Author Archives: admin

Παρουσίαση βιβλίου Νίκου Παπασπύρου

Πρόσκληση

Οι Εκδόσεις Αλεξάνδρεια και τα Public Συντάγματος
σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου τού

Νίκου Ι. Παπασπύρου

Τα μονοπάτια του ευρωπαϊκού συνταγματισμού
Διαδρομές και συναντήσεις της αγγλικής, γαλλικής
και γερμανικής παράδοσης πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο

Θα μιλήσουν οι:
Νίκος Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Χρήστος Ράμμος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
Φίλιππος Σπυρόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
και ο συγγραφέας

Συντονίζει ο
Αναστάσιος-Ιωάννης Μεταξάς, Επίτιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου
Αθηνών

την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017
στις 7:00 μ.μ., στα Public Συντάγματος,
Αίθουσα εκδηλώσεων
Καραγεώργη Σερβίας 1, Αθήνα

Πληροφορίες: Public Συντάγματος: 210 8181333

To BREXIT or not to BREXIT?

Ευάγγελος Νικολάου, σπουδαστής στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, υποψήφιος Δ.Ν.

Το 2011, με την ευρωζώνη να δοκιμάζεται από την κρίση χρέους στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, η πλειοψηφία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεδίωξαν να εμβαθύνουν στον τομέα της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις επιπτώσεις από ανάλογους κινδύνους στο μέλλον. Η κίνηση αυτή συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση του Ηνωμένου Βασιλείου, αυτού του διαχρονικά «παράξενου εταίρου», που αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό κάθε προσπάθεια ομοσπονδιοποίησης, επιδεικνύοντας μία εμμονή στην περιφρούρηση της κρατικής του κυριαρχίας σε όσο το δυνατόν περισσότερους τομείς δράσης. Έτσι, αφού απέτυχε να εξασφαλίσει τις εγγυήσεις από τις οποίες εξήρτησε την αναγκαία συναίνεσή του, ο Βρετανός πρωθυπουργός David Cameron μπλόκαρε τη διαδικασία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2011.

Ωστόσο, η αρνησικυρία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν κατέστη ικανή να ματαιώσει το εγχείρημα των υπολοίπων εταίρων του. Μπροστά στη βρετανική αδιαλλαξία όλοι τους, πλην αρχικά της Τσεχίας, επέλεξαν να παρακάμψουν το ενωσιακό πλαίσιο αναφoράς και να υλοποιήσουν τις επιδιώξεις τους με τη σύναψη μίας διακυβερνητικής συνθήκης για τη σταθερότητα, το συντονισμό και τη διακυβέρνηση στην ΟΝΕ. Έκτοτε, το δημοσιονομικό σύμφωνο, όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται, κατηγοριοποιήθηκε στο συλλογικό ευρωπαϊκό ασυνείδητο ως η πλέον απτή ένδειξη απομόνωσης του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή μίας διαδικασίας αμφισβήτησης της σχέσης του με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η διαδικασία επιτάθηκε έπειτα από τον περιώνυμο λόγο του Cameron στα κεντρικά γραφεία του Bloomberg στο Λονδίνο, με τον οποίο ο Βρετανός πρωθυπουργός δεσμεύτηκε πως, σε περίπτωση νίκης των συντηρητικών στις γενικές εκλογές του 2015, θα προκαλέσει δημοψήφισμα για την παραμονή της χώρας του στην ΕΕ, έπειτα από τη διαπραγμάτευση μίας «νέας διευθέτησης» που θα επιδιώξει για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εκλογική νίκη της παράταξης του Cameron, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση ευρωσκεπτικιστικών πολιτικών σχηματισμών όπως το UKIP, έθεσε τις υποσχέσεις του σε τροχιά υλοποίησης. Έτσι, έπειτα από μία σειρά διμερών κυρίως επαφών με ευρωπαίους ομολόγους του, ο Βρετανός πρωθυπουργός απέστειλε επιστολή προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk, με την οποία ζήτησε μία νέα διευθέτηση για το Ηνωμένο Βασίλειο, δομημένη σε τέσσερις τομείς: την οικονομική διακυβέρνηση, την ανταγωνιστικότητα, την εθνική κυριαρχία και τη μετανάστευση. Έπειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις, η σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 18 και 19 Φεβρουαρίου 2016 κατέληξε στην ομόφωνη υιοθέτηση αυτής της διευθέτησης, ενώ το ζήτημα της παραμονής του Ηνωμένου Βασίλειου στην Ένωση παραπέμφθηκε να αποφασιστεί με δημοψήφισμα, που ορίστηκε για την 23η Ιουνίου 2016. 

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, σχεδόν ένα μήνα έπειτα τη διενέργεια αυτού του δημοψηφίσματος, δεν γνωρίζουμε κάτι περισσότερο πέρα από το αποτέλεσμά του υπέρ της αποχώρησης. Tο άρθρο 50 ΣΕΕ δεν έχει ακόμα τυπικά ενεργοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, παρά την εκπεφρασμένη βούληση των ενωσιακών θεσμών η υλοποίηση της απόφασης του βρετανικού λαού να λάβει χώρα «το συντομότερο δυνατό», χωρίς καθυστέρηση. Όλοι οι εμπλεκόμενοι, στο Λονδίνο, τις Βρυξέλλες και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μοιάζουν να κινούνται σε αχαρτογράφητα νερά και να αναζητούν το βηματισμό τους μέσα σε μία διαδικασία πρωτόγνωρη για την Ένωση που, αν ολοκληρωθεί, πρόκειται να καταλήξει στην πρώτη εθελούσια αποχώρηση κράτους μέλους από τους κόλπους της. Μέσα σε ένα τέτοιο, ασταθές και ευμετάβλητο πολιτικό περιβάλλον, σκοπός της παρούσας συμβολής είναι να παρουσιάσει το πλαίσιο εντός του οποίου θα υλοποιηθεί μία πιθανή βρετανική έξοδος, επιχειρώντας παράλληλα να σκιαγραφήσει μερικά από τα αποτελέσματα που πρόκειται αυτή να επιφέρει.

 

Περιοδικό «Δικαιώματα του Ανθρώπου» – Ανακοίνωση – Ενημέρωση

Pages from 2013Aγαπητοί συνεργάτες, αγαπητοί φίλοι,
 
Θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι έπειτα από πολλά  έτη συνεργασίας με τον εκδοτικό οίκο Αντ. Ν. Σάκκουλα, το περιοδικό Δικαιώματα του Ανθρώπου θα δημοσιεύεται από το έτος 2013 στις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ. Ήδη κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος Ν°57/2013 (δείτε τα περιεχόμενά του στο συνημμένο).
 
Θα ήθελα λοιπόν να σας πληροφορήσω ότι για όσους φίλους του περιοδικού επιθυμούν να εγγραφούν συνδρομητές για το 2013, στα πλαίσια μιας συνολικής προσπάθειας που καταβάλλουμε όλοι για  να συνεχιστεί η έκδοση του περιοδικού που μετρά ήδη 14 έτη, μπορούν να επικοινωνήσουν απευθείας με τον υπεύθυνο των εκδόσεων ΠΑΤΑΚΗ κ. Πέτρο Λαζαρίδη, τηλ. επικοιν. 210-3650082, 210-5205682email:plasarid@patakis.gr για να δώσουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους.
Η ετήσια συνδρομή έχει οριστεί στα 80 ευρώ (4 τεύχη ανά έτος) και τα περιοδικά θα τα λαμβάνετε με κούριερ στη διεύθυνση που θα έχετε δηλώσει, ώστε να αποφεύγονται τυχόν απώλειες.
Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων και είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε διευκρίνιση.
 
ΚαθηγΠέτρος Παραράς

ΣτΕ (Ολομ.) 1685/2013 [Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η έκτακτη εισφορά του Ν. 3758/2009 – μετά από παραπομπή με την ΣτΕ Β΄ τμ. 693/2011]

Συμβούλιο της Επικρατείας, Ολομέλεια, με σχόλιο Δ. Πατσίκα, Δικηγόρου-Μεταπτυχιακού Φοιτητή

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκτακτη οικονομική εισφορά του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 δεν επιβάλλει απαγορευμένη αναδρομική φορολόγηση κατά την έννοια του άρθρου 78 Συντ., διότι δεν έχει ως αντικείμενο τα εισοδήματα φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών του οικονομικού έτους 2008. Ο νομοθέτης απλώς έλαβε υπόψη του τα ενλόγω εισοδήματα ως τα πλέον πρόσφατα και ασφαλή στοιχεία διάγνωσης της (αυξημένης) φοροδοτικής ικανότητας, προκειμένου να εντοπίσει και να επιβαρύνει περισσότερο τους κατά τεκμήριο πλουσιότερους πολίτες, συνυπολογίζοντας περαιτέρω το γεγονός ότι κατά τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου δεν είχε ολοκληρωθεί η υποβολή φορολογικών δηλώσεων για το οικονομικό έτος 2009. Με

αυτά τα δεδομένα, το ενλόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο και δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (μειοψ.).

Συνταγματικά επιτρεπτή η επιβολή έκτακτης εισφοράς άνευ σχετικής εγγραφής στον τακτικό προϋπολογισμό. Από τις διατάξεις του άρθρου 79 Συντ. δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα δημόσια βάρη, τα οποία δεν είχαν συμπεριληφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται η παρ. 2 του άρθρου 78 Συντ. (μειοψ.).

Μη προσβολή της συνταγματικής αρχής της φορολογικής ισότητας και καθολικότητας του φόρου από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς μόνο σε φυσικά πρόσωπα (και σχολάζουσες κληρονομίες). Η μη υπαγωγή σε αυτήν των νομικών προσώπων, τα οποία πάντως επιβαρύνθηκαν με αντίστοιχες έκτακτες εισφορές στα πλαίσια της ίδιας δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, δεν υπερβαίνει τα όρια του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο τρόπο και χρόνο φορολόγησης των διαφορετικών κατηγοριών φορολογουμένων και επομένως δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 Συντ. (μειοψ.).

 


ΣτΕ (Ολομ.) 1685/2013 [Δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η έκτακτη εισφορά του Ν. 3758/2009 – μετά από παραπομπή με την ΣτΕ Β΄ τμ. 693/2011]

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Φ. Αρναούτογλου, Αθ. Ράντος, Αικ. Συγγούνα, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Βηλαράς, Μ.–Ε. Κωνσταντινίδου, Π. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ιω. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Κίντζιου, Ιω. Σύμπλης, Χρ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Β. Αραβαντινός και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση: του …, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Γ. Μέντη (Α.Μ. 16463), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Χρ. Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά των παρεμβαινόντων … .
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 693/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1123/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Ο Εισηγητής, Σύμβουλος Ι. Γράβαρης, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πρώτο παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον πληρεξούσιο του δεύτερου παρεμβαίνοντος, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις απόψεις τους υπέρ της αποδοχής της αίτησης, και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την 693/2011 απόφαση του Β΄ Τμήματος.
2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Π. Πικραμμένος, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση επ’ ακροατηρίου, αλλ’ απεχώρησε στις 30.6.2011 αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη της υποθέσεως από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Φ. Αρναούτογλου, ο δε Σύμβουλος Β. Αραβαντινός, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, έλαβε μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος. (Άρθρο 26 ν. 3719/2012, Α΄241, βλ. 2/2009 απόφ. Ολομ. εν συμβ. και 208Α/2012 πρακτικό διασκέψεως της Ολομέλειας του Δικαστηρίου.).
3. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο .. .
4. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1123/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εν λόγω απόφαση, αφού, κατ’ αποδοχήν εφέσεως του Δημοσίου, εξαφανίσθηκε η 18440/2009 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά του …/2009 εκκαθαριστικού σημειώματος του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ψυχικού, με το οποίο επιβλήθηκε εις βάρος του έκτακτη εισφορά 10.000 ευρώ κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε γίνει δεκτή η προσφυγή του αναιρεσείοντος, είχε ακυρωθεί το εκκαθαριστικό σημείωμα, και είχε διαταχθεί η επιστροφή της καταβληθείσης ως άνω εισφοράς.
5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως ίσχυε κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (6.8. 2010) μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄112) και την τροποποίησή της με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112), και προτού αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄213, ισχύς για καταθέσεις από 1.1.2011), «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) […] β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων. […]».
6. Επειδή, εν προκειμένω, το αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, ανερχόμενο, κατά τα προεκτεθέντα, στο ποσό των 10.000 ευρώ, υπολείπεται του κατωτάτου ορίου των 40.000 ευρώ που τάσσεται με την ανωτέρω διάταξη για το κατ’ αρχήν παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει αυτού, ο αιτών προβάλλει με συγκεκριμένους, όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, ισχυρισμούς που περιέχονται στο αναιρετήριο, ότι, μεταξύ άλλων, συντρέχει, κατά τη διάταξη αυτή, περίπτωση «σπουδαίου νομικού ζητήματος», ως εκ του οποίου δικαιολογείται, κατ’ εξαίρεση, η άσκηση της αιτήσεως. Από την εκτίμηση των ισχυρισμών αυτών και των στοιχείων στα οποία αναφέρονται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την προσφυγή του κατά του οικείου εκκαθαριστικού σημειώματος (ανωτ. σκέψη 4), αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με βάση τις οποίες επιβλήθηκε η επίδικη έκτακτη εισφορά, από άποψη ιδίως αντικειμένου και αναδρομικότητας της φορολογίας (άρθρο 78 παρ. 1 και 2 Συντ.), φοροδοτικής ικανότητας, καθολικότητας του φόρου και φορολογικής ισότητας (άρθρο 4 παρ. 5 Συντ.), προέβαλε δε επίσης παράβαση του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, η Αντεπίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων, ενεργώντας κατ’ εντολή του Γενικού Επιτρόπου, ζήτησε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου αυτού, εν όψει του ότι είχαν ήδη κατατεθεί πολλές ανάλογες προσφυγές, τον κατά προτίμηση προσδιορισμό δικασίμου μιας εξ αυτών, ως «πρότυπης δίκης» κατά το εδάφιο θ του άρθρου 29 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 3659/2008 (Α΄77), «ώστε μετά την αμετάκλητο επίλυση του ανακύπτοντος νομικού ζητήματος, να ακολουθήσει ο προσδιορισμός […] για τις λοιπές της αυτής κατηγορίας υποθέσεις […], στις οποίες τίθεται το αυτό νομικό ζήτημα […]». Κατόπιν αυτού, ορίσθηκε για την προσφυγή του αιτούντος σύντομη δικάσιμος και εκδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Με την απόφαση αυτή η προσφυγή έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι οι περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς ως άνω διατάξεις του ν. 3758/2009, έχοντας ως αντικείμενο το εισόδημα του έτους 2007, επιβάλλουν αναδρομικά φόρο κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Η πρωτόδικη αυτή απόφαση, κατά τα προεκτεθέντα, εξαφανίσθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 3758 δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 4 ούτε το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Και, ακόμα, ότι δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως. Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων επαναφέρει, ως λόγους αναιρέσεως, τους περί αντισυνταγματικότητας ως άνω ισχυρισμούς του. Εξ άλλου, για την επίδικη εισφορά δεν υπάρχει ακόμα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Υπό τα δεδομένα αυτά, τίθεται πράγματι με την κρινόμενη αίτηση «σπουδαίο νομικό ζήτημα», κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 3 εδ. β του π. δ. 18/1989, όπως βασίμως, κατά τ’ ανωτέρω, προβάλλει ο αιτών, χωρίς, άλλωστε, να το αμφισβητεί το Δημόσιο, και, επομένως, παραδεκτώς, από την άποψη αυτή, ασκείται η εν λόγω αίτηση παρά το υπολειπόμενο του νομίμου ορίου αντικείμενό της.
7. Επειδή, η αίτηση ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς.
 
8. Επειδή, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2479/1997 (Α΄67) ορίζονται τα ακόλουθα:
«α. Σε δίκη ενώπιον […] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας […], στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται θέμα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα […] τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι […]. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. […].».
Βάσει των διατάξεων αυτών παραδεκτώς, κατ’ αρχήν, παρεμβαίνουν εν προκειμένω ενώπιον της Ολομελείας οι Σ.Μ. και Α.Π., επικαλούμενοι εκκρεμείς προσφυγές τους στα Διοικητικά Πρωτοδικεία Πειραιώς και Αθηνών, αντιστοίχως, κατά εκκαθαριστικών σημειωμάτων με τα οποία τους επιβλήθηκε, όπως και στον αιτούντα, έκτακτη εισφορά κατά το άρθρο 18 του ν. 3758/2009. Από τους ισχυρισμούς τους όμως – περί ανισχύρου της εν λόγω εισφοράς- είναι ακουστοί μόνον όσοι αναφέρονται στα ζητήματα εκείνα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί, κατά τ’ ανωτέρω, από τον αναιρεσείοντα – και εν συνεχεία από την παραπεμπτική απόφαση· όχι δε και εκείνοι που επεκτείνονται σε άλλα (πρβλ. και ΣτΕ, Ολομ., 1213/2010 κ.ά.).
9. Επειδή, στο άρθρο 78 του Συντάγματος ορίζεται, στην παρ. 1 ότι
«κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος»·
και στην παρ. 2 ότι
«φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».
 
10. Επειδή, στο ανωτέρω άρθρο 18 του ν. 3758/2009 («Εταιρείες Ενημέρωσης οφειλετών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις και άλλες διατάξεις», Α΄68/5.5.2009), υπό τον τίτλο «Έκτακτη Οικονομική Εισφορά», ορίζονται τα εξής:
1.α. Επιβάλλεται έκτακτη εφάπαξ εισφορά στο εισόδημα των φυσικών προσώπων που φορολογούνται κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994), καθώς και στο εισόδημα σχολάζουσας κληρονομιάς. Επίσης στο εισόδημα των φυσικών προσώπων τα οποία φορολογούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (ΦΕΚ 23 Α΄). β. Για την επιβολή της εισφοράς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό καθαρό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008 εφόσον αυτό είναι εξήντα χιλιάδες ευρώ (60.000 €) και άνω. γ. Για την εξεύρεση του συνολικού εισοδήματος δεν προσμετρούνται τα εισοδήματα της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε.
2. Η έκτακτη εφάπαξ εισφορά καθορίζεται στο ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 €) για ετήσιο συνολικό ατομικό εισόδημα από εξήντα χιλιάδες ένα ευρώ (60.001 €) έως ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €), στο ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) για εισόδημα από ογδόντα χιλιάδες ένα ευρώ (80.001 €) έως εκατό χιλιάδες ευρώ (100.000 €), στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €) για εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα ευρώ (100.001 €) έως εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €), στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 €) για εισόδημα από εκατόν πενήντα χιλιάδες ένα ευρώ (150.001 €) έως τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 €) για εισόδημα από τριακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (300.001 €) έως πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000 €), στο ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων ευρώ (15.000 €) για εισόδημα από πεντακόσιες χιλιάδες ένα ευρώ (500.001 €) έως εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (700.000 €), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000 €) για εισόδημα από εφτακόσιες χιλιάδες ένα (700.001 €) έως εννιακόσιες χιλιάδες ευρώ (900.000 €) και στο ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ευρώ (25.000 €) για εισόδημα άνω των εννιακοσίων χιλιάδων ένα ευρώ (900.001 €).
3.α. Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε. β. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο. γ. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που βεβαιώνεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1. δ. Οι διατάξεις των άρθρων 66, 67, 68, 69, 70, 71, 74, 75, 84 και 85 του Κ.Φ.Ε., καθώς και του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α΄), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για την επιβολή αυτής της εισφοράς, επιφυλασσομένων όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. Η εισφορά που προκύπτει μετά από έλεγχο που διενεργείται από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας μπορεί να επιβάλλεται και με το οικείο φύλλο ελέγχου της φορολογίας εισοδήματος.
4.α. Η εισφορά που επιβάλλεται με αυτόν το νόμο καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες διμηνιαίες δόσεις […] β. Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. […]».
11. Επειδή, η κατά τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 3758/2009 έκτακτη οικονομική εισφορά, επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών τής οικονομικής κρίσης, έτσι ώστε «να συνεισφέρουν περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα», το δε ύψος της καθορίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στον ίδιο το νόμο, σε συγκεκριμένα ποσά που βαίνουν αυξανόμενα σε αντιστοιχία με κλιμάκια -υψηλών πράγματι (άνω των 60.000 ευρώ)- καθαρών εισοδημάτων, όπως αυτά έχουν προκύψει για το οικονομικό έτος 2008 από τους οικείους τίτλους και ανεξάρτητα εάν είναι ή όχι φορολογητέα κατά τη νομοθεσία περί φορολογίας τού εισοδήματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, όπως παγίως έχει κριθεί σε ανάλογες περιπτώσεις επιβολής εκτάκτων εισφορών (ΣτΕ 1317, 1318/1979, Ολομ., 3098, 3653/1981, 3202/1982, 116, 2209, 3515/1983, 357/1984, επταμ., 3639/1984, 797, 2729/1986), η εν λόγω εισφορά δεν έχει ως αντικείμενο τα πιο πάνω εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008, ώστε να τίθεται ζήτημα αναδρομικής φορολόγησής τους κατά την έννοια του άρθρου 78 του Συντάγματος. Απλώς, τα εισοδήματα αυτά, εν όψει και του ότι, όταν ανέκυψε η έκτακτη, λόγω της κρίσεως, δημοσιονομική ανάγκη, και επιβλήθηκε η επίμαχη εισφορά με τον δημοσιευθέντα στο ΦΕΚ Α΄ 68/5.5.2009 ως άνω νόμο, δεν είχε καν ολοκληρωθεί η υποβολή των σχετικών δηλώσεων, για το οικονομικό έτος 2009, θεωρήθηκαν -ευλόγως- από το νομοθέτη ως τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας στην οποία απέβλεψε, απετέλεσαν, δηλαδή, το κριτήριο και, συνακόλουθα, τη βάση επιβολής της έκτακτης εισφοράς, έτσι ώστε και το ποσό που θα συγκεντρωνόταν να μπορεί να προϋπολογισθεί, και να επιβαρυνθούν με την εισφορά οι κατά τεκμήριο πλουσιότεροι πολίτες. Υπό τα δεδομένα δε αυτά, το εν λόγω κριτήριο δεν παρίσταται απρόσφορο ούτε αντίθετο με την αρχή της φοροδοτικής ικανότητας και δεν αντίκειται, συνεπώς, στο Σύνταγμα.
 
Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου, Κ. Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Β. Αραβαντινός, Θ Αραβάνης, Δ, Μακρής, Μ. Πικραμένος και Β. Αναγνωστοπούλου–Σαρρή, καθώς και η Πάρεδρος Β. Κίντζιου, οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Με τις παρατεθείσες ανωτέρω (σκέψη 10) διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος, αφ’ ενός μεν ορίζονται περιοριστικά τα στοιχεία που μπορούν ν’ αποτελέσουν τη βάση φορολογικής επιβάρυνσης (εισόδημα, περιουσία, δαπάνες ή συναλλαγές), αφ’ ετέρου δε απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση πέραν του «οικονομικού έτους» του προηγουμένου της επιβολής του φόρου. Χωρίς, σημειωτέον, από την απαγόρευση αυτή να χωρούν παρεκκλίσεις κατ’ επίκληση εξαιρετικών περιστάσεων. (Βλ. γνώμη πλειοψηφίας στη σκέψη 7 της ανωτέρω 693/2011 παραπεμπτικής απόφασης του Β΄ Τμήματος). Εξ άλλου, κατά την έννοια της αυτής συνταγματικής διατάξεως, ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου δεν μπορεί να ανατρέξει η φορολογική ρύθμιση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύεται ο σχετικός νόμος. (Βλ. ΣτΕ, Ολομ., 1865/1985 και έκτοτε παγίως: Μεταξύ άλλων, 209, 2983/1986, 1022, 5387/1987, 299/1988, 3192/1989, 1758/1992, 2818/1994, 650/1995, επταμ., 3205/1996, επταμ, 2860/2003, 1912/2009, Ολομ. Βλ. επίσης την ανωτ. 693/2011). Κατόπιν αυτών, η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 18 του ν. 3758/2009, ορίζοντας ευθέως ότι η προβλεπόμενη με αυτήν έκτακτη εισφορά «επιβάλλεται στο εισόδημα των φυσικών προσώπων» (και των σχολαζουσών κληρονομιών) και ότι για τον υπολογισμό της «λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα […] των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2008», δηλαδή, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διατύπωση αλλά και το σκοπό του νόμου, το εισόδημα του ημερολογιακού έτους 2007, επιβάλλει αναδρομικώς φόρο επί εισοδημάτων που έχουν προκύψει σε χρόνο προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσιεύσεώς της έτους και είναι γι αυτό ανίσχυρη ως παραβιάζουσα το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Τούτο ουδόλως μεταβάλλεται αν το εν λόγω εισόδημα του 2007, αντί να χαρακτηρισθεί αντικείμενο (όπως πράγματι είναι) της επίδικης εισφοράς, θεωρηθεί, κατά τ’ ανωτέρω, ως «κριτήριο» για την επιβάρυνση με αυτήν των οικονομικώς ευρωστοτέρων. Γιατί, το Σύνταγμα, καθορίζοντας, κατά τα προεκτεθέντα, περιοριστικά, στην παράγραφο 1 του άρθρου 78, τα στοιχεία που μπορεί να στηρίξουν την επιβολή φόρου, μεταξύ των οποίων και το εισόδημα, αποβλέπει στα στοιχεία αυτά ακριβώς ως κριτήρια διαγνώσεως φοροδοτικής ικανότητας (κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 Συντ.)· απαγορεύοντας όμως, απολύτως, κατά την παράγραφο 2, την αναδρομική, πέραν του έτους, χρησιμοποίησή τους.
12. Επειδή, στο άρθρο 79 (παρ. 1-4) του Συντάγματος ρυθμίζονται τα της ψηφίσεως του ετήσιου, «για το επόμενο έτος», κρατικού προϋπολογισμού, και ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να αναγράφονται σ’ αυτόν όλα τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους και ότι αν για οποιονδήποτε λόγο είναι ανέφικτη η διοίκηση των εσόδων και εξόδων βάσει του προϋπολογισμού, αυτή ενεργείται με βάση ειδικό κάθε φορά νόμο. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην καλή δημοσιονομική διαχείριση (ΣτΕ, Ολ. 3668/2006 κ.ά.), δεν εμποδίζεται ο κοινός νομοθέτης, όταν παρίσταται ανάγκη, να επιβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους και νέα (μη προϋπολογισθέντα) δημόσια βάρη, στο μέτρο που αυτό επιτρέπεται από την προμνημονευθείσα συνταγματική διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 78. Συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις περί επιβολής της επίδικης έκτακτης εισφοράς δεν είναι αντισυνταγματικές εκ μόνου του ότι δεν υπήρχε, κατά την ψήφιση του νόμου, σχετική εγγραφή στον οικείο τακτικό προϋπολογισμό, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, εν όψει της γνώμης την οποία υποστήριξε στο προηγούμενο ζήτημα (ότι, δηλαδή, αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος η επιβολή της επίμαχης έκτακτης εισφοράς επί εισοδημάτων του ημερολογιακού έτους 2007), διετύπωσε την άποψη ότι, ακριβώς συνεπεία της αντιθέσεως αυτής προς το άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, η επιβολή της εν λόγω μη προϋπολογισθείσης έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με την ως άνω δοθείσα ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 79 του Συντάγματος, αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

 

 

 

 

13. Επειδή, κατά το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.». Από τη διάταξη αυτή, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε κατηγορίας, ενόψει και των εκάστοτε κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 4354/1985, 1135/1991, επταμ., 3423/1991, 444/1995, επταμ., 2974/2001, επταμ. 3485/2007 κ.ά.).
14. Επειδή, η επίδικη έκτακτη εισφορά επεβλήθη, κατά τ’ ανωτέρω (σκέψη 10), με το ν. 3758/2009 (Α΄68/5.5.2009), σε υψηλά ετήσια εισοδήματα (60.000 ευρώ και άνω) φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών, όχι δε και σε εισοδήματα νομικών προσώπων. Και τα τελευταία όμως αυτά, στο πλαίσιο της ίδιας οικονομικής συγκυρίας, υπήχθησαν σε αντίστοιχες έκτακτες εισφορές, αφ’ ενός μεν με το άρθρο 2 του ν. 3808/2009 («Έκτακτη οικονομική ενίσχυση κοινωνικής αλληλεγγύης, έκτακτη εισφορά κοινωνικής ευθύνης των μεγάλων επιχειρήσεων και της μεγάλης ακίνητης περιουσίας και άλλες διατάξεις», Α΄227/10.12.2009), αφ’ ετέρου δε με το άρθρο πέμπτο («έκτακτη εισφορά στα κέρδη των νομικών προσώπων») του ν. 3845/2010 («Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», Α΄ 65/6.5.2010). Υπό τα δεδομένα αυτά, η μη υπαγωγή στην επίδικη εισφορά των εισοδημάτων των νομικών προσώπων δεν υπερβαίνει, πάντως, τα όρια της κατά την προηγούμενη σκέψη ευχέρειας του νομοθέτη να καθορίζει με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια τον ενδεδειγμένο εκάστοτε τρόπο και χρόνο φορολόγησης διαφόρων κατηγοριών φορολογουμένων, και δεν παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλειά τους για τον αιτούντα, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέα ως αβάσιμα.
[μειοψηφία] Αν και κατά τη γνώμη των Συμβούλων Ι. Γράβαρη και Β. Αραβαντινού, και της Παρέδρου Β. Κίντζιου, ο λόγος που υπαγόρευσε την εξαίρεση των νομικών προσώπων από την επιβολή της επίδικης «έκτακτης εφάπαξ» εισφοράς του ν. 3758/2009 ούτε από τη φύση του πράγματος προκύπτει ούτε αναδεικνύεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψηφίσεως της σχετικής διατάξεως, η οποία, σημειωτέον, εισήχθη ως τροπολογία-προσθήκη σε σχέδιο νόμου με άλλο αντικείμενο. Κατά τις σχετικές μάλιστα συζητήσεις στο Κοινοβούλιο προβλήθηκαν συγκεκριμένες αντιρρήσεις για την εξαίρεση των νομικών προσώπων, οι οποίες έμειναν αναπάντητες (βλ. Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση Ολομέλειας ΡΙΒ΄/ 30.3.2009, σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση της κρίσιμης διάταξης, η οποία περιορίζεται να αναφέρει ότι «η επιβολή της έκτακτης οικονομικής εισφοράς κρίνεται αναγκαία για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης», και ότι «με τον τρόπο αυτό, όσοι έχουν υψηλότερα εισοδήματα συνεισφέρουν περισσότερο στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης»). Αλλ’ ούτε και από τους μεταγενέστερους ως άνω νόμους μπορεί να δικαιολογηθεί η κρίσιμη εξαίρεση. Γιατί, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις και τις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω νόμων, οι επίσης «έκτακτες εφάπαξ» εισφορές που επεβλήθησαν με αυτούς, σε εισοδήματα οικονομικών ετών μεταγενέστερων του ενδίκου (2009 και 2010), άσχετα αν υπαγορεύθηκαν από συνέπειες της ίδιας, συνεχιζόμενης, οικονομικής κρίσης, είχαν σκοπό να καλύψουν ανάγκες που ανέκυψαν ή που, εν πάση περιπτώσει, διαγνώσθηκαν και εκτιμήθηκαν το πρώτον μετά το ν. 3758. Ως εκ τούτου δε, οι νεότεροι αυτοί νόμοι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σύστημα ρυθμίσεων με το ν. 3758, ώστε η φορολόγηση με αυτούς των νομικών προσώπων να «εξηγεί» την αρχική τους εξαίρεση. (Εξ άλλου, «έκτακτη εφάπαξ εισφορά» επεβλήθη εκ νέου και στα φυσικά πρόσωπα με το άρθρο 5 του ν. 3833/2010, Α΄40/15.3.2010). Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, η επιβολή της επίδικης εισφοράς σε μόνα τα φυσικά πρόσωπα (και τις σχολάζουσες κληρονομιές), κατά παράλειψη των νομικών προσώπων, αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου και καθιστά και εκ του λόγου τούτου ανίσχυρη τη σχετική ρύθμιση, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Χωρίς, άλλωστε, η προβολή του σχετικού λόγου να είναι αλυσιτελής για τον αιτούντα, αφού συνέπεια της ανωτέρω αντισυνταγματικότητας θα ήταν η επανεξέταση από το νομοθέτη του ζητήματος των υποκειμένων της επίδικης εισφοράς με ενδεχόμενη επιβολή της (και) σε νομικά πρόσωπα και συνακόλουθη ελάφρυνση των φυσικών προσώπων.
15. Επειδή, στο πλαίσιο της ως άνω, κατ’ άρθρ. 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ευρείας ευχέρειας του νομοθέτη να θεσπίζει φορολογικές ρυθμίσεις σε συνάρτηση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογουμένων, είναι, κατ’ αρχήν, συνταγματικώς ανεκτό το προβλεπόμενο στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 2 του ν. 3758/2009 σύστημα καθορισμού του ύψους της επίδικης έκτακτης εισφοράς ανά κλιμάκιο εισοδήματος, με το ποσό της εισφοράς να αυξάνει κατά τη μετάβαση από χαμηλότερο σε υψηλότερο κλιμάκιο. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης στα όρια των προβλεπόμενων κλιμακίων έχει ως αποτέλεσμα να καταλείπεται μετά τη φορολογία μεγαλύτερου εισοδήματος, διαθέσιμο ποσόν μικρότερο του καταλειπομένου μετά τη φορολόγηση μικρότερου εισοδήματος και ότι, ως εκ τούτου, επέρχεται «ανισότητα της δημοσιονομικής θυσίας». Ο λόγος όμως αυτός είναι, πάντως, απορριπτέος, καθώς δεν προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η φορολόγηση εν προκειμένω του ένδικου εισοδήματός του συνιστά τέτοια περίπτωση (Πρβλ. ΣτΕ 437/1995

 

 

 

 

 

, επταμ.). Εξ άλλου, ο ειδικότερος ισχυρισμός περί άνισης φορολόγησης του εισοδήματός του εντός του οικείου κλιμακίου, λόγω φθίνουσας προοδευτικότητας του φόρου, είναι εν πάση περιπτώσει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, συνιστάμενος στο μερικότερο τούτο ζήτημα της επίδικης περιπτώσεως, προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα που αυτός κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Τμήματος.

16. Επειδή, όπως προελέχθη, (σκέψη 10), σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 περ. β και γ του ν. 3758/2009, αντικείμενο της επίδικης εισφοράς αποτελεί το «συνολικό καθαρό εισόδημα» των δηλώσεων οικονομικού έτους 2008, «φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο», εξαιρέσει των εισοδημάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 και της περίπτωσης γ της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. (Πρόκειται, αντιστοίχως, για την αυτοτελή φορολόγηση αποζημιώσεων στο πλαίσιο μισθωτών υπηρεσιών και την απαλλαγή ορισμένων εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών). Όπως συνάγεται από τις διατάξεις αυτές, στην επίδικη εισφορά, πλην των συγκεκριμένων ως άνω εξαιρέσεων, υπόκειται κάθε έσοδο που εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, άρα και οι «αυτοτελώς φορολογούμενες ειδικές περιπτώσεις» των άρθρων 11 κ.επ. αυτού. Συνεπώς, ισχυρισμός που είχε προβάλει ο αιτών με την προσφυγή του ότι δεν έπρεπε να υπαχθεί στην εισφορά «ποσό 55.720,13 ευρώ που αφορά αυτοτελώς φορολ. ποσά», χωρίς να διευκρινίζει ειδικότερα τη φύση των εν λόγω ποσών, δεν ήταν ουσιώδης και ορθώς κατ’ αποτέλεσμα δεν ελήφθη υπ’ όψη από το διοικητικό εφετείο, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Ομοίως, παράπονα της κρινόμενης αίτησης σχετικά με τον ενιαίο τρόπο εμφανίσεως στις οικείες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, αφ’ ενός μεν των αυτοτελώς φορολογουμένων εσόδων των υπαγομένων στην εισφορά, αφ’ ετέρου δε των κατά τ’ ανωτέρω εξαιρουμένων από αυτήν, έτσι ώστε τα τελευταία να μη διακρίνονται και να υπόκεινται, ως μη έδει, σε εισφορά, προβάλλονται άνευ εννόμου συμφέροντος, καθώς ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ούτε προκύπτει ότι στα ένδικα εισοδήματά του περιλαμβάνονται και τέτοια εξαιρούμενα της εισφοράς έσοδα. Εξ άλλου, το ότι τα υποκείμενα στην εισφορά ως άνω αυτοτελώς φορολογούμενα έσοδα δηλώνονταν, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, προαιρετικώς στις αντίστοιχες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, δεν άγει, από πλευράς επιβολής της επίδικης εισφοράς, σε άνιση ευνοϊκή μεταχείριση όσων δεν προέβησαν σε σχετική δήλωση, αφού και στους τελευταίους, πάντως, «βεβαιώνεται οίκοθεν» η εισφορά κατόπιν ελέγχου (παρ. 3 περ. α, β και δ ανωτ. άρθρου 18 ν. 3758). Συνεπώς, και ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
17. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999), δεν επιβάλλεται η κατά τις διατάξεις αυτές προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου, όταν το σε βάρος του διοικητικό μέτρο δεν συνδέεται κατά νόμον με υποκειμενική του συμπεριφορά αλλά λαμβάνεται βάσει αντικειμενικών δεδομένων. (Παγία η νομολογία, βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1505/2010, 4254/2009, 2968/2007). Τέτοια είναι, κατ’ αρχήν, και η περίπτωση της επίδικης εισφοράς, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, επιβάλλεται βάσει των δεδομένων των οικείων δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος. Ορθώς, επομένως, απερρίφθη εν προκειμένω από το διοικητικό εφετείο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατά τον οποίο πριν από την έκδοση του επίδικου εκκαθαριστικού σημειώματος έπρεπε σε κάθε περίπτωση να κληθεί σε ακρόαση κατά τις ανωτέρω διατάξεις, αντιστοίχως δε απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος ήδη περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως. Κατά το μέρος, άλλωστε, που με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η υποχρέωση προηγουμένης ακροάσεως επιβαλλόταν ειδικότερα από την, κατά τον αιτούντα, ανάγκη να διευκρινισθεί ποιά από τα δηλωθέντα ως αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα ήσαν από εκείνα που απαλλάσσονται από την επίδικη εισφορά (βλ. προηγούμενη σκέψη), ο λόγος είναι, πάντως, απορριπτέος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε δηλώσει εν προκειμένω τέτοια απαλλασσόμενα της εισφοράς εισοδήματα.
18. Επειδή, κατόπιν αυτών, και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση, όπως και οι πιο πάνω παρεμβάσεις, πρέπει ν’ απορριφθούν στο σύνολό τους.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Απορρίπτει τις παρεμβάσεις των Σ.Μ. και Α.Π.
Επιβάλλει συμμέτρως στον αιτούντα και τους παρεμβαίνοντες τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2013.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Φ. Αρναούτογλου Μ. Παπασαράντη
 
===========================
 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ Δημήτρη Πατσίκα,

Δικηγόρου, ΜΠΣ Δημοσίου Δικαίου, Νομική Σοχλή ΑΠΘ

[Αναδημοσίευση από περιοδικό «Αρμενόπουλος», 2013, σ. 1332 επ.]

 

Συνταγματική η έκτακτη εισφορά του ν. 3758/2009:

Δημοσιονομική εξυγίανση με «παρωχημένη» νομολογία;

 

Με τη σχολιαζόμενη απόφαση της Ολομέλειας κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η θεσπισθείσα με το ν. 3758/2009 έκτακτη εισφορά στο εισόδημα φυσικών προσώπων και σχολαζουσών κληρονομιών. Η Ολομέλεια διαφοροποιείται σε σχέση με την παραπεμπτική του Β΄ Τμήματος σε επταμελή σύνθεση, η οποία είχε αποφανθεί περί της αντισυνταγματικότητας της ενλόγω έκτακτης εισφοράς (ΣτΕ 693/2011, Αρμ 2011.820, με παρατηρήσεις Γ. Τσούγκου).

Στο επίμαχο ζήτημα της αναδρομικής φορολόγησης, το Δικαστήριο παρακάμπτει τον σκόπελο που υψώνει το άρθρο 78 Συντ., επικαλούμενο την πάγια πλην «παρωχημένη» -σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της πλειοψηφίας στη ΣτΕ 693/2011- νομολογία (βλ. ιδίως ΟλΣτΕ 1317/1979, ΝοΒ 1979.1389 και ΟλΣτΕ 1318/1979, ΝοΒ 1979.1198). Εν προκειμένω, θεωρεί ότι τα εισοδήματα του οικονομικού έτους 2008 – ημερολογιακού έτους 2007 δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο της επιβολής της σχετικής έκτακτης εισφοράς, ώστε να τίθεται θέμα απαγορευμένης αναδρομικότητας, αλλά το κριτήριο για τον εντοπισμό των πλουσιότερων πολιτών. Προς επίρρωση αυτού του ισχυρισμού, η πλειοψηφία χρησιμοποιεί ένα πραγματικό επιχείρημα: κατά το χρόνο δημοσίευσης του νόμου, με τον οποίο επιβλήθηκε η επίδικη δημοσιονομική επιβάρυνση (στις 5.5.2009), δεν είχε ολοκληρωθεί καν η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων για το οικονομικό έτος 2009, που αφορούν εισοδήματα του 2008. Συνεπώς, ορθά ο νομοθέτης έλαβε υπόψη τα εισοδήματα του ημερολογιακού έτους 2007 ως «τα πλέον πρόσφατα ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας».

Δογματικά συνεπέστερη παρουσιάζεται η γνώμη της μειοψηφίας δέκα μελών του Δικαστηρίου, οι οποίοι ακολουθώντας τη γραμματική και ιστορική ερμηνεία του Συντάγματος υποστηρίζουν ότι αντικείμενα επιβολής φόρου, και επομένως κριτήρια φοροδοτικής ικανότητας, είναι αυτά που περιοριστικά καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 78 Συντ. Σημειώνουν δε ότι, κατά την ερμηνεία της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αυτή έχει επανειλημμένως υιοθετηθεί από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο (βλ. ενδεικτικώς ΟλΣτΕ 1912/2009, ΕΔΚΑ 2009.807), ως «οικονομικό έτος» πέραν του οποίου απαγορεύεται απολύτως η αναδρομική φορολόγηση, θεωρείται το ημερολογιακό έτος που προηγείται εκείνου κατά το οποίο δημοσιεύθηκε ο σχετικός νόμος. Συνακόλουθα, η μειοψηφία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις, εφόσον τη στιγμή της δημοσίευσής της θα ήταν συνταγματικά επιτρεπτό να επιβληθεί φόρος ή άλλο οικονομικό βάρος μόνο στα εισοδήματα του 2008, χωρίς μάλιστα να διαδραματίζει κανένα ρόλο ο χαρακτηρισμός τους –αν θεωρηθούν αντικείμενο της εισφοράς ή απλώς κριτήριο για την ανεύρεση των πιο εύρωστων φορολογούμενων.

Πάντως, η υπό εξέταση απόφαση της Ολομέλειας, παρότι οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα με τη μειοψηφία της παραπεμπτικής, θα πρέπει ενμέρει να επιδοκιμαστεί διότι αποφεύγει τη ρητή επίκληση των εξαιρετικών συνθηκών και του «πλήρους δημοσιονομικού εκτροχιασμού» ως λόγου ελαστικοποίησης της κανονιστικής ισχύος του άρθρου 78 παρ. 2 Συντ. Άλλωστε, η ισχυρή εκείνη μειοψηφία, που υπήρξε μια από τις πιο πολυσυζητημένες των τελευταίων ετών, δέχτηκε την αυστηρή κριτική της θεωρίας (βλ. μεταξύ άλλων Κ. Γιαννακόπουλου, Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης, ΕφημΔΔ 2011.100 και Ι. Μαθιουδάκη, Μετασχηματισμοί του ταμειακού συμφέροντος του Δημοσίου σε περίοδο έντονης οικονομικής κρίσης, ΕφημΔΔ 2011.478).

Τώρα, το Δικαστήριο αρκείται μόνο στην (επ)αναφορά της παλαιότερης νομολογίας του γύρω από το ζήτημα της αναδρομικής φορολογίας, προκειμένου με αυτόν τον εύσχημο τρόπο να αποφανθεί υπέρ της συνταγματικότητας του ενλόγω μέτρου. Βεβαίως, είναι σαφές και αναπόφευκτο ότι -έστω ανομολόγητα- συνυπολογίζει το δημοσιονομικό κόστος και τις πιθανές επιπτώσεις της απόφασής του: εφόσον κρινόταν αντισυνταγματική η επίδικη εισφορά, τότε το Δημόσιο θα υποχρεωνόταν να επιστρέψει περί τα 300 εκατ. ευρώ που εισέπραξε (βλ. Αντ. Σκλία, Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα και η επίδρασή της στη δικανική σκέψη, ΕφημΔΔ 2012.81 επ.). Σε κάθε περίπτωση, η τρέχουσα συγκυρία φαίνεται ότι συνεχίζει να επηρεάζει σοβαρά τη νομολογία της αποκαλούμενης «εποχής των μνημονίων». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει, όμως, από τις πρόσφατες σχετικές με τα δημοσιονομικά αποφάσεις είναι η παγίωση της πρακτικής του κοινού νομοθέτη να τηρεί και να ερμηνεύει το Σύνταγμα κατά το δοκούν, θέτοντας ως (μοναδικό;) υπέρτατο σκοπό τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας.

Έγκλημα μίσους: Μια κριτική φεμινιστική προσέγγιση

Μαριάνθη – Ελένη Διαμαντοπούλου, Φοιτήτρια Νομικής ΑΠΘ

Η παρούσα εργασία αποτελεί μια απόπειρα να σκιαγραφηθεί η έννοια του εγκλήματος μίσους, η οποία παίζει νευραλγικό ρόλο στην άσκηση πολιτικής στα σύγχρονα καπιταλιστικά κράτη, καθώς και μια κριτική προσέγγιση του θεσμού, τόσο μέσα από μια  συγκριτική ανάλυση της εφαρμογής του στο εξωτερικό, όσο και μέσα από την επιλεκτική παράθεση απόψεων της θεωρίας διεθνώς, που εκφράζουν έναν αξιόλογο αντίλογο. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται, μέσα από τη χρήση παραδειγμάτων και παραπομπών, στις κατηγορίες των εγκλημάτων μίσους λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού, καθώς και σε ζητήματα φύλου που ανακύπτουν.

Η έννοια του εγκλήματος μίσους εγείρει σοβαρές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προβληματικές γύρω από ποινικού δικαίου ζητήματα  – κυρίως στις έννομες τάξεις εκτός του αγγλοσαξονικού τόξου, σαν την ελληνική – , όπως αυτά της επιμέτρησης της ποινής, της «χρωματισμένης» έννοιας του κινήτρου και των ορίων του, καθώς και του προστατευόμενου έννομου αγαθού. Πολλές είναι ακόμη οι αντιρρήσεις ως προς την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όταν επιβάλλονται βαρύτερες ποινές λόγω τέλεσης ενός εγκλήματος μίσους, αλλά και ως προς την αξίωση για δίκαιη ανταπόδοση (just dessert) – η οποία υποστηρίζεται από ορισμένους θεωρητικούς. Ωστόσο, δεν είναι στους σκοπούς της γράφουσας να καταπιαστεί με αυτά τα θέματα με την απαιτούμενη συνέπεια, παρά μόνον ακροθιγώς και για τις ανάγκες της εργασίας.

Στην Ελλάδα εισήχθη για πρώτη φορά το 2008 στον ποινικό κώδικα το άρθρο 79§3, τελευταίο εδάφιο, που τυποποιούσε το «έγκλημα μίσους» και όριζε ότι: «Η τέλεση της πράξης από μίσος εθνικό, φυλετικό, θρησκευτικό ή μίσος λόγω διαφορετικού γενετήσιου προσανατολισμού κατά του παθόντος συνιστά επιβαρυντική περίσταση». Το 2013, με το άρθρο 66 του ν.4139/2013, η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε ως εξής: «Η τέλεση της πράξης από μίσος προκαλούμενο λόγω της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας,  των γενεαλογικών καταβολών, της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής ή του σεξουαλικού  προσανατολισμού ή της ταυτότητας φύλου του παθόντος συνιστά επιβαρυντική περίσταση και η  ποινή δεν αναστέλλεται». Αποτελεί λυπηρό γεγονός πως η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ από τα ελληνικά δικαστήρια, ούτε έχει αναλυθεί -παρά μόνο κατ’ εξαίρεση και ανεπαρκέστατα- από τη νομική θεωρία.

Η σε ανύποπτους χρόνους εναλλαγή στα γένη των αφηρημένων προσώπων που ακολουθείται στο κείμενο είναι ηθελημένη.

Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος

Ινστιτούτο Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών – ΙΣΤΑΜΕ «Ανδρέας Παπανδρέου», Χριστίνα Μ. Ακριβοπούλου & Νίκος Κ. Παπαχρήστος (επιμ), Συνέδριο 25-26.02.2013, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα 2013

2013.ΙΣΤΑΜΕ.anatheorisiH παρούσα πολιτική και κοινωνική κρίση θέτει στο προσκήνιο με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα του εκσυγχρονισμού των θεσμών, της καλύτερης λειτουργίας του πολιτεύματος και της δημόσιας διοίκησης. Πέντε χρόνια μετά την αναθεώρηση του 2008 η δυνατότητα μιας νέας αναθεώρησης του συνταγματικού κειμένου παρέχει το έδαφος για μια συζήτηση επί του συνόλου της συνταγματικής ύλης.  Το συλλογικό έργο ‘Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος’ θέτει τις βάσεις για ένα διάλογο επί κρίσιμων θεσμικών και πολιτειακών ζητημάτων. Μέσα από τις δεκαέξι συμβολές που εμπεριέχονται στον τόμο αυτό αναλύονται όλα τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν σήμερα την πολιτική και συνταγματική επικαιρότητα. Ειδικότερα, αναλύονται διεξοδικά μεταξύ άλλων η ανάγκη εισαγωγής ενός αποτελεσματικότερου συστήματος ελέγχου της ποινικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης των μελών της κυβέρνησης, οι προοπτικές και η δυνατότητα μεταβολής του ισχύοντος εκλογικού πλαισίου, ο εκσυγχρονισμός της παιδείας, οι μεταρρυθμίσεις στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης, η ενίσχυση της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς και η δυνατότητα εισαγωγής στοιχείων άμεσης ή και προεδρικής δημοκρατίας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Καταχώρηση: 22-07-2013     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η φαντασίωση της δύναμης Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου για την ΕΡΤ και η υποτίμηση της Βουλής

Γιάννης Ζ. Δρόσος, αναδημοσίευση από το ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ http://www.metarithmisi.gr/el/readAuthors.asp?authorID=319&page=1&textID=20017&sw=1280

DROSOS_2013_4_15_17_8_33_sΔεν ήταν τόσο για την ΕΡΤ. Ήταν η περίφημη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, με την οποία εξουσιοδοτήθηκαν Υπουργοί να καταργήσουν την ΕΡΤ –μια αξιοθρήνητη μίμηση του Ermächtigungsgesetz, του διαβόητου εξουσιοδοτικού νόμου με τον οποίο η ελεγχόμενη από τους Ναζί βουλή, με την σύμπραξη και άλλων «υπευθύνων» κομμάτων, όχι όμως των σοσιαλδημοκρατών, εξουσιοδότησε στις 24 Μαρτίου 1933 τον Χίτλερ να αποφασίζει ό,τι θέλει. Ελεγχόμενη, μπροστά σε δεινότατα διλήμματα και σε μέγα κοινωνικό χάος, χωρίς τους ήδη απαγορευμένους κομμουνιστές, αλλά η βουλή: όχι ένα τμήμα της κυβέρνησης που ως προς την έκδοση της εξουσιοδοτικής Πράξης δεν απηχούσε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η Πράξη ήταν περιττή: Ο ν. 4002/2011 επιτρέπει ρητά την κατάργηση της ΕΡΤ, με απόφαση των ίδιων Υπουργών που τελικώς την κατάργησαν, με παράλληλη αντικατάστασή της όμως από νέο δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και διατήρηση μόνον του αληθινά αναγκαίου προσωπικού. Χωρίς την υποστολή της εθνικής ραδιοτηλεοπτικής μας σημαίας όμως, δηλαδή χωρίς το –και παράνομο κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας- σκοτεινό πέπλο. Ο νόμος προβλέπει πάνω-κάτω αυτό που τελικά πάει να γίνει. Τότε γιατί η Πράξη;


Ο Προκόπης Παυλόπουλος παρατήρησε ότι «αυτοί που εισηγήθηκαν στον Πρωθυπουργό να κλείσει την ΕΡΤ και να την ανοίξει τον Σεπτέμβριο έπρεπε πρώτα να έχουν διαβάσει το Σύνταγμα». Μάλλον είχαν διαβάσει το Σύνταγμα, και το αγνόησαν. Αντ΄ αυτού επιχείρησαν ένα αφελές, εξαιρετικά επικίνδυνο όμως, θεσμικό πραξικόπημα της πυτζάμας. Με colpo redicolo που σε φαντασίωση ισχύος το πέρασαν για colpo grosso παγίδευσαν τον Πρωθυπουργό στην μέση μιας δύσκολης, αλλά ανοδικής πορείας της χώρας, παγίδευσαν την Νέα Δημοκρατία σε μία πρακτική που δεν της αξίζει, παγίδευσαν την κυβέρνηση σε μία κατάσταση που δεν προκάλεσε αυτή και λίγο έφθασε να παγιδεύσουν την χώρα στην ηλιθιωδέστερη εκλογική μάχη της ιστορίας της, παρ΄ ολίγο δε και την Ευρώπη με ένα θεσμικό Σεράγιεβο. Ευτυχώς σκόνταψανε. Όλοι οι άλλοι έδειξαν την ωριμότητα που τους αναλογεί: η ίδια η Νέα Δημοκρατία, αμήχανα και επώδυνα, απέρριψε πρακτικό το αποτέλεσμα του θεσμικού pronunciamento (αυτό σημαίνουν οι δραματικές διαδεχόμενες μεταβολές των προτάσεών της για την ΕΡΤ), το ΠΑΣΟΚ συνέπραξε στον σχηματισμό κυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υπέβαλε πρόταση μομφής ούτε –και ιδίως- κατά την κορύφωση της κρίσης, η ΔΗΜΑΡ συνόδευσε την αποχώρησή της από την κυβέρνηση με την ρητή δήλωση του αρχηγού της ότι η ίδια δεν θα οδηγήσει την χώρα σε εκλογές. Επίσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέκρουσε το τυχοδιωκτικό εγχείρημα.

***
Νομίζω –ελπίζω- η ΔΗΜΑΡ να αποχώρησε επειδή δεν έγινε δεκτή μία λύση που θα ήρε, και συμβολικά, τα αποτελέσματα του pronunciamento και θα έφερνε την αναδιάρθρωση της ΕΡΤ, περιλαμβανομένων μείωσης προσωπικού και ενδεχόμενης μετονομασίας της, με συμφωνημένη πρόταση λύσης, στον φυσικό της χώρο, δηλαδή την βουλή και την κυβέρνηση. Ο Πρωθυπουργός δεν δέχθηκε την πολιτικά και δημοκρατικά επιβαλλόμενη αναδίπλωση των ανθρώπων που τον παρέσυραν «να την πατήσει». Είχε ο Πρωθυπουργός διεξόδους, ευπρεπέστατες: την σοφότερη την έδωσε το ΣτΕ, μια άλλη μπορούσε να δώσει η βουλή. Ο Κουβέλης δεν δέχθηκε να μείνει κάτι, ο,τιδήποτε, όρθιο από το θεσμικό πραξικόπημα: μετά τα pronunciamenta έρχονται πραξικοπήματα (όχι αναγκαστικά στρατιωτικά), και μετά τα πραξικοπήματα συμφορές –πάντα. Η άρνηση του Πρωθυπουργού και του Αρχηγού του ΠΑΣΟΚ δεν άφηνε περιθώρια: Κάποιος έπρεπε να πει όχι –και το είπε.
***
Από την ΔΗΜΑΡ περιμένω όχι «δημιουργική» κ.λπ. αντιπολίτευση αλλά καθαρή κοινοβουλευτική στήριξη στην ευρωπαϊκή κατεύθυνση ανασύνταξη της ελληνικής κοινωνίας, πολιτείας και οικονομίας που ανέδειξε το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου 2012 –προσοχή: σε αυτήν την κατεύθυνση, όχι στον ενορχηστρωμένο από όποια κυβερνητικά πρόσωπα και πρακτικές εκφυλισμό της. Και ανοικτό διάλογο με όλους όσοι συζητούν σοβαρά σε μια ευρωπαϊκή προοπτική.

Κάτι ακόμη: σήμερα η πραγματικά αποτελεσματική αντιπολίτευση δεν βρίσκεται, στα αντιπολιτευόμενα βουλευτικά έδρανα, αλλά σε εχθρούς ντυμένους φίλους, χωμένους στο βαθύ ελληνικό κράτος υπό υπουργική σκέπη ή ανοχή. Προσωπικά λοιπόν, οι Αντώνης Μανιτάκης, Αντώνης Ρουπακιώτης, Φωτεινή Σκοπούλη και Θόδωρος Παπαθεοδώρου και συλλογικά η κοινοβουλευτική ΔΗΜΑΡ έχουν πολιτική ευθύνη απέναντι στον ελληνικό λαό να καταδείξουν, με συγκεκριμένα στοιχεία, ότι δεν ήταν αυτοί τα εμπόδια στην αναγεννητική ορμή της κυβέρνησης, αλλά ότι εμποδίστηκαν, και να πουν από ποιούς, από τι, πότε, πως, γιατί. Αν δεν το πράξουν δεν δικαιώνουν την θητεία τους, δικαιώνουν τον ενορχηστρωμένο θόρυβο ιδιοτελών δημοσιογραφικών και άλλων υπαλλήλων συμφερόντων, και –κυρίως- την απογοήτευση και οργή αληθινών φίλων, που είδαν στη κυβερνητική ΔΗΜΑΡ προοπτικές προόδου και όχι έρμα οπισθοδρόμησης.

The construction of gender identity and the reproduction of gender roles by the Greek mass media – The case of HIV-infected prostitutes in Athens

Gamba Dimitra, Aristotle University of Thessaloniki, School of law Paper presented at the International student congress "Gender", Faculty of Arts and Sciences, Maltepe University, İstanbul, Turkey 2013

In conditions of severe economic crisis such as the one greek society is experiencing during the last 3 years, social tension and antagonism tend to sharpen, quite obviously revealing, how all forms of violence are being created and reproduced. Under these conditions, intensified gender-based violence, that permeates social relations of gendered subjects, would inevitably occur.

This essay deals with the role of the greek media in maintaining and intensifying this kind of violence through the constitution of gender identity and the reproduction of gender roles. I use as example the media coverage of the existence of HIV-positive prostitutes in Athens, on May 2012.

At first, a description is given of the historical and social context in which the news aired and the sequence of events as presented by the Greek media are analysed. Furthermore, a text analysis is being used as a tool, as it is being understood in the context of post-structuralist thought.

Mass media headings of this period of time are presented and analyzed: Public health was used as a tool to demonize certainbehaviors and characteristics and the mass media represented identities as woman/ mother, woman/ wife, woman/ sex worker, woman/immigrant on one side, and man/straight /white/middleclass/sex client/family man, on the other.

Gender identities and the experession of gendered self in the context of european law: the case of trans people

Dimitra Gamba, Graduate of Law School, Aristotle University of Thessaloniki, Greece

Prompted by the movie “boys don’t cry”, which was screened for the course “law and cinema” (Instructor: Lina Papadopoulou) and which deals with the true story of Bradon Teena, a female-to-male trans, this paper deals with the institutionalization of equal treatment and human rights in the european law and, in particular, the treatment of trans people by 
the case law and the laws against discrimination.

Μορφές ‘άμεσης νομοθεσίας’: Δημοψήφισμα και λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία

Λίνα Παπαδοπούλου, Επ. Καθ. Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ,
(Αναδημοσίευση από το συλλογικό τόμο ΙΣΤΑΜΕ «Ανδρέας Παπανδρέου», «Η πρόκληση της Αναθεώρησης του Συντάγματος», εκδ. Σάκκουλα 2013)

H αναθεώρηση της συνταγματικής κατάστρωσης του δημοψηφίσματος και η εισαγωγή της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας μπορούν να συμβάλουν στην αναζωογόνηση της αντιπροσώπευσης, όχι όμως και στην αντικατάστασή της και δεν θα μπορούσαν να άρουν τα εγγενή αλλά και επίκτητα μειονεκτήματά της που πρέπει να αντιμετωπιστούν αυτόνομα. Επιπλέον, πρέπει να σχεδιαστούν με ασφαλιστικές δικλείδες έναντι πιθανών καταχρήσεων που θα οδηγούσαν σε συμπίεση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων. 

Ι.       Ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος

Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία (ά. 1 παρ. 1 Σ). Ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του ελληνικού συστήματος διακυβέρνησης συνάγεται εξάλλου και από το χαρακτήρα του ως «κοινοβουλευτικού», καθώς και από τις συνταγματικές πρόνοιες σχετικά με τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, τα μέλη του οποίου «αντιπροσωπεύουν το Έθνος» (ά. 51 παρ. 2 Σ). Ωστόσο, ο αντιπροσωπευτικός αυτός χαρακτήρας δεν είναι απόλυτος και αδιάρρηκτος, καθώς σχετικοποιείται και συμπληρώνεται, χωρίς να ανατρέπεται, από τη συνταγματικά προβλεπόμενη δυνατότητα προκήρυξης δημοψηφίσματος (ά. 44 παρ. 2 Σ). Η καινοτομική σε σχέση με προγενέστερα Συντάγματα συμπερίληψη της διάταξης αυτής (σε αντίθεση μάλιστα με συνταγματικά κείμενα, όπως π.χ. το γερμανικό, που δεν εμπεριέχουν συνταγματική πρόβλεψη των δημοψηφισμάτων) αποδεικνύει ότι ο συντακτικός νομοθέτης δεν έκανε την επιλογή μιας «καθαρά» και αυστηρά αντιπροσωπευτικής μορφής του πολιτεύματος, αλλά αναγνώρισε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι επιτρέπεται ο εμπλουτισμός της αντιπροσωπευτικής με στοιχεία συμμετοχικής δημοκρατίας.

Ωστόσο, ο θεσμός παρέμεινε μέχρι σήμερα ανενεργός, γεγονός που οφείλεται και, αν όχι κυρίως, στη νομοτεχνική του κατάστρωση, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 1986 που το αφαίρεσε από τις προεδρικές εξουσίες[1] και το κατέστησε κυβερνητική (δημοψήφισμα για ‘κρίσιμο εθνικό θέμα’) ή συμπολιτευτική (για ‘ψηφισμένο νομοσχέδιο’) προνομία. Υπό αυτή την έννοια, Κυβέρνηση και Βουλή δεν αναμένονταν -όπως και αποδείχτηκε- να μοιραστούν την εξουσία με τους με το εκλογικό σώμα, εκτός από εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η επικύρωση των δικών τους αποφάσεων θα ήταν σίγουρη και γι αυτό και μόνο πολιτικά ευκταία. Ενόψει της πιθανώς επερχόμενης συνταγματικής αναθεώρησης και δεδομένης της μη πρόβλεψης του θεσμού της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας αφενός και της ‘πλειοψηφικής’ κατάστρωσης του δημοψηφίσματος αφετέρου, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν θα ήταν δικαιοπολιτικά και πολιτειολογικά κρίσιμη και χρήσιμη η αναθεώρηση του ά. 44 παρ 2 Σ με σκοπό την εισαγωγή του πρώτου θεσμού ή/και την αναθεώρηση του δεύτερου, με τρόπο ώστε να απεξαρτηθεί από τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας, με σκοπό την ενίσχυση του ελέγχου της τελευταίας αλλά και της αμεσοδημοκρατικής συνιστώσας του αντιπροσωπευτικού μας πολιτεύματος.[2]

Στα προαναφερθέντα εργαλεία συμμετοχικής δημοκρατίας μπορεί να προστεθεί και η εισαγωγή συνταγματικού δημοψηφίσματος, δηλαδή η αναθεώρηση της αναθεωρητικής διαδικασίας του ά. 110 Σ, προκειμένου η τελευταία να ολοκληρώνεται όχι μόνον με την υπερψήφιση από τη Βουλή των αναθεωρημένων άρθρων αλλά και με την έγκρισή τους από το λαό (εν στενή εννοία, δηλ. το εκλογικό σώμα) δια δημοψηφίσματος. Το θέμα αυτό είναι βέβαια ξεχωριστό, καθώς αφορά στην αναθεώρηση του άρθρου 110 Σ, για το επιτρεπτό της οποίας έχουν διατυπωθεί έντονες αντιρρήσεις.

 

ΙΙ. Ο  αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και ο εμβολιασμός του με διαδικασίες λαϊκής νομοθέτησης

1.             Η ελλειμματική αντιπροσώπευση

Η δημοκρατία, πολίτευμα στο οποίο η εξουσία μορφοποιείται, θεμελιώνεται, νομιμοποιείται και ασκείται με βάση την αρχή της πλειοψηφίας με διασφάλιση της ελευθερίας και ισότητας των πολιτών, συνιστά μια μορφή συλλογικής αυτοδιάθεσης, και ως τέτοια επιτρέπει -κατ’ ελάχιστο περιεχόμενο- σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους να ζήσουν σε συμφωνία με την προσωπική τους βούληση.[3] Αυτό επιτυγχάνεται δια μέσω μιας τυποποιημένης διαδικασίας που επιτρέπει τη δεσμευτική έκφραση αυτής της βούλησης.[4] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία αυτή στα σύγχρονα πολυπληθή και εκτεταμένα κράτη, και λόγω της πολυπλοκότητας των κρατικών υποθέσεων, δεν είναι νοητή χωρίς αντιπροσωπευτική διαμεσολάβηση,[5] δηλ. την εκλογή σε περιοδικά διαστήματα αντιπροσώπων του λαού, οι οποίοι στο όνομά του και αντανακλώντας τη βούλησή του λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις, ιδίως με τη μορφή νόμων. Ο λαός παραμένει, ωστόσο, πηγή και φορέας της κρατικής εξουσίας. Υπό αυτή την έννοια, δεν υφίσταται αντίθεση μεταξύ της λαϊκής κυριαρχίας και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά σύνθεση και παραπληρωματικότητά τους.[6]

Στο αντιπροσωπευτικό σύστημα, οι εκλογές αφορούν καταρχήν στην ανάδειξη προσώπων. Τα πρόσωπα, ωστόσο, είναι εκφραστές συμφερόντων, ιδεών και ιδεολογιών, καθώς και διαφορετικών, εναλλακτικών προτάσεων. Οι ιδέες και τα συμφέροντα είναι συλλογικά και έτσι συλλογική καθίσταται και η έκφρασή τους, ιδίως μέσω του θεσμού των πολιτικών κομμάτων, τα οποία θέτουν ένα -γενικό έστω και ευέλικτο- πλαίσιο ουσίας εντός του οποίου οι βουλευτές τους αναμένεται να κινηθούν. Ωστόσο, αφενός οι ολιγαρχικές τάσεις εντός των κομμάτων και η μετατόπισή τους, αριστερών και δεξιών, προς το κέντρο, και αφετέρου η χαλαρή σύνδεση μεταξύ αντιπροσώπων και αντιπροσωπευόμενων μεταξύ των εκλογών ενδυνάμωσαν την πεποίθηση ότι η ουσιαστικοποίηση της πολιτικής επιλογής δια των κομμάτων αποτυγχάνει. Η αντίληψη αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση και ενδυνάμωση του αιτήματος εμπλουτισμού του αντιπροσωπευτικών στοιχείων με μορφές άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Η συζήτηση αυτή αναζωογονείται ιδίως σε περιόδους κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,[7] όπως η σημερινή, και λόγω της αποδυνάμωσης της λειτουργικής (εκ του αποτελέσματος) αντιπροσώπευσης ως αποτέλεσμα της οικονομικής ύφεσης και της δημοσιονομικής κρίσης.

Η άμεση αυτή συμμετοχή αφορά κυρίως τη νομοθετική και αναθεωρητική λειτουργία, καθώς αυτές μπορούν να ασκούνται κατά διακριτά διαστήματα, και συνίσταται στην λήψη αποφάσεων άμεσα από όλους τους πολίτες, επί ζητημάτων ουσίας και όχι προσώπων. Αν και δεν αποκλείονται αποφάσεις που να αφορούν την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, η συμμετοχή αυτή δεν αφορά καταρχήν την εκτελεστική εξουσία, η οποία, καθώς απαιτεί τη διαρκή παρουσία των οργάνων, δεν μπορεί να ασκείται συστηματικά από το λαό.[8]

Οι μορφές άμεσης νομοθέτησης προτείνονται ως μηχανισμός διορθωτικός των ατελειών και ανισορροπιών της αντιπροσώπευσης «προκειμένου να τονωθούν τα κουρασμένα αντανακλαστικά της πολιτικοποίησης και της συμμετοχής στα κοινά».[9] Επιτρέπουν την έκφραση της λαϊκής βούλησης επί ουσιαστικών ζητημάτων και όχι μόνο για πρόσωπα, και με τον τρόπο αυτό ενισχύουν ουσιαστικά και τον το δημόσιο διάλογο[10] ενώ επικεντρώνουν τα επιχειρήματα στην ουσία και όχι στα πρόσωπα. Περαιτέρω, οι πολίτες αποκτούν τη δυνατότητα να ‘διορθώσουν’ τις επιλογές της Βουλής με τις οποίες δεν συμφωνούν (καταργητικό δημοψήφισμα) ή να εμπλουτίσουν τη νομοθετική πράξη με προτάσεις και μάλιστα όχι μόνο στο πλαίσιο μιας μη δεσμευτικής διαβούλευσης αλλά και με τρόπο που δεσμευτικό για α κρατικά όργανα.[11] Εξάλλου, και μόνο η θεσμική τους πρόβλεψη με τρόπο που να επιτρέπει τη χρήση τους και από μειοψηφίες -με εγγυήσεις αποτροπής κατάχρησης- μπορεί να αναγκάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να είναι περισσότερο ανοικτή και ευαίσθητη σε κοινωνικά αιτήματα που μπορεί να συγκεντρώνουν ευρεία αποδοχή υπερβαίνοντα τις κομματικές αγκυλώσεις.

2. Οι μορφές άμεσης συμμετοχής ως μηχανισμός συμπληρωματικός του αντιπροσωπευτικού συστήματος

Οι μορφές άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων και άσκησης της νομοθετικής λειτουργίας δεν προτείνονται ως εναλλακτικό προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία πολίτευμα, στη βάση της ταύτισης κυβερνώντων και κυβερνώμενων, αλλά συμπληρωματικά προς αυτό,[12] ως εργαλεία με σκοπό την ενίσχυση της διαδικαστικής νομιμοποίησης της εξουσίας και την άμβλυνση των δομικών ελλειμμάτων του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Συνεπώς, η εισαγωγή ή/και ενδυνάμωσή τους απαντά μεν μερικώς στο έλλειμμα αντιπροσώπευσης, δεν καθιστά ωστόσο περιττές τις μεταρρυθμίσεις στις ίδιες τις αντιπροσωπευτικές δομές, ιδίως στα κόμματα και το εκλογικό σύστημα. Αναμενόμενο δε πολιτειακό παραγόμενο δεν είναι η ριζοσπαστική αλλαγή του περιεχομένου των ασκούμενων πολιτικών, αλλά μία, μέσω της διάρρηξης του μονοπωλίου των πολιτικών κομμάτων, νέα πολιτική κουλτούρα και δομές διαμόρφωσης προτάσεων και ανάδειξης της δυναμικής της κοινωνίας των πολιτών και των νέων κινημάτων ανάδυσης συλλογικών ταυτοτήτων δομημένων στη βάση μιας έντονης αλλά καλλιεργημένης ατομικότητας.

Εκλογή προσώπων (αντιπροσώπευση) και λήψη ουσιαστικών πολιτικών αποφάσεων (άμεση νομοθέτηση) μοιράζονται εξάλλου τα ίδια θεμελιώδη χαρακτηριστικά, με βασικότερο και αδιαπραγμάτευτο την αρχή της πλειοψηφίας,[13] όπως αυτή καταγράφεται μέσω ψηφοφοριών. Η αρχή αυτή συνιστά μεν ένα τυπικό κανόνα, συνοδεύεται όμως και από τις ουσιαστικές αρχές της ισότητας και της ελεύθερης διαμόρφωσης και έκφρασης της πολιτικής βούλησης. Προϋποθέτει δηλαδή και μια σειρά δικαιωμάτων, πάσης φύσης, προκειμένου να μην καταλήξει σε μια δικτατορία της πλειοψηφίας. Περαιτέρω, και στις δύο εκφάνσεις της δημοκρατικής λήψης αποφάσεων, αντιπροσωπευτική και άμεση, προϋποτίθενται η ενεργοποίηση των πολιτών, μια ανοικτή πολιτική κουλτούρα που προσφέρει πολλαπλές και ποικίλες δυνατότητες παρέμβασης και τουλάχιστον δύο δυνατότητες επιλογής. Η συμμετοχή των πολιτών πραγματοποιείται δια της άσκησης επικοινωνιακών και συμμετοχικών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, και απολήγει στην ελεύθερη και ανόθευτη άσκηση του δικαιώματος της ψήφου. Στο πλαίσιο αυτό, νομική ισχύ διαθέτουν μόνο νόμοι παραγώμενοι μέσω μιας διαλογικής διαδικασίας νομοθέτησης, η οποία να γίνεται αποδεκτή από όλους τους κοινωνούς του δικαίου[14] και αυτή η υπαρξιακή προϋπόθεση συνοδεύει τόσο την κοινοβουλευτική όσο και την άμεση (λαϊκή) νομοθέτηση.

Εξάλλου, από την μια πλευρά στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας υπάρχουν μηχανισμοί που μπορούν -ιδεοτυπικά τουλάχιστον- να υποστηρίξουν τη συμμετοχή των πολιτών στη διαμόρφωση ουσιαστικών πολιτικών αποφάσεων, και μιλούμε για τα κόμματα, ενώ από την άλλη στο πλαίσιο των αμεσοδημοκρατικών θεσμών δεν μπορούν να αποτραπούν ημι-αντιπροσωπευτικές στιγμές,[15] καθώς «η αμεσότητα της δημοκρατίας δεν μπορεί να οργανωθεί, χωρίς να παύσει να είναι άμεση»[16], δεδομένου ότι οργανώσεις της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών επιδρούν στη διαμόρφωση της λαϊκής βούλησης.

 

3.             Σχέση άμεσης και έμμεσης νομοθεσίας

Στη θεωρητική αλλά και την πολιτική συζήτηση τίθεται συχνά το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των νόμων που έχουν παραχθεί αμεσοδημοκρατικά έναντι όσων είναι προϊόν της βουλής και στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζεται ότι ο πρώτος υπέρκειται του δεύτερου, εφόσον ο λαός αποτελεί την έσχατη πηγή νομιμοποίησης και άρα υπερέχει του αντιπροσωπευτικού οργάνου. Το σκεπτικό αυτό παραγνωρίζει την αμφισημία ή πολυσημία της έννοιας ‘λαός’ και ιδίως τη συνταγματικά ορισμένη θέση του στο πολίτευμα της συνταγματικής δημοκρατίας. Στο κανονιστικά οριοθετημένο αυτό πολίτευμα, ο λαός εν ευρεία εννοία αποτελεί ιδεοτυπικά πηγή κάθε εξουσίας (βλ. ά. 1 παρ. 1 Σ). Από την άλλη, όμως, με τη στενή έννοιά του συνιστά και ένα από τα όργανα του κράτους με συγκεκριμένες και οριοθετημένες αρμοδιότητες. Όπως εύλογα προβλέπεται στο ά. 1 παρ. 3 Σ: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό … και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Συνεπώς, είναι οι αρμοδιότητές του, όπως αυτές καθορίζονται στο Σύνταγμα, που καθορίζουν τη νόμιμη έκταση και ένταση των πράξεών του και όχι το υποκείμενο αυτό καθεαυτό, σε μια ρομαντική και μυστικιστική πρόσληψή του, εκτός συνταγματικής αρχιτεκτονικής. Έτσι, για παράδειγμα, η αρμοδιότητα του λαού (υπό τη στενή έννοιά του ως εκλογικού σώματος) να εκλέγει τη Βουλή, δεν συνεπάγεται και την εκτός συντάγματος εξουσία του να τη διαλύει ή να την ανακαλεί, ακριβώς επειδή και αυτός, όπως και κάθε όργανο, συνιστά μία δέσμη αρμοδιοτήτων.

Κατά συνέπεια, όταν ο λαός καλείται να αποφασίσει μέσω δημοψηφίσματος, συγκροτείται ως όργανο μέσω και μέσα στη διαδικασία αυτή με μόνη αρμοδιότητα την επιψήφιση του νόμου, ο οποίος έπειτα παίρνει την θέση που του αρμόζει στην πυραμίδα των κανόνων δικαίου. Με άλλα λόγια, όταν ο λαός ενεργεί ως όργανο, περιορίζεται αναγκαστικά από το Σύνταγμα[17] και από το περιεχόμενο της λειτουργίας που επιτελεί, αντικειμενικοποιείται και εξειδικεύεται μέσα από τις αρχές που οριοθετούν το εκλογικό δικαίωμα. Συνεπώς, η άμεση νομοθεσία έχει μια δημοκρατική, όχι όμως και μια νομική υπεραξία.[18] Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, αν και στο βαθμό που το Σύνταγμα προσθέσει στη δέσμη αυτή των αρμοδιοτήτων και εκείνη της πλήρους λαϊκής νομοθεσίας (συνδυασμό λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας και δημοψηφίσματος), το προϊόν της θα έχει τη νομική ισχύ που το ίδιο του Σύνταγμα θα της αποδώσει. Μπορεί έτσι να προβλεφθεί είτε ότι ο νόμος αυτός δεν μπορεί είτε ότι μπορεί να τροποποιηθεί ή και να καταργηθεί εντός της τρέχουσας κοινοβουλευτικής περιόδου από τη Βουλή. Δικαιοπολιτικά, ωστόσο, μιλώντας –και όχι στενά νομικά, και προκειμένου να μην θεωρηθεί ότι ο συντακτικός νομοθέτης από τη μια ενσωματώνει θεσμούς άμεσης νομοθεσίας και από την άλλη τους παροπλίζει είναι θεμιτό να περιοριστεί η Βουλή στο πλαίσιο της τρέχουσας θητείας της ως προς το δικαίωμά της να καταργεί νόμο ψηφισμένο δημοψηφισματικά.

Εφόσον σύμφωνα με τα παραπάνω, ο λαός δεν ενεργεί ως ένα ανώτερο ον, αλλά ως συνταγματικό όργανο,[19] η έκφραση της βούλησής του σε ένα δημοψήφισμα για παράδειγμα δεν αποτελεί μια απλή δημοσκόπηση ή την εκδήλωση του κοινωνικο-πολιτικού στοιχείου,[20] αλλά την οργανωμένη έκφραση ενός κρατικού συντεταγμένου οργάνου και άρα διαμόρφωση και έκφραση κρατικής βούλησης. Διαφορετικά από ό,τι η εκλογή Κοινοβουλίου, στην περίπτωση αυτή η λαϊκή βούληση, ως έκφανση της κρατικής βούλησης, ως απαύγασμα μια αρμοδιότητας του κρατικού οργάνου ‘λαός’, εκδηλώνεται όχι ως προς πρόσωπα, αλλά άμεσα ως προς ένα συγκεκριμένο θέμα.

Ενδιάμεσο συμπέρασμα

Τα ελλείμματα και οι ανεπάρκειες του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και ειδικότερα της νομοθετικής λειτουργίας της Βουλής μπορούν να αμβλυνθούν δια των θεσμών άμεσης νομοθέτησης. Όχι επειδή η συζήτηση και οι διεργασίες στο πλαίσιο των τελευταίων είναι περισσότερο ορθολογικές ή δημόσιες ή αναμένεται να διεξάγονται με τρόπο πιο ανεξάρτητο, αλλά επειδή προσθέτουν μια δεύτερη εναλλακτική διαδικασία δίπλα στην κλασική κοινοβουλευτική νομοθέτηση. Ιδίως δε αν προβλέπεται η δυνατότητα ή και η υποχρέωση να ασχολείται το Κοινοβούλιο με το περιεχόμενο της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας είτε για πολιτικούς λόγους (πιθανόν να την προκαταλάβει), είτε για νομικούς (να αποφανθεί για τη συνταγματικότητά της, αν και αυτό θα έπρεπε να ανατίθεται κατά προτίμηση σε κάποιο ‘αριστοκρατικό’ όργανο, π.χ. δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο), είτε υποχρεωτικά για να ψηφίσει επί της πρότασης που έχει συγκεντρώσει επαρκή αριθμό υπογραφών, τίθενται στην πραγματικότητα σε κίνηση δύο διαδικασίες και άρα δύο δημόσιες συζητήσεις[21] σε διαφορετικά fora, διασταυρούμενες αλλά και αλληλοτροφοδοτούμενες.

 

 

ΙΙΙ.    Τυπολογία Κυριότερων Μορφών Άμεσης Νομοθέτησης

1.             Λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία

Το πιο ήπιο μέσο είναι η πρωτοβουλία πολιτών, δια της οποίας ένας ικανός αριθμός πολιτών υποβάλλει πρόταση για θέση σε ισχύ ή τροποποίηση ή κατάργηση νόμου.[22] Η πρόταση μπορεί να απευθύνεται είτε στο Κοινοβούλιο είτε στο λαό. Στην πρώτη περίπτωση, η θεσμική επίπτωση μπορεί να είναι είτε πιο αυστηρή (το Κοινοβούλιο να υποχρεούται να ψηφίσει επί της πρότασης) είτε πιο ήπια (να απαιτείται απλώς συζήτησή της). Μπορεί επίσης να προβλέπεται ότι σε περίπτωση που το Κοινοβούλιο δεν υιοθετήσει την πρόταση, αυτή θα τεθεί σε δημοψήφισμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, η λαϊκή πρωτοβουλία συνιστά ένα πρώτο βήμα μιας σύνθετης διαδικασίας λαϊκής νομοθέτησης.

 

2.             Δημοψήφισμα

Δημοψήφισμα είναι η διατύπωση της βούλησης του εκλογικού σώματος για συγκεκριμένο ζήτημα κατά τρόπο άμεσο και ευθύ και με τη μορφή της άμεσης, καθολικής και μυστικής ψηφοφορίας.[23] Τα βασικά χαρακτηριστικά του δημοψηφίσματος είναι τρία: α) Υποκείμενο, είναι ο ίδιος ο λαός, και ειδικότερα το εκλογικό σώμα ως ανώτατο όργανο του κράτους, κατ’ επιταγή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, β) αντικείμενο είναι συγκεκριμένα βαρύνουσας σημασίας ζητήματα ουσίας και όχι η ανάδειξη προσώπων και γ) η διαδικασία λήψης απόφασης διέπεται από τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της ψήφου και της ψηφοφορίας που διέπουν και την εκλογή αντιπροσώπων.[24]

Ανάλογα με το αντικείμενο, τις συνέπειες και τη διαδικασία προκήρυξής τους τα δημοψηφίσματα διακρίνονται σε:

α.       Νομοθετικό ή αναθεωρητικό δημοψήφισμα

Κλασσικό ή γνήσιο δημοψήφισμα ονομάζεται αυτό που εμπεριέχει ουσιαστικές πολιτικές αποφάσεις και έχει ως αντικείμενο την αλλαγή κανόνων δικαίου. Αντίθετα το προσωπικό δημοψήφισμα,[25] δια του οποίου ο λαός αποφαίνεται για την κτήση αξιώματος από ορισμένο πρόσωπο (παράδειγμα το δημοψήφισμα της 22.11.1920 σχετικά με το βασιλιά Κωνσταντίνο) δεν εντάσσεται στους θεσμούς της άμεσης νομοθέτησης[26], εφόσον μέσω αυτού δεν ασκείται από το λαό νομοθετική λειτουργία. Εφόσον επιτρέπει την αδιαμεσολάβητη απόφαση των πολιτών το δημοψήφισμα αποτελεί θεσμό άμεσης αλλά και συμμετοχικής δημοκρατίας, «αποκαλύπτοντας με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο τα δυσδιάκριτα στην πράξη όρια»[27] μεταξύ των δύο αυτών μορφών διαδικαστικής νομιμοποίησης.

 

i.               Νομοθετικό δημοψήφισμα

Σε αντίθεση με το θεσμό της ολοκληρωμένης «λαϊκής νομοθέτησης», στο πλαίσιο του οποίου το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας και σύνταξης του σχεδίου νόμου διαθέτουν οι πολίτες, το νομοθετικό δημοψήφισμα (εν στενή εννοία) (plebiszit) προκαλείται από «τα πάνω», δηλ. από το Κοινοβούλιο ή και με τη σύμπραξη της Κυβέρνησης (βλ. ά 44 παρ. 2 Σ).

Κρίσιμο στοιχείο της θεσμικής αρχιτεκτονικής συνιστά το απαιτούμενο για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος ποσοστό των βουλευτών. Έτσι μια απόλυτη πλειοψηφία καθιστά το δημοψήφισμα εργαλείο του πλειοψηφικού κοινοβουλευτισμού, ενώ αν αρκεί μικρότερο ποσοστό το δημοψήφισμα καθίσταται θεσμός άσκησης αντιπολίτευσης. Αυτή είναι η περίπτωση του δημοψηφίσματος στο ελληνικό Σύνταγμα, εφόσον για να πληρούνται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις του ά. 44 παρ 2 Σ προϋποτίθεται είτε πρόταση της Κυβέρνησης (για δημοψήφισμα με αντικείμενο εθνικό θέμα) είτε πρότασης μιας αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η οποία άρα αναγκαστικά περιλαμβάνει μέρος τουλάχιστον της συμπολίτευσης (για νομοθετικά δημοψηφίσματα). Τα κρατικά αυτά όργανα έχουν το δικαίωμα με ή χωρίς ουσιαστικές προϋποθέσεις, π.χ. αποτυχία ψήφισης μιας πρότασης νόμου στο Κοινοβούλιο, να καλέσουν το λαό να αποφασίσει με τρόπο δεσμευτικό.[28] Στην περίπτωση αυτή ο λαός δεν μπορεί να διαμορφώσει την πρόταση νόμου με τρόπο ενεργητικό, αλλά απλώς να επιβεβαιώσει την απόφαση -μια απόφαση που έχει ληφθεί από το αντιπροσωπευτικό όργανο- με τρόπο plebiszitär-akklamatorischαυξάνοντας τη νομιμοποίησή της ή να αποφασίσει ως πολιτικός διαιτητής μεταξύ κρατικών οργάνων, π.χ. της Κυβέρνησης που πρότεινε το νόμο και του Κοινοβουλίου που δεν τον ψήφισε.[29] Η φιλοσοφία του θεσμού αυτού είναι η αποδοχή ότι η νομιμοποίηση που παρέχει ο λαός με άμεση ψηφοφορία είναι υπέρτερη εκείνης που παρέχει το Κοινοβούλιο, εξού και η απόφαση του τελευταίου υποβάλλεται στη λαϊκή έγκριση.

 

ii.             Συνταγματικό δημοψήφισμα

Ιδιαίτερη κατηγορία νομοθετικού δημοψηφίσματος αποτελεί το συνταγματικό δημοψήφισμα, που μπορεί να προβλέπεται είτε ως προαιρετικό είτε ως υποχρεωτικό.[30] Εδώ ο λαός ασκεί κομμάτι της αναθεωρητικής λειτουργίας, και η αρμοδιότητά του αυτή που αφορά την τυπική τροποποίηση του συνταγματικού θεμελίου της πολιτειακής του συγκρότησης βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τη θέσμιση του θεμελίου αυτού, δηλαδή την άσκηση συντακτικής εξουσίας. Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει τη συμμετοχή του λαού στην αναθεωρητική λειτουργία έμμεσα, στη δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, δια των εθνικών εκλογών. Η συμμετοχή αυτή είναι όμως μάλλον καθαρά ιδεοτυπική χωρίς εμφανή πρακτική σημασία, καθώς περιθωριακά μόνο μπορεί η ψηφισθείσα αναθεωρητική πρόταση να επηρεάσει την ψήφο των πολιτών. Θα μπορούσε συνεπώς να συζητηθεί και στο πλαίσιο αυτό η εισαγωγή δια της αναθεώρησης της αναθεωρητικής διαδικασίας της υποχρεωτικής ή δυνητικής έγκρισης της αναθεώρησης δια δημοψηφίσματος ή/και η θεσμοποίηση της συμμετοχής των πολιτών κατά το πρώτο στάδιο της υποβολής προτάσεων για τη συνταγματική αναθεώρηση. Μία πρακτική κατάστρωση της σχετικής διαδικασίας εδώ θα ήταν χρήσιμο να περνάει μέσα από την ηλεκτρονική διαβούλευση, ίσως και κατά το πρότυπο της αντίστοιχης διαβούλευσης που έλαβε χώρα σε εντυπωσιακή έκταση αλλά και αποτελεσματικότητα κατά την κατάρτιση της Χάρτας Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης ή και του ισλανδικού Συντάγματος.

 

β.         Αποφασιστικό ή συμβουλευτικό

Αποφασιστικό είναι το δημοψήφισμα που προϋποτίθεται προκειμένου να τεθεί σε ισχύ ο νόμος. Η ψήφισή του από τη Βουλή δεν αρκεί προς τούτο, απαιτείται και η αποδοχή του από το λαό με δημοψήφισμα. Το αποφασιστικό μπορεί να είναι και καταργητικό (όπως στο ά. 44 παρ 2 Σ). Αντίθετα, συμβουλευτικό είναι το δημοψήφισμα ότι δεν έχει κάποια νομική συνέπεια, αλλά αποτελεί απλώς την έκφραση της γνώμης του λαού που δίδεται προς τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας, τα οποία μόνον ηθικοπολιτικά μπορεί να δεσμεύσει.

Σύμφωνα βέβαια με μια άλλη άποψη, το στοιχείο της διάκρισης μεταξύ αποφασιστικού και συμβουλευτικού δεν είναι η υποχρεωτικότητα ή μη του αποτελέσματος, αφού η υποχρεωτικότητα είναι δεδομένη, αλλά αν οι συνέπειες είναι άμεσες (αποφασιστικό) ή έμμεσες (συμβουλευτικό), καθώς και στη δεύτερη περίπτωση τα κρατικά όργανα οφείλουν να ενεργήσουν σύμφωνα με τη βούληση του λαού.[31]

γ. Υποχρεωτικό ή προαιρετικό

Υποχρεωτικό είναι το δημοψήφισμα που προκηρύσσεται σε κάθε περίπτωση κατ’ επιταγή του Συντάγματος. Προαιρετικό όταν η υποβολή ερωτήματος προς το λαό επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του νομοθετικού Σώματος (ή των νομοθετικών Σωμάτων) ή στην πρωτοβουλία του Ανώτατου Άρχοντα (referendum royal ή présidential) ή του ίδιου του λαού.

δ. Προγενέστερο ή μεταγενέστερο του νόμου

Το δημοψήφισμα μπορεί να έπεται της ψήφισης του νόμου από τη Βουλή ή γενικότερα της κατάρτισής του από τα αρμόδια όργανα (referendum post-legem) ή να προηγείται αυτής (ante legem), οπότε ο λαός αποφαίνεται επί της αρχής σχετικά με πρόταση νόμου που υποβλήθηκε στο νομοθετικό σώμα. Στη δεύτερη περίπτωση μιλούμε για λαϊκή αρνησικυρία (veto populaire). Στην περίπτωση αυτή ο λαός έχει δικαίωμα να προκαλέσει εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ψηφοφορία σχετικά με ψηφισμένο από το νομοθετικό σώμα νομοσχέδιο ή και εξολοκλήρου καταρτισθέντος νόμου, προκειμένου να το καταργήσει. Ενόσω διαρκεί η προθεσμία αρνησικυρίας η ουσιαστική ισχύς του νόμου μπορεί να αναστέλλεται. Ο νόμος καταργείται αν και εφόσον ο λαός αποφανθεί κατά της ισχύος του. Η λαϊκή αρνησικυρία επομένως αποτελεί διαλυτική αίρεση της τυπικής ισχύος νόμου.[32]

 

3.             Ολοκληρωμένη λαϊκή νομοθέτηση

Με τον όρο αυτό εννοούμε τον ολοκληρωμένο θεσμικό μηχανισμό που επιτρέπει στους πολίτες, χωρίς την αναγκαστική συμμετοχή του αντιπροσωπευτικού σώματος, να θεσπίζουν, να τροποποιούν ή να καταργούν ένα νόμο. Περιλαμβάνει τόσο την πρωτοβουλία ενός ορισμένου αριθμού πολιτών για θέσπιση ενός νόμου, όσο και τη δημοψηφισματική του αποδοχή (ή απόρριψη).

Ως ενδιάμεσο στάδιο μπορεί να προβλεφθεί η συζήτηση εντός αποκλειστικής προθεσμίας της πρότασης των πολιτών από το Κοινοβούλιο. Σε περίπτωση μη αποδοχής της, η πρόταση υποβάλλεται, είτε αυτόματα είτε μετά από αίτημα των πολιτών, σε δημοψήφισμα. Για την υπερψήφιση προβλέπονται ειδικές πλειοψηφίες θετικής ψήφου στους ψηφίσαντες ή και στους εγγεγραμμένους ή/και ένα ελάχιστο ποσοστό συμμετοχής στο δημοψήφισμα.

Εξάλλου, μπορεί να προβλεφθεί ότι η έναρξη διαδικασίας λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας συνυπάρχει με και δεν αναστέλλει την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου στο ίδιο πεδίο· το τελευταίο μπορεί να υπερψηφίσει νομοσχέδιο παρεμφερές με το προτεινόμενο από τους πολίτες, έτσι ώστε να καταστήσει λιγότερο ελκυστική τη δική τους πρόταση, εφόσον τεθεί τελικά σε δημοψήφισμα ή ακόμη και να θέσει το ψηφισμένο αυτό νομοσχέδιο ως εναλλακτική επιλογή στο δημοψήφισμα.

Αντικείμενο της διαδικασίας της λαϊκής νομοθέτησης μπορεί να είναι κοινοί νόμοι, η αρμοδιότητα για την ψήφιση των οποίων ανήκει στο αντιπροσωπευτικό σώμα στο ίδιο επίπεδο διακυβέρνησης (δήμου, περιφέρειας στα ενιαία ή κρατιδίου στα ομόσπονδα κράτη, κράτους ή ευρωπαϊκής ένωσης) στο οποίο λαμβάνει χώρα και το δημοψήφισμα. Η προϋπόθεση αυτή εγγυάται τη μη υπέρβαση των αρμοδιοτήτων κάθε συνταγματικού επιπέδου σε βάρος των υπολοίπων μέσω της δημοψηφισματικής διαδικασίας. Έτσι, δεν μπορούν για παράδειγμα να αποφασιστούν θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΕ σε εθνικό/κρατικό επίπεδο, πέραν βέβαια αυτής καθεαυτής της συμμετοχής στην Ένωση ή την υπερψήφιση περαιτέρω βημάτων ενοποίησης ή αναστολής τους, η οποία ανήκει έτσι κι αλλιώς στην αρμοδιότητα των κρατών. Μπορούν, ωστόσο, να προβλεφθούν θεματικές που εξαιρούνται από τη συγκεκριμένη διαδικασία.[33]

 

ΙV.    Δικαιοπολιτικά επιχειρήματα κατά της άμεσης νομοθέτησης

 

1.             Ο λόγος του θυμικού

Συχνά το αντιπροσωπευτικό σύστημα συνδυάζεται με χαρακτηριστικά όπως η λογική, η αντικειμενικότητα, ο προσανατολισμός στο γενικό συμφέρον και η πολιτική ευθύνη που επιτρέπουν την πεποίθηση ότι καταλήγει σε σωστότερες αποφάσεις, ενώ η άμεση δημοκρατία επισύρει συνειρμούς ανορθολογισμού, επικυριαρχίας του θυμικού και έλλειψης υπευθυνότητας. Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η λαϊκή νομοθέτηση επιτρέπει την επικράτηση των συμφερόντων κάποιων μειοψηφιών που είναι πιο δυναμικές και άρα συντεχνιακών συμφερόντων επί του γενικού καλού.

Η θέση αυτή -όπως εξάλλου και η αντίθετή της, ότι δηλαδή οι αμεσοδημοκρατικά ληφθείσες αποφάσεις είναι ορθότερες από τις λαμβανόμενες από το αντιπροσωπευτικό σώμα- δεν είναι ούτε θεωρητικά πειστική ούτε εμπειρικά διαπιστωμένη.

Για τους επικριτές τους, οι θεσμοί άμεσης νομοθέτησης είναι πολύ πιθανό να λειτουργήσουν σαν «δούρειος ίππος» στο εσωτερικό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, με αποτέλεσμα η τελευταία, δηλαδή το πολίτευμα της οριοθετημένης εξουσίας της πλειοψηφίας με σεβασμό των δικαιωμάτων των μειοψηφιών, των μειονοτήτων αλλά και καθενός εκάστου ανθρώπου και πολίτη, να μετατραπεί σε λαϊκή (populist) δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας η πλειοψηφία χωρίς περιορισμούς θα άρχει σε βάρος των διαφωνούντων και των μειονοτήτων.

Περαιτέρω επισημαίνεται ο κίνδυνος με ευρεία χρήση μορφών άμεσης νομοθέτησης να υποσκαφθεί η δυνατότητα της κυβέρνησης να υλοποιήσει το πρόγραμμά της λόγω της αντίθεσης της πλειοψηφίας, με άλλα λόγια να αναδυθεί μια αντίθεση μεταξύ αντιπροσωπευτικής και άμεσης δημοκρατίας, ενόψει της λογικής υπόθεσης ότι θα είναι ιδίως οι πολιτικές μειοψηφίες[34] που θα κάνουν χρήση των θεσμών άμεσης συμμετοχής, δεδομένου ότι δεν μπορούν να προωθήσουν τις πολιτικές τους προτιμήσεις μέσω του Κοινοβουλίου. Η πρόληψη και αντιμετώπιση αυτών των «αμεσοδημοκρατικών ρίσκων» μπορεί ωστόσο να αντιμετωπιστεί μέσω της συγκεκριμένης συνταγματικής διαρρύθμισης και νομοτεχνικής κατάστρωσης τέτοιων θεσμών στο θετό δίκαιο.

 

2.             Η ακαταλληλότητα της άμεσης νομοθέτησης για αντιμετώπιση του αντιπροσωπευτικού ελλείμματος

Υποστηρίζεται ότι τα υπαρκτά όντως μειονεκτήματα του αντιπροσωπευτικού συστήματος δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την εισαγωγή ή/και ενδυνάμωση των μορφών άμεσης νομοθέτησης. Κάποιες εκφάνσεις του επιχειρήματος αυτού είναι σωστές: έτσι, για παράδειγμα, διαπιστώνεται εμπειρικά ότι η συσχέτιση της συμμετοχής στις εκλογές με το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο του πολίτη αναπαράγεται και στις νέες μορφές δημοκρατικής συμμετοχής, καθώς και αυτές κυριαρχούνται κατά κύριο λόγο από τα μορφωμένα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Ένα περαιτέρω επιχείρημα είναι ότι η συχνή προσφυγή στη βούλησή του πιθανώς να κουράσει το εκλογικό σώμα, με αποτέλεσμα την πρόκληση ακόμη μεγαλύτερης από τη σημερινή αδιαφορίας του και αποχής του από τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Το επιχείρημα αυτό ισχύει ωστόσο μόνο για την περίπτωση υποχρεωτικών δημοψηφισμάτων, καθώς οι υπόλοιπες διαδικασίες, όπως θα αναλυθεί παρακάτω, ενεργοποιούνται μόνο εφόσον υπάρχει επαρκής αριθμός ενδιαφερομένων πολιτών.

Το σημαντικότερο ίσως μειονέκτημα της λαϊκής νομοθέτησης που την καθιστά ακατάλληλη να καλύψει τα ελλείμματα της αντίστοιχης κοινοβουλευτικής σχετίζεται με τη δυσκολία και τη διάρκεια της διαδικασίας.[35] Η δυσκολία αυτή που είναι όντως υπαρκτή δεν συνεπάγεται από μόνη της την παραίτηση από τη λαϊκή νομοθέτηση, αλλά επιβάλλει την επιλογή έξυπνων εργαλείων, που να επιτρέπουν το συντονισμό της κοινοβουλευτικής και άμεσης νομοθέτησης αλλά και την αντίδραση της κάθε πλευράς στις προτάσεις της άλλης.

Τέλος, αν ένα δομικό πρόβλημα της αντιπροσώπευσης είναι η απαξίωση των πολιτικών κομμάτων ή η μη ένταξη σε αυτά μεγάλου αριθμού πολιτών που οφείλεται και στην ανάδυση μιας αναπτυγμένης πολιτικής ατομικότητας και την άρνηση ολικών λύσεων και άρα την κατακερμάτιση του πολιτικού σώματος μεταξύ πολλαπλών τομών (και όχι της κλασικής δεξιάςαριστεράς διάκρισης, τότε και η οργάνωση των μορφών άμεσης νομοθέτησης θα πρέπει να επιτρέπει την αντιπροσώπευση (στο δημόσιο χώρο, σε φόρα, τηλεοπτική κάλυψη κλπ) των αντιτιθέμενων πλευρών ως τέτοιων και όχι δια μέσω και πάλι των κομμάτων. Συμμαχίες a la carte μεταξύ αλλά και στο εσωτερικό των κομμάτων θα ήταν έτσι δυνατές, ακόμη και διασπώντας κυβερνητικές συμμαχίες.

 

3.             Δημαγωγίας πεδίο λαμπρό

Το επιχείρημα ενισχύεται από την παράλληλη επισήμανση ότι ο λαός εύκολα αποπλανάται.[36] Στο σημείο αυτό γίνεται επίκληση της γνωστής φράσης ότι το δημοψήφισμα είναι το “προνομιακό πεδίο για κάθε δημαγωγό”.[37] Παρότι ακούγεται καταρχήν πειστικό πως ο κίνδυνος χειραγώγησης του λαού είναι αυξημένος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο σύγχρονος εκλογέας είναι πολύ πιο μορφωμένος και πληροφορημένος από ό,τι στο παρελθόν. Η δε έξαψη των παθών που συχνά αποδίδεται ως αιτίαση σε μορφές λαϊκής συμμετοχής σχετίζεται μάλλον με την πολιτική κουλτούρα και μπορεί να εντείνεται και στο πλαίσιο εκλογών αντιπροσώπων ή αντίθετα να παραμένει εν υπνώσει, όπως η «συναινετική δημοκρατία» της Ελβετίας, που αποτελεί την κατεξοχήν κοιτίδα των δημοψηφισμάτων,[38] αποδεικνύει.

Ο κίνδυνος της δημαγωγίας συνδέεται συχνά και με την απόφανση του Καντ ότι η άμεση δημοκρατία είναι κατ’ ανάγκη «δεσποτισμός».[39] Σε αυταρχικό δεσποτισμό θα κατέληγε όντως η ρουσωικής ή σμιτιανής έμπνευσης ταύτιση κυβερνώντων-κυβερνωμένων και η άρση της σχετικής διάκρισης κράτους – κοινωνίας, που αποτελεί εγγύηση ελευθερίας, όχι όμως και η χρήση θεσμών άμεσης νομοθέτησης συμπληρωματικά προς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Και πάντως και αυτός ο κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπιστεί κατά την κατάστρωση των σχετικών θεσμών.

Έκφανση της πεποίθησης ότι ο λαός ταυτίζει το γενικό συμφέρον με το ίδιο ατομικό συμφέρον και δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί από αυτό[40] είναι η συνηθισμένη εξαίρεση των δημοσιονομικών θεμάτων από το πεδίο των επιτρεπόμενων δημοψηφισμάτων (βλ. και ά 44 παρ 2 εδ β Σ). Η εξαίρεση συνδέεται και με την υπενθύμιση ότι η ψήφιση του προϋπολογισμού αποτελεί μια κλασική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, η αρμοδιότητα αυτή, που αντανακλά την οριοθέτηση και ισορροπία του κοινοβουλευτικού συστήματος το 19ο αιώνα,[41] προβλέφθηκε ιδίως για περιφρούρηση της εξουσίας της νομοθετικής έναντι της εκτελεστικής εξουσίας και όχι έναντι του εκλογικού σώματος.

Παρά αυτή τη, σε μια πρώτη ματιά πειστική, αιτίαση, υποστηρίζεται, βάσει των εμπειριών στην Ελβετία και στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΕΠΑ), και η αντίθετη άποψη.[42] Ειδικότερα, η έρευνα δείχνει[43] ότι τα καντόνια της Ελβετίας που έχουν θεσπίσει αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες για τα δημοσιονομικά τους βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τα υπόλοιπα. Από την άλλη πλευρά, η σημερινή κατάσταση του δημοσίου χρέους βασισμένη σε δημοσιονομικές αποφάσεις που ελήφθησαν από μέλη αντιπροσωπευτικών σωμάτων αποδεικνύει περίτρανα ότι ούτε οι κοινοβουλευτικές αποφάσεις διασφαλίζουν υγιή οικονομικά.[44] Συνεπώς, το επιχείρημα ότι τα μέλη του Κοινοβουλίου διαθέτουν την απαραίτητη απόσταση εκκινεί μάλλον από μια ιδεαλιστική και ιδεοτυπική πρόσληψη, η οποία ελάχιστα επιβεβαιώνεται στην πράξη.

 

4.             Ο συντηρητικός χαρακτήρας

Ένα επόμενο επιχείρημα που προβάλλεται συχνά κατά των θεσμών λαϊκής νομοθέτησης είναι ότι παράγουν συχνά συντηρητικά αποτελέσματα. Το πραγματολογικό αυτό επιχείρημα, ωστόσο, δεν αρκεί για απόρριψη των συμμετοχικών δομών, καθώς το τυπικό διαδικαστικό νόημα αυτών δεν επιτρέπει η συζήτηση να γίνεται με επιχειρήματα που αφορούν στο εξαγόμενο αποτέλεσμα. Με το ίδιο κριτήριο θα μπορούσε, μάλιστα, κανείς να απορρίψει και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, υπέρ μιας φωτισμένης, φιλελεύθερης δεσποτείας ή μιας προοδευτικής τεχνοκρατίας. Τόσο όμως αυτή όσο και οι θεσμοί άμεσης νομοθέτησης ερείδονται στην πεποίθηση ότι η νομιμοποίηση της εξουσίας πρέπει να είναι (και) διαδικαστική και όχι μόνο λειτουργική (εκ του αποτελέσματος) ακριβώς επειδή η πρώτη αναδεικνύει την ίση ηθική αξία κάθε πολίτη. Εξάλλου, παρότι η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει να επιβεβαιώνει εμπειρικά το επιχείρημα περί συντηρητικών εξαγομένων δεν πρέπει να παραγνωρίζει κανείς τη δυναμική που οι θεσμοί αυτοί μπορούν να αναπτύξουν, εφόσον χρησιμοποιηθούν ευρέως, δυναμική που θα μπορούσε να ανατρέψει κάθε πρόγνωση ως προς το αποτέλεσμα. Όπως παρατηρούσε ήδη πριν από 80 χρόνια ο Σβώλος,[45] «εάν καλλιεργηθή η συνείδησις των εκλογέων ούτως ώστε να ωριμάσουν εις αυτήν ωρισμέναι ιδέαι, είναι δυνατόν ριζοσπαστικαί μεταβολαί να επιτευχθούν και δια της λαϊκής νομοθεσίας».

Από την άλλη πλευρά, αν οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί παρότι δεν ευνοούν μεν ριζοσπαστικά προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, δύνανται να περιφρουρούν την αποτελεσματικότητα των όποιων νομοθετικών ρυθμίσεων, αυτό πρέπει να προσμετρηθεί στα θετικά. Συντηρητικές αλλά αποτελεσματικές πολιτικές αποφασισμένες δημοκρατικά -θα συνέχιζε το επιχείρημα- είναι μάλλον προτιμότερες από επιβαλλόμενες από τις ελίτ προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που μένουν εν τέλει νεκρό νομικό γράμμα.

Εξάλλου, η εισαγωγή ή και ενίσχυση τέτοιων θεσμών δεν θα σήμαινε, όπως προειπώθηκε, την μετατροπής της συνταγματικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ως μικτού πολιτεύματος που συνενώνει το θεσμό της πλειοψηφικής κατίσχυσης με την εγγύηση των δικαιωμάτων μειονοτήτων και μονάδων, σε άμεση δημοκρατία με αυταρχική επιβολή της πλειοψηφίας επί μειοψηφιών και μειονοτήτων και κατάργηση των ‘αριστοκρατικών’ στοιχείων του πολιτεύματος, όπως τα δικαστήρια και οι ανεξάρτητες αρχές, που περιφρουρούν τον συνταγματισμό έναντι των πλειοψηφικών παρεκτροπών. Απλώς θα ενίσχυαν τη συνιστώσα της διαδικαστικής νομιμοποίησης, χωρίς, κατά το δυνατό, να αποδυναμώνουν και τις άλλες μορφές νομιμοποίησης της εξουσίας ή τις θεμελιακές εγγυήσεις του συνταγματισμού.

 

5.             Ο κίνδυνος για τα θεμελιώδη δικαιώματα

Ιδιαίτερης σημασίας είναι η φροντίδα για επαρκή προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ‘δομικών μειονοτήτων’ (δηλαδή μειονοτήτων που συνίστανται βάσει φυσικών ή πιο μόνιμων κοινωνικών χαρακτηριστικών) από την κατάχρηση της πλειοψηφικής αρχής στο πλαίσιο διαδικασιών άμεσης νομοθέτησης. Η έγνοια αυτή απορρέει από εμπειρικά ευρήματα (ιδίως από την Ελβετία και τις ΕΠΑ), σύμφωνα με τα οποία πιο πιθανή σε δημοψηφισματικές διαδικασίες είναι η επικράτηση των δομικών πλειοψηφιών οι οποίες εμφανίζουν την τάση να υποσκάπτουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των δομικών, δηλαδή όχι ευμετάβλητων, ιδίως εθνοτικών, θρησκευτικών ή άλλων, μειονοτήτων.[46] Ακόμη και αν το συμπέρασμα δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτούσιο στα δεδομένα της Ευρώπης και δη της Ελλάδας όπου δεν υπάρχει τόσο έντονος ο διαχωρισμός βάσει εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, χωρίς ωστόσο να εκλείπει (αρκεί να σκεφτούμε τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη και την εθνοτική μειονότητα των Ρομά), το ερώτημα που τίθεται σε συνταγματικό επίπεδο είναι αν η τάση αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στη συνταγματική απόρριψη των μορφών άμεσης νομοθέτησης ή αν αντίθετα θα έπρεπε να μας προβληματίσει δικαιοπολιτικά, έτσι ώστε να σχεδιάσουμε τους θεσμούς αυτούς με προστατευτικές για τα μειονοτικά δικαιώματα ασπίδες. Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική και νομική κατάστρωση δημοψηφισμάτων και νομοθετικών πρωτοβουλιών πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα προστασίας των θεμελιωδών συνταγματικών δικαιωμάτων, στον ίδιο τουλάχιστον βαθμό που το κάνει και έναντι της κοινοβουλευτικής νομοθεσίας.

Η θεωρητική θεμελίωση της αξίωσης αυτής ανάγεται στη διαπίστωση ότι η λαϊκή νομοθέτηση, εφόσον ασκείται ως συντεταγμένη λειτουργία ενός οργάνου, του λαού (υπό στενή έννοια), δεν μπορεί παρά να υπόκειται και να είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί τη δημοκρατική αρχή, την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και άρα τα συνταγματικά θεμελιώδη δικαιώματα και όλους γενικά τους τυπικά υπερέχοντες κανόνες δικαίου, άρα όχι μόνο τους συνταγματικούς αλλά και τους κανόνες του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου. Σε περίπτωση παραβίασης των αρχών αυτών, η λαϊκή νομοθεσία μπορεί –και αυτή, όπως και η κοινοβουλευτικά υιοθετημένη- να κηρυχθεί αντισυνταγματική. Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων σημαίνει ότι υπάρχουν θέματα που εξαιρούνται της κοινής νομοθέτησης βάσει της αρχής της πλειοψηφίας, καθώς ‘κλειδώνουν’ συνταγματικά. Τα θέματα αυτά πρέπει να εξαιρούνται και των αμεσοδημοκρατικών μορφών απόφασης, καθώς και οι μορφές αυτές, υπόκεινται στους περιορισμούς του συντάγματος και ο ‘λαός’, ως εκλογικό σώμα δεν βρίσκεται υπεράνω του Συντάγματος αλλά οριοθετείται από αυτό, όπως ήδη επισημάνθηκε. Σε συμφωνία με τα παραπάνω, η υπερψήφιση ενός νόμου μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε αποψίλωση του συνταγματικού κράτους και περιορισμό της αρμοδιότητας της δικαστικής εξουσίας να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικό νόμο –όπως και αν αυτός έχει υπερψηφιστεί.[47]

Έτσι, το ειδικότερο ερώτημα που εγείρεται είναι αν ένας νόμος που προκύπτει μέσα από μια διαδικασία λαϊκής νομοθέτησης υπόκειται -μπορεί και πρέπει να υπόκειται- με τον ίδιο τρόπο (και μόνο), όπως και ένας νόμος ψηφισμένος (μόνο) από τη Βουλή, σε δικαστικό έλεγχο (αντι)συνταγματικότητας.[48] Στο σημείο αυτό εγείρεται η ανησυχία ότι οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες μπορεί είναι πιο ευαίσθητες και οι πλειοψηφίες τους ίσως πιο ‘ευέξαπτες’ από ότι οι κοινοβουλευτικές απέναντι σε τυχόν εκφρασμένη από αρμόδιο «αριστοκρατικής υφής» όργανο ότι το νομοθέτημα που επιψηφίστηκε μέσα από διαδικασίες λαϊκής νομοθέτησης αντισυνταγματικό. Με αυτό το σκεπτικό θα ήταν ίσως σκοπιμότερος ένας εκ των προτέρων έλεγχος της νομοθετικής πρότασης, τουλάχιστον αντίστοιχος με αυτόν στον οποίο υποβάλλει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής κάθε νομοσχέδιο ή ακόμη και με δεσμευτική ισχύ από ένα δικαστικό όργανο (ίσως με διαδικασία αντίστοιχη της πρότυπης δίκης για να εξασφαλίζεται η ταχύτητα), η κρίση του οποίου τυπικά μεν δεν θα δεσμεύει, επί της ουσίας όμως σίγουρα θα περιορίζει τον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο.

Οι μέχρι σήμερα μορφές του κατασταλτικού ελέγχου συνεπώς πρέπει να συμπληρωθούν με αρμοδιότητες προληπτικού συνταγματικού ελέγχου. Έτσι μπορεί να αναμένεται, η άσκηση ενός τέτοιου ελέγχου, σε περίπτωση αμφίβολης συνταγματικότητας της πρότασης νόμου, μπορεί να μετριάσει την αντίδραση σε αμεσοδημοκρατικές πρωτοβουλίες, και την ανασφάλεια που αυτές προκαλούν και να αποτρέψει μια οπορτουνιστική χρήση του Συντάγματος στο δημόσιο διάλογο. Είναι πολύ περισσότερο προτιμότερος δε από έναν κατασταλτικό έλεγχο που μπορεί να επισύρει την υποψία χειραγώγησης και να προκαλέσει απονομιμοποιητικά συναισθήματα απογοήτευσης.[49] Ο έλεγχος αυτός πρέπει να είναι τουλάχιστον αντίστοιχος με αυτόν στον οποίο υποβάλλει η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής κάθε νομοσχέδιο ή ακόμη και έλεγχος με δεσμευτική ισχύ από ένα δικαστικό όργανο (ίσως με διαδικασία αντίστοιχη της πρότυπης δίκης για να εξασφαλίζεται η ταχύτητα), η κρίση του οποίου τυπικά μεν δεν θα δεσμεύει, επί της ουσίας όμως σίγουρα θα περιορίζει τον εκ των υστέρων δικαστικό έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση πάντως και παρά την αναγκαιότητα διαφύλαξης των θεμελιωδών δικαιωμάτων έναντι της πλειοψηφίας, τα θέματα ‘ταμπού’, όπως και τα διαδικαστικά εμπόδια, δεν πρέπει να ξεπερνούν το πράγματι αναγκαίο μέτρο, καθώς σε αντίθετη περίπτωση οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας θα θεωρούνταν απλώς μια φενάκη και θα παρήγαγαν πολύ περισσότερη απογοήτευση και απονομιμοποίηση.

 

6.             Το επιχείρημα της Βαϊμάρης

Στη σχετική γερμανική συζήτηση, και όχι μόνο, εναντίον της εισαγωγής αμεσοδημοκρατικών στοιχείων στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα εγείρεται συχνά η ένσταση ότι η εμπειρία από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, η δυνατότητα δηλαδή προκήρυξης δημοψηφισμάτων σε επίπεδο κράτους και κρατιδίων στο μεσοπόλεμο συνετέλεσε στην αποσταθεροποίηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και άνοιξε το δρόμο προς το αυταρχικό ναζιστικό καθεστώς.[50] Υποστηρίζεται βέβαια και η αντίθετη άποψη,[51] ιδίως βάσει του αντεπιχειρήματος ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης αυτοϋπονομεύθηκε και στο αποτέλεσμα αυτό συνετέλεσαν κυρίως η πλειοψηφία της Βουλής και ο Πρόεδρος του Reich.[52] Προς την κατεύθυνση αυτή, πολλοί θεωρητικοί επιμένουν ότι οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης έπαιξαν μάλλον έναν δευτερεύοντα και επιβοηθητικό ίσως ρόλο δίπλα σε άλλους πολύ πιο σημαντικούς παράγοντες της πτώσης της.[53]Ιδιαίτερα προβλήματα δημιουργούσε εξάλλου η σχέση έντασης μεταξύ του άμεσα εκλεγμένου Προέδρου του Ράιχ με την κοινοβουλευτικά υπεύθυνη Κυβέρνηση.[54] Το πιο καθοριστικό στοιχείο, ωστόσο, κρίνεται πως ήταν η έναρξη του ψυχρού πολέμου[55] και βέβαια η οικονομική ύφεση. Εξάλλου, τα ιστορικά επιχειρήματα έχουν σχετική αξία, καθώς στη σημερινή Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, είναι διαφορετικός ο βαθμός πληροφόρησης των πολιτών, ο πλουραλισμός των μέσων ενημέρωσης και η δημοκρατική συνείδηση είναι πιο ενισχυμένη.

 

V.      Αντί συμπεράσματος

Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μπορεί να αναγνωστεί και ως κρίση του Κοινοβουλίου. Στη σημερινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης που αναμένεται να παγιωθεί στην Ευρώπη του 21ου αιώνα η κρίση του κοινοβουλίου συνεπάγεται και την ανεπάρκεια του τυπικού νόμου ως ρυθμιστικού εργαλείου. Το φαινόμενο αυτό, αποτύπωση του οποίου είναι ήδη η ευρείας έκτασης νομοθετική εξουσιοδότηση, βρίσκει τα όριά του στη διακυβέρνηση για Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου, δηλαδή άσκηση αυτόνομης κανονιστικής αρμοδιότητας της εκτελεστικής εξουσίας και στην αναζήτηση τρόπων άμεσης λαϊκής νομοθέτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αυτές μορφές νομικής αποτύπωση εμπεριέχονται στις δύο παραγράφους του άρθρου 44 του ελληνικού Συντάγματος εν είδει εξαιρέσεων από τον κανόνα της άσκησης της νομοθετικής εξουσίας από τη Βουλή.

Σε συμφωνία με τα παραπάνω, η επίρρωση της δημοκρατίας αλλά και του κράτους δικαίου που είναι το ζητούμενο περνάει μέσα από την ενδυνάμωση καταρχήν και κατά κύριο λόγο του Κοινοβουλίου και την ανάκτηση της χαμένης του αξιοπιστίας. Η εμφύτευση στην αντιπροσωπευτική στοιχείων άμεσης δημοκρατίας είναι ευπρόσδεκτη, αρκεί να μην υποσκάψει το κράτος δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα οδηγώντας σε έναν λαϊκιστικό συνταγματισμό χωρίς ελέγχους και εξισορροπητικά στοιχεία και εν τέλει σε μια δικτατορία της πλειοψηφίας. Η συνταγματική δημοκρατία είναι κατ’ ανάγκη –ακόμη και σήμερα- αντιπροσωπευτική· και πάντως δεν είναι μόνο διαδικαστική, αλλά και ουσιαστική, εφόσον προϋποθέτει και συνεπάγεται την υπερίσχυση της πλειοψηφίας με ρητές και αυστηρές εγγυήσεις προστασίας των μειοψηφιών και των μειονοτήτων.

Κατά συνέπεια, η αναθεώρηση της συνταγματικής κατάστρωσης του δημοψηφίσματος και η εισαγωγή της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας μπορούν να συμβάλουν στην αναζωογόνηση της αντιπροσώπευσης, όχι όμως και στην αντικατάστασή της και δεν θα μπορούσαν να άρουν τα εγγενή αλλά και επίκτητα μειονεκτήματά της που πρέπει να αντιμετωπιστούν αυτόνομα. Επιπλέον, πρέπει να σχεδιαστούν με ασφαλιστικές δικλείδες έναντι πιθανών καταχρήσεων που θα οδηγούσαν σε συμπίεση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων. Και βεβαίως, δεν μπορεί να αναμένει κανείς από τους θεσμούς μόνο να λύσουν το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας.[56] Αυτοί μπορούν ίσως να βοηθήσουν στη νομιμοποίηση των ακολουθούμενων πολιτικών. Θα είναι όμως οι πολιτικές που μπορούν –όσο μπορούν- να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση και να κάνουν πιο ήπιες της συνέπειές της. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις εν γνώσει των ορίων και των δυνατοτήτων τους, οι θεσμοί λαϊκής νομοθέτησης θα πρέπει να συζητηθούν σε μια πιθανή μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση με σκοπό να αποτελέσουν –εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις[57]– θεσμικό αντίβαρο στην πλειοψηφικό κοινοβουλευτισμό.[58]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


[1]     Β. Βολουδάκη, Ο θεσμός του δημοψηφίσματος μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος: διεύρυνση της λαϊκής κυριαρχίας ή δημοκρατική πρόσοψη; Δίκαιο και Πολιτική 13-14, σ. 225επ (255)· Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλα 2003, σ. 415.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[2]     Ενδιαφέρον θα είχε να εξεταστεί η εισαγωγή καταργητικού δημοψηφίσματος το οποίο θα μπορούσε να προκληθεί είτε από μια κοινοβουλευτική μειοψηφία είτε από έναν ικανό αριθμό πολιτών. Ενδιαφέρουσες στο σημείο αυτό είναι οι ρυθμίσεις του δανέζικου (παρ. 42) και του ιταλικού (ά. 75) Συντάγματος. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της Δανίας ψηφισμένο νομοσχέδιο τίθεται σε δημοψήφισμα εφόσον αυτό ζητηθεί από το ένα τρίτο τουλάχιστον των βουλευτών εντός τριών ημερών από την ψήφισή του και καταπίπτει εφόσον απορριφθεί από την πλειοψηφία των ψηφισάντων υπό την προϋπόθεση της συμμετοχής του 30% τουλάχιστον των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Στο ιταλικό Σύνταγμα η προκήρυξη καταργητικού νομοθετικού δημοψηφίσματος επιτυγχάνεται μετά από συλλογή 500.000 υπογραφών πολιτών. Το ‘κατώφλι’ της συμμετοχής τίθεται αρκετά υψηλά (πάνω από 50%) και το ίδιο ποσοστό των ψηφισάντων απαιτείται για να καταργηθεί το νομοσχέδιο. Και στις δύο περιπτώσεις κάποια νομοσχέδια (ιδίως δημοσιονομικού περιεχομένου) εκφεύγουν της δυνατότητας δημοψηφισματικής κατάργησης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[3]     Η. Kelsen, Vom Wesen und Wert der Demokratie, 2η έκδ., Tubingen: J. C. B. Mohr 1929, σ. 9επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[4]     H. Dreier / F. Wittreck, Repräsentative und direkte Demokratie im Grundgesetz, σε: Feld L./ Huber P. / Jung Ο. / Welzel Chr. / Wittreck F. (επιμ.), Jahrbuch für direkte Demokratie 2009, Baden-Baden: Nomos, 2010, σ. 12.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[5]     E. W. Böckenförde, Demokratische Willensbildung und Repräsentation, σε: Isensee / Kirchhof, Handbuch des Staatsrechts III, 3η έκδ., Heidelberg κ.α.: C.F. Müller, 2005 §34, αρ. περ. 53.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[6]     Ε. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθεωρημένη έκδοση, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2008, σ. 356

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[7]     Δ. Μαντζουλίνου, Οι θεσμοί της λαϊκής νομοθεσίας εν τη δημοκρατία, 1934, σ. 180επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[8]     Αλ. Σβώλου , Συνταγματικόν Δίκαιο, Αθήνα: Πυρσός 1934, σ. 265.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[9]     Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: Τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια, Εισαγωγική Ομιλία στο ΙΓ΄ Συμπόσιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» στο Βόλο (25-26.3.2011), διαθέσιμο σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/058/ent.2058.asp(πρόσβαση: 01.06.2013).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[10]    U. Berlit, Soll das Volk abstimmen? Zur Debatte über direktdemokratische Elemente im Grundgesetz, Kritische Vierteljahresschrift 1993, σ. 318 επ. (338). Οζενί Αθανασιάδου, Οι αμεσοδημοκρατικοί θεσμοί στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία: σύζευξη ή σύγκρουση;, σε: Α. Μανιτάκη (επιμ.),Η Δημοκρατία μεταξύ ουτοπίας και πραγματικότητας, Μελέτες Χαριστήριες στον Ζήση Παπαδημητρίου, Αθήνα: Σαββάλας , σ. 198-217 (206).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[11]    C. Pestalozza, Der Popularvorbehalt. Direkte Demokratie in Deutschland,: Vortrag gehalten vor der Berliner Juristischen Gesellschaft am 21. Januar 1981, Walter de Gruyter, 1981, σ. 10.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[12]    Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Β΄, Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1992, σ. 95.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[13]    Σβώλου, όπ.π., 1934, σ. 283.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[14]    J. Habermas, Faktizität und Geltung, 2η έκδ., Frankfurt/Main, Suhrkamp 1992, σ. 141

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[15]    Berlit, όπ.π., σ. 336.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[16]    C. Schmitt, Volkentscheid und Volksbegehren, Ein Beitrag zur Auslegung der Weimarer Verfassung und zur Lehre von der unmittelbaren Demokratie, Berlin / Leipzig: de Gruyter 1927, σ. 49

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[17] Έτσι και o Χρυσόγονος, όπ.π., σ. 418 αναφερόμενος στο δικαστικό έλεγχο του επιψηφισμένου με δημοψήφισμα νομοσχεδίου κατά το ά, 44 παρ. 2 περ. β΄ Σ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[18]    Μ. Jacobsen, Zur Verbindlichkeit der Volksgesetzgebung, DöV 2007, σ. 949επ (954).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[19]    Dreier / Wittreck, όπ.π., σ. 26· Jacobsen, όπ.π., σ. 954· ΒVerfGE 60, 175 (202, 207); 96, 231 (239επ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[20]    Πρβλ. και BVerfGE8, 104 (114).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[21]    Jacobsen, όπ.π., σ. 957.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[22]    Για παράδειγμα λαϊκή πρωτοβουλία προς ψήφιση νόμου απευθυνόμενη προς το κοινοβούλιο προβλέπεται στο Σύνταγμα της Αυστρίας (ά 41), κατόπιν συλλογής 100.000 υπογραφών, της Ισπανίας (500.000 υπογραφές) και της Ιταλίας (50.000 υπογραφές).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[23]    Βενιζέλος, όπ.π., σ. 356

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[24]    Α. Δημητρόπουλου, Το δημοψήφισμα. Ο ρόλος και η σημασία του θεσμού στη σύγχρονη δημοκρατία, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 1997, σ. 33

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[25]    Για το προσωπικό δημοψήφισμα ως αντιδιαστελλόμενο προς το γνήσιο, βλ. Τσάτσου, όπ.π., σ. 178· Α. Δημητρόπουλου, όπ.π., σ. 41επ.· Κ. Μαυριά, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ, Ν. Σάκκουλα, σ. 391. Βλ. και Δ. Αλικανιώτη, Το συντακτικό έργο των Γ΄ και Δ΄ Συντακτικών Συνελεύσεων και της Βουλής του 1926, Συγκριτική Έρευνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, 2000, σε: http://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/12879 (πρόσβαση 08.08.2012), σ. 60.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[26]    Σβώλου, όπ.π., σ. 277.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[27]    Α. Ξηρού, Εμβάθυνση της Δημοκρατίας και αναζωογόνηση του πολιτικού συστήματος, Εισήγηση στην ετήσια συνάντηση του Σεμιναρίου Συνταγματικών Θεσμών που πραγματοποιήθηκε την 24η Φεβρουαρίου 2011, διαθέσιμο σε: http://www.constitutionalism.gr/html/ent/974/ent.1974.asp(πρόσβαση: 10.06.2013). Πρβλ, ωστόσο και Ν. Κανελλοπούλου, Οι «μεταμορφώσεις» του Συντάγματος και το status mixtus, σε: Ξ. Κοντιάδη / Φ. Σπυρόπουλου / Κ. Τσουκαλά, Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης – Μελέτες στη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα: Σαββάλας 2012, σ. 110επ (121-2), σύμφωνα με την οποία το δημοψήφισμα υπακούει στην «πολιτειολογική λογική της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που στηρίζεται στην αριθμητικά προσδιορισμένη σχέση πλειοψηφίας και μειοψηφίας και όχι στην έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας, η οποία αντίθετα «υπακούει σε μια διαφορετική πολιτειολογική λογική, και παραπέμπει στην διαβουλευτική ή συναινετική δημοκρατία».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[28]    Αυτό προβλέπεται στα Συντάγματα των γερμανικών κρατιδίων Βρέμης (70 εδ. α΄ στοιχ. β), Βάδης-Βυτεμβέργης (ά. 60 παρ. 2), Έσσης (ά. 123), Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας (ά. 68 παρ. 3).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[29]    Πρβλ. π.χ. το ά. 68 παρ. 3 του Συντάγματος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας (κρατιδίου της Γερμανίας), με βάση το οποίο η Κυβέρνηση αποκτά δικαίωμα διάλυσης της Βουλής, αν η τελευταία δεν έχει ψηφίσει νομοσχέδιο που υπερψηφίστηκε δια δημοψηφίσματος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[30]    Υποχρεωτικό δημοψήφισμα σε περίπτωση αναθεώρησης του Συντάγματος προβλέπεται από το Σύνταγμα της Δανίας (ά 88), της Γαλλίας (ά 89), της Πολωνίας (ά 235), του Λουξεμβούργου (ά 114) και της Αυστρίας για την περίπτωση της ολικής αναθεώρησης (ά 44). Από τα γερμανικά κρατίδια, βλ. ά. 75 παρ. 2, εδ. β΄ Σ. Βαυαρίας, 125, εδ. γ΄στοιχ. β, 5 Σ. Βρέμης, 123, εδ. β΄ Σ. Έσσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[31]    Ε. Σπηλιωτόπουλου, Η νομική φύση του δημοψηφίσματος του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, σε: Σύμμεικτα προς τιμήν Φ. Βεγλερή, Τόμος Α΄, Αθήνα-Κομοτηνή 1988, σ. 320επ (327)· βλ. και Αλικανιώτη, όπ.π., σ. 197.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[32]    Σβώλου, όπ.π., σ. 278.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[33]    Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις συνταγμάτων γερμανικών κρατιδίων (βλ. ά. 73, Σ. Βαυαρίας, 76 παρ. 2 Σ. Βρανδεμβούργου, 70 εδ. γ΄ Βρέμης, 124 εδ. γ’ Έσης, 48 παρ. 1, εδ. γ’ Κάτω Σαξονίας, 68, παρ. 1, εδ. δ΄ Βόρειας Ρηνανίας Βεστφαλίας, 109, εδ. ε΄ Ρηνανίας-Παλατινάτου, 99, παρ. 1 εδ. γ΄ Σ. Ζάαρ) εξαιρούνται του δημοψηφίσματος ο νόμος περί προϋπολογισμού, νόμοι σχετικά με την μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή άλλοι νόμοι που επιδρούν στα οικονομικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[34]    V. Slupik, Plebiszitäre Demokratie und Minderheitenschutz in der Bundesrepublik Deutschland, KritV 1987, 287επ (288επ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[35]    P. Krause, Verfassungsrechtliche Möglichkeiten unmittelbarer Demokratie, σε: J. Isensee/  P. Kirchhof (επιμ.), Handbuch des Staatsrechts der BRD, 3η έκδ. 2005, τόμος ΙΙΙ, § 35, σ. 61επ, αρ.περ. 47.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[36]    Jacobsen, όπ.π., σ. 952.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[37]    Η φράση αυτή ανήκει στον πρώτο Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, T. Heuss, Plenum des Parlamentarischen Rates, Sitzung v. 09.09.1948, W. Werner (Bearb.), Der Parlamentarische Rat 1948-1949. Akten und Protokolle, Bd. IX, 1996, σ. 111. Έτσι και Ν. Αλιβιζάτου, Ποια Δημοκρατία για την Ελλάδα μετά την Κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματός τους, Αθήνα: Πόλις, σ. 106.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[38]    Στην Ελβετία διενεργούνται κατά μέσο όρο περίπου 2-3 δημοψηφίσματα κάθε έτος σε κεντρικό επίπεδο και ακόμη περισσότερα σε τοπικό. Το ελβετικό Σύνταγμα προβλέπει δημοψήφισμα κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας, είτε για την κατάργηση νόμου, εάν ζητηθεί από 50.000 πολίτες (ά 89 ελβΣ), είτε για την αναθεώρηση ή τη θέσπιση νέου Συντάγματος εάν ζητηθεί από 100.000 πολίτες (ά 121 ελβΣ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[39]  Ι. Kant (1795), Vom Ewigen Frieden, σε: Kants Werke. Akademie-Textausgabe, Bd. 8: Abhandlungen nach 1781, 1968, Berlin : Walter de Gruyter and Co., σ. 341επ (352).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[40]    Krause, όπ.π., αρ.περ. 48; S. Muhle / C. Lontzek, Die Zulässigkeit finanzwirksamer Volksbegehren in Niedersachsen – am Beispiel des Volksbegehrens zum Landesblindengeld, NordÖR 2007, σ. 227επ (230).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[41]    Κριτικά J. Isensee, Budgetrecht des Parlaments zwischen Schein und Sein, σε: JZ 2005, σ. 971επ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[42]    G. Kirchgässner / L.P. Feld / M.R. Savioz, Die direkte Demokratie: Modern, erfolgreich, entwicklungs- und exportfähig, 1999, σ. 71επ (Schweiz), σ. 111επ (USA)· R. Eichenberger, Mit direkter Demokratie zu besserer Wirtschafts- und Finanzpolitik: Theorie und Empirie, σε: H. H. V. Arnim (επιμ.), Adäquate Institutionen: Voraussetzungen für “gute” und bürgernahe Politik?, Berlin: Duncker & Humblot 1999, σ. 259επ· C.A. Schaltegger / L.P. Feld, Behindert die direkte Demokratie eine erfolgreiche Konsolidierungspolitik?, σε: M. Freitag / U. Wagschal (επιμ.), Direkte Demokratie. Bestandsaufnahmen und Wirkungen im internationalen Vergleich, 2007, σ. 363επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[43]    R. Eichenberger, Mit direkter Demokratie zu besserer Wirtschafts- und Finanzpolitik: Theorie und Empirie, σε: H. H. V. Arnim (επιμ.), Adäquate Institutionen, 1999, σ. 259επ (276επ).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[44]    Έτσι και F. Wittreck, Direkte Demokratie und Verfassungsgerichtsbarkeit, JöR 51 (2005), σ. 111επ (176).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[45]    Σβώλου, όπ.π, σ. 284.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[46]    Βλ. Κ. R. Johnson, A Handicapped, Not “Sleeping” Giant. The Devastating Impact of the Initiative Process on Latina/o and Immigrant Communities, California Law Review 96 (2008), σ. 1259επ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[47]    T. v. Danwitz, Plebiszitäre Elemente in der staatlichen Willensbildung, Die Öffentliche Verwaltung 1992, S. 601επ (607επ)· Berlit, όπ.π., σ. 346.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[48]    Έτσι οι Dreier / Wittreck, όπ.π., σ. 32. Την κανονιστική ισοκυρία της κοινοβουλευτικής και της λαϊκής νομοθεσίας υπογραμμίζει επίσης ο J. Rux, Direkte Demokratie in Deutschland, Baden-Baden: Nomos 2008, σ. 87επ. Για την ουσιαστικά διαφορετική νομική κατάσταση στη Γαλλία βλ. F. Lange, σε: L. P. Feld / P. M. Huber/ O. Jung / Chr. Welzel / F. Wittreck (επιμ.), Jahrbuch für direkte Demokratie 2009, Baden-Baden 2010, σ. 259επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[49]    Berlit, όπ.π., σ. 346.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[50]    Έτσι ο ιστορικός S. Meineke, Die antiplebiszitäre Grundentscheidung des Parlamentarischen Rates – eine Fehlverarbeitung der Geschichte?, σε: Jahrbuch für Politik 2 (1992), σ. 203επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[51]    O. Jung, Das demokratische Defizit: Deutschland ohne Volksentscheid, σε: Blätter für deutsche und internationale Politik 54 (2009), σ. 97επ. Όπως, εξάλλου, επισημαίνει η Αθανασιάδου, όπ.π., σ. 208, υποσημ. 58, καμιά από τις δημοψηφισματικές πρωτοβουλίες της εποχής που έφτασαν μέχρι τις κάλπες (δύο από τις οκτώ συνολικά, η μια εκ των οποίων υποκινήθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, ενώ η άλλη από το κομμουνιστικό και το σοσιαλιστικό) δεν επέφερε αποτέλεσμα, αφού δεν συμπληρώθηκε το απαραίτητο ποσοστό συμμετοχής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[52]    Horst Wittreck, όπ.π., σ. 22.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[53]    Ο. Jung, Direkte Demokratie in der Weimarer Republik, Frankfurt / New York: Beck 1989· K. Bugiel, Volkswille und repräsentative Entscheidung. Zulässigkeit und Zweckmäßigkeit von Volksabstimmungen nach dem Grundgesetz, Baden-Baden: Nomos 1991, σ. 443επ· W. Frotscher, Direkte Demokratie in der Weimarer Verfassung, DVBl. 1989, σ. 541επ (544). Α.ά. ο Κ. Κruis, Mehr Demokratie durch mehr Volksentscheid?, Politische Studien SH 2/1991, σ. 40 (44επ)· Meineke, όπ.π., σ. 224επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[54]    Το στοιχείο αυτό πρέπει ίσως να προσεχτεί στο πλαίσιο της συζήτησης σχετικά με την (επαν)ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[55]    Berlit, όπ.π., σ. 340.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[56]    Πρβλ και Αλιβιζάτου, όπ.π., σ. 103.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[57]    Πρβλ. Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και δημοκρατία στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης», Αθήνα – Κομοτηνή: Αντ. Σάκκουλα 2000, σ. 165επ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

[58]    Προς την κατεύθυνση αυτή ο Κ. Χρυσόγονος, Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση, σε: Ξ. Κοντιάδη / Φ. Σπυρόπουλου / Κ. Τσουκαλά, Δημοκρατία, Σύνταγμα, Ευρώπη στην εποχή της κρίσης – Μελέτες στη μνήμη του Δημήτρη Τσάτσου, Αθήνα: Σαββάλας 2012, σ. 74επ (86). Βλ. και Γ. Τασόπουλου, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα-Θεσ/νίκη 2007, σ. 77 επ.