδρος του Ομίλου
«Αριστόβουλος Μάνεσης»

 

 

Παραπομπές:

  1. Με την υποδειγματική ανάλυση των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης και ειδικότερα του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, το 1915, και του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, το 1916 (βλ. την διδακτορική του διατριβή «Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δίκαιον των σωματείων κατά το Σύνταγμα και τον περί σωματείων νόμον», και την μελέτη του «Αι εν υπαίθρω συναθροίσεις», σε: Νομικαί Μελέται, τ. Α΄, εκδ. οίκος Ι. Ν. Ζαχαρόπουλου, 1957, σ. 26 επ., 247 επ., αντίστοιχα).
  2. Βλ. ιδίως την μελέτη του «Η αναγκαστική απαλλοτρίωσις προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργών», 1918 (σε: Νομικαί Μελέται, τ. Β΄, ό.π., σ. 5 επ.) και το εισαγωγικό του μάθημα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως υφηγητή Πολιτειολογίας, με τίτλο «Η κοινωνική κατεύθυνσις εν τη εξελίξει του κράτους», 1921 (σε: Προβλήματα του έθνουκαι της δημοκρατίας, τ. Β΄, Στοχαστής, 1972, σ. 7 επ.).
  3. Βλ. το –σημαντικότερο από κάθε άποψη– έργο του «Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος», Αθήναι, Τύποις Πυρσού,
  4. Βλ. «Δύο νέα πολιτεύματα το γερμανικόν και το ρωσσικόν Σύνταγμα», εκδ. οίκος «Ελευθερουδάκης», 1921 (και σε: Προβλήματα του έθνους και της δημοκρατίας, τ. Β΄, ό.π., σ. 56 επ.).
  5. Ιδίως δε με το εναρκτήριο μάθημά του «Προβλήματα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας», 1928 (σε: Προβλήματα του έθνους και της Δημοκρατίας, τ. Β΄, ό.π. σ. 75 επ.), με τα έργα «Η έρευνα της συνταγματικότητας των νόμων», σε: Νομικαί Μελέται, τ. Β΄, ό.π. σ. 211 επ., «Τα νομοθετικά διατάγματα κατ’εξουσιοδότησιν των Βουλών», εκδ. οίκος Ι. Ν. Ζαχαρόπουλου, 1932 και «Η αναθεώρησις του Συντάγματος», Θέμις 1933 (και σε: Προβλήματα του έθνους και της Δημοκρατίας, τ. Α΄, Στοχαστής 1972, σ. 95 επ.), καθώς και με το δίτομο διδακτικό του εγχειρίδιο «Συνταγματικόν Δίκαιον», Αθήναι, 1934-1935.
  6. Για τα έργα του Σβώλου βλ. αναλυτικά Γ. Κασιμάτη/Γ. Αναστασιάδη (επιμ.), Αλέξανδρος Σβώλος, Ο συνταγματολόγος, ο πολιτικός, ο οραματιστής, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και την Δημοκρατία, 2009, σ. 112 επ. (Κ. Παπανικολάου, Τα συγγράμματα συνταγματικού Δικαίου), σ. 118 επ. (Χρ. Τσαϊτουρίδης, Οι λοιπές νομικές μελέτες).
  7. Βλ. Α.Ι. Σβώλου /Γ.Κ. Βλάχου, «Το Σύνταγμα της Ελλάδος. Ερμηνεία Ιστορία Συγκριτικόν Δίκαιον», τ. Α΄, 1954, τ. Β΄, 1955).
  8. Με εξαίρεση το «Le travail dans les constitutions contemporaines”, Paris 1939, μία άκρως ενδιαφέρουσα συμβολή –από τα παλιά– στο συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, που γράφτηκε στα χρόνια της εξορίας…
  9. «Περί αναγκαστικών νόμων. Αι εξαιρετικαί νομοθετικαί αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας», εκδ. οίκος Ν. Σάκκουλα,
  10. Τόμοι Ι και ΙΙ, εκδ. οίκος Ν. Σάκκουλα 1956 και Αφοί Σάκκουλα, 1961/1965 (και ήδη φωτοτυπική επανέκδοση στην «Κλασσική Νομική Βιβλιοθήκη», τ. 20, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1991).
  11. «Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», Αρμενόπουλος 16 (1962), σ. 535 επ. (και ήδη σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, εκδ. Σάκκουλα, 1980, σ. 11 επ.).
  12. Βλ. Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, ό.π., σ. 65-459.
  13. «Συνταγματικό Δίκαιον», τ. Α΄, Αφοί Σάκκουλα,
  14. «Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας», Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, ό.π. σ. 522 επ.
  15. Βλ. «Χαιρετισμός προς τους μαθητάς μου», σε: Προβλήματα του Έθνους και της Δημοκρατίας, τ. Α΄, ό.π. σ. 125 επ.
  16. Βλ. «Προτάσεις για ένα δημοκρατικό Σύνταγμα», εκδ. Ερμής
  17. Βλ. ιδίως «Η νομικοπολιτική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος», Νομικό Βήμα, τ. 23 (1975), σ. 449 επ. και ήδη σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Α΄, ό.π., σ. 593 επ.).
  18. Βλ. «Συνταγματικά Δικαιώματα, α΄, Ατομικές Ελευθερίες», Εκδ. Σάκκουλα 1979 (κυρίως το γενικό μέρος) και –ιδίως– «Συνταγματικό Δίκαιο Ι», εκδ. Σάκκουλα 1980).
  19. Βλ. «Η συνταγματική αναθεώρηση του Μια κριτική αποτίμηση της νομικοπολιτικής σημαίας της», εκδ. Παρατηρητής 1989 (και ήδη σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. ΙΙ, ό.π. σ. 371 επ).
  20. Βλ. ιδίως το εκδοθέν εν μέσω των συζητήσεων για την αναθεώρηση έργο του «Η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα. Αναζητώντας μια δύσκολη νομιμοποίηση» (σε: Les Temps Modernes, Η Ελλάδα σε εξέλιξη, εκδ. Εξάντας 1986, σ. 16 επ. και ήδη σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. ΙΙ, εκδ. Σάκκουλα 2007, σ. 189 επ.).
  21. Βλ. Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. ΙΙ, ό.π. σ. 3-188 και 371-688.
  22. Βλ. ιδίως «Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα», 1993 (λόγος για την επίσημη υποδοχή στην Ακαδημία Αθηνών, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. ΙΙ, ό.π. σ. 113 επ.), καθώς και το κύκνειο άσμα του «Όψεις και αντιμετώπιση του Ρατσισμού», ΤοΣ 26 (2000), σ. 13 επ. (και ήδη σε Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, ό.π., σ. 665 επ.).
  23. Βλ. προηγουμένως, υποσημ.
  24. Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Ο αντιεξουσιαστικός λόγος στο έργο του Αριστόβουλου Μάνεση, σε: Χαρμόσυνο Αριστόβουλου Μάνεση Κράτος, Σύνταγμα και Δημοκρατία στο έργο του, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 187 επ. (και σε: Γ. Σωτηρέλη, Νομικοπολιτικά. Κριτικές παρεμβάσεις στην συνταγματική επικαιρότητα, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 15 επ.).
  25. Τα οποία όμως ήδη είχε εγκαταλείψει, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ο ίδιος ο Σβώλος, λόγω του ότι οι αντιλήψεις αυτές συνδέθηκαν με τα ολοκληρωτικά πολιτεύματα του Μεσοπολέμου (βλ. Γ. Πάσχου, Κράτος και πολιτεύματα στο έργο του Αλ. Σβώλου, εκδ. Σάκκουλα, 1981, σ. 89).
  26. «Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως συνταγματολόγος», εφημερίδα Θεσσαλονίκη, 29, 30 και 31 Μαρτίου 1966 και ήδη σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, ό.π., σ. 506 επ.
  27. Στο έργο του οποίου θα κάνει επανειλημμένα και εκτενείς αναφορές, τόσο στο Συνταγματικό Δίκαιο Ι (ό.π. υποσημ. 16), όσο και σε ad hoc νομικοπολιτικές παρεμβάσεις (βλ. ιδίως «Η “σχετική αυτονομία” του κράτους στο έργο του Ν. Πουλαντζά» και «Θεωρητικοί προβληματισμοί του Νίκου Πουλαντζά για τον ιστορικό ρόλο του σύγχρονου κράτους», σε: Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, τ. Ι, ό.π. σ. 159 επ. και 169 επ., αντίστοιχα).
  28. Βλ. τα έργα της προηγούμενης υποσημείωσης (ιδίως το Συνταγματικό Δίκαιο Ι) καθώς και «Η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα», ό.π. υποσημ.
  29. Πρβλ. Γ. Σωτηρέλη/Χ. Τσαϊτουρίδη, «Προλεγόμενα», σε: Όμιλος «Αριστόβουλος Μάνεσης» (επιμ. Γ. Σωτηρέλη/ Χ. Τσαϊτουρίδη), Κοινωνικά Δικαιώματα και κρίση του Κράτους Πρόνοιας, εκδ. Σαββάλας, 2007, σ. 11 επ.
  30. Για όλα τα ανωτέρω αλλά και για τις σκέψεις που ακολουθούν, βλ. ιδίως τις εκτενείς και εύστοχες σχετικές αναπτύξεις των Γ. Πάσχου, Κράτος και Πολιτεύματα στο έργο του Σβώλου, ό.π. σ. 26 επ. και Γ. Δρόσου, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας, Αντ. Σάκκουλας 1996, σ. 202 επ. και ιδίως σ. 215 επ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

twelve + 5 =