Author Archives: editor

Η πρώτη ελληνική κοινοβουλευτική παράδοση (1864-1915) και ο μύθος της «απόκλισης» από τα ευρωπαϊκά συνταγματικά δεδομένα

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Προϊστάμενος του Τμήματος Κοινοβουλευτικών Ερευνών της Βουλής των Ελλήνων

Στόχος της παρούσας  εισήγησης είναι να αναδείξει την σημασία της πρώτης ελληνικής κοινοβουλευτικής παράδοσης, η οποία εκκινεί από την ψήφιση του Συντάγματος του 1864 –του πλέον προοδευτικού ευρωπαϊκού Συντάγματος στην εποχή του– και ουσιαστικά τελειώνει με τον πρώτο μεγάλο ελληνικό διχασμό, το 1915.  Η σημασία αυτής της παράδοσης υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη των κοινοβουλευτικών αλλά και γενικότερα των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα μας, όχι μόνον διότι αποδείχθηκε η μακροβιότερη, έως τώρα, αλλά και διότι κατατάσσει την χώρα μας, τόσο σε επίπεδο συνταγματικού δέοντος όσο και σε επίπεδο συνταγματικής πραγματικότητας,  στην εμπροσθοφυλακή του ευρωπαϊκού συνταγματισμού του 19ου αιώνα. Ειδικότερα      :

 

Α. Για πολλά χρόνια υπήρχε μια διάχυτη αντίληψη ότι η εξέλιξη του συνταγματισμού στη χώρα μας βρίσκεται σε εμφανή απόκλιση από τον μέσο όρο των δημοκρατικά προηγμένων  ευρωπαϊκών κρατών. Πρέπει δε να παραδεχθώ ότι και εμένα αυτή ήταν η πρώτη προσέγγισή μου όταν ξεκίνησα, το μακρινό 1983, την διατριβή μου για την καθολική ψηφοφορία υπό το Σύνταγμα του 1864[1], υπό την επήρεια μάλιστα της θεωρίας «Μητρόπολη-Περιφέρεια», που κυριαρχούσε τότε τόσο σε επιστημονικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Ωστόσο, όταν άρχισα να εμβαθύνω στις ιστορικές πηγές, ιδίως δε στα Πρακτικά της Βουλής και στον Τύπο της εποχής, κατάλαβα ότι είχα να κάνω με μια εντελώς αστήρικτη προκατάληψη, όχι μόνον στο επίπεδο του συνταγματικού δέοντος, δηλαδή των συνταγματικών κανόνων, αλλά και στο επίπεδο της συνταγματικής πραγματικότητας, δηλαδή της διαλεκτικής σύνθεσης των κανόνων αυτών με την πολιτική πραγματικότητα. Ας δούμε όμως τα πράγματα πιο συγκεκριμένα:

 

α. Ως προς το Σύνταγμα του 1864, εν πρώτοις, δεν υπήρχε κατ’αρχήν καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για ένα Σύνταγμα που σηματοδοτεί το πέρασμα από την συνταγματική μοναρχία στην βασιλευόμενη δημοκρατία. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή από μόνη της δεν αποδίδει την πραγματικότητα. Δεν επρόκειτο απλώς για μια βελτιωμένη εκδοχή του Συντάγματος του 1844 αλλά για ένα νέο και βαθύτατα δημοκρατικό Σύνταγμα, το οποίο ήταν αναμφισβήτητα το πλέον προωθημένο στην εποχή του, σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο[2]. Αυτό βέβαια δεν ήταν διόλου συμπτωματικό, δεδομένου ότι αποτέλεσε το επιστέγασμα μιας επανάστασης η οποία, αν και ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1862 (εξ ού και αποκλήθηκε -πολύ πριν από το 1917…- «Οκτωβριανή Επανάστασις») ήταν στην πραγματικότητα το δικό μας καθυστερημένο 1848, καθώς διαπνεόταν από τις ίδιες ρηξικέλευθες δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές αρχές, με εμπροσθοφυλακή την «Χρυσή Νεολαία» και τον Τύπο της εποχής[3].

Με αυτά δε τα χαρακτηριστικά, η επανάσταση του 1862 έκλεισε το διάλειμμα του επείσακτου αυταρχικού μοναρχισμού της περιόδου 1833-1862 (τόσο υπό την εκδοχή της απόλυτης όσο και υπό την εκδοχή της συνταγματικής μοναρχίας) και επανασυνέδεσε τον ελληνικό συνταγματισμό αφ’ενός μεν με τις αξιακές παρακαταθήκες του ελληνικού διαφωτισμού και της Επανάστασης του 1821 αφ’ετέρου δε με τα αιτήματα και τα προτάγματα του ευρωπαϊκού δημοκρατικού κινήματος, που είχε ήδη επιφέρει εκτεταμένες και ριζικές συνταγματικές ανατροπές σε όλα σχεδόν τα κράτη, μετά την (πανευρωπαϊκή) Επανάσταση του 1848.

 

β. Ωστόσο, ακόμη και όταν αναγνωριζόταν ο προωθημένος  χαρακτήρας του Συντάγματος του 1864, ακολουθούσαν μια σειρά από ποικίλες ενστάσεις, που απέτρεπαν ή/και ανέτρεπαν εν τέλει μια συνολικά θετική αξιολόγησή του. Οι ενστάσεις αυτές επικεντρώνονταν άλλοτε στο ότι ήταν την πράξη ανεφάρμοστο, όπως τα Συντάγματα του Αγώνα, άλλοτε ότι περιείχε δάνειους θεσμούς που έμειναν αναξιοποίητοι, άλλοτε ότι υφίστατο συχνά παραβιάσεις ή παρακάμψεις των κανόνων του και άλλοτε ότι η δημοκρατικότητά του ακυρωνόταν στην πράξη από τον πελατειασμό και τις αθέμιτες πολιτικές συναλλαγές.

Η εικόνα αυτή όμως είναι εντελώς παραπλανητική. Αν εντρυφήσει κανείς στην συνταγματική πραγματικότητα αυτής της περιόδου, με βάση τις ιστορικές πηγές, αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το Σύνταγμα του 1864, που συμπληρώθηκε επιτυχώς με την αναθεώρηση του 1911[4], δεν ήταν μόνο στα χαρτιά ένα καλό και προοδευτικό Σύνταγμα. Ήταν ταυτόχρονα ένα Σύνταγμα που εφαρμόσθηκε χωρίς προβλήματα[5] για πάνω από μισόν αιώνα (1864-1915), κατέχοντας το ρεκόρ, μεταξύ των ελληνικών Συνταγμάτων,  τόσο ως προς την μακροβιότητα όσο και ως προς την διασφάλιση της  δημοκρατικής ομαλότητας (ξεπερνώντας, προς το παρόν, ακόμη και το ισχύον Σύνταγμα). Αυτό δε συνέβη διότι το Σύνταγμα αυτό, πέρα από δημοκρατικό, ήταν ταυτόχρονα και προσαρμοσμένο πλήρως στην ελληνική πραγματικότητα.

Καθοριστική, στο σημείο αυτό, ήταν η συμβολή της Β’ εν Αθήναις Εθνικής Συνέλευσης[6], η οποία υπήρξε η πρώτη –και η μόνη έως τώρα– στην οποία εκπροσωπήθηκε σύμπας ο Ελληνισμός της εποχής, σε όποια ήπειρο και σε όποιο κράτος και αν βρισκόταν εκείνη την εποχή. Πρόκειται για μια Συνέλευση η οποία σφράγισε κυριολεκτικά την πορεία της χώρας μας, τόσο λόγω των προωθημένων δημοκρατικών αντιλήψεων που κυριάρχησαν σε αυτήν –με την αποφασιστική συμβολή, από ένα σημείο και μετά, και των Επτανησίων ριζοσπαστών βουλευτών– όσο και διότι περιέλαβε στους κόλπους της ισχυρές κοινοβουλευτικές προσωπικότητες, με εξαιρετική πολιτική συγκρότηση και ρεαλιστική ανάγνωση των κοινωνικών δεδομένων. Ανάμεσα δε σε αυτές συναντούμε όλους τους μετέπειτα πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα (Κουμουνδούρος, Βούλγαρης, Δεληγιώργης, Ζαΐμης,  Τρικούπης, Λομβάρδος, Δηλιγιάννης), που διακρίθηκαν, στην συντριπτική τους πλειονότητα, για την κρίσιμη συμβολή τους ως προς τον εκδημοκρατισμό και τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών μας θεσμών. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Β΄ Εθνική Συνέλευση αποτέλεσε τον συλλογικό διανοούμενο του οικουμενικού Ελληνισμού εκείνης της εποχής: ανέλυσε   ενδελεχώς τον τότε διεθνή και εσωτερικό συσχετισμό πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων –με εποικοδομητικό διάλογο αλλά και με εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ των ιδεολογικοπολιτικών πτερύγων της, που αντικατέστησαν, επιτέλους, τα προηγούμενα ετεροκαθοριζόμενα κόμματα– και κατέληξε στην επιλογή θεσμών που συνδύαζαν αρμονικά, για τα τότε δεδομένα, την δημοκρατία με τον πολιτικό φιλελευθερισμό και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό με την επικρατούσα κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα. Δεν είναι λοιπόν διόλου συμπτωματικό το ότι αυτοί οι θεσμοί λειτούργησαν απρόσκοπτα και διαμόρφωσαν την πρώτη μακρόχρονη δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση.

 

Β. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, είναι η συνεχής βελτίωση που παρατηρήθηκε –ιδίως μετά την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης[7] (ως συνθήκης του πολιτεύματος) το 1875 και την ψήφιση του εκλογικού νόμου του 1877[8]– ως προς την εφαρμογή των θεμελιωδών αρχών που διείπαν την λειτουργία του πολιτεύματος που εγκαθίδρυσε το Σύνταγμα του 1864. Πράγματι, αφού η πολιτική ζωή της χώρας δοκιμάσθηκε για κάποιο μεταβατικό διάστημα (1865-1875), λόγω της απειρίας του νέου μονάρχη Γεωργίου του Α΄ και της εν μέρει επιβίωσης παλαιών νοοτροπιών και πρακτικών (ιδίως όταν αναλάμβανε την πρωθυπουργία ο Βούλγαρης), οι παραπάνω θεσμικές τομές ολοκλήρωσαν με ιδιαίτερα πρόσφορο τρόπο το συνταγματικό πλαίσιο και δρομολόγησαν, εν συνόλω πλέον, μια πορεία διαρκούς και ολοένα βελτιούμενης πολιτικής ομαλότητας, με κύρια χαρακτηριστικά:

 

α. Την ομαλή εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα (αρχή της δεδηλωμένης) αλλά και με ολοκληρωμένη εφαρμογή του κοινοβουλευτικού συστήματος σε όλα τα στάδια της  λειτουργίας μιας κυβέρνησης. Πράγματι, ο θεσμός της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση εφαρμόσθηκε απαρέγκλιτα όλο αυτό το διάστημα και συνδέθηκε, από ένα σημείο και μετά –λόγω και της πρόωρης εξόδου από την πολιτική ζωή σπουδαίων πολιτικών προσωπικοτήτων– με ένα ιδιότυπο δικομματισμό, στον οποίο πρωταγωνίστησαν κόμματα   αρχών, με διακριτές πολιτικές διαφορές, που επιβίωσαν και πέρα από τους ιδρυτές τους.

 

β. Την αξιοπρόσεκτη λειτουργία των αρχών της διάκρισης των λειτουργιών  και του κράτους δικαίου, με ιδιαίτερα ικανοποιητική την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, όχι μόνον αυτών του κλασικού καταλόγου (προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, ιδιωτικότητα) αλλά και όσων προστέθηκαν στο πλαίσιο του ευρύτερου εκδημοκρατισμού του κράτους, αποτελώντας την αναγκαία βιόσφαιρα και για την άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων (ελευθερία του Τύπου, δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι). Πρέπει δε να εξαρθεί ιδιαίτερα ο ρόλος του Τύπου, με εφημερίδες υψηλού επιπέδου τόσο στην ενημέρωση όσο και στην αρθρογραφία, αλλά και η κριτική στάση του νομικού κόσμου απέναντι στις προσπάθειες (από τότε…) για προνομιακή επιβολή της επικρατούσας θρησκείας.

 

γ. Την διασφάλιση της απρόσκοπτης εφαρμογής της αρχής της καθολικής ψηφοφορίας, που καθιερώθηκε για πρώτη φορά συνταγματικά στην Ευρώπη με το Σύνταγμα του 1864, με αξιοπρόσεκτη την τήρηση των επιταγών και της μυστικής ψηφοφορίας, χάρη και στην συνταγματική καθιέρωση του σφαιριδίου ως μέσου ψηφοφορίας (μετά από πρόταση των επτανήσιων βουλευτών), η οποία θωράκισε εγγυητικά την ψήφο των αναλφάβητων[9]. Είναι δε εντυπωσιακό το ότι γνησιότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων είναι πλέον αδιάλειπτη και αναμφισβήτητη μετά το 1875, με καθοριστικό τον ρόλο του θεσμού των δικαστικών αντιπροσώπων αλλά και με εμφανή την εξημέρωση των πολιτικών ηθών, που αντανακλά και στην σταδιακή εξάλειψη του φατριασμού κατά τον έλεγχο του κύρους των εκλογών (που γινόταν τότε από την ίδια την Βουλή, ως Εκλογοδικείο)[10].

Η εκλογική αυτή πραγματικότητα, μάλιστα, εμπεριέχει και ένα στοιχείο το οποίο είναι η καλύτερη απάντηση σε αυτούς που υπερτονίζουν τον ρόλο του πελατειακού συστήματος προκειμένου να υποβαθμίσουν την ποιότητα του τότε δημοκρατικού πολιτεύματος. Και το στοιχείο αυτό είναι ότι, σε αντίθεση με την περίοδο 1844-1862, ο κανόνας είναι πλέον (ιδίως μετά το 1875) ότι η κυβέρνηση που διεξάγει τις εκλογές τις χάνει[11]. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρχαν ισχυρές πελατειακές επιρροές στην βούληση των ψηφοφόρων (αυτό άλλωστε ισχύει και σήμερα…). Πλην όμως,  οι επιρροές αυτές δεν ήταν εν τέλει καθοριστικές. Όταν μια κυβέρνηση, που έχει όλα τα πελατειακά δίκτυα στα χέρια της –με δεδομένο και τον υπερδιογκωμένο τότε οικονομικό ρόλο του κράτους– δεν μπορεί να επιβάλει μια συγκεκριμένη εκλογική προτίμηση αυτό σημαίνει ότι ο ρόλος του πελατειακού συστήματος δεν ήταν καθοριστικός και ότι υπήρχαν άλλοι παράγοντες, με πολιτικοϊδεολογική χροιά, οι οποίοι επηρέαζαν αποφασιστικότερα τις πολιτικές εξελίξεις.

 

Γ. Με αυτά τα δεδομένα, αν αναλογισθεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στον ευρωπαϊκό χώρο, καταλήγει ευχερώς στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός συνταγματισμός της περιόδου 1864-1915 όχι μόνον δεν υστερούσε αλλά αντίθετα βρισκόταν σαφώς πάνω από τον μέσο όρο των τότε ευρωπαϊκών κρατών, όχι μόνον ως προς τις συνταγματικές διατάξεις καθεαυτές αλλά και ως προς την εφαρμογή τους, και μάλιστα τόσο από την άποψη της χρονικής διάρκειας όσο και από την άποψη της λειτουργίας του πολιτεύματος. Ειδικότερα:

 

α. Όσο και αν φαίνεται παράξενο σε πολλούς που περιφρονούν ή υποτιμούν την πρώτη αυτή μακρόχρονη δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση, η χώρα μας υπερτερούσε όχι μόνο ως προς το εύρος των δημοκρατικών θεσμών (ιδίως δε ως προς την καθολική ψηφοφορία, τόσο στις βουλευτικές όσο και στις δημοτικές εκλογές, που ήταν ακόμη η εξαίρεση στην Ευρώπη)[12] αλλά και ως προς την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία τους. Πράγματι, αν εξαιρέσει κανείς την Αγγλία, την Ελβετία (με εντελώς ιδιότυπο, ακόμη και σήμερα, πολίτευμα), τις κάτω χώρες (Ολλανδία, Βέλγιο) και τις σκανδιναβικές χώρες (και εκεί με αποχρώσεις), όλες οι άλλες εκείνη την εποχή είτε δοκιμάζονται από συνεχείς ανατροπές της δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής ομαλότητας (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία) είτε βρίσκονται ακόμη υπό καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας, με έντονα στοιχεία αυταρχισμού (κράτη που ανήκαν ή επηρεάζονταν από την γερμανική και την αυστροουγγρική αυτοκρατορία) είτε θυμίζουν έντονα την άκρως προβληματική περίοδο του Όθωνα (βαλκανικές χώρες).

 

β. Με βάση λοιπόν αυτήν την περιδιάβαση, είναι νομίζω καιρός να θέσουμε στις σωστές της διαστάσεις αλλά και να αναδείξουμε τον ρόλο και την σημασία του ελληνικού δημοκρατικού κοινοβουλευτισμού του 19ου αιώνα, συνειδητοποιώντας, για παράδειγμα, ότι χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία (και πολλές άλλες) υπολείπονται, ως προς την πρώτη καθιέρωση και εφαρμογή δημοκρατικών θεσμών, τουλάχιστον μισόν αιώνα… Παράλληλα δε πρέπει να αναδείξουμε και την επιρροή που άσκησε αυτή η δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση στους μετέπειτα συνταγματικούς μας θεσμούς (οι οποίοι επιτέλους καταστάλαξαν, μετά την μεταπολίτευση –πρόκειται ακριβώς για το ίδιο όρο που χρησιμοποιήθηκε και το 1862…– σε μια ανάλογη πολιτική ομαλότητα). Η επιρροή δε αυτή ανιχνεύεται τόσο στις διατάξεις των επόμενων Συνταγμάτων, του σημερινού συμπεριλαμβανομένου, που επαναλαμβάνουν αρκετές διατυπώσεις του Συντάγματος του 1864 /1911, όσο και στην συνταγματική μας πραγματικότητα, με την επιβίωση θεσμών που τότε πρωτοκαθιερώθηκαν (πχ δικαστικοί αντιπρόσωποι) ή  εκφράσεων που σχετίζονται με την λειτουργία στην πράξη των εκλογικών διαδικασιών (πχ οι εκφράσεις «τον μαύρισε» και «ψήφισε δαγκωτό» που σχετίζονται με την εφαρμογή, έως το 1926, του σφαιριδίου).

 

Συμπερασματικά, η ενδελεχής και απροκατάληπτη μελέτη του ελληνικού συνταγματισμού αποδεικνύει νομίζω εναργώς ότι η χώρα μας μπορεί να υπερηφανεύεται για την πορεία και τις κατακτήσεις του, μετά από την Επανάσταση του 1862. Παρά την βαριά κληρονομιά της μακραίωνης οθωμανικής κατοχής αλλά και την ιδιαιτερότητα των συνθηκών που επικράτησαν μετά την εθνική απελευθέρωση, ο ελληνικός συνταγματισμός χρειάσθηκε μόλις τριάντα χρόνια για να απορρίψει τον συνταγματικό μιμητισμό,  να ανατρέψει τους επείσακτους και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου θεσμούς, που μας επιβλήθηκαν μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, και να βαδίσει ξανά τον δρόμο του  πολιτικού αυτοπροσδιορισμού, που χάραξαν οι πρωταγωνιστές του Αγώνα. Και αυτό το έκανε με εμπνευστή και πρωταγωνιστή την Β΄ Εθνοσυνέλευση, που μπόρεσε να συνθέσει υποδειγματικά, παρά τις αντιθέσεις της,  τα προτάγματα και τις αγωνίες του τότε Ελληνισμού –ο οποίος για πρώτη και τελευταία φορά εκπροσωπήθηκε στο σύνολό του σε ένα τέτοιας σημασίας αντιπροσωπευτικό σώμα– και να καταλήξει ένα Σύνταγμα που όχι μόνο ήταν πρωτοποριακό για τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό[13] αλλά και αποδείχθηκε απολύτως προσαρμοσμένο στην τότε ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, που διέφερε ουσιωδώς από τις περισσότερες ευρωπαϊκές με αντίστοιχους θεσμούς. Έτσι ο ελληνικός συνταγματισμός κατάφερε να χαράξει μια πορεία «πολιτικού συγχρονισμού»[14] με μακροπρόθεσμη προοπτική, που εγκοίτωσε σταδιακά τα διάχυτα δημοκρατικά αιτήματα σε έναν ισορροπημένο και ώριμο δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό και διασφάλισε συνεχή και αδιατάρακτη, για πάνω από μισόν αιώνα, πολιτική ομαλότητα. Πρόκειται αναμφίβολα για μια μείζονα πολιτική και θεσμική κατάκτηση, η οποία εξασφαλίζει αναμφισβήτητα στη χώρα μας μια ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη εκείνης της εποχής. Και αυτό δεν πρέπει ούτε να παραγνωρίζεται ούτε να υποτιμάται.

* Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασμένη μορφή ομότιτλης εισήγησης στο Συνέδριο «Ελληνικός Κοινοβουλευτισμός: αφετηρίες, εξέλιξη, προοπτικές», που διοργάνωσε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 20-21 Φεβρουαρίου 2020, στο Αμφιθέατρο του Μουσείου της Ακρόπολης.

[1] Στην διατριβή αυτήν (με επιβλέποντα τον Αριστόβουλο Μάνεση και με τίτλο: Σύνταγμα και Εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909. Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991/2003)», καθώς και στις εκεί παρατιθέμενες πηγές και βιβλιογραφία, παραπέμπω γενικά (πέρα από κάποιες επί μέρους  υποσημειώσεις) για την επιστημονική τεκμηρίωση της ανά χείρας εισήγησής μου.

[2] Βλ. γενικά Αρ. Μάνεση, Η Δημοκρατική Αρχή εις το Σύνταγμα του 1864, σε: Του ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Ι (Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1980), 65 κ.εξ., Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του στη Νεοελληνική Ιστορία 1800-2010 (Αθήνα 2011), 107 κ.εξ. και αναλυτικότερα  Γ. Σωτηρέλη (1),  150 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές)

[3] Βλ. σχετικά Γ. Σωτηρέλη (1),  104 κ.εξ., με τις εκεί παραπομπές.

 

[4] Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η Συνταγματική Αναθεώρηση του 1911. Μια γενική αποτίμηση,  περιοδικό Ιστορικά (Ελευθεροτυπία), 19.7.2001.

[5] Με μόνη πρόσκαιρη εξαίρεση την εξέγερση του Στρατιωτικού Συνδέσμου στου Γουδή, το 1909, που οδήγησε όμως, εν τέλει, στην θεσμική ενίσχυση και βελτίωση του Συντάγματος του 1864, με την αναθεώρηση του 1911. Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Ιστορικά, ό.π., καθώς και το σύνολο του σχετικού αφιερώματος (Βενιζέλος. Ο παράκλητος του 1910 και το Σύνταγμα).

[6] Βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη (1), 112 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[7] Βλ. Αρ. Μάνεση (2), 93 κ.εξ., Γ. Σωτηρέλη (1) 147 κ.εξ., 162 (με τις εκεί παραπομπές),  Ν. Αλιβιζάτου (2) 128 κ.εξ.

[8] Βλ. Γ. Σωτηρέλη (1) 163 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[9] Βλ. Γ. Σωτηρέλη (1) 72 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[10] Βλ. Γ. Σωτηρέλη (1) 325 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[11] Βλ. Γ. Σωτηρέλη (1) 334 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[12] Βλ. Γ. Σωτηρέλη (1) 78 κ.εξ. (με τις εκεί παραπομπές).

[13] Όπως έγραφε ο ανταποκριτής των Times εκείνης της εποχής «Το Σύνταγμα της Ελλάδος παριστάνει καταφανέστερον τάσεις τινας εν τη ηπείρω Ευρώπη και συνταράσσει το πνεύμα των φοβουμένων την δημοκρατίαν ως ανέλεγκτον δύναμιν. Το αυτό Σύνταγμα προαγγέλλει διάφορα πράγματα μέλλοντα να συμβώσι μετ’ ου πολύ εν ταις μεγάλαις μοναρχίαις και εν ταις αυτοκρατορίαις της Ευρώπης» (βλ. την εφημερίδα Κλειώ της Τεργέστης,  φύλλα 6/18 και 13/25 Απριλίου 1868, όπου και εκτενή αποσπάσματα του άρθρου).

[14] Βλ. Γ. Σκληρού, Τα Σύγχρονα Προβλήματα του Ελληνισμού (Αθήνα 1970 2η εκδ.),  149.

Η συνταγματικότητα του πειθαναγκαστικού εµβολιασµού

Αντώνης Μανιτάκης, Οµότιµος καθηγητής Νοµικής του ΑΠΘ, Πρόεδρος του επιστηµονικού συµβουλίου της Νοµικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Λευκωσίας

To άρθρο πραγματεύεται την (αντι)συνταγματικότητα του πειθαναγκαστικού εμβολιασμού μιας ειδικής κατηγορίας προσώπων, που επιτελούν δημόσιο λειτούργημα και έρχονται σε προσωπική επαφή με ομάδες προσώπων όπως γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό, κ.ά.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο εμβολιασμός, ως μορφή βιοϊατρικής παρέμβασης στην ψυχική και σωματική υγεία και ακεραιότητα του προσώπου, προσβάλλει, όταν γίνεται χωρίς τη ρητή και ελεύθερη, προηγούμενη συναίνεσή του έπειτα από πλήρη ενημέρωση, την αυτονομία του προσώπου, την ελευθερία της συνείδησής του, και αν επιβληθεί με τρόπο καταναγκαστικό ή βίαιο φθάνει να περιφρονεί την αξία του Ανθρώπου ως ελεύθερου και συνειδητού όντος (άρθρο 2 παρ. 1 Σ).

Εξάλλου, ένα καθολικό μέτρο, που επιβάλλεται σε όλους, χωρίς χρονικό ή τοπικό περιορισμό και χωρίς άλλες διακρίσεις, δύσκολα θα μπορούσε να αποφύγει τον σκόπελο του τεστ της αναλογικότητας, δηλαδή την απαίτηση να δικαιολογηθεί από αρμόδιες επιστημονικές επιτροπές ότι είναι ένα μέτρο απολύτως αναγκαίο, κατάλληλο και το πλέον πρόσφορο για την προστασία ενός υπέρτατου δημόσιου αγαθού, όπως είναι η δημόσια υγεία και κατ’ επέκταση η ανθρώπινη ζωή.

Αντίθετα, πιστεύω πως δεν αντίκειται στο Σύνταγμα η νομοθετική πρόβλεψη του προαιρετικού ή οικειοθελούς εμβολιασμού, αφού στηρίζεται και προϋποθέτει την ελεύθερη συναίνεση του εμβολιαζομένου.

Το ερώτημα ωστόσο που ανακύπτει είναι αν θα ήταν συνταγματικά ανεκτό να απαιτηθεί από ορισμένες κατηγορίες προσώπων, που έρχονται σε προσωπική, καθημερινή επαφή με ένα σύνολο ατόμων λόγω της φύσης της δουλειάς τους, ο εξαναγκασμός τους σε εμβολιασμό. Οπως γιατροί, νοσηλευτικό και υγειονομικό προσωπικό σε νοσοκομεία και κλινικές, εργαζόμενοι σε γηροκομεία, κέντρα αποκατάστασης, καταυλισμούς κ.λπ., δάσκαλοι, καθηγητές, παιδαγωγοί, όσοι επιτελούν δημόσιο λειτούργημα και συγχρωτίζονται με πρόσωπα, όπως αστυνομικοί, όσοι έρχονται σε επαφή με το κοινό και εξυπηρετούν κόσμο κ.ά.

Και αν γινόταν δεκτό ότι ούτε αυτοί μπορούν να υποχρεωθούν χωρίς τη συναίνεσή τους, τότε είναι δυνατόν η άρνησή τους να συνεπάγεται τουλάχιστον κάποιες αρνητικές συνέπειες στην παροχή των υπηρεσιών τους ή κάποιες κυρώσεις, που δεν θα φθάνουν πάντως μέχρι την απόλυσή τους από την υπηρεσία τους ή τη δουλειά τους; Είναι ανεκτό συνταγματικά να εξαναγκαστούν με έμμεσο έστω τρόπο να εμβολιαστούν;

Πιστεύω πως ναι. Αρκεί ο εξαναγκασμός τους να δικαιολογείται, ειδικά, επαρκώς και τεκμηριωμένα, από τις αρμόδιες επιτροπές Υγείας και Εμβολισμού και να επιβάλλεται εξ αιτίας λόγω του σκοπού που επιδιώκεται . Ας σημειωθεί ότι η δημόσια υγεία και η προστασία ή πρόληψη μιας επιδημίας αποτελεί κατά το Σύνταγμα ένα ρητά προστατευόμενο συλλογικό αγαθό, που προβλέπεται σε πολλές συνταγματικές διατάξεις, όπως άρθρο 5 παρ. 2 και 5 με την ερμηνευτική δήλωση, 18 παρ. 3 και 22 παρ. 4 Σ, και δικαιολογεί προσβολές ή περιορισμούς δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Θα ήταν επομένως κατά τη γνώμη μου συνταγματικά θεμιτός ο εξαναγκασμός σε εμβολιασμό υπό την απειλή κυρώσεων ή δυσμενών συνεπειών για ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων. Το δυσμενές μέτρο θα πρέπει να επιβάλλεται με τον ηπιότερο δυνατό τρόπο και να μην είναι δυσανάλογα βαρύ ή δυσβάστακτο σε σχέση με την ανάγκη προφύλαξης και προστασίας της δημόσιας υγείας. Αυτό αφορά τόσο τις δημόσιες υπηρεσίες όσο και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως μέσα μαζικής μεταφοράς, αεροπορικές εταιρείες, ΚΤΕΛ ξενοδοχεία, κ.λπ.

Η νομοθεσία μας έχει σχετικά προβλέψει άλλωστε τέτοιες μορφές πειθαναγκασμού για τον εμβολιασμό σε περιπτώσεις εγγραφής παιδιών σε βρεφονηπιακούς σταθμούς ή νηπιαγωγεία, απαιτώντας πιστοποίηση εμβολιασμού τους για μια κατηγορία παιδικών ασθενειών, με δικαιολογημένες βέβαια εξαιρέσεις. Η νομολογία έχει και αυτή κρίνει πρόσφατα ότι μια τέτοια απαίτηση, που καταλήγει σε εξαναγκαστικό εμβολιασμό για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, δεν είναι αντισυνταγματική (ΣΤΕ 2387/2020).

Στη χώρα μας ισχύει κατά βάση και για όλους   ο προαιρετικός ή οικειοθελής, εμβολιασμός όχι μόνον διότι στηρίζεται στη συναίνεση, αλλά και διότι αν κριθεί με κριτήρια δημόσιας πολιτικής της Υγείας είναι σίγουρα πιο αποτελεσματικός.

Σε ορισμένες  ωστόσο κατηγορίες θα ήταν συνταγματικά θεμιτός  ο πειθαναγκαστικός εμβολιασμός, ο εμβολιασμός παρά την θέληση του εμβολιαζομένου, αφού όμως προηγηθεί απόπειρα εκμαίευσης της συναίνεσής τους.

Στις περιπτώσεις αυτές ναι μεν επιβάλλεται ο εμβολιασμός εξαναγκαστικά αφού όμως έχει καταβληθεί  προσπάθεια πειθούς και επίκλησης της ατομικής ευθύνης και ενσυναίσθησης  του εμβολιαζόμενου. Ο εμβολιασμός και εδώ παραμένει όπως και στην περίπτωση του προαιρετικού, μέσα σ΄ένα κλίμα συναίσθησης της ευθύνης που έχει ο καθένας απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους, στο κοινωνικό σύνολο.

 

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή της Κυριακής», 14/02/21, με τίτλο  “Ο πειθαναγκασμός του προαιρετικού εμβολιασμού”

 

Λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία και εκτελεστικός νόμος

Γρηγόρης Αυδίκος, Διδάκτωρ Νομικής

Στις 25 Νοεμβρίου 2019 ολοκληρώθηκε η πρόσφατη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος. Ένα από τα άρθρα που αναθεωρήθηκαν – με μεγάλη μάλιστα συναίνεση – είναι το αρ. 73, καθώς σε αυτό  προστέθηκε η παράγραφος 6, η οποία εισάγει, στο Σύνταγμά μας, για πρώτη φορά[1], τον θεσμό της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Σύμφωνα με τη διάταξη για την ενεργοποίηση της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας απαιτείται η συγκέντρωση πεντακοσίων χιλιάδων υπογραφών πολιτών. Το Σύνταγμα προβλέπει, περαιτέρω, ότι τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της λαϊκής πρωτοβουλίας ορίζει εκτελεστικός του Συντάγματος νόμος. Η εισαγωγή του θεσμού είναι θετική, καθώς τέτοιοι θεσμοί ενισχύουν τον δημοκρατικό χαρακτήρα του Συντάγματος.

Από την άλλη, μέχρι σήμερα (δηλαδή ένα και πλέον έτος μετά την ολοκλήρωση της αναθεώρησης) δεν έχει ψηφιστεί ο σχετικός εκτελεστικός νόμος του Συντάγματος. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο κοινός νομοθέτης αδρανεί ή καθυστερεί να ψηφίσει τον εκτελεστικό νόμο. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η ψήφιση μόλις το 2011 (ν. 4023/2011) του αναγκαίου[2] εκτελεστικού νόμου για τον νέο τύπο δημοψηφίσματος που προβλέφθηκε με την αναθεώρηση του 1986, καθώς και η ψήφιση του ν. 4703/2020 που ρυθμίζει το δικαίωμα συνάθροισης για πρώτη[3] φορά στη Μεταπολίτευση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, ενόψει της αδράνειας του κοινού νομοθέτη να ψηφίσει εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο για την εξειδίκευση της διαδικασίας της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, υπάρχει δυνατότητα ενεργοποίησης και ολοκλήρωσης της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας;

Οι εκτελεστικοί νόμοι είναι τυπικοί νόμοι,  των οποίων την ύπαρξη προβλέπει το ίδιο το Σύνταγμα. Στόχο έχουν να εξειδικεύσουν τις διατάξεις του Συντάγματος και να ρυθμίσουν μέσα στο πλαίσιο που το ίδιο θέτει διάφορα μερικότερα θέματα, είτε αυτά αφορούν τη ρύθμιση της οργάνωσης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, είτε αφορούν την άσκηση και προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων ή/και των περιορισμών τους[4]. Το συνταγματικό δικαίωμα –αντίθετα με τους περιορισμούς αυτού- δεν παραμένει ανενεργό χωρίς την ύπαρξη του εκτελεστικού νόμου και αναπτύσσει το κανονιστικό του περιεχόμενο[5]. Και αυτό διότι, αντίθετα με αντιλήψεις που κυριαρχούσαν παλαιότερα, το Σύνταγμα είναι ισχύον δίκαιο και δεν έχει «προγραμματική φύση»[6]. Εξάλλου, η αντίθετη άποψη θα είχε το δικαιϊκά μη αποδεκτό αποτέλεσμα της εκ των πραγμάτων ανενέργειας του κανονιστικού περιεχόμενου του ίδιου του Συντάγματος, καθώς στην περίπτωση αυτή το νομοθετικό Σώμα, δια της παράλειψής του να θέσει σε ισχύ εκτελεστικό νόμο, στην ουσία αντιστρατεύεται τη βούληση του αναθεωρητικού ή συντακτικού νομοθέτη, και τελικά τη βούληση του κυρίαρχου λαού.

Κι αν τα παραπάνω φαντάζουν μια πληκτική θεωρητική αναζήτηση, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο. Προσφάτως, έχει δημοσιοποιηθεί η έναρξη της πρωτοβουλίας μιας ομάδας πολιτών (με το όνομα ΚΛΙΜΑ500[7]) που ενδιαφέρονται, αξιοποιώντας τη διαδικασία της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας, να καταθέσουν πρόταση νόμου στη Βουλή με την οποία θα επιδιώκεται η ψήφιση ενός κλιματικού νόμου για την Ελλάδα που θα έχει ως στόχο την τοποθέτηση της προστασίας της φύσης ως προτεραιότητας της κοινωνίας και των θεσμών.

Αν για παράδειγμα, η παραπάνω πρωτοβουλία (ή κάποια άλλη πρωτοβουλία) κατόρθωνε δόκιμα να συγκεντρώσει πεντακόσιες χιλιάδες υπογραφές πολιτών για την κατάθεση μιας συγκεκριμένης πρότασης νόμου στη Βουλή, θα ήταν σύμφωνο με μια τελολογική ερμηνεία του Συντάγματος η Βουλή να απορρίψει την πρόταση αυτή επικαλούμενη τυχόν διαδικαστικό απαράδεκτο, μιας και δεν έχει ψηφισθεί ο σχετικός εκτελεστικός νόμος, ο οποίος να καθορίζει την προσήκουσα διαδικασία; Θέλω να πιστεύω πως όχι, για τους λόγους που ήδη αναπτύχθηκαν και επιπλέον γιατί μια τέτοια ενέργεια θα στερούνταν πολιτικής νομιμοποίησης και θα μπορούσε ενδεχομένως, υπό κάποιες περιστάσεις, να έδειχνε σοβαρή περιφρόνηση στις δημοκρατικές διαδικασίες. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κανείς, εμμένοντας σε μια τυπολατρική προσέγγιση του ζητήματος, εστίαζε στην απουσία του εκτελεστικού νόμου, θεωρώ ότι η Βουλή θα όφειλε όχι να απορρίψει την σχετική πρόταση αλλά να σπεύσει το ταχύτερο δυνατό να καλύψει το κενό ψηφίζοντας τον εκτελεστικό νόμο με μεταβατική μάλιστα πρόβλεψη.

Επιλογικά, σημειώνεται ότι η λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία είναι ένα χρήσιμο εργαλείο που έρχεται να συνδράμει τις δημοκρατικές διαδικασίες στην χώρα μας. Θα ήταν ευχής έργο, η Κοινωνία των Πολιτών με σοβαρότητα αλλά θαρρετά να κινηθεί προς την ενεργοποίηση του θεσμού και αντίστοιχα ο νομοθέτης να καλύψει το νομοθετικό κενό ψηφίζοντας τον εκτελεστικό νόμο. Ο νόμος αυτός θα ήταν σκόπιμο να περιέχει διατάξεις που στόχο θα έχουν την αποτελεσματικότερη ενεργοποίηση ενός θεσμού που έχει να προσφέρει πολλά, αν μη τι άλλο διαμορφώνοντας μια νέα γενιά πολιτών που δεν βλέπουν τη νομοθετική διαδικασία ως κάτι ξένο ή ελιτίστικο αλλά ως ένα γεγονός που τους αφορά και στο οποίο μπορούν να συμβάλλουν, έστω με τις προτάσεις τους.

[1] Παπαδοπούλου Λ., Θεσμοί “άμεσης δημοκρατίας” στο Σύνταγμα, Ευρασία, Αθήνα, 2014, σ. 229.

[2] Βλ. Αιτιολογική έκθεση του ν. 4023/2011, www.parliament.gr, σ. 1.

[3] Μανιτάκης Α., Το δικαίωμα των διαδηλωτών και τα δικαιώματα των άλλων, προσβάσιμο σε www.constitutionalism.gr, πρόσβαση 08.01.2021.

[4] Γεωργόπουλος Κ., Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα, Σάκκουλας, 2001, σ. 142.

[5] Βενιζέλος Ε., Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Αθήνα, Σάκκουλας, 2008, σ. 153.

[6] Δημητρόπουλος Α., Γενική Συνταγματική Θεωρία, Αθήνα, Σάκουλας, 2004, σ. 382.

[7] Βλ. για περισσότερες πληροφορίες στον ιστότοπο της πρωτοβουλίας https://klima500.gr/

Εσωτερικοί δαίμονες μιας κρατικής λειτουργίας

Γιώργος Κουβελάκης, Σύμβουλος Επικρατείας ε.τ., Πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης

Το άρθρο αυτό γράφεται με αφορμή την απόφαση του Εφετείου της Αθήνας για τη Χρυσή Αυγή, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα του. Γράφεται κυρίως λόγω της διαφωνίας της Εισαγγελέως με την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία θεωρήθηκε ότι ξέφευγε από τις συνηθισμένες διαφωνίες Εισαγγελέων – Δικαστών.

Διαβάστε το κείμενο στο pdf.

Ο ποινικός κολασμός του ρατσιστικού εκκλησιαστικού λόγου ως απτή προστασία της σεξουαλικής διαφορετικότητας – Σχόλιο στην ΑΠ 858/2020 (ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα)

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Η απόφαση 858/2020 του Αρείου Πάγου (Στ΄ Ποινικό Τμήμα) είναι αναμφίβολα μια εξαιρετικά σημαντική απόφαση. Όχι μόνον διότι υιοθετεί μια ορθή και ισορροπημένη ερμηνευτική προσέγγιση του αντιρατσιστικού νόμου (4285/2014), αλλά και διότι χαρακτηρίζεται από έναν διπλό κρίσιμο συμβολισμό: αφ’ενός μεν σηματοδοτώντας μια αξιοσημείωτη αποστασιοποίηση του Αρείου Πάγου –και γενικότερα της πολιτικής δικαιοσύνης– από την παραδοσιακά  μεροληπτική στάση τους υπέρ της επίσημης Εκκλησίας και αφ’ετέρου αναδεικνύοντας, έμμεσα πλην σαφώς,  την ιδιαίτερη σημασία του δικαιώματος στην διαφορετικότητα στο πλαίσιο της ισχύουσας έννομης τάξης. Ειδικότερα:

  1. Με την απόφαση αυτήν απορρίφθηκε η αναίρεση του τ. μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιου –με εξαίρεση την ποινή που είχε επιβληθεί με βάση λιγότερο επιεική και ήδη καταργηθέντα νόμο- και έτσι παρέμεινε ισχυρή η καταδίκη του, με βάση τον αντιρατσιστικό νόμο, για έναν οχετό μισαλλόδοξων και εχθροπαθών επιθέσεων που είχε εξαπολύσει εναντίον των ομοφυλόφιλων καθώς και (δευτερευόντως) των πολιτικών που υιοθετούν τα αιτήματά τους για το σύμφωνο συμβίωσης. Συγκεκριμένα ο εν λόγω ιερωμένος, στις 4 Δεκεμβρίου 2015 –κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου για το σύμφωνο συμβίωσης– δημοσίευσε στο προσωπικό του ιστολόγιο άρθρο με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Αποβράσματα της κοινωνίας σήκωσαν κεφάλι! Ας μιλήσουμε έξω από τα δόντια φτύστε τους!». Το κείμενο του άρθρου ήταν ακόμη χειρότερο από τον τίτλο, καθώς περιείχε, μεταξύ άλλων, και τα εξής χριστιανικότατα:

«Μην τους πλησιάζετε! Μην τους ακούτε! Μην τους εμπιστεύεσθε! Είναι οι κολασμένοι της κοινωνίας! Δεν μπορούν κάποιοι ξεφτιλισμένοι να υπερασπίζονται δημοσίως τα πάθη της ψυχής τους!» […] «Ε λοιπόν αυτούς τους ξεφτιλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν! Είναι άτομα με διανοητική διαταραχή! Δυστυχώς αυτοί είναι τρις-χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελλοκομεία!» […] «Μη διστάζετε, λοιπόν! Όταν και όπου τους συναντάτε, φτύστε τους! Μην τους αφήνετε να σηκώνουν κεφάλι! Είναι επικίνδυνοι! Η Εκκλησία μας προσεύχεται γι’ αυτούς ως εξής: «Εκλείποιεν αμαρτωλοί από της γης και άνομοι, ώστε μη υπάρχειν αυτούς» (Ψαλμός 103). Δηλ. Ας εξαφανισθούν από την γη όλοι οι αμαρτωλοί και όλοι οι άνομοι, ώστε να μην υπάρχουν! Στον αγύριστο να πάνε όλοι αυτοί οι Καταραμένοι!».

Εναντίον του υποβλήθηκε –ευλόγως– μήνυση για κατάχρηση εκκλησιαστικού αξιώματος, σύμφωνα με το άρθρο 196 ΠΚ (: «Ο θρησκευτικός λειτουργός που κατά την ενάσκηση των έργων του ή δημόσια και με την ιδιότητά του προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε εχθροπάθεια κατά της πολιτειακής εξουσίας ή άλλων πολιτών τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών» αλλά και σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν 4285/2014 για δημόσια υποκίνηση βίας ή μίσους (: «Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 − 20.000) ευρώ».

Την υπόθεση εκδίκασε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου (απόφαση 322/2018), το οποίο αθώωσε τον τ. μητροπολίτη, αντιπαρερχόμενο προκλητικά το ζήτημα της επήρειας και των συνεπειών που θα μπορούσαν να έχουν οι ως άνω –έμπλεες μίσους– εκφράσεις κατά των ομοφυλόφιλων και αποφαινόμενο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι το όλο κείμενο, με τους συγκεκριμένους ανεκδιήγητους χαρακτηρισμούς του, απευθυνόταν αποκλειστικά και μόνον στους πολιτικούς που είχαν ταχθεί υπέρ του συμφώνου συμβίωσης και ότι, ως εκ τούτου, συνιστούσε θεμιτή –έστω και ακραία– έκφραση της ελευθερίας της γνώμης…[1]

Την ως άνω απόφαση –η οποία βρίσκεται στο ίδιο μήκος κύματος με την παραδοσιακά μεροληπτική (κατά κανόνα) νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων απέναντι στην Εκκλησία της «επικρατούσας θρησκείας»[2]–  ακύρωσε ευτυχώς, κατ’έφεσιν, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγίου (αποφάσεις 47 και 49/2019)[3], το οποίο, με μια εξαιρετικά εμπεριστατωμένη ερμηνευτική προσέγγιση, αποφάσισε την καταδίκη του κατηγορούμενου τ. μητροπολίτη, καταλήγοντας ως εξής:

«Με τις παραπάνω προτροπές και χαρακτηρισμούς ο κατηγορούμενος αρνείται στη συγκεκριμένη ομάδα προσώπων με τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό το δικαίωμα να υπάρχει στην κοινωνία, να συμμετέχει, να ενεργεί και να εκφράζει τις αντιλήψεις και επιδιώξεις της στην κοινωνική ζωή. Συνεπώς, η συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να υποκινήσει μίσος κατά των ομοφυλόφιλων, καθώς η ένταση των εν λόγω χαρακτηρισμών και προτροπών, λαμβανομένου υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και της ιδιότητας του κατηγορουμένου ως Ιεράρχη, είναι πρόσφορη να προκαλέσει στον μέσο άνθρωπο έντονα συναισθήματα απέχθειας, αποστροφής, χαιρεκακίας, αντεκδίκησης και ιδιαίτερης εχθρότητας κατά της ανωτέρω ομάδας προσώπων, εξαιτίας των ιδιαίτερων κατά τον νόμο χαρακτηριστικών τους, τα δε συναισθήματα αυτά είναι αντικειμενικά δυνατόν να προκαλέσουν κίνδυνο τέλεσης πράξεων βίας, υπό την ανωτέρω έννοια, κατά της συγκεκριμένης ομάδας ή των μελών της, διασαλεύοντας την ειρηνική και ομαλή κοινωνική συμβίωση και τα ατομικά δικαιώματά τους. Οι ανωτέρω προτροπές του κατηγορουμένου δεν αποτελούσαν έκφραση γνώμης έστω και σκληρής για την ομάδα των ομοφυλόφιλων και για την ομοφυλοφιλία, η οποία, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας της πολιτικής αγωγής … θα ήταν θεμιτή. Ενώ από τις παραπάνω παραδοχές του Δικαστηρίου δεν πλήττεται το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης του κατηγορουμένου, καθώς όπως εκτέθηκε παραπάνω στη νομική σκέψη, το κείμενο που δημοσίευσε ο κατηγορούμενος ήταν πρόσφορο να προκαλέσει διακρίσεις και μίσος σε βάρος των ομοφυλόφιλων. Από τα παραπάνω σαφώς συνάγεται ότι το ως άνω κείμενο ήταν πρόσφορο ώστε να προκαλέσει διακρίσεις, μίσος και βία κατά ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό, και συγκεκριμένα σε βάρος των ομοφυλόφιλων. Με την παραπάνω δε συμπεριφορά του ο κατηγορούμενος τέλεσε και την αξιόποινη πράξη του άρθρου 196 του ΠΚ δεδομένου ότι το ως άνω κείμενο ήταν πρόσφορο να προκαλέσει εχθροπάθεια κατά των ομοφυλόφιλων. Συνεπώς ο κατηγορούμενος, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ’ αυτόν αξιόποινων πράξεων».

  1. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση, την οποία απέρριψε κατηγορηματικά η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου (πλην του λόγου που αφορούσε την ποινή που είχε επιβληθεί βάσει του άρθρου 196 του ΠΚ, το οποίο είχε στο μεταξύ καταργηθεί από τον νέο ΠΚ, οπότε εφαρμόσθηκε η επιεικέστερη διάταξη για την πράξη της παράβασης του εν λόγω άρθρου). Συγκεκριμένα το Δικαστήριο:

Εν πρώτοις θεώρησε εντελώς αβάσιμη την επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος ως προς το ότι οι επιθέσεις του στρέφονταν κατά των πολιτικών (εκθέτοντας έτσι ανεπανόρθωτα το μονομελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου…). Συγκεκριμένα έκρινε ότι οι επιθέσεις αυτές είχαν κατά βάσιν ως στόχο τους ομοφυλόφιλους «για τους οποίους επιφύλαξε βαρείς χαρακτηρισμούς μέχρι που τους εκμηδένισε ως ανθρώπους… ζητώντας… και μάλιστα από την θέση του Ιεράρχη της Εκκλησίας, τον πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό και την αποβολή τους από την κοινωνία».

Στη συνέχεια δε αποφάσισε εν κατακλείδι ότι:

«Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη …. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του ν. 927/1979 (άρθρο 1 παρ.1), όπως το άρθρο 1 αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 ν. 4285/2014».

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως, έχουν οι επί μέρους κρίσεις της απόφασης, οι οποίες, υιοθετώντας αλλά και επισφραγίζοντας την υποδειγματική νομολογιακή αντιμετώπιση του αντιρατσιστικού νόμου από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αιγίου, αποσαφηνίζουν πλήρως αφ’ενός μεν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μισαλλόδοξου κι εχθροπαθούς λόγου κατά των ομοφυλόφιλων αφ’ετέρου δε την ιδιαίτερη σχέση αυτού του λόγου με την ελευθερία της έκφρασης. Ειδικότερα:

Α. Η πρώτη μεγάλη συνεισφορά της σχολιαζόμενης απόφασης είναι οι σκέψεις σύμφωνα με τις οποίες η κρίσιμη (ως άνω) διάταξη του ν. 4285/2014 επιβάλλει ποινική καταδίκη για ένα κείμενο (γραπτό ή ηλεκτρονικό), εκλαμβανόμενο σαν «ενιαίο νοηματικό σύνολο», όταν συντρέχουν, ιδίως, οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. «Εχει προφανή σκοπό να θυματοποιήσει (στοχοποιήσει) την ομάδα προσώπων που προσδιορίζονται από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους και δη τους ομοφυλόφιλους με τη διέγερση εχθρικών συναισθημάτων σε βάρος τους» ενώ «περιέχει και προτροπές και ενέχει  απειλές εναντίον της παραπάνω ομάδας προσώπων… πρόσφορες να προκαλέσουν τρόμο και ανησυχία σ’αυτούς…»

β. «Συνεπεία αυτών των προτροπών κινδυνεύει η ομαλή συμβίωση αυτών και ακόμη υφίσταται κίνδυνος προσβολής των ατομικών δικαιωμάτων των μελών της ομάδας αυτής αφού η συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί να υποκινήσει μίσος κατά των ομοφυλοφίλων και είναι πρόσφορη λόγω της έντασης των λόγων της, των χαρακτηρισμών που χρησιμοποιεί και των προτροπών του, που φθάνουν μέχρι πλήρους κοινωνικού αποκλεισμού τους, σε συνδυασμό με το κύρος της ως άνω ιδιότητάς του αναιρεσείοντος, να προκαλέσει στον μέσο άνθρωπο έντονα συναισθήματα απέχθειας, αποστροφής και ιδιαίτερης εχθρότητας κατά των μελών της ομάδας αυτής. Αυτά τα συναισθήματα, είναι αντικειμενικά δυνατόν να οδηγήσουν σε τέλεση πράξεων βίας κατά των συγκεκριμένων προσώπων, διασαλεύοντας την κοινωνική συμβίωση αυτών»

γ. «Οι πράξεις και οι ενέργειες στις οποίες προτρέπει το υποκείμενο του εγκλήματος,  πρέπει να είναι ικανές και πρόσφορες να προκαλέσουν “διακρίσεις, μίσος ή βία” χωρίς και να απαιτείται να προκληθούν βιαιοπραγίες. Η παραδοχή για δυνατότητα πρόκλησης μίσους κατά των ως άνω προσώπων, δημιουργεί την προσφορότητα που απαιτείται κατά την κρίσιμη διάταξη, να προκληθούν και βίαιες πράξεις εναντίον τους,  δεδομένου ότι το μίσος αντικειμενικά αποτελεί το υπόβαθρο και την ιδιαίτερη εκείνη ψυχολογική κατάσταση για να εκτραπεί ο άνθρωπος σε βιαιότητες ή σε ενέργειες που απειλούν ή προσβάλλουν την ζωή, την ελευθερία και την σωματική ακεραιότητα άλλων, εν προκειμένω μέλους ή μελών της εν λόγω ομάδας προσώπων…»

δ. «Η αξιόποινη πράξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 927/1979 [όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1   του ν. 4285/2014] απαιτεί κοινό δόλο και η αντικειμενική της υπόσταση πληρούται με τη γνώση και θέληση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης αυτού χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία για τη στοιχειοθέτηση του στοιχείου αυτού…»

Οι ως άνω προϋποθέσεις εντάσσονται χωρίς αποκλίσεις ή εξαιρέσεις στο γενικότερο ερμηνευτικό πλαίσιο που έχει διαμορφώσει η συνταγματική θεωρία, ελληνική και ευρωπαϊκή, ενώ εναρμονίζονται πλήρως και με την σχετική πλούσια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ[4].

Β. Ωστόσο, εξ ίσου σημαντική είναι και η δεύτερη νομολογιακή συνεισφορά της σχολιαζόμενης απόφασης, η οποία αφορά τα ερμηνευτικά κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την στάθμιση μεταξύ αφ’ενός της ελευθερίας της έκφρασης και αφ’ετέρου της απαγόρευσης των διακρίσεων σε βάρος των ομοφυλοφίλων.

Εν προκειμένω, βέβαια, οι σχετικές σκέψεις είναι πιο λιτές. Με δεδομένο ότι είχε ήδη απορρίψει, κατά τα ανωτέρω, τον ισχυρισμό ότι ο τ. μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας στρεφόταν κατά των πολιτικών που θέλουν να υπογράψουν το σύμφωνο συμβίωσης –που αποσκοπούσε προφανώς στο να καλυφθεί ο καταδικασθείς πίσω από το δικαίωμα κριτικής στην εξουσία, ως προνομιακά προστατευμένη έκφανση της ελευθερίας της έκφρασης– προέβη, στη συνέχεια, στις ακόλουθες κρίσεις:

«Ο αναιρεσείων αντιτείνει ότι το επίμαχο κείμενο περιέχει αξιολογικές κρίσεις για τις θέσεις της Εκκλησίας για την ομοφυλοφιλία, μάλιστα αναφέρεται σε “οξεία και καυστική κριτική για μια μεγάλη αμαρτία”, επικαλείται ότι ως ιεράρχης έχει καθήκον να νουθετεί το χριστεπώνυμο πλήρωμα και ότι απέβλεπε στη δημόσια αποδοκιμασία ενός ηθικού κακού…   Το Δικαστήριο δέχεται με επαρκή αιτιολογία ότι οι προτροπές του αναιρεσείοντα δεν αποτελούσαν έκφραση γνώμης και έτσι δεν πλήττεται το δικαίωμα έκφρασης αυτού, καθώς το κείμενο που δημοσίευσε αυτός ήταν πρόσφορο να προκαλέσει διακρίσεις και μίσος σε βάρος των ομοφυλόφιλων».

Με βάση το ανωτέρω σκεπτικό, η στάθμιση που προκρίνει ο Άρειος Πάγος είναι απλή και εναρμονίζεται πλήρως με την ευρωπαϊκή νομολογιακή αντιμετώπιση του ρατσιστικού λόγου, μέσω του ΕΔΔΑ, ενώ, αντίθετα, διαφοροποιείται σαφώς απέναντι σε αυτήν των ΗΠΑ, όπου –παρά τις όποιες κατά καιρούς διαφοροποιήσεις– η κυρίαρχη τάση είναι η ερμηνευτική μυθοποίηση της «αγοράς των ιδεών», που αντιμετωπίζεται προνομιακά, έναντι άλλων ελευθεριών, με το –μονομερές κατά την άποψή μου– επιχείρημα ότι αυτή αποτελεί το σημαντικότερο θεμέλιο μιας πλουραλιστικής κοινωνίας[5].

Σύμφωνα λοιπόν με την ευρωπαϊκά προσανατολισμένη αυτή προσέγγιση, περιθώριο στάθμισης υπάρχει μόνον στην περίπτωση που η όλη εκφορά του ρατσιστικού λόγου αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς το αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες (υπό Α) προϋποθέσεις, ως προς την εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 4285/2014 (όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην περίπτωση του συγκαλυμμένα ρατσιστικού λόγου…..). Αν όμως πληρούνται προδήλως αυτές οι προϋποθέσεις, όπως συνέβη με τον ακραία ρατσιστικό, καταφανώς εχθροπαθή και εν τέλει φασίζοντα λόγο του τ. μητροπολίτη, η στάθμιση γέρνει εξ ορισμού υπέρ της προστασίας των ομοφυλόφιλων απέναντι στις διακρίσεις και στην προσβολή της αξιοπρέπειάς τους, όπως αυτή έχει εξειδικευθεί με τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις.

Γ. Η ως άνω στάθμιση είναι ορθή, διότι στην βάση της βρίσκεται μια άλλη αντίληψη πλουραλισμού, που στην Ευρώπη συνδέεται με την πρόταξη της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας. Συστατικό δε στοιχείο μιας τέτοιας  κοινωνίας είναι το δικαίωμα στην διαφορετικότητα[6], το οποίο στοιχειοθετείται αλλά και προστατεύεται ρητά, στο μεν επίπεδο του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης μέσω της  απαγόρευσης των διακρίσεων (άρθρα 5 παρ. 2 Σ και 14 ΕΣΔΑ) στο δε νομοθετικό επίπεδο μέσω μιας σχεδόν πανευρωπαϊκής, πλέον, αντιμετώπισης τόσο του ρατσισμού, εν γένει, όσο και της μισαλλοδοξίας και της εχθροπάθειας, ως ειδικότερων εκφάνσεών του[7]. Μια τέτοια προσέγγιση, με επίκεντρο το δικαίωμα στην διαφορετικότητα, οριοθετεί με διαφορετικό τρόπο και την έννοια του συνταγματικά προστατευόμενου πλουραλισμού[8], στην βάση της οποίας είναι εξ ίσου σημαντικός, αν όχι σημαντικότερος, σε σχέση με τον πλουραλισμό των διατυπούμενων απόψεων, ο πλουραλισμός των «στάσεων ζωής» και των πάσης φύσεως προσωπικών επιλογών και ιδιαιτεροτήτων. Αυτό δε συνεπάγεται μια ανάλογη διευθέτηση της σχετικής σύγκρουσης, ώστε το δικαίωμα στην διαφορετικότητα να έχει τουλάχιστον το ίδιο βάρος με την ελευθερία της έκφρασης, στο πλαίσιο της απαιτούμενης στάθμισης, η οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποστασιοποιηθεί από την αμερικανική  εκδοχή μιας υπερπροστατευμένης ελευθερίας του λόγου –που αναγορεύεται, σε τελευταία ανάλυση, σε οιονεί «υπερδικαίωμα»– και να προσανατολισθεί σταθερά στην αμοιβαία εξισορρόπηση δύο εξ ίσου σημαντικών μορφών πλουραλισμού.

Εν κατακλείδι, για να είναι πειστική και αποτελεσματική η προστασία της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας απαιτείται τόσο η αμυντική θωράκιση της σφαίρας του θρησκευτικού, φυλετικού ή σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού, απέναντι στην όποια εκδοχή της –κρατικής ή ιδιωτικής– εξουσίας, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως της εκκλησιαστικής, όσο και η απτή προστασία αυτής της σφαίρας από ακραίες –οφθαλοφανώς «τοξικές» και ευθέως υπονομευτικές του συνταγματικού πλουραλισμού– ρατσιστικές απόψεις, όπως το παραλήρημα μίσους και εχθροπάθειας του καταδικασθέντος τ. μητροπολίτη…

 

 

 

[1] Βλ. αναλυτικά Χρ. Ακριβοπούλου, Σημείωμα επί της ΜΠλημΑιγίου 322/2018, ΔΙΜΕΕ 2/2018, σελ. 206 επ., που χαρακτηρίζει ευρηματικά «μη-απόφαση» την συγκεκριμένη νομολογιακή αντιμετώπιση.

[2] Η οποία επέσυρε σωρεία καταδικών στην χώρα μας από το ΕΔΔΑ και γενικότερα μας έχει εκθέσει ανεπανόρθωτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Βλ. ενδεικτικά Γ. Σωτηρέλη, Θρησκεία και εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998 (γ΄ έκδοση), Αθήνα-Κομοτηνή 1998, σ. 120 επ., Γ. Κτιστάκι, Θρησκευτική ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2004.

[3] Βλ. Σπ. Βλαχόπουλου, Ρατσιστικός λόγος και ελευθερία της έκφρασης, σημείωμα επί της 49/2019 απόφασης του ΤρΠλημΑιγίου, ΔΙΜΕΕ 4/2019, σ. 542 επ.

[4] Βλ. τους συγγραφείς της υποσημ. 1 και 3, την απόφαση 49/2009 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αιγίου (με τις εκεί με εκτενείς παραπομπές)  και γενικότερα, Χρ. Βρεττού, Η αιχμηρή κριτική ως συνταγματικό δικαίωμα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2014, X. Ανθόπουλου, Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία της πληροφόρησης, Ένα συνταγματικό δίλημμα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2000, Του ίδιου, Η απαγόρευση του ρατσιστικού λόγου ως συνταγματικό πρόβλημα, ΕΕυρΔ 2001, σελ. 36 επ., Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, «Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα», ΠοινΧρ 2015, 729 επ., Χρ. Ροζάκη, O ρατσισμός και η ξενοφοβία στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε: Λ. Παπαδοπούλου/Δ. Αναγνωστοπούλου (επιμ.), Προς μια συμπεριληπτική ευρωπαϊκή πολιτότητα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2019, σ. 267 επ., , Λ. Παπαδοπούλου, Ρητορική μίσους και αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Ευρώπη, στο ίδιο, σ. 339 επ., Μ. Καϊάφα – Γκμπάντι, Η ποινική καταστολή της ρατσιστικής ρητορείας, των εγκλημάτων ρατσισμού και της ρατσιστικής διάκρισης: προς μία ουσιαστική προστασία της αξίας του ανθρώπου, στο ίδιο, σ. 275 επ.,  Στ.  Κοφίνη, Θεσμικές διακρίσεις: ο αθέατος ρατσισμός των θεσμικών δομών, στο ίδιο, σ. 307 επ., Αν. Παυλόπουλου, Ρατσιστικός λόγος και ελευθερία της έκφρασης, στο ίδιο, σ. 321 επ., N. Αlkiviadou, The Legal Regulation of Hate Speech: The International and European Frameworks, Croatian Political Science Review, Vol. 55, No. 4, 2018, σ. 203-229 επ., M. Butler/D. Sugarman, Handbook on European non-discrimination law, European Union Agency for Fundamental Rights European Court of Human Rights – Council of Europe, 2011, σ. 111 επ., K. Topidi, Words that Hurt (1): Normative and Institutional Considerations in the Regulation of Hate Speech in Europe, ECMI Working Paper 118 September 2019 και Words that Hurt (2): National and International Perspectives on Hate Speech Regulation, ECMI Working Paper 119, September 2019,  D. Voorhoof, The European Convention on Human Rights: The Right to Freedom of Expression and Information Restricted by Duties and Responsibilities in a Democratic Society,  Human Rights 7.2 (2015), σ. 1 επ., Final Comparative Report, Αn overview on hate crime and hate speech in 9 EU countries. Towards a common approach to prevent and tackle hatred, Project Co-funded by the rights, equality and citizenship programme (2014-2020) of the European Union.

[5] Βλ. ενδεικτικά, Χ. Βρεττού, Η αιχμηρή κριτική, ό.π., υποσημ. 4, Α. Φωτιάδου, Σταθμίζοντας την ελευθερία  του λόγου, Δικαστικές τεχνικές και ελευθερία του λόγου στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2006, Στ. Τσακυράκη, Η ελευθερία του λόγου στις ΗΠΑ, εκδ. Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 1997, I. Tassopoulos, The Constitutional Problem of Subversive Advocacy in the United States of America and Greece, Ant. Sakkoulas Publishers, Athens-Komotini 1993, E. Barendt, Freedom of Speech, Clarendon Press – Oxford 1987. Πρβλ.  και Ακριβοπούλου και Βλαχόπουλος, ό.π., υποσημ. 1 και 3.

[6] Για το δικαίωμα αυτό βλ. αναλυτικά Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2000, σ. 283 επ.

[7] Βλ. τις παραπομπές στην υποσημ. 4

[8] Πρβλ. και Ακριβοπούλου, ό.π., υποσημ. 1.

 

Δημοσιεύθηκε σε:  ΔΙΤΕ 3/2020, σ. 392 επ.

Σεβασμός της παράδοσης ή / και εκσυγχρονισμός των θεσμών; Σκέψεις με αφορμή τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος

Βασίλης Σκουρής, πρ. Πρόεδρος ΔΕΕ, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Ι. Εισαγωγή

Οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ και τα θλιβερά επακόλουθά τους θέτουν μία σειρά από ζητήματα που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον και αξίζουν την προσοχή μας. Οι λιγότερο εξοικειωμένοι με τα αμερικανικά πράγματα ασφαλώς θα αισθάνθηκαν απορία, παρακολουθώντας την ίδια τη διαδικασία διεξαγωγής των εκλογών, την καθυστέρηση στην έκδοση των αποτελεσμάτων, το ενδεχόμενο να μην αναδειχθεί πρόεδρος[1] αυτός που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους των αμερικανών πολιτών στο σύνολο της επικράτειας, αλλά εκείνος που διασφαλίζει τον μεγαλύτερο αριθμό εκλεκτόρων στις επιμέρους πολιτείες, το γεγονός ότι ο νικητής των εκλογών δεν αναλαμβάνει αμέσως την εξουσία, αλλά οφείλει να περιμένει περισσότερους από δύο μήνες μέχρι να ορκισθεί πρόεδρος των ΗΠΑ, τη σφοδρή αμφισβήτηση του αποτελέσματος από τον απερχόμενο πρόεδρο που οδήγησε στην επιδρομή υποστηρικτών του στο Καπιτώλιο και είχε ως αποτέλεσμα αφενός την κίνηση διαδικασίας καθαίρεσής του από το Κογκρέσο και αφετέρου τη συζήτηση για την πιθανή παύση του από το Υπουργικό Συμβούλιο μερικές ημέρες πριν τη λήξη της θητείας του. Πώς εξηγούνται αυτά τα φαινόμενα σε μία παλαιά, βαθιά εμπεδωμένη και μεγάλη δημοκρατία, όπως είναι οι ΗΠΑ?

ΙΙ. Η προσήλωση σε καθιερωμένους θεσμούς

Η απάντηση βρίσκεται στην πιστή εφαρμογή συγκεκριμένων θεσμών που χαρακτηρίζουν το αμερικανικό συνταγματικό σύστημα. Κρίσιμο για το αποτέλεσμα δεν είναι αν έχεις ψηφισθεί από τους περισσότερους πολίτες, αλλά αν έχεις κερδίσει την πλειοψηφία των εκλεκτόρων που αναδεικνύονται στις επιμέρους πολιτείες και καλούνται στη συνέχεια να εκλέξουν εκείνον που πλειοψηφεί στην πολιτεία τους. Πιο συγκεκριμένα κάθε πολιτεία διαθέτει, αναλόγως του πληθυσμού της, ένα συγκεκριμένο αριθμό εκλεκτόρων, οι οποίοι είναι ίσοι με τον αριθμό των εκλεγόμενων στη συγκεκριμένη πολιτεία γερουσιαστών και μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων[2] και έχουν ως αποστολή να συνταχθούν με εκείνο τον υποψήφιο πρόεδρο που κερδίζει την πλειοψηφία στην πολιτεία τους. Η εκλογή του προέδρου (και αντιπροέδρου) των ΗΠΑ είναι συνεπώς έμμεση, αφού στηρίζεται στην έγκριση των συνολικά 538 εκλεκτόρων, οι οποίοι μάλιστα δεν δεσμεύονται τυπικά να σεβασθούν την ετυμηγορία του εκλεκτορικού σώματος στην πολιτεία τους, αλλά εθιμικά την ακολουθούν.

  1. Έμμεση εκλογή

Εδώ κυρίως δύο θέματα προκαλούν εντύπωση. Πρώτον σε ένα καθεστώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ισχύει ακόμη η έμμεση εκλογή του αρχηγού της εκτελεστικής εξουσίας από ένα ολιγάριθμο σώμα εκλεκτόρων που παραδόξως έχουν ηθικό μόνο χρέος να ταχθούν υπέρ του υποψηφίου που πλειοψήφησε στην πολιτεία τους. Δεύτερον το αποτέλεσμα κρίνεται όχι συνολικά και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά αναλόγως των πλειοψηφιών που προκύπτουν στις πολιτείες, οπότε δεν αποκλείεται να μην επικρατήσει αυτός που ψηφίσθηκε από τους περισσότερους αμερικανούς πολίτες, αλλά ο αντίπαλός του που μπορεί μεν να μειοψήφησε στις εκλογές, αλλά πλειοψήφησε σε τόσες πολιτείες που του επιτρέπουν να διασφαλίσει τον μεγαλύτερο αριθμό των εκλεκτόρων, διότι  κέρδισε με μικρή διαφορά τις «δικές του» πολιτείες και έχασε με μεγαλύτερη διαφορά εκείνες, στις οποίες πλειοψήφησε ο αντίπαλός του. Αυτό μπορεί να μην είναι σύνηθες φαινόμενο, πάντως  έχει συμβεί σε πέντε περιπτώσεις μέχρι σήμερα και την τελευταία φορά το 2016, όταν τις εκλογές κέρδισε η Χίλαρι Κλίντον και τους περισσότερους εκλέκτορες ο Ντόναλντ Τραμπ.

  1. Καθυστέρηση στην παράδοση της εξουσίας

Το επόμενο θέμα αφορά στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την ημέρα των εκλογών μέχρι την ορκωμοσία του νέου προέδρου. Η πιο πιθανή εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί στις εντελώς διαφορετικές συνθήκες που επικρατούσαν στον 19ο αιώνα και οπωσδήποτε δεν ευνοούσαν τις γρήγορες μετακινήσεις, δυσχεραίνοντας έτσι και την άμεση μεταβίβαση της εξουσίας. Όμως, όποιος και αν είναι ο λόγος αυτής της καθυστέρησης, η εκκρεμότητα για δυόμιση περίπου μήνες εγκυμονεί κινδύνους, όπως φάνηκε καθαρά μετά την επικράτηση του Τζο Μπάιντεν τον περασμένο Νοέμβριο. Αλλά ακόμη και χωρίς τα φρικτά επεισόδια που σημειώθηκαν με την επίθεση στο Καπιτώλιο δυσκολεύεται κανείς να κατανοήσει ποια είναι τα πλεονεκτήματα της συνύπαρξης απερχόμενου και εκλεγέντος προέδρου. Συνήθως στις εκλογικές αναμετρήσεις ο στόχος είναι ο νικητής των εκλογών να αναλάβει το γρηγορότερο την εξουσία και στο παράδειγμα των ΗΠΑ ο πρόεδρος θα μπορούσε να εγκριθεί εντός συντομότατης προθεσμίας από το κολέγιο των εκλεκτόρων και να σχηματίσει αμέσως την κυβέρνησή του. Αληθεύει βεβαίως ότι σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες με πολυκομματικό και αναλογικό εκλογικό σύστημα  ενδέχεται να αργήσει ο σχηματισμός κυβέρνησης, αφού απαιτούνται λιγότερο ή περισσότερο μακρές διαπραγματεύσεις για την επίτευξη πλειοψηφίας μέσω ενός συνασπισμού κομμάτων. Αυτό όμως οφείλεται εδώ στην ανάγκη συνεργασίας περισσότερων κομμάτων, όταν (και επειδή) στις εκλογές δεν προκύπτει σαφής πλειοψηφία. Αν αντιθέτως κόμμα ή συνασπισμός κομμάτων αποκτήσει απόλυτη πλειοψηφία και μόλις αυτό συμβεί, ο νικητής αναλαμβάνει αμέσως την εξουσία και σχηματίζει κυβέρνηση. Άλλωστε στην περίπτωση των ΗΠΑ και με τον κυρίαρχο ανταγωνισμό δύο κομμάτων, επαρκής πλειοψηφία θα υπάρξει, ακόμη και αν είναι ισχνή, οπότε ο υποψήφιος που διαθέτει την πλειοψηφία των εκλεκτόρων μπορεί να ορκισθεί μόλις οριστικοποιηθεί το αποτέλεσμα, δηλαδή κυριολεκτικά την επόμενη ημέρα.

ΙΙΙ. Κυρώσεις στον απερχόμενο πρόεδρο

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι πιθανότητες επιβολής κυρώσεων στον (απελθόντα) πρόεδρο Τραμπ μετά τις αντιδράσεις των οπαδών του με αποκορύφωμα την επίθεση στο Καπιτώλιο. Διάχυτη είναι η εντύπωση ότι ο Τραμπ υποκίνησε και οπωσδήποτε ενίσχυσε την εξαλλοσύνη των οπαδών του με τις εμπρηστικές δηλώσεις του, την εκ προοιμίου και συνεχή αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος, τις αναπόδεικτες καταγγελίες για μαζική νόθευση της ψηφοφορίας. Τέθηκε έτσι το ερώτημα αν θα μπορούσε ή θα έπρεπε να καθαιρεθεί από το Κογκρέσο ή να παυθεί από το Υπουργικό (του) Συμβούλιο.

  1. Η διαδικασία της καθαίρεσης

Η διαδικασία της καθαίρεσης (impeachment) κινείται με πρωτοβουλία της Βουλής των Αντιπροσώπων, η οποία διατυπώνει κατηγορία, και ολοκληρώνεται από τη Γερουσία, που λειτουργεί ως δικαστήριο και μπορεί να την επιβάλει σε περιπτώσεις εσχάτης προδοσίας, δωροδοκίας ή τέλεσης σοβαρών εγκλημάτων με πλειοψηφία δύο τρίτων. Παύση (ή έκπτωση ) του προέδρου μπορεί να επέλθει σύμφωνα με την σχετικώς πρόσφατη – ψηφίσθηκε το 1967 – 25η  τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, αν με πρόταση του αντιπροέδρου και κατά πλειοψηφία απόφαση του δεκαπενταμελούς Υπουργικού Συμβουλίου ο πρόεδρος κρίνεται ανίκανος ή ακατάλληλος να ασκεί τα καθήκοντά του, οπότε οι εξουσίες του περιέρχονται στον αντιπρόεδρο[3]. Ως προς τη δεύτερη αυτή περίπτωση έκπτωσης του προέδρου, η οποία φαίνεται απλή και ταχεία, ο απελθών αντιπρόεδρος Πενς κατέστησε σαφές ότι δεν είχε πρόθεση να την κινήσει, μολονότι η Βουλή των Αντιπροσώπων τού ζήτησε να το πράξει. Αντιθέτως η διαδικασία της καθαίρεσης ξεκίνησε με τη θετική (κατά πλειοψηφία) απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων, δεν ολοκληρώθηκε όμως στο σύντομο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την ορκωμοσία του Μπάιντεν, ενώ υποστηρίζεται ότι εξακολουθεί να έχει αντικείμενο και άρα μπορεί να συνεχισθεί, μολονότι έληξε η θητεία του Τραμπ.

  1. Η διαδικασία της παύσης/έκπτωσης

Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχει κατατεθεί πρόταση παύσης του προέδρου από το Υπουργικό Συμβούλιο  λόγω ακαταλληλότητάς του κατ΄εφαρμογήν της 25ης τροπολογίας, ενώ η διαδικασία του impeachment έχει μεν ξεκινήσει σε ορισμένες (σπάνιες) περιπτώσεις, χωρίς όμως να καταλήξει σε καθαίρεση του ελεγχόμενου προέδρου και την τελευταία φορά που προχώρησε δεν χρειάσθηκε να ολοκληρωθεί, διότι, πριν η Γερουσία λάβει την τελική της απόφαση, ο τότε πρόεδρος Νίξον παραιτήθηκε από το αξίωμά του. Σε κάθε περίπτωση το φαινόμενο Τραμπ παρουσιάζει μία μοναδικότητα, διότι συμβαίνει για πρώτη φορά στα χρονικά να κατατίθεται δεύτερη πρόταση καθαίρεσης του ίδιου προσώπου. Την πρώτη φορά ο Τραμπ κατηγορήθηκε στα τέλη του 2019 ότι κατακράτησε παρανόμως εγκεκριμένη από το Κογκρέσο στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, ζητώντας από τον ουκρανό πρόεδρο να κατασκευάσει στοιχεία που θα τον βοηθούσαν να επιτύχει την επανεκλογή του[4].

  1. Ορισμός δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο

Ένα τελευταίο θέμα που ενδιαφέρει ιδίως τους νομικούς και τους πολιτικούς επιστήμονες έχει σχέση με τη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και την εξουσία του προέδρου να  προτείνει τα μέλη του σπουδαίου αυτού θεσμού. Θυμόμαστε ότι μετά τον θάνατο της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ τον περασμένο Σεπτέμβριο ο πρόεδρος Τραμπ δεν άκουσε τις συστάσεις πολλών να μην προχωρήσει σε επιλογή δικαστή πριν από τις προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές, αλλά να αναμείνει το αποτέλεσμά τους, όμως εκείνος έσπευσε να επιλέξει τη διάδοχο της Γκίνσμπεργκ, ο διορισμός της οποίας επικυρώθηκε από τη Γερουσία σε συντομότατο χρονικό διάστημα και αύξησε τον αριθμό των θεωρούμενων «συντηρητικών» δικαστών σε έξι έναντι τριών λογιζόμενων ως «φιλελεύθερων». Η κατάταξη αυτή των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στηριζόμενη σχηματικά σε πολιτικά πρόσημα, όπως είναι η κομματική προέλευση του προέδρου που τους προτείνει[5], ασφαλώς τους αδικεί, οφείλεται όμως και σε εσπευσμένες ενέργειες όπως αυτή του απελθόντος προέδρου.

Στην Ευρώπη είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ότι οι δικαστές που στελεχώνουν το Ανώτατο Δικαστήριο είναι κυριολεκτικά «ισόβιοι», δηλαδή δικαιούνται να υπηρετήσουν μέχρι τον θάνατό τους, όπως συνέβη με την Γκίνσμπεργκ, και όχι μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας ή την ολοκλήρωση συγκεκριμένης θητείας[6]. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την προνομία του προέδρου να προτείνει τους δικαστές επιτρέπει σενάρια τακτικισμών και από την πλευρά των μελών του δικαστηρίου, που προκρίνουν οι ίδιοι ή καλούνται από τρίτους να παραιτηθούν όταν το έδαφος είναι πρόσφορο, δηλαδή όταν στην εξουσία βρίσκεται πρόεδρος προερχόμενος από το ίδιο κόμμα, το οποίο είχε προτείνει και τον πρόεδρο που τους επέλεξε. Δεν είναι περίεργο λοιπόν ότι αμέσως μετά την εκλογή του Μπάιντεν πύκνωσαν οι φωνές που ζητούν από τον «φιλελεύθερο» (και διανύοντα το 83ο έτος της ηλικίας του) δικαστή Στίβεν Μπράιερ να παραιτηθεί, για να δώσει την ευκαιρία στον νέο πρόεδρο να ορίσει αμέσως τον αντικαταστάτη του, ώστε τουλάχιστον να διατηρηθούν οι υπάρχοντες συσχετισμοί.

ΙV. Οι επιπτώσεις από τα παράδοξα της προεδρικής εκλογής

Ποιο είναι ώρα το δίδαγμα από όλα αυτά τα παράδοξα που συνόδευσαν την πρόσφατη προεδρική εκλογή στις ΗΠΑ? Αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος, το σύστημα μπορεί να κλονίσθηκε με τις αντιθεσμικές ενέργειες του απελθόντος προέδρου, τελικώς όμως άντεξε τους ισχυρούς κραδασμούς. Σε μας φαίνεται οπωσδήποτε παράξενη η έμμεση εκλογή του προέδρου, όταν μάλιστα γνωρίζουμε ότι έχει τις καταβολές της στην πεποίθηση ότι αυτός ο τρόπος εκλογής θα διασφάλιζε ότι δεν θα επικρατούσαν – κατά την έκφραση του Αλεξάντερ Χάμιλτον – «talents of low intrigue, and the little arts of popularity»[7], διότι οι εκλέκτορες είχαν ακριβώς τη δυνατότητα να παρέμβουν διορθωτικά στο αποτέλεσμα της άμεσης εκλογής. Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονούμε την κατ΄εξοχήν αγροτική (και όχι αστική) προέλευση του πληθυσμού της περιόδου εκείνης, στην οποία στηριζόταν η δυσπιστία στο αποτέλεσμα μίας άμεσης εκλογής. Και αν αυτός ο διαποτισμένος με αριστοκρατικά στοιχεία φόβος έχει προ πολλού εκλείψει, αφού οι εκλέκτορες ενεργούν σύμφωνα με την εντολή που έχουν λάβει να ψηφίσουν όποιον κέρδισε την πλειοψηφία στην πολιτεία τους, μπορεί η διαμεσολάβησή τους να είναι μεν τυπική (και άρα χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο), στηρίζεται όμως σε μία βαθιά παράδοση. Δυσκολότερο φαίνεται να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι δεν αποκλείεται ο υποψήφιος που έχει κερδίσει τις περισσότερες ψήφους στο   σύνολο της Ομοσπονδίας να μην αναδειχθεί πρόεδρος, διότι ο αντίπαλός του απέσπασε περισσότερους εκλέκτορες. Εδώ προτεραιότητα δίδεται στην ομοσπονδιακή φύση του πολιτεύματος, διότι όλοι οι υπολογισμοί γίνονται με βάση την κατανομή των εκλεκτόρων στις πολιτείες και όχι με κριτήριο το αποτέλεσμα που σημειώνεται στο σύνολο της επικράτειας. Η επιλογή αυτή πιθανότατα ξενίζει ορισμένους, αλλά στηρίζεται στην ομοσπονδιακή φύση του πολιτεύματος και στον κυρίαρχο ρόλο που αποδίδει το αμερικανικό Σύνταγμα στις πολιτείες.

Το προκαθορισμένο διάστημα που μεσολαβεί από την εκλογή του προέδρου μέχρι την ορκωμοσία και την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του ενδέχεται να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά, όταν ο απερχόμενος πρόεδρος αρνείται να παραδεχθεί τη νίκη του αντιπάλου του. Βεβαίως παρόμοια αμφισβήτηση δεν φαίνεται να υπήρξε άλλοτε, αλλά οι πρόσφατες εμπειρίες, αν και εξαιρετικές, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.  Όποιους θεμιτούς σκοπούς και αν εξυπηρετεί αυτή η καθυστέρηση, θα έπρεπε οι σκοποί αυτοί να σταθμισθούν με τους κινδύνους που μπορούν να ανακύψουν, ώστε να γίνουν διορθωτικές κινήσεις και να συρρικνωθεί η περίοδος αναμονής.

Ως προς τις διαδικασίες καθαίρεσης και παύσης ή έκπτωσης του απελθόντος προέδρου έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον τι θα αποφέρει η προσπάθεια του impeachment που έχει ξεκινήσει και κυρίως πως θα προχωρήσει και μετά την αποχώρηση του Τραμπ από την προεδρία. Πάντως η καθαίρεση εξελίσσεται και ολοκληρώνεται στους κόλπους του Κογκρέσου και άρα ενώπιον βουλευτών και γερουσιαστών που διαθέτουν άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση. Επιφυλάξεις προκαλεί αντιθέτως η πιθανότητα παύσης του προέδρου με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, αν γίνει δεκτό ότι καλύπτει και την περίπτωση που ο πρόεδρος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή γενικότερα αδυναμίας να ασκήσει τα καθήκοντά του, αλλά κρίνεται λόγω της συμπεριφοράς του ακατάλληλος γι΄αυτό. Υπό την εκδοχή αυτή η 25η τροπολογία  του Συντάγματος επιτρέπει σε ένα όργανο αποτελούμενο – με την εξαίρεση του αντιπροέδρου – από πρόσωπα που έχει επιλέξει ο πρόεδρος και δεν επιτρέπεται να είναι ούτε βουλευτές ή γερουσιαστές, δεν διαθέτουν δηλαδή άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, αλλά έχουν απλώς εγκριθεί από τη Γερουσία, να τον κηρύξουν έκπτωτο του αξιώματός του. Και ναι μεν στην εξέλιξη της διαδικασίας, αν δηλαδή  αντιδράσει ο πρόεδρος στην έκπτωσή του από το Υπουργικό (του) Συμβούλιο, η αρμοδιότητα για  την τελική απόφαση περιέρχεται στο Κογκρέσο, οπότε αποκαθίσταται η τάξη και επέρχεται η δημοκρατική νομιμοποίηση, όμως τουλάχιστον για ένα χρονικό διάστημα ο πρόεδρος εμποδίζεται στην άσκηση των καθηκόντων του με βάση απόφαση των υπουργών του.

  1. V. Το Ανώτατο Δικαστήριο

Ένα τελευταίο σχόλιο για το Ανώτατο Δικαστήριο. Ένα δικαιοδοτικό όργανο με τεράστιο κύρος και μεγάλη απήχηση που αναγνώρισε τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων ήδη από το 1803[8] κινδυνεύει να απωλέσει τη φήμη του λόγω της διαδικασίας ορισμού των μελών του. Η μακρότατη θητεία των δικαστών επιτρέπει αφενός ομαδοποιήσεις που διακρίνονται για τη διάρκεια και τη σταθερότητά τους και καθιστά αφετέρου τους ισόβιους δικαστές κυρίους της αποχώρησής τους με (πιθανό) κριτήριο την κομματική ιδιότητα του εν ενεργεία προέδρου, ώστε να διατηρηθούν οι συσχετισμοί των δυνάμεων και να παγιωθεί ο καταμερισμός τους στην πλειοψηφία και στη μειοψηφία. Έχοντας συναντήσει και γνωρίσει από κοντά πολλά από τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, νομίζω ότι η άκριτη κατηγοριοποίηση υποτιμά το έργο τους. Από την άλλη πλευρά όμως (πρώτον) η ισοβιότητα χωρίς όριο ηλικίας συντηρεί τη δυνατότητα των προέδρων να προσδιορίζουν τη σύνθεση του σώματος για πολλές δεκαετίες μετά τη δική τους αποχώρηση από το προεδρικό αξίωμα, (δεύτερον) ο πρόσφατος και βιαστικός ορισμός της διαδόχου της φιλελεύθερης Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ που σκοπό είχε την περαιτέρω ενίσχυση των συσχετισμών υπέρ της συντηρητικής πτέρυγας και (τρίτον) οι φωνές που απαιτούν την άμεση παραίτηση του φιλελεύθερου Στίβεν Μπράιερ μετά την εκλογή Μπάιντεν, ώστε η φιλελεύθερη ομάδα να διατηρήσει τα τρία μέλη της, ενισχύουν την κριτική που ασκείται κατά του Δικαστηρίου και προκαλούν αρνητικούς χαρακτηρισμούς, όπως αυτόν μίας πρώην δικαστή του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου σε άρθρο της με τίτλο «Το δυσλειτουργικό Δικαστήριο»[9].

Επιμένοντας περισσότερο σ΄αυτό το σημείο πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι εκείνο που επέτρεψε να αποδίδει ικανοποιητικά το σύστημα ανάδειξης των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ υφίσταται σκληρή κριτική στις ημέρες μας. Εδώ φαίνεται ότι – και με την ευθύνη του απελθόντος προέδρου – δοκιμάσθηκαν και σε μεγάλο βαθμό έπαυσαν να γίνονται σεβαστοί οι «άγραφοι κανόνες» λειτουργίας του πολιτεύματος, που επέβαλαν την αυτοσυγκράτηση των κορυφαίων οργάνων της ομοσπονδίας κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ώστε να μην εξαντλούν τα όρια και περιθώρια της εξουσίας τους, αλλά να υπόκεινται σε αμοιβαίο έλεγχο και να τηρούν ισορροπίες (checks and balances). Σταδιακά παρατηρείται μία αλλαγή κλίματος με ενέργειες που υποσκάπτουν και διαβρώνουν αυτές τις ισορροπίες και στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ενταχθούν οι προβληματικές εξελίξεις στη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες εντάσσονται η αδικαιολόγητη βιασύνη του Τραμπ να «αυξήσει» τη συντηρητική ομάδα των δικαστών, αλλά και η απροθυμία των ρεπουμπλικανών γερουσιαστών να εγκρίνουν τον προταθέντα το 2016 από τον πρόεδρο Ομπάμα ομοσπονδιακό δικαστή Μέρικ Γκάρλαντ ως αντικαταστάτη του αποθανόντος (συντηρητικού) δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Άντονιν Σκαλία[10].

  1. VI. Συμπέρασμα

Σε τελική ανάλυση το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι αν ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να πείθει η διατήρηση του βασικού θεσμικού πλαισίου ή αν ενδείκνυται ο εκσυγχρονισμός του με βάση την εμπειρία της προεδρίας Τραμπ και των ενεργειών του απελθόντος προέδρου τόσο κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα όσο και μετά τις εκλογές. Στο ενδεχόμενο αλλαγών μπορεί κανείς να αντιτείνει ότι τελικώς το σύστημα δοκιμάσθηκε σοβαρά, αλλά άντεξε και η κατάσταση φαίνεται να εξομαλύνεται σταδιακά. Ύστερα, η διατήρηση της παράδοσης είναι ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό του αμερικανικού Συντάγματος που ισχύει αδιαλείπτως από το 1789 και έχει υποστεί ελάχιστες τροποποιήσεις μέσω προσθηκών (amendments). Η προσήλωση στην παράδοση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται εξαρχής με δυσπιστία, όταν ένα σύστημα λειτουργεί ικανοποιητικά σε βάθος χρόνου. Εδώ πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι δεν επιβάλλεται οπωσδήποτε να επικρατήσει το μοντέλο της συχνής αναθεώρησης του Συντάγματος που ισχύει σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και όχι σπάνια οδηγεί σε καταχρήσεις με την αντιμετώπιση σε επίπεδο Συντάγματος συγκυριακών φαινομένων[11].

Πόσο διαφορετική είναι η νοοτροπία στις ΗΠΑ φαίνεται και από τη συζήτηση για τη μέθοδο ερμηνείας (ιδίως) του Συντάγματος που διεξάγεται μεταξύ των λεγομένων “originalists” και των αντιπάλων τους, όπου οι originalists τονίζουν την ανάγκη να ληφθούν υπόψη ακόμη και στις ημέρες μας οι συνθήκες που επικρατούσαν κατά την ψήφιση των επιμέρους διατάξεων και εκφράζουν επιφυλάξεις για τη θεώρηση του καταστατικού χάρτη ως ενός “living instrument”[12]. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι οι υποστηρικτές μίας ερμηνείας που θα είναι σύμφωνη με τις προθέσεις των εμπνευστών της ερμηνευόμενης διάταξης – όσο παράδοξη και αν φαίνεται αυτή η εμμονή τους στην αναζήτηση των «πηγών» –  δεν βρίσκονται στο περιθώριο, αλλά δηλώνουν παρουσία και στο Ανώτατο Δικαστήριο και δεν διστάζουν να εκφράσουν δημοσίως τις διαφωνίες τους με συναδέλφους τους, οι οποίοι επιδιώκουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά «των πατέρων του Συντάγματος»[13]. Τότε όμως δεν μπορεί να παραξενεύει τόσο η αμερικανική αντίληψη για την προσήλωση στην παράδοση και τη διατήρηση κατά το δυνατόν άθικτων των θεσμών, όποια και αν είναι η ηλικία τους.

Με παρόμοια δεδομένα δεν είναι εύκολο να συναγάγουμε σαφή συμπεράσματα στο δίλημμα «σεβασμός στην παράδοση ή εκσυγχρονισμός των θεσμών» σε ό,τι αφορά το αμερικανικό παράδειγμα. Είναι πολύ πιθανό πολλές από ακρότητες που σημειώθηκαν τους τελευταίους μήνες και τραυμάτισαν τους θεσμούς να είχαν αποφευχθεί, αν υπήρχε το κατάλληλο νομικό πλαίσιο. Άμεση εκλογή του προέδρου από το εκλογικό σώμα χωρίς την παρεμβολή εκλεκτόρων θα ήταν μία εναλλακτική λύση που θα επέτρεπε και την άμεση μεταβίβαση της εξουσίας στον νικητή των εκλογών. Από την άλλη πλευρά τόσο δραστικές αλλαγές δεν διακρίνονται καθόλου στον αμερικανικό ορίζοντα, όταν μάλιστα έχει επέλθει εφησυχασμός και το κυρίαρχο μήνυμα σήμερα είναι ότι το σύστημα δεν κατέρρευσε και «η δημοκρατία άντεξε». Τουλάχιστον όμως ορισμένες ήπιες παρεμβάσεις στον τρόπο εκλογής και στη διάρκεια της θητείας των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσαν να συζητηθούν, ώστε ο σπουδαίος αυτός θεσμός να ανακτήσει τη φήμη και το κύρος του.

 

*Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος είχε την καλοσύνη να διαβάσει το κείμενο στην αρχική του μορφή και να κάνει πολύτιμες υποδείξεις.

[1] Κατ΄οικονομίαν γίνεται λόγος για την εκλογή προέδρου, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για κοινό ψηφοδέλτιο (υποψήφιου) προέδρου και (υποψήφιου) αντιπροέδρου.

[2] Ενώ ο αριθμός των γερουσιαστών είναι ίδιος (ανά δύο) για κάθε μία από τις 50 πολιτείες, ο αριθμός των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων εμφανίζει μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των πολιτειών, διότι λαμβάνει υπόψη πληθυσμιακά κριτήρια και καθιστά έτσι τις εκλογές πιο αναλογικές.

[3] Η διαδικασία είναι πιο πολύπλοκη και περιλαμβάνει – στο σημείο που μας ενδιαφέρει – τις περιπτώσεις, όπου ο πρόεδρος κρίνεται ανίκανος να ασκεί τα καθήκοντά του, δεν ζητεί όμως ο ίδιος να μεταβιβασθούν οι αρμοδιότητές του στον αντιπρόεδρο, οπότε την παύση δύνανται να προκαλέσουν ο αντιπρόεδρος και το Υπουργικό Συμβούλιο με γραπτή δήλωση, την οποία αποστέλλουν στο Κογκρέσο. Αμέσως μετά επέρχεται η παύση του προέδρου, που μπορεί να είναι προσωρινή, αφού έχει τη δυνατότητα να δηλώσει ότι είναι ικανός  να παραμείνει πρόεδρος, οπότε, αν ο αντιπρόεδρος και η πλειοψηφία του Υπουργικού Συμβουλίου δεν λάβουν νέα απόφαση, επιμένοντας στην ανικανότητα του προέδρου, εκείνος επανέρχεται στο αξίωμά του. Αν όμως ο αντιπρόεδρος και οι υπουργοί επιμείνουν, η κατάσταση διατηρείται ως έχει, πάντως μόνο προσωρινά, διότι την τελική απόφαση οφείλουν να λάβουν εντός προθεσμίας 21 ημερών η Γερουσία και η Βουλή των Αντιπροσώπων που μπορούν να οριστικοποιήσουν την παύση του προέδρου, μόνο όμως εφόσον συγκεντρωθεί και στα δύο σώματα η ίδια ισχυρή πλειοψηφία  που απαιτείται για το impeachment, δηλαδή  τα 2/3 των μελών τους.

[4] Η διαδικασία ξεκίνησε τον Δεκέμβριο 2019 και κατελόγιζε στον Τραμπ ότι καθυστέρησε την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας, απαιτώντας από τον πρόεδρο Ζελένσκι να ανακοινώσει τη διενέργεια επίσημων ερευνών στη χώρα του αφενός εναντίον του Μπάιντεν και του υιού του και αφετέρου σχετικά με την ανάμειξη της Ουκρανίας (και όχι της Ρωσίας) στις προεδρικές εκλογές του 2016. Τελικά η Γερουσία απέρριψε το αίτημα για impeachment στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

[5] Εκτιμώντας ότι ένας ρεπουμπλικανός πρόεδρος θα προκρίνει συντηρητικούς δικαστές, ενώ ένας δημοκρατικός φιλελεύθερους/προοδευτικούς.

[6] Στον ευρωπαϊκό χώρο «ισοβιότητα» σημαίνει την εγγύηση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών μέχρι τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας και αποχώρησης από το σώμα. Στα συνταγματικά και ευρωπαϊκά/διεθνή δικαστήρια τα μέλη έχουν κατά κανόνα συγκεκριμένη θητεία που συνήθως είναι μία και μοναδική, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις ανανεώσιμη.

[7] Το σχετικό απόσπασμα περιλαμβάνεται στον αριθμό 68 των Federalist Papers, αποδίδεται στον Αλεξάντερ Χάμιλτον, ο οποίος υπήρξε πληρεξούσιος της πολιτείας της Νέας Υόρκης  στη συνέλευση που συνέταξε και ψήφισε το Σύνταγμα των ΗΠΑ, και έχει ως εξής: «Talents for low intrigue, and the little arts of popularity, may alone suffice to elevate a man to the first honors in a single State; but it will require other talents, and a different kind of merit, to establish him in the esteem and confidence of the whole Union, or of so considerable a portion of it as would be necessary to make him a successful candidate for the distinguished office of the President of the United States».

[8] Βλ. σχετικά Β. Σκουρή, Συστήματα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Προσανατολισμοί στο δημόσιο δίκαιο Ι, Μελέτες συνταγματικού, διοικητικού και ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, 1996, σελ. 321 (330 επ.).

[9]  Βλ. Gertrude Lübbe-Wolff, Das dysfunktionale Gericht, Frankfurter Allgemeine Zeitung της 5/10/2020.

[10] Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι η στάση της πλειοψηφίας της Γερουσίας υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι ο Ομπάμα υπέβαλε την πρόταση τον Μάρτιο 2016, όταν δηλαδή βρισκόταν στο τελευταίο έτος της θητείας του (πάντως όμως εννέα μήνες πριν από τη λήξη της), οπότε θεωρήθηκε άκαιρο να ασκήσει την αρμοδιότητά του, την οποία η Γερουσία με τη στάση της κατέστησε αδρανή και επέτρεψε έτσι στον διάδοχο του Ομπάμα, δηλαδή στον Τραμπ, να προτείνει τον διάδοχο του Σκαλία. Η ίδια πλειοψηφία της Γερουσίας δεν δίστασε όμως να επικυρώσει την πρόταση του Τραμπ για την αντικατάσταση της Γκίνσμπεργκ, η οποία έγινε μόλις τρεις  μήνες πριν εκπνεύσει η δική του θητεία! Τέλος ας σημειώσουμε ότι μετά την εκλογή Μπάιντεν ο Μέρικ Γκάρλαντ επελέγη για το αξίωμα του attorney general.

[11] Βλ. π. χ. τις διεξοδικές ρυθμίσεις για τον «βασικό μέτοχο» που περιλήφθηκαν στο άρθρο 14 παρ. 9 του δικού μας Συντάγματος. Το δε γερμανικό Σύνταγμα, που επιτρέπει την αναθεώρησή του, αν συγκεντρωθούν πλειοψηφίες 2/3 στη Βουλή (Bundestag) και στη Γερουσία (Bundesrat), έχει τροποποιηθεί 60 (!) φορές από την έναρξη ισχύος του το 1949.

[12] Βλ. τον τόμο «Originalism. A Quarter-Century of Debate» με την επιμέλεια του Steven G. Galabresi, 2007, που περιλαμβάνει άρθρα/ομιλίες των Ronald Reagan, Edwin Meese, III, Walter Brennan, Jr., Robert H. Bork, Antonin Scalia, καθώς και τις σχετικές αναλύσεις ακαδημαϊκών και δικαστών για διάφορες πτυχές του προβλήματος.

Να σημειωθεί ότι ο όρος «living instrument» χρησιμοποιείται κυρίως για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προκειμένου οι αναγόμενες στο 1950 βασικές διατάξεις της Σύμβασης να προσλάβουν σύγχρονο περιεχόμενο, ώστε να μπορέσουν να εφαρμοσθούν και σε μεταγενέστερες (διαφορετικές) συνθήκες. Μάλιστα ο τόμος που εκδόθηκε προς τιμήν του πρώην δικαστή και αντιπροέδρου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καθηγητή Χρήστου Ροζάκη φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «La Convention européenne des droits de l’homme, un instrument vivant – The European Convention on Human Rights, a living instrument» (Bruylant, Bruxelles 2011).

[13] Ως βασικοί εκπρόσωποι των δύο ρευμάτων στους κόλπους του Ανωτάτου Δικαστηρίου προβάλλουν ο (αποβιώσας) Antonin Scalia και ο Stephen Breyer στα έργα τους «A Matter of Interpretation. Federal Courts and the Law, 1998/2018», και «Active Liberty. Interpreting Our Democratic Constitution, 2005», καθώς και στην περίφημη δημόσια συζήτηση που είχαν οι δύο το 2007 σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Federal Society.

To Σύνταγμα, τεύχος 1-2/2020

Κυκλοφόρησε το τεύχος του περιοδικού ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ,

τεύχος 1-2/2020, διπλό τεύχος – αφιέρωμα

Θρησκεία, Εκκλησία και Σύνταγμα

με πρόλογο της ΑΕ Προέδρου της Δημοκρατίας Κατερίνας Σακελλαροπούλου

(επιμ. Λίνα Παπαδοπούλου)

Περιεχόμενα

Μπορείτε να παραγγείλετε ΕΔΩ

 

Η διαπλαστική διασύνδεση του Συντάγματος με την ευρωπαϊκή, την υπερεθνική και την διεθνική έννομη τάξη

Γιάννης Παπαδόπουλος, Αν. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Με αφορμή το βιβλίο του Αντώνη Μανιτάκη, Στο λυκόφως της μεταπολίτευσης. Κείμενα της συνταγματικής συγκυρίας πριν, κατά και μετά τα μνημόνια, («Επίκεντρο», Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 464)


 Ένα από τα πιο πρωτότυπα και χρήσιμα συμπεράσματα του βιβλίου είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η νοηματική «πλαστικότητα» του Συντάγματος. Πρόκειται για την διαρκή του προσαρμοστικότητα όσον αφορά όχι μόνο τα νοήματα που εμπεριέχει, αλλά και την ίδια την κανονιστική του υφή, η οποία δεν μένει καθηλωμένη και χαραγμένη στο μάρμαρο, αλλά αγκαλιάζει ευέλικτα τις κινήσεις της πραγματικότητας και τους προσδίδει χαρακτήρα κανονικότητας, η οποία, με τη σειρά της, εξασφαλίζει σταθερότητα και κανονιστικό κύρος στη νομοθετική πραγματικότητα. Αυτός ο πορώδης και ελαστικός χαρακτήρας του αναδυόμενου συνταγματισμού της εποχής μας κατάφερε να υποδεχθεί, χωρίς να κονιορτοποιηθεί, ακόμα και το «καινοφανές και ιδιότυπο σύμπλεγμα κανόνων αναφοράς του ενωσιακού, του διεθνικού και του εθνικού δικαίου».

 

Το νέο βιβλίο του συνταγματολόγου Αντώνη Μανιτάκη, ομότιμου καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, είναι το απόσταγμα στοχασμών του γύρω από το δίκαιο, τους πολιτικούς θεσμούς, τα ανθρώπινα δικαιώματα και γενικότερα τον δημόσιο βίο της Ελλάδας και της Ευρώπης που εκτείνονται στο ένα τέταρτο του αιώνα. Το εύρος αλλά και το βάθος αυτής της συλλογής άρθρων του συγγραφέα είναι τέτοια που το περιεχόμενό της δεν καλύπτεται παρά μόνο μερικώς από τον τίτλο. Για όσους γνωρίζουν το έργο του Μανιτάκη (όπως ο γράφων, ο οποίος υπήρξε φοιτητής του κατά τη δεκαετία του 1980), αυτό δεν αποτελεί έκπληξη. Τη σκέψη και τη δράση του συγγραφέα ανέκαθεν χαρακτήριζαν ο πλούτος της ανάλυσης, η γενναιοδωρία της διανοητικής προσφοράς και η έντονη αίσθηση του δημόσιου συμφέροντος. Ο Μανιτάκης υπήρξε και συνεχίζει να είναι ένας δάσκαλος που έκανε σχολή στηριζόμενους στους ώμους των γιγάντων προκατόχων του Αλέξανδρου Σβώλου και Αριστόβουλου Μάνεση. Ουδέποτε ήταν απλώς ένας καλός τεχνικός του δικαίου· αυτός ο τόμος αποδεικνύει ότι ήταν και συνεχίζει να είναι ένας γνήσιος δημόσιος διανοούμενος, σαν τους στοχαστές της γαλλικής γλώσσας που τόσο αγαπά.

Το βιβλίο χωρίζεται σε έξι ανισοβαρή μέρη και ένα επίμετρο. Σε κάθε μέρος, ένα ή δύο κείμενα στην αρχή είναι πιο επιστημονικά και απαιτητικά, ενώ τα υπόλοιπα αναπαράγουν κυρίως επιφυλλίδες γραμμένες για εφημερίδες. Το εκτενές δεύτερο μέρος («Η ματαιοπονία των αναθεωρήσεων απέναντι στη συνταγματική πραγματικότητα των άτυπων τροποποιήσεων του Συντάγματος») μαζί με το έκτο μέρος («Ευρωπαϊκή ενοποίηση και Ευρωσύνταγμα») αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του τόμου, καθώς σε αυτά αποκρυσταλλώνεται το θεωρητικό πλαίσιο ανάγνωσης του Συντάγματος και της σημασίας που αυτό έχει στη σύγχρονη πολιτική ζωή της Ελλάδας εντός της Ενωμένης Ευρώπης.

Είναι γεγονός ότι η διακυβέρνηση της χώρας στη διάρκεια της πολύχρονης οικονομικής κρίσης και της εφαρμογής ενός βίαιου προγράμματος οικονομικής προσαρμογής έγινε με σεβασμό στους συνταγματικούς κανόνες του δημοκρατικού και κοινοβουλευτικού πολιτεύματος και χωρίς να θιγεί ο πυρήνας του κράτους δικαίου και οι θεμελιώδεις ελευθερίες. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας, στην Ελλάδα ουδέποτε δημιουργήθηκε ένα παρασύνταγμα, ένα «καθεστώς έκτακτης ανάγκης» που να παραμερίζει το επίσημο Σύνταγμα. Η γενικότερη θεσμική συμπεριφορά των συντεταγμένων εξουσιών κατά τη διάρκεια αυτών των καυτών ετών, που συνοδεύτηκαν από μια άνευ προηγουμένου πολιτική κρίση και μια συνολική ηθική κατάρρευση του οικοδομήματος της Μεταπολίτευσης, ουδέποτε έδωσε σημεία εκτροπής από τη συνταγματική νομιμότητα ούτε προσφυγής σε ένα «δίκαιο της ανάγκης», όπως υποστηρίζουν ορισμένοι συγγραφείς της ριζοσπαστικής ακραίας Αριστεράς ή του ελευθεριακού χώρου. Το παράδοξο που αναδεικνύει εναργώς ο Μανιτάκης είναι ότι το Σύνταγμα άντεξε, τη στιγμή που το κομματικό σύστημα βούλιαζε εν πολλοίς στην ανυποληψία και σε κρίση νομιμοποίησης.

Αυτή η εντυπωσιακή ανθεκτικότητα του Συντάγματος οφείλεται κατά πρώτον στο ίδιο, καθώς η κρίση ανέδειξε την εγγενή του δυνατότητα να προσαρμόζεται στην ταχέως μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της κρίσης καθεαυτής, αλλά και στην βαθύτερη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της παγκοσμιοποίησης. Ο συγγραφέας τεκμηριώνει υπέροχα πώς το «πραγματικό Σύνταγμα» – αυτό δηλαδή που προκύπτει από την ζώσα εφαρμογή και την καθημερινή του ερμηνεία πρωτίστως από τους πολιτειακούς θεσμούς, αλλά και από τη νομική θεωρία και τις οργανώσεις πολιτών που το επικαλούνται στη δράση τους – οδηγεί σε διαρκή ανανοηματοδότηση του τυπικού Συντάγματος και όχι σε ανατροπή ή εγκατάλειψή του: «Έτσι το Σύνταγμα όχι μόνον πραγματώνεται διαρκώς όσο ισχύει και εφαρμόζεται, αλλά ταυτόχρονα πραγματώνει την πραγματικότητα, την προσαρμόζει στα κελεύσματά του και τη διαμορφώνει ανάλογα. Με τον τρόπο αυτό μεταλλάσσεται […] από αυστηρό σε ήπιο» (σ. 87-88).

Ένα από τα πιο πρωτότυπα και χρήσιμα συμπεράσματα του βιβλίου είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η «πλαστικότητα» του Συντάγματος. Πρόκειται για την διαρκή του προσαρμοστικότητα όσον αφορά όχι μόνο τα νοήματα που εμπεριέχει, αλλά και την ίδια την κανονιστική του υφή, η οποία δεν μένει καθηλωμένη και χαραγμένη στο μάρμαρο, αλλά αγκαλιάζει ευέλικτα τις κινήσεις της πραγματικότητας και τους προσδίδει χαρακτήρα κανονικότητας, η οποία, με τη σειρά της, εξασφαλίζει σταθερότητα και κανονιστικό κύρος στη νομοθετική πραγματικότητα. Αυτή η πλαστική ικανότητα του πραγματικού Συντάγματος διαφάνηκε ιδίως κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, οπότε και το Σύνταγμα δεν αντιστάθηκε απλώς στους κραδασμούς λόγω των προγραμμάτων λιτότητας, αλλά επέδειξε «ευέλικτη ρυθμιστική ικανότητα και ανάλογη νοηματική προσαρμοστικότητα, ώστε να μπορέσει να συμβάλει […] θετικά, με ηπιότητα και αποτελεσματικότητα, στην υπέρβαση της κρίσης και στην αντιμετώπιση των εντάσεων και των συγκρούσεων» (σ. 100).

Ο Μανιτάκης εξηγεί επαρκώς την ικανότητα «άτυπης κανονιστικής μετάλλαξης» (σ. 95) που επέδειξε η συνταγματική νομολογία των δικαστηρίων και πρωτίστως του Συμβουλίου της Επικρατείας (εφεξής ΣτΕ) κατά την ερμηνεία της συνταγματικότητας των μνημονιακών νόμων. Οι νομολογιακοί γνώμονες που το ΣτΕ διαμόρφωσε με οδηγό την εξυπηρέτηση σκοπών δημοσίου συμφέροντος και με άξονα τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας νομιμοποίησαν τα μέτρα δημοσιονομικής και ασφαλιστικής πολιτικής εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομιμότητας, προστατεύοντας έτσι τη συνέχεια και την ασφάλεια του Δικαίου. Πολύ σημαντική είναι, θεωρώ, η ανάλυση της αυξημένης προσαρμοστικότητας και της ευελιξίας του τυπικού Συντάγματος μέσω της ερμηνείας και της πραγμάτωσής του ως μιας μορφής διαδικαστικής νομιμοποίησής του. Μια ολόκληρη σχολή σκέψης στην φιλοσοφία του δικαίου, με κύριους εκπροσώπους της στον 20ό αιώνα τους Αμερικανούς Λον Φούλερ και Ρόμπερτ Σάμερς, τονίζει τον ρόλο που παίζει ο σωστός σχεδιασμός και η τήρηση νομικών διαδικασιών (αυτές που ο Φούλερ ονόμαζε προσφυώς «ενδογενή ηθική του δικαίου») στη δημοκρατική νομιμοποίηση ενός δικαιϊκού συστήματος.

Από αυτήν την άποψη, τα Μνημόνια έφεραν στην επιφάνεια το διαδεδομένο σφάλμα να ταυτίζουμε το πολιτικό σύστημα και τις δομικές αδυναμίες του με το πολίτευμα, το οποίο αποδείχθηκε ότι ουδόλως ευθυνόταν για την πολιτική διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις, την φαυλότητα, τις δημοσιονομικές σπατάλες και την ανεπάρκεια της δημόσιας διοίκησης. Ενώ το πολιτικό σύστημα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας προσπαθούσε επίμονα να εργαλειοποιήσει το Σύνταγμα, χρησιμοποιώντας το ως μέσο (μη) άσκησης πολιτικής από τα κόμματα και προπαγανδίζοντας μια ιδεώδη αναθεώρησή του ως τάχα την λύση όλων των διαρθρωτικών προβλημάτων που το ίδιο το πολιτικό σύστημα γεννούσε, οι «άδηλες ή άτυπες συνταγματικές μεταβολές» (σ. 123) που επέρχονται μέσω της κοινής νομοθεσίας, της συνταγματικής πρακτικής και των διεθνών συνθηκών εξασφάλισαν την επιβίωση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών αξιακών αναφορών του Συντάγματος. Όπως εξηγεί γλαφυρά ο Μανιτάκης, «το Σύνταγμα γίνεται διαρκώς μέσα από τη νομοθεσία και ζει καθημερινά μέσα από τη νομοθετική και δικαστική πρακτική» και έτσι προκύπτει μια «ερμηνεία του Συντάγματος ενόψει του νόμου του οποίου κρίνεται η εφαρμογή», με άλλα λόγια, οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που άρχισαν να εισάγονται με τα Μνημόνια –βιαίως πολλές φορές, είναι η αλήθεια– «μεταμορφώνουν τον ερμηνευτικό ορίζοντα του ουσιαστικού και πραγματικού Συντάγματος» (σ. 128).

Στο διάσημο βιβλίο του We the People: Foundations (1991), ο Αμερικανός νομικός και πολιτικός φιλόσοφος Μπρους Άκερμαν ανέπτυξε τη θεωρία της «συνταγματικής στιγμής» (constitutional moment). Σύμφωνα με αυτήν, έχουν υπάρξει περίοδοι στην αμερικανική ιστορία όπου σημειώθηκε ένα αυξημένο επίπεδο ενδιαφέροντος και λαϊκής συμμετοχής σε πολιτικά θέματα. Αυτή η κινητοποίηση, με τη σειρά της, επέτρεψε στις πολιτικές ελίτ να περάσουν ριζικές αλλαγές συνταγματικής φύσης, χωρίς όμως την ενεργοποίηση της τυπικής διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης. Αυτό στάθηκε δυνατόν διότι η δημόσια κατανόηση των όρων άσκησης της πολιτικής εξουσίας καθώς και η δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος μεταβλήθηκαν ουσιωδώς λόγω των εξωτερικών –οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών– συνθηκών. Κατά τον Μανιτάκη, τα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα που απαιτήθηκαν για την Ελλάδα, καθώς και οι θεσμικές αλλαγές που προέκυψαν ως αναγκαιότητα για την ορθή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, μπορούν να εξομοιωθούν με μια τέτοια «συνταγματική στιγμή», αφού τέθηκαν νέα συνταγματικά ερωτήματα εντός της ίδιας συνταγματικής τάξης και στο ίδιο αξιακό περιβάλλον, τα οποία όμως συνδυάσθηκαν με μια «διαφορετική πρόσληψη και εφαρμογή του Συντάγματος» (σ. 125). Αυτή η σχετική υποχώρηση της τυπικής, φορμαλιστικής πρόσληψης του Συντάγματος και η παράλληλη αναβάθμιση της «ουσιαστικής και πραγματιστικής» του πρόσληψης (σ. 131) έχει πολύ μεγάλη σημασία, όχι μόνο από νομικής, αλλά και από φιλοσοφικής πλευράς. Στο μέτρο που το πραγματικό Σύνταγμα πραγματώνεται και ανανοηματοδοτείται διά της εξελισσόμενης και συγκρουσιακής πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας χωρίς να θίγεται η εγγυητική του αποστολή και χωρίς να εμποδίζεται ο δυναμικός και λειτουργικός του χαρακτήρας (σ. 133), επιβεβαιώνεται η ερμηνευτική οντολογία, εν προκειμένω των αρχών δικαίου, που βρίσκουμε στα γραπτά του Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, του Πωλ Ρικέρ και του Γιόζεφ Έσερ. Η διάπλαση ερμηνευτικών κανόνων Δικαίου και η διατύπωση ερμηνευτικών-δεοντολογικών προτάσεων που αποσκοπούν να συναντηθούν με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα διαπλέκουν επιτυχώς το ον της κοινωνικής ύλης με το δέον των κανονιστικών αρχών που συμπυκνώνει το Σύνταγμα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εμπνέουν τον εφαρμοστή του Συντάγματος στην ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων και τη διάπλαση νέων κανονιστικών νοημάτων (σ. 132). Όπως λέει και ο Ρικέρ στο αριστούργημά του Ο ίδιος ο εαυτός ως άλλος (1990), η ταυτότητα-idem μεταβάλλεται σε ταυτότητα-ipse, καθώς δεν παραμένει στατικά ίδια με τον εαυτό της, αλλά αναζωογονείται διαρκώς από την ερμηνευτική πράξη και τις αφηγήσεις που την συνοδεύουν.

Εκτός από τη συνταγματική νομολογία των δικαστηρίων και τη συνταγματική πρακτική του νομοθέτη, το ίδιο το Σύνταγμα του 1975 έχει σοφά ανοίξει μια βασιλική οδό για την συνεχή του προσαρμογή σε απρόβλεπτες ή ακόμα και κρίσιμες περιστάσεις: το άρθρο 28, που επιτρέπει άδηλες τροποποιήσεις στο κανονιστικό περιεχόμενο του Συντάγματος μέσω της ενσωμάτωσης των διεθνών συνθηκών και της δευτερογενούς ευρωπαϊκής νομοθεσίας με απλή απόφαση της Βουλής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όπως εξηγεί ο Μανιτάκης, το Σύνταγμα «μετατρέπεται από αυστηρό σε ήπιο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του με τη διεθνή και ευρωπαϊκή έννομη τάξη και την ενσωμάτωσή της στην εθνική» (σ. 93). Αυτό το θέμα είναι κεντρικό στη σκέψη του συγγραφέα και αναλύεται εκτενώς τόσο στο πρώτο όσο και στο έκτο μέρος του βιβλίου. Ο Αντώνης Μανιτάκης πάντοτε ήταν ταγμένος στην Ανανεωτική Αριστερά και στο διεθνιστικό και ευρωπαϊστικό της πολιτικό πρόταγμα. Αυτή η βασική πολιτική τοποθέτηση και αξιακή πίστη του αντανακλάται ευκρινέστατα και στην επιστημονική του ανάλυση, όπου υποστηρίζει ότι «ο ελληνικός συνταγματισμός διαθέτει αξιοζήλευτα περιθώρια ευελιξίας και προσαρμογής στη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα που διαμορφώνεται ενώπιόν μας» (σ. 101). Το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 υπήρξε πραγματικά πρωτοπόρο καθώς ουδέποτε είχε κλειστό και εθνοκεντρικό χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ανοιχτό και φιλόξενο στον κόσμο και στη διαρκή διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έτσι, από τα χρόνια των Μνημονίων και έπειτα, τόσο οι στόχοι των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής όσο και η υπό μορφοποίηση ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση «ενσωματώθηκαν στην εθνική συνταγματική τάξη ως στόχοι ή σκοποί δημοσίου συμφέροντος» (σ. 103). Ο ελληνικός συνταγματισμός αποδείχθηκε γνήσια διεθνικός: μετατράπηκε σε ψηφίδα του ευρωπαϊκού κεκτημένου και υποδέχθηκε τις ευρωπαϊκές πολιτικές αρμονικά, χωρίς την παραμικρή προστριβή.

Σύμφωνα με την ενδελεχή ανάλυση του συγγραφέα, η εισδοχή του διεθνούς και ευρωπαϊκού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη μετέβαλε σταδιακά και την ίδια μας την αντίληψη της ιεραρχίας των πηγών του Δικαίου, καθώς η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης επανακαθόρισε τις σχέσεις μεταξύ εσωτερικού και διεθνούς δικαίου σε «νέες, ουσιαστικές σχέσεις αγαστής και ήπιας επικοινωνίας […] μεταξύ τους» (σ. 117), και έθεσε τις βάσεις για έναν παγκόσμιο συνταγματικό πλουραλισμό, πέρα και πάνω από τυπικές υπεροχές εννόμων τάξεων και από φορμαλιστικές προσεγγίσεις. Σ’ αυτό το σημείο εντοπίζεται ίσως και ο βαθύτερος στοχασμός του Μανιτάκη ως πολιτειολόγου και φιλοσόφου του δικαίου: με την αρμονική συνύπαρξη και τη δημιουργική διαπλοκή της εθνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς έννομης τάξης, το Σύνταγμα όχι μόνο γίνεται ήπιο από φορμαλιστικά αυστηρό, αλλά μετατρέπεται οντολογικά και σε «ένα κανονιστικό σχεδίασμα για μια πολιτεία ανοιχτή στο μέλλον» (σ. 120). Μπολιασμένες με την διεθνή και ευρωπαϊκή διάσταση, οι κλασικές λειτουργίες του συνταγματισμού (εγγύηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και νομιμοποίηση και οργάνωση των λειτουργιών του κράτους) ανοίγουν ερμηνευτικά το Σύνταγμα σε ένα πλέγμα επιτρεπτικών –και όχι μόνο αποτρεπτικών ή απαγορευτικών– διατάξεων. Το Σύνταγμα ως σύνολο λειτουργικών προβλέψεων και αξιακών κατοχυρώσεων αποτελεί πια, με καντιανούς όρους, την προϋπόθεση δυνατότητας τόσο μιας διαρκούς θεσμικής αναδόμησης όσο και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες επέχουν ουσιαστικά θέση εκτελεστικών ή οργανικών του Συντάγματος νόμων (σ. 123). Το Σύνταγμα δεν είναι πλέον μόνο το κλασικό φιλελεύθερο ανάχωμα απέναντι στις αυθαιρεσίες της κρατικής εξουσίας· αποτελεί και έναν κανονιστικό μεσολαβητή μεταξύ των θεμελιωδών αρχών και αξιών μιας συντεταγμένης πολιτικής κοινότητας και της ρέουσας πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Το Σύνταγμα το ίδιο αποτελεί την ύψιστη μορφή του μεταρρυθμισμού και του δημοκρατικού πλουραλισμού, στο βαθμό που εξυφαίνεται ως επιτρεπτικό και διεθνικό.

Αυτός ο πορώδης και ελαστικός χαρακτήρας του αναδυόμενου συνταγματισμού της εποχής μας κατάφερε να υποδεχθεί, χωρίς να κονιορτοποιηθεί, ακόμα και το «καινοφανές και ιδιότυπο σύμπλεγμα κανόνων αναφοράς του ενωσιακού, του διεθνικού και του εθνικού δικαίου» (σ. 390), τη μορφή του οποίου έλαβε η δημοσιονομική επιτήρηση της ελληνικής οικονομίας κατά την εποχή των Μνημονίων. Ο πολυμερής και πολυφυής χαρακτήρας αυτού του πλέγματος διατάξεων και πράξεων χωρίς εσωτερική τυπική ιεράρχηση, που συνέπλεξε την ελληνική και την ενωσιακή έννομη τάξη με τις πρακτικές επιτήρησης και τους μηχανισμούς επείγουσας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, υπήρξε ένα θεσμικό novum, ένα πρωτοφανές νομικό μόρφωμα συντιθέμενο τόσο από «σκληρές» κανονιστικές διατάξεις όσο και από μεσοπρόθεσμες μακροοικονομικές προβλέψεις, κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του τραπεζικού και ασφαλιστικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης.

Η ευρωπαϊκή ενοποίηση εγκαινίασε μια νέα εποχή στην εξέλιξή της διά των ελληνικών προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής, καθώς αυτό το αρχικά εξαιρετικό και αδιάγνωστο μόρφωμα σταδιακά κανονικοποιήθηκε, τόσο που ενσωματώθηκε σε μια σειρά από διακυβερνητικές συνθήκες (όπως αυτή για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ESM). Η διαχείριση της κρίσης μιας εθνικής οικονομίας, όπως η ελληνική, με έντονη νομισματική και οικονομική αλληλεξάρτηση με άλλες εθνικές οικονομίες, άνοιξε την πόρτα για την παγίωση μιας νέας, υβριδικής έννομης τάξης με στόχο τη διαρκή δημοσιονομική επιτήρηση και πειθάρχηση από διεθνικά όργανα. Αυτή υπήρξε και συνεχίζει να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση από καταβολής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1957, καθώς η οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης επιτεύχθηκε σταδιακά και εμμέσως –διαμέσου των μέτρων διαχείρισης της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008– κυρίως με διακυβερνητικές αποφάσεις που είχαν στο επίκεντρό τους το άτυπο όργανο που είναι το Eurogroup, τη στιγμή που η απαραίτητη δημοσιονομική και τραπεζική ενοποίηση της Ενιαίας Αγοράς οφείλει να στηριχθεί σε μια πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, η οποία όμως είναι αδύνατον να επισυμβεί με τη χρήση της διακυβερνητικής μεθόδου αντί της κοινοτικής. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Μανιτάκης, το βασικό παράδοξο της ευρωπαϊκής ενοποίησης στις μέρες μας είναι ότι «για να προχωρήσει η Ευρώπη στην απαραίτητη πολιτική της ενοποίηση, προϋποτίθεται η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής, υπερεθνικής, και όχι διακρατικής, πολιτικής εξουσίας, που θα κείται πάνω και πέρα από τα κράτη και θα βρίσκεται πάνω από την οικονομία και τις αγορές, τις οποίες χρειάζεται να ελέγχει και να ποδηγετεί. Και επιπλέον, η ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική εξουσία θα πρέπει να είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη από τους λαούς της Ευρώπης» (σ. 397). Αυτή η διαρκής και αυξανόμενη ένταση μεταξύ του υψηλού βαθμού οικονομικής και νομισματικής ενσωμάτωσης των χωρών της ΕΕ και του χαμηλού βαθμού πολιτικής ενοποίησής τους πέρασε θεσμικά και στην ελληνική έννομη τάξη μέσα από την πύλη του ελληνικού Συντάγματος, όχι χωρίς μεγάλες πολιτικές αναταράξεις και τη συνεπακόλουθη άνοδο των λαϊκιστικών και αντισυστημικών άκρων. Όμως και αυτήν την θύελλα την εξημέρωσε το Σύνταγμα, καθώς αποδείχθηκε ότι το βασικό πρόβλημα της Ευρωζώνης δεν ήταν εντέλει θεσμικό, ήταν προεχόντως πολιτικό, καθώς απαιτείτο αλλαγή των ευρωπαϊκών δημόσιων πολιτικών χωρίς αναγκαστικά αλλαγή θεσμών.

Όχι μόνο δεν στάθηκε εμπόδιο το εθνικό Σύνταγμα στην παράδοξη και αντιφατική πρόοδο της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης, αλλά ο συγγραφέας θεωρεί ορθά πως αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ όρο για την σύμπηξη στο μέλλον ενός ευρωπαϊκού Δήμου συγκείμενου από τους εθνικούς Δήμους, μια «ευρωπαϊκή Δημων-κρατία», όπως την αποκαλεί εύστοχα. Σύμφωνα με την επιφύλαξη κυριαρχίας του άρθρου 28 του Συντάγματος, η λαϊκή κυριαρχία και η δημοκρατική αυτονομία συνθέτουν τη «συνταγματική αυτονομία», η οποία «αποτελεί συστατικό όρο της ύπαρξης και της ταυτότητας κάθε κράτους» (σ. 406). Συνεπώς, η συνταγματική αυτονομία της χώρας δεν μπορεί να εκχωρηθεί, μπορεί όμως κάλλιστα να συμμετάσχει σε διαδικασίες ή θεσμούς που συντείνουν στη δημιουργία μιας άλλης κυρίαρχης αλλά μη ανταγωνιστικής οντότητας, όπως είναι κατεξοχήν η Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής ΕΕ). Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης όχι μόνο δεν είναι αντιφατική προς τη συνταγματική αυτονομία των κρατών-μελών της ΕΕ, αλλά αντιθέτως μπορεί να νοηθεί ως «ένα Σύνταγμα των ευρωπαϊκών λαών και των κρατών» (σ. 414). Μεταξύ μιας «υπερεθνικής» ευρωπαϊκής δημοκρατίας βασισμένης αποκλειστικά σε μια διακυβερνητική ένωση κρατών και ενός «ομοσπονδιακού κράτους» που υπερβαίνει τα εθνικά κράτη, υπάρχει ένας τρίτος και πρωτότυπος δρόμος «ομοσπονδίωσης», αυτός της δημιουργίας μιας νέας πολιτικής ενότητας που συμπληρώνει την συγκυριαρχία κρατών με μια συναρχία λαών (σ. 436). Εκτός από την διακρατική/διακυβερνητική της διάσταση, η οποία, όπως είδαμε, γιγαντώθηκε μετά την κρίση του 2008-2010, η ΕΕ οφείλει να προσεγγίζεται και ως μια συνάρθρωση πολιτικά οργανωμένων λαών ως φορέων λαϊκής κυριαρχίας. Το πολυκεντρικό σύστημα κυβέρνησης της ΕΕ είναι ικανό να οικοδομήσει «μια Ευρωπαϊκή Δημοκρατία των Δημοκρατιών», η οποία να μην καταλύει τη συνταγματική αυτονομία, την εθνική και λαϊκή κυριαρχία των κρατών-μελών της, αλλά να τις συναρθρώνει σε μια πρωτότυπη και μοναδική «ομοσπονδίωση δημοκρατιών» (σ. 433).

Η πολιτική ενότητα της Ευρώπης θα πρέπει, κατά τον συγγραφέα, να λάβει τη μορφή περισσότερων διαμοιρασμένων και εξισορροπούμενων δημόσιων εξουσιών, ευρωπαϊκών και εθνικών, με τη θέσπιση ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος χωρίς κράτος και χωρίς ένα ενιαίο διευθυντήριο. Σ’ αυτό το νέο, πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης (multilevel governance), το οποίο δεν μοιάζει με τα νεωτερικά μονιστικά συστήματα κυβέρνησης (government), «το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και τα εθνικά Συντάγματα θα είναι […] τυπικά ισότιμα», καθώς το (πραγματικό και όχι τυπικό) Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα έχει ως αποστολή «όχι να καθυποτάξει ή να ακυρώσει τα εθνικά Συντάγματα ούτε να αρνηθεί την πολιτική και συνταγματική αυτονομία των λαών της Ευρώπης, αλλά να ορίσει τις θεμελιώδεις αρχές που θα διέπουν την κοινή πολιτική συμβίωση των λαών της Ευρώπης, τις διαδικασίες της συμμετοχής τους στην κοινή διαχείριση των ευρωπαϊκών υποθέσεων, καθώς και τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων και των λαών της» (σ. 439). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ελληνικό Σύνταγμα, όπως και τα υπόλοιπα εθνικά Συντάγματα των κρατών-μελών, δεν θα στέκονται εμπόδια στην ομοσπονδίωση της Ευρώπης, αλλά αντιθέτως θα αποτελούν βασικούς πυλώνες της.

Αυτός είναι ο επιστημονικός κορμός του βιβλίου, πάνω στον οποίο έρχεται ο συγγραφέας, ως δημόσιος διανοούμενος πλέον και όχι στενά ως συνταγματολόγος, να προσθέσει τις πολιτικές του αγωνίες και σκέψεις σχετικά με την κατάσταση της Ελλάδας μετά την κρίση της δεκαετίας του 2010, καθώς και ορισμένες δημοσιευμένες και αδημοσίευτες μελέτες σχετικά με την βιοηθική, τη θρησκεία και μερικά σύμμεικτα θέματα, συνταγματικά ή μη. Δυστυχώς ο χώρος δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ στις παραπάνω θεματικές. Θα ήθελα όμως να εισφέρω μια κριτική ματιά στα κεντρικά επιχειρήματα του συγγραφέα που παρουσίασα παραπάνω, καθώς και στα κείμενά του σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Σε δύο κείμενα, το ένα στο πρώτο μέρος και το άλλο στο έκτο μέρος του βιβλίου, ο συγγραφέας παρουσιάζει, έστω και με κάποιες επιφυλάξεις, την παγκοσμιοποίηση ως «εποχή της Αυτοκρατορίας», κατά την ορολογία των Τόνι Νέγκρι και Μίκαελ Χαρντ. Ως «Αυτοκρατορία» ορίζεται μια ιδιότυπη πλανητική κυριαρχία μέσα από ένα πυκνό πλέγμα δυσδιάκριτων οικονομικο-πολιτικών, εθνικών και διεθνών σχέσεων. Η Αυτοκρατορία κυβερνά τον κόσμο μέσα από ένα δίκτυο πολλαπλών κέντρων εξουσίας, που διασφαλίζουν διαρκώς τα συμφέροντα της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτό το αφανές μόρφωμα πλανητικής εξουσίας δεν στοχεύει απλώς στην επικράτηση κάποιων υλικών συμφερόντων. εγκαθιδρύει και ένα νέο στυλ διακυβέρνησης, το οποίο «μεταχειρίζεται τη συναίνεση και τη συγκατάθεση των κρατών ως βασικό εργαλείο νομιμοποίησης των διεθνών αποφάσεων, χωρίς να απορρίπτει βέβαια τη νομιμοποιημένη βία ή τη σκέτη βία, όταν χρειαστεί. Ο νομικός φορμαλισμός συνυπάρχει με το αναγεννησιακό φυσικό Δίκαιο και τις αξίες του ανθρωπισμού, με προνομιακό όχημα και των δύο την ιδεολογία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» (σ. 30 και με την ίδια διατύπωση, σ. 393). Πρόκειται για μια «βιοεξουσία», που ασκεί υπερεθνική κυριαρχία πέρα και πάνω από τις δημοκρατικά νομιμοποιημένες πολιτικές τάξεις των κρατών και διασφαλίζει «ένα είδος διαρκούς διοικητικής «αστυνόμευσης και επιτήρησης της οικονομίας της αγοράς» ή αλλιώς «οικονομικής διακυβέρνησης» όλων των χωρών του κόσμου» (σ. 31). Αυτή η «επιτήρηση», με όρους Μισέλ Φουκώ, μετατρέπει τα μέτρα διοικητικο-αστυνομικού ελέγχου επί των κρατών, από αρχικά εξαιρετικού ή προσωρινού χαρακτήρα, σε καταναγκαστική πειθάρχηση απεριόριστης διάρκειας. Ακολουθώντας τη σκέψη του Τζόρτζιο Αγκάμπεν, ο Μανιτάκης γράφει ότι «η κρίση γίνεται τελικά η αφορμή, και τα εξαιρετικά μέτρα μετατρέπονται από προσωρινά σε διαρκή» (σ. 32). Νομίζω όμως ότι αυτό το πλαίσιο κατανόησης, το οποίο ανάγεται στη ριζοσπαστική και αντισυστημική αριστερή –ή ορθότερα αριστερίστικη– σκέψη των περασμένων δεκαετιών, δεν αποδίδει δικαιοσύνη στην εξέλιξη της σκέψης του ίδιου του Μανιτάκη μέσα στο χρόνο. Πράγματι, ο ίδιος είναι σαφέστατος σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο, ότι η πολλαπλή συστημική κρίση της εποχής των Μνημονίων ουδέποτε εγκαθίδρυσε ένα καθεστώς παρασυνταγματικής «εξαιρετικότητας» ή «κατάστασης ανάγκης» στην Ελλάδα, ενώ η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχουν ξεκάθαρα αποδαιμονοποιηθεί στη σκέψη του Μανιτάκη. Εν ολίγοις, αυτές οι αναφορές στην φουκωική και αποδομιστική παράδοση ενός διακριτού ρεύματος της ευρωπαϊκής σκέψης εμφανέστατα δεν συνάδουν πλέον με την αντίληψη του συγγραφέα αναφορικά με τη διεθνή πολιτική και τις συνταγματικές λειτουργίες στον σύγχρονο κόσμο και θα έπρεπε, ως εκ τούτου, να είχαν απαλειφθεί κατά την ανασκόπηση παρελθόντων κειμένων ενόψει της έκδοσής τους σε ένα τόμο.

Το αδημοσίευτο άρθρο «Η ελευθερία του λόγου και ο Λόγος της ελευθερίας (όλων)», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στο πέμπτο μέρος του βιβλίου «Διάφορα άλλα, συνταγματικά και μη», είναι ένα (ασυνήθιστα για τον συγγραφέα) οργισμένο κείμενο που γράφτηκε το 2000, μετά την παραίτησή του από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Εδώ υποστηρίζεται ότι τα ισχυρά ηλεκτρονικά ΜΜΕ καταχρώνται τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία έκφρασης για την απόκτηση ισχύος, πλούτου και δύναμης επιρροής. Το αποτέλεσμα είναι τα ιδιωτικά κερδοσκοπικά κανάλια να καθίστανται ανεξέλεγκτα και να καταπατούν ασύδοτα τις ελευθερίες και τα δικαιώματα όλων, ακόμα και όσων είναι παθητικοί αποδέκτες των εκπομπών τους. Ο συγγραφέας ασκεί δριμεία κριτική σε μια απόφαση του Αρείου Πάγου (εφεξής ΑΠ), σύμφωνα με την οποία «Η προστασία της ελευθερίας του λόγου, της επιστήμης και της τέχνης, επειδή αποσκοπεί στη διαφύλαξη υψίστων κοινωνικών αγαθών, καλύπτει και προσβολές του δικαιώματος της προσωπικότητας που τυχόν ενυπάρχουν στην ενάσκησή τους, οι οποίες, εφόσον δεν προσβάλλεται η αξία του ανθρώπου, δεν είναι παράνομες, διότι η προσωπικότητα και αν θίγεται έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση υποδεέστερη σημασία σε σχέση με το αγαθό των ως άνω ελευθεριών». Κατ’ αυτόν, η αφηρημένη στάθμιση έννομων αγαθών και ιεράρχηση συνταγματικών ελευθεριών που φαίνεται να κάνει αυτή η απόφαση «θα μπορούσε να δικαιολογήσει προσβολές της ιδιωτικής ζωής, της τιμής και της υπόληψης δημόσιων προσώπων ή και απλών «ανώνυμων» ‒όπως καταχρηστικά λέγεται‒ πολιτών, με αφορμή αποκαλύψεις σκανδαλιστικές της ερωτικής τους ζωής, έτσι, χάριν παιδιάς, προς ενημέρωση και τέρψη των τηλεθεατών ή των αναγνωστών εφημερίδων» (σ. 343). Το κοινό των τηλεοπτικών καναλιών είναι και αυτό φορέας αντίστοιχου δικαιώματος ελευθερίας αποδοχής και ανταπόκρισης στο λόγο των ΜΜΕ (σ. 348) και ως εκ τούτου, έχει δικαίωμα να αντιδρά όταν «η επικοινωνία, μέσω π.χ. ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, αδιαφορεί για τον λόγο της ελευθερίας, περιφρονεί τα δικαιώματα του κοινού, την ιδιωτική ζωή των πολιτών, την ίση κοινωνική αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων, δεν σέβεται τη διαφορετικότητα και την πολιτισμική πολλαπλότητα, τον πλουραλισμό», καθώς μια τέτοια επικοινωνία «αποτελεί μια πηγή διακινδύνευσης για πολλές ελευθερίες και απειλεί άμεσα τα δικαιώματα των άλλων» (σ. 349). Με πολύ έντονο και αφοριστικό ύφος, ο Μανιτάκης ισχυρίζεται ότι οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ θέτουν σε κίνδυνο τις ελευθερίες μας περισσότερο από την αυθαίρετη και αυταρχική κρατική εξουσία, καθώς «εννοούν να ασκούν την ελευθερία της επικοινωνίας χωρίς χαλινό και όρια, χωρίς κανόνες και αίσθημα κοινωνικής ευθύνης» (σ. 349).

Είναι σαφές ότι το Σύνταγμα (άρθρο 25 παράγραφος 3) ορίζει πως «H καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται» και ότι αυτό εφαρμόζεται και στην ελευθερία της έκφρασης με ραδιοτηλεοπτικά μέσα (άρθρο 15). Ωστόσο, η κριτική που ασκείται από τον Μανιτάκη είναι αρκετά ισοπεδωτική, καθώς παραλείπει να κάνει ορισμένες κρίσιμες αναλυτικές διακρίσεις με σκοπό την καλύτερη δυνατή διασφάλιση των θεμιτών ορίων της ελευθερίας του λόγου σε ένα πλουραλιστικό κράτος δικαίου. Εκκινώντας από αυτό που γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, ότι το νόημα της ελευθερίας της έκφρασης είναι «ο σεβασμός της ελευθερίας και της προσωπικότητας του άλλου και της δυνατότητάς του να συμμετέχει στη δημόσια μαζική επικοινωνία» (σ. 350), είναι άξιο απορίας γιατί δεν διακρίνει μεταξύ των δημόσιων προσώπων (public figures), που έχουν άνετα τη δυνατότητα δημόσιας απόκρισης σε τυχόν προσβολή της τιμής και υπόληψής τους από δημοσίευμα ή εκπομπή που τους αφορά, και των υπολοίπων «απλών πολιτών» ή, σωστότερα, των ιδιωτών (private figures). Σύμφωνα με πάγια νομολογία τόσο του αμερικανικού Ανώτατου Δικαστηρίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οι πρώτοι (τα δημόσια πρόσωπα) θα πρέπει να αποδεχθούν στενότερο εύρος έννομης προστασίας του δικαιώματος υπόληψής τους από τους δεύτερους (τα καθαρά ιδιωτικά πρόσωπα), καθώς είναι εξ ορισμού υπόλογοι απέναντι στο κοινό για τη δημόσια δράση τους, οφείλουν να δέχονται τη δημόσια κριτική χωρίς τιμωρητική διάθεση απέναντι στον ασκούντα την κριτική, και διαθέτουν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα πρόσβασης και φωνής στα ΜΜΕ προκειμένου να αντικρούσουν μια τυχόν συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον τους. Ασφαλώς η οργή του συγγραφέα για την αναίσχυντη δημοσιοποίηση «γαργαλιστικών» λεπτομερειών της ερωτικής ζωής ενός μουσικού από μια τηλεοπτική εκπομπή είναι απολύτως δικαιολογημένη. Όμως η γενική και αφηρημένη έκφραση που χρησιμοποιεί διατρέχει τον κίνδυνο να οχυρώσει, ως μη όφειλε, και δημόσια πρόσωπα απέναντι σε κριτική που αυτά θα θεωρήσουν ως «καταχρηστική», ενώ θα είναι, στην πραγματικότητα, απλώς ενοχλητική για τον ναρκισσισμό και την αλαζονική μεγαλομανία τους ή την καθεστωτική τους αντίληψη. Η ελευθερία του λόγου παραμένει εύθραυστη και αυτή η έλλειψη διάκρισης δυστυχώς μπορεί να δώσει το σήμα στους κρατούντες ότι μπορούν να ασκούν διώξεις κατά των «συκοφαντικών» ΜΜΕ, που τολμούν να ανοίγουν δημόσιο διάλογο ασκώντας κριτική στον βίο και την πολιτεία δημόσιων προσώπων, έστω και με την καλόπιστη χρήση ορισμένων μη εξακριβωμένων στοιχείων.

Τέλος, στο κείμενό του «Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και η κριτική δικαστικών αποφάσεων από την κυβέρνηση(!) και την κοινή γνώμη», το οποίο είχε αρχικά δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό Το Σύνταγμα, ο Μανιτάκης δικαίως ασκεί κριτική σε δύο αποφάσεις της Διοικητικής Ολομέλειας του ΑΠ, οι οποίες αποσκοπούν στην κατάπνιξη της κριτικής κατά δικαστικών αποφάσεων, είτε από τον υπουργό Δικαιοσύνης (απόφαση 8/1998) είτε από βουλευτή στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού ελέγχου (απόφαση 9/1998). Η κριτική του Μανιτάκη επικεντρώνεται στην απόφαση 9/1998, που είναι και η πιο προβληματική από συνταγματικής πλευράς, καθώς υποδηλώνει την δικαστική επιθυμία απαγόρευσης κάθε κριτικής για δικαιοδοτικές κρίσεις δικαστικών οργάνων. Σωστά ο συγγραφέας επισημαίνει ότι μόνο η διάκριση των εξουσιών και η προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών μπορούν να αποτελέσουν συνταγματικά αναχώματα ανάσχεσης της κριτικής που στρέφεται κατά των δικαστικών αποφάσεων. Η γενική συνταγματική αρχή είναι το επιτρεπτό της άσκησης κριτικής κατά δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται στο όνομα του λαού, με μόνες εξαιρέσεις τη «διαφύλαξη πάση θυσία του αμερόληπτου και του ανεπηρέαστου της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστή, καθώς και της μη ανάμειξης της πολιτικής εξουσίας, μέσω του κοινοβουλίου, στα έργα της δικαστικής» (σ. 357).

Η μείζων πρόταση –όπως λένε οι νομικοί για τον δικανικό συλλογισμό– του Μανιτάκη είναι ατράνταχτη από απόψεως συνταγματικού δικαίου και πολιτικής ηθικής: «Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, που διέπεται από τη δημοκρατική αρχή και την ελευθερία της σκέψης και του λόγου, καμία εξουσία, ούτε η δικαστική, δεν εξαιρείται από τον κανόνα της υπαγωγής της σε δημόσιο έλεγχο και κριτική» (σ. 357-358). Όμως η επιφύλαξη που τη συνοδεύει («υπό τον όρο βέβαια ότι δεν θίγεται ούτε προσβάλλεται η Δικαιοσύνη συνολικά ως θεσμός») (σ. 358) ανοίγει πιθανώς το δρόμο για ανησυχητικές καταστάσεις. Πράγματι, είναι κοινώς αποδεκτό ότι επίκριση δικαιοδοτικού έργου που αφορά εκκρεμείς υποθέσεις είναι ανεπίτρεπτη διότι τείνει να παραβιάσει την αμερόληπτη και ανεπηρέαστη κρίση των δικαστών. Είναι εξίσου αποδεκτό ότι κριτική δικαστικής απόφασης από τον υπουργό Δικαιοσύνης είναι ανεπίτρεπτη, όχι όμως, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, επειδή «η εκτελεστική εξουσία οφείλει να μην αναμειγνύεται στην άσκηση των καθηκόντων άλλων εξουσιών» (σ. 358-359), αιτιολογική θεμελίωση τόσο ευρεία που θα μπορούσε να ισχύει εξίσου και για την απαγόρευση ανάμιξης της νομοθετικής εξουσίας μέσω της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, ούτε επειδή «ειδικά ο υπουργός Δικαιοσύνης, ως πολιτικός προϊστάμενος των δικαστών και αρμόδιος διά την απονομή της δικαιοσύνης, οφείλει με τις ενέργειές του να διαφυλάσσει και να προασπίζεται την ανεξαρτησία και το κύρος της Δικαιοσύνης και των δικαστικών αρχών» (σ. 359). Ο πραγματικός λόγος της συνταγματικής απαγόρευσης της άσκησης κριτικής σε δικαιοδοτικές κρίσεις από την κυβέρνηση γενικά δεν είναι άλλος από το ότι ο ομφάλιος λώρος μεταξύ της Κυβέρνησης και της Δικαστικής Εξουσίας δεν έχει αποκοπεί στην Ελλάδα, καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 90 παράγραφος 5 του Συντάγματος, η ηγεσία της Δικαιοσύνης (πρόεδρος και αντιπρόεδροι του ΣτΕ, του ΑΠ και του Ελεγκτικού Συνεδρίου) διορίζεται με προεδρικό διάταγμα ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν επιλογής από όλα τα μέλη των ανώτατων δικαστηρίων. Συνεπώς, στην Ελλάδα οι αρχιδικαστές συνεχίζουν να οφείλουν κατά βάση τη θέση τους στην εκάστοτε Κυβέρνηση, οπότε και είναι φυσικό να αισθάνονται ενίοτε ευεργετημένοι και να νιώθουν μια κάποια θεσμική ευγνωμοσύνη προς τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Δικαιοσύνης του. Αυτή η συνθήκη μειώνει δραστικά εν τοις πράγμασιν την εμπιστοσύνη των πολιτών απέναντι στο ρόλο του υπουργού Δικαιοσύνης ως φύλακα της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών και εγκαθιστά την καχυποψία αναφορικά με το ανεπηρέαστο των δικαστών από τον κυβερνητικό λόγο. Για όλους τους άλλους όμως πλην των μελών της κυβέρνησης, είτε αυτοί είναι οι απλοί πολίτες είτε οι βουλευτές ως εκλεγμένοι εκπρόσωποι αυτών, η γενική επιφύλαξη που παραθέτει ο συγγραφέας, ότι πρέπει να «αποκλείονται η κριτική και ο έλεγχος όταν αποσκοπούν να ασκήσουν πίεση για να επηρεάσουν τη δικαιοδοτική κρίση ή να θίξουν την αμεροληψία του δικαστή ή έχουν ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό ή τη λογοκρισία της κρίσης του» (σ. 358), είναι επικίνδυνα ευρεία: τι είναι η άσκηση δημόσιας κριτικής διά του γραπτού ή προφορικού λόγου αν όχι μια άσκηση (ηθικής) πίεσης για να επηρεαστεί προς το ορθότερο η δικαιοδοτική κρίση στο μέλλον και από ποιον θα κριθεί σε ένα κράτος δικαίου αν μια κριτική έχει ως αποτέλεσμα να επηρεαστεί ή να λογοκριθεί η κρίση του δικαστή; Από τον δικαστή τον ίδιο, που θα είναι έτσι ταυτόχρονα και κριτής μιας υπόθεσης και κριτής των κριτών της δικανικής του πράξης, εγκαθιστώντας έτσι ελεύθερα τον εαυτό του σε θέση δικαστή και κριτή;

Αν βάλει κανείς στην άκρη αυτές τις ελάχιστες κριτικές που μπορούν να ασκηθούν απ’ τη σκοπιά της ίδιας της δημοκρατικής και φιλελεύθερης πολιτικής και δικαιϊκής φιλοσοφίας του συγγραφέα, το βιβλίο του Μανιτάκη είναι πυκνογραμμένο, καλύπτει ένα μεγάλο εύρος θεματικών και είναι πολύ υψηλού επιστημονικού επιπέδου. Ο Αντώνης Μανιτάκης είναι ένα κεφάλαιο για την ελληνική και την ευρωπαϊκή επιστημονική σκέψη και τη δημόσια διανόηση. Ο πλούτος της σκέψης του διαφαίνεται ακόμα και σε μια συλλογή άρθρων και επιφυλλίδων του, όπως είναι ο ανά χείρας τόμος, ο οποίος θα πρέπει να διαβαστεί και να συζητηθεί ευρύτατα.

 

(Πρώτη δημοσίευση: Athens review of books, Τεύχος 122, Νοέμβριος 2020)

Από τα fake news στη ρύθμιση του Internet

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

“Κατά την έναρξη της πανδημίας ήταν διάχυτος ο φόβος ότι οι πλατφόρμες Internet και ιδίως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα λειτουργούσαν ως όχημα διασποράς ψευδών ειδήσεων ή αντιεπιστημονικών απόψεων για τη λοίμωξη COVID-19 σε παγκόσμια κλίμακα.”

Η συνθήκη ήταν πράγματι ιδανική: η μισή ανθρωπότητα σε lockdown και συνδεδεμένη στο Internet. Hταν άλλωστε νωπή η εμπειρία της λειτουργίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 και στο δημοψήφισμα για το Brexit, η οποία εδραίωσε την πεποίθηση ότι υπάρχει πλέον μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στο Internet, τα fake news και τον λαϊκισμό. Εν τω μεταξύ είχε τεθεί σε ισχύ στον ευρωπαϊκό χώρο ο GDPR, οι δυνατότητες του οποίου όμως για την αντιμετώπιση των fake news είναι περιορισμένες (άρθρο 5§1, 17 και 16 GDPR) και πάντως δύσκολα μπορούν να βρουν εφαρμογή στην υγειονομική πληροφόρηση. Κατά την πρώτη φάση της πανδημίας ήταν πράγματι υπαρκτό το φαινόμενο διάδοσης fake news από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πολύ γρήγορα όμως υπήρξε μια αλλαγή της στάσης τους απέναντι σε τέτοιου είδους περιεχόμενα παραγόμενα από τους χρήστες τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άρχισαν, κατά κάποιον τρόπο, να λειτουργούν ως κλασικά μέσα ενημέρωσης, ασκώντας μια γενική δραστηριότητα επαγρύπνησης, ελέγχου και «εσωτερικής λογοκρισίας» των περιεχομένων που διακινούνται μέσα από τις πλατφόρμες τους. Και τούτο παρότι η ισχύουσα νομοθεσία στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη (Communications Decency Act – Οδηγία για το Hλεκτρονικό Eμπόριο) καθιερώνει ως γενική αρχή την απουσία γενικής υποχρέωσης των παρόχων υπηρεσιών Διαδικτύου για έλεγχο του περιεχομένου που διακινείται. Με αφορμή την έξωση του προέδρου Tραμπ από το Twitter και το Facebook μετά τον εμπρηστικό του λόγο κατά τη διάρκεια της εισβολής των οπαδών του στο Καπιτώλιο, έγινε λόγος για de facto ιδιωτικοποίηση της λογοκρισίας στη βάση των κανόνων αυτορρύθμισης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε προφανώς παράνομο περιεχόμενο του λόγου, αφού η ομιλία του Tραμπ αποτελούσε στην ουσία υποκίνηση σε πραξικόπημα, ωστόσο η πρακτική αυτή είχε ήδη επεκταθεί και σε νόμιμα ή μη προφανώς παράνομα περιεχόμενα, όπως τα fake news για την COVID-19, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα κατά την τελευταία περίοδο τις ψευδείς πληροφορίες για τα εμβόλια, οι οποίες δύσκολα πλέον μπορούν να βρουν φιλοξενία στις πλατφόρμες Internet. Η εξέλιξη αυτή επιτάχυνε τις διαδικασίες για μια συνολική επανεξέταση του νομικού καθεστώτος του Internet τόσο στις ΗΠΑ όσο και στον ευρωπαϊκό χώρο.

Τον Δεκέμβριο του 2020 παρουσιάσtηκε το σχέδιο του νέου ευρωπαϊκού κανονισμού Digital Services Act, που θα αντικαταστήσει την Οδηγία για το Ηλεκτρονικό Εμπόριο και εισάγει ένα σύστημα συρρύθμισης στον χώρο του Διαδικτύου, που αφήνει τον έλεγχο σε πρώτο βαθμό των περιεχομένων που διακινούνται διαδικτυάκα στις πλατφόρμες Intrernet, υπό την εποπτεία μια νέας εθνικής ανεξάρτητης αρχής, του Digital Services Coordinator. Οι αρμοδιότητες των άλλων ανεξάρτητων αρχών δεν θίγονται, αλλά είναι προφανές ότι η νέα διακυβέρνηση του διαδικτύου θα έχει ως πρωταγωνιστή τον Digital Services Coordinator. Μια ενδιαφέρουσα καινοτομία του νέου κανονισμού είναι η θέσπιση υποχρέωσης των πλατφορμών Internet να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τις ειδοποιήσεις για απόσυρση που προέρχονται από διαπιστευμένους ιδιωτικούς φορείς που έχουν εμπειρία στην ανίχνευση παράνομων περιεχομένων στο Διαδίκτυο. Με αφορμή τον νέο κανονισμό έχει ανοίξει διεθνώς μια μεγάλη συνταγματική συζήτηση για το αν είναι συμβατή με την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, η ιδιωτικοποίηση της λογοκρισίας, την οποία κατοχυρώνει de jure πλέον η Digital Services Act. Από τη στιγμή όμως που δεν αμφισβητείται η αναγκαιότητα του ελέγχου των περιεχομένων του Διαδικτύου, πρακτικά δεν φαίνεται ότι μπορεί να υπάρξει άλλη εναλλακτική λύση.

Aναδημοσίευση από το Πρώτο Θέμα, 30/01/2021