Άστορ, Ιντεάλ, Ίρις: Μαθήματα πολιτ(ιστι)κής οικονομίας

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Το θέμα της λειτουργίας των ιστορικών κινηματογράφων της Αθήνας, «Άστορ», «Ιντεάλ» και «Ίρις», δεν είναι πλέον στην επικαιρότητα. Πέρα όμως από το ότι δεν δικαιολογείται εφησυχασμός, το ζήτημα αυτό  αποτελεί μια καλή αφορμή για να σκεφτούμε μήπως στα σχολεία θα πρέπει να διδάσκουμε, εκτός από πολιτική οικονομία, και το μάθημα της πολιτιστικής συνείδησης και διαχείρισης. Οι μαθητές θα μάθαιναν έτσι ότι αποτελεί κρατική υποχρέωση η ανάπτυξη και η προαγωγή της τέχνης (άρθρο 16) και ότι το Κράτος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής μας κληρονομιάς (άρθρο 24).

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει δεχθεί ότι «ο χώρος παλαιού θερινού κινηματογράφου αποτελεί χαρακτηριστικόν τόπον πολιτιστικής επικοινωνίας των κατοίκων της βιομηχανικής πόλεως, που ήδη φθίνει και τείνει να εκλείψει» (ΣτΕ 4663/1996, 4562/2011). Αντίστοιχα ισχύουν και για τους υπόλοιπους κινηματογράφους. Για το «Άστυ» λ.χ. στην οδό Κοραή, το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε ότι νομίμως χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, απάντησε δε στον ισχυρισμό ότι η μακρόχρονη λειτουργία του κινηματογράφου δεν αποτελεί σπουδαίο ιστορικό γεγονός, ως ακολούθως:  η προστασία του κινηματογράφου «ερείδεται όχι απλώς στη μακρόχρονη λειτουργία του …, αλλά στην ιδιαίτερη ιστορία του …, η οποία συνδέεται με τις μνήμες και την πολιτιστική παράδοση των κατοίκων της Αθήνας και του λεκανοπεδίου γενικότερα» (170/2003). Η συνταγματική προστασία του κινηματογράφου είναι μάλιστα τόσο έντονη, ώστε να γίνεται δεκτό ότι το «γεγονός ότι … ο επίδικος χώρος είχε παύσει να χρησιμοποιείται για τη λειτουργία θερινού κινηματογράφου δεν εμπόδιζε την κήρυξη της χρήσεώς του ως διατηρητέας …, όπως δεν εμπόδιζε αυτόν τον χαρακτηρισμό η κατεδάφιση των κτισμάτων που υπήρχαν στο χώρο αυτό …, εφόσον η πραγματική αυτή κατάσταση δεν συνεπάγεται αντικειμενική αδυναμία επαναλειτουργίας θερινού κινηματογράφου σ` αυτό το χώρο» (ΣτΕ 3392/2001, 2258/2002).                Και όσον αφορά τα θεμιτά οικονομικά συμφέροντα του ΕΦΚΑ και των επιχειρηματιών, οι οποίοι επιθυμούν να αξιοποιήσουν τα ακίνητά τους; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι απλή. Όπως γενικότερα στη ζωή, έτσι και στο δίκαιο, ορισμένα πράγματα είναι ζήτημα σταθμίσεων. Και εν προκειμένω, η έννομη τάξη μας έχει κάνει τη στάθμιση υπέρ του πολιτισμού. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο χαρακτηρισμός ενός κινηματογράφου ως διατηρητέου αποβλέπει στη «διάσωση των πολιτιστικών στοιχείων και προστασία εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς, συνιστά θεμιτό περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και συνεπώς δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν αυτό το δικαίωμα …, ούτε στις αρχές της οικονομικής ελευθερίας και της ισότητας» (ΣτΕ 3392/2001, 2258/2002, 1445/2004, 1333/2013). Γενικότερα, κατά τον χαρακτηρισμό ενός μνημείου «δεν εξετάζεται ούτε η έκταση των οικονομικών συνεπειών που μπορεί να προκληθούν στους ενδιαφερόμενους, ούτε η τυχόν επίδραση του χαρακτηρισμού στις νομικές σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, αφού οι κρίσιμες διατάξεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος δηλαδή έννομου αγαθού, του οποίου η διαφύλαξη αποτελεί υποχρέωση της Διοικήσεως κατά ρητή συνταγματική επιταγή» (ΣτΕ 1732/2015). Όσο για την «Ίριδα» δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Αποτελεί τη ζωντανή ιστορία του Πανεπιστημίου μας.

Τελικά, στη ζωή και στο δίκαιο δεν είναι όλα θέμα οικονομίας. Είναι και ζήτημα πολιτισμού.

Δημοσιεύθηκε στην Αυγή της Κυριακής (3-4/6/2023). 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

eleven + 10 =