Απρόσφορο και δυσανάλογο, και γι’ αυτό αναποτελεσματικό

Ακρίτας Καϊδατζής, Επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Η πράξη του εμβολιασμού συνιστά παρέμβαση στο ανθρώπινο σώμα. Ήδη για το λόγο αυτόν, όταν το κράτος επιβάλλει σε κάποιον την υποχρέωση εμβολιασμού, περιορίζει συνταγματικό δικαίωμά του: την αυτοδιάθεση του προσώπου με την πιο κυριολεκτική έννοια, πάνω στο ίδιο του το σώμα. Παρόλα αυτά, πρόκειται για μια σχετικά ήπια παρέμβαση. Και, το σημαντικότερο, σκοπός της δεν είναι τόσο –και πάντως όχι μόνον– η προστασία της υγείας του εμβολιαζόμενου όσο μάλλον η προστασία της υγείας των μελών του κοινωνικού συνόλου, η δημόσια υγεία, ένας σκοπός δημόσιου συμφέροντος που αναγνωρίζεται συνταγματικά. Ένας τέτοιος σκοπός θα μπορούσε, καταρχήν, να δικαιολογήσει ακόμη και παρεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα.

«Καταρχήν» σημαίνει πως μόνον υπό προϋποθέσεις είναι συνταγματικά ανεκτή η επιβολή της υποχρέωσης εμβολιασμού. Οι προϋποθέσεις αυτές τίθενται σε τρία πεδία, όσον αφορά, πρώτον, το εύρος της υποχρέωσης, δεύτερον, τη διαδικασία επιβολής της και, τρίτον, τους όρους της, όπου περιλαμβάνονται και οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης. Εμπειρικά γνωρίζουμε πως η πρακτική του υποχρεωτικού εμβολιασμού είναι διαδεδομένη τόσο διεθνώς όσο και στη χώρα μας. Οι πιο γνωστές περιπτώσεις είναι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των παιδιών και των στρατευμένων. Είναι γνωστή επίσης η νομολογία, τόσο του Συμβουλίου της Επικρατείας όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχουν δεχθεί ότι, εφόσον πληρούνται μια σειρά από προϋποθέσεις, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν προσβάλλει συνταγματικά ή ανθρώπινα δικαιώματα.

Την 1η Δεκεμβρίου 2021 ψηφίστηκε από τη Βουλή τροπολογία που επιβάλλει την υποχρέωση εμβολιασμού κατά του ιού Covid-19 στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας άνω των 60 ετών, με την απειλή επιβολής διοικητικού προστίμου 100 ευρώ μηνιαίως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Το μέτρο συνιστά περιορισμό ατομικού δικαιώματος. Πρέπει να εξεταστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις, ώστε ο περιορισμός να είναι δικαιολογημένος και άρα συνταγματικά ανεκτός.

Πρώτη προϋπόθεση είναι, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός να επιβάλλεται στοχευμένα σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, που είτε είναι περισσότερο ευάλωτες σε λοιμώδη νοσήματα είτε έχουν αυξημένη επικινδυνότητα λόγω της επαφής τους με μεγάλο αριθμό, ιδίως ευάλωτων, προσώπων. Η επιβολή υποχρέωσης εμβολιασμού αδιακρίτως στο σύνολο του πληθυσμού θα ήταν αντισυνταγματική. Αν μη τι άλλο, για τον προφανή λόγο ότι, τουλάχιστον για όσους δεν έρχονται σε επαφή με άλλους, δεν πληρούται ο σκοπός προστασίας της δημόσιας υγείας. Η επιβολή της υποχρέωσης στην πληθυσμιακή ομάδα άνω των 60 ετών φαίνεται καταρχήν δικαιολογημένη, λόγω του ότι πρόσωπα αυτής της ηλικίας τείνουν να έχουν περισσότερα προβλήματα υγείας που τα καθιστούν περισσότερα ευάλωτα. Αυτό βεβαίως είναι μια ιατρική, δηλαδή επιστημονική, κρίση που πρέπει να τεκμηριώνεται, φαίνεται όμως να προκύπτει και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή από την κοινή λογική. Επομένως, μπορούμε να θεωρήσουμε πως η πρώτη προϋπόθεση πληρούται.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι πως πρέπει να αποδεικνύεται επιστημονικά τόσο η αποτελεσματικότητα του εμβολίου όσο και η αναγκαιότητά του ειδικά για τη βαρυνόμενη πληθυσμιακή ομάδα. Αυτή είναι μια επιστημονική κρίση που δεν είναι προφανής, αλλά απαιτεί τεκμηρίωση με ειδικές μελέτες. Και, το κυριότερο, η τεκμηρίωση πρέπει να γίνεται με πλήρη διαφάνεια: τα επιστημονικά στοιχεία πρέπει να δημοσιοποιούνται, ώστε να μπορούν να ελεγχθούν και, αν υπάρχει λόγος, να αμφισβητηθούν. Τέτοια μελέτη ωστόσο για την επιβολή υποχρέωσης εμβολιασμού στην πληθυσμιακή ομάδα άνω των 60 ετών, ακόμα και αν υπάρχει, δεν δόθηκε στη δημοσιότητα. Στις εκθέσεις που συνοδεύουν την κατάθεση της τροπολογίας στη Βουλή υπάρχουν μόνο γενικόλογες αναφορές, που αναδεικνύουν βεβαίως την κρισιμότητα της κατάστασης όσον αφορά την καθυστέρηση στην υλοποίηση του εμβολιαστικού προγράμματος γενικά, και ειδικότερα στη βαρυνόμενη ομάδα, ωστόσο –κι αυτό είναι το σημαντικότερο έλλειμμα– απουσιάζουν συγκεκριμένα επιστημονικά τεκμήρια όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την αναγκαιότητα του εμβολιασμού, τα εκτιμώμενα οφέλη από την υποχρεωτική επιβολή του στη συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα κλπ. Είναι, επομένως, εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσο πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση της ειδικής και διαφανούς τεκμηρίωσης, κάτι που ήδη θέτει εν αμφιβόλω και τη συνταγματικότητα του μέτρου.

Τρίτη προϋπόθεση είναι πως οι όροι της επιβολής υποχρεωτικού εμβολιασμού οφείλουν να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Ιδίως, οι έννομες συνέπειες από τη μη συμμόρφωση οφείλουν να περιορίζονται στις απολύτως αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τότε μόνο να επιλέγονται επαχθέστερα μέσα, όταν έχουν εξαντληθεί τα ηπιότερα. Εν προκειμένω, η μοναδική έννομη συνέπεια που συνδέεται με τη μη συμμόρφωση στην υποχρέωση εμβολιασμού είναι η επιβολή διοικητικού προστίμου, δηλαδή ένα καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα. Ήδη αυτό είναι παράδοξο, για δύο λόγους. Διοικητικά πρόστιμα δεν συνηθίζεται να απευθύνονται αδιακρίτως στο γενικό πληθυσμό. Κατά κανόνα επιβάλλονται σε πρόσωπα τα οποία τελούν σε σχέση διοικητικής εποπτείας ή έχουν κάποιαν ιδιότητα, π.χ. χρήστης του δημόσιου οδικού δικτύου, που δικαιολογεί την υπαγωγή τους σε κρατική ρύθμιση για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Ακόμα πιο παράδοξη είναι η μορφή του προστίμου, το οποίο επαναλαμβάνεται κάθε μήνα μέχρις ότου επέλθει η συμμόρφωση του υπόχρεου. Αυτό είναι κάτι τελείως ασυνήθιστο στην έννομη τάξη μας.

Το εμφανέστερο πρόβλημα όμως της προβλεπόμενης κύρωσης είναι το ύψος του προστίμου, το οποίο καθορίζεται οριζόντια και αδιακρίτως για όλους σε 100 ευρώ το μήνα. Αυτό είναι ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μια, δίνει τη δυνατότητα σε όσους έχουν υψηλά εισοδήματα να «εξαγοράσουν» τη μη τήρηση της υποχρέωσης. Ως προς αυτούς, το πρόστιμο δεν έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, είναι ένα αμιγώς εισπρακτικό μέτρο, απολύτως απρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, που είναι να εμβολιαστούν όλοι όσοι ανήκουν στη βαρυνόμενη ομάδα. Από την άλλη, για χαμηλόμισθους ή χαμηλοσυνταξιούχους το πρόστιμο δεν έχει αποτρεπτικό, αλλά τιμωρητικό χαρακτήρα, υπερβαίνει δηλαδή κατά τρόπο εμφανώς δυσανάλογο τον επιδιωκόμενο σκοπό. Μηνιαίο πρόστιμο που ισούται με περίπου το ένα πέμπτο του βασικού μισθού ή το ένα τρίτο της προνοιακής σύνταξης είναι απλούστατα εξοντωτικό. Η τρίτη προϋπόθεση, επομένως, για τη συνταγματικότητα του μέτρου δεν φαίνεται να πληρούται.

Αλλά δεν είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα του μέτρου. Το δυστύχημα είναι πως θα αποδειχθεί απολύτως αναποτελεσματικό. Για τους έχοντες, έχει μηδενική αποτρεπτική αξία. Για πολλούς άλλους, θα λειτουργήσει ως «κόκκινο πανί», θα προκαλέσει αντιδράσεις –η λογική του backlash– και, δυστυχώς, θα υποδαυλίσει τις πιο ακραίες φωνές του αντιεμβολιαστικού κινήματος. Ήταν η χειρότερη επιλογή στη χειρότερη στιγμή.

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

twelve − twelve =