Author Archives: editor

Υποχρεωτικός εμβολιασμός και COVID-19

Απόστολος Βλαχογιάννης, Μέλος ΣΕΠ ΕΑΠ, Δ.Ν., Université Paris II Panthéon-Assas

Εν μέσω της αντιμετώπισης του δεύτερου κύματος της πανδημίας του κορωνοϊού και ενόψει της έγκρισης από την αρμόδια σε ευρωπαϊκό επίπεδο αρχή της κυκλοφορίας των εμβολίων διαφόρων φαρμακευτικών εταιρειών, προβάλλει ως αναπόδραστο το ερώτημα κατά πόσο ο υποχρεωτικός εμβολιασμός του γενικού πληθυσμού ή συγκεκριμένων ομάδων ενδιαφέροντος (π.χ. υγειονομικοί υπάλληλοι, τρόφιμοι και εργαζόμενοι σε γηροκομεία, κρατούμενοι, στρατιωτικοί και υπηρετούντες τη θητεία τους στρατιώτες), σε περίπτωση που το μέτρο κριθεί αναγκαίο και αποφασισθεί η επιβολή του[2], είναι συμβατός με το ελληνικό Σύνταγμα και υπερνομοθετικής ισχύος διεθνείς συνθήκες, όπως ιδίως η ΕΣΔΑ και η Σύµβαση του Συµβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωµάτων και της αξιοπρέπειας του ατόµου σε σχέση µε τις εφαρµογές της βιολογίας και της ιατρικής, γνωστή ως Σύµβαση για τα Ανθρώπινα ∆ικαιώµατα και τη Βιοϊατρική ή Σύμβαση Οβιέδο (ν. 2619/1998, Α΄132)[3]. Σκόπιμο είναι επίσης, αφού απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα, να γίνει στοχευμένη αναφορά και στη νομολογία ξένων δικαστηρίων, για να εξετασθεί πώς έχει αντιμετωπιστεί το ζήτημα και από τα δικαστήρια άλλων χωρών.

Ι. Υποχρεωτικός εμβολιασμός και ελληνικό Σύνταγμα

Η Ελλάδα είναι μία από τις ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες δεν ισχύει καταρχήν ο πάγιος υποχρεωτικός εμβολιασμός[4]. Η κατ’ επίκληση του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 1579/1985 συγκροτούμενη Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών έχει καταρτίσει πάντως, όπως κάθε χρόνο, το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων 2020-2021, καθώς και το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Παιδιών και Εφήβων για το έτος 2020 με τις προτεινόμενες δράσεις[5].

Ωστόσο, στη χώρα μας προβλέπεται ήδη (εμμέσως) υποχρεωτικός εμβολιασμός των παιδιών, προκειμένου να μπορούν να εγγραφούν σε παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς[6]. Παράλληλα, το άρθρο 4 παρ. 3 του ν. 4675/2020, προβλέπει στην περίπτωση (Α) (iii) (β) ότι «σε περιπτώσεις εμφάνισης κινδύνου διάδοσης μεταδοτικού νοσήματος, που ενδέχεται να έχει σοβαρές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, μπορεί να επιβάλλεται, με απόφαση του Υπουργού Υγείας, μετά από γνώμη της ΕΕΔΥ, υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού με σκοπό την αποτροπή της διάδοσης της νόσου. Με την ανωτέρω απόφαση ορίζονται η ομάδα του πληθυσμού ως προς την οποία καθίσταται υποχρεωτικός ο εμβολιασμός με καθορισμένο εμβόλιο, η τυχόν καθορισμένη περιοχή υπαγωγής στην υποχρεωτικότητα, το χρονικό διάστημα ισχύος της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, το οποίο πρέπει πάντοτε να αποφασίζεται ως έκτακτο και προσωρινό μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας για συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, η ρύθμιση της διαδικασίας του εμβολιασμού και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.»

Μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός για τον κορωνοϊό, καθώς και εν γένει κάθε υποχρεωτικός εμβολιασμός, που θα προβλεφθεί με διάταξη νόμου, παραβιάζει την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1) και την ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1), για τον λόγο ότι η διενέργεια μιας τέτοιας ιατρικής πράξης θίγει την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου, τη σωματική του ακεραιότητα (άρθρο 7 παρ. 2), καθώς και την αξιοπρέπειά του. Επιπλέον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι παραβιάζεται και το ατομικό δικαίωμα στην υγεία (άρθρο 5 παρ. 5), καθώς υπάρχει η πιθανότητα ο εμβολιαζόμενος να εμφανίσει ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Ωστόσο, προς αντίκρουση αυτών των επιχειρημάτων, γίνεται δεκτό ως προς τους περιορισμούς του άρθρου 2 παρ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 2, ότι η σωματική κάκωση προσώπου παρά τη θέλησή του μπορεί να γίνει ανεκτή υπό προϋποθέσεις, προκειμένου να αποτραπεί σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό[7]. Εξίσου, ως προς την επίκληση του άρθρου 5 μπορούν να αναφερθούν η γενική ρήτρα περιορισμού της ελευθερίας ανάπτυξης της προσωπικότητας προς όφελος των δικαιωμάτων τρίτων, που περιλαμβάνει η παρ. 1 («εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων»), σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του ίδιου άρθρου, καθώς στην περίπτωση εμβολίου προς αντιμετώπιση μεταδοτικής ασθένειας, πολύ δε περισσότερο πανδημίας, ο μη εμβολιασμός ικανού ποσοστού του πληθυσμού και η συνεπαγόμενη αδυναμία επίτευξης και διατήρησης, για επαρκές χρονικό διάστημα, ανοσίας αγέλης θέτει ευθέως σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία των υπολοίπων πολιτών, δεδομένης μάλιστα της έλλειψης αποτελεσματικής φαρμακευτικής αντιμετώπισης της ασθένειας[8]. Τούτο φαίνεται να συνηγορεί σαφώς υπέρ της συνταγματικότητας ενός μέτρου υποχρεωτικού εμβολιασμού στην παρούσα φάση και προφανώς δεν αποκλείει και τη συνέχισή του στο μέλλον, εφόσον αυτός κριθεί επιστημονικά επιβεβλημένος. Παράλληλα, το Κράτος είναι εκ του Συντάγματος υποχρεωμένο να μεριμνά για την υγεία των πολιτών και να προστατεύει τη δημόσια υγεία (άρθρο 21 παρ. 3). Αυτή η υποχρέωση μπορεί να ερμηνευθεί συνδυαστικά με την υποχρέωση επίδειξης κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης του άρθρου 25 παρ. 4, που δύναται να ενεργοποιηθεί σε ιδιαίτερα κρίσιμες για το κοινωνικό σύνολο περιστάσεις, όπως είναι η σημερινή[9].

Ενισχυτική των ανωτέρω είναι και η πρόσφατη απόφασή του Δ΄ Τμήματος του ΣτΕ 2387/2020. Η υπόθεση αφορούσε σε συνήθη πρακτική προληπτικού εμβολιασμού και όχι σε εμβολιασμό υπό συνθήκες έξαρσης πανδημίας. Το Δικαστήριο εξέλαβε ως υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για τα παιδιά που επιθυμούν να εγγραφούν σε δημοτικούς παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αναφέροντας μάλιστα ότι πρόκειται για δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, εν προκειμένω του Δημοτικού Συμβουλίου, να διακόψει την φιλοξενία των ανεμβολίαστων παιδιών (σκ. 16)[10].

Επί της ουσίας, το ΣτΕ αποδέχεται τη συνταγματικότητα του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού κρίνοντας ότι «η Πολιτεία οφείλει, μεταξύ άλλων να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για την πρόληψη της διάδοσης και την καταπολέμηση μεταδοτικών ασθενειών, οι οποίες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία» και ότι συνεπώς «το μέτρο του εμβολιασμού, καθ’ εαυτό, συνιστά σοβαρή μεν παρέμβαση στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και στην ιδιωτική ζωή του ατόμου και δη στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα αυτού, πλην όμως συνταγματικώς ανεκτή, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ότι προβλέπεται από ειδική νομοθεσία, υιοθετούσα πλήρως τα έγκυρα και τεκμηριωμένα επιστημονικά, ιατρικά και επιδημιολογικά πορίσματα στον αντίστοιχο τομέα και β) ότι παρέχεται δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται». Στηρίζει επίσης την απόφασή του στο επιχείρημα ότι «θα αντέκειτο στην αρχή της ισότητας η αξίωση προσώπου να μην εμβολιαστεί, επικαλούμενο ότι δεν διατρέχει ατομικό κίνδυνο, εφόσον διαβιώνει σε ασφαλές περιβάλλον οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα άλλα πρόσωπα του περιβάλλοντός του έχουν εμβολιαστεί» (σκέψη 13).

Υπό το φως της προεκτεθείσας απόφασης και του συλλογισμού αυτής, ο οποίος εφαρμόζει πιστά τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ ως προς τους περιορισμούς του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ (βλ. παρακάτω II), δεν φαίνεται ότι μπορεί να αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα, και δη η αναλογικότητα, του μέτρου του υποχρεωτικού εμβολιασμού, εφόσον βέβαια αυτό αποφασισθεί. Αυτό προκύπτει λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων επιστημονικών (επιδημιολογικών και ιατρικών) στοιχείων, που τονίζουν τη σημασία του εμβολιασμού για την αναχαίτιση της πανδημίας, της οποίας οι καταστροφικές συνέπειες σε υγειονομικό και κοινωνικό επίπεδο έχουν καταστεί πλέον πασίδηλες. Τούτου λεχθέντος, έχει υποστηριχθεί ότι η ειδικότερη κύρωση του φυσικού καταναγκασμού παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος[11], χωρίς αυτό φυσικά να συμπαρασύρει άλλου είδους κυρώσεις. Γιατί θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι υποχρεωτικότητα δεν σημαίνει αυτομάτως ή αυτονόητα τον φυσικό καταναγκασμό, αλλά με τον όρο νοείται η επέλευση νομίμων συνεπειών (ευθέως ή εμμέσως) σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης της πράξης εμβολιασμού. Αυτό που θα μπορούσε πάντως να γίνει δεκτό, κατ’ επίκληση της αρχής της αναλογικότητας και ενόψει ειδικότερα του ελέγχου της αναγκαιότητας του μέτρου, είναι ότι στην παρούσα φάση ο υποχρεωτικός εμβολιασμός, προκειμένου να επιτευχθεί η επιθυμητή ανοσία αγέλης, θα πρέπει να είναι το ύστατο μέτρο και να επιβληθεί εν τέλει, μόνο αφού πρώτα έχει επιδιωχθεί (ανεπιτυχώς) το ίδιο αποτέλεσμα με προαιρετικό εμβολιασμό[12].

Είναι διάφορο το ζήτημα κατά πόσον, εφόσον ο εμβολιασμός είναι προαιρετικός μη υποχρεωτικός), ιδιώτες θα μπορούν να επιβάλουν έμμεσες κυρώσεις και βάσει ποίων στοιχείων (π.χ. μη επίδειξη πιστοποιητικού εμβολιασμού). Σχετικές σκέψεις μάλιστα περί διάθεσης βεβαίωσης εμβολιασμού έχουν ήδη αρχίσει να διατυπώνονται[13]. Δηλαδή, με βάση αυτόν τον προβληματισμό, αν μια αεροπορική εταιρεία αρνηθεί την επιβίβαση επιβατών, οι οποίοι δεν έχουν εμβολιασθεί, ή μία τράπεζα αρνηθεί την είσοδο στο υποκατάστημα πελατών της, χωρίς επίδειξη της αναγκαίας βεβαίωσης εμβολιασμού, στοιχειοθετείται άνιση μεταχείριση και ενδεχομένως παράνομη διάκριση λόγω γενετικών χαρακτηριστικών (βλ. και άρθρο 21 ΧΘΔΕΕ); Ή μπορεί μήπως να θεωρηθεί, σύμφωνα με την αρχή της τριτενέργειας του άρθρου 25 του Συντάγματος, ότι και οι ιδιώτες φέρουν στην παρούσα περίσταση το βάρος προστασίας του δικαιώματος της υγείας και της ζωής και συνεπώς μπορούν νομίμως να επιβάλουν τέτοιου είδους περιορισμούς, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι η άνιση μεταχείριση στην οποία θα υποβάλουν τους ανεμβολίαστους πολίτες δικαιολογείται για λόγους υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, δηλαδή την προστασία της δημόσιας υγείας;

Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι τέτοια ζητήματα πρέπει να τέμνονται από τη δημόσια αρχή, η οποία, ακόμα και αν δεν επιβάλει, όπως της επιτρέπει το Σύνταγμα, υποχρεωτικό εμβολιασμό για τον κορωνοϊό, θα πρέπει να ρυθμίσει τις έμμεσες συνέπειες της άρνησης εμβολιασμού. Τούτο δε είτε προς την κατεύθυνση της απαγόρευσης κάθε διάκρισης είτε προς την αντίθετη κατεύθυνση της ρύθμισης των έμμεσων συνεπειών, που απορρέουν από την άρνηση εμβολιασμού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση βέβαια θα καθιστούσε, δια της πλαγίας οδού αυτή τη φορά, τον εμβολιασμό υποχρεωτικό, υπό την έννοια ότι η άρνησή του θα επισείει διαφόρων ειδών κυρώσεις, προερχόμενες όμως από τη στάση ιδιωτών. Το ίδιο εξάλλου θα ισχύει εν τοις πράγμασι αν ο εμβολιασμός συνιστά λόγο εξαίρεσης από τα ήδη υπάρχοντα περιοριστικά μέτρα (π.χ. lock-down και έξοδος με αποστολή μηνυμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας), που θα παραμένουν σε ισχύ για τους υπόλοιπους (ανεμβολίαστους) πολίτες.

 

ΙΙ. Υποχρεωτικός εμβολιασμός υπό το φως της ΕΣΔΑ

Ο εμβολιασμός χωρίς τη συναίνεση του ατόμου συνιστά, δίχως άλλο, προσβολή του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ, που προστατεύει τον ιδιωτικό βίο και κατ’ επέκταση τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα και την αυτονομία του προσώπου[14]. Ωστόσο, όπως έχει κρίνει το ΕΔΔΑ, εφόσον η υποχρεωτικότητα δικαιολογείται ενόψει της προστασίας της δημόσιας υγείας και συγκεκριμένα αποσκοπεί στην αποτροπή της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών και, τέλος, δεν αντεδείκνυται ιατρικώς στη συγκεκριμένη εξεταζόμενη ατομική περίπτωση, τότε παρίσταται ως σύμφωνος με το άρθρο 8 παρ. 2 περιορισμός, αναγκαίος σε μια δημοκρατική κοινωνία[15]. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δικαστηρίου, η αρχή της ελεύθερης επιλογής και του αυτοπροσδιορισμού κάμπτονται συνεπώς, όταν είναι αναγκαίο για την προστασία τρίτων, όπως ακριβώς στην περίπτωση του εμβολιασμού εν μέσω μιας πανδημίας[16]. Εξάλλου, βάσει της θεωρίας των θετικών υποχρεώσεων, τα κράτη-μέρη της ΕΣΔΑ είναι υποχρεωμένα να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των πολιτών τους.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι εκκρεμεί, μετά από παραπομπή από το Τμήμα, ενώπιον της Ολομελείας του ΕΔΔΑ (Ευρεία Σύνθεση) υπόθεση που αφορά στην υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στην Τσεχία, η οποία συζητήθηκε την 1η Ιουλίου 2020 και άρα αναμένεται εντός σύντομου διαστήματος και η απόφαση[17]. Σύμφωνα με τη μέχρι τώρα νομολογία και συνυπολογίζοντας τη σφοδρότητα της τωρινής πανδημίας, φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό ότι το ΕΔΔΑ θα κρίνει ως σύμφωνο με τη Σύμβαση και αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία τον υποχρεωτικό εμβολιασμό κατά του SARS-CoV-2 για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.

 

ΙΙΙ. Υποχρεωτικός εμβολιασμός υπό το φως της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης της Σύμβασης του Οβιέδο

 

Τα άρθρα 5επ. της Σύμβασης του Οβιέδο καθιερώνουν τη γενική αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης του ασθενούς, χωρίς την οποία καμία ιατρική πράξη δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή. Η διάταξη όμως αυτή τελεί υπό τον περιορισμό του άρθρου 26, το οποίο περιλαμβάνει τις γενικές ρήτρες παρέκκλισης από ορισμένα δικαιώματα που κατοχυρώνει η Σύμβαση. Μεταξύ δε αυτών συγκαταλέγεται ρητά η προστασία της δημόσιας υγείας. Το δε άρθρο 5 δεν αναφέρεται στα δικαιώματα στα οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 26, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο, όπως εξηγεί σαφώς το  σημείο 39 του Explanatory Report της Σύμβασης[18].

Γενικά, η διατύπωση του άρθρου 26 παραπέμπει στους περιορισμούς του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, ανατρέχοντας στις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης, διαπιστώνουμε ότι εκεί αναφέρεται ρητά σε σχόλιο ως προς το άρθρο 5 ότι η περίπτωση του υποχρεωτικού εμβολιασμού καλύπτεται από την ρήτρα δημόσιας υγείας του άρθρου 26[19]. Η έννοια της υγείας πρέπει εξίσου να ερμηνεύεται διασταλτικά και καλύπτει ακόμα και τον εγκλεισμό ασθενούς, χωρίς τη θέλησή του φυσικά, σε περίπτωση σοβαρής μολυσματικής ασθένειας[20]. Συνεπώς, δεν τίθεται, κατά την ορθή ερμηνεία τόσο του γράμματος όσο και του σκοπού της, ζήτημα παραβίασης της Σύμβασης του Οβιέδο, αφού η ίδια η σύμβαση προβλέπει τους αναγκαίους περιορισμούς της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης. Ως προς τούτο, θα πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη ότι η διατύπωση και η αρχιτεκτονική του άρθρου 26, όπως προκύπτουν ρητά από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Σύμβασης και ιδίως το Explanatory Report που τη συνοδεύει, παραπέμπουν ως προς τους θεμιτούς περιορισμούς της αρχής της ενημερωμένης συναίνεσης στους αντίστοιχους περιορισμούς που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, όπως αυτοί ερμηνεύονται από τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ[21] (βλ. παραπάνω υπό ΙΙ).

 

ΙV. Συνοπτική επισκόπηση συγκριτικής νομολογίας ως προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό

Στις ΗΠΑ το ζήτημα της συνταγματικότητας του υποχρεωτικού εμβολιασμού έχει ήδη λυθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στην υπόθεση Jacobs v. Massachusetts[22] κρίθηκε ότι η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά της ευλογιάς δεν προσβάλλει τη ρήτρα due process της 14ης Τροποποίησης[23]. Το δεδικασμένο μάλιστα της απόφασης αυτής επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα ως προς την κύρωση της άρνησης εγγραφής ανεμβολίαστων παιδιών σε σχολεία[24], ενώ η απόφαση έχει γίνει αντικείμενο επίκλησης και στην πρόσφατη πανδημία. Όπως έγραψε τότε χαρακτηριστικά ο Δικαστής Harlan, εκ μέρους της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, με τρόπο εναργή και απολύτως κατατοπιστικό ακόμα και για την τωρινή περίσταση:

«Ωστόσο, η ελευθερία που εγγυάται το Σύνταγμα των ΗΠΑ σε κάθε πρόσωπο εντός του πεδίου εφαρμογής του δεν περιλαμβάνει ένα απόλυτο δικαίωμα κάθε προσώπου να είναι, ανά πάσα στιγμή και υπό οιαδήποτε περίσταση, εντελώς ελεύθερο από κάθε καταναγκασμό. Υπάρχουν πολύπλευροι περιορισμοί στους οποίους κάθε πρόσωπο υπόκειται εξ ανάγκης για λόγους εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν θα μπορούσε να υπάρξει οργανωμένη κοινωνία, που να παρέχει ασφάλεια στα μέλη της. Μια κοινωνία που θα βασιζόταν στον κανόνα σύμφωνα με τον οποίον καθένας κάνει ό,τι θέλει θα βρισκόταν σύντομα αντιμέτωπη με ταραχές και αναρχία. Η πραγματική ελευθερία για όλους δεν θα μπορούσε να υπάρξει, αν γινόταν δεκτή μια αρχή, η οποία θα αναγνώριζε το δικαίωμα κάθε προσώπου ατομικά να κάνει χρήση του εαυτού του ή της περιουσίας του ανεξάρτητα από τη βλάβη που μπορεί να προξενεί στους άλλους.»[25]

 

Στη Γαλλία, όπου προβλέπεται επίσης υποχρεωτικός εμβολιασμός[26], το Συνταγματικό Συμβούλιο, κατόπιν ερωτήματος του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, έχει κρίνει ότι οι σχετικοί νόμοι που προβλέπουν τον υποχρεωτικό εμβολιασμό και τον συνοδεύουν από ποινικές και άλλες κυρώσεις δεν παραβιάζουν το δικαίωμα στην υγεία, που κατοχυρώνεται στην παρ. 11 του Προοιμίου του Συντάγματος του 1946 και διαθέτει συνταγματική ισχύ[27]. Πιο πρόσφατα, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε προσφυγές κατά του διατάγματος, με το οποίο προστέθηκαν στους ήδη υπάρχοντες νέοι υποχρεωτικοί εμβολιασμοί. Με τις αιτήσεις ακύρωσης που κατατέθηκαν είχαν προβληθεί ως ισχυρισμοί ότι η πράξη προσκρούει στην ΕΣΔΑ και τη Σύμβαση του Οβιέδο. Όπως αναφέρει το Δικαστήριο (σκέψεις 12 και 16 αντιστοίχως), κατά τον έλεγχο συμβατότητας που διεξήγαγε:

«Προκύπτει από τα προαναφερθέντα ότι καθιστώντας υποχρεωτικά τα έντεκα εμβόλια που βρίσκονταν ήδη στο ημερολόγιο εμβολιασμών, το οποίο έχει δημοσιεύσει ο Υπουργός Υγείας, για τα οποία όμως υπήρχε, πλην τριών εξ αυτών, προηγουμένως απλή σύσταση, οι προσβαλλόμενες νομοθετικές διατάξεις περιορίζουν το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής κατά τρόπο που δικαιολογείται από τον σκοπό της βελτίωσης της εμβολιακής κάλυψης, έτσι ώστε, ειδικότερα, να επιτευχθεί το αναγκαίο όριο της ανοσίας της αγέλης, προς όφελος του συνόλου του πληθυσμού, και [κατά τρόπο] αναλογικό προς αυτόν τον σκοπό […]

Ο περιορισμός που επιφέρει το άρθρο L. 3111-2 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας στην υποχρέωση συναίνεσης του νόμιμου εκπρόσωπου ανηλίκου σε κάθε παρέμβαση σε θέμα υγείας είναι εγγενής στον υποχρεωτικό χαρακτήρα του εμβολιασμού, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε ως άνω, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας και παρίσταται αναλογικός ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν είναι ασύμβατες με όσα ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 6 της Σύμβασης που υπογράφηκε στο Οβιέδο στις  4 Απριλίου 1967.»[28]

Τέλος, στη Γερμανία, παρότι θεωρείται γενικά μια χώρα που δεν τάσσεται υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού, ο υποχρεωτικός εμβολιασμός έχει κριθεί τη δεκαετία του ‘50 συνταγματικός με απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου[29]. Σημειωτέον, ότι προσφάτως (πριν από την πανδημία) θεσπίσθηκε ομοσπονδιακός νόμος που καθιστά υποχρεωτικό τον εμβολιασμό για την αντιμετώπιση της ιλαράς επί ποινή μη αποδοχής των παιδιών στις προσχολικές δομές[30]. Η κρίση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ως προς τη συνταγματικότητα του μέτρου στη βάση της παλαιότερης νομολογίας του BVerwG δεν είναι δυνατόν να προεξοφληθεί, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης απόφασής του για την αναγνώριση δικαιώματος στον τερματισμό της ζωής[31]. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι με απόφασή του στις 11 Μαΐου 2020, το BVerfG απέρριψε αίτηση αναστολής κατά της εφαρμογής του νόμου, σταθμίζοντας τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και την προστασία της δημόσιας υγείας[32]. Εξάλλου, υπέρ της συνταγματικότητας του υποχρεωτικού εμβολιασμού για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης μιας επιδημίας έχει ταχθεί σε πρότερο χρόνο και η Επιστημονική Υπηρεσία του Γερμανικού Κοινοβουλίου[33].

Εξίσου, πρόσφατη απόφαση του Ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου απέρριψε αντίστοιχα προσφυγές κατά του υποχρεωτικού εμβολιασμού από την περιφέρεια του Βένετο[34], ενώ το Ολλανδικό Συμβούλιο Επικρατείας σε πολύ πρόσφατη γνωμοδότησή του έκρινε ότι η πρόσβαση ενός παιδιού σε παιδικούς σταθμούς μπορεί να συνοδευθεί από την προϋπόθεση συμμετοχής στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμού[35].

 

V. Υποχρεωτικός εμβολιασμός και ΕΕ

Σύμφωνα με τη Στρατηγική για τα Εμβόλια[36], την οποία η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει, η ρύθμιση του ζητήματος της υποχρεωτικότητας ή μη του εμβολιασμού, όπως και γενικότερα κάθε ζητήματος σχετικά με τον εμβολιασμό, εναπόκειται στα κράτη μέλη βάσει της αρχής της επικουρικότητας. Το ερώτημα όμως που ανακύπτει, δεδομένης της συμμετοχής της ΕΕ στη διαδικασία έρευνας, παραγωγής και διάθεσης των εμβολίων, είναι αν στοιχειοθετείται πλέον αρμοδιότητα του ΔΕΕ να κρίνει τη συμβατότητα του μέτρου με τον ΧΘΔΕΕ. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι σε παλαιότερη υπόθεση, με την οποία είχε αποσταλεί προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, αυτό με διάταξή του έκρινε εαυτόν αναρμόδιο και τον ΧΘΔΕΕ μη εφαρμοστέο[37]. Τα δεδομένα όμως τώρα έχουν αλλάξει άρδην και ίσως τελικά το ΔΕΕ κληθεί να εκδώσει απόφαση, όπως στην περίπτωση προσφυγής κατά της άρνησης αεροπορικής εταιρείας να δεχθεί μη εμβολιασμένους πελάτες σε πτήση προς άλλη ευρωπαϊκή χώρα.

Κρίσιμο είναι εξίσου το θέμα, το οποίο αναφέρθηκε και παραπάνω, των έμμεσων κυρώσεων από ιδιωτικούς φορείς σε όσους δεν επιθυμούν να εμβολιασθούν. Συνιστά αυτό απαγορευμένη διάκριση, με βάση το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 21 του ΧΘΔΕΕ ή, αντιθέτως, θα αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση άσκησης των ενωσιακών ελευθεριών, όπως η ελευθερία μετακίνησης των προσώπων; Στην περίπτωση που το ΔΕΕ κληθεί να τοποθετηθεί επί του ζητήματος και κρίνει ως θεμιτό λόγο περιορισμού της ελευθερίας μετακίνησης το εν λόγω μέτρο (προστασία της δημόσιας υγείας βάσει των άρθρων 45 παρ. 3 και 52 παρ. 1 ΣΛΕΕ), τότε εμμέσως θα έχει ταχθεί και υπέρ της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού.

Θα μπορούσε πάντως να προκριθεί η άποψη σύμφωνα με την οποία η ΕΕ δεν μπορεί να εναποθέσει τη ρύθμιση του ζητήματος αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών, γιατί σαφώς θα προκύψει ανομοιόμορφη εφαρμογή και κωλύματα στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών. Θα πρέπει, διαμέσου της Επιτροπής, να λάβει θέση στο ζήτημα και είτε να παράσχει «κάλυψη» σε ιδιώτες που επιθυμούν να λάβουν υπόψη τους τον μη εμβολιασμό ορισμένων πολιτών, προβλέποντας τη δημιουργία ενδεχομένως ειδικού πανευρωπαϊκού πιστοποιητικού εμβολιασμού, που θα επιτρέπει τον διαχωρισμό τους, στη βάση της προστασίας της δημόσιας υγείας, είτε, αντιθέτως, να διακηρύξει ότι η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τον εμβολιασμό ευελπιστώντας ότι η αναμενόμενη ανοσία αγέλης θα επιτευχθεί σύντομα και χωρίς οποιουδήποτε είδους καταναγκασμό. Θα εγερθούν βέβαια στην περίπτωση δημιουργίας ενός τέτοιου υγειονομικού πιστοποιητικού ζητήματα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλης μελέτης.

 

Συμπέρασμα

Από τις παραπάνω αναλύσεις, προκύπτει ότι η καθιέρωση υποχρεωτικού εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού, εφόσον χρειαστεί, ή συγκεκριμένων ομάδων του  πληθυσμού είναι καθ’ όλα σύμφωνη με το ελληνικό Σύνταγμα (άρθρα 5 παρ. 1 και 5, 7 παρ. 2, 21 παρ. 3, 25 παρ. 1 και 4), την ΕΣΔΑ (άρθρο 8) και τη Σύμβαση του Οβιέδο (άρθρα 5επ. και 26). Η αυτονομία του προσώπου και η αρχή της ενημερωμένης συναίνεσης μπορούν να καμφθούν, εν μέσω πανδημίας, για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως έχει εξάλλου συμβεί παλαιότερα στην Ελλάδα και έχει γίνει κατά καιρούς δεκτό από διάφορα εθνικά και υπερεθνικά δικαιοδοτικά όργανα.

 

[*] Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Νίκο Νικολάκη, Εισηγητή ΣτΕ, για τα σχόλιά του και τη συνεισφορά του στο κομμάτι της συγκριτικής έρευνας. Ευχαριστώ επίσης τον Χρήστο Σερμιέ για τη συμβολή του στην έρευνα της γερμανικής νομολογίας.

[2] Σε πρώτη φάση, οι διαβεβαιώσεις της Κυβέρνησης είναι ότι ο εμβολιασμός θα είναι μη υποχρεωτικός. Βλ. σχετικά την εισαγωγική τοποθέτηση του Πρωθυπουργού κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου στις 30.11.2020, διαθέσιμη στο: https://www.tovima.gr/2020/11/30/politics/mitsotakis-sto-telos-tou-etous-ta-emvolia-den-einai-ypoxreotikos-o-emvoliasmos/.

[3] Προς το παρόν οι απόψεις, που έχουν φιλοξενηθεί στο www.syntagmawatch.gr, είναι αντικρουόμενες. Υπέρ, καταρχήν, της συνταγματικότητας ενός υποχρεωτικού εμβολιασμού έχουν τοποθετηθεί οι Χ. Ανθόπουλος («COVID-19 και υποχρέωση εμβολιασμού», 3.8.2020) και Ξ. Κοντιάδης («Υποχρεωτικός Εμβολιασμός και Σύνταγμα», 21.9.2020), ενώ επιφυλακτικός, καταρχήν, ως προς αυτή τη δυνατότητα, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων των διεθνών συνθηκών, φαίνεται ο Τ. Βιδάλης («Είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός, ώστε να μην κινδυνεύει η δημόσια υγεία;», 15.4.2019). Στο κείμενό του, ο Κ. Κουρούπης («Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο», 22.4.2020) αναφέρει ότι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός δεν προβλέπεται ως υποχρέωση που πηγάζει από την ενωσιακή ή διεθνή έννομη τάξη.

[4] Στο αντίθετο βέβαια συμπέρασμα καταλήγουμε αν ληφθεί υπόψη η γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών (βλ. υπό στοιχεία Υ1/Γ.Π.161682/22-12-2008 έγγραφο της Δ/νσης Δημόσιας Υγιεινής του Υπ. Υγείας & Κοιν. Αλληλεγγύης), στην οποία παραπέμπουν έγγραφα του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού (βλ. ενδεικτικά το υπ. αρ΄ 4898/24.9.2010 έγγραφο του Ειδικού Γραμματέα) και σύμφωνα με την οποία «είναι υποχρεωτικά όλα εκείνα τα εμβόλια που είναι ενταγμένα στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών και για αυτό δίνονται δωρεάν στα πλαίσια προστασίας της Δημόσιας Υγείας. Μόνο σε περιπτώσεις ιατρικής αντένδειξης, θα μπορούν οι γονείς να αρνηθούν τον εμβολιασμό των παιδιών τους». Όπως πάντως αναφέρεται στην Ευρωπαϊκή Πύλη Πληροφοριών Εμβολιασμού (https://vaccination-info.eu/el/), ο εμβολιασμός των παιδιών για ορισμένες ασθένειες είναι υποχρεωτικός σε 12 χώρες της ΕΕ/του ΕΟΧ, στις οποίες δεν συγκαταλέγεται η Ελλάδα (βλ. https://vaccine-schedule.ecdc.europa.eu/). Κατά καιρούς έχει επιβληθεί υποχρεωτικός εμβολιασμός σε περιόδους έξαρσης επιδημιών, όπως συνέβη με τη διφθερίτιδα (άρθρο 1 του ν. 1658/1951) και τη φυματίωση (άρθρο 7 του ν. 4053/1960).

[5] https://www.moh.gov.gr/articles/health/dieythynsh-dhmosias-ygieinhs/emboliasmoi/ethnikh-epitroph-emboliasmwn/.

[6] Συγκεκριμένα, ως προς τους δημοτικούς παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς η υπ’ αριθμ. 41087/29.11.2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδόθηκε με βάση την εξουσιοδότηση της παρ.14 του άρθρου 19 του ν. 4071/2012 (Α΄ 16), όπως ισχύει, και με την οποία εγκρίθηκε ο «Πρότυπος Κανονισμός Λειτουργίας Δημοτικών Παιδικών και Βρεφονηπιακών Σταθμών» (Β΄ 4249/05.12.2017), ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 4 περ. (ε) ως προϋπόθεση εγγραφής των παιδιών στους παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς Σταθμούς την προσκόμιση αντιγράφου του βιβλιαρίου υγείας τους με τα εμβόλια που προβλέπονται κάθε φορά ανάλογα με την ηλικία του παιδιού. Το δε άρθρο 4 δίνει τη δυνατότητα διακοπής της φιλοξενίας των παιδιών στους σταθμούς, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις ως άνω υποχρεώσεις. Επίσης, στα άρθρα 6 παρ. 4 περ. (α) (γγ) και 7 παρ. 4 περ. (α) (δδ) του πδ 79/2017 αναφέρεται ότι η επίδειξη του βιβλιαρίου υγείας ή άλλου στοιχείου, από το οποίο αποδεικνύεται ότι έγιναν τα προβλεπόμενα εμβόλια, απαιτείται για την εγγραφή ενός παιδιού στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο αντίστοιχα.

[7] Δ. Δαρέλλη, «Η αξία του ανθρώπου» σε: Σπ. Βλαχόπουλος (επιμ), Θεμελιώδη Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σελ. 45-46. Έτσι και ο Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα, 4η έκδ., Σάκκουλας, 2012, σελ. 221.

[8] Για μια δεοντοκρατική θεμελίωση του επιτρεπτού (θεμιτής συνάφειας) του υποχρεωτικού εμβολιασμού βλ. Ν. Παπασπύρου, Συνταγματική ελευθερία και δημόσιοι σκοποί, Σάκκουλας, 2019, σελ. 79-80.

[9] Χ. Ανθόπουλος «Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης», ΕφημΔΔ 1/2020, σελ. 33.

[10] Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής έχει υποστηρίξει, αντιθέτως, στη Σύστασή της για τους εμβολιασμούς σε παιδιά της 26.5.2015 (διαθέσιμη εδώ: http://www.bioethics.gr/images/pdf/GNOMES/RECOMMENDATION_Immunization_In_Children_Final_GR.pdf) ότι τέτοιοι εμβολιασμοί δεν μπορούν να είναι υποχρεωτικοί ούτε μπορεί η παράλειψή τους να επισείει κυρώσεις. Υπέρ αυτής της άποψης φέρεται να είχε ταχθεί και ο τότε Συνήγορος του Παιδιού με την με την υπ’ αριθ. 162670/20474/2013 επιστολή του προς το Υπουργείο Παιδείας (στην οποία παραπέμπουν οι Κ. Κηπουρίδου/Μ. Μηλαπίδου/Μ. Βασιλείου, «Υποχρεωτικοί μαζικοί εμβολιασμοί προσφύγων και ευάλωτων ομάδων: Νομικοί και βιοηθικοί προβληματισμοί», ΕλλΔνη 3/2018, σελ. 935).

[11] Χ. Ανθόπουλος, «Πανδημία, δικαίωμα στην υγεία και καθήκον αλληλεγγύης.», όπ.π., σελ 33.

[12] Βλ. σχετικά και τη γνωμοδότηση της Επιστημονικής Υπηρεσίας του Γερμανικού Κοινοβουλίου της 27.3.2016 με τίτλο “Verfassungsrechtliche Zulässigkeit einer Impfpflicht”, διαθέσιμη εδώ: https://www.bundestag.de/resource/blob/413560/40484c918e669002c4bb60410a317057/wd-3-019-16-pdf-data.pdf.

[13] Βλ. σχετικά τις δηλώσεις του Υπουργού κ. Γεραπετρίτη της 1.12.2020, διαθέσιμες στο https://www.tovima.gr/2020/12/01/society/gerapetritis-sto-mega-opoios-emvoliastei-tha-lamvanei-sxetiki-vevaiosi/.

[14] Βλ. Salvetti v. Italy, 8.7.2002, Y.F. v. Turkey, 22 July 2003, para 33, X και Y v. the Netherlands, 26 March 1985, para 22.

[15] Solomakhin v. Ukraine, 15 March 2012, paras 35-36: “35. The Court further notes that such interference was clearly provided by law and pursued the legitimate aim of the protection of health. It remains to be examined whether this interference was necessary in a democratic society.

  1. In the Court’s opinion the interference with the applicant’s physical integrity could be said to be justified by the public health considerations and necessity to control the spreading of infectious diseases in the region.

Furthermore, according to the domestic court’s findings, the medical staff had checked his suitability for vaccination prior to carrying out the vaccination, which suggest that necessary precautions had been taken to

ensure that the medical intervention would not be to the applicant’s detriment to the extent that would upset the balance of interests between the applicant’s personal integrity and the public interest of protection health of the population.”

[16] Jehovah’s Witnesses of Moscow v. Russia, 10 June 2010, para 136: “It was emphasised that free choice and self-determination were themselves fundamental constituents of life and that, absent any indication of the need to protect third parties – for example, mandatory vaccination during an epidemic, the State must abstain from interfering with the individual freedom of choice in the sphere of health care, for such interference can only lessen and not enhance the value of life (…).”

[17] Vavřička v. the Czech Republic (application no. 47621/13). ). Η υπόθεση αφορά στην επιβολή διοικητικών (χρηματικών) κυρώσεων σε μητέρα που αρνήθηκε να εμβολιάσει τα παιδιά της.

[18] Βλ. Comments on Article 5 of the Convention, Explanatory Report to the Convention for the protection of Human Rights and Dignity of the Human Being with regard to the Application of Biology and Medicine: Convention on Human Rights and Biomedicine, Oviedo, ETS no 164, 4.IV.1997, διαθέσιμο εδώ: https://rm.coe.int/16800ccde5: “39. Furthermore, Article 26 of the Convention, as well as Article 6 concerning protection of persons not able to consent, Article 7 concerning protection of persons who have mental disorders and Article 8 concerning emergency situations, define the instances in which the exercise of the rights contained in the Convention and hence the need for consent may be limited.”

[19] Steering Committee on Bioethics (CDBI), Convention on the protection of human rights and dignity of the human being with regard to the application of biology and medicine: Convention on human rights and biomedicine (ETS n°164), Preparatory work on the Convention, Strasbourg, 28 June 2000 CDBI/INF (2000) 1, σελ. 25, διαθέσιμες εδώ: https://www.coe.int/t/dg3/healthbioethic/texts_and_documents/CDBI-INF(2000)1PrepConv.pdf: “Lastly, it was observed that the case of compulsory vaccinations which might be carried out without the consent of the person concerned was covered by the reference to public health in the second paragraph of Article 2 [νυν άρθρο 26].”

[20] Βλ. σημείο 150 του Explanatory Report, όπ.π.

[21] Explanatory Report to the Convention on Human Rights and Biomedicine, όπ.π: “149. [This article] echoes partially the provisions of Article 8, paragraph 2, of the European Convention on Human Rights. The exceptions made in Article 8, paragraph 2, of the European Convention on Human Rights have not all been considered relevant to this Convention. The exceptions defined in the article are aimed at protecting collective interests (public safety, the prevention of crime, and the protection of public health) or the rights or freedoms of others.

  1. The reasons mentioned in Article 26.1 should not be regarded as justifying an absolute exception to the rights secured by the Convention. To be admissible, restrictions must be prescribed by law and be necessary in a democratic society for the protection of the collective interest in question or for the protection of individual interests, that is the rights and freedom of others. These conditions must be interpreted in the light of the criteria established with regard to the same concepts by the case-law of the European Court of Human Rights. In particular, the restrictions must meet the criteria of necessity, proportionality and subsidiarity, taking into account the social and cultural conditions proper to each State. The term “prescribed by law” should be interpreted in accordance with the meaning usually given to it by the European Court of Human Rights, that is a formal law is not required and each State may adopt the form of domestic law it considers most appropriate.”

[22] 197 U.S. 11 (1905).

[23] Βλ. σχετικά Π. Παπαρρηγοπούλου-Πεχλιβανίδη, Το Δημόσιο Δίκαιο της Υγείας. Οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας – Δικαιώματα του χρήστη – Δημόσια υγεία, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, υποσημείωση 250.

[24] Zucht v. King, 260 U.S. 174 (1922).

[25] “But the liberty secured by the Constitution of the United States to every person within its jurisdiction does not import an absolute right in each person to be, at all times and in all circumstances, wholly freed from restraint. There are manifold restraints to which every person is necessarily subject for the common good. On any other basis organized society could not exist with safety to its members. Society based on the rule that each one is a law unto himself would soon be confronted with disorder and anarchy. Real liberty for all could not exist under the operation of a principle which recognizes the right of each individual person to use his own, whether in respect of his person or his property, regardless of the injury that may be done to others.” 197 U.S. 11, 26 (1905).

[26] Βλ. άρθρα L. 3111-2 και L. 3111-3 του Κώδικα Δημόσιας Υγείας, καθώς και άρθρο 227-17 του ΠΚ.

[27] Décision n° 2015-458 QPC du 20 mars 2015, Époux L., σκέψη 10: « 10. Considérant qu’il est loisible au législateur de définir une politique de vaccination afin de protéger la santé individuelle et collective ; qu’il lui est également loisible de modifier les dispositions relatives à cette politique de vaccination pour tenir compte de l’évolution des données scientifiques, médicales et épidémiologiques ; que, toutefois, il n’appartient pas au Conseil constitutionnel, qui ne dispose pas d’un pouvoir général d’appréciation et de décision de même nature que celui du Parlement, de remettre en cause, au regard de l’état des connaissances scientifiques, les dispositions prises par le législateur ni de rechercher si l’objectif de protection de la santé que s’est assigné le législateur aurait pu être atteint par d’autres voies, dès lors que les modalités retenues par la loi ne sont pas manifestement inappropriées à l’objectif visé ; ».

[28] « Il résulte de ce qui précède qu’en rendant obligatoires les onze vaccins figurant déjà au calendrier des vaccinations rendu public par le ministre chargé de la santé, mais qui, pour huit d’entre eux, étaient antérieurement seulement recommandés, les dispositions législatives critiquées ont apporté au droit au respect de la vie privée une restriction justifiée par l’objectif poursuivi d’amélioration de la couverture vaccinale pour, en particulier, atteindre le seuil nécessaire à une immunité de groupe au bénéfice de l’ensemble de la population, et proportionnée à ce but […]

La restriction apportée par l’article L. 3111-2 du code de la santé publique à l’obligation de consentement du représentant du mineur à toute intervention dans le domaine de la santé est inhérente au caractère obligatoire de la vaccination, lequel, comme il a été dit précédemment, est justifié par les besoins de la protection de la santé publique et proportionné au but poursuivi. Dans ces conditions, les dispositions de cet article ne sont pas incompatibles avec les stipulations du 2 de l’article 6 de la convention signée à Oviedo le 4 avril 1997. »

[29] BVerwG Urteil des 14/7/1959, IC 170/56.

[30] Gesetz für den Schutz vor Masern und zur Stärkung der Impfprävention (Masernschutzgesetz) της 13.2020, ο οποίος τροποποίησε τον Infektionsschutgesetz του 2000.

[31] Η συνταγματικότητα του νόμου αυτού δεν έχει ακόμη κριθεί, έχουν όμως εκφραστεί στη θεωρία προβληματισμοί σε σχέση με την αναλογικότητα του μέτρου (βλ. ενδ. S. Rixen, „Verfassungsfragen der Masernimpfpflicht: Ist die Impfpflicht nach dem geplanten Masernschutzgesetz verfassungswidrig?“, 11.10.2019, διαθέσιμο εδώ: https://www.individuelle-impfentscheidung.de/pdfs/Rixen/Verfassungsgutachten.pdf). Στη βάση αυτή, άλλωστε, προβληματισμός ως προς τη συνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού εκφράζεται και στην Ισπανία, όπου όμως ο εμβολιασμός είναι προαιρετικός (βλ. ενδ. Tolosa-Tribiño C., “El derecho a la salud y la vacunación”, AnRANM 2018, no 135(03), pp. 324-330, διαθέσιμο στο: http://dx.doi.org/10.32440/ar.2018.135.03.dle06).

[32] Beschluss vom 11. Mai 2020, 1 BvR 469/20, 1 BvR 470/20.

[33] Βλ. Γνωμοδότηση της 27.3.2016, όπ.π.

[34] Απόφαση 5/2018, διαθέσιμη σε αγγλική περίληψη εδώ: https://www.cortecostituzionale.it/documenti/download/doc/recent_judgments/S_5_2018_EN.pdf.

[35] Advisory Division of the Council of State, No.W13.19.0401/III/Vo The Hague, 5 March 2020, διαθέσιμη (στα ολλανδικά) εδώ: https://www.raadvanstate.nl/adviezen/@119421/w13-19-0401-iii/#highlight=vaccination.

[36] Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, Στρατηγική της ΕΕ για τα εμβόλια κατά της νόσου COVID-19 Βρυξέλλες, 17.6.2020, COM(2020) 245 final.

[37] C-459/13, affaire Široká, ordonnance du 17 juillet 2014.

Ψηφιακή ελεύθερη έκφραση – Κράτος, Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης & Μηχανές Αναζήτησης μεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου & ελέγχου του ιδιώτη, Νομική Βιβλιοθήκη 2020

Το έργο «Ψηφιακή Ελεύθερη Έκφραση» προσεγγίζει την εξέλιξη του δικαιώματος στην ελευθερία του λόγου και του τύπου που διαμορφώνεται στο ψηφιακό και διαδικτυακό περιβάλλον, υπό την επίδραση της ευρωπαϊκής και αμερικανικής έννομης τάξης. Το έργο περιλαμβάνει τους μετασχηματισμούς των βασικών εννοιών της ελεύθερης έκφρασης στο διαδίκτυο, τη λειτουργία και επίδραση των μηχανών αναζήτησης στην διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας, την ανάπτυξη και επιρροή του φαινομένου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην εκφορά του λόγου, και τους νέους προβληματισμούς σχετικά με την ανάπτυξη της ψηφιακής αγοράς των ιδεών. Απευθύνεται τόσο στον νομικό της πράξης, δικηγόρο ή δικαστή, όσο και στον κλάδο της ενημέρωσης και της πληροφορικής.

Πρόλογος: Π. Μαντζούφας

 

Καταχώρηση: 02-12-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Το νομοσχέδιο για τις προσλήψεις και η στρεβλή αντίληψη περί «αξιοκρατίας»

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Δρ. Δημοσίου Δικαίου, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Το κυβερνητικό νομοσχέδιο για τις προσλήψεις προβάλλεται πανηγυρικά ως μείζων μεταρρύθμιση που φιλοδοξεί ομολογημένα να υποκαταστήσει  πλήρως το «Νόμο Πεπονή», αυτό το εμβληματικό νομοθέτημα της ύστερης μεταπολίτευσης που έθεσε τις βάσεις για τη συνταγματική κατοχύρωση των αρχών της αξιοκρατίας, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας στις προσλήψεις του Δημοσίου (Παπατόλιας 2019α, 245-279 και ΣτΕ Ολομ. 527/2015). Βεβαίως, η ανάγκη για μια σοβαρή μεταρρύθμιση στο σύστημα των προσλήψεων αναγνωρίζεται από πολλές πλευρές, οι οποίες συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι το ισχύον πλαίσιο αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις της αξιοκρατικής στελέχωσης του Δημοσίου, καθώς απηχεί αντιλήψεις και προτεραιότητες μιας άλλης εποχής (Χρυσανθάκης 2010 377 επ, Σπανού 2011, 51 επ και Μακρυδημήτρης 2018, 110 επ). Το αρχικό μεταρρυθμιστικό νομοθέτημα (Ν.2190/94), άλλωστε, γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και θεσμικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούσε το γνωστό «σύστημα των μορίων» του Ν.1320/1983, με τα ομοιόμορφα και προκαθορισμένα κριτήρια επιλογής που αποτυπώνονταν μαθηματικά σε «μόρια» που συγκέντρωνε ο κάθε υποψήφιος. Ο έντονα τυπικός χαρακτήρας της μοριοδότησης, σε συνδυασμό με την απουσία κάθε μορφής ουσιαστικής αξιολόγησης (δεξιοτήτων ή προσωπικότητας), επικρίθηκε από μέρος του επιστημονικού κόσμου ως αυθαίρετη, ισοπεδωτική και αναξιοκρατική μεταχείριση, ενώ η καθιέρωση κοινωνικών κριτηρίων για την κάλυψη συγκεκριμένων θέσεων χαρακτηρίστηκε ως «θεσμοποιημένη μεροληψία» που εξομοίωνε αθέμιτα τη διοικητική στελέχωση με την άσκηση κοινωνικής πολιτικής υπέρ των ασθενέστερων κατηγοριών (Σπανού 1995,83, Χρυσανθάκης 1995, 95-97, Κοιμτζόγλου 2003, 108).

O Ν.2190/1994, παρότι θεσπίστηκε για να εκσυγχρονίσει και να αναρρυθμίσει αξιοκρατικά το καθεστώς των προσλήψεων, διατήρησε στην πραγματικότητα πολλά στοιχεία του προισχύοντος πλαισίου. Έτσι, ενώ τυπικά καθιέρωνε το διαγωνισμό ως «κανόνα» για την επιλογή του προσωπικού, η πρακτική εφαρμογή του κατέληγε να αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην «εξαίρεση» υπέρ ενός συστήματος «αυτόματης επιλογής» (Μαυρομούστακου 2016, 54-83), όπου τα κριτήρια για τον καθορισμό της σειράς προτεραιότητας αποτελούσαν προέκταση του «συστήματος των μορίων». Στο αναθεωρημένο μάλιστα Σύνταγμα του 2001 τα «προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια» της «αυτόματης επιλογής», τα οποία παρέπεμπαν περισσότερο σε «αδιάβλητες διαδικασίες» παρά σε απόδειξη της «προσωπικής αξίας» (Παπακωνσταντίνου 2007, 234 επ), καθιερώθηκαν ως ισότιμος τρόπος επιλογής  με τον πανελλήνιο διαγωνισμό (Παπαδοπούλου 2002, 97-100), που εξ ορισμού θεωρούνταν ως η πιο συμβατή μέθοδος με την αξιοκρατική λογική, υπό τον όρο ότι διασφαλίζεται η ίση πρόσβαση των υποψηφίων σε αυτόν. Η «αυτόματη επιλογή», με τη σειρά της, παρότι επικρινόταν ότι παραγνώριζε τα ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων στο όνομα μιας αντιπαραγωγικής  εξισωτικής ομοιομορφίας, συνέχισε να θεωρείται ως η πιο αξιόπιστη και η λιγότερο κοστοβόρα από διοικητικο-οικονομική σκοπιά εγγύηση έναντι της επαπειλούμενης κομματικής ανάμειξης στις προσλήψεις. Η έμφαση στη διασφάλιση της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και της αμεροληψίας είχε ως συνέπεια η «αξιοκρατία» να εξομοιωθεί σταδιακά  με τη μοριοδότηση τυπικών προσόντων και την τυποποίηση των διαδικασιών επιλογής (Σπανού 2011, 54-55 και Μαυρομούστακου 2016, 83) .

Εκείνο, ωστόσο, που δείχνουν να αγνοούν οι σημερινές κυβερνητικές εξαγγελίες, που προβάλλουν πανηγυρικά την «επιστροφή» της αξιοκρατίας λόγω γενίκευσης του πανελλήνιου διαγωνισμού, είναι ότι τόσο ο διαγωνισμός όσο και η αυτόματη επιλογή επικρίνονταν για τον ίδιο ακριβώς λόγο: ότι είχαν εφαρμοστεί κατά τρόπο μηχανιστικό, ισοπεδωτικό και αναξιοκρατικό, καθόσον δεν αποτιμούσαν τις ουσιαστικές «ικανότητες» του υποψηφίου και δεν αξιοποιούσαν τα πορίσματα της διοικητικής ή οργανωσιακής ψυχολογίας. Η κριτική, με άλλα λόγια, που ισχύει και σήμερα στο ακέραιο, ήταν ότι με την άκρατη τυποποίηση της διαδικασίας επιλογής -είτε του διαγωνισμού είτε της σειράς προτεραιότητας με «αυτόματη επιλογή»- θυσιάζονται οι προσωπικές ικανότητες και οι πραγματικές δεξιότητες των υποψηφίων στο όνομα της τυπικής ισότητας και της ταχύτητας της επιλογής (Μακρυδημήτρης 2018, 113-115 και Παπατόλιας 2019α 301-337). Ως απάντηση στην κριτική αυτή για απρόσφορους και αφυδατωμένους διαγωνισμούς αναδύθηκε η σύγχρονη τάση «επαγγελματικοποίησης» των εξεταστικών  δοκιμασιών με την εισαγωγή νέων μεθόδων διάγνωσης των ικανοτήτων που συσχετίζουν το επαγγελματικό περίγραμμα  της θέσης με την «καταλληλότητα» του κάθε υποψηφίου να ασκεί συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα, συμβάλλοντας στη συνολική αποδοτικότητα του συστήματος. Η στροφή στην αξιολόγηση των ουσιαστικών προσόντων συνδέθηκε στη σύγχρονη διεθνή πρακτική με καινοτόμες μεθόδους επιλογής (Παπατόλιας 2019α, 334-357), όπως  τα τεστ αριθμητικού συλλογισμού ή οι δοκιμασίες «ανίχνευσης ικανοτήτων» που εφαρμόζονται ήδη στο ιδιωτικό μάνατζμεντ με μεγάλη επιτυχία. Τα ποικίλα τεστ επιλογής «νέας γενιάς» κατάφεραν, έτσι, να εμπλουτίσουν τα παραδοσιακά και απαξιωμένα «τεστ IQ» με τα σύγχρονα «τεστ ικανότητας και κλίσης», τα «τεστ γενικής πνευματικής ικανότητας», τα «τεστ καταστάσεων», τα αμφιλεγόμενα «τεστ προσωπικότητας», καθώς και τα «τεστ απόδοσης» των υποψηφίων, με «δείγμα έργου», παρόμοιου ή πανομοιότυπου με εκείνο που θα επιτελούν εάν προσληφθούν. Δεδομένου ότι οι κυβερνήσεις και οι σχεδιαστές των δημόσιων πολιτικών διαθέτουν, πλέον, ένα ευρύτατο πεδίο διακριτικής ευχέρειας ως προς την επιλογή μεθόδων πρόσληψης, κάθε σοβαρό μεταρρυθμιστικό σχέδιο οφείλει να διευκρινίζει ποιες μεθόδους προκρίνει και για ποιο λόγο, καθώς και να τις αντιστοιχεί με τις ανάγκες επιλογής κάθε συγκεκριμένης κατηγορίας προκηρυσσόμενων θέσεων. Δυστυχώς, το υπό εξέταση νομοσχέδιο, παρά τις ρητορικές διαβεβαιώσεις περί «ενίσχυσης της αξιοκρατίας», δεν φαίνεται να καλύπτει καμία από τις προϋποθέσεις μιας σύγχρονης αποτίμησης της «καταλληλότητας», καθώς ούτε άξιες λόγου καινοτομίες επιλογής εισάγει ούτε σοβαρές θεσμικές αλλαγές δρομολογεί για την αξιοκρατική αναρρύθμιση των προσλήψεων.

Ειδικότερα, το νομοσχέδιο επισύρει τις ακόλουθες επτά κριτικές παρατηρήσεις:

  1. Όσο κι αν πασχίσει κανείς, δεν θα διακρίνει κάποια ουσιαστική καινοτομία όσον αφορά το γραπτό διαγωνισμό, που να δικαιολογεί μεγαλοστομίες περί «αναμόρφωσης» ή έστω σημαίνουσας «βελτιωτικής μετεξέλιξης» του συστήματος των προσλήψεων. Δεδομένου ότι η διαδικασία του πανελλήνιου γραπτού θεσπιζόταν ήδη στην πρώτη μορφή του «Νόμου Πεπονή» ως ο βασικός τρόπος επιλογής του προσωπικού, η μόνη ουσιαστική διαφοροποίηση του νομοσχεδίου είναι ότι πλέον αυτός προτείνεται ως κύρια μέθοδος επιλογής για όλες τις ειδικότητες, αδιακρίτως εκπαιδευτικής κατηγορίας ή ειδικών προσόντων. Η δε ειδική γραπτή δοκιμασία επ’ ουδενί δεν συνιστά «καινοτομία» ή «μεταρρύθμιση», καθώς η σχετική πρόβλεψη εντοπίζεται ήδη στο Ν.3051/2002, ο οποίος εμπλούτισε την «αυτόματη επιλογή» με τα «τεστ» που διενεργούσε το ΑΣΕΠ ανά τακτά χρονικά διαστήματα για να εξακριβώσει τις γενικότερες γνώσεις και πρακτικές δεξιότητες των υποψηφίων (αριθμητικές, αναλυτικές, λεκτικές, αντιληπτικές, κριτικές). Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες ότι οι η εξέταση των γνώσεων και των δεξιοτήτων θα καλύψει την παράμετρο της διάγνωσης της «καταλληλότητας» των υποψηφίων και των συναφών με τη θέση προσόντων τους, οι προβλέψεις για την οργάνωση της όλης διαδικασίας δεν φανερώνουν καμία ουσιώδη απομάκρυνση από το ισχύον «παραδοσιακό» εξεταστικό σύστημα (μέθοδοι ερωτήσεων πολλαπλών επιλογών  ή ανάπτυξης κειμένου), ενώ πουθενά δεν εντοπίζονται οι «καλές πρακτικές» του εξωτερικού ή οι σύγχρονες τεχνικές αξιολόγησης των ουσιαστικών ικανοτήτων, που θα διόρθωναν τις διαπιστωμένες αδυναμίες του διαγωνισμού.
  2. Το γεγονός ότι η μέθοδος του διαγωνισμού προβάλλεται ως η αποκλειστική μέθοδος επιλογής παραβλέπει τη μέχρι σήμερα πλούσια εμπειρία από τις σχετικές διαδικασίες πανελλήνιου διαγωνισμού και ειδικότερα τις αυξημένες οικονομικές και χρονικές απαιτήσεις για την ολοκλήρωσή τους, οι οποίες καθιστούσαν πρακτικά ανέφικτη τη διεξαγωγή του σε ετήσια βάση. Αν μάλιστα οι υπερβάσεις σε επίπεδο οικονομικού και διοικητικού κόστους δικαιολογούνται σήμερα ενόψει της επιδίωξης για «περισσότερη αξιοκρατία», δεν μπορεί να αγνοηθεί το ενδεχόμενο της αδυναμίας της διεξαγωγής του για πιεστικούς δημοσιονομικούς ή οργανωτικούς λόγους. Χωρίς συγκεκριμένη πρόβλεψη ότι η «αυτόματη επιλογή» θα αποτελεί την «εφεδρική» ή «εναλλακτική» μέθοδο για την κάλυψη των αναγκών του Δημοσίου, ο κίνδυνος παράκαμψης των διαδικασιών του ΑΣΕΠ και των εγγυήσεων διαφάνειας και αξιοκρατίας αυξάνει ανησυχητικά.

Επιπλέον, από τη μέχρι σήμερα διεξαγωγή γραπτών διαγωνισμών προκύπτει ότι το κόστος και ο χρόνος που απαιτήθηκαν για να καλυφθούν οι θέσεις διοικητικών ειδικοτήτων με γραπτό διαγωνισμό ήταν δυσανάλογοι σε σχέση με τους αντίστοιχους ρυθμούς στελέχωσης με σειρά προτεραιότητας, με αμφίβολο μάλιστα «αξιοκρατικό» όφελος εξαιτίας των τυποποιημένων και απαρχαιωμένων εξεταστικών διαδικασιών που μόνο τα ουσιαστικά προσόντα δεν επετύγχαναν να διαγνώσουν… Οι αδυναμίες αυτές αναγνωρίστηκαν, άλλωστε, δημόσια από το νομοθέτη του 2002 (Ν.3051/2002), που θεώρησε προσφορότερο και αποδοτικότερο για το Δημόσιο, οι διοικητικές θέσεις να καλύπτονται με σειρά προτεραιότητας και όχι με πανελλήνιο διαγωνισμό.

Άλλως ειπείν, η προσφυγή αδιακρίτως στην μέθοδο του «παραδοσιακού διαγωνισμού» για την επιλογή του πάσης φύσης προσωπικού του Δημοσίου όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (πλην υποχρεωτικής εκπαίδευσης) γεννά σοβαρές επιφυλάξεις και για το αν επιτρέπει την ουσιαστική αξιολόγηση της «καταλληλότητας» των υποψηφίων και για το αν υπηρετεί τη δίκαιη και αξιοκρατική μεταχείρισή τους. Εξίσου έντονα ερωτηματικά εγείρει και η επιλογή του διαγωνισμού για τη στελέχωση μη διοικητικών ειδικοτήτων της κατηγορίας ΔΕ (όπως πληρώματα ασθενοφόρων ΕΚΑΒ, νοσηλευτές, οδηγοί), όταν η διεθνής «καλή πρακτική» επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε «πρακτικές δοκιμασίες» για την επιλογή του εν γένει βοηθητικού ή τεχνικού προσωπικού και απορρίπτει τις γενικού τύπου εξετάσεις. Εάν ληφθεί, μάλιστα, υπόψη ότι στην κατηγορία ΔΕ σε θέσεις χαμηλής ειδίκευσης εμφανίζονται κυρίως υποψήφιοι μεγαλύτερης ηλικίας, φαντάζει εντελώς αδικαιολόγητη η υποβολή τους σε μια διαγωνιστική διαδικασία, η οποία, σε συνδυασμό με την αγνόηση της επαγγελματικής τους διαδρομής, μειώνει δραματικά τις πιθανότητες επιλογής τους.

  1. Μείζονα αλλαγή σε σχέση με το ισχύον σύστημα συνιστά η επιλογή της υποβάθμισης των ακαδημαϊκών κριτηρίων, η οποία κινείται σε προδήλως εσφαλμένη κατεύθυνση. Το ότι η αρχή της αξιοκρατίας επιτάσσει να υποχωρούν τα τυπικά-αντικειμενικά κριτήρια έναντι της διάγνωσης των ουσιαστικών ικανοτήτων των υποψηφίων, δεν συνεπάγεται με κανένα τρόπο την περιθωριοποίηση των ακαδημαϊκών τίτλων. Παράλληλα, η μοριοδότηση των διδακτορικών ανεξαρτήτως της συνάφειάς τους με τα καθήκοντα της θέσης αφενός μεν αντιβαίνει στη διακηρυγμένη αναζήτηση της «καταλληλότητας», υπό την έννοια της «λειτουργικής εξειδίκευσης» των προσόντων, αφετέρου δε η επιλεκτική συνεκτίμησή της αποκλειστικά στα μεταπτυχιακά, οδηγεί σε κραυγαλέες αντιφάσεις και τραγελαφικές καταστάσεις, όπου θα μοριοδοτείται με μεγαλύτερη βαθμολογία υποψήφιος με άσχετο θεματικά διδακτορικό τίτλο από εκείνους που θα διαθέτουν μεταπτυχιακό συναφή με τα διοικητικά καθήκοντα… Μόνο μια στρεβλή αντίληψη περί αξιοκρατίας θα επέβαλλε μια τέτοια ισοπέδωση των ακαδημαϊκών κριτηρίων, καθώς είναι απολύτως έωλος ο ισχυρισμός ότι η γνωστική καταλληλότητα προκύπτει μονομερώς μέσα από μια φορμαλιστική στιγμιαία εξέταση σε ένα γραπτό διαγωνισμό αλλά όχι μέσα από συναφείς με τα διοικητικά καθήκοντα διδακτορικούς τίτλους. Το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη μοριοδότησης της γνώσης ξένης γλώσσας που καταργείται εντελώς, ενισχύοντας τους αρνητικούς συμβολισμούς για τη γλωσσομάθεια των δημοσίων υπαλλήλων.
  2. Ακόμη πιο αυθαίρετη και προβληματική από αξιοκρατική σκοπιά είναι η απάλειψη της επαγγελματικής εμπειρίας ως κριτηρίου προσαύξησης της βαθμολογίας των υποψηφίων, γεγονός που στερεί το σύστημα επιλογής από κάθε εύλογη ισορροπία μεταξύ της διάγνωσης του γνωστικού υποβάθρου και της πιστοποίησης των επαγγελματικών δεξιοτήτων ενός υποψηφίου. Η αρνητική εμπειρία από την αδυναμία σαφούς ποσοτικοποίησης στη μοριοδότηση της επαγγελματικής εμπειρίας οδηγεί παραδόξως στην πλήρη απαξίωση της πορείας του υποψηφίου έως την στιγμή του διαγωνισμού. Η δε εκτίμηση ότι οι γνωστικές δοκιμασίες θα έχουν και «επαγγελματικό πρόσημο», που θα επιτρέπει συγχρόνως την «κεφαλαιοποίηση» της πολυετούς προϋπηρεσίας (Χαραλαμπογιάννη 2020), δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική, δεδομένης της υφιστάμενης μορφής των εξεταστικών δοκιμασιών…

Πέρα από λειτουργικά και επιχειρησιακά ατελέσφορη, η μη προσμέτρηση της εμπειρίας είναι και καταφανώς άδικη, ιδίως στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία της κρίσης που ωθεί συνεχώς αυξανόμενο αριθμό υποψηφίων μεγαλύτερης ηλικίας στην αναζήτηση θέσεων απασχόλησης στο Δημόσιο, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Πρέπει, επομένως, να αναδειχθεί στο δημόσιο διάλογο ότι η καλλιέργεια προσδοκιών επιτυχίας στις νεότερες ηλικίες χάνει το θεμιτό χαρακτήρα της (Μολύβας 2018, 157-233) εάν συνοδεύεται από συνθήκες «κοινωνικού δαρβινισμού» για τους αρχαιότερους και εμπειρότερους, που αποδεικνύονται πιο ευάλωτοι στην κρίση (Παπατόλιας 2020).

Παράλληλα, είναι κρίσιμο να επισημανθεί ότι η αποκλειστική μέριμνα για την επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και τη διευκόλυνση της κατάταξης των υποψηφίων, τη στιγμή που δεν αξιοποιείται καμία σύγχρονη τεχνική για τη διάγνωση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και της «εργασιακής αποτελεσματικότητας», απέχει πόρρω από το αξιοκρατικό ιδεώδες υπό κάθε δυνατή εκδοχή του της (Μολύβας 2018,17-37 και Παπατόλιας 2019β, 470 επ). Τούτο διότι η πρόβλεψη μιας ισοπεδωτικής ή καταφανώς άδικης αντιμετώπισης, που ακυρώνει κρίσιμα στοιχεία της «προσωπικής αξίας» για λόγους αυτοματοποίησης της αξιολόγησης και διασφάλισης της ταχύτητας στην επιλογή, περισσότερο παραπέμπει σε έκτακτο καθεστώς στελέχωσης παρά σε παγιωμένες συνθήκες αξιοκρατίας…  

Στο προτεινόμενο νομοσχέδιο, η επιδίωξη μιας σταθμισμένης μοριοδότησης των εκπαιδευτικών κριτηρίων (τίτλων σπουδών, ξένων γλωσσών) και της επαγγελματικής εμπειρίας, που θα επέτρεπε τη δημιουργική σύνθεση των διαφορετικών παραμέτρων της «προσωπικής αξίας», δείχνει να υποχωρεί άτακτα έναντι της πανάκειας ενός ατελούς και  φορμαλιστικά δομημένου διαγωνισμού. Μια εύλογη διαβάθμιση της βαρύτητας της μοριοδότησης, σε ένα πιο ισορροπημένο και πολυπαραμετρικό σύστημα επιλογής είναι, επομένως, πιο αναγκαία από ποτέ. Θα  τολμούσαμε, μάλιστα, να την ποσοτικοποιήσουμε ως εξής: το 65% ή το 70% της συνολικής βαθμολογίας να προκύπτει από την επίδοση των υποψηφίων στο γραπτό διαγωνισμό, το 20% ή το 15% από διαβαθμισμένα εκπαιδευτικά κριτήρια, το 10% από την πιστοποιημένη επαγγελματική προϋπηρεσία τους και το 5%, τέλος, από σταθμισμένα κοινωνικά κριτήρια για όσες ευάλωτες κατηγορίες δεν τοποθετούνται απευθείας στο Δημόσιο.

  1. Δεδομένου ότι οι προτεινόμενες γραπτές δοκιμασίες, τόσο για το γνωστικό σκέλος του διαγωνισμού όσο και για το «τεστ δεξιοτήτων», θα πραγματοποιούνται με τη μέθοδο του «multiple choice», ανακύπτει ο εξής διπλός κίνδυνος: πρώτον, της μεγάλης πιθανότητας τυχαίων επιλογών στις απαντήσεις, που ανατρέπει κάθε λογική διάγνωσης ουσιαστικών προσόντων και δεύτερον, της δημιουργίας μηχανισμού απαντήσεων και «τράπεζας θεμάτων» από τα κέντρα «διοικητικής παραπαιδείας», με παράλληλη αύξηση του κινδύνου διαρροής θεμάτων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι γραπτοί διαγωνισμοί που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, παρά τη σχετική απαγορευτική διάταξη, ανέδειξαν μία νέα μορφή «εκπαιδευτικής επιχειρηματικότητας», τα διαβόητα «φροντιστήρια γραπτών διαγωνισμών» του Δημοσίου. Η ενδεχόμενη καθιέρωση του διαγωνισμού ως μοναδικής μεθόδου επιλογής κινδυνεύει να οδηγήσει σε μία νέου τύπου ανισότητα ευκαιριών σε βάρος των λιγότερο εύπορων υποψηφίων, οι οποίοι δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο υψηλό  κόστος της νέας αυτής παραπαιδείας. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ως αποτέλεσμα να πληγεί στον πυρήνα της η αρχή της αξιοκρατίας, εάν η Πολιτεία δεν προβεί στις αναγκαίες θετικές ή αποκαταστατικές δράσεις. Έτσι, εάν κρίνεται πράγματι σκόπιμη η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, τότε είναι απολύτως επιβεβλημένη και η πρόβλεψη συγκεκριμένων «θετικών μέτρων» που θα εξουδετερώνουν τις κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των υποψηφίων και θα περιορίζουν το ρόλο των φροντιστηρίων, ώστε να διασφαλίζεται η ουσιαστική ισότητα των ευκαιριών στην επιλογή. Τέτοια «θετικά μέτρα» εντοπίζονται στα γνωστά εργαλεία της παροχικής διοίκησης που αξιοποιούνται συστηματικά στις «καλές πρακτικές» των θεσμικά ανεπτυγμένων χωρών (πχ. Γαλλία), όπως οι θεσμοί των εκπαιδευτικών και επαγγελματικών υποτροφιών, η λειτουργία «προπαρασκευαστικών κέντρων» για δημόσιους διαγωνισμούς, η πρόσθετη στήριξη για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, η ενίσχυση των θεσμών «μαθητείας» για απόκτηση της απαραίτητης επαγγελματικής εμπειρίας ή τα δημόσια κέντρα εκμάθησης ξένων γλωσσών.
  2. Η αύξηση της βαρύτητας των κριτηρίων επιλογής που παραπέμπουν ουσιαστικά στην αξιολόγηση της «συμπεριφοράς» των υποψηφίων, αν και κατ΄ ευφημισμό περιγράφονται ως «δοκιμασία εργασιακής αποτελεσματικότητας», προκαλεί ισχυρές επιφυλάξεις, παρότι απαλείφθηκε ο αρχικός χαρακτηρισμός περί «ψυχοτεχνικών» ή «ψυχομετρικών τεστ». Στο βαθμό που απουσιάζει κάθε σοβαρή και εξατομικευμένη διάγνωση των αρετών της καταλληλότητας, της συνεργασιμότητας ή της προσαρμοστικότητας, τα «τεστ δεξιοτήτων» και «εργασιακής αποτελεσματικότητας» δεν θυμίζουν σε τίποτα τα αξιόπιστα και διαδεδομένα στο εξωτερικό γενικά ή ειδικά «τεστ ικανότητας». Αντί να αντιστοιχούν στις προδιαγραφές της προς πλήρωση θέσης,το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να τυποποιούν και να αποπροσωποποιούν έτι περαιτέρω τις διαδικασίες επιλογής, καθιστώντας και αυτού του τύπου την αξιολόγηση άλλη μία αυτόματη, παθητική και ομοιόμορφη διαδικασία, χωρίς καμία συγκριτική διάσταση και με χαμηλή προβλεπτική εγκυρότητα. Τα εργαλεία αυτά εκτίθενται έτσι στη βασική μομφή που υποτίθεται ότι καλούνταν να θεραπεύσουν, ενώ δείχνουν να αγνοούν και τη συζήτηση που διεξάγεται διεθνώς για την προσαρμογή  των εργαλείων διάγνωσης της συμπεριφοράς στις ανάγκες της κάθε πρόσληψης και για τη θεσμοθέτηση ισχυρών εγγυήσεων απέναντι στον κίνδυνο των αυθαίρετων αποκλεισμών. Σε αντίθεση με τα διεθνή ποιοτικά πρότυπα της συμπεριφορικής αξιολόγησης, η αόριστη περιγραφή της δοκιμασίας «εργασιακής αποτελεσματικότητας» και η αδυναμία της να ποσοτικοποιηθεί εκ των προτέρων, γεννά σημαντικά ερωτηματικά ως προς τον τρόπο εξειδίκευσης των σχετικών κριτηρίων, υπονομεύοντας εν τη γενέσει την εγκυρότητά της.
  3. Τέλος, ως προς τη σύνθεση της επιτροπής διεξαγωγής της διαγωνιστικής δοκιμασίας, είναι εντελώς προβληματική η πρόβλεψη για συμμετοχή εκπροσώπων του ιδιωτικού τομέα. Η μεταφορά των πρακτικών του ιδιωτικού τομέα στη στελέχωση του Δημοσίου όχι μόνο δεν συνάδει με τις διαφορετικές αξιακές προδιαγραφές των δημόσιων υπηρεσιών, αλλά δεν εξυπηρετεί και κανένα λειτουργικό σκοπό. Η παρουσία ιδιωτών «επαγγελματιών πρόσληψης» στις προφορικές εξετάσεις δεν συμβάλλει στη διάγνωση της «διοικητικής καταλληλότητας», καθώς αυτή δεν συναρτάται με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά μιας θέσης, όπως στον ιδιωτικό τομέα,  αλλά με ένα λειτουργικό σύνολο στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος, όπου ο υπάλληλος καλείται να ασκήσει περισσότερα και διαφοροποιημένα καθήκοντα που δεν είναι γνωστά εκ των προτέρων.

Εν κατακλείδι, το νομοσχέδιο απηχεί μια μάλλον προβληματική, εάν όχι στρεβλή, αντίληψη περί αξιοκρατίας, καθώς επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην επιτάχυνση των διαδικασιών επιλογής και στη δημόσια προσφορά νέων ευκαιριών πρόσληψης που αποδεσμεύονται από απαιτητικές και εκλεπτυσμένες δοκιμασίες των ουσιαστικών προσόντων, παρά τις ρητορικά υπερχειλείς παραπομπές στην «καταλληλότητα». Η γενικευμένη προσφυγή στο διαγωνισμό, με αναφορά στο δοκιμασμένο ιδεολογικά πρότυπο των πανελληνίων εξετάσεων, καλλιεργεί, έτσι, προσδοκίες επιτυχίας σε όσους αισθάνονται ότι μεγαλώνουν οι πιθανότητές τους να εξασφαλίσουν μια «θέση στον ήλιο» είτε λόγω καλύτερης προετοιμασίας είτε από εύνοια της τύχης σε μια στιγμιαία διαδικασία σύγκρισης, κατά το γνωστό ποδοσφαιρικό αξίωμα «έντεκα εμείς, έντεκα κι αυτοί»… Εάν κάτι, λοιπόν, έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο με το υπό κρίση νομοσχέδιο, αυτό δεν είναι η «στοχευμένη επιλογή» του διοικητικού προσωπικού, αλλά η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας: μια γνωστή και άκρως αποτελεσματική ιδεολογική λειτουργία παραγωγής κοινωνικών προσδοκιών (Χρυσανθάκης 2010, 378), οριστικά όμως αποξενωμένων από τις πραγματικές προϋποθέσεις των ίσων ευκαιριών, της δίκαιης μεταχείρισης των υποψηφίων και της ουσιαστικής αποτίμησης της «προσωπικής αξίας» τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

-Κοϊμτζόγλου, Ι. (2003), Η αρχή της αξιοκρατίας στο δημόσιο δίκαιο, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.

 

-Μακρυδημήτρης, Αντ. (2018), «Αξιοκρατία δεν είναι μόνο η αντικειμε­νικότητα», in Επιλογή Ανθρώπινου Δυναμικού στον Δημόσιο Τομέα: Νέες Τάσεις και Προκλήσεις, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου ΑΣΕΠ, 11-2017, σ.110 επ..

 

-Μαυρομούστακου, Η. (2016), Αξιολόγηση δημοσίων υπαλλήλων. Πρόσλη­ψη και υπηρεσιακή εξέλιξη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

-Μολύβας, Γρ. (2018), Αξιοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη, Πόλις, Αθήνα.

 

-Παπατόλιας, Απ. (2019α), Η αξιοκρατία ως αρχή και ως δικαίωμα. Θεωρητικές καταβολές, συνταγματική θεμελίωση και θεσμική πρακτική, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 428.

-Παπατόλιας, Απ. (2019β), Οι μεταμορφώσεις της αξιοκρατίας. Από τον πρώιμο φιλελευθερισμό στη ρωλσιανή σύνθεση, ΕφΔΔ-4, 2019, σελ. 470 – 495.

-Παπατόλιας, Απ. (2020), «Αξιοκρατία και προσλήψεις. Μέρος 1ο: Η “αλληλέγγυα” αξιοκρατία», ΕφΣυν, 23 -11- 2020

-Παπαδοπούλου, Ολ. (2002), «Η δημόσια υπαλληλία: Η τροποποίηση του άρθρου 103 στην αναθεώρηση του Συντάγματος» in Αντ. Μακρυ­δημήτρης – Ολ. Ζύγουρα (επιμ.), Η Διοίκηση και το Σύνταγμα. Η αναθεώρηση του Συντάγματος και η εκτελεστική εξουσία, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή.

-Παπακωνσταντίνου, Α. (2007), «Η συνταγματική αρχή της αξιοκρατίας και το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του Δημοσίου»  Εφημ.Δ.Δ., 2007, σ.234 επ..

 

-Σπανού, Κ. (1995), «Σε αναζήτηση του εκσυγχρονισμού: οι πολιτικές προσλήψεων στο Δημόσιο και οι μεταρρυθμίσεις τους» in Αντ. Μακρυ­δημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.65 επ.

 

-Σπανού, Κ. (2011), «Η αναμόρφωση του συστήματος προσλήψεων. Παλιές προκλήσεις και νέες απαντήσεις» in Χ. Χρυσανθάκης (πρόλ.-επιμ.), Η πρόσφατη διοικητική μεταρρύθμιση. Αναδιάρθρωση της Κεντρικής Διοίκησης και σύστημα προσλήψεων – Νομικές, συστηματικές και οργα­νωτικές διαστάσεις, σ.51 επ.

 

Χαραλαμπογιάννη, Β. (2020), «Μεταρρύθμιση ΑΣΕΠ, ενίσχυση της αξιοκρατίας», «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 22-11-2020.

 

-Χρυσανθάκης, Χ. (1995), «Τα κριτήρια στελέχωσης των θέσεων της Δημόσιας Διοίκησης», in Αντ. Μακρυδημήτρης (επιμ.), Προβλήματα διοικητικής μεταρρύθμισης, Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.95 επ.

 

-Χρυσανθάκης, Χ. (2010), «Οι προσλήψεις και πάλι στην επικαιρότητα: ο Ν.3812/2009», ΘΠΔΔ4/2010, σ.377 επ.

 

 

«Τοτέμ» ή «ταμπού»; η υγεία και η ελευθερία στο Σύνταγμα

Τάκης Βιδάλης, ΔΝ, Επιστ. συνεργάτης Εθνικής Επιτροπή Βιοηθικής, EC expert

Φαίνεται ότι το νέο τοτέμ του ελληνικού συνταγματικού δικαίου είναι η δημόσια υγεία. Η δημόσια υγεία θεωρείται πλέον από πολλούς έγκριτους συνταγματολόγους το υπέρτατο αγαθό, μπροστά στο οποίο υποτάσσονται τα πάντα στο Σύνταγμα, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματά μας. Τα τελευταία χρόνια η μόδα τέτοιων τοτέμ συνηθίζεται, αν θυμηθούμε λίγο παλιότερα τη «δημόσια ασφάλεια» και, με τη χρεωκοπία, την «εθνική οικονομία» ή ακόμη την «ευρωπαϊκή προοπτική». Όλα αυτά υποτίθεται ότι εκφράζουν υπερσυνταγματικές αξίες και υποστηρίζονται από σοβαρούς νομικούς, όχι μόνο στη χώρα μας…

Το άγχος για να στερεωθεί το τοτέμ της δημόσιας υγείας εν μέσω πανδημίας, είναι τέτοιο, που οι «πρόθυμοι» δεν προβληματίζονται ιδιαίτερα για το πώς το «λανσάρουν»: άλλοτε υποστηρίζουν ότι «μα, το λέει το Σύνταγμα» (όταν επικαλούνται διατάξεις, όπως στα άρθ. 5, 11, 18 ή 22), άλλοτε προτείνουν να ξεφύγουμε από τον «ατομοκεντρισμό» και να δούμε όλο το Σύνταγμα και την επιστημολογία του συνταγματικού δικαίου «αλλιώς». Μικρό το κακό, αυτά είναι λεπτομέρειες…

 

Υγεία

Τι είναι λοιπόν για το Σύνταγμα το περίφημο αγαθό της «υγείας»;

  1. Είναι, πρώτα, αντικείμενο ατομικού δικαιώματος, όπως ορίζει ρητά το άρθρο 5 παρ. 5. Αυτό σημαίνει ότι δικαιούμαστε να φροντίζουμε την υγεία μας, όπως και να μην τη φροντίζουμε: δεν μπορεί κανείς να μας εμποδίσει να πάμε στο γιατρό ή στο φαρμακείο, να πάρουμε ασπιρίνη ή να κάνουμε μια εγχείρηση, αλλά και δεν μπορεί να μας υποχρεώσει να το κάνουμε. Καμία ιατρική πράξη (διαγνωστική, προληπτική, θεραπευτική ή αισθητική) δεν επιτρέπεται να μας επιβληθεί χωρίς τη ρητή συναίνεσή μας, ύστερα από κατάλληλη πληροφόρηση (informed consent). Όταν δεν είμαστε ικανοί να εκφράσουμε συναίνεση, αυτό το κάνουν οι νόμιμοι αντιπρόσωποί μας. Ακόμη και στις επείγουσες καταστάσεις, που ίσως απειλείται η ζωή μας, ο γιατρός ενεργεί μόνος του, μόνον όταν δεν είμαστε εμείς σε θέση να πούμε τι θέλουμε ή δεν υπάρχει άλλος δικός μας να μιλήσει για λογαριασμό μας.

Το ατομικό δικαίωμα στην υγεία συνδέεται, ασφαλώς, με το έννομο αγαθό της ζωής. Κάτι περισσότερο: αποδεικνύει γιατί και η ζωή η ίδια είναι θεμελιώδες δικαίωμα κι όχι «υπέρτατη αξία» -άρα, υποχρέωσή μας-, όπως υπονοούν κάποιοι. Η άρνηση θεραπείας (treatment refusal) -με την οποία δεν συναινούμε σε ιατρικές πράξεις, ασκώντας το δικαίωμα στην υγεία- έχει ως λογικό επακόλουθο την ελεύθερη διάθεση της ζωής μας: οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ή οι απεργοί πείνας που διακινδυνεύουν τη ζωή τους, λοιπόν, ασκούν θεμελιώδες δικαίωμα, που ο γιατρός οφείλει να σέβεται ως το τέλος, όπως και τα όργανα του κράτους αν εμπλακούν (εισαγγελείς, αστυνομία κ.λπ.). Όσοι επιμένουν ότι η ζωή δεν είναι δικαίωμα, αλλά κάποιος αναγκαίος όρος που επιβάλλει η ανθρώπινη αξία, δεν κάνουν άλλο από το να ανακηρύσσουν την τελευταία σαν ένα είδος «χωροφύλακα» (“le flic dans la tete”) της συνείδησης και της ελεύθερης βούλησής μας. Αγνοούν, έτσι, ότι η ανθρώπινη αξία -όπου την προβλέπουν τα συνταγματικά κείμενα- αναλύεται μόνο σε δικαιώματα του υποκειμένου της, χωρίς να αφήνει κανένα «υπόλοιπο»: γι’ αυτό, ούτε το έμβρυο ούτε ο νεκρός αναγνωρίζονται ως υποκείμενα ανθρώπινης αξίας, αφού δεν είναι νοητό να ασκούν δικαιώματα, γι’ αυτό επίσης Συντάγματα που δεν περιλαμβάνουν καν την ανθρώπινη αξία δεν είναι λιγότερο δημοκρατικά απ’ όσα την «κατοχυρώνουν».

 

Η υγεία είναι λοιπόν, κατ’ αρχήν, περιοχή αυτοκαθορισμού, ελεύθερη από επεμβάσεις τρίτων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι γιατροί ή όργανα του κράτους (από τον πρωθυπουργό, ως τον τελευταίο αστυφύλακα της πολιτικής προστασίας…). Δεν χρειάζεται να θυμόμαστε ότι όλα τα παραπάνω είναι κοινός τόπος στη βιοηθική και το δίκαιο που ειδικεύεται σε τέτοια θέματα, τα τελευταία 70 χρόνια.

 

  1. Η υγεία είναι, έπειτα, αντικείμενο κοινωνικού δικαιώματος ή, διαφορετικά, καθήκοντος του κράτους, όπως ορίζει πάλι το Σύνταγμα στο άρθρο 21 παρ. 3. Το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει μέσα για τη φροντίδα της υγείας των πολιτών, οι οποίοι δικαιούνται να προσφεύγουν σε αυτά, αν το θελήσουν, ασκώντας το ατομικό τους δικαίωμα για το οποίο κάναμε λόγο. Τα εθνικά συστήματα υγείας και η κοινωνική ασφάλιση, κατά κανόνα, αποτελούν την έκφραση αυτού του κρατικού καθήκοντος. Το κράτος μπορεί ακόμη και να μας προτρέπει για τη φροντίδα της υγείας μας (π.χ. με εκστρατείες κατά του καπνίσματος, της κατανάλωσης αλκοόλ ή τροφών με κορεσμένα λιπαρά ή με εκστρατείες εμβολιασμών), χωρίς ωστόσο να μας απειλεί με κυρώσεις, αν δεν ακολουθούμε τις προτροπές του αυτές: κάτι τέτοιο θα αντέβαινε στο ατομικό μας δικαίωμα στην υγεία.

 

  1. Η υγεία, τέλος, αναγνωρίζεται και ως δημόσιο αγαθό, ως «δημόσια υγεία», που δικαιολογεί, κατά το Σύνταγμα, νόμιμους περιορισμούς ορισμένων θεμελιωδών δικαιωμάτων: του δικαιώματος κίνησης και εγκατάστασης, του δικαιώματος στην ιδιοκτησία και της ελευθερίας της εργασίας. Αυτή και μόνο τη σημασία έχουν όλα τα δημόσια αγαθά -όπως η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια τάξη, η εθνική ασφάλεια κ.λπ.-, που συμβαίνει να μνημονεύει το Σύνταγμα: λειτουργούν ως περιορισμοί δικαιωμάτων και, φυσικά, υπόκεινται σε «περιορισμούς των περιορισμών».

Αν ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία απειλεί τεκμηριωμένα τη δημόσια ασφάλεια, όπου η τελευταία δικαιολογεί περιορισμούς (π.χ. στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι) αυτοί προστίθενται στους προηγούμενους. Αλλά μέχρι εκεί: άλλοι περιορισμοί (στην ιδιωτική ζωή, στην ελευθερία της έκφρασης, στην οικονομική ελευθερία κ.λπ.) δεν δικαιολογούνται από το Σύνταγμα. Αν το κράτος τους θεωρεί αναγκαίους, είτε θα πρέπει να πείσει τους πολίτες να τους δεχθούν εκούσια (δηλαδή, χωρίς να απειλεί με κυρώσεις) είτε θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 48, αν συντρέχουν οι (αυστηροί) όροι του.

Πάντως αυτές οι προβλέψεις του Συντάγματος είναι και οι μόνες που επιτρέπουν στην κρατική εξουσία να έχει λόγο για το τι κάνουμε με την προσωπική μας υγεία, για το πώς οριοθετείται δηλαδή το ατομικό μας δικαίωμα.

 

Πανδημία

Όλα τα παραπάνω δείχνουν γιατί πρέπει να είμαστε ψύχραιμοι με τα «συνταγματικά» της πανδημίας.

  1. Ασκώντας το ατομικό μας δικαίωμα στην υγεία, είμαστε κατ’ αρχήν ελεύθεροι να προφυλασσόμαστε ή όχι από τον κορωνοιό, ακολουθώντας ή όχι τις συμβουλές των ειδικών που εμείς (και μόνον) εμπιστευόμαστε (ιδίως όταν αυτές συμβεί να είναι αντιφατικές μεταξύ τους).
  2. Το δικαίωμά μας αυτό συμπληρώνεται από το καθήκον του κράτους να εξασφαλίζει την επάρκεια των αναγκαίων πόρων για να έχουν όλοι (όχι μόνον εκείνοι που νοσούν από κορωνοιό) πρόσβαση σε κατάλληλες υπηρεσίες υγείας. Όπου διαπιστώνεται ανεπάρκεια πόρων και χρειάζεται να τεθούν προτεραιότητες στην πρόσβαση ασθενών, το κράτος (η κυβέρνηση) έχει πολιτική αλλά και νομική ευθύνη (που φυσικά μπορεί να ελέγχεται και από τα δικαστήρια): αν ένας ασθενής προτιμηθεί αυθαίρετα για να εισαχθεί σε ΜΕΘ, εκείνος που παραλείφθηκε έχει αξιώσεις αποζημίωσης από το κράτος, ακόμη και σε περίοδο πανδημίας και έλλειψης δομών.
  3. Οι ειδικοί τους οποίους επικαλείται η κρατική εξουσία προκειμένου να λάβει μέτρα για την πανδημία, μπορούν φυσικά να τεκμηριώνουν τις πράξεις της, δεν «υπερέχουν» ωστόσο επιστημονικά από άλλους ειδικούς που ενδέχεται να διαφωνούν. Δεν βρίσκονται ex officio στο απυρόβλητο της επιστημονικής κριτικής, ακόμη και αν η γνώμη τους είναι ομόφωνη ή -πολύ περισσότερο- όταν συμβουλεύουν για τη λήψη μέτρων κατά πλειοψηφία.

Αυτό σημαίνει, ότι τα αρμόδια όργανα του κράτους είναι τα μόνα υπεύθυνα και πάλι για ό,τι αποφασίζεται -και όχι η «επιστήμη» γενικώς-, ακόμη και αν απλώς προσυπογράφουν τη γνώμη των υγειονομικών συμβούλων τους. Είναι επίσης υπεύθυνα για το αν πράγματι ακολουθούν, έστω, αυτή τη γνώμη: κανείς υγειονομικός που σέβεται τη δουλειά του δεν συμβουλεύει αποφυγή του συνωστισμού, με εξαίρεση τα μέσα μεταφοράς ή τους επαγγελματικούς αγώνες ποδοσφαίρου ή -το χειρότερο- τα νοσοκομεία που πολιορκούνται από τρομοκρατημένους πολίτες!

  1. Αντιμετωπίζοντας μια πανδημία, η κρατική εξουσία έχει ευρύτατη ευχέρεια από το Σύνταγμα να επιβάλλει εντονότατους περιορισμούς στην ελευθερία μας, ακόμη και για απροσδιόριστο χρόνο, έως ότου περάσει η απειλή. Οι περιορισμοί όμως αυτοί είναι υπό έλεγχο, με κριτήρια α) το αν έχουν προβλεφθεί από τυπικό ειδικό νόμο, β) το αν είναι ανάλογοι του σκοπού που επιδιώκουν και γ) το αν αφήνουν άθικτο τον πυρήνα των δικαιωμάτων που αφορούν, η έκταση του οποίου πρέπει να τεκμηριώνεται με αντικειμενικό τρόπο. Αν υποθέταμε ότι αντιμετωπίζαμε μια πανδημία πανούκλας (αντίστοιχη με αυτές που αφάνισαν στο μακρινό παρελθόν εκατομμύρια ανθρώπους) ή μια πανδημία Ebola και πάλι οι περιορισμοί αυτοί θα ήταν αρκετοί, φτάνει η εξουσία να παρέμενε σε διαρκή εγρήγορση. Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα;
  2. Το στοιχείο (β) ειδικά (η αναλογικότητα) μπορεί μεν να ικανοποιηθεί με γνώμη υγειονομικού οργάνου, όμως κάτι τέτοιο δεν είναι αρκετό: είναι η κυβέρνηση που αποφασίζει κυριαρχικά για το πώς θα υλοποιηθεί η γνώμη αυτή, με τη λιγότερη δυνατή βλάβη στην ελευθερία μας.

Η αναλογικότητα εξαρτάται ιδίως από δύο παράγοντες: α) την έγκαιρη συλλογή επαρκών δεδομένων για την πανδημία με τη διενέργεια μαζικών τεστ και β) την έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος του κράτους να φροντίζει την υγεία των πολιτών επενδύοντας σε πόρους για την αντιμετώπιση της απειλής (εξασφάλιση επαρκούς αριθμού τεστ, επαρκούς υγειονομικού προσωπικού, συμβατικού νοσοκομειακού εξοπλισμού, ΜΕΘ, αναπνευστήρων κ.λπ.).

Και οι δύο αυτοί παράγοντες εξαρτώνται από πολιτικές αποφάσεις αποκλειστικά, που σηματοδοτούν ακριβώς την εγρήγορση του κράτους μπροστά στον κίνδυνο. Διότι οι υγειονομικές συμβουλές βασίζονται εξ ορισμού στη διαθεσιμότητα πόρων σε δεδομένο τόπο και χρόνο: όταν δεν διατίθενται πόροι, είναι φυσικό να συνιστώνται από τους γιατρούς περιορισμοί στην ελευθερία. Τι άλλο να μας πουν;

Συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι η κρατική εξουσία έχει από το Σύνταγμα τρία όπλα που μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση όχι μόνο αυτής της πανδημίας, αλλά οποιουδήποτε κινδύνου για τη δημόσια υγεία, όσο σοβαρός κι αν είναι

  • Το όπλο της ενίσχυσης με τους αναγκαίους πόρους του συστήματος υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 3 Σ.
  • Αν δεν αρκεί αυτό, το όπλο των περιορισμών των τριών συγκεκριμένων δικαιωμάτων που προβλέπουν τα άρθρα 5, 18 και 22 Σ ή και του άρθρου 11, αν η «δημόσια ασφάλεια» αποδειχθεί ότι κινδυνεύει από τον κορωνοιό (κάτι που δεν είναι εξ ορισμού δεδομένο, αλλά χρειάζεται συγκεκριμένα τεκμήρια, αντίθετα με ό,τι συνέβη τις μέρες του Πολυτεχνείου).
  • Αν και αυτό δεν δίνει αποτελέσματα, το όπλο του άρθρου 48, που βέβαια προϋποθέτει ειδική διαδικασία για την αναστολή της άσκησης και άλλων δικαιωμάτων

Αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του κράτους (όχι των υγειονομικών συμβούλων του), αν δεν επιστρατεύει κάποιο από αυτά τα όπλα, εν όψει άλλων προτεραιοτήτων, όπως π.χ. της (εμμονικής ή ίσως φοβικής) συμμόρφωσης με διεθνείς δημοσιονομικές υποχρεώσεις (μνημονιακές απαιτήσεις) ακόμη και όταν φτάνει να κινδυνεύει η υγεία όλων μας, της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, της εκπαίδευσης, του τουρισμού, των αθλητικών δραστηριοτήτων κ.λπ. Δεν είναι λοιπόν «εμπόδιο» το Σύνταγμα: δεν μένει και τίποτε άλλο να επιτρέψει! Όλα γίνονται, αρκεί οι αρμόδιοι να αναλαμβάνουν πράγματι την ευθύνη.

 

Αυτό το τελευταίο -η ευθύνη όχι των πολιτών ή των γιατρών, αλλά του ίδιου του κράτους- ενοχλεί πολύ τους οπαδούς του τοτέμ της δημόσιας υγείας, τους κάθε προέλευσης «πρόθυμους» (συνταγματολόγους και πολιτικούς), που δεν μπορούν να δεχθούν την προτεραιότητα των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες.

Υπάρχει κάτι βαθύτερο εδώ, που αφορά ειδικά την ελληνική κοινότητα του συνταγματικού δικαίου (ακόμη ειδικότερα, τον Όμιλο Μάνεση): το αν πράγματι πιστεύουμε στην ισχύ των κανόνων ή, αντίθετα, σε κρυφές ή δηλωμένες πολιτικές ατζέντες, δεξιόστροφες, αριστερόστροφες, «εκσυγχρονιστικές», «πατριωτικές», «προοδευτικές», «μεταρρυθμιστικές» και πάει λέγοντας.

Η ισχύς των κανόνων μας υποχρεώνει να υποτάσσουμε τις ερμηνευτικές μας επιλογές στο αξίωμα της Ελευθερίας «του Ανθρώπου και του Πολίτη»: αυτό είναι το μόνο «ταμπού» για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο σε μια δημοκρατική κοινωνία, ένα ταμπού που θεμελίωσε τον συνταγματισμό και που απαγορεύεται σε οποιονδήποτε (αλλά σε οποιονδήποτε!…) να το αγγίξει.

Μας υποχρεώνει, με άλλα λόγια, να επιβεβαιώνουμε επί πλέον -ακόμη και στα πολύ δύσκολα- ότι το συνταγματικό δίκαιο είναι η «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» και γι’ αυτό ακριβώς έχει απαιτήσεις επιστημονικού κλάδου κι όχι χαριτωμένης ρητορικής.

 

 

Αξιοκρατία και προσλήψεις

Απόστολος Ι. Πατατόλιας, Δρ Δημοσίου Δικαίου, σύμβουλος ΑΣΕΠ
ΜΕΡΟΣ 1ο – Η «ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ»

Tο αξιοκρατικό ιδεώδες γνωρίζει τις τελευταίες δεκαετίες μια συστηματική αμφισβήτηση που αντανακλά ένα συνολικότερο πρόβλημα νομιμοποίησης του συστήματος κατανομής των θέσεων και των πόρων στις σύγχρονες δημοκρατίες. Στην πραγματικότητα, όσο αποκλείονται μεγάλες μάζες του πληθυσμού από τα αγαθά της εκπαίδευσης, της πρόνοιας, της απασχόλησης και των θέσεων ευθύνης, τόσο περισσότερο διαψεύδεται η «δημοκρατική υπόσχεση» της αξιοκρατίας για κοινωνική ανέλιξη και κινητικότητα.

Αυτός είναι ο λόγος που ο Ντ. Τραμπ δεν δίσταζε να αυτοπαρουσιαστεί το 2016 ως ο «υποψήφιος πρόεδρος ενάντια στην αξιοκρατία», που ανταμείβει τους ανθρώπους αποκλειστικά βάσει των ικανοτήτων και των πτυχίων τους, συνθλίβοντας όσους δεν έχουν τα «προσόντα» να επιβιώσουν στον ανελέητο ανταγωνισμό. Αυτή τη δυσανεξία έναντι των «άξιων» ελίτ, που συμβόλιζαν τα στεγανά στην εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και τη διοικητική λειτουργία, προσπαθούσε να διασκεδάσει και ο Μπ. Ομπάμα στην πρώτη του προεκλογική καμπάνια, όταν τόνιζε την αυξημένη ευθύνη των «άξιων» και «επιτυχημένων» να νοιαστούν για τους λιγότερο ευνοημένους συμπολίτες τους.

Στη χώρα μας, αντιθέτως, εκδηλώνεται, στην κορύφωση της πανδημικής κρίσης, μια τάση επιστροφής στο κλασικό αξιοκρατικό ιδεώδες, με το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών για την αλλαγή του «νόμου Πεπονή» να προβάλλεται ως μια ιστορική μεταρρύθμιση που αποκαθιστά την «αξιοκρατία» και τις «ίσες ευκαιρίες» στις προσλήψεις του Δημοσίου. Πρόκειται για πρωτοβουλία με σημαίνουσες ιδεολογικές-αξιακές προεκτάσεις, που είναι σκόπιμο να αναδειχθούν στον δημόσιο διάλογο, καθόσον απηχούν διακριτές αντιλήψεις περί αξιοκρατίας και εμπνέουν διαφορετικές τοποθετήσεις «επί της αρχής» του νομοσχεδίου.

Στο ιδεώδες της αρχαιότητας, «αξιοκρατία» είναι η λειτουργία της πολιτείας να τοποθετεί κατάλληλα τους πολίτες, προκειμένου ο καθένας να επιτελεί το δικό του έργο σε ένα λειτουργικό σύνολο. Στη φιλελεύθερη αντίληψη, η «αξιοκρατία» υποδηλώνει τη διαφορετική ανταμοιβή των ανθρώπων ανάλογα με τα χαρίσματά τους.

Στο πρώιμο δημοκρατικό ιδεώδες, οι δημόσιες θέσεις επιφυλάσσονται σε όσους διακρίνονται σε συνθήκες ίσων ευκαιριών για το ταλέντο και την προσπάθειά τους. Στη βιομηχανική εποχή, τέλος, η «αξιοκρατία» παραπέμπει στη διάγνωση της «καταλληλότητας», δηλαδή τη συσχέτιση των προσωπικών ικανοτήτων με τα καθήκοντα μιας θέσης, ενώ «άξιος» θεωρείται εκείνος που συμβάλλει περισσότερο στην καλή λειτουργία μιας οργάνωσης.

Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι το αξιοκρατικό ιδεώδες υπόκειται σε πολλαπλές ιδεολογικο-πολιτικές αναγνώσεις. Αλλιώς το αντιλαμβάνονται οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις και αλλιώς η σύγχρονη προοδευτική σκέψη. Για τον νεοφιλελευθερισμό, η «αξιοκρατική αρχή» εξαντλείται στην ανταμοιβή της επίδοσης ή της αριστείας, παραβλέποντας ή θεωρώντας φυσικές τις ανισότητες που επιδρούν στην «αξία» του καθενός.

Οι σύγχρονες εξελίξεις μάς καλούν, αντιθέτως, να επαναπροσδιορίσουμε την αξιοκρατία όχι μονοσήμαντα ως δικαιολογημένη μορφή ανισότητας, αλλά και ως θεμέλιο μιας δικαιότερης κατανομής των θέσεων. Αυτή η «δίκαιη» ή «αλληλέγγυα αξιοκρατία» δεν εξαντλείται στις τυπικά «ίσες ευκαιρίες», αλλά εμπλουτίζεται με τις θετικές δράσεις της πολιτείας που ισοσκελίζουν την υστέρηση όσων εμποδίζονται από φυσικά ή κοινωνικά αίτια να συμμετέχουν ισότιμα στον ανταγωνισμό. Αποδίδει έμφαση στα «θετικά κοινωνικά μέτρα» (υποτροφίες, πρόσθετη στήριξη) που επιτρέπουν στους «άξιους» υποψηφίους να ξεπεράσουν τα μειονεκτήματα της καταγωγής τους, ενώ επιβάλλει και την απευθείας επιλογή όσων (ευάλωτες ομάδες) δεν θα είχαν ποτέ την ευκαιρία να αποδείξουν τις ικανότητές τους.

Ενα δίκαιο αξιοκρατικό σύστημα επιλογής αξιοποιεί κάθε δυνατή τεχνική της οργανωσιακής ψυχολογίας ή της διοικητικής επιστήμης, προκειμένου να διαγνώσει τις πολύμορφες ικανότητες των υποψηφίων και να κατανείμει ορθολογικά τα καθήκοντά τους. Στο σύστημα αυτό, τα κριτήρια της «αξίας» υπερβαίνουν το ανταγωνιστικό πρότυπο της αγοράς και ανταμείβουν εξίσου τις «κοινωνικές ικανότητες» των υποψηφίων, όπως η συνεργατικότητα, η προσαρμοστικότητα ή η καταλληλότητά τους να προασπίζουν το δημόσιο συμφέρον.

Μια ατομικιστική έννοια όπως η «προσωπική αξία» εμβολιάζεται από τις διανεμητικές αξίες της αλληλεξάρτησης και της αμοιβαιότητας, ενώ η «αξιοκρατία», εκτός από την εύνοια στους ταλαντούχους, επεκτείνεται και στις «εγγυήσεις σταδιοδρομίας» όσων διαθέτουν λιγότερους πόρους στην κοινωνία. Οι αντιλήψεις της επιβράβευσης του ταλέντου και της αριστείας συνδυάζονται έτσι με τις εξισωτικές πολιτικές των «ελάχιστα εγγυημένων ικανοτήτων», που μεριμνούν για τους αδύναμους κρίκους της «πάλης των θέσεων», ιδίως σε περιόδους έντονης κοινωνικής διακινδύνευσης όπως σήμερα.

Είναι σαφές ότι η επιδίωξη της αξιοκρατίας αφήνει τον δρόμο ανοιχτό σε εναλλακτικές και συχνά αντικρουόμενες επιλογές στο επίπεδο των δημόσιων πολιτικών για τις προσλήψεις. Το ποια αντίληψη περί αξιοκρατίας υπηρετεί η προτεινόμενη μεταρρύθμιση θα εξεταστεί στο επόμενο σημείωμά μας. Εν τω μεταξύ, ας διατυπώσουμε την ευχή να μην υποτιμηθεί στην εν εξελίξει διαβούλευση το αξιακό και ιδεολογικό πρόσημο των αλλαγών χάριν μιας τεχνικής – αφυδατωμένης ή μιας συγκυριακής – μικροπολιτικής προσέγγισής τους από τις κοινοβουλευτικές δυνάμεις και τους κοινωνικο-επιστημονικούς φορείς της χώρας.

Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών

Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”

Προκόπιος Παυλόπουλος, τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Κύρια σημεία ομιλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, κατά την διαδικτυακή συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGO Brussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”»

 

Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε στην Διαδικτυακή Συζήτηση που οργάνωσε ο φορέας «ARGOBrussels Hellenic Network», με θέμα: «Το φαινόμενο της “Τεχνολογικής Ανεργίας”: Προβληματικές πτυχές της “Τεχνολογικής Επανάστασης”». Στο πλαίσιο της ομιλίας αυτής ο κ. Προκόπιος Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

«Η σχέση του σύγχρονου Ανθρώπου με την Τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, κατεξοχήν δε τα τελευταία χρόνια, είναι γεμάτη αντιφάσεις,  που τις δημιουργούν από την μια πλευρά η, καθ’ όλα δικαιολογημένη, «υπερηφάνεια» του δημιουργού απέναντι στα δημιουργήματά του, απόρροια του «φαουστικού» χαρακτήρα του Δυτικοευρωπαϊκού Πολιτισμού, ο οποίος εκφράζεται και με τον πόθο για το άπειρο. Και, από την  άλλη πλευρά, το δέος και ο συνακόλουθος φόβος απέναντι στα δημιουργήματα αυτά. Οι ίδιες ως άνω αντιφάσεις, οι εκφάνσεις τους και οι αιτίες τους εξηγούν και το πώς και γιατί ο σύγχρονος Άνθρωπος δεν καταφέρνει πάντοτε να «ισορροπήσει» κατά την στάθμιση των επιπτώσεων της τεχνολογικής προόδου,  ειδικότερα δε κατά την στάθμιση των θετικών και των αρνητικών της πλευρών.

Α. Η βασική και στοιχειώδης παραδοχή συνίσταται στο ότι η Τεχνολογία αποτελεί ένα από τα «ευγενέστερα» επιτεύγματα του Πνεύματος.

  1. Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο στην εποχή της «Τεχνολογικής Επανάστασης», η οποία συντελέσθηκε κατά το τελευταίο τρίτο του περασμένου αιώνα, του 20ου, δια της σύζευξης της Πληροφορικής και της Τεχνητής Νοημοσύνης, και αποκτά ολοένα και πιο συγκλονιστικές διαστάσεις μετά την εμφάνιση του κβαντικού υπολογιστή, που οι πλήρεις δυνατότητές του δεν έχουν ακόμη ανιχνευθεί στο ακέραιο.
  2. Οπωσδήποτε, αυτή η θετική όψη της τεχνολογικής προόδου δεν μπορεί -και δεν πρέπει άλλωστε- να κρύψει τις «σκοτεινές» πλευρές της. «Σκοτεινές», με την έννοια ότι δημιουργούν παρενέργειες σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη δημιουργία εν συνόλω, κατά τον φυσικό προορισμό του Ανθρώπου. Και εδώ όμως πρέπει να επισημανθεί ότι αυτές οι παρενέργειες δεν οφείλονται τόσο στην «φυσιογνωμία» της Τεχνολογίας, κατά την επιστημονική της καταγωγή και προοπτική. Οφείλονται πολύ περισσότερο στον τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος ο Άνθρωπος προσεγγίζει και χρησιμοποιεί την Τεχνολογία, είτε υπερτιμώντας τα αποτελέσματά της είτε υποτιμώντας την «δοσολογία» εμπλοκής της στην καθημερινή ζωή.

Β. Μια από αυτές τις αρνητικές πλευρές της εξέλιξης της Τεχνολογίας στην εποχή μας είναι και εκείνη που αφορά την λεγόμενη «Τεχνολογική Ανεργία».

  1. Πρόκειται για την ιδιόμορφη -και άκρως επικίνδυνη, για τους λόγους που εκτίθενται στην συνέχεια- ανεργία, η οποία οφείλεται κυρίως στην, πρωτίστως και ιδίως εξαιτίας της αυτοματοποίησης του εργασιακού χώρου, συρρίκνωση των θέσεων εργασίας, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες, τόσο γι’ αυτούς που χάνουν την εργασία τους στην κορύφωση, πολλές φορές, της σταδιοδρομίας τους
  2. Το φαινόμενο της «Τεχνολογικής Ανεργίας» δεν είναι τόσο νέο, όσο το προσλαμβάνουμε σήμερα, σίγουρα «αιφνιδιασμένοι» από τις διαστάσεις που έχει πάρει και από τις επώδυνες συνέπειες των επιπτώσεών του. Ήδη από το 1930, σε μιαν άκρως οξυδερκή μελέτη του στο περιοδικό «The Nation» -το «μακροβιότερο» εβδομαδιαίο περιοδικό στις ΗΠΑ, με χρόνο έκδοσης το 1865- υπό τον τίτλο «Economic Possibilities for our Grandchildren», ο John Maynard Keynes παρατηρούσε: «Ταλαιπωρούμεθα από μια νέα ασθένεια, της οποίας πολλοί δεν έχουν ακούσει καν το όνομα, αλλά για την οποία θ’ ακούσουν πάρα πολλά στα χρόνια που έρχονται: Την «Τεχνολογική Ανεργία»!»

Γ. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός, ότι η σύγχρονη τεχνολογική πρόοδος έχει σαφώς ευεργετικές επιπτώσεις όσον αφορά το πεδίο της ανθρώπινης εργασίας.

  1. Επιπτώσεις, οι οποίες σχετίζονται, π.χ., τόσο με το γενικότερο εργασιακό περιβάλλον -το οποίο γίνεται, τουλάχιστον κατά κανόνα, μεταξύ άλλων ασφαλέστερο και πιο υγιεινό- όσο και, κυρίως, με την φύση και την ποιότητα των θέσεων εργασίας. Πραγματικά, δημιουργούνται καθημερινά νέες θέσεις εργασίας πολύ υψηλού επιπέδου, κατεξοχήν σε ό,τι αφορά το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων.
  2. Όμως, είναι εξίσου αλήθεια ότι αυτή η πρόοδος ως προς τα τρέχοντα εργασιακά δεδομένα έχει και την άλλη όψη της, της οποίας τα δυσμενή αποτελέσματα επίσης ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει και, πολύ περισσότερο, να υποτιμήσει. Και τούτο διότι η ως άνω πρόοδος συνεπάγεται, εκ των πραγμάτων, σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας, αφού πολλές τέτοιες θέσεις χάνουν την παραγωγική τους χρησιμότητα δοθέντος ότι, λόγω των εξελίξεων της Πληροφορικής και κυρίως της Τεχνητής Νοημοσύνης, ο ανθρώπινος παράγοντας στα πεδία των θέσεων αυτών τίθεται σ’ ένα είδος «περιθωρίου.
  3. Εργαζόμενοι οι οποίοι, υπό τις συνθήκες αυτές, είχαν επενδύσει πολύ χρόνο, κόπο και οικονομικά μέσα για την κατοχύρωση της εργασιακής τους σταθερότητας και, ακόμη περισσότερο, είχαν «οικοδομήσει» έναν τρόπο κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ο οποίος, σχεδόν από την μια στιγμή στην άλλη, καταρρέει, οδηγώντας τους σ’ ένα πραγματικά εφιαλτικό αδιέξοδο.

Δ. Υπό τα δεδομένα αυτά αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα η διαπίστωση του Yuval Noah Harari, στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «21 Lessons for the 21st Century» εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2018), σύμφωνα με την οποία στην σύγχρονη Φιλελεύθερη Δημοκρατία – ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι, βεβαίως, η κατά κυριολεξία εκμετάλλευση του Ανθρώπου από τον Άνθρωπο, όπως είχε φαντασθεί ο Karl Marx.

  1. Σήμερα πια, και με τα κατά τ’ ανωτέρω τεχνολογικά και οικονομικά δεδομένα, ο μεγάλος κίνδυνος είναι η περιθωριοποίηση του Ανθρώπου, ως παράγοντα της κοινωνικής και οικονομικής δημιουργίας και παραγωγής. Η ανάλυση που προηγήθηκε πρέπει να προβληματίσει ακόμη περισσότερο, αν αναλογισθούμε ότι αυτές οι επιπτώσεις της κατά τ’ ανωτέρω «Τεχνολογικής Ανεργίας» μπορούν να εξηγήσουν εύγλωττα την ατμόσφαιρα μελαγχολίας ή και κατάθλιψης, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί σ’ ευρύτερες, δυστυχώς, κοινωνικές ομάδες σε πολλά σημεία του Πλανήτη.
  2. Το ζοφερό αυτό κλίμα εξωθεί, εκ των πραγμάτων, τον πληττόμενο από αυτές τις συνθήκες ζωής Άνθρωπο σε νοοτροπίες και συμπεριφορές άκρως υπονομευτικής, κοινωνικώς, ριζοσπαστικοποίησης. Και είναι προφανές ότι τέτοιες νοοτροπίες και συμπεριφορές οδηγούν, κυρίως τους νέους, π.χ. σε τάσεις είτε αμφισβήτησης κάθε μορφής πολιτικής εξουσίας, ακόμη και της πιο νομιμοποιημένης δημοκρατικώς, λόγω της ανικανότητάς της να εγγυηθεί στοιχειώδεις συνθήκες αξιοκρατικής συνοχής του κοινωνικού συνόλου.  Είτε προσήλωσης σε, «νεότευκτα» διεθνώς, αυταρχικά πρότυπα ηγεσίας, τα οποία -πολλές φορές μάλιστα με την «λεοντή» του φιλελεύθερου δημοκρατικού προτύπου- εμφανίζονται, δήθεν, να «κήδονται των συμφερόντων και του μέλλοντος του ανθρώπινου δυναμικού, που αισθάνεται θύμα της «Τεχνολογικής Ανεργίας», υπό την προμνημονευόμενη μορφή και με τις εντεύθεν επώδυνες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις.
  3. Αυτή την εικόνα «μετάβασης» από την μελαγχολία στην κατάθλιψη, καθώς και το συνακόλουθο φαινόμενο της ριζοσπαστικοποίησης των ανθρώπων, λόγω της απώλειας της εργασίας τους ως συνέπειας της «Τεχνολογικής Ανεργίας», έχει περιγράψει, με γλαφυρό τρόπο, ο James D. Vance, στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Το τραγούδι του Χαλιμπίλη» (Ελλ. έκδ. Δώμα, 2018): Ένας εξαιρετικά επιτυχημένος δικηγόρος στις Η.Π.Α., ο ίδιος ο James D. Vance, απόφοιτος του Πανεπιστημίου του Yale, καταγράφει την πορεία του από την απόλυτη φτώχεια των παιδικών του χρόνων- αρχικώς σε μια πόλη του Οχάϊο στην «Ζώνη της Σκουριάς», και ύστερα στο Τζάκσον του Κεντάκι, της περιοχής των Απαλαχίων- ως την σημερινή του καταξίωση που, όμως, θεωρεί απλή σύμπτωση. Διότι οι «Χαλιμπίλιδες» -«λευκά σκουπίδια»- των Μεσοδυτικών Πολιτειών των Η.Π.Α. ζουν, κατά κανόνα, λόγω της αποβιομηχάνισης και της εντεύθεν «Τεχνολογικής Ανεργίας», υπό συνθήκες αφόρητης ανέχειας. Ανέχειας, η οποία τους οδηγεί, πολλές φορές στην παραίτηση και στην εγκατάλειψη που καταλήγει, συνήθως, σε θυμό ή και σε οργή. Και η πρόσφατη προεκλογική περίοδος στις Η.Π.Α., με τον τρόπο που εξελίχθηκε -ιδίως δε με την πρωτόγνωρη αντιπαράθεση των οπαδών των δύο υποψηφίων Προέδρων και, κυρίως, με την συμπεριφορά πολλών ομάδων ψηφοφόρων του Ντόναλντ Τραμπ- «βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές».

Ε. Είναι επίσης προφανές ότι για την αντιμετώπιση αυτής της καταθλιπτικής πορείας των πληττόμενων από την «Τεχνολογική Ανεργία» κοινωνικών συνόλων πρέπει να γίνουν αμέσως σταθερά βήματα αναπλήρωσης των χαμένων θέσεων εργασίας στα εξής πεδία:

  1. Πρώτον, στο πεδίο της εκπαίδευσης, δηλαδή στο πεδίο που διαμορφώνει τις γνώσεις, τις οποίες πρέπει να έχουν οι νέοι που θ’ αναζητήσουν την πρώτη τους, ουσιαστικά, εργασία. Εκπαίδευσης, η οποία σχετίζεται όχι μόνο με την επιστημονική αλλά και με την εν γένει εργασιακή προετοιμασία. Σε αυτό το πεδίο -στο οποίο, δυστυχώς, οι καθυστερήσεις είναι δραματικές όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρωπαϊκή Ένωση γενικότερα- η εκπαίδευση πρέπει να κατατείνει, κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της, στην μόρφωση των νέων με γνώμονα την εξ αρχής προετοιμασία τους για τις νέες θέσεις εργασίας, που αντιστοιχούν στα δεδομένα της εν διαρκή εξελίξει «Τεχνολογικής Επανάστασης».
  2. Και, δεύτερον, στο πεδίο της επανεκπαίδευσης. Δηλαδή στο πεδίο διαμόρφωσης των γνώσεων, τις οποίες πρέπει ν’ αποκτήσουν, το ταχύτερο δυνατό, όσοι χάνουν την εργασία τους λόγω της εξέλιξης της «Τεχνολογικής Επανάστασης». Τούτο προϋποθέτει μακροπρόθεσμης εμβέλειας προγράμματα επανεκπαίδευσης, όσο το δυνατόν βραχύτερης διάρκειας, με παράλληλη ουσιαστική χρηματοδότηση του εκπαιδευόμενου καθ’ όλη την διάρκεια της νέας αυτής «μαθητείας» του.

Η «Τεχνολογική Ανεργία» δεν συνιστά μοιραία -με άλλα λόγια νομοτελειακή- παρενέργεια της τεχνολογικής προόδου.  Είναι μεν γεγονός ότι η πρόοδος αυτή προκαλεί και σημαντική -και ραγδαίως, δυστυχώς, εξελισσόμενη- απώλεια θέσεων εργασίας σε πολλούς τομείς απασχόλησης, οι οποίοι μας είναι εξαιρετικά οικείοι από το παρελθόν.  Ταυτοχρόνως δε -και συνακόλουθα- διαμορφώνει ένα βαρύ κλίμα αβεβαιότητας και περιθωριοποίησης των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου, τα οποία είναι τα θύματα της ως άνω συγκλονιστικής κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής.  Και τούτο διότι τίποτα δεν μας εμποδίζει να χρησιμοποιήσουμε τα νέα μέσα της τεχνολογικής προόδου, προκειμένου οι θέσεις εργασίας που χάνονται ν’ αντικατασταθούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, με νέες, και μάλιστα εξαιρετικά παραγωγικές.»

 

Η δημόσια υγεία σκοπός συνταγματικά προστατευόμενος

Aντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ

Δεν γνωρίζουμε ακόμη την αιτιολογία της απόφασης, προσωρινής διαταγής του ΣτΕ, που έκρινε την συνταγματικότητα των συναθροίσεων. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε και να διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία που έχει ήδη αναπτυχθεί στον δημόσιο διάλογο από όσους υποστήριξαν την συνταγματικότητά της.
Η απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας για απαγόρευση τεσσάρων μόνον ημερών λήφθηκε σύμφωνα με νόμο που κύρωσε την Π. Ν. Π. που πρόβλεπε τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία του πληθυσμού από τις νοσογόνες και θανατηφόρες συνέπειες της Πανδημίας.
Μεταξύ πολλών άλλων μέτρων που προβλέφθηκαν, όπως η απαγόρευση της κυκλοφορίας και ο αναγκαστικός εγκλεισμός στο σπίτι, το κλείσιμο καταστημάτων, η απαγόρευση εργασίας κ.ά., ήταν και η ρητή πρόβλεψη της δυνατότητας να απαγορευτούν συναθροίσεις ή συγκεντρώσεις περισσοτέρων ατόμων.
Οι αποφάσεις λαμβάνονταν μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής και απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση ενός προφανούς σκοπού: στην προστασία της δημόσιας υγείας και της ζωής των πολιτών.
Ήταν εξίσου προφανές και αυτονόητο ότι τα δυσάρεστα και δραστικά αυτά μέτρα έπλητταν άμεσα και καίρια πολλές, ταυτόχρονα, θεμελιώδεις ελευθερίες όλων των πολιτών, όπως την προσωπική ελευθερία, την ελευθερία κίνησης και διαμονής, της εργασίας κ.α., καθώς και το συνταγματικό δικαίωμα των συναθροίσεων που κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 11 του Συντάγματος.
Δεν γνωρίζω όλο αυτό το διάστημα από την πρώτη καραντίνα να έχει εκδοθεί απόφαση δικαστική, ακόμη και με την διαδικασία της προσωρινής προστασίας, που να έχει κρίνει την συνταγματικότητα ή αντισυνταγματικότητα μέτρων. Η του ΣτΕ είναι η πρώτη και σημαντική διότι προέρχεται από το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο.

Όσοι υποστήριζαν την αντισυνταγματικότητα του μέτρου πρόβαλαν ως επιχείρημα την γραμματική ερμηνεία της παραγράφουν 2 του άρθρου 11, που ορίζει ότι η αστυνομία μπορεί να απαγορεύσει «γενικά», άρα ακόμη και σε όλη την Επικράτεια, μια δημόσια συνάθροιση μόνον «όταν επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια»…κλπ.» και όχι για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας.
Το ερώτημα που ανάκυπτε ήταν αν, εν όψει του γενικού νόμου 4683/ 2020 που προαναφέραμε και που επέτρεπε τον δραστικό περιορισμό συνταγματικών ελευθεριών για επιτακτικούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, μπορούσε να συμπεριληφθεί και η ελευθερία των συναθροίσεων. Τούτο θα μπορούσε να γίνει αν ερμηνεύαμε τη «δημόσια ασφάλεια» διασταλτικά έτσι ώστε να συμπεριλάβουμε και την υγειονομική ασφάλεια των πολιτών, δηλαδή την δημόσια υγεία.
Μια τέτοια ερμηνεία ήταν κατά την γνώμη μου θεμιτή και μάλιστα επιβεβλημένη, λόγω των εξαιρετικών συνθηκών διακινδύνευσης της δημόσιας υγείας, του επικείμενου κινδύνου θανάτωσης ασθενών και της εξαιρετικής νομοθεσίας που προέβλεπε τον δραστικό περιορισμό γενικά των ελευθερίων για λόγους δημόσια υγείας.
Η προστασία της δημόσιας υγείας είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας σκοπός δημοσίου συμφέροντος, και μάλιστα συνταγματικά προστατευόμενος, ισάξιος και ομοιογενής της δημόσιας ασφάλειας. Διότι η επίκλησή της δικαιολογεί κατά το Σύνταγμα, άλλοτε την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών (άρθρο 22 παρ. 4Σ), δηλαδή την αναγκαστική εργασία, άλλοτε την επίταξη ατομικής ιδιοκτησίας, δηλαδή ιδιωτικών κλινικών ή κέντρων υγείας για τη «θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία» (άρθρο 5 παρ. 5) και άλλοτε, τέλος, την επιβολή ατομικών διοικητικών μέτρων, π.χ. εκτόπισης ή αναγκαστικής περίθαλψης σε σανατόριο λόγω λοιμώδους μεταδοτικής νόσου (άρθρο 5 παρ. 5, ερμηνευτική δήλωση).
Λαμβάνοντας επομένως υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις προστασίας της δημόσιας υγείας και την άμεση διακινδύνευση της ζωής πολιτών, καθώς και την εξαιρετική νομοθεσία που προβλέπει ρητά μέτρα περιορισμού των ατομικών ελευθεριών, νομιμοποιούμαστε να ερμηνεύσουμε διασταλτικά και την απαγόρευση δημοσίων συναθροίσεων για σοβαρούς λόγους δημόσιας ασφάλειας συμπεριλαμβάνοντας και την προστασία της δημόσιας υγείας. Ερμηνεύουμε έτσι το Σύνταγμα σύμφωνα με την
ratio της διάταξης του άρθρου 11Σ και σε αρμονία με την συνταγματική απαίτηση της προστασίας της δημόσια υγείας ως σκοπού δημοσίου συμφέροντος.
Αν η απαγόρευση των συναθροίσεων κρινόταν αντισυνταγματική τότε θα έπρεπε κατά λογική αναγκαιότητα να θεωρηθούν αντισυνταγματικά και όλα τα περιοριστικά των ελευθεριών μέτρα, που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα. Κάτι τέτοιο όμως θα άγγιζε να όρια του παραλόγου και όχι μόνο τα όρια του Συντάγματος.

Aναδημοσίευση από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 18/11/2020

Ο συνταγματικός αναθεωρητισμός στα χρόνια της πανδημίας

Απόστολος Παπατόλιας, Διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου και Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Στη συγκυρία της πανδημίας αναδείχθηκαν τρεις βασικές συνταγματολογικές τάσεις. Πρώτον, εκείνες που ακολουθούν την παράδοση του «εγγυητισμού» και προβαίνουν στην καταγγελία των αντισυνταγματικών πρακτικών, όταν τα περιοριστικά μέτρα δείχνουν να αγνοούν τα όρια του Συντάγματος. Δεύτερον, οι φορμαλιστικές «νομιμοποιητικές ερμηνείες», που αναζητούν πάση θυσία ρητές  συνταγματικές προβλέψεις -ακόμη κι όταν δεν υπάρχουν, ικανές να θεμελιώσουν τους περιορισμούς των δικαιωμάτων και της δημοκρατίας. Τρίτον, οι έντονα «διαπλαστικές» ή «έκτακτες ερμηνείες» ελέω πανδημίας, που τονίζουν συνήθως την υπεροχή του συλλογικού δικαιώματος στην υγεία έναντι των άλλων θεμελιωδών δικαιωμάτων ή αγαθών.

Οι «έκτακτες» ερμηνείες συχνά μάλιστα εκτρέπονται σε πλήρως «αναθεωρητικές», στο μέτρο που αμφισβητούν ευθέως τις παραδοσιακές εγγυήσεις προστασίας  των δικαιωμάτων και προβάλλουν το νέο «παράδειγμα»  του «Συνταγματικού Κράτους (γενικευμένης) Πρόληψης».

Για την τάση αυτή,  είναι «συνταγματικό» οποιοδήποτε μέτρο αποτρέπει κινδύνους κατά της δημόσιας υγείας, ενώ τα δικαιώματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να υποστούν μη αναλογικούς περιορισμούς με βάση τη δεσπόζουσα «αρχή της προφύλαξης».

Η «κυβερνητική ερμηνεία», που δικαιολογεί σήμερα τη νομιμότητα της γενικής προληπτικής απαγόρευσης των συναθροίσεων, χωρίς τις εγγυήσεις του άρθρου 11 του Συντάγματος (in concreto αιτιολογημένη απόφαση της τοπικά αρμόδιας αστυνομικής αρχής), έχει ένα διττό χαρακτήρα. Ακροβατεί μεταξύ μιας άτεχνης «νομιμοποιητικής ερμηνείας» που αγνοεί τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 11 και μιας πλήρως «αναθεωρητικής» προσέγγισης, που οδηγεί στην πλήρη αναστολή του δικαιώματος των συναθροίσεων, χωρίς καμία από τις εγγυήσεις (αλλά και τις προϋποθέσεις) του άρθρου 48 του Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτό ανατρέπεται απροσχημάτιστα και απενοχοποιημένα το ερμηνευτικό κεκτημένο για τον περιορισμό των δικαιωμάτων συλλογικής έκφρασης από τη Μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αν αυτή είναι η σύγχρονη τάση που ανέδειξε η πανδημία για την ερμηνεία του Συντάγματος, τότε  το μέλλον των δικαιωμάτων προοιωνίζεται ιδιαίτερα ζοφερό…

 

Αναδημοσίευση από τη σελίδα του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών

Η γενική απαγόρευση των υπαίθριων συναθροίσεων

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, ΕΑΠ

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, το Σύνταγμα του 1975 είναι λιγότερο φιλελεύθερο ως προς το δικαίωμα της συνάθροισης από το Σύνταγμα του 1952.

Πράγματι, το Σύνταγμα του 1975 εισήγαγε για πρώτη φορά στην Ελλάδα τη δυνατότητα προληπτικής γενικής απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων, δηλαδή της απαγόρευσής τους σε μια ολόκληρη περιοχή (π.χ. στον Νομό Αττικής) ή και σε όλη την Επικράτεια, για ορισμένες ημέρες ή για ορισμένο χρόνο. Αυτό είναι το νόημα της λέξης «γενικά» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ.: «Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια…». Τούτο προκύπτει εξ αντιδιαστολής και με την επόμενη φράση στην οποία ορίζεται ότι οι συναθροίσεις αυτές μπορούν να απαγορευτούν «σε ορισμένη περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής…». Η διάκριση ανάμεσα σε γενική απαγόρευση, που μπορεί να αφορά οποιαδήποτε συνάθροιση οπουδήποτε στη Χώρα, και ειδική απαγόρευση, που αφορά συγκεκριμένη συνάθροιση σε ορισμένη περιοχή, δεν υπήρχε στο Σύνταγμα του 1952 και για τον λόγο αυτόν γινόταν δεκτό από τη θεωρία (Αλ. Σβώλος) ότι υπό το καθεστώς του Συντάγματος αυτού ήταν επιτρεπτή μόνον η ειδική απαγόρευση. Η θέση που υποστήριξε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων ότι η λέξη «γενικά» στο άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. αναφέρεται σε συγκεκριμένη συνάθροιση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, αποτελεί ένα σχήμα οξύμωρο και πάντως δεν αφορά το Σύνταγμα του 1975. Το γεγονός ότι ο πρόσφατος ν. 4703/2020 για τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις δεν ρύθμισε την περίπτωση της γενικής απαγόρευσης, δεν σημαίνει ότι η δυνατότητα αυτή έπαυσε να υπάρχει. Ως στοιχείο της δημόσιας ασφάλειας κατά το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. πρέπει δε να θεωρείται και η προστασία της δημόσιας υγείας. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το εάν το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. επιτρέπει τη γενική απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων για υγειονομικούς λόγους, δεν αποκλείει τη δυνατότητα αυτή, όταν θεσπίζεται με γενικό νόμο του Κράτους που προστατεύει το αγαθό της δημόσιας υγείας, εκτός εάν η επίκληση των λόγων αυτών αποτελεί πρόφαση για την απαγόρευση συγκεκριμένων συναθροίσεων.

Η κλασική περίπτωση και ίσως η μόνη κατά την οποία δικαιολογείται γενική απαγόρευση είναι όταν υπάρχει επιδημία σε έξαρση. Όπως επισήμανε και ο Ν. Αλιβιζάτος, το άρθρο 68 παρ. 2 του ν. 4683/2020 ρυθμίζει ακριβώς την περίπτωση αυτήν, προβλέποντας ότι με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας της Δημόσιας Υγείας, μπορεί να επιβληθεί γενική απαγόρευση δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα ακόμη και σε όλη την Επικράτεια. Ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου αυτού θα μπορούσε να εγερθεί μόνον εάν το άρθρο 11 παρ. 2 Συντ. δεν προέβλεπε τη δυνατότητα γενικής απαγόρευσης ή μόνον εάν η νομοθετική απαγόρευση δεν είχε προσωρινό χαρακτήρα, και στο επίπεδο της εφαρμογής του άρθρου 68 παρ. 2 μόνον εάν η απόφαση του αρχηγού της Αστυνομίας αποτελούσε «κατάχρηση εξουσίας», δηλαδή γινόταν για άλλον σκοπό, διαφορετικό από την προστασία της δημόσιας υγείας.

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 16/11/2020

Η γενική απαγόρευση συναθροίσεων ως ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος

Αναστάσιος Παυλόπουλος, Διδάκτωρ Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Α.Π.Θ.

Μέτρα που αγγίζουν τον πυρήνα θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία όσο αναγκαία και αν θεωρηθούν, θυμίζουν άλλες εποχές της σύγχρονης ιστορίας μας, που κανείς δεν θέλει να (ξανα)ζήσει, πρέπει να λαμβάνονται κατά τρόπο που, κατά το δυνατόν, θα σέβονται τη φιλελεύθερη και δημοκρατική ευαισθησία ενός λαού, που δεν έχει απωλέσει την ιστορική του μνήμη και έχει μάθει να μην υποτιμά τους κινδύνους που ελλοχεύον στην επίκληση ενός «ορατού-αόρατου» κινδύνου εκ μέρους της κρατικής εξουσίας.