Author Archives: admin

Δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία και νομιμότητα. Η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών για την ΕΡΤ

του Ακρίτα Καϊδατζή, Λέκτορα Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Α.Π.Θ. (δημοσιεύεται στο ΔιΜΕΕ 2/2013)

KAIDATZHSΗ αιφνίδια κατάργηση της ΕΡΤ και διακοπή των προγραμμάτων της θέτει μείζονα πολιτικά και συνταγματικά ζητήματα. Θέτει όμως και σοβαρά ζητήματα νομιμότητας ή και συνταγματικότητας. Αυτά θα εξεταστούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κριθεί η αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της κ.υ.α. της 11.6.2013 με την οποία έκλεισε η ΕΡΤ. Ο Πρόεδρος του ΣτΕ, με την προσωρινή διαταγή που εξέδωσε στις 17.6.2013, και η πενταμελής Επιτροπή Αναστολών της Ολομέλειας, με την απόφασή της ελάχιστες μέρες αργότερα, στις 20.6.2013, δεν πήραν θέση επί της ουσίας, δηλαδή δεν εξέφεραν κρίση για τη νομιμότητα της κοινής υπουργικής απόφασης. Περιορίστηκαν να εξετάσουν εάν από την άμεση εκτέλεσή της προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη. Και διέταξαν να ανασταλεί προσωρινά, όχι στο σύνολό της, αλλά κατά το μέρος με το οποίο διακόπτεται το πρόγραμμα της ΕΡΤ. Η συγκεκριμένη κρίση της Επιτροπής Αναστολών (όπως και της προσωρινής διαταγής που προηγήθηκε) θέτει ένα πρόσθετο ζήτημα νομιμότητας. Αυτό δεν αφορά την ίδια την απόφαση ή την αιτιολόγησή της, αλλά τον τρόπο συμμόρφωσης σε αυτήν. Το αυτοτελές νομικό ζήτημα που τίθεται είναι: Σε ποιες ενέργειες οφείλει να προβεί η διοίκηση, προκειμένου να συμμορφωθεί, όπως εκ του Συντάγματος υποχρεούται, με το διατακτικό της απόφασης αναστολής;

Η αιφνίδια –κυριολεκτικά «εν μιά νυκτί», χωρίς καμία προηγούμενη διαβούλευση και, όπως αποδεικνύεται, χωρίς καμία προετοιμασία– κατάργηση της ΕΡΤ και διακοπή των προγραμμάτων της θέτει βεβαίως μείζονα πολιτικά και συνταγματικά ζητήματα. Θέτει όμως και σοβαρά ζητήματα νομιμότητας ή και συνταγματικότητας1. Αυτά θα εξεταστούν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν κριθεί η αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της κ.υ.α. της 11.6.2013 με την οποία έκλεισε η ΕΡΤ. Ο Πρόεδρος του ΣτΕ, με την προσωρινή διαταγή που εξέδωσε στις 17.6.2013, και η πενταμελής Επιτροπή Αναστολών της Ολομέλειας, με την απόφασή της ελάχιστες μέρες αργότερα, στις 20.6.2013, δεν πήραν θέση επί της ουσίας, δηλαδή δεν εξέφεραν κρίση για τη νομιμότητα της κοινής υπουργικής απόφασης. Περιορίστηκαν να εξετάσουν εάν από την άμεση εκτέλεσή της προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη. Και διέταξαν να ανασταλεί προσωρινά, όχι στο σύνολό της, αλλά κατά το μέρος με το οποίο διακόπτεται το πρόγραμμα της ΕΡΤ. Βεβαίως, οποιαδήποτε κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε μιαν υπόθεση μείζονος πολιτικής σημασίας, που προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στην κυβέρνηση και την αποχώρηση ενός εκ των εταίρων της, θα είχε αυταπόδεικτη πολιτική σημασία. Η νομική διάσταση μάλλον δεν είναι η σημαντικότερη στην υπόθεση αυτή. Η συγκεκριμένη όμως κρίση της Επιτροπής Αναστολών (όπως και της προσωρινής διαταγής που προηγήθηκε) θέτει ένα πρόσθετο ζήτημα νομιμότητας. Αυτό δεν αφορά την ίδια την απόφαση ή την αιτιολόγησή της, αλλά τον τρόπο συμμόρφωσης σε αυτήν. Το αυτοτελές νομικό ζήτημα που τίθεται είναι: Σε ποιες ενέργειες οφείλει να προβεί η διοίκηση, προκειμένου να συμμορφωθεί, όπως εκ του Συντάγματος υποχρεούται, με το διατακτικό της απόφασης αναστολής;

 

Το χρονικό ενός μη προαναγγελθέντος θανάτου

Το πολιτικό και θεσμικό ζήτημα από την κατάργηση της ΕΡΤ παραμένει ανοικτό. Οι νομικές εξελίξεις, πάντως, φαίνεται ότι συμπυκνώθηκαν σε ένα δεκαήμερο, από τις 11 έως τις 20 Ιουνίου, χωρίς να έχει υπάρξει έκτοτε κάτι νεότερο.

Όλα ξεκίνησαν στις 11 Ιουνίου. Τότε δημοσιεύθηκε η π.ν.π. της 10.6.2013, με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005 περί ΔΕΚΟ2. Το άρθρο αυτό είχε προστεθεί στο νόμο δύο χρόνια πριν, με το ν. 4002/20113. Ήδη από τότε προβλεπόταν ότι με κοινή υπουργική απόφαση μπορούν να καταργούνται, συγχωνεύονται κλπ. μια σειρά δημόσιων επιχειρήσεων ή νομικών προσώπων, μεταξύ των οποίων και η ΕΡΤ Α.Ε. Η πράξη νομοθετικού περιεχομένου απλώς πρόσθεσε κάποιες, μάλλον τεχνικού χαρακτήρα, αλλά ωστόσο κρίσιμες προβλέψεις, όπως ιδίως ότι με την κοινή αυτή απόφαση θα μπορεί να καθορίζεται η διακοπή λειτουργίας του φορέα και να λύονται οι εργασιακές σχέσεις. Την ίδια μέρα, στις 11 Ιουνίου, εκδόθηκε η πρώτη κοινή υπουργική απόφαση κατ’ εξουσιοδότηση του τροποποιηθέντος άρθρου, με την οποία καταργείται η ΕΡΤ4. Για την ακρίβεια, καταργείται το νομικό πρόσωπο της ΕΡΤ Α.Ε. όπως και οι θυγατρικές της· διακόπτεται η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ· μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο Δημόσιο η περιουσία της, ενεργητικό και παθητικό· ορίζεται ότι παραμένουν ανενεργές, έως τη σύσταση νέου φορέα, οι συχνότητές της· λύονται όλες οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου προσωπικού και λήγει η θητεία των οργάνων διοίκησής της. Το ίδιο κιόλας βράδυ διακόπηκε η εκπομπή σήματος και η μετάδοση προγράμματος και η ΕΡΤ σίγησε. (Αλλά μόνο προσωρινά: η μετάδοση προγράμματος συνεχίστηκε από τους, πρώην πλέον, εργαζομένους της και από άλλες συχνότητες).

Την επομένη, στις 12 Ιουνίου, εκδόθηκε από τους συναρμόδιους υπουργούς τροποποιητική απόφαση, που ορίζει ότι το μεταβιβαζόμενο ενεργητικό και παθητικό της ΕΡΤ υπάγεται, μέχρι τη σύσταση νέου φορέα, σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης υπό την ευθύνη ειδικού διαχειριστή που θα διοριστεί προς το σκοπό αυτό5. Την αμέσως επόμενη μέρα, 13 Ιουνίου, διορίστηκε ως ειδικός διαχειριστής «για τη διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο» ο μέχρι τότε διευθύνων σύμβουλός της6. Ήδη όλα αυτά είχαν προκαλέσει μια μείζονα κυβερνητική κρίση, σημαντικές κοινωνικές αλλά και διεθνείς αντιδράσεις και κινητοποιήσεις των απολυμένων της ΕΡΤ. Μεταξύ των άλλων (ιδίως ότι παρέμειναν στις εγκαταστάσεις της και συνέχισαν να μεταδίδουν πρόγραμμα), οι τελευταίοι άσκησαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως κατά της κ.υ.α της 11.6.2013 και μαζί μ’ αυτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως με αίτημα για προσωρινή διαταγή.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε ταχύτατα αντανακλαστικά. Στις 17 Ιουνίου ο Πρόεδρός του εξέδωσε προσωρινή διαταγή με την οποία ανέστειλε εν μέρει την προσβληθείσα απόφαση και διέτασσε τους συναρμόδιους υπουργούς να λάβουν τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα «για τη συνέχιση της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων από δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα για το χρονικό διάστημα έως τη σύσταση και λειτουργία νέου φορέα». Στο, κατ’ ανάγκη συνοπτικό, σκεπτικό της προσωρινής διαταγής γίνεται επίκληση διατάξεων του ιδρυτικού της καταργηθείσας ΕΡΤ νόμου 1730/1987 και επισημαίνεται ότι η διακοπή του προγράμματός της έχει ως «αποτέλεσμα να μην επιτελείται η … συμβολή δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα στην ενημέρωση, στη μόρφωση και στην ψυχαγωγία του ελληνικού λαού και της ομογένειας»7. Η προσωρινή διαταγή ουδέποτε εκτελέστηκε. Στις 19 Ιουνίου εκδόθηκε από τους συναρμόδιους υπουργούς –σε συμμόρφωση, υποτίθεται, προς την προσωρινή διαταγή– νέα τροποποιητική απόφαση, με την οποία ανατίθεται στον ειδικό διαχειριστή της περιουσίας της πρώην ΕΡΤ η αρμοδιότητα για τη μετάδοση εκπομπών μέχρι τη σύσταση νέου φορέα8. Παρόλα αυτά, και πέραν της νομιμότητας της απόφασης καθαυτήν, οι εκπομπές της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης συνέχισαν να μη μεταδίδονται.

Τέλος, στις 20 Ιουνίου εκδόθηκε η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτή επαναλαμβάνει την προσωρινή διαταγή, δηλαδή την εν μέρει αναστολή εκτελέσεως της κ.υ.α. της 11.6.2013, με εκτενέστερη αυτή τη φορά αιτιολογία. Από την αιτιολογία αξίζει να σταθούμε όχι μόνο στην κύρια, αλλά και σε μία σημαντική δευτερεύουσα σκέψη. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι διοικητικές πράξεις με τις οποίες καταργούνται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ασκούν δημόσια λειτουργία έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, προκειμένου να καταλήξει ότι τέτοιο χαρακτήρα έχει και η απόφαση διακοπής της μετάδοσης εκπομπών της ΕΡΤ9. Η επισήμανση του κανονιστικού χαρακτήρα των αποφάσεων που εκδίδουν οι συναρμόδιοι υπουργοί για την ΕΡΤ έχει τη σημασία της, καταρχάς διότι γνωρίζουμε με πόση φειδώ το Συμβούλιο της Επικρατείας κάνει δεκτά αιτήματα αναστολής εκτελέσεως κανονιστικών πράξεων. Επίσης, διότι μας θυμίζει ότι οι αποφάσεις για την ΕΡΤ εκδίδονται κατ’ ενάσκηση κανονιστικής εξουσίας κατόπιν εξουσιοδότησης του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 και, επομένως, οφείλουν να παραμένουν εντός των ορίων της εξουσιοδότησης αυτής. Από την άλλη, ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναγνώριση ότι η ΕΡΤ ασκούσε «δημόσια λειτουργία». Σ’ αυτό επικεντρώνεται η κύρια σκέψη της απόφασης. Η Επιτροπή έκρινε ότι με τη διακοπή της μετάδοσης εκπομπών από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι παύει να παρέχεται η σχετική, υπό λειτουργική έννοια, δημόσια υπηρεσία, παρά το ότι διέπεται από την αρχή της συνεχούς λειτουργίας και οφείλει να διασφαλίζεται η συνεχής παροχή των σχετικών υπηρεσιών10. Σ’ αυτή τη σκέψη συμπυκνώνεται όλη η ουσία της απόφασης. Όχι η ΕΡΤ ως φορέας, αλλά η δημόσια ραδιοτηλεόραση ως δραστηριότητα συνιστά δημόσια υπηρεσία με τη λειτουργική του όρου έννοια. Και, ενόψει της σημασίας που ο νομοθέτης τής αποδίδει και της συμβολής της στην επίτευξη των σκοπών του άρθρου 15 παρ. 2 Συντ., η δημόσια αυτή υπηρεσία υπόκειται στην αρχή της συνεχούς λειτουργίας. Επομένως, μπορεί βεβαίως να αναδιοργανωθεί, μπορεί να αλλάξει φορέα, αλλά ουδέποτε μπορεί να διακοπεί η λειτουργία της, δηλαδή η παροχή ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών. Ενόψει αυτού, η Επιτροπή ανέστειλε εν μέρει την προσβληθείσα απόφαση και διέταξε τους συναρμόδιους υπουργούς να λάβουν τα αναγκαία μέτρα, ώστε μέχρι τη σύσταση νέου φορέα να μεταδίδεται πρόγραμμα από μεταβατικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα11. Ένα μέλος της Επιτροπής διατύπωσε διαφορετική γνώμη12, σύμφωνα με την οποία από την κατάργηση της ΕΡΤ χωρίς την ταυτόχρονη ίδρυση νέου φορέα διαχείρισης της δημόσιας υπηρεσίας προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, για την αποτροπή της οποίας απαιτείται η ανάκληση της απόφασης στο σύνολό της13.

Παρά ταύτα, όσο γράφονται αυτές οι γραμμές (3.7.2013), η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών δεν έχει ακόμα εκτελεστεί, δεκατρείς μέρες μετά την έκδοσή της και δεκαέξι μετά την προσωρινή διαταγή. Το ερώτημα, βεβαίως, πότε πρέπει να εκτελεστεί μία απόφαση αναστολής είναι ρητορικό. Πρέπει να εκτελεστεί άμεσα και αμελλητί –αλλιώς δεν θα ήταν προσωρινή δικαστική προστασία. Ορίζοντας η Επιτροπή Αναστολών ότι τα αναγκαία μέτρα πρέπει να ληφθούν «στο συντομότερο δυνατό χρόνο», δεν εννοεί βεβαίως βδομάδες ή μήνες, αλλά μόνο τον απολύτως αναγκαίο χρόνο (της τάξης των ελάχιστων ημερών) που απαιτείται, προκειμένου να σχεδιαστούν τα μέτρα αυτά και να υλοποιηθούν νομικά, με την έκδοση των αναγκαίων πράξεων κλπ. Το κρίσιμο, επομένως, ερώτημα δεν είναι το πότε, αλλά το πώς πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση αναστολής. Και το πώς πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση εξαρτάται από το πώς μπορεί να εκτελεστεί. Με άλλα λόγια, τα αναγκαία μέτρα θα πρέπει να επιλεγούν ανάλογα με τις διαθέσιμες, νομικά και πραγματικά, δυνατότητες. Για να δούμε ποιες είναι οι –νομικές– δυνατότητες, θα πρέπει να κατανοήσουμε, πρώτον, τί ακριβώς συνεπάγεται νομικά η κατάργηση της ΕΡΤ, κάτι που έχει να κάνει ιδίως με το λόγο της κατάργησής της, και, δεύτερον, τί ακριβώς συνεπάγεται η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών.

 

Για ποιο –νομικό– λόγο καταργήθηκε η ΕΡΤ;

Για ποιο λόγο έκλεισε η ΕΡΤ; Υπήρξε κάποιος σχεδιασμός για την τύχη της και ευρύτερα για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση; Τα δεδομένα, τόσο πριν όσο και μετά τη «μοιραία» 11η Ιουνίου 2013, υποδεικνύουν πως μάλλον όχι. Ούτε δύο βδομάδες πριν, στις 28 Μαΐου, οι ίδιοι συναρμόδιοι υπουργοί διόριζαν πενταμελή Διοικούσα Επιτροπή στην ΕΡΤ-3, με θητεία μέχρι τον Ιούνιο του …201714. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο, επίσης νεοδιορισθείς τότε, διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ –και σήμερα ειδικός διαχειριστής της περιουσίας της– φέρεται να δήλωνε: «Δεν ήρθα για να συρρικνώσω, ούτε για να κλείσω την ΕΡΤ»15. Ενώ, ήδη τρεις βδομάδες μετά, δημόσια ραδιοτηλεόραση εξακολουθεί να μην εκπέμπει –και είναι άδηλο πότε θα εκπέμψει. Πολλοί μπορεί να είναι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους έκλεισε η ΕΡΤ. Και όχι απαραιτήτως οι ίδιοι με τους διακηρυχθέντες. Νομικά, ωστόσο, μπορούν να αξιολογηθούν μόνον όσοι προκύπτουν από την ίδια την πράξη, την κ.υ.α της 11.6.2013.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή είναι μία κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005. Το άρθρο αυτό παρέχει στους συναρμόδιους υπουργούς την εξουσία να καταργούν, συγχωνεύουν κλπ. ανώνυμες εταιρείες ή νομικά πρόσωπα για έναν από τους εξής τρεις λόγους16: είτε αν επιβαρύνουν, άμεσα ή έμμεσα, τον κρατικό προϋπολογισμό είτε αν επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό είτε για τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας τους. Αν παραβλέψουμε το δεύτερο λόγο, που μάλλον αφορά συγχωνεύσεις φορέων, οι μόνοι επιτρεπτοί κατά τον εξουσιοδοτικό νόμο σκοποί είναι δημοσιονομικοί. Ένας φορέας μπορεί να καταργηθεί, επειδή επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, και μπορεί να αναδιαρθρωθεί με άλλο τρόπο, προκειμένου να εξορθολογιστεί το κόστος λειτουργίας του. Προσοχή: σκοπός του νόμου είναι αποκλειστικά ο εξορθολογισμός του κόστους λειτουργίας του φορέα και όχι ο εξορθολογισμός της ίδιας τη λειτουργίας του ή των παρεχόμενων απ’ αυτόν υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, η απόφαση την οποία εξουσιοδοτείται να λάβει ο Υπουργός Οικονομικών από κοινού με τον εκάστοτε εποπτεύοντα υπουργό είναι μια απόφαση που λαμβάνεται με αμιγώς οικονομικά κριτήρια και μάλιστα το εξής ένα: το κριτήριο του κόστους λειτουργίας. Η μόνη δημόσια πολιτική που επιδιώκεται με το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005 είναι η πολιτική μείωσης των δημόσιων δαπανών. Καμία άλλη πολιτική, π.χ. η βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, δεν νομιμοποιεί τη χρήση της εξουσιοδότησης. Και ευλόγως, δεδομένου ότι οποιαδήποτε άλλη δημόσια πολιτική θα απαιτούσε τη λήψη μιας σύνθετης απόφασης μετά από συνεκτίμηση περισσότερων κριτηρίων17, για τα οποία τίποτε δεν ορίζει η εξουσιοδοτική διάταξη.

Ενόψει αυτών, παρουσιάζει ενδιαφέρον η αιτιολογία την οποίαν επικαλούνται οι συναρμόδιοι υπουργοί στο προοίμιο της κ.υ.α. της 11.6.2013. Επί λέξει, αναφέρεται ότι οι συναρμόδιοι υπουργοί έλαβαν υπόψη το γεγονός, πρώτον, ότι «[η ΕΡΤ Α.Ε.] επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό» και, δεύτερον, ότι «επιβάλλεται ο εξορθολογισμός της παροχής, της λειτουργίας και του κόστους οργάνωσης της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας μέσω της ίδρυσης και διαμόρφωσης ενός νέου οργανισμού-προτύπου, που να υπηρετεί τις επιταγές του Συντάγματος, τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, καθώς και την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης»18. Προβάλλεται, με άλλα λόγια, ότι η απόφαση για το κλείσιμο της ΕΡΤ δεν ελήφθη με αμιγώς δημοσιονομικά κριτήρια, δηλαδή για λόγους κόστους, αλλά και για την εξυπηρέτηση ευρύτερων δημόσιων πολιτικών, δηλαδή με σκοπό τον εξορθολογισμό της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, που υποτίθεται ότι θα επέλθει με την αντικατάσταση της ΕΡΤ από έναν καλύτερο («πρότυπο»!), δημοκρατικό, πολυφωνικό κλπ. ραδιοτηλεοπτικό φορέα.

Βεβαίως, κανείς δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με έναν τέτοιον υψηλό και ευγενή σκοπό. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα: για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού επελέγη η έκδοση κανονιστικής πράξης κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005. Αλλά αυτό δεν εξουσιοδοτεί υπουργούς να καταργούν με απλές αποφάσεις τους φορείς, προκειμένου να τους αντικαταστήσουν με άλλους «καλύτερους». Η μόνη εξουσία που τους δίνεται είναι να καταργούν, συγχωνεύουν κλπ. φορείς για λόγους κόστους. Αν η κυβέρνηση επιδιώκει την, καθ’ όλα θεμιτή, δημόσια πολιτική του εξορθολογισμού ορισμένης δημόσιας υπηρεσίας και θεωρεί ότι πρέπει να καταργηθεί ο υφιστάμενος φορέας της, ο οποίος έχει ιδρυθεί με νόμο, και να αντικαταστάσει από άλλον, μπορεί βεβαίως να το πράξει. Όμως γι’ αυτό απαιτείται να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία με την οποίαν ιδρύθηκε ο φορέας, δηλαδή να εκδοθεί ένας νέος νόμος. Τέτοιαν εξουσία, πάντως, οι υπουργοί από μόνοι τους δεν την έχουν και ούτε τους τη δίνει ο ν. 3429/2005 –ακόμη κι αν είναι «για καλό σκοπό»…

Τα περί εξορθολογισμού της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, επομένως, δεν αποτελούν παρά κενό βερμπαλισμό χωρίς οποιαδήποτε νομική σημασία. Από νομική άποψη, η μόνη νόμιμη αιτιολογία για την κατάργηση της ΕΡΤ είναι ότι, κατά τους συναρμόδιους υπουργούς, επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό. Αυτό όμως σημαίνει επίσης –κάτι που έχει κρίσιμη σημασία– ότι η κατάργηση της ΕΡΤ δυνάμει και κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005 ούτε συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο ούτε προϋποθέτει την ίδρυση νέου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα. Νομικά, από πουθενά δεν προκύπτει η υποχρέωση, η καταργημένη ΕΡΤ να υποκατασταθεί από άλλο φορέα –ούτε, άλλωστε, αυτό αποτελεί με οποιονδήποτε τρόπο «όρο» ή «προϋπόθεση» για την εφαρμογή της κοινής υπουργικής απόφασης. Όσα αναφέρονται σχετικά στο προοίμιο της απόφασης δεν είναι παρά απλές πολιτικές διακηρύξεις. Πολιτικά, η κυβέρνηση μπορεί πράγματι να έχει αυτή την πρόθεση. Όσο όμως δεν εκδίδεται σχετικός νόμος, η όποια πρόθεση είναι, νομικά, ανύπαρκτη και, πάντως, άνευ σημασίας.

 

Τί σημαίνει –νομικά– η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών;

Αν «διαβάσουμε» υπό το φως αυτό την απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, τότε δύσκολα θα καταλήξουμε σε συμπέρασμα άλλο από τη γνώμη της Συμβούλου Καραμανώφ19. Από τη μια, η δημόσια ραδιοτηλεόραση αποτελεί λειτουργική δημόσια υπηρεσία που, λόγω της σημασίας της, διέπεται από την αρχή της συνεχούς λειτουργίας και, επομένως, δεν μπορεί να καταργηθεί ο φορέας της χωρίς να αντικατασταθεί από άλλον. Από την άλλη, η κ.υ.α. της 11.6.2013 καταργεί τον μόνο φορέα της δημόσιας αυτής υπηρεσίας, βάσει αμιγώς οικονομικών εκτιμήσεων και χωρίς να διασφαλίζεται με οποιονδήποτε τρόπο η αντικατάστασή του. Περίπου αυτονόητο συμπέρασμα: η συνεχής λειτουργία διασφαλίζεται προσωρινά με αναστολή της κατάργησης του φορέα (δηλαδή αναστολή εκτελέσεως της κ.υ.α. στο σύνολό της), αφού δεν είναι νοητή η παροχή υπηρεσίας χωρίς φορέα. Και, ενόψει της αρχής της νομιμότητας, δεν είναι νοητή η λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας χωρίς φορέα που να έχει ιδρυθεί με νόμο ή βάσει νόμου20.

Βεβαίως, είναι κατανοητό –όπως και θεμιτό21– ότι, στην υπόθεση αυτή, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν επιθυμούσε να «χρεωθεί» κάτι που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανάμειξη σε μια μείζονα πολιτική αντιπαράθεση. Με άλλα λόγια, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου και οι δικαστές της Επιτροπής Αναστολών είχαν κάθε λόγο να εκφέρουν μία κρίση που να μη δικαιολογεί «πανηγυρισμούς» από κανένα από τα μέρη της αντιπαράθεσης, ούτε από την κυβέρνηση ούτε από τους απολυμένους της ΕΡΤ και την αντιπολίτευση, και που να μην επιτρέπει σε κανένα να χρησιμοποιήσει τη δικαστική κρίση ως πολιτικό «όπλο» στην αντιπαράθεση αυτή. Έστω κι έτσι, με την –ας την πούμε– «συμβιβαστική» ή «σολομώντεια» λύση της μερικής αναστολής, η Επιτροπή Αναστολών επέφερε μια σημαντική τομή στην υπόθεση, η οποία μοιραία θα επικαθορίσει την εξέλιξή της.

Η τομή έγκειται βεβαίως στο χαρακτηρισμό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ως δημόσιας υπηρεσίας με λειτουργική έννοια. Η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών φέρνει αμέσως στο νου, παρόλο που δεν παραπέμπει ρητά σ’ αυτά, κάποια παλαιότερα, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πρακτικά επεξεργασίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα οποία διαμόρφωσαν τη στάση της νομολογίας του απέναντι στις πολιτικές ιδιωτικοποίησης και απελευθέρωσης των τομέων κοινής ωφέλειας στα χρόνια που ακολούθησαν22. Η κεντρική ιδέα τους είναι ότι οι φορείς παροχής αγαθών ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο ασκούν δημόσια υπηρεσία και, επομένως, σε αυτούς ισχύει η αρχή της συνεχούς λειτουργίας που διέπει τη δημόσια διοίκηση. Ο νομοθέτης έχει ευρεία εξουσία όσον αφορά την οργάνωση, επομένως και αναδιοργάνωση, των φορέων αυτών, ενόψει ωστόσο του δημόσιου σκοπού που εξυπηρετούν, ο φορείς αυτοί «θα πρέπει να λειτουργούν πάντοτε υπό τη νομική εγγύηση και εποπτεία του κράτους, ούτως ώστε να παρέχουν συνεχώς προς το κοινωνικό σύνολο καλής ποιότητας αγαθά και υπηρεσίες»23. Διαρκής λειτουργία του (όποιου) φορέα και συνεχής παροχή των υπηρεσιών του είναι τα κρίσιμα στοιχεία της έννοιας της λειτουργικής δημόσιας υπηρεσίας, η κατοχύρωση των οποίων συνάγεται από τη συνδυαστική ερμηνεία των άρθρων 23 παρ. 2, 29 παρ. 3 και 106 παρ. 3 Συντ.

Η ραδιοτηλεοπτική δημόσια υπηρεσία διαφοροποιείται από τις λοιπές της κατηγορίας αυτής (ενέργεια, ύδρευση, επικοινωνίες κλπ.) λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής και πολιτισμικής σημασίας που έχει, στην οποία άλλωστε οφείλεται ότι μόνη αυτή διαθέτει ρητό συνταγματικό έρεισμα, το άρθρο 15 παρ. 2 Συντ. με τους κοινωνικούς σκοπούς που επιτάσσει24. Ο ειδικός ρόλος της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι διττός: αφενός να καλύπτει τα κενά (π.χ. στα πολιτιστικά προγράμματα) που αφήνει η εμπορική τηλεόραση· αφετέρου να λειτουργεί ως μέτρο σύγκρισης και ως ποιοτικός ανταγωνιστής της τελευταίας –κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για τα ειδησεογραφικά προγράμματα25. Στην ευρύτερη συγκυρία, η δημόσια ραδιοτηλεόραση είναι αναντικατάστατη και για έναν ακόμη λόγο: Πάνω από δύο δεκαετίες μετά την υποτιθέμενη «απελευθέρωση» του τομέα, δεν έχει ακόμη επέλθει η ρύθμιση της ραδιοτηλεοπτικής αγοράς26. Με αλλεπάλληλες νομοθετικές «παρατάσεις» που, όπως έχει κρίνει το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν συμβιβάζονται με την αρχή του κράτους δικαίου27, οι ιδιωτικοί ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς άδειες, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται ένα καθεστώς «νομιμοποιημένης» παρανομίας. Για να το πούμε πιο απλά: με την κ.υ.α. της 11.6.2013 καταργήθηκε ο μόνος νόμιμος ραδιοτηλεοπτικός φορέας (με την εξαίρεση των ραδιοφωνικών σταθμών της Αττικής που έχουν λάβει άδεια) στην Ελλάδα.

 

Πώς μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών;

Πώς, λοιπόν, πρέπει να εκτελεστεί η απόφαση της Επιτροπής Αναστολών; Μόνο με κάποιον από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκτελεστεί, δηλαδή μόνο με όρους νομιμότητας. Και στο περιεχόμενο αυτής της νομιμότητας, μάς λέει η απόφαση, ανήκει και ο χαρακτήρας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης ως λειτουργικής δημόσιας υπηρεσίας. Εκείνος, επομένως, που θα επαναλειτουργήσει προσωρινά τη δημόσια ραδιοτηλεόραση θα πρέπει να είναι φορέας δημόσιας υπηρεσίας. Και τέτοιος μπορεί να είναι μόνον όποιος ορίζεται από το νόμο ως φορέας δημόσιας υπηρεσίας. Τί σημαίνει αυτό;

Σημαίνει καταρχάς ότι προσωρινός ή μεταβατικός φορέας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης δεν μπορεί να είναι το πρόσωπο που ορίστηκε ως ειδικός διαχειριστής της περιουσίας της πρώην ΕΡΤ. Ο ειδικός διαχειριστής αντλεί την εξουσία του από το νόμο, συγκεκριμένα από το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005, όπως τροποποιήθηκε με την π.ν.π. της 10.6.2013. Η εξουσία που ο νόμος τού δίνει περιορίζεται σε ό,τι αφορά την «τύχη της περιουσίας του καταργούμενου νομικού προσώπου, όπως και των τυχόν θυγατρικών του». Από πουθενά στο νόμο και από κανένα νόμο δεν προκύπτει ότι ο ίδιος θα μπορούσε να καταστεί φορέας μιας δημόσιας υπηρεσίας, ώστε να λειτουργήσει τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Για το λόγο αυτόν, άλλωστε, είναι παράνομη, καθότι εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση της εξουσιοδότησης του άρθρου 14Β, η κ.υ.α. της 19.6.2013, με την οποία ανατέθηκε στον ειδικό διαχειριστή η αρμοδιότητα για τη μετάδοση εκπομπών μέχρι τη σύσταση νέου φορέα28.

Δύο, επομένως, δυνατότητες νόμιμης συμμόρφωσης στην απόφαση της Επιτροπής Αναστολών φαίνεται πως υπάρχουν. Η μία είναι να ιδρυθεί με νόμο ένας μεταβατικός φορέας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης μέχρι τη σύσταση του (οριστικού) νέου φορέα ή να ανατεθεί, με νόμο πάντως, η δημόσια αυτή υπηρεσία σε άλλον υφιστάμενο φορέα. Με τον τρόπο αυτόν όμως δεν διασφαλίζεται η επίκαιρη εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής Αναστολών, όχι τόσο διότι πρέπει να διέλθει από την κοινοβουλευτική διαδικασία (αν και εδώ ενδεχομένως θα δικαιολογούνταν η έκδοση πράξης νομοθετικού περιεχόμενου!), όσο μάλλον διότι η αποτελεσματική εφαρμογή οποιασδήποτε νομοθετικής ρύθμισης εκ των πραγμάτων προϋποθέτει χρονοβόρες διαδικασίες (επιλογή προσωπικού, σύναψη συμβάσεων, κατάρτιση προγράμματος κλπ.). Πρακτικά, επομένως, η μόνη διαθέσιμη νόμιμη λύση είναι και η νομικά απλούστερη. Αρκεί οι συναρμόδιοι υπουργοί να εκδώσουν μιαν απόφαση που θα ανακαλεί προσωρινά, μέχρι δηλαδή τη σύσταση νέου φορέα, αλλά στο σύνολό της την κ.υ.α. της 11.6.2013. Αυτός είναι, νομικά, ο μόνος τρόπος να συμμορφωθεί άμεσα η κυβέρνηση στην απόφαση της Επιτροπής Αναστολών, αφού ήδη με την έκδοση μιας τέτοιας απόφασης επανερχόμαστε, αν και προσωρινά, στο status quo ante, δηλαδή στην κατάσταση που υπήρχε στις 11 Ιουνίου, και η δημόσια ραδιοτηλεόραση θα μπορεί άμεσα να επανεκπέμψει, χωρίς να απαιτηθεί οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Βεβαίως, αυτή η νομικά τόσο απλή λύση φαίνεται ότι, για την κυβέρνηση, αποκλείεται πολιτικά. Για όσο διάστημα όμως δεν εκπέμπει δημόσια ραδιοτηλεόραση, η νομιμότητα θα εξακολουθεί να παραβιάζεται. Και διότι, κατά παράβαση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας των δημόσιων υπηρεσιών, δεν παρέχεται η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία. Και διότι, κατά παράβαση της υποχρέωσης συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις, εξακολουθεί να μην εκτελείται η, άμεσα εκτελεστή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών.

***

Το πραγματικό ζήτημα στην ιστορία αυτή δεν είναι η ΕΡΤ. Αν ήταν «καλή» ή «κακή» και αν έπρεπε να κλείσει ή όχι. Τα, υπαρκτά, προβλήματα από τη λειτουργία της ΕΡΤ –όπως, άλλωστε, και από τη λειτουργία πλείστων φορέων και οργανισμών, αλλά ακόμη και από τη λειτουργία των οργάνων του πολιτεύματος και της ίδιας της δημοκρατίας– πρέπει βεβαίως να αντιμετωπίζονται και να επιλύονται. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε, ως κοινωνία, να τα επιλύουμε δημοκρατικά, δηλαδή βασικά μέσα από τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, ή αν προτιμάμε να επιλύονται «αποτελεσματικά» –ό,τι κι αν σημαίνει αυτό– με κόστος όμως για τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Το πραγματικό και μείζον πρόβλημα, όχι μόνο στην υπόθεση της ΕΡΤ, αλλά ευρύτερα στην πορεία της χώρας μας την τελευταία τριετία δεν είναι η ουσία των αποφάσεων που λαμβάνονται, αλλά ο τρόπος και οι διαδικασίες με τις οποίες λαμβάνονται. Η κυβερνητική νομοθέτηση (με ευρύτατες εξουσιοδοτήσεις ή και καθ’ υπέρβασή τους, με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ.) έχει απαξιώσει πλήρως τη Βουλή και τις κοινοβουλευτικές –δηλαδή αντιπροσωπευτικές– διαδικασίες29 και όσο περνάει ο καιρός τόσο περισσότερο παραπέμπει σε άτυπη, δηλαδή ακήρυχτη, κατάσταση ανάγκης30. Προφανώς, το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως νομικό. Είναι όμως ευθύνη των νομικών, έστω στο μικρό κομμάτι που τους αναλογεί, να επισημαίνουν, και να προσπαθούν να αντιμετωπίζουν, τα όποια νομικά και συνταγματικά ζητήματα τίθενται. Και, στην υπόθεση της ΕΡΤ, αυτά τα ζητήματα κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι.

1 Για τη διάκριση μεταξύ της, ευρύτερης, έννοιας των συνταγματικών ζητημάτων και των ζητημάτων (αντι)συνταγματικότητας, που είναι τα συνταγματικά ζητήματα τα οποία υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο, βλ. Ακρ. Καϊδατζή, ‘Μεγάλη πολιτική’ και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο ‘Μνημόνιο’, ΤοΣ 2012, σ. 259 επ. (262 επ.).

2 Π.ν.π. της 10.6.2013 «Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14Β του ν. 3429/2005» (ΦΕΚ Α΄ 139/11.6.2013).

3 Άρθρο 66 του ν. 4002/2011 (ΦΕΚ Α΄ 180/22.8.2011), με το οποίο προστίθεται στο ν. 3429/2005 άρθρο 14Β με τίτλο «Κατάργηση, συγχώνευση και αναδιάρθρωση Ν.Π.Ι.Δ. και δημοσίων επιχειρήσεων».

4 Υπ’ αριθμ. οικ.02/11.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ‘Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ – A.E.)’» (ΦΕΚ Β΄ 1414/11.6.2013). Ας σημειωθεί, για τη σημειολογία του πράγματος, ότι στην απόφαση ως εκδότης αναγράφεται πρώτος ο Υφυπουργός στον Πρωθυπουργό και ακολουθεί ο Υπουργός Οικονομικών, παρά το ότι ο εξουσιοδοτικός νόμος προβλέπει «κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση εποπτεύοντος Υπουργού…».

5 Υπ’ αριθμ. οικ.03/12.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ. 02/11.06.2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1414) σχετικά με την κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ‘Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ- Α.Ε.)’» (ΦΕΚ Β΄ 1423/12.6.2013).

6 Υπ’ αριθμ. οικ.04/12.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Πρόσληψη ειδικού διαχειριστή, με σύμβαση έμμισθης εντολής, για τη διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο» (ΦΕΚ Β΄ 1427/12.6.2013).

7 Προσωρινή διαταγή του Προέδρου του ΣτΕ της 17.6.2013.

8 Υπ’ αριθμ. οικ.5/19.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών «Τροποποίηση της υπ’ αριθμ. ΟΙΚ. 02/11.6.2013 κοινής απόφασης του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1414) σχετικά με την κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης ‘Ελληνική Ραδιοφωνία – Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ – Α.Ε.)’, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την υπ’ αριθμ. ΟΙΚ. 03/12.6.2013 κοινή απόφαση του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1423) σε εκτέλεση της από 17.6.2013 προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας» (ΦΕΚ Β΄ 1483/19.6.2013). Για τη νομιμότητα της απόφασης αυτής βλ. παρακάτω, στο κείμενο πάνω από την υποσημ. 28.

9 ΣτΕ (Ε.Α.) 236/2013, σκέψη 7: «Επειδή, η κατάργηση από την Διοίκηση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ασκούν δημόσια λειτουργία, αποτελεί άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας (ΕΑ ΣτΕ 229/2012 σκέψη 6, ΠΕ ΣτΕ 439/1998). Κανονιστικό χαρακτήρα έχει και η συνακόλουθη διακοπή μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, κυκλοφορίας εκδόσεων, λειτουργίας διαδικτυακών ιστότοπων, κάθε άλλης δραστηριότητας της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της καθώς και η παύση χρήσης των συχνοτήτων. (…)».

10 ΣτΕ (Ε.Α.) 236/2013, σκέψη 11: «(…). Περαιτέρω, με το μέρος της προσβαλλόμενης, με το οποίο επιβάλλεται διακοπή της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και της λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων της ΕΡΤ Α.Ε., καθώς και ορίζεται ότι καθίστανται ανενεργές οι συχνότητες που ανήκαν στην ΕΡΤ Α.Ε., προκαλείται ανεπανόρθωτη βλάβη, διότι παύει, έστω και προσωρινά, να παρέχεται η, υπό λειτουργική έννοια, δημόσια υπηρεσία της μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και σχετικών διαδικτυακών υπηρεσιών. Ενόψει του ιδιαίτερου ρόλου που επιφυλάσσει ο νομοθέτης στην δημόσια ραδιοφωνία και τηλεόραση και των σκοπών δημοσίου συμφέροντος που θάλπονται από το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, επιβάλλεται, για το αντικείμενο αυτό, η τήρηση της αρχής της συνεχούς λειτουργίας που διέπει και τη Δημόσια Διοίκηση, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών (…)».

11 ΣτΕ (Ε.Α.) 236/2013, σκέψη 12. Συγκεκριμένα, καλούνται οι συναρμόδιοι να λάβουν «τα αναγκαία οργανωτικά μέτρα, περιλαμβανομένης και της πρόσληψης του αναγκαιούντος προσωπικού, για την εκ μέρους μεταβατικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα μετάδοση, στο συντομότερο δυνατό χρόνο, του αναγκαίου προγράμματος ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών και τη λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων…».

12 Σημειωτέον, δεν πρόκειται για μειοψηφία, εφόσον η γνώμη αυτή δεν διαφωνεί με την αναστολή εκτελέσεως κατά το μέρος που διατάχθηκε με την απόφαση, απλώς θεωρεί η αναστολή θα έπρεπε να επεκταθεί στο σύνολο της προσβαλλόμενης πράξης.

13 ΣτΕ (Ε.Α.) 236/2013, σκέψη 12 (γνώμη της Συμβούλου Μ. Καραμανώφ), σύμφωνα με την οποία «…η κατάργηση του νομικού προσώπου της ΕΡΤ Α.Ε. χωρίς την ταυτόχρονη ίδρυση νέου αντίστοιχου φορέα, δυναμένου, ως εκ της νομικής του φύσεως, να τη διαδεχθεί στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ως διαχειριστή δημόσιας υπηρεσίας, η οποία αποτελεί συγχρόνως αγαθό μεγάλου οικονομικού ενδιαφέροντος κατά το ενωσιακό δίκαιο, έχει ως σφόδρα πιθανολογούμενη συνέπεια να αποστερηθεί η ΕΡΤ Α.Ε., μόνος μέχρι σήμερα φορέας ασκήσεως της δημόσιας υπηρεσίας ραδιοτηλεόρασης υπό τη λειτουργική της έννοια, μεταξύ άλλων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, τα οποία θα ηδύνατο να ασκήσει κατά το μεσολαβούν μέχρι την ίδρυση του νέου φορέα χρονικό διάστημα. (…)».

14 Υπ’ αριθμ. 10528/2013 «Διορισμός του Προέδρου και των μελών της Διοικούσας Επιτροπής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης Τρία (ΕΡΤ-3)» (ΦΕΚ Υ.Ο.Δ.Δ. 238/28.5.2013).

15 Βλ. τις δηλώσεις στη διαδικτυακή έκδοση της εφημ. Το Βήμα, 14.5.2013, http://www.tovima.gr/media/article/?aid=512550.

16 Σύμφωνα με το άρθρο 14Β του ν. 3429/2005, όπως ισχύει, «[οι αναφερόμενες ανώνυμες εταιρείες ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου] μπορεί, αν επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό άμεσα ή έμμεσα ή αν επιδιώκουν παρεμφερή σκοπό ή για τον εξορθολογισμό του κόστους λειτουργίας τους [να καταργούνται, συγχωνεύονται, διασπώνται κλπ..

17 Για τη συνθετότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται για την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών βλ., αντί άλλων, Μ. Καραμανώφ, Βιώσιμο κράτος και δημόσια κτήση. Τα όρια των ιδιωτικοποιήσεων, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2010, σ. 59 επ., 75 επ.

18 Κ.υ.α. οικ.02/11.6.2013, αριθμ. 5 του προοιμίου (η έμφαση προστέθηκε).

19 Βλ. παραπάνω, υποσημ. 13.

20 Το συμπέρασμα αυτό θα ήταν διαφορετικό, εάν υπήρχε άλλος φορέας στον οποίο να μπορεί να ανατεθεί η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία. Ενόψει βεβαίως της αρχής της νομιμότητας, τέτοιος θα μπορούσε να είναι μόνον ένας φορέας που από τις ιδρυτικές του ή άλλες διατάξεις, αλλά πάντως εκ του νόμου, έχει την αρμοδιότητα να ασκεί ραδιοτηλεοπτική δραστηριότητα. Ο μόνος όμως φορέας που είχε, σύμφωνα με τις ιδρυτικές του διατάξεις του ν. 1730/1987, τέτοιαν αρμοδιότητα ήταν η ΕΡΤ.

21 Αν και όχι αναγκαίο, όπως άλλωστε δείχνει και η γνώμη της Συμβούλου Καραμανώφ.

22 Τα δύο πρώτα και βασικά –ακολούθησαν και άλλα– είναι τα ΣτΕ (Π.Ε.) 158/1992, ΤοΣ 1992, σ. 157, και ΣτΕ (Π.Ε.) 159/1992, ΑρχΝομ 1993, σ. 156, βλ. επίσης ΣτΕ (Π.Ε.) 385/1995, ΤοΣ 196, σ. 285, κ.ά. Βλ. σχετικά Ακρ. Καϊδατζή, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, Εκδ. Σάκκουλα 2006, σ. 168 επ., 192 επ., και, για τη σύγχρονη σημασία της νομολογίας αυτής, Καραμανώφ, Βιώσιμο κράτος και δημόσια κτήση, ό.π., σ. 104 επ.

23 ΣτΕ (Π.Ε.) 158-159/1992, ό.π., σκέψεις 3-4 (η έμφαση προστέθηκε). Βλ. ιδίως Μ. Βροντάκη, Τα συνταγματικά όρια της εξουσίας του νομοθέτη στον καθορισμό του τρόπου και την επιλογή της μορφής οργανώσεως για την εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, σε: Τιμ. Τόμο Συμβουλίου της Επικρατείας -75 χρόνια, Εκδ. Σάκκουλα 2004, σ. 181 επ.

24 Για τη ραδιοτηλεόραση ως αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας με λειτουργική έννοια βλ., αντί άλλων, Ιφ. Καμτσίδου, Η ένταξη και λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης στη σύγχρονη δημοκρατία, σε: Κ. Γώγου (επιμ.), Η πορεία προς το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και η πρόσφατη αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος, Εκδ. Αντ. Σάκκουλα 2002, σ. 223 επ. (231), Κ. Στρατηλάτη, Συντάσσοντας το δικαίωμα στη δημόσια ηλεκτρονική επικοινωνία, Εκδ. Σάκκουλα 2006, σ. 93 επ., επίσης Καϊδατζή, Συνταγματικοί περιορισμοί των ιδιωτικοποιήσεων, ό.π., σ. 218 επ.

25 Για τη σημασία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων βλ. ιδίως το υπ’ αριθμόν 32 Πρωτόκολλο σχετικά με το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, καθώς επίσης το από 25.1.1999 Ψήφισμα του Συμβουλίου και των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες (ΕΕ C 030/1, 5.2.1999). Ειδικά για τη «ραδιοτηλεόραση δημόσιας υπηρεσίας» (public service broadcasting) και την πολιτισμική της αποστολή (broadcasting as culture) σε αντιδιαστολή προς την εμπορική ραδιοτηλεόραση (broadcasting as commerce) πρβλ. χαρακτηριστικά G. Bond/T. Prosser, Culture and consumerism: Citizenship, public service broadcasting and the BBCs fair trading obligations, Modern Law Review 2001, σ. 657 επ.

26 Παραμένει, δυστυχώς, ακόμα ακέραιη, μιάμιση δεκαετία μετά, η επικαιρότητα της ρήσης του Αντ. Μανιτάκη, Η ανάγκη ρύθμισης της ραδιοτηλεοπτικής αρρυθμίας ενόψει και της αναθεώρησης του Συντάγματος, ΤοΣ 1999, σ. 401 επ. (402), ότι το ραδιοτηλεοπτικό καθεστώς «κινείται μεταξύ νομιμότητας, παρανομίας και πειρατείας».

27 «Η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών που ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως αντίκειται προς το Σύνταγμα»: ΣτΕ (Ολ.) 3578/2010, ΔιΜΕΕ 2010, σ. 414, με παρατηρήσεις Κ. Στρατηλάτη, ΔιΜΕΕ 2011, σ. 166 επ., ΣτΕ 1206/2012, ΔιΜΕΕ 2012, σ. 232, με παρατηρήσεις Αλ. Οικονόμου, ΣτΕ 996/2013 κ.ά. Βλ. ήδη Αλ. Οικονόμου, Νόμιμη και παράνομη λειτουργία ραδιοφωνικών σταθμών υπό το πρίσμα του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ΔιΜΕΕ 2004, σ. 208 επ.

28 Βλ. παραπάνω, υποσημ. 8.

29 Για ένα μόνο, αλλά χαρακτηριστικό, παράδειγμα, τη διαδικασία ψήφισης και τροποποίησης του ν. 4093/2012, βλ. Κ. Χρυσόγονου/Ακρ. Καϊδατζή, Η μάταιη θυσία της Ιφιγένειας. Οριοθέτηση εισαγωγικών σκέψεων για την αντισυνταγματικότητα του ν. 4093/2012 για το Μεσοπρόθεσμο και τα μέτρα εφαρμογής του, ΝοΒ 2012, σ. 2682 επ., 2705 επ.

30 Προσφάτως, ο Σπ. Βλαχόπουλος, Η κρίση του κοινοβουλευτισμού στον μεσοπόλεμο και το τέλος της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935. Οι θεσμικές όψεις μιας οικονομικής κρίσης;, Εκδ. Ευρασία 2012, μας θύμισε τις …ανατριχιαστικές αναλογίες που παρουσιάζει, τουλάχιστον όσον αφορά την κατάχρηση της κυβερνητικής νομοθέτησης, η παρούσα συγκυρία με την περίοδο που προηγήθηκε της κατάλυσης της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας το 1935.

Η αδυναμία πρόσβασης στο διαδίκτυο με υπαιτιότητα του παρόχου της σύνδεσης συνιστά λόγο αποζημίωσης για το συνδρομητή για το χρόνο που διεκόπη η παροχή της υπηρεσίας

RGH III ZR 98/12, Ομοσπονδιακό Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γερμανίας
Παρουσίαση και σημείωμα: Ξενοφών Κονταργύρης, Δικηγόρος, Υπ.Διδ.

Σύντομο ιστορικό: ο αιτών ζητούσε από την καθ’ ης η έφεση εταιρία τηλεπικοινωνιών, αποζημίωση επειδή δεν είχε τη δυνατότητα επί μακρόν να χρησιμοποιήσει κανονικά και απρόσκοπτα τη σύνδεσή του στο internet την οποία είχε προμηθευτεί συνάπτοντας σύμβαση με την εν λόγω εταιρία. Συγκεκριμένα, ο αιτών είχε συνάψει με νόμιμη εκπρόσωπο της καθ’ ης η έφεση (δηλαδή με μεταπωλήτρια των υπηρεσιών της καθ’ ης) σύμβαση για την παροχή σύνδεσης DSL (μόνιμη/always on σύνδεση στοinternet υψηλής ταχύτητας) μέσα από την οποία θα δρομολογούσε επίσης και την τηλεφωνία αλλά και τα fax του (τεχνολογία voice and fax over IP). Στις 15 Δεκεμβρίου 2008, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν αλλαγή στο παρεχόμενο πακέτο σύνδεσης (αλλαγή του ύψους της χρέωσης). Από εκείνη την ημερομηνία η σύνδεση του αιτούντος στο διαδίκτυο διεκόπη. Παρά τις επανειλλημένες οχλήσεις μάλιστα του αιτούντος προς τον πάροχο για αποκατάσταση της σύνδεσης, κάτι τέτοιο δε συνέβη ποτέ. Έτσι ο αιτών κατήγγειλε το συμβόλαιό του με τον εν λόγω πάροχο και μετέφερε τη σύνδεσή του σε άλλη εταιρία παροχής υπηρεσιών πρόσβασης στο διαδίκτυο. Αυτή άρχισε να παρέχει τελικά πρόσβαση στον αιτούντα μέσω του δικού της δικτύου στις 16 Φεβρουαρίου 2009.

Η δικαστική διαμάχη μέχρι την έκδοση της επίμαχης απόφασης του Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου: Ο αιτών ζητούσε από την καθ’ ης αποζημίωση για το κόστος για τη σύναψη νέου συμβολαίου με άλλο πάροχο συνεπεία της διακοπής της παρεχόμενης υπηρεσίας από την τελευταία (συνολικού ύψους 427,50 €) καθώς και το κόστος χρήσης ενός κινητού τηλεφώνου (30€) για το διάστημα κατά το οποίο δεν είχε πρόσβαση στο διαδίκτυο (και συνεπώς ούτε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τηλεφωνικές κλήσεις βάσει του τύπου της σύνδεσής του). Επιπρόσθετα, ζήτησε αποζημίωση για την ολοκληρωτική αποστέρηση της δυνατότητας να χρησιμοποιεί τη σύνδεσή του στο internet τόσο για τηλεφωνικές όσο και για κλήσεις fax αλλά και για πλοήγηση στο διαδίκτυο. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής προσδιόρισε στην αίτησή του σε 50€ ημερησίως για το επίμαχο χρονιό διάστημα (15/12/2008-16/02/2009), συνολικά δηλαδή 3.150€.

Το Περιφερειακό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof)  επιδίκασε στον αιτούντα αποζημίωση 457€ για τα έξοδα μεταφοράς της σύνδεσης και το κόστος χρήσης κινητού τηλεφώνου. Κατά τα λοιπά, απέρριψε την αίτηση. Απορριπτέες κρίθηκαν επίσης, τόσο η έφεση που άσκησε ο αιτών όσο και η αντέφεση της καθ’ ης. Με την εδώ σχολιασθείσα αίτηση αναίρεσής του ο αιτών επεδίωξε αναθεώρηση της δικαστικής κρίσης για το αίτημά του προς καταβολή αποζημίωσης αναφορικά με την πλήρη αποστέρησή του από το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα και αδιάλειπτα τη σύνδεσή του για πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η αίτηση αναίρεσης κρίθηκε βάσιμη. Με την απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο (Bundesgerichtshof) ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος για το οποίο ασκήθηκε αναίρεση κατ’ αυτής από τον αιτούντα, και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου κρίση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η ακυρωτική απόφαση περιλαμβάνει μια σειρά από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που διατυπώνουν για πρώτη φορά εντελώς νέες προσεγγίσεις για το ειδικό αξιακό βάρος άυλων αγαθών όπως η πρόσβαση στο διαδίκτυο. Αναλυτικά:

1. Μια συσκευή fax και η δυνατότητα διαρκούς και απρόσκοπτης χρησιμοποίησής της, τουλάχιστον για την ιδιωτική ζωή ενός ατόμου, δεν αποτελούν αυθύπαρκτο οικονομικό αγαθό τέτοιας σημασίας που η ενδεχόμενη παρέμποδιση στη χρήση του για τεχνικούς λόγους να καθιστά προβληματική την καθημερινότητα του χρήστη.

2. Αντιθέτως, η σύνδεση στο internet είναι αυθύπαρκτο οικονομικό αγαθό με αυτοτελή και καίρια σημασία για την καθημερινότητα του ατόμου κατά την προηγούμενη έννοια, ώστε η παρεμπόδιση της χρήσης του να δικαιολογεί την καταβολή αποζημίωσης σε αυτόν που υφίσταται τις συνέπειές της.

3. Το διαδίκτυο έχει αναχθεί πλέον σήμερα σε αγαθό κομβικής σημασίας για μεγάλη μερίδα πολιτών που διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην καθημερινή τους ζωή. Μάλιστα η σημασία του είναι τέτοια που, σε περίπτωση που διακοπεί η πρόσβαση σε αυτό, οι συνέπειες/ επιπτώσεις σε διάφορες δραστηριότητες των πολιτών να κρίνονται καταλυτικές.

4. Η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για αποστέρηση της δυνατότητας χρήσης ενός αγαθού δεν ισχύει όταν αντί για το αποστερούμενο αγαθό υπάρχει άλλο υποκατάστατο που μπορεί, έστω προσωρινά, να χρησιμοποιηθεί (καθώς η απόφαση δέχτηκε ότι, αν και ο αιτών δεν είχε τη δυνατότητα να δρομολογήσει τηλεφωνικές κλήσεις και κλήσεις fax μέσω διαδικτύου, μπορούσε ωστόσο να πραγματοποιήσει τις κλήσεις αυτές μέσω συμβατικής τηλεφωνικής γραμμής).

5. Κατά συνέπεια, σε ό,τι αφορά την πραγματοποίηση τηλεφωνικών κλήσεων εκτός από την τεχνολογία phone over IP (τηλεφωνία μέσω διαδικτύου) – που χρησιμοποιούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αιτών – υποκατάστες αλλά εξίσου αποτελεσματικές λύσεις είναι τόσο η δρομολόγηση τηλεφωνικών κλήσεων μέσω συμβατικής τηλεφωνικής σύνδεσης όσο και η πραγματοποίησή τους μέσω κινητού τηλεφώνου, ακόμα κι αν για να καταστεί εφικτό κάτι τέτοιο χρειάζεται προηγουμένως ο χρήστης να προμηθευτεί κάρτα SIM και σύνδεση στο δίκτυο κινητής τηλεφωνίας νέου παρόχου.

6. Αναφορικά με την υποκατάσταση της πλοήγησης στο διαδίκτυο, κάτι τέτοιο θα μπορούσε καταρχήν να επιτευχθεί μέσω ενός έξυπνου κινητού τηλεφώνου (smartphone). Ωστόσο, αυτού του είδους η υποκατάσταση θα ήταν αρκετή (με επιφυλάξεις) μόνο αναφορικά με την κάλυψη των αναγκών πλόηγησης στο διαδίκτυο ενός ατόμου στο πλαίσιο της ιδιωτικής του ζωής. Οι ανάγκες που μπορεί να προκύπτουν από την πρόσβαση στο διαδίκτυο και σχετίζονται/πηγάζουν από την επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου δεν μπορούν να καλυφθούν αποτελεσματικά από μια τέτοια υποκατάστατη λύση (smartphone). Εναπόκειται λοιπόν κάθε φορά στη δικαστική κρίση και ερμηνεία να αποφασίσει αν οι ανάγκες πλοήγησης ενός ατόμου στοinternet ανήκουν στη μία ή στην άλλη περίπτωση για να αποφανθεί αναλόγως και για την ανάγκη καταβολής αποζημίωσης.

7. Ως νομιμοποιητικός λόγος για την καταγγελία μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών διαδικτύου μπορεί να θεωρηθεί η διαφοροποίηση του μηνιαίου κόστους της σύνδεσης αυτής σε βαθμό τέτοιο ώστε να ξεπερνά το μέσο μηνιαίο και διαθέσιμο στην αγορά κόστος για μια απλή σύνδεση πρόσβασης στο διαδίκτυο (χωρίς επιπλέον δυνατότητα δρομολόγησης τηλεφωνικών και κλήσεων fax.

8. Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο επεκτείνει με αυτή την απόφασή του τον κανόνα τηςαναλογικής αποζημίωσης (ανάλογα με το χρόνο τον οποίο διήρκεσε η αποστέρηση χρήσης) και σε περιπτώσεις αποστέρησης της δυνατότητας να χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα ένας καταναλωτής μια υπηρεσία. Μέχρι σήμερα, και με απαρχή την απόφασή του GZS 1/86, το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο περιόριζε τη δυνατότητα εφαρμογής του κανόνα κλιμακωτής αποζημίωσης μόνο σε περιπτώσεις αποστέρησης χρήσης υλικών αγαθών και όχι υπηρεσιών.

Μερικές σκέψεις για την απόφαση:

Η απόφαση αυτή του Ομοσπονδιακού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Γερμανίας αποτελεί μια από τις πρώτες, ξεκάθαρες δικαστικές κρίσεις από ανώτατο δικαστήριο ευρωπαϊκής χώρας που καταφάσκει απερίφραστα τη σημασία που έχει αποκτήσει πλέον το διαδίκτυο και η πρόσβαση σε αυτό για το μέσο πολίτη και επαγγελματία. Φυσικά, προκειμένου να καταγνωστεί ως λόγος που δικαιολογεί την καταβολή  αποζημίωσης, η αδυναμία χρήσης του διαδικτύου θα πρέπει να συνεπάγεται όχι απλώς αδυναμία πλοήγησης για λόγους προσωπικής ψυχαγωγίας ή απλώς κοινωνικής δικτύωσης και ενημέρωσης, αλλά να επηρεάζει καταλυτικά την επαγγελματική ή την εν γένει κύρια δραστηριότητα του ατόμου που την υφίσταται. Λόγου χάρη, θεωρείται ασφαλές να συμπεράνουμε ότι και στην περίπτωση ενός φοιτητή που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο για λόγους μελέτης, αν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα που εμποδίζεται να έχει πρόσβαση σε αυτό παρακωλύεται ουσιωδώς από την ομαλή διεξαγωγή των σπουδών του για τον παραπάνω λόγο, θα μπορούσε ενδεχομένως να προβάλει και να διεκδικήσει νόμιμη αποζημίωση για αυτή την αποστέρηση χρήσης.

Θεωρείται λοιπόν, ότι εκτός από υλικά αγαθά, ο σύγχρονος άνθρωπος/καταναλωτής χρειάζεται και μια σειρά από υπηρεσίες, στις οποίες δικαιούται να έχει πρόσβαση απρόσκοπτα, προκειμένου να αναπτύσσει κανονικά τη δραστηριότητά του (επαγγελματικής ή αλλης φύσης με κομβική ωστόσο σημασία για τη ζωή του) με τις συνθήκες που πλέον έχουν διαμορφωθεί. Η απόφαση είναι επηρεασμένη άμεσα από τον έντονα ‘τεχνολογικό’ τρόπο με τον οποίο διεξάγονται πλέον στη γερμανική κοινωνία και οικονομία ένα μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων της καθημερινότητας, αποτελεί δε –κατά την εκτίμησή μας– την απαρχή ενός νέου τρόπου σκέψης των εθνικών δικαστών στην ευρωπαϊκή ήπειρο σχετικά με τα ελάχιστα κεκτημένα δικαιώματα που θα πρέπει να απολαμβάνει ο μέσος πολίτης ώστε να είναι σε θέση να αναπτύσσει κανονικά την επαγγελματική και κάθε άλλη κομβική δραστηριότητά του στην ‘ψηφιακή καθημερινότητα’ του 21ου αιώνα. Θα μπορούσε βάσιμα να υποστηριχθεί, τέλος, ότι είναι απλώς θέμα χρόνου η λογική αυτή να επεκταθεί και στο ζωτικό χώρο που προς το παρόν εξαίρεσε το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο με την παρούσα απόφασή του, δηλαδή σε χρήσεις του διαδικτύου που δεν έχουν κατ’ ανάγκην οικονομικό και πάντως κομβικό χαρακτήρα για την καθημερινότητα ενός ατόμου, αλλά αφορούν οποιαδήποτε πτυχή της καθημερινότητάς του (π.χ. κοινωνική δικτύωση, διασκέδαση και ενημέρωση).

Η ψήφος εμπιστοσύνης και η νομιμοποίηση της νέας Κυβέρνησης

της Νέδας Αθ. Κανελλοπούλου – Μαλούχου, Αν. Καθηγήτριας Συνταγματικού Δικαίου
αναδημοσίευση από το ΤΟ ΒΗΜΑ http://www.tovima.gr/opinions/article/?cid=767&aid=520350

KANELLOPOULOU-MALOUXOUΤο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, όπως είναι το ελληνικό υπό το ισχύον Σύνταγμα, θεμελιώνεται  στη διάκριση εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας κατά τρόπο τέτοιο ώστε να διασφαλίζονται τόσο η συνεργασία, όσο και ο αμοιβαίος έλεγχος μεταξύ των δύο αυτών λειτουργιών.

Στο πλαίσιο αυτό, θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος είναι η κοινοβουλευτική αρχή, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση οφείλει εκ του Συντάγματος να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, τόσο για την ανάδειξη της νέας Κυβέρνησης, όσο και για τη νόμιμη λειτουργία της Κυβέρνησης.

Η κοινοβουλευτική αρχή επιτάσσει αφ΄ενός να διορίζεται Πρωθυπουργός πρόσωπο που έχει τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη της Βουλής (άρθρο 37 παρ.2 του Συντάγματος), και αφ΄ετέρου η νέα Κυβέρνηση να ζητά την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής για να αρχίσει τη λειτουργία της (άρθρο 84 παρ.1). Την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής μπορεί να ζητά η Κυβέρνηση και οποτεδήποτε άλλοτε κατά τη διάρκεια της θητείας της (άρθρο 84 παρ.1), ενώ η Βουλή μπορεί να αποσύρει την εμπιστοσύνη της προς την Κυβέρνηση με την ψήφιση πρότασης δυσπιστίας (άρθρο 84 παρ.2).  

Το Σύνταγμα επομένως προβλέπει πως η «νέα» Κυβέρνηση οφείλει υποχρεωτικά να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Είναι προφανές ότι «νέα» Κυβέρνηση, που κατά το Σύνταγμα υποχρεούται να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής είναι η Κυβέρνηση που προκύπτει αμέσως μετά από εκλογές, καθώς και  η Κυβέρνηση που σχηματίζεται μέσα από την επιτυχή έκβαση των διερευνητικών εντολών μετά από παραίτηση  (σε ορισμένες περιπτώσεις)  ή καταψήφιση της προηγούμενης Κυβέρνησης από τη Βουλή. Στις περιπτώσεις αυτές το κριτήριο της νέας Κυβέρνησης προκύπτει με σαφήνεια από την ορκωμοσία νέου πρωθυπουργού ή νέα ορκωμοσία του ίδιου Πρωθυπουργού.  

Τι ισχύει όμως στις περιπτώσεις των κυβερνήσεων συνεργασίας, όπου έχουμε διάλυση του κυβερνητικού συνασπισμού με την αποχώρηση ενός από τους κυβερνητικούς εταίρους από την Κυβέρνηση, χωρίς να έχουμε ορκωμοσία νέου πρωθυπουργού ή νέα ορκωμοσία του ίδιου Πρωθυπουργού;  Η νέα Κυβέρνηση που προέκυψε μετά την απόσυρση από τη ΔΗΜ.ΑΡ των υπουργών που συμμετείχαν στον κυβερνητικό συνασπισμό και τον σχηματισμό δικομματικής Κυβέρνησης μόνο από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί , κατά τη γνώμη μου, απλώς «ανασχηματισμό» της Κυβέρνησης αλλά σχηματισμό  «νέας» Κυβέρνησης, η οποία θα όφειλε κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να ζητήσει την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής.

Και μπορεί στις μονοκομματικές κυβερνήσεις το πολιτικά και συνταγματικά κρίσιμο στοιχείο για τη δεδηλωμένη και την εμπιστοσύνη της Βουλής να είναι το πρόσωπο του Πρωθυπουργού,  στις κυβερνήσεις συνεργασίας όμως, όπου κανένα κόμμα δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή το κριτήριο για το αν η νέα Κυβέρνηση διαθέτει ή όχι την εμπιστοσύνη της δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας επιτάσσουν και την ανάλογη ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων : αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε τόσο από την κατά το άρθρο 37 παρ.2 και 3 του Συντάγματος διαδικασία των διερευνητικών εντολών όσο και από την κατά το άρθρο 85 αρχή της συλλογικής ευθύνης των μελών της Κυβέρνησης  

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το ζήτημα δεν είναι ζήτημα αριθμού ψήφων, ούτε απλώς ζήτημα τυπικό. Κατά πάσα βεβαιότητα η σημερινή Κυβέρνηση θα ελάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή. Άλλωστε, κατά μία άποψη, ακόμη και η αρχική ψήφος εμπιστοσύνης μπορεί να δοθεί και από την απλή πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών (άρθρο 84 παρ. 6 του Συντάγματος).

Το ζήτημα είναι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: Αφορά τον σεβασμό του πολιτεύματος, δηλαδή την ουσία της κοινοβουλευτικής αρχής και άρα την ουσία της ίδιας της  δημοκρατικής αρχής. Η κοινοβουλευτική αρχή πραγματώνει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας αξιώνοντας τη νομιμοποίηση της νέας Κυβέρνησης. Και η νομιμοποίηση αυτή δεν μπορεί να προκύπτει απλά κατά τεκμήριο όταν το ένα από τα τρία κόμματα που συναποτελούσαν την Κυβέρνηση αποσύρεται από αυτήν.

Εξηγούμαι: Η προηγούμενη  Κυβέρνηση που είχε προκύψει από τις περσυνές διπλές εκλογές είχε λάβει ψήφο εμπιστοσύνης ως τριμερής Κυβέρνηση συνεργασίας τριών κομμάτων, στη βάση μιας τριμερούς ιδεολογικής, πολιτικής και προγραμματικής συμφωνίας. Η ψήφος εμπιστοσύνης που δόθηκε τότε στην Κυβέρνηση δόθηκε στη βάση αυτής ακριβώς της τριμερούς συνεργασίας, η οποία και καθόρισε τριμερώς το κυβερνητικό πρόγραμμα που εκτέθηκε, συζητήθηκε και ψηφίστηκε από τη Βουλή.

Αυτό το κυβερνητικό πρόγραμμα για το οποίο είχε αποφανθεί η Βουλή, σήμερα αλλάζει: Ο ίδιος ο κ. Βενιζέλος μίλησε για επικαιροποίηση του προγράμματος, ενώ και οι δύο εταίροι χαράσσουν εκ νέου τις προτεραιότητες της Κυβέρνησης  και επανορίζουν τον τρόπο συνεργασίας μεταξύ τους. Είναι επομένως ρητά δηλωμένο από την ίδια την κυβέρνηση και απόλυτα σαφές ότι  έχουμε να κάνουμε με «νέα»  Κυβέρνηση με ανανεωμένο πρόγραμμα και πολιτική, καθώς και με νέα σύνθεση κομμάτων που τη στηρίζουν στη Βουλή. Κάτι, που οφείλουν τα ίδια να σεβαστούν.

Η ουσία της κοινοβουλευτικής αρχής θα ήθελε λοιπόν στην περίπτωση αυτή να διεξαχθεί στη Βουλή – δηλαδή στο κατ΄εξοχήν αντιπροσωπευτικό όργανο – η συζήτηση για το ανανεωμένο αυτό πρόγραμμα και σχήμα της νέας Κυβέρνησης.  Η συζήτηση στη Βουλή θα διασφάλιζε το διάλογο, τη διατύπωση των επιχειρημάτων πλειοψηφιών  και  μειοψηφιών, τη δημοσιότητα και κυρίως την εξωτερίκευση της συμμόρφωσης προς την ουσία της αρχής της δεδηλωμένης.

Η μονομερής ή διμερής ανακοίνωση των πολιτικών που θα ακολουθήσει η νέα Κυβέρνηση εκ μέρους του Πρωθυπουργού ή του αρχηγού του ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί για να καλύψει τη νομιμοποιητική λειτουργία των ενδοκοινοβουλιακών διαδικασιών για τη διασφάλιση της δημοκρατικής αρχής. Αντίθετα, η συζήτηση στη Βουλή και η «ανανέωση» της εμπιστοσύνης της προς τη «νέα» Κυβέρνηση θα ενδυνάμωνε τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος, ειδικά σε τούτη την περίοδο κρίσης, ενώ θα έδινε και νέα νομιμοποίηση στην προσδοκία της Κυβέρνησης να εξαντλήσει την τετραετία.

Georges Karavokyris, L’autonomie de la personne en droit public français, Bruylant 2013, 715 σελ.

9782802738039Η διατριβή εστιάζει στην θεμελιώδη, για τη νεωτερική αλλά και τη σύγχρονη φιλοσοφική-νομική σκέψη, έννοια της αυτονομίας, από τη σκοπιά της σύνθετης σχέσης ανάμεσα στη βούληση και τον ορθό λόγο. Η σήμανση της αυτονομίας αποδεικνύεται καθοριστική για το δημόσιο δίκαιο, τόσο στο χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και σε ό,τι αφορά τον πολιτειακό αυτοπροσδιορισμό.

Στο πρώτο μέρος της διατριβής προκρίνεται μια συγκεκριμένη ερμηνεία της νεωτερικότητας, όπου η αυτονομία ορίζεται ως η εθελούσια υποταγή στο νόμο και όχι ως μια απρόσκοπτη ελευθερία, εγωιστική και αφελώς ατομιστική. Με βάση αυτή την ερμηνεία, η μελέτη επισημαίνει μια επίκαιρη αλλαγή παραδείγματος. Αυτήν φέρει η σύγχρονη σήμανση της αυτονομίας, η οποία εγγράφει υποχρεωτικά το υποκείμενο στη σύμβαση του Κοινωνικού Συμβολαίου. Η αυτονομία δεν αποτελεί πλέον επιλογή του ατόμου, με άξονα την εκούσια συμμόρφωσή του στο Νόμο, αλλά μια δεσμευτική νόρμα που με πρόφαση τον ορθό λόγο αστυνομεύει τη βούλησή του. Ενώ στους νεωτερικούς στοχαστές η ένταξη στην Πολιτεία και η ελευθερία του ατόμου καταξιώνεται από το κυριαρχικό δικαίωμά του να την αρνηθεί, στους σύγχρονους η συμμετοχή στην κοινότητα είναι μια αναντίρρητη νομική και ηθική υποχρέωση.

Η μετάβαση από τη βουλησιαρχία των μοντέρνων στην ορθολογικότητα των σύγχρονων δεν έχει, όμως, μόνο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Αντιθέτως, μπορεί πειστικά να εξηγήσει τις μεταμορφώσεις στη σκέψη και την πρακτική του ίδιου του δημοσίου δικαίου, του οποίου οι νεωτερικές κατηγορίες (κυριαρχία, δημοκρατία, ελευθερία) αναπροσδιορίζονται. Έτσι, στο δεύτερο μέρος της διατριβής εξετάζονται οι νομικές συνέπειες της υπεροχής του Λόγου έναντι της Βούλησης στην 5η Γαλλική Δημοκρατία, τόσο στις θεσμικές εκφάνσεις του Κράτους Δικαίου (Κρίση του νόμου, Συνταγματική Δημοκρατία, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Διοικητική δράση) όσο και στο κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο πεδίο των Δικαιωμάτων (ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ατομική ελευθερία).

Σε ό,τι αφορά του θεσμούς της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, η μελέτη αναδεικνύει τη μετάβαση στο Κράτος Δικαίου και την αναπόφευκτη, ίσως, απώλεια σε δημοκρατική νομιμοποίηση. Η επιμονή στον ορθό λόγο και η καχυποψία απέναντι στην πολιτική βούληση μεταφράζονται θεσμικά στην ισχυρή προσωποποίηση του πολιτεύματος (με κυρίαρχη εν προκειμένω τη «φρόνιμη» φιγούρα του Προέδρου της Δημοκρατίας), τη θεραπεία της «γενικής βούλησης» του νόμου από τη «σοφή» συνταγματική δικαιοσύνη, τον ραγδαίο «εξορθολογισμό» της κοινοβουλευτικής παραγωγής του νόμου και την κανονιστικά γόνιμη αναγνώριση της τεχνικής αρμοδιότητας της διοίκησης.

Από την άλλη, στο πεδίο των δικαιωμάτων εξετάζεται η θολή, λόγω της σύγκρουσης ανάμεσα σε πατερναλιστές και ελευθεριακούς, νομολογιακά και νομοθετικά αντίληψη περί προσωπικής αυτονομίας, με έμφαση αφενός στη

αμφιλεγόμενη ελευθερία –σωματικής- αυτοδιάθεσης του υποκειμένου και αφετέρου στην ελευθερία του να υλοποιεί το σχέδιο ζωής του και να εκφράζει τις πεποιθήσεις του (ελευθερία της έκφρασης, θρησκευτική ελευθερία). Πιο συγκεκριμένα, η προσωπική αυτονομία δοκιμάζεται από τη σύγχρονη εμβέλεια της ασαφούς αρχής της αξίας του ανθρώπου.

Καταχώρηση: 01-07-2013     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ο αμέτοχος Πρόεδρος της Δημοκρατίας

του Δημήτρη Πατσίκα, Δικηγόρου, Φοιτητή ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου ΑΠΘ

Τα τελευταία χρόνια, ιδίως από το 2009 και έπειτα, παρατηρείται η συστηματική προσφυγή της εκάστοτε κυβέρνησης στην έκδοση πράξεων νομοθετικών περιεχομένου (π.ν.π.), προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα ποικίλα αναφυόμενα προβλήματα κατά την ενάσκηση της πολιτικής τους.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτέλεσε η από 10.6.2013 π.ν.π., η οποία δίνει τη δυνατότητα σε υπουργούς να προχωρούν σε συγχωνεύσεις φορέων ή να αποφασίζουν το κλείσιμό τους. Με τον τρόπο αυτό μεθοδεύτηκε το «λουκέτο» στην ΕΡΤ, θέμα που έχει ήδη κορεστεί και εδώ μόνο ως αφετηρία διατύπωσης ορισμένων σκέψεων θα λειτουργήσει. Στην πραγματικότητα, η επαφή μας με το θεσμό των π.ν.π. είναι πλέον συχνότερη παρά ποτέ, ενώ πιθανότατα θα συνεχίσει να προτιμάται από την εκτελεστική εξουσία πρωτίστως λόγω της ταχύτερης σε σχέση με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία λήψης των αναγκαίων μέτρων και επίτευξης των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων.

Η δυνατότητα έκδοσης π.ν.π. προβλέπεται στο άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος: «Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου(…)». Από μια απλή ανάγνωση της προκείμενης ρύθμισης προκύπτει ότι, πέραν της ουσιαστικής προϋπόθεσης -ήτοι της ύπαρξης έκτακτων περιπτώσεων εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης-, για την έκδοση π.ν.π. απαιτείται η σύμπραξη του Υπουργικού Συμβουλίου και του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ).

Υποστηρίζεται στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου ότι η εν λόγω συμμετοχή του ΠτΔ είναι καθαρά τυπική και συνεπώς αυτός υποχρεούται, εφόσον η κυβέρνηση του προτείνει την έκδοση π.ν.π., να την υπογράψει. Ωστόσο, η αντίληψη αυτή δεν στηρίζεται ευθέως στο γράμμα του Συντάγματος: αντιθέτως, η δυνητική διατύπωση («μπορεί…να εκδίδει») οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ΠτΔ διαθέτει διακριτική ευχέρεια στην έκδοση π.ν.π. και σε καμία περίπτωση δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει κανείς αν προσεκτικά διαβάσει τι προβλέπεται και ως προς τις άλλες αρμοδιότητες του ΠτΔ, οι οποίες εξάλλου είναι «μόνο όσες του

απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό» (άρθρο 50) και όσες του έχουν απομείνει μετά την αναθεώρηση του 1986. Ενδεικτικά, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ΠτΔ δεν έχει δυνατότητα να ενεργήσει ή ακόμη και να απέχει από μία ενέργεια, ο συνταγματικός νομοθέτης είναι σαφής: έτσι, ο ΠτΔ «διορίζει τον Πρωθυπουργό» (άρθρο 37 παρ. 1), «συγκαλεί τη Βουλή» (άρθρο 40 παρ. 1), «εκδίδει τα διατάγματα» (άρθρο 43 παρ. 1). Όμως, όταν ο ΠτΔ έχει ένα -έστω περιορισμένο- περιθώριο κινήσεων, το Σύνταγμα είναι και πάλι ξεκάθαρο: πράγματι, ο ΠτΔ «μπορεί να αναστείλει τις εργασίες της βουλευτικής συνόδου» (άρθρο 40 παρ. 2), «μπορεί να διαλύσει τη Βουλή» (άρθρο 41 παρ. 1), «μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο» (άρθρο 42 παρ. 1).

Δυστυχώς, η πολιτική πρακτική τόσο από την πλευρά των κυβερνήσεων όσο και εκ μέρους των προσώπων που διετέλεσαν ΠτΔ, από τη Μεταπολίτευση έως σήμερα, έχουν καταστήσει τον τελευταίο αδρανή και αμέτοχο παρατηρητή της δημόσιας ζωής της χώρας. Δύο πιθανές εξελίξεις διαφαίνονται στον ορίζοντα: είτε ο ΠτΔ θα ασκήσει πραγματικά εκείνες τις συνταγματικές αρμοδιότητες στις οποίες έχει ακόμα ορισμένη διακριτική ευχέρεια, είτε θα πρέπει να του αφαιρεθούν και αυτές στην επόμενη αναθεώρηση. Το έσχατο, τουλάχιστον, θα ήταν ένα δείγμα ειλικρίνειας.

Δημοκρατία και τηλεόραση: ραντεβού τον Σεπτέμβρη

του Ανδρέα Τάκη, Επ. Καθηγητή Νομικής ΑΠΘ

Η ΕΡΤ α.ε. είναι μια ανώνυμη εταιρεία του δημοσίου μεταξύ πολλών άλλων φορέων δημοσίου ή και ιδιωτικού δικαίου στους οποίους έχει ανατεθεί η εκπλήρωση δημόσιας υπηρεσίας. Και όχι όποιας κι όποιας, αλλά μιας υπηρεσίας που έχει κορυφαία επιρροή στη φιλελεύθερη δημοκρατική οργάνωση της ελληνικής πολιτείας. Το ειδικότερο περιεχόμενό της είναι η παροχή σε καθολικά προσιτό κόστος αντικειμενικής και ποιοτικής ενημέρωσης, στον ελάχιστο έστω εκείνο βαθμό που είναι αναγκαίος για να έχει νόημα το να λέμε ότι τελικά συναποφασίζουμε και συνευθυνόμαστε σαν πολίτες μιας δημοκρατίας.

Η ΕΡΤ α.ε., οσοδήποτε διαβρωμένη από τις πρακτικές του κυβερνητισμού και του συνδικαλιστιστικού παραγοντισμού του παρελθόντος, υπήρξε κατά γενική ομολογία κάτι πολύ παραπάνω από απλή παροχή των ελάχιστων αναγκαίων. Η συστηματική συνεισφορά της στον πολιτισμό και την οργάνωση του δημόσιου λόγου καθιστά σαφές ότι η αποστολή της, ως καθολική υπηρεσία και δημόσιο αγαθό, διακρίνεται και οφείλει να διακρίνεται από τον ρόλο που επιτελούν τα ιδιωτικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα οποία επιτρέπεται η χρήση του δημοσίου επίσης αγαθού των ελεύθερων συχνοτήτων με επιχειρηματικό κατ’ αρχήν γνώμονα και υπό την επιρροή, αντίστοιχα, οικονομικών και, πάντως, ιδιωτικών κριτηρίων. Γι’ αυτό και νομιμοποιείται η επιβολή μη ανταποδοτικού τέλους όσο τουλάχιστον οι υπηρεσίες παραμένουν σε ένα μινιμιουμ αντικειμενικότητας και ποιότητας αφ’ ενός και το κόστος τους πραγματικά καθολικά προσιτό σε όλους.

Κατά συνέπεια, η βίαιη διακοπή της λειτουργίας της με αόριστο σκοπό την επανέναρξή της σε μερικούς μήνες εξυγειανθεισας, συνιστά αδικαιολόγητη διακοπή μιας ζωτικής, ιδίως εν οψει της συνέχειας της παροχής της, για την πολιτειακή ομαλότητα δημόσιας υπηρεσίας. Αυτό κατ’ εξοχήν πλήττει επιπλέον τον καθένα μας ατομικά ως προς το θεμελιώδες δικαίωμά του να είναι αποδέκτης της έκφρασης πολιτικής και κοινωνικής γνώμης και πληροφορίας που του είναι αναγκαία για να είναι πραγματικά πλήρης πολίτης. Πρόκειται ακριβώς για την “παθητική” όψη της ελεύθερης επικοινωνιακής δράσης στη δημόσια σφαίρα, το δικαίωμα ελεύθερης πρόσβασης και συμμετοχής στην δημόσια επικοινωνία μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία (συνδυασμός 5παρ. 1, 5α παρ. 1, 14 παρ. 1 και 2, 15 και 16 παρ.1). Με το κλείσιμο της ΕΡΤ αε το δικαίωμα αυτό παύει να είναι εγγυημένο ισότιμα στο πρόσωπο του καθενός. Και για να καταλαβαινόμαστε, πρακτικά, αυτό σημαίνει επιπλέον ότι η αξιοπιστία της πολιτειακής βούλησης που σχηματίζεται υπό τέτοιες περιστάσεις και ενδέχεται να εκφραστεί σε προσεχείς εκλογές θα είναι ανεπανόρθωτα αμφιλεγόμενη. Και αυτό γιατί τη πολιτειακή αυτή γνώμη θα σχηματίσουν με τη ψήφο τους πολίτες των οποίων η δυνατότητα πρόσβασης σε ένα ελάχιστο αναγκαίο ποιοτικής και αντικειμενικής ενημέρωσης. Έτσι, οι πολίτες θα εκφράζουν με την ψήφο τους μια θέση η γνωστική αξία της οποίας δεν θα έχει θα την πολιτική και νομική εγγύηση ανεμπόδιστου σχηματισμού της.

Όσοι νομίζουν ότι ο κάθε πολίτης έχει όση ενημέρωση σε γεγονότα και γνώμες χρειάζεται, από τα ανοικτής συχνότητας ιδιωτικά κανάλια και άρα δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος που έκλεισε η ΕΡΤ, ξεχνούν ασυγχώρητα ότι τα κανάλια εξ ορισμού αποβλέπουν ως προς τη λειτουργία τους στο ιδιωτικό εν τέλει συμφέρον της ιδιοκτησίας τους ενώ η δημόσια ραδιοτηλεόραση τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι αποβλέπει όχι στην αντικειμενική και ποιοτική δημόσια ενημέρωση του λαού, ακόμη και όταν δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Άσε που είναι λίγο πολύ σαν να λες σήμερα στην Ελλάδα ότι ο εγγυητής (φύλακας) του πλουραλισμού και αντικειμενικότητας της ενημέρωσης είναι συλλογικά η αγορά των ιδιωτικών καναλιών, χωρίς μάλιστα να έχουν δώσει δεκάρα από όσα προβλέπει ο νόμος για την κατάληψη/χρήση των ραδιοσυχνοτήτων και τις άδειες λειτουργίας και ενώ είναι υπερχρεωμένα στο τραπεζιτικό κεφάλαιο της χώρας.

Πέραν όμως της διάστασης αστεϊσμού, που θα είχε τέτοιο επιχείρημα στις παρούσες περιστάσεις, αυτό αδυνατεί να αντλήσει την παραμικρή αξιοπιστία από το γεγονός ότι το Σύνταγμα απονέμει τον ρόλο τελικού εγγυητή του πλουραλισμού, της αντικειμενικότητας και της ποιότητας της δημόσιας ενημέρωσης στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Απονομιμοποιημένο ηθικά προ πολλού λόγω ακραίας επιλεκτικότητας και πατερναλιστικού συντηρητισμού του, το ΕΣΡ στη σημερινή του σύνθεση αποτελεί, μετά και τις σχετικές αποφάσεις των διοικητικών δικασητρίων, αντί να αστυνομεύει το χάος των εθνικών μήντια, αποτελεί μάλλον μια δυσλειτουργική και επικίνδυνη παρουσία, μέρος και όχι λύση του προβλήματος.

Κατά συνέπεια, το πρόβλημα του κλεισίματος της ΕΡΤ αε είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής ελευθερίας και δημοκρατίας, όχι οικονομικό, δημοσιονομικό ή εργασιακό, και αυτά τα δύο επίπεδα δεν θα πρέπει να συγχέονται. Όταν δε συγχέονται αυτό γίνεται συχνά εκ του πονηρού, όπως το πράττει τόσο η κυβέρνηση όσο και τα παλαιοκομματικά επιτελεία του συνδικαλισμού.

Φυσικά και αποτελεί πρώτης τάξης ηθικό, πολιτικό αλλά και νομικό θέμα (και από ενωσιακή μάλιστα σκοπιά) η απόλυση σχεδόν 3.000 ανθρώπων χωρίς γνωστή μελέτη, σχέδιο ή προειδοποίηση. Κανείς όμως δεν μπορεί στα σοβαρά να αρνηθεί την αρμοδιότητα και εξουσία της εκλεγμένης κυβέρνησης να διευθετεί τα του τρόπου άσκησης μιας δημόσιας λειτουργίας και της πρόσβασης του κοινού σε αυτή. Και όλοι ξέρουμε ότι είναι αληθινά πολλά από όσα καταμαρτυρεί η κυβέρνηση στη μέχρι σήμερα λειτουργία της ΕΡΤ αε, την οποία και η ίδια διαχειρίστηκε μέχρι σήμερα με τον ίδιο μικροκομματικό και επιλήψιμο τρόπο, όσο και οι προηγούμενες, αν όχι και παραπάνω. Νομικά όμως παραμένει νόμιμη εξουσία της να την διαμορφώσει όπως νομίζει καλύτερα για το κοινό καλό, ακόμη και δραστικά, όπως το επιθυμεί τώρα.

Πράγματι, η κυβέρνηση παρέλειψε πανηγυρικά να τηρήσει τους αναγκαίους με βάση το κοινοτικό δίκαιο τύπους προηγούμενης δημοσιότητας για μαζικές απολύσεις. Επιπλέον εξακολούθησε μετ’ επιτάσεως την πολιτειακά τραυματική παράκμψη της τακτικής νομοπαραγωγικής διαδικασίας στη δημοκρατία μας με την έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου ερήμην του κοινοβουλίου. Μάλιστα αυτή τη φορά την προτείνει και προσυπογράφει όχι το Υπουργικό Συμβούλιο, όπως λέει το γράμμα του 44 παρ. 1, αλλά μόνον μέρος του, ο Πρωθυπουργός και οι παραταξιακοί του υπουργοί, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης και οι “ασθενείς” εταίροι της συγκυβέρνησης ρητά διαφωνούν. Ωστόσο, το κύριο ζήτημα νομιμότητας που εγείρει η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να κλείσει αιφνιδιαστικά την ΕΡΤ αε χωρίς συνεχεια της ροής της δημόσιας ενημέρωσης από πηγή που λειτουργεί με κριτήριο το γενικό συμφέρον και όχι την ιδιωτική επιχειρηματικότητα, είναι ο αυθαίρετος και προσχηματικός (τάχα για αδήριτους λόγους δημοσιονομικού συμφέροντος) χαρακτήρας της διακοπής μιας δημόσιας υπηρεσίας ζωτικής για την απόλαυση θεμελιωδών μας ελευθεριών. Κάθε διακοπή της συνέχειας δημόσιας υπηρεσίας ζωτικής για τα δικαιώματά μας είναι παράνομη και απαγορευμένη.

Σκεφτείτε να μας πουν αύριο: “επειδή στο τάδε ασφαλιστικό ταμείο γίνονταν τόσο καιρό ατασθαλίες, το κλείνουμε πλήρως και διακόπτουμε τις ασφαλιστικές παροχές του, λ.χ. σύνταξη ή περίθαλψη, για να το ξανανοίξουμε εξυγειασθέν σε μερικούς μήνες”, χωρίς αυτές να αναπληρώνονται έστω και κατ’ ελάχιστον από κάποια εναλλακτική πηγή. Πώς θα ζήσουν αυτούς τους μήνες οι συνταξιούχοι ή οι έχοντες δικαίωμα περίθαλψης; Ο φορέας παροχής ορισμένης δημόσιας υπηρεσίας μπορεί να αλλάζει δραστικά και στο σύνολό του. Τα νόμιμα και συνταγματικά μέσα για τον σκοπό αυτό υπάρχουν. Τίποτα στους νόμους και το σύνταγμα εκτός από απόλυτη ανωτέρα βία όμως δεν μπορεί να επιτρέψει στο κράτος να διακόψει την θεραπεία του δημοσίου αγαθού που συνδέεται με τα δικαιώματά μας ως προσώπων και κυρίως ως πολιτών. Στη περίπτωση του κλεισίματος ενός ταμείου η κυβέρνηση θα μας ζήταγε να επιβιώσουμε ως πρόσωπα και πολίτες χωρίς σύνταξη ή περίθαλψη. Μικρή παρηγοριά το να μας απαλλάξει τους μήνες αυτούς κλεισίματος από την εισφορά μας.

Τί μας ζητά ο Πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβέρνησης που συνυπέγραψαν την επίμαχη πράξη νομοθετικού περιεχομένου, κλείνοντας την ΕΡΤ αε; Να ζήσουμε άραγε (αορίστως) προσωρινά χωρίς εγγυημένη για τον καθένα δημόσια ενημέρωση; Αν σκεφτεί κανείς κακοπροαίρετα ότι η πρωτοβουλία αυτή, προσφάτως κατ’ επανάλειψη διαψευσθείσα ως ενδεχόμενο από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο αλλά και τον πρωθυπουργό, σχεδιαζόταν καιρό τώρα -εν γνώσει ή μη των συγκυβερνώντων άνγωστο-, καθώς και ότι ο έλεγχος των αξιόπιστων πηγών δημόσιας πληροφορίας φιγουράρει στη πρώτη θέση των ενδεδειγμένων ενεργειών στα εγχειρίδια περί της τέχνης του πραξικοπήματος, είναι να αναρωτιέται κανείς σε τί πραγματικά κρύβει ο Πρωθυπουργός και το Γραφείο του πίσω από τον αμήχανο λαϊκισμό της περί διεφθαρμένων συνδικαλιστών και χρυσοπληρωμένων εγκαθέτων δημοσιογράφων της κάθε κυβέρνησης (δικές του δεν είναι άλλωστε οι τελευταίες φουρνιές;); Λέτε να μας ζητάει να ζήσουμε (έστω και μέχρι τον φθινόπωρο) χωρίς Δημοκρατία;

 

Γιατί η δημόσια τηλεόραση είναι αναντικατάστατη

Ν.Κ. Αλιβιζάτος, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
αναδημοσίευση από την Εφημερίδα Έθνος, http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=25862&subid=2&pubid=63843699

Aivizatos_bΔεν είναι μόνο θέμα παράδοσης. Είναι και ζήτημα αρχής: στη σύγχρονη δημοκρατία, η δημόσια τηλεόραση είναι αναντικατάστατη. Διότι μόνον αυτή μπορεί να μεταδίδει προγράμματα χωρίς να αποβλέπει πρωτίστως στον εντυπωσιασμό και το κέρδος, αλλά σε ευγενέστερους σκοπούς: την καλλιέργεια πέρα από την ψυχαγωγία, τη μόρφωση πέρα από την ενημέρωση.

Δεν είναι συνεπώς τυχαίο ότι, στον «αιώνα της ιδιωτικοποίησης» και της ανταγωνιστικότητας, δεν υπάρχει ευρωπαϊκή χώρα χωρίς δημόσια τηλεόραση. Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου δεν επιτρέπεται στο κράτος να εκπέμπει με δικούς του σταθμούς, ένα εκτεταμένο δίκτυο μη κερδοσκοπικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων λειτουργεί ένα «κοινωφελές» κανάλι εθνικής εμβέλειας, το PBS, ως αμερικανική εκδοχή του BBC και των άλλων μεγάλων δημόσιων τηλεοράσεων της Ευρώπης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, πάντως, διαδόθηκε και στην Ευρώπη η ιδιωτική τηλεόραση.

Απόρροια της τεχνολογικής εξέλιξης και της κατάργησης των συνόρων, η διάδοση αυτή ήταν καθολική, αν και με διαφορές από χώρα σε χώρα. Το φαινόμενο γενικεύτηκε, καθώς, με την πτώση του κομμουνισμού, εξέλιπαν και οι λόγοι εθνικής ασφάλειας που εξηγούσαν ως τότε το κρατικό μονοπώλιο.

Παντού, η διείσδυση της ιδιωτικής τηλεόρασης ήταν μεγάλη. Πουθενά εν τούτοις δεν ήταν τόσο πλατιά όσο στην Ελλάδα. Αρκεί να θυμίσει κανείς ότι υπήρξαν στιγμές που η τηλεθέαση όλων μαζί των ιδιωτικών καναλιών ξεπερνούσε το 90%, με τα 3 εθνικά κανάλια της ΕΡΤ να περιορίζονται σε κάτω από 10%.

Η πρωτοφανής αυτή κατάρρευση δεν οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στις μαγικές ικανότητες των ιδιωτικών καναλιών, αλλά στην απώλεια της αξιοπιστίας της ΕΡΤ. Η τελευταία, στη δεκαετία του 1980, είχε καταντήσει άθυρμα των εκάστοτε κυβερνώντων, με το ΠΑΣΟΚ να σέρνει τον χορό της κομματικής χειραγώγησης.

Τα κυβερνώντα κόμματα, με άλλα λόγια, τη θεωρούσαν ως οιονεί ιδιωτική τους περιουσία και τη διαχειρίζονταν κατά το δοκούν, χωρίς σχέδιο και χωρίς λογοδοσία. Το θέμα, με άλλα λόγια, ήταν πρωτίστως δομικό και ξεπερνούσε τα πρόσωπα. Η αδιαμφισβήτητη εντιμότητα και ο επαγγελματισμός ορισμένων χάνονταν στον ωκεανό των σκανδάλων και της ανυποληψίας.

Δικαιολογούνταν, κατόπιν αυτού, το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» της περασμένης Τρίτης; Ακόμη και αν η οδός που ακολουθήθηκε ήταν νομικά άψογη -πράγμα μάλλον αμφίβολο- η απάντηση είναι κατά τη γνώμη μου όχι.

Διότι το κλείσιμο, έστω και προσωρινό, της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης είναι μια κίνηση που υπερβαίνει κατά πολύ την κατάργηση του συγκεκριμένου φορέα της. Ισοδυναμεί με επίσημη ομολογία αποτυχίας του ίδιου του κράτους σε ένα πεδίο στο οποίο, πέρα από τους νόμους και το Σύνταγμα, η δημοκρατία του αναθέτει μιαν ιδιαίτερη αποστολή: ένα minimum ενημέρωσης και ψυχαγωγίας, μόρφωσης και καλλιέργειας το οποίο, και να το ήθελε, η ιδιωτική τηλεόραση δεν θα μπορούσε να το προσφέρει, με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια που επιβάλλεται.

Θέλω συνεπώς να πιστεύω ότι, μετά από ωριμότερη σκέψη, οι αρμόδιοι θα αντιληφθούν ότι η διαρκώς αναβαλλόμενη απαλλαγή της ΕΡΤ από τις αγκυλώσεις της ανυποληψίας, του κομματισμού και της αδιαφάνειας δεν περνά υποχρεωτικά από τις μαύρες οθόνες.

Και ότι, αφού εξηγήσουν στους πολίτες ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα και τι πρέπει να γίνει, θα προχωρήσουν με σύνεση και αποφασιστικότητα στην αναγκαία αναδιάρθρωση.

Η διαρκώς αναβαλλόμενη απαλλαγή της ΕΡΤ από τις αγκυλώσεις της ανυποληψίας, του κομματισμού και της αδιαφάνειας δεν περνά από τις μαύρες οθόνες
Καταχώρηση:     Κατηγορία: ΑΡΧΙΚΗ    

Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ

Η οικονομική κρίση και οι δραματικές συνέπειες που επιφέρει στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής   έχουν θέσει σε δοκιμασία την τήρηση του Συντάγματος, ο σεβασμός του οποίου στη χώρα μας μοιάζει να μην αποτελεί πια προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η διακυβέρνηση του τόπου ασκείται με τη λήψη αποφάσεων που το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται προφανώς εκτός των προβλεπόμενων συνταγματικών διαδικασιών· για την ακρίβεια έξω από τη χώρα. Ειδικότερα, οι σημαντικότεροι νόμοι όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν διαβούλευσης και αντιπαράθεσης, αλλά εισάγονται προς ψήφιση στην Βουλή υπό τη δαμόκλειο σπάθη της οικονομικοκοινωνικής κατάρρευσης της χώρας, μετουσιώνοντας σε κανόνες τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών.
———————-

Για να διαβάσετε το άρθρο πατήστε στο εικονίδιο του pdf.

 

Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία

  1. Η οικονομική κρίση και τα όρια του Συντάγματος

Η οικονομική κρίση και οι δραματικές συνέπειες που επιφέρει στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής έχουν θέσει σε δοκιμασία την τήρηση του Συντάγματος, ο σεβασμός του οποίου στη χώρα μας μοιάζει να μην αποτελεί πια προϋπόθεση για την ομαλή λειτουργία των θεσμών. Η διακυβέρνηση του τόπου ασκείται με τη λήψη αποφάσεων που το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται προφανώς εκτός των προβλεπόμενων συνταγματικών διαδικασιών· για την ακρίβεια έξω από τη χώρα. Ειδικότερα, οι σημαντικότεροι νόμοι όχι μόνο δεν αποτελούν προϊόν διαβούλευσης και αντιπαράθεσης, αλλά εισάγονται προς ψήφιση στην Βουλή υπό τη δαμόκλειο σπάθη της οικονομικοκοινωνικής κατάρρευσης της χώρας, μετουσιώνοντας σε κανόνες τις συμφωνίες που καταρτίστηκαν μεταξύ της κυβέρνησης και των δανειστών[1]. Η διοίκηση, απαξιωμένη στο σύνολό της από μια σφοδρή κριτική που ασκείται με επικοινωνιακούς όρους, υποχρεώνεται να ενεργεί στο πλαίσιο ενός ραγδαία και συνεχώς μεταβαλλόμενου νομοθετικού πλαισίου, συχνά με όρους σκοπιμότητας και όχι νομιμότητας[2], ενόσω τα στελέχη της λειτουργούν με το φάσμα της απόλυσής τους, η οποία μάλιστα πραγματοποιείται με διαδικασία που έχει ως πρώτιστο στόχο όχι την αναγκαία ορθολογική αναδιάρθρωση των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά την εξοικονόμηση των δημόσιων δαπανών[3]. Η δικαιοσύνη καλείται να αποφανθεί για ζητήματα που διαθέτουν εξόχως πολιτικό χαρακτήρα[4], όντας παράλληλα αντιμέτωπη με την επίκληση του υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος της διάσωσης της χώρας, συμφέροντος που προβάλλει ικανό να κάμψει την προστασία όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, η νομολογία των δυο τελευταίων ετών δεν διστάζει να επικυρώσει νομοθετήματα που περιορίζουν ακόμη και τις κλασικές, ατομικές ελευθερίες, υπακούοντας στο δόγμα salus patriae suprema lex esto[5].

Όπως γλαφυρά περιγράφει την κατάσταση ο Γ. Δρόσος, παραπέμποντας στην αξεπέραστη σκέψη του Α. Σβώλου, η κοινωνική ύλη διέβρωσε τη συνταγματική κοίτη[6], τούτο δε έχει ως αποτέλεσμα το συνταγματικό δίκαιο να βρίσκεται, για άλλη μια φορά[7], μπροστά σε ερώτημα υπαρξιακού χαρακτήρα. Πραγματικά, οι ειδικοί αλλά και οι πολίτες εύλογα διερωτώνται εάν οι μεταβολές που συντελούνται οδηγούν σε κατάρρευση της μέχρι σήμερα συνταγματικής κατασκευής και στην ανάγκη αντικατάστασής της με άλλες μεθόδους διακυβέρνησης ή μήπως πρόκειται για μια από τις κρίσεις που εμφανίζονται συχνά στην ιστορία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οπότε μεταρρυθμίσεις μικρότερης εμβέλειας που μπορεί να συντελεστούν, π.χ. μια συνταγματική αναθεώρηση[8], επαρκούν για να αποκαταστήσουν το κύρος των θεσμών και να εξασφαλίσουν τη συνταγματικά οριοθετημένη άσκηση της εξουσίας.

Η τελευταία αυτή αντίληψη αναζητά τους όρους διαμόρφωσης ενός νέου συνταγματισμού· με άλλα λόγια επιδιώκει τη διαφύλαξη της πολιτικής αυτονομίας και των θεμελιωδών δικαιωμάτων με την υιοθέτηση ρυθμίσεων που θα ανταποκρίνονται στις παρούσες συνθήκες και θα τυποποιήσουν την αναγκαία «τομή μέσα στη συνέχεια»[9]. Χωρίς να αρνείται το γεγονός ότι η μεταφορά μέρους της κυριαρχίας και των αρμοδιοτήτων που την υποστασιοποιούν σε υπερεθνικό επίπεδο υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του εθνικού Συντάγματος, υπογραμμίζει την ανάγκη η μετεξέλιξη αυτή να συνοδευτεί από ισχυρά «συνταγματικά αντίβαρα που θα θωρακίσουν με ισχυρούς εγγυητικούς θεσμούς και με ευρύτατης εμβέλειας προστατευτικούς μηχανισμούς τις θεμελιώδεις αρχές της σύγχρονης δημοκρατίας»[10].

Ωστόσο, από υποστηρικτές της πρώτης άποψης διατυπώθηκε η γνώμη ότι επειδή οι «μετασχηματισμοί υπαγορεύονται … από παράγοντες που δεν ελέγχονται ούτε ορίζονται από το εθνικό κράτος. Συντελούνται και επιβάλλονται εκτός της εθνικής επικράτειας, από παράγοντες διεθνείς, δυσδιάκριτους και εν πολλοίς ανεξέλεγκτους, από δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς»[11], οφείλουμε να «αφουγκραστούμε» το νέο κόσμο που γεννιέται, να κατανοήσουμε τα νέα εργαλεία της διακυβέρνησης που αυτός εισάγει[12] και να προσχωρήσουμε σε αυτόν οργανωμένα. Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει, μάλλον, την οικονομική κρίση ως ευκαιρία, στο βαθμό που «η περίπτωση της Ελλάδος αντιπροσωπεύει … ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του νέου αυτού προτύπου “αυτοκρατορικής” διακυβέρνησης, όπως περιγράφεται και αποτυπώνεται στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης της ελληνικής οικονομίας», επομένως αν «εμείς, ως οργανωμένο, εύτακτο και αυτο-προσδιοριζόμενο πολιτικό και κοινωνικό σύνολο» προχωρήσουμε στην αναδιάταξη των θεσμών μας, θα έχουμε την ευκαιρία να λειτουργήσουμε παραδειγματικά στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα. Στο ίδιο ρεύμα σκέψης, αλλά σε αντίθετη φορά, αναπτύχθηκε η άποψη ότι η προσφυγή σε νέα οργανωτικά σχήματα, κοντινά στην άμεση δημοκρατία, είναι ικανή να ανατρέψει την αυταρχική διοίκηση των κοινωνιών που επιβάλλει ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός και να ανοίξει το δρόμο για τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό των πολιτικών σχέσεων, μάλλον έξω ή πέρα από το κράτος[13].

Οι απορίες, λοιπόν, του συνταγματικού δικαίου μπροστά στη διεθνή οικονομική κρίση και την εγχώρια καταστροφική επέλασή της διατυπώνονται με τέτοια ένταση που τείνουν να κλονίσουν την υπόστασή του, δεδομένου ότι το ίδιο το αντικείμενό του, η πολιτεία και η κυριαρχία της, μοιάζει να απέρχεται βιαστικά από το πολιτικό προσκήνιο. Ωστόσο, μια προσεκτική προσέγγιση των εξελίξεων θα διαφοροποιούσε κάπως την ανάγνωση της θεσμικοπολιτικής πραγματικότητας και θα επέτρεπε τον επανακαθορισμό των συνταγματικών διακυβευμάτων: η υπόθεση που διατυπώνεται παρακάτω προσπαθεί να δείξει ότι το μείζον για το συνταγματικό δίκαιο ζήτημα δεν είναι η απώλεια της ισχύος των κρατών, αλλά η τάση αποδυνάμωσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως πλαισίου θέσμισης των κοινωνιών και πηγής των θεμελιωδών προταγμάτων για τη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας.

  1. Απώλεια της κρατικής κυριαρχίας ή αποδυνάμωση της δημοκρατίας;

Παρότι τις τελευταίες δεκαετίες στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους στις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις γνωρίζει στενά όρια, παρ’ ότι οικονομικές μονάδες έχουν αποκτήσει τέτοια δύναμη ώστε οι αγορές να προσωποποιούνται και να αναγορεύονται πια σημαντικότατη παράμετρος των διεθνών εξελίξεων, παρ’ ότι στην Ευρώπη τα κράτη μέλη της Ε.Ε. έχουν αναθέσει την άσκηση μιας από τις δυο συστατικές αρμοδιότητες της κυριαρχίας τους, την έκδοση του νομίσματος, σε τρίτο, παρ’ ότι την 1/3/2012 τα ίδια κράτη μέλη δεσμεύτηκαν με συνθήκη να συνταγματοποιήσουν τον κανόνα της δημοσιονομικής ισορροπίας, το κράτος δεν έχει απολέσει το ρόλο και την αποστολή του. Τούτο όχι μόνο επειδή η ιστορία των κρατών είναι η ιστορία της αντιπαράθεσής τους με τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες[14], ούτε επειδή ιστορικά και συγκριτικά εμφανίζονται περισσότερα μοντέλα διαμόρφωσης των σχέσεων κράτους και οικονομικού περιβάλλοντος, ούτε, τέλος, επειδή η αστάθεια που παρατηρείται στις αγορές εγκαλεί συνεχώς την κρατική παρέμβαση[15]. Η μακροημέρευση των κρατών πιθανολογείται βάσιμα[16] επειδή η δεύτερη αναγκαία για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής εξουσία τους, δηλαδή η έννομη οργάνωση της κοινωνίας και η διατήρηση της ευταξίας, δεν θα μπορούσε στο ορατό μέλλον να ανατεθεί σε τρίτο[17], τουλάχιστον όχι σε επίπεδο ευρύτερο από το περιφερειακό, όπου και πάλι τούτο δεν φαίνεται δυνατόν να γίνει έξω από την κρατική μορφή τής λιγότερο ή περισσότερο χαλαρής ομοσπονδίας[18]. Κράτη συγκροτούν και στηρίζουν το ΔΝΤ, κράτη μέλη απαρτίζουν την Ε.Ε., που παρά την ήδη μακρόχρονη συμπόρευσή τους δεν φαίνεται να εγκαταλείπουν τη raison d’État κατά τη λήψη καίριων αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κράτη συμμετέχουν στον ΟΗΕ και εξασφαλίζουν την πραγμάτωση της αποστολής του.

Η επιβίωση του κράτους ως κυρίαρχης πολιτικής μορφής συνοδεύεται, εντούτοις, από μια έντονη αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας των δράσεών του, καθώς και της δυνατότητάς του να παραμείνει πρωταγωνιστής στο διεθνές ανταγωνιστικό παιχνίδι νομής και ανακατανομής του πλούτου και της εξουσίας. Η «αδυναμία» των κρατών να δώσουν λύση στα προβλήματα των κοινωνιών μοιάζει τόσο προφανής (επαληθεύεται δε εμπειρικά και πανηγυρικά στην ελληνική περίπτωση), ώστε η ανάγκη να βρεθούν οι αιτίες της και να αναζητηθούν οι μέθοδοι υπέρβασής τους δεν αμφισβητείται.

Καθώς, όμως, η αναζήτηση αυτή είναι μακρόχρονη και συχνά απαιτεί την τήρηση χρονοβόρων ή/και πολύπλοκων διαδικασιών[19], η «αδυναμία» του κράτους αντιμετωπίζεται με την εν τοις πράγμασι μετάλλαξη της λειτουργίας των αντιπροσωπευτικών θεσμών, η οποία στη χώρα μας διευκολύνεται τόσο από το σοκ που προκαλούν οι οικονομικοκοινωνικές αλλαγές όσο και από τη μεγάλη απαξίωση του πολιτικού προσωπικού και του πολιτικού συστήματος γενικότερα. Βέβαια, η μετάλλαξη αυτή θα μπορούσε να συνδεθεί με τις έκτακτες περιστάσεις που ζει η χώρα και να της αποδοθεί προσωρινός χαρακτήρας. Όμως, συμπορεύεται με το γενικότερο πνεύμα της «δυσπιστίας προς τη δημοκρατία»[20] που επικρατεί στη γηραιά ήπειρο και διεθνώς, με αποτέλεσμα να τείνει να προσλάβει μονιμότερα χαρακτηριστικά. Οι αλλαγές αυτές, μάλιστα, περιβάλλονται με την αίγλη των μεταρρυθμίσεων που εξασφαλίζουν την ισχυροποίηση του κράτους, τη μετατροπή του σε έναν αξιόπιστο παίκτη στο εσωτερικό του συστήματος της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης, οπότε διεκδικούν μακροβιότητα.

Προκειμένου να δειχθεί η θεσμική μετάλλαξη και να γίνει δυνατή η αποτίμηση των τάσεων που αυτή γεννά, είναι ανάγκη να υπομνησθούν σύντομα τα βασικά χαρακτηριστικά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που δεν είναι ένα κακέκτυπο της άμεσης δημοκρατίας, αλλά κάτι διαφορετικό από αυτήν και που μέχρι σήμερα έχει αποδειχθεί το καλύτερο πλαίσιο θέσμισης των πολιτικών κοινοτήτων. Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι σύγχρονοι θεσμοί γεννήθηκαν στο πλαίσιο του αντιπροσωπευτικού συστήματος, το οποίο στην αρχή ήταν ολιγαρχικό, σταδιακά, όμως, με την ανάπτυξη κοινωνικών αγώνων και συχνά σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων, εκδημοκρατίστηκε.

Έτσι, τα σύγχρονα συντάγματα συγκροτούν μια κοινότητα ίσων και ελεύθερων πολιτών που αποτελεί την έδρα και το φορέα της κυριαρχίας, την οποία όμως ασκεί διά των αντιπροσώπων που εκλέγει σε τακτικά χρονικά διαστήματα. Η ανάδειξη των κυβερνώντων μέσα από εκλογικές διαδικασίες, πάντως, αποτελεί συστατικό στοιχείο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, επειδή συνδέεται στενά με την πρωταρχική συνθήκη ανάδειξης και θεμελίωσης του συγκεκριμένου πολιτεύματος: τη διάκριση του πολιτικού από το ιδιωτικό.

Πραγματικά, η λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στηρίζεται στην αρχή ότι οι συμμετέχοντες στην πολιτική πράξη –οφείλουν να– εγκαταλείπουν τα προσωπικά συμφέροντα και στοχεύσεις τους και –να– αναζητούν τις καταλληλότερες κατά περίσταση λύσεις, με όρους γενικού ή έστω γενικεύσιμου συμφέροντος. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να υποστηρίξει ότι η εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής επιφέρει μια πολιτικοποίηση του κόσμου, δεδομένου ότι αναδεικνύει τον πολιτικό χαρακτήρα των κοινωνικών σχέσεων και υπενθυμίζει σταθερά το γεγονός ότι αυτές συνδιαμορφώνονται από τους θεσμούς, που μερικές φορές αλλάζουν ή/και καθορίζουν το περιεχόμενό τους[21].

Η συστατική σχέση της αυτονομίας του πολιτικού με το δημοκρατικό χαρακτήρα των νεωτερικών πολιτευμάτων γίνεται αντιληπτή αν αναλογιστεί κανείς ότι χωρίς αυτήν εξουδετερώνεται πλήρως η δυνατότητα ανάπτυξης των συνθηκών που συγκροτούν τα εννοιολογικά στοιχεία της δημοκρατίας: αν οι νόμοι χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα, αν παύσουν δηλαδή να αποτυπώνουν την προσπάθεια ρύθμισης του κοινωνικού πεδίου με τρόπο που θα υπερβαίνει τα ιδιωτικά συμφέροντα και θα υποτάσσει την απόλαυσή τους σε γενικότερες θεωρήσεις, τότε η ελευθερία και η ισότητα θα αποτελούν παρελθόν σε ό,τι αφορά τα περισσότερα μέλη του κοινωνικού συνόλου. Σύστημα που επιτρέπει ή έστω ανέχεται οι νόμοι του να διαμορφώνονται με βάση τις σκοπιμότητες ή τις «νομοτέλειες» της αγοράς, της επιστήμης, ακόμη και της φύσης, παύει αυτόχρημα να είναι δημοκρατικό. Τούτο επειδή στο εσωτερικό του οι κοινωνικές σχέσεις θα ρυθμίζονται σύμφωνα με τη θέληση αυτών που διατυπώνουν τις παραπάνω σκοπιμότητες ή θα ερμηνεύουν τις νομοτέλειες, με αποτέλεσμα να εγκαθίσταται μια ουσιοκρατική ιεράρχηση μεταξύ των πολιτών, λίγοι από τους οποίους θα υποτάσσουν στη βούλησή τους τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού συνόλου. Η –έστω τυπική– ισότητα εξουθενώνεται, συνακόλουθα η ελευθερία εξανεμίζεται και ανοίγει ο δρόμος για την εγκαθίδρυση αυταρχικών, ακόμη και ολοκληρωτικών μορφών διακυβέρνησης.

Περαιτέρω, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν αρκείται στη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη των φορέων της εξουσίας, εκλογές που πάντως πρέπει να διενεργούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα και να πραγματοποιούνται με όρους ελεύθερης και ισότιμης συμμετοχής όλων των μελών του εκλογικού σώματος. Η εκλογή αποτελεί δημοκρατικό τρόπο επιλογής των κυβερνώντων, στο βαθμό που συνιστά μια πολιτική εντολή και θεμέλιο της πολιτικής ευθύνης των φορέων της εξουσίας. Τούτο καταρχήν σημαίνει ότι το σχέδιο της συνύπαρξης των μελών της πολιτικής κοινότητας για την επόμενη θητεία του Κοινοβουλίου αποτελεί αντικείμενο όχι μιας απλής συζήτησης, αλλά μιας ουσιαστικής αντιπαράθεσης μεταξύ διαφορετικών προτάσεων για τη μορφή και τους όρους του[22]. Συνακόλουθα, στα δημοκρατικά πολιτεύματα η εκλογική διαδικασία δεν αποβλέπει στην ανάδειξη εκείνων των υποψηφίων που λόγω των προσωπικών δεξιοτήτων και ιδιοτήτων τους μπορούν να ασκήσουν με αγαθό τρόπο την κρατική εξουσία. Η εκλογή των μελών του αντιπροσωπευτικού οργάνου και η –έμμεση ή άμεση– ανάδειξη αυτών που θα διαχειριστούν την εκτελεστική εξουσία διαθέτει θεσμικά συγκεκριμένο πολιτικό νόημα. Τούτο συνίσταται στην εκπλήρωση των συγκεκριμένων πολιτικών αντιλήψεων του λαού, πράγμα που συνεπάγεται μεν την πολιτική πραγμάτωση της πλειοψηφούσας πρότασης για τα δημόσια πράγματα, επιτάσσει όμως ταυτόχρονα να μην παραγνωρίζονται τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Για το λόγο αυτό, συνταγματικές ρυθμίσεις προστατεύουν την προσωπική και συλλογική αυτονομία, έτσι ώστε τα μέλη του κοινωνικού συνόλου να διαμορφώνουν χωρίς καταναγκασμό τις βασικές βιοτικές επιλογές τους, να αναγνωρίζονται από όλους και ιδίως από την κρατική εξουσία ως φορείς ίσης κοινωνικής αξιοπρέπειας και να συμμετέχουν ισότιμα και ουσιαστικά στα δημόσια πράγματα.

Τέλος, υφίσταται και το εξίσου σημαντικό ζήτημα της ευθύνης των κυβερνώντων. Έχοντας λάβει μια εντολή-πλαίσιο από το λαό, αυτοί είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τις δεσμεύσεις τους, να δείχνουν πειστικά πως οι αποφάσεις που λαμβάνουν συμμορφώνονται σε αυτές και να λογοδοτούν σταθερά προς τη λαϊκή αντιπροσωπεία, εντέλει δε προς το εκλογικό σώμα. Με άλλα λόγια, η ομαλή λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας εξασφαλίζεται εφόσον οι κυβερνώντες σέβονται το προεκλογικό τους πρόγραμμα και προσδιορίζουν την πολιτική τους πράξη σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που αυτό περιείχε, ελεγχόμενοι προς τούτο από το Κοινοβούλιο. Μηχανισμό απόδοσης ευθύνης μπορεί υπό όρους να αποτελέσει και το δημοψήφισμα, εφόσον η συνταγματική διαρρύθμισή του αποτρέπει τα εμφανή μειονεκτήματα του θεσμού, εφόσον δηλαδή η πρωτοβουλία για τη διενέργειά του δεν ανατίθεται αποκλειστικά στην εκτελεστική εξουσία και προβλέπονται εγγυήσεις για τη διατύπωση του σχετικού ερωτήματος.

Έτσι και το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα δεν εξαγγέλλει απλώς τη δημοκρατική μορφή του πολιτεύματος. Εγγυάται με τις ρυθμίσεις του την αυτονομία του πολιτικού (ενδεικτικά, άρθρα 43 παρ. 5, 56 και 57 και 60, 61, 62, 72 παρ. 1 και επ.), αναγνωρίζει το λαό ως φορέα της κυριαρχίας, επιτάσσοντας όλες οι εξουσίες να πηγάζουν από αυτόν (άρθρο 1 παρ. 2 και 3), και οργανώνει συστηματικά το κοινοβουλευτικό κυβερνητικό σύστημα. Όπως γίνεται ευρύτατα αποδεκτό, το περιεχόμενο της δημοκρατικής αρχής στο ελληνικό πολίτευμα, η άρρηκτη δηλαδή σχέση που πρέπει να υφίσταται ανάμεσα στους φορείς καθεμιάς εξουσίας και στο λαό, δεν εξαντλείται στην ανάδειξη των πρώτων από το εκλογικό σώμα, μάλιστα στην περίπτωση των δικαστών δεν στηρίζεται καν σε αυτή. Εκτείνεται στην υποχρέωση των κυβερνώντων να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους σε σταθερή αναγωγή προς τη λαϊκή θέληση, που αποτελεί τον αναγκαίο γνώμονα για την πράξη όλων των κρατικών οργάνων.

Βέβαια, το Σύνταγμα δεν ρυθμίζει με τον ίδιο τρόπο τη σχέση των κρατικών οργάνων με τη λαϊκή βούληση. Αυτή διαφοροποιείται ανάλογα με τη συνταγματική αποστολή καθενός από αυτά, από δε τις οικείες διατάξεις απορρέουν διαφορετικές δεσμεύσεις για τους φορείς τους. Έτσι, οι μεν φορείς της εκτελεστικής εξουσίας, με πρώτο τον πρωθυπουργό, οφείλουν να πραγματώνουν το πολιτικό σχέδιο που υπερψηφίστηκε από το λαό στις εκλογές και αποκρυσταλλώθηκε μέσα από τη διαμόρφωση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, οι δε δικαστές εφαρμόζοντας τους νόμους οφείλουν να ελέγχουν εάν αυτοί σέβονται εκείνα τα συνταγματικά προτάγματα που εγγυώνται σε καθένα μέλος του κοινωνικού συνόλου την απόλαυση της προσωπικής και συλλογικής του αυτονομίας, καθώς και τη δυνατότητά του να διαβιώνει με κοινωνική αξιοπρέπεια.

  1. Συνθήκες εγκατάστασης μιας μετανεωτερικής διακυβέρνησης

Οι εξελίξεις των τελευταίων 2 χρόνων, όπως προαναφέρθηκε, θέτουν σε δοκιμασία το παραπάνω συνταγματικό πλαίσιο που οργανώνει και στηρίζει την άσκηση της πολιτικής εξουσίας στη χώρα, δείχνουν δε ότι η δημοσιονομική κρίση και η κρίση χρέους της χώρας έχει εξελιχθεί σε σοβαρή κρίση της δημοκρατίας. Η απόλυτη μεταστροφή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου σε σχέση με τις προεκλογικές εξαγγελίες και δεσμεύσεις της καθώς και η λήψη αποφάσεων που θα δεσμεύουν τη χώρα για τα επόμενα 20 χρόνια από μια κοινοβουλευτική ομάδα σημαντικά στελέχη της οποίας δήλωναν ότι διαφωνούν με το περιεχόμενό τους αλλά υπερψήφιζαν τα μέτρα για να μη χρεωθούν την κοινωνικοοικονομική κατάρρευση της χώρας, κλόνισαν δραστικά τον αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα της τότε κυβέρνησης και έθεσαν στο προσκήνιο το ζήτημα διεξαγωγής εκλογών.

Αντί, όμως, το επιτακτικό πολιτικό αίτημα –η οικονομική ανάκαμψη της χώρας και η ευρωπαϊκή της πορεία– να αποτελέσουν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης και να σχεδιαστούν από κυβερνητικό σχήμα με νωπή λαϊκή εντολή, η διακυβέρνηση της χώρας ανατέθηκε στον τεχνοκράτη κ. Παπαδήμο, που εξασφάλισε τη στήριξη των πολιτικών αρχηγών των 2 μεγαλύτερων κομμάτων και του ΛΑΟΣ με βάση τις προσωπικές ικανότητές του ως πρώην κεντρικού τραπεζίτη. Η επιλογή καθαυτή γεννά προβληματισμό. Βέβαια, το άρθρο 37 παρ. 4 Συντ. επιτρέπει την ανάθεση της πρωθυπουργίας σε εξωκοινοβουλευτικό πρόσωπο, υπό τους όρους όμως που αυτό θέτει: δηλαδή με τη μεσολάβηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος ή των κομμάτων που πρόκειται να στηρίξουν την κυβέρνηση, η οποία έχει μεν την ευχέρεια να επιλέξει για μελλοντικό αρχηγό της έναν αποτελεσματικό διαχειριστή, θα διατυπώσει πάντως παράλληλα το πλαίσιο εντός του οποίου αυτός θα κινηθεί. Η ανάδειξη του κ. Παπαδήμου στην πρωθυπουργία δεν ακολούθησε τη συνταγματικά προβλεπόμενη διαδικασία, η εκλεκτορική λειτουργία της Βουλής παραγνωρίστηκε και ο πρωθυπουργός ανέλαβε την εξουσία όχι ως εκλεκτός της λαϊκής αντιπροσωπείας, αλλά των τριών αρχηγών που τον υπέδειξαν.

Τούτο επηρέασε τη φύση και την έκταση της πολιτικής του ευθύνης, που ούτως ή άλλως ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, δεδομένου ότι αυτός δεν επρόκειτο να εμφανιστεί στον ελληνικό λαό και να λογοδοτήσει διεκδικώντας την εκλογή του. Ο κ. Παπαδήμος αναφερόταν στους πολιτικούς αρχηγούς-εντολείς του, διαπραγματευόταν με αυτούς τα μέτρα που θα υιοθετήσει το υπουργικό συμβούλιο και αυτοί αναλάμβαναν να πειθαρχήσουν τις κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων τους, με τον πιο παραδοσιακό τρόπο που γνωρίζει το ελληνικό αρχηγοκεντρικό δικομματικό σύστημα. Έτσι, οι πιο κρίσιμες αποφάσεις για τη χώρα μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο[23] λήφθηκαν από έναν ολιγομελές επιτελείο, που τις διαμόρφωνε υπό το δίλημμα «λιτότητα ή άτακτη χρεοκοπία», «εξουθένωση των μεσαίων και ασθενών κοινωνικών στρωμάτων ή τριγμοί στο τραπεζικό και γενικότερα οικονομικό σύστημα της χώρας»;

Ο πρωθυπουργός και η πολιτική ηγεσία της χώρας εξομοίωναν την απάντηση στο παραπάνω ερώτημα με την αντιμετώπιση ενός φυσικού φαινομένου, ή πάντως με τη διαχείριση συνεπειών που προκύπτουν από τους αναλλοίωτους κανόνες των αγορών, δηλαδή ως επιλογή που δεν θα μπορούσε να μεταβληθεί με την πολιτική δράση των Ελλήνων πολιτών και των αντιπροσώπων τους. Γι’ αυτό και τα μέτρα που λάμβαναν παρουσιάζονταν ως τα μόνα λογικώς αποδεκτά, οι δε κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις διαγκωνίζονταν εν όψει των προγραμματισμένων εκλογών, ιδίως όμως εν όψει της αποδοχής τους από το ευρωπαϊκό διευθυντήριο, να αποδείξουν ότι καθεμιά από αυτές είναι ο πιο κατάλληλος διαχειριστής της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής περιθωριοποίησης του μισού περίπου πληθυσμού της χώρας.

Οι εκλογές που διενεργήθηκαν τον Μάιο και Ιούνιο του 2012 αναπαρήγαγαν και ενίσχυσαν την παραπάνω τάση: το βασικό πολιτικό διακύβευμα –αποδοχή ή απόρριψη των μνημονίων της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης– επισκιάστηκε αμέσως μετά την επαναπροκήρυξη εκλογών από το δίλημμα «παραμονή της χώρας στο ευρώ ή όχι». Η καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα προσέλαβε, με την εντονότατη υποστήριξη των ΜΜΕ, τη διάσταση της συμμόρφωσης σε «φυσικό» νόμο, που ορίζει ότι η συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωσή της, με αποτέλεσμα οι επιλογές του εκλογικού σώματος να χάσουν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτικό τους χαρακτήρα.

Στη συνέχεια, ο διορισμός της παρούσας κυβέρνησης πραγματοποιήθηκε με βάση τη γνωστή προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων που την υποστηρίζουν. Πρόκειται για ένα ασαφές κείμενο που δεν περιλάμβανε συγκεκριμένο κυβερνητικό πρόγραμμα, που επομένως δεν επιτρέπει τον έλεγχο του υπουργικού συμβουλίου και τη λογοδοσία των μελών του προς τη Βουλή και το εκλογικό σώμα. Εξάλλου, καθώς θεμέλιο της προγραμματικής συμφωνίας αποτέλεσε η «συναίνεση» σχετικά με την παραμονή της χώρας στο ευρώ, η πολιτική ευθύνη της παρούσας κυβέρνησης μοιάζει ανεύρετη: οποιαδήποτε πολιτική μοιάζει να νομιμοποιείται, φτάνει να εκπληρωθεί η παραπάνω αποστολή που η κυβέρνηση έθεσε στον εαυτό της. Οποιοδήποτε μέτρο δείχνει να εξυπηρετεί τον υπερβατικό πια αυτό στόχο, μπορεί να ληφθεί χωρίς να ενεργοποιείται η ευθύνη της κυβέρνησης.

Επιπλέον, ο διορισμός πολιτικού πρωθυπουργού συνοδεύτηκε από την επιλογή ενός τεχνοκράτη ως υπουργού Οικονομικών και τη διατήρηση του ρόλου τού διοικητή της ΤτΕ ως βασικού παράγοντα στη λήψη των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων. Ο υπουργός Οικονομικών, προσηλωμένος στην ορθοδοξία του οικονομικού δόγματος των δανειστών, λειτουργεί συχνά μάλλον ως εκπρόσωπός τους ενώπιον του πρωθυπουργού και των πολιτικών αρχηγών παρά ως εντολοδόχος του ελληνικού Κοινοβουλίου και του λαού[24]. Χαρακτηριστική ήταν η πρόσφατη δήλωσή του, ύστερα από συνομιλία του με τους Έλληνες πολιτικούς αρχηγούς: «Για το μεν πρώτο [η τρόικα] λέει ότι είναι κάτι που έχει ψηφιστεί, ενώ το δεύτερο δεν ισχύει σε κανένα μέρος του κόσμου. Η τρόικα αρνήθηκε και την κύρωση των ιδιωτικοποιήσεων από τη Βουλή και σωστά, κατά την άποψή μου, αφού δεν θα ερχόταν κανένας επενδυτής εάν έπρεπε η κάθε ιδιωτικοποίηση να περάσει από τη Βουλή». Είναι, λοιπόν, φανερό ότι η δημοκρατική νομιμότητα εξουδετερώνεται για να ικανοποιηθεί η οικονομική σκοπιμότητα και τούτο παρουσιάζεται ως μέθοδος αποκατάστασης της αξιοπιστίας της χώρας και της κρατικής ισχύος.

Η τρικομματική κυβέρνηση, παρ’ ότι αφίσταται από το μοντέλο της μεταπολιτευτικής οργάνωσης της εκτελεστικής εξουσίας, δεν κατόρθωσε να αναβαθμίσει το ρόλο του κοινοβουλίου στη λήψη των αποφάσεων ούτε να συνδέσει τις τελευταίες με αιτήματα που αφορούν τις βασικές κοινωνικές σχέσεις, τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών ή την αξιοπρεπή διαβίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Το Κοινοβούλιο επικυρώνει με ταχύτατους ρυθμούς μέτρα που προαποφασίζονται από τους δανειστές με τη σύμπραξη (;) των υπουργών, πρωτόγνωρες δε πρακτικές υιοθετούνται προκειμένου να αποκλειστεί η ελάχιστη διαφοροποίηση των βουλευτών της συμπολίτευσης και να μην επιτραπεί στην αντιπολίτευση να ασκήσει το θεσμικό της ρόλο. Για παράδειγμα, ο ν. 4093/2012 που σε ένα μόνο άρθρο περιλαμβάνει εκτεταμένες και διαφορετικές ρυθμίσεις αποτελεί μια παγκόσμια πρωτοτυπία, ενώ η νομοθέτηση με σειρά ΠΝΠ χωρίς να συντρέχουν οι συνταγματικές προϋποθέσεις έχει μετατρέψει την ελληνική Βουλή σε θέατρο σκιών.

Η υιοθέτηση και εφαρμογή των μέτρων αυτών υπονομεύει και άλλον έναν πυλώνα της συνταγματικής δημοκρατίας της χώρας, τη δικαιοσύνη. Εντελώς συνοπτικά: είτε με τα μνημόνια είτε με νομοθετήματα που υπερψηφίζονται ως επείγοντα, κατεπείγοντα ή απλώς υπαγορευόμενα, καταλύονται θεσμοί που συγκροτήθηκαν μέσα από πολλούς αγώνες και θυσίες στη μεταπολεμική Ελλάδα και περιορίζονται ασφυκτικά θεμελιώδη δικαιώματα: οι κοινωνικές ασφαλίσεις, το σύστημα δημόσιας υγείας και περίθαλψης, η εκπαίδευση (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την απορρύθμιση της δημοκρατικής αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ), το φυσικό και αστικό περιβάλλον, η δυνατότητα ασφαλούς διαβίωσης. Στοιχειώδη δημόσια αγαθά που συνιστούν την ελληνική εκδοχή ενός ήδη λειψού και απαξιωμένου κοινωνικού κράτους κατεδαφίζονται. Τα δικαστήρια, όμως, στα οποία προσφεύγουν οι πολίτες για να προστατεύσουν τα συνταγματικά τους αγαθά, καλούνται να αποφασίσουν με όρους έκτακτης ανάγκης: ο στερούμενος δημοκρατικής νομιμοποίησης δικαστής, αν και έμμεσα αναγνωρίζει την αντισυνταγματικότητα πολλών από τους κανόνες που εισάγονται στην έννομή μας τάξη, θα διστάσει να αξιολογήσει εάν οι επικαλούμενοι από το κράτος λόγοι «υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος» είναι πραγματικά τέτοιοι και να ασκήσει την αρμοδιότητά του παραμερίζοντας τις αντισυνταγματικές ρυθμίσεις[25]. Έτσι διαγράφεται ο κίνδυνος να βρεθούμε ενώπιον μιας συνθήκης που προσομοιάζει με αυτήν που οδήγησε στην ανάπτυξη του παραΣυντάγματος τη δεκαετία του 1950: το γραπτό και αυστηρό Σύνταγμα θα κατοχυρώνει έναν πλούσιο κατάλογο δικαιωμάτων, αυτά όμως θα εφαρμόζονται μόνον εφόσον η προστασία τους δεν θα αντιβαίνει στα «προτάγματα» που απορρέουν από τις έκτακτες περιστάσεις που αντιμετωπίζει η χώρα ή, ακόμη πιο σημαντικό, στην ανάγκη σεβασμού του «χρυσού» δημοσιονομικού κανόνα που, όπως προαναφέρθηκε, θα αποκτήσει υπερσυνταγματική ισχύ.

Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι όλες οι παραπάνω πολιτικοθεσμικές θυσίες είναι αναγκαίες για να παραμείνουμε στους κόλπους της ευρωπαϊκής οικογένειας και για να ξαναβρεί το ελληνικό κράτος το βηματισμό του ως ισότιμο μέλος της Ε.Ε. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι η πορεία που ακολουθείται δεν επιτρέπει την ανασυγκρότηση της ελληνικής πολιτείας ως μιας δημοκρατικά οργανωμένης πολιτικής κοινότητας. Αντίθετα, διατηρεί την ελληνική δημοκρατία στην Ε.Ε. ως μια κοινότητα που λόγω των φυλετικών χαρακτηριστικών των μελών της (τεμπέληδες, φοροφυγάδες κ.λπ.) απαιτεί σωφρονισμό. Η «τιμωρία» του ελληνικού λαού επιτυγχάνεται με την παράκαμψη των κοινοβουλευτικών θεσμών, με την εξουθένωση της πολιτικής διάστασης ευθύνης της κυβέρνησής του και με την ανάθεση της διαπαιδαγώγησής του σε προσωπικό ικανό να αφομοιώσει τα διδάγματα της τρόικας και να επιβάλει τις «διαρθρωτικές» αλλαγές, που θα αποκαταστήσουν το ήθος των μελών του κοινωνικού συνόλου.

Με τον τρόπο αυτό, η λεγόμενη «κοινοτική μέθοδος λήψης των αποφάσεων»[26], δηλαδή η διακυβέρνηση (governance), επεκτείνεται και στη διαχείριση της κρατικής εξουσίας και εμπλουτίζεται με το στοιχείο της ηθικής αποκατάστασης των αποκλινόντων κρατών ή λαών, σήμερα από τη δημοσιονομική ορθοδοξία, άδηλο από τι στο προσεχές μέλλον.

Η αποκατάσταση, λοιπόν, της ισχύος του ελληνικού κράτους, της ικανότητάς του να εμφανίζεται στο διεθνές προσκήνιο ως κυρίαρχο και ως ισότιμος εταίρος των λοιπών συνομιλητών του, συνδέεται στενά με την εμπέδωση των παραπάνω πρακτικών, με την εγκατάλειψη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως μεθόδου οργάνωσης και άσκησης της πολιτικής εξουσίας. Με την έννοια αυτή, όμως, η επιτυχία του ελληνικού πειράματος και προγράμματος θα αποτελέσει ταυτόχρονα μια βαριά ήττα όχι μόνο σε επίπεδο εθνικό, αλλά και στο επίπεδο της Ε.Ε.: τα θεσμικά αντίβαρα στις αυταρχικές μεθόδους άσκησης της κοινοτικής εξουσίας[27], όσα δηλαδή δομούνται μέσα από τα εθνικά κυβερνητικά συστήματα, θα μειωθούν δραστικά και ο αγώνας για τον εκδημοκρατισμό της Ένωσης θα φαντάζει μάταιος. Σε ένα υπερκρατικό μόρφωμα, όπου οι πολιτικές θα καθορίζονται από τους επαΐοντες και η άσκησή τους θα ελέγχεται με ηθικά και όχι πολιτικά κριτήρια, ο λαός και οι εκπρόσωποί του μπορούν να διεκδικήσουν δευτερεύουσα μόνο θέση: αυτήν του υποβολέα ή του εξομολόγου.

Ιφιγένεια Καμτσίδου

Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ

 

[1] Τα παραδείγματα που μοιάζει να απεικονίζουν με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη μετάλλαξη της νομοθετικής λειτουργίας είναι αυτά των ν. 3845/2010 και 4046/2012. Με τον πρώτο εγκρίθηκε το Μνημόνιο Ι «Μέτρα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το ΔΝΤ» και εισήχθησαν στην έννομη τάξη, ως προσαρτημένα παραρτήματά του, το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής» και το «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής», δηλαδή δύο από τα τρία μέρη του Μνημονίου Συνεννόησης («Memorandum of Understanding»), που υπογράφηκε στις 3.5.2010 αφενός από τον υπουργό Οικονομικών και το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, αφετέρου από τον επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό των κρατών-μελών της. Ο δεύτερος ενέκρινε το Μνημόνιο ΙΙ («Memorandum of Understanding») μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδας, το οποίο αποτελείται από τα εξής επιμέρους μνημόνια: α) Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, β) Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης, που επισυνάφθηκαν ως παραρτήματα στο νομοθέτημα. Παρ’ ότι τα μνημόνια περιέχουν κατά κύριο λόγο τους στόχους που οφείλει να εξυπηρετεί η νομοθετική πολιτική της Ελληνικής Δημοκρατίας, σηματοδοτούν με πολύ σαφή τρόπο τη μεταλλαγή που επήλθε στη νομοθετική λειτουργία. Το ελληνικό Κοινοβούλιο αφενός τα υιοθέτησε με συνοπτικές διαδικασίες, που απέκλειαν οποιαδήποτε συμμετοχή των μελών του στη διαμόρφωση του περιεχομένου τους, αφετέρου εισήγαγε με αυτά στην έννομη τάξης τις βασικές αρχές που επικαθορίζουν το περιεχόμενο όλων των νομοθετημάτων που υιοθετούνται έκτοτε και που οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις κατευθύνσεις τους.

[2] Ενδεικτικά, την περασμένη άνοιξη δημοσιοποιήθηκαν από την αστυνομία οι φωτογραφίες και τα προσωπικά στοιχεία εκδιδόμενων γυναικών που είχαν συλληφθεί και βρέθηκαν οροθετικές. Η δημοσιοποίηση αυτή έγινε χωρίς την άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και κατά προφανή υπέρβαση των ορισμών του ν. 2472/97, που επιτρέπει την άρση του απορρήτου αποκλειστικά και μόνο για την επιβεβαίωση της διάπραξης εγκλημάτων. Η ανάγκη να δειχθεί η αποφασιστικότητα και η αποτελεσματικότητα της διοίκησης έκαμψε τη νομιμότητα, με δραματικές συνέπειες για το πρόσωπο των συλληφθεισών γυναικών.

[3] Έτσι, η «υποπαράγραφος» Ζ 2 του μόνου άρθρου του ν. 4093/12 προβλέπει τη θέση σε διαθεσιμότητα (sic) των μόνιμων υπαλλήλων του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, την ετήσια διάρκεια της διαθεσιμότητας με καταβολή στον υπάλληλο των τριών τετάρτων των αποδοχών του και την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής του σχέσης με την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας. Οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από τους οποίους όσοι υπηρετούν σε θέσεις Δ.Ε. απομακρύνθηκαν ήδη από την υπηρεσία τους, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο παραπάνω νομοθέτημα και την από 5/12/2012 ΠΝΠ.

[4] Βλ. Α. Καϊδατζή, «“Μεγάλη πολιτική” και ασθενής δικαστικός έλεγχος. Συνταγματικά ζητήματα και ζητήματα συνταγματικότητας στο “Μνημόνιο”», www.constitutionalism.gr, όπου ανακεφαλαιώνεται πολύ αποτελεσματικά και με πλήρη υπομνηματισμό η πλούσια συζήτηση για τα «συνταγματικά» των μνημονίων και αναδεικνύεται η εγγενής δυσκολία που αντιμετωπίζει ο δικαστής όντας αντιμέτωπος με ζητήματα «μεγάλης πολιτικής». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο παραπάνω διάλογος, που έχει ως αντικείμενο θέματα όπως η νομική φύση των μνημονίων, η τυπική ισχύς τους και βέβαια η αντίθεσή τους ή όχι προς το Σύνταγμα, διαθέτει μεγάλο νομικοπολιτικό ενδιαφέρον, απαιτεί, ωστόσο, αυτοτελή μελέτη για την παρουσίασή του. Στην παρούσα εισήγηση θίγονται μόνο τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών θεσμών και τα οποία τείνουν να αλλοιώσουν τη φυσιογνωμία του κυβερνητικού συστήματος.

[5] Η πολύ γνωστή ΣτΕ 668/2012 αναγνωρίζεται ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των αποφάσεων, δεδομένου ότι στην υπόθεση αυτή το ανώτατο ακυρωτικό βρέθηκε αντιμέτωπο με τις βασικές πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες είχαν μάλιστα προσλάβει τη μορφή διεθνών δεσμεύσεων της χώρας, βλ. Α. Καϊδατζή, ό.π.

[6] Γ. Δρόσος, «Συνταγματικός λόγος και οικονομική κρίση», ΕφημΔΔ, 2011/6, σ. 764 επ. Θα πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι δεν πρόκειται κατά κυριολεξία για την κοινωνική ύλη που διαβρώνει το συνταγματικό οικοδόμημα, αλλά για την κυβερνητική δράση, γεγονός που διαφοροποιεί το πρόβλημα: η εμφάνιση έντονων κοινωνικών αιτημάτων που θέτουν σε δοκιμασία τα όρια του Συντάγματος προοιωνίζεται συνήθως συνταγματική μεταβολή με λαϊκή καταγωγή. Αντίθετα, η υπέρβαση των δεσμεύσεων στις οποίες καταστατικά υποβάλλονται οι κυβερνώντες συνιστά κατά κανόνα παραβίαση συνταγματικών κανόνων.

[7] Είναι αλήθεια ότι τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ευρώπη η τάση των κυβερνώντων να υπερβαίνουν τα όρια που ο καταστατικός χάρτης θέτει στη δράση τους Σύνταγμα δικαιολογεί τις συχνές και πλούσιες συζητήσεις σχετικά με την κανονιστικότητα του Συντάγματος και την ικανότητά του να επιτελεί την εγγυητική λειτουργία του. Αρκεί η υπενθύμιση του περίφημου ζητήματος της «ψήφου Αλευρά» ή του πιο πρόσφατου, που ανέκυψε από την απόφαση του τότε αρχηγού του ΠΑΣΟΚ να μην υπερψηφίσει το κόμμα του την υποψηφιότητα του απερχόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Παπούλια, ώστε να διενεργηθούν γενικές εκλογές σε ευμενές για την παράταξή του κλίμα (βλ. Ι. Καμτσίδου κ.ά., «Η διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας και οι ερμηνευτικές της αμφιλογίες», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2010), για να δειχθεί ότι ο προβληματισμός σχετικά με την κανονιστικότητα του οργανωτικού μέρους του Συντάγματος διαθέτει μακροβιότητα και σταθερό πολιτικό ενδιαφέρον.

[8] Όπως οι Γ. Σωτηρέλης, «Σύνταγμα και πολιτική υπό το φως των νέων δεδομένων: τα διακυβεύματα, οι δυνατότητες, τα όρια», www.constitutionalism.gr, ο ίδιος, «Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;», στον παραπάνω ιστότοπο, Κ. Χρυσόγονος, «Σχεδίασμα εκδημοκρατισμού. Δώδεκα σκέψεις για μια άλλη αναθεώρηση», στον παραπάνω ιστότοπο, ο ίδιος «Γιατί το Σύνταγμα; Ιστορικές προϋποθέσεις του συνταγματισμού», στον παραπάνω ιστότοπο, Γ. Δρόσος, ό.π., σ. 772 επ.Σύνταγμα. Ο Π. Μαντζούφας, «Οικονομική κρίση και Σύνταγμα»,  στον παραπάνω ιστότοπο, αποδίδοντας έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση μιας τέτοιας διαδικασίας,  εκτιμά ότι οι μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο είναι ήσσονος σημασίας.

[9] Γ. Σωτηρέλης, «Το Σύνταγμα στην εποχή της κρίσης. Προς ένα νέο συνταγματισμό;», ό.π.

[10] Ό.π.

[11] Α. Μανιτάκης, Το άδοξο τέλος της Μεταπολίτευσης και οι όροι ανάδυσης μιας νέας μεταπολιτευτικής περιόδου, www.constitutionalism.gr.

[12] Ο συγγραφέας αναφέρεται ρητά στη διακυβέρνηση (governance) και στο soft law· η πρώτη αντικαθιστά τη συνταγματικά οργανωμένη άσκηση της πολιτικής εξουσίας με τη λειτουργία δικτύων που αναπτύσσουν τις κατάλληλες «πολιτικές», με αποδέκτη όχι το λαό αλλά τον «πληθυσμό», συγκροτούμενο σε συσσωματώσεις ανάλογα με τα ενδιαφέροντα ή τα προβλήματα που καθεμιά από αυτές αντιμετωπίζει, (βλ. ενδεικτικά Ι. Καμτσίδου, «Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και κυβερνητική ευθύνη», Αθήνα, Σαββάλας, 2011, σ. 46 επ. Β. Αρανίτη- Ευθ. Παπαβλασόπουλος- Μ. Σπουρδαλάκης, «Από την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση στο…Μνημόνιο. Το ‘χρονικό’ μιας προαναγγελθείσας κρίσης», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 134-135, 2011, σ. 37 επ.) Το soft law συγκροτείται από κανόνες που δεν παράγονται με την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα ή τις διεθνείς συνθήκες διαδικασία, δεν εντάσσονται στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου, αλλά επιβάλλονται χάρη στην ισχύ των εμπνευστών τους, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα μνημόνια.

[13] Έτσι, ο Κ. Δουζίνας, «Αντίσταση και φιλοσοφία στην κρίση. Πολιτική, ηθική και Στάση Σύνταγμα», Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012

[14] Απολύτως ενδεικτικά, F.Braudel, Civilisation matérielle, économie et capitalisme, Paris, A. Collin, 1979, τ.ΙΙΙ, σ.273 επ., J. Le Goff, La Bourse et la Vie. Economie et religion au Moyen Age. Paris, Hachette, 1997.

[15] Η διεθνής οικονομική κρίση του 2008 διευθετήθηκε με την παρέμβαση των ισχυρότερων κρατών, ενώ ακόμη και η εξαθλιωμένη Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε την υποστήριξη των τραπεζών της με την ένταξη του κονδυλίου της ανακεφαλαιοποίησής τους στο δημόσιο χρέος…

[16]  Βλ. P. Birnbaum, «Le type d’État tient toujours», σε D. de Béchillon κ. ά. (επ.), L’architecture du droit. Mélanges en l’honneur du professeur Michel Troper, Paris, Economica, 2006, σ. 185 επ.

[17] Έτσι, η M. Chemillier -Gendreau, «Affaiblissement des Etats, confusion des normes», στο M. Chemillier -Gendreau καιY. Moulier- Boutang, Le droit dans la mondialisation, Paris, PUF Actuel Marx, 2001, σ. 163 επ (171),

[18] Η συζήτηση για την οργάνωση της Ε.Ε. σε ομόσπονδο κράτος είναι τόσο εκτεταμένη, που οποιαδήποτε βιβλιογραφική αναφορά σε αυτήν κινδυνεύει να είναι πλασματική. Δεν μπορεί ωστόσο κανείς να μην υπενθυμίσει ότι η ελληνική συμμετοχή σε αυτό το διάλογο υπήρξε πλούσια, με εξέχουσα τη συνεισφορά του καθηγητή Δ. Τσάτσου. «Αξιολογητής» της Συνθήκης του Άμστερνταμ για λογαριασμό του Ε.Κ., του οποίου ήταν μέλος, επιλέχθηκε από το τελευταίο ως ένας από τους δύο εκπροσώπους του στη διακυβερνητική διάσκεψη του 2000, ενώ το 2003 ορίστηκε εισηγητής (με τον J. M. Gil-Robles) για την αξιολόγηση του πρώτου «Συντάγματος» για την Ευρώπη. Την πολιτική αυτή εμπειρία του έχει ενσωματώσει με ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στο επιστημονικό του έργο, από το οποίο βλ. απολύτως ενδεικτικά «Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Για μια Ευρωπαϊκή Ένωση των κρατών, των λαών, των πολιτών και του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού», Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 2007.

[19] Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση της διοικητικής δομής, του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, του φορολογικού συστήματος κ.ά. απαιτούν καταρχάς ευρεία συζήτηση και κατά δεύτερο λόγο χρόνο προκειμένου να αναπτυχθούν τα αναμενόμενα από αυτές τις παρεμβάσεις αποτελέσματα.

[20] Απολύτως ενδεικτικά, βλ. Γ. Δρόσου, ό.π., σ. 768, J. P. Fitoussi, «La marge de manœuvre des États. Des démocraties sans souveraineté?», Pouvoirs 142, 2012, σ. 61 επ. ( 63 επ.).

[21] Από την πρόσφατη ιστορία της χώρας μπορεί κανείς να σταχυολογήσει τη συνταγματική κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας το 1975, που επέδρασε ουσιαστικά στους όρους συνδικαλιστικής δράσης και συλλογικής διαπραγμάτευσης, ή τη νομοθετική κατάργηση της προίκας το 1983, που μετέβαλε ουσιαστικά τις κοινωνικές πρακτικές σύναψης του γάμου.

[22] Την σημασία της ανάπτυξης περισσότερων, ουσιαστικά διαφορετικών πολιτικών προτάσεων για την λειτουργία της σύγχρονης δημοκρατίας αναδεικνύει η Ch. Mouffe, Το Δημοκρατικό παράδοξο, Αθήνα, Πόλις, 2004, ιδίως κεφ. 4, βλ. επίσης την κοινή μελέτη της με τον E. Laclau, Hégémonie et stratégie socialiste : vers une politique démocratique radicale, Besançon, Les Solitaires intempestifs, 2009,  ενώ μια ευσύνοπτη παρουσίαση της σκέψης τους πραγματοποιεί ο Audric Vitiello, «Litinéraire de la démocratie radicale», Raisons politiques, 35, 2009, σ. 207επ.

[23] Η παρούσα κυβέρνηση, ιδίως όμως οι εκπρόσωποι της τρόικας, δεν έπαυαν να υπενθυμίζουν κατά τις δραματικές διαπραγματεύσεις του περασμένου φθινοπώρου ότι τα μέτρα που υιοθετούσαν αποτελούσαν δεσμεύσεις της χώρας που είχαν αναληφθεί με το Μνημόνιο ΙΙ, που, όπως προαναφέρεται, καταρτίστηκε στις αρχές του έτους και εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012.

[24] Πρβλ. Κ. Χρυσόγονου, Τα πρόσωπα του Ιανού: Μορφές πολιτικής αντιπροσώπευσης από την αρχαιότητα ως τη μετανεωτερικότητα, www.constitutionalism.gr

[25] Βλ. Α. Καϊδατζή, ό.π., Γ. Γεραπετρίτη, «Ο έλεγχος των οικονομικών επιλογών από το δικαστή: Προβολές του New Deal», πρβλ. Β. Ανδρουλάκη, «Μνημόνιο και κοινωνικά δικαιώματα», όλα σε www.constitutionalism.gr.

[26] Στην εκδοχή της αυτή, η «διακυβέρνηση» γίνεται αντιληπτή ως μια πολιτική δομή που εξασφαλίζει ευρεία ευχέρεια αυτορρύθμισης στους σημαντικούς τομείς της οικονομίας, ιδρύει ένα ισχυρό νομικό οπλοστάσιο για την πλαισίωση του ανταγωνισμού και την επίλυση των σχετικών διαφορών, ενώ αποβλέπει στη διαμόρφωση των πολιτικών αποφάσεων μέσα από την επιρροή που ασκούν σε αυτές διάφορες οργανωμένες ομάδες, οι οποίες επιδιώκουν την ικανοποίηση των συμφερόντων τους. Η εκλογή παύει να αντιμετωπίζεται ως ο βασικός μηχανισμός ανάδειξης των κυβερνώντων, που αντλούν τη νομιμοποίησή τους κυρίως από τις επαγγελματικές ικανότητές τους και οι ομάδες στήριξης δημιουργούν ένα δεύτερο –παράλληλο με το εκλογικό σώμα– πεδίο αναφοράς των πολιτικών. Η ανάπτυξη αυτού του τύπου άσκησης της εξουσίας στο επίπεδο της Ε.Ε. γέννησε έντονο ενδιαφέρον αλλά και σοβαρές ενστάσεις, δεδομένου ότι η διαπίστωση πως οι μέθοδοί του εντείνουν τα δημοκρατικά ελλείμματα στη λειτουργία των θεσμών της Ένωσης είναι γενικευμένη.

[27] Πρβλ. Κ. Γιαννακόπουλου, «Μεταξύ εθνικής και ενωσιακής έννομης τάξης. Το Μνημόνιο ως αναπαραγωγή της κρίσης του κράτους δικαίου», www.constitutionalism.gr.