Author Archives: editor

International conference “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation”, 7-8 May 2021

Dear colleague, dear Sir/Madame

We are pleased to invite you to the first international conference of the PopCon Project “The populist transformation of constitutional law: Populist constitutionalism and democratic representation” which will take place on 7-8 May 2021 via zoom.

Here is the information you need in order to participate:

Registration & Meeting Link: https://zoom.us/meeting/register/tJIkduugrzIpH9xBxzpI8oC8htg4xu177QOB

Webinar/Meeting ID: 969 1281 9358

Passcode: 746426

Keynote speakers:

  • Prof. Bojan Bugarič (University of Sheffield), Friday 7 May at 12:00
  • Prof. Costas Douzinas (University of London), Saturday 8 May at 13:00
  • Prof. Antoine Vauchez (University Paris 1-Sorbonne), Friday 7 May at 17:15

Short instructions for accessing the zoom platform:
• Click on the above link for your access to the seminar
• If you have not already downloaded the platform, it will automatically show you to download the zoom
• When the download is done or if you already have the platform on your computer, a window will open where you press open zoom
• You will probably be asked for your details (email, name)
• When you enter the platform and have an image, you have to press the join left button at the bottom left to activate your sound..

We are looking forward to your attendance the Conference.

Kind regards,

The Organizing Committee

Η εθνική συνταγματική ταυτότητα και ο «κλεφτοπόλεμος» των δικαστών

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολή ΕΚΠΑ

Σκέψεις με αφορμή την απόφαση του Conseil d’État στην υπόθεση «French Data Network et autres». …

Πριν περάσει ένας χρόνος από την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην υπόθεση «Weiss»[1] κι ενώ αναμένεται η απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας επί της προσφυγής του Πρωθυπουργού της τελευταίας σχετικά με την υπεροχή ή μη του πολωνικού Συντάγματος επί του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[2], το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’État) αποφάσισε να υποδαυλίσει εκ νέου τον πόλεμο των δικαστών, κρίνοντας, κατ’ ουσίαν, ότι η δική του αντίληψη για τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας μπορεί να του επιτρέψει να μη συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. »[3], η οποία απάντησε σε προδικαστικά ερωτήματα του ίδιου του Conseil d’État και του Συνταγματικού Δικαστηρίου του Βελγίου σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατόν να διατάσσονται οι πάροχοι υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να προβαίνουν σε διατήρηση των (μετα)δεδομένων σύνδεσης των χρηστών των παραπάνω υπηρεσιών.

Στην απόφασή της, της 21ης Απριλίου 2021, στην υπόθεση « French Data Network et autres »[4], η Ολομέλεια του Conseil d’État ενεργοποίησε, κατά τρόπο υπέρμετρο και διόλου πειστικό, τη λεγόμενη « ρήτρα διασφάλισης Arcelor », σύμφωνα με την οποία ο Γάλλος δικαστής θεωρεί ότι μπορεί να ελέγξει τη συμβατότητα του ενωσιακού δικαίου με τους κανόνες και τις αρχές του εθνικού του Συντάγματος που είναι « συμφυείς με τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας », εφόσον δεν υπάρχουν αντίστοιχες διατάξεις ή αρχές της ενωσιακής έννομης τάξης[5]. Εν προκειμένω, οι δικαστές του Palais Royal δέχτηκαν ότι είναι συμφυείς με τη συνταγματική ταυτότητα της Γαλλίας και, πάντως, δεν απολαύουν, στο ενωσιακό δίκαιο, ισοδύναμης προστασίας με αυτή που παρέχει το εθνικό δίκαιο, όχι κάποιες ειδικές και ιδιαίτερες εθνικές συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, όπως η αρχή του κοσμικού χαρακτήρα του γαλλικού Κράτους (laïcité), αλλά γενικοί συνταγματικοί σκοποί που υπάρχουν σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν την προστασία των θεμελιωδών συμφερόντων  κάθε  έθνους,  την  πρόληψη προσβολών της δημόσιας τάξης, την αναζήτηση των προσώπων που  προέβησαν σε εγκληματικές παραβάσεις και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας[6].

Δεχόμενο τα παραπάνω, το Conseil d’État όχι μόνον παραγνώρισε ότι και από την ίδια την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. » προκύπτει πως υπάρχει αντίστοιχη -σταθμισμένη με την εγγύηση των ατομικών ελευθεριών- προστασία της δημόσιας (ή εθνικής) ασφάλειας και της δημόσιας τάξης, καθώς και αντιμετώπιση της εγκληματικότητας[7], αλλά άνοιξε τον δρόμο ώστε κάθε εθνικός δικαστής να μπορεί να ελέγχει τη συμβατότητα οποιασδήποτε πτυχής του δικαίου της Ένωσης με την αντίληψη που ο ίδιος μπορεί να υιοθετεί, μεταξύ άλλων, για « την προστασία  των  θεμελιωδών  συμφερόντων  του  Έθνους » του. Όπως εύστοχα συνοψίζει ο P. Cassia, « [μ]ε την απόφασή του της 21ης ​​Απριλίου 2021, το Conseil d’État θεώρησε, στην πραγματικότητα, ότι μπορούσε να παρακάμψει μια απόφαση του ΔΕΕ όταν δεν του ταιριάζει το νόημα που το τελευταίο δίνει σε μια ευρωπαϊκή αρχή -εν προκειμένω την προστασία της δημόσιας τάξης- για την οποία υπάρχει ισοδύναμο στο γαλλικό Σύνταγμα. Προχώρησε συνειδητά στη σοβαρή επιλογή να ανοίξει έναν πόλεμο μεταξύ των δικαστών στην Ευρώπη, αλλά και μεταξύ των δύο γαλλικών δικαιοδοσιών, καθώς το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο παραμένει ελεύθερο να αποφασίσει να εφαρμόσει κατά γράμμα την απόφαση του ΔΕΕ »[8].

Είναι άξιο απορίας ότι ορισμένοι από τους σχολιαστές της παραπάνω απόφασης του Conseil d’État[9] υποβάθμισαν όλα τα παραπάνω, προτάσσοντας τον ενθουσιασμό που τους προκάλεσε το γεγονός ότι οι δικαστές του Palais Royal αρνήθηκαν -και ορθώς- να ακολουθήσουν το παράδειγμα των δικαστών της Καρλσρούης και να προχωρήσουν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της γαλλικής Κυβέρνησης, σε έλεγχο υπέρβασης εξουσίας (ultra vires) των πράξεων των οργάνων της Ένωσης[10]. Κι είναι επίσης τουλάχιστον παράδοξο ότι οι ίδιοι σχολιαστές κάνουν λόγο για μια « κλασική δικαστική κρίση σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ελλείψει ισοδυναμίας μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ένωσης και του γαλλικού Συντάγματος »[11], για μια « φιλοευρωπαϊκή  στάση » και μια « θεσμική courtoisie » του Conseil d’État απέναντι στο ΔΕΕ, καθώς και για έναν « καλοπροαίρετο και ευεργετικό διάλογο »[12], ενώ είναι προφανείς οι κίνδυνοι και το συγκρουσιακό πνεύμα που αναδύονται από την απόφαση των Γάλλων δικαστών.

Αφενός, το Conseil d’État δεν προβαίνει σε μια κλασική δικαστική κρίση, καθώς, προσπαθώντας να νομιμοποιήσει, σε ενωσιακό επίπεδο, τη δική του αντίληψη περί της συνταγματικής ταυτότητας της Γαλλίας μέσω της επίκλησης[13] της εθνικής ταυτότητας και των ουσιωδών λειτουργιών των κρατών μελών, που μνημονεύονται στο γράμμα της παραγράφου 2 του άρθρου 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση[14], παραγνωρίζει ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, η εθνική συνταγματική ταυτότητα και η δημόσια τάξη των κρατών μελών ουδέποτε μετατράπηκαν σε έννοιες αμιγώς εθνικές. Βεβαίως, οι σχετικοί όροι νοηματοδοτούνται καταρχάς από τις εθνικές αρχές, διότι αποτελούν έννοιες που προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός κράτους μέλους και δεν μπορούν να νοηθούν ανεξαρτήτως του πώς τις νοεί και πώς τις εφαρμόζει το κράτος αυτό. Πλην όμως, οι έννοιες αυτές διατηρούν πάντοτε μια ενωσιακή λειτουργία, γεγονός που σημαίνει ότι το όποιο νόημα προσδίδουν σε αυτές οι εθνικές αρχές υπάγεται τελικώς στον έλεγχο του ΔΕΕ[15]. Σε κάθε περίπτωση, το ωφέλιμο αποτέλεσμα της ύπαρξης μιας ενωσιακής έννομης τάξης αναιρείται πλήρως, εάν γίνει δεκτό πως η θεωρία των αντι-περιορισμών (controlimiti) ως προς την εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης μπορεί να φτάνει στο σημείο να θέτει την άμεση εφαρμογή κάθε ενωσιακού κανόνα υπό την επιφύλαξη της όποιας αντίληψης διαμορφώνει ανά πάσα στιγμή κάθε εθνικός δικαστής για τα συμφέροντα του κράτους μέλους στο οποίο ανήκει[16].

Αφετέρου, το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το Bundesverfassungsgericht, το Conseil d’État δεν υιοθέτησε απαξιωτικές για το ΔΕΕ διατυπώσεις, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι, με τη σχολιαζόμενη απόφασή του, συνέβαλε σε έναν καλοπροαίρετο και ευεργετικό διάλογο. Και τούτο, διότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Γαλλίας, καλυπτόμενο πίσω από την εθνοκεντρική αρχιτεκτονική της « ρήτρας διασφάλισης Arcelor », απέφυγε να θέσει εκ νέου προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ σχετικά με τα σημεία ως προς τα οποία η κρίση του απέκλινε από εκείνη των δικαστών του Λουξεμβούργου. Με τον τρόπο αυτόν, επέλεξε, κατ’ ουσίαν, να απομονωθεί από τον όποιο θεσμοθετημένο διάλογο και με τα λοιπά ανώτατα και συνταγματικά εθνικά δικαστήρια, οι θέσεις των οποίων μεταφέρονται συνήθως στις παρατηρήσεις που όλα τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν επί προδικαστικού ερωτήματος που εκκρεμεί ενώπιον του ΔΕΕ. Ως προς τον ατυχή δε χαρακτήρα της παραπάνω επιλογής του Conseil d’État, αρκεί να σημειωθεί ότι, την επομένη της απόφασής του, το Συνταγματικό Δικαστήριο του Βελγίου εφάρμοσε, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση, την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. »[17].

Η απόφαση του Conseil d’État στην υπόθεση « French Data Network et autres » επιβεβαιώνει ότι η έννοια της συνταγματικής ταυτότητας των κρατών μελών έχει εξελιχθεί σε προνομιακό πεδίο σύγκρουσης μεταξύ του ΔΕΕ και των εθνικών δικαστών. Ελλείψει μιας αξιόπιστης και βιώσιμης ευρωπαϊκής ταυτότητας, η παραπάνω έννοια, αντί να αποτελεί έναν από τους αξιόπιστους πυλώνες μιας συνταγματικής δομής της Ένωσης, γίνεται συχνά βάση ανατροπής της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ αυτής και των κρατών μελών και αντίστασης των συνταγματικών ή ανώτατων εθνικών δικαστηρίων απέναντι στην εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου[18]. Η παραπάνω απόφαση του Conseil d’État αναδεικνύει, μάλιστα, με ενάργεια ότι, στο πλαίσιο του θεσμοθετημένου διαλόγου μεταξύ των εθνικών δικαστών και του ΔΕΕ, που πλαισιώνεται από το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις περισσότερες φορές δεν αναπτύσσεται ένας συμβατικός πόλεμος μεταξύ των δικαστών, αλλά ένας ασύμμετρος « κλεφτοπόλεμος » στον οποίο το φερόμενο ως αδύναμο μέρος, που είναι οι εθνικοί δικαστές, δεν ακολουθεί εξαρχής στρατηγική αντιπαράθεσης, αλλά προσπαθεί να δράσει χρησιμοποιώντας τα όπλα και το έδαφος του φερόμενου ως ισχυρού μέρους, που είναι το ΔΕΕ[19]. Αυτή η λάθρα προώθηση ακραίων και συγκρουσιακών ερμηνειών, στο πλαίσιο του διαλόγου των δικαστών, οδηγεί σε σταδιακή απώλεια του νοήματος και της κανονιστικότητας των θεμελιωδών κανόνων[20], γεγονός που προάγει την ανασφάλεια δικαίου και την περαιτέρω αποσύνθεση του Κράτους Δικαίου στην Ευρώπη, καθώς εμπνέει κάθε είδους αντιφιλελεύθερες διεκδικήσεις[21].

Εν προκειμένω, οι παραπάνω συνέπειες δεν μπορούν εύκολα να αναταχθούν, ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΕΕ φτάσουν, μετά από καιρό, να καταδικάσουν τη Γαλλία για την παράβαση του δικαίου της Ένωσης από τη σχολιαζόμενη απόφαση του Conseil d’État, το οποίο, άλλωστε, ήταν υπεύθυνο και για την καταδίκη της Γαλλίας, πριν από τρία χρόνια, λόγω της άρνησής του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ[22]. Η διαρρύθμιση της σχέσης μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου που προώθησε το Conseil d’État στη σχολιαζόμενη απόφαση ενέχει τον κίνδυνο να υιοθετηθεί ταχύτατα από πολλά άλλα εθνικά δικαστήρια που θα την επικαλεστούν για να αντιτάξουν το εθνικό συμφέρον απέναντι στο ενωσιακό δίκαιο, σε βάρος ακόμη και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που εγγυάται το τελευταίο. Αυτός δε ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να δικαιολογήσει τον χαρακτηρισμό της σχολιαζόμενης απόφασης ως μιας εξέλιξης που ενέχει μια δυναμική πολύ περισσότερο απειλητική για τη συνοχή του ενωσιακού οικοδομήματος από την όποια αρνητική δυναμική είχε η απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας στην υπόθεση « Weiss ». Διότι, κατά βάθος, η απόφαση του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Γαλλίας στην υπόθεση « French Data Network et autres » σηματοδοτεί την αδιέξοδη προοπτική της πλήρους αντιστροφής που φαίνεται να έχει επέλθει στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης στο πλαίσιο της προσπάθειας διασφάλισης μιας ευρωπαϊκής κοινότητας δικαίου. Ενώ, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η αδράνεια εκ μέρους των κρατών μελών στόχευε στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, για όσο χρόνο (solange) η κοινοτική έννομη τάξη δεν είχε συστηματοποιήσει την προστασία τους κατά τρόπο ισοδύναμο με αυτόν των εθνικών εννόμων τάξεων, σήμερα, στη λογική της σχολιαζόμενης απόφασης, η αδράνεια των κρατών μελών φαίνεται να στοχεύει πλέον στον περιορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το ενωσιακό δίκαιο, για όσο χρόνο θα υπάρχουν ακόμη κράτη μέλη το εθνικό συμφέρον των οποίων δεν μπορεί να προστατεύσει, κατά τρόπο ισοδύναμο, η Ένωση.

Καθώς, λοιπόν, τα συμπτώματα της συνταγματικής απορρύθμισης στην Ευρώπη επαναλαμβάνονται με ανεξέλεγκτη δυναμική, είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ότι είναι ακατάλληλο πλέον να επιχειρούμε κάθε φορά « να συμφιλιώσ[ουμε], το ασυμφιλίωτο »[23], παραμένοντας πιστοί στο δόγμα του ισχύοντος συνταγματικού πλουραλισμού και στην υπερεκτιμημένη ιδέα ότι τα μείζονα πολιτικά προβλήματα της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης θα λυθούν μέσω του διαλόγου των δικαστών[24]. Υπάρχει αδήριτη ανάγκη για τον πολιτικό σχεδιασμό μιας πραγματικής και βιώσιμης συνταγματοποίησης της Ευρώπης που θα συναιρέσει αποτελεσματικά την πολιτική και την κοινωνική δημοκρατία προς όφελος όλων των Ευρωπαίων πολιτών[25]. Το εγχείρημα δεν είναι διόλου εύκολο ούτε χωρίς παγίδες. Ωστόσο, ο εγκλωβισμός στις αντιφάσεις του υφιστάμενου μοντέλου συνταγματικού πλουραλισμού γίνεται όλο και πιο επικίνδυνος για το Κράτος Δικαίου και τη Δημοκρατία στην Ευρώπη.

[1] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les mutations du constitutionnalisme européen déréglementé. Réflexions à propos de l’arrêt PSPP de la Cour constitutionnelle allemande du 5 mai 2020 », Revue du droit public 4/2020, σελ. 1041 επ..

[2] Βλ. « The PM filed a petition with the Constitutional Tribunal about the superiority of Polish law over EU law », 30.3.2021 [https://ruleoflaw.pl/the-pm-filed-a-petition-with-the-constitutional-tribunal-about-the-superiority-of-polish-law-over-eu-law/].

[3] Απόφαση της 6ης.10.2020, C-511/18, C-512/18 και C-520/18.

[4] Υποθέσεις με αρ. 393099, 394922, 397844, 397851, 424717, 424718 [https://www.conseil-etat.fr/fr/arianeweb/CE/decision/2021-04-21/393099].

[5] Βλ. τη σκέψη 5 της σχολιαζόμενης απόφασης και την απόφαση CE Ass., 8 février 2007, Société Arcelor Atlantique et Lorraine et autres, n° 287110. Βλ. και Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2013, αρ. 273.

[6] Βλ. τις σκέψεις 9 και 10 της σχολιαζόμενης απόφασης. Με βάση αυτές τις θεωρήσεις, το Conseil d’État διαρρύθμισε τον βαθμό συμμόρφωσής του με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση « La Quadrature du Net κ.λπ. », κρίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι, για τις ποινικές παραβάσεις, η λύση της στοχευμένης διατήρησης των δεδομένων, που προτείνει το ΔΕΕ, δεν είναι ούτε υλικά δυνατή ούτε λειτουργικά αποτελεσματική. Διότι, κατά το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Γαλλίας, δεν είναι δυνατόν να καθοριστούν εκ των προτέρων τα πρόσωπα που θα εμπλακούν σε μη διαπραχθείσα ακόμη ποινική παράβαση ούτε ο τόπος όπου αυτή θα διαπραχθεί. Σύμφωνα με το Conseil d’État, πάντως, η μέθοδος της « κατεπείγουσας διατήρησης » που επιτρέπει το ενωσιακό δίκαιο μπορεί να στηριχθεί στο σύνολο των στοιχείων που διατηρήθηκαν γενικώς για τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δίωξη των ποινικών παραβάσεων. Αναφορικώς δε προς τη διάκριση που υιοθετεί το ΔΕΕ μεταξύ σοβαρής εγκληματικότητας και καθημερινής εγκληματικότητας, για την οποία δεν δέχεται διατήρηση ή χρήση δεδομένων σύνδεσης, το Conseil d’État επισημαίνει ότι η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ βαρύτητας της παράβασης και σημασίας των μέτρων έρευνας που εφαρμόζονται, η οποία διέπει την ποινική διαδικασία, δικαιολογεί το γεγονός ότι η προσφυγή στα δεδομένα σύνδεσης περιορίζεται στις διώξεις παραβάσεων επαρκούς βαρύτητας. Βλ. τις σκέψεις 35 επ. της σχολιαζόμενης απόφασης.

[7] Βλ., ιδίως, τις σκέψεις 118, 122 και 149 της εν λόγω απόφασης του ΔΕΕ.

[8] Βλ. P. Cassia, « Le Frexit sécuritaire du Conseil d’État », 23.4.2021 [https://blogs.mediapart.fr/paul-cassia/blog/230421/le-frexit-securitaire-du-conseil-d-etat].

[9] Βλ. J. Ziller, « The Conseil d’État refuses to follow the Pied Piper of Karlsruhe », VerfBlog, 24.4.2021 [https://verfassungsblog.de/the-conseil-detat-refuses-to-follow-the-pied-piper-of-karlsruhe/], Ε. Πρεβεδούρου, « Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires : μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’Etat », www.prevedourou.gr, 29.4.2021, αναδημοσίευση σε www.constitutionalism.gr, 3.5.2021.

[10] Βλ. τη σκέψη 8 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[11] Βλ. J. Ziller, ό.π..

[12] Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, ό.π..

[13] Βλ. τη σκέψη 10 της σχολιαζόμενης απόφασης.

[14] « Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους ».

[15] Βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ό.π., ιδίως αρ. 373 επ.. Προς την ίδια κατεύθυνση, βλ. Ε. Πρεβεδούρου, « Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου », σε Τ. (Λ.) Παπαδοπούλου, Ε. Πρεβεδούρου, Κ. Γώγου (επ.), Το Δικαστήριο της ΕΕ. Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών. Συνέδριο προς τιμήν του Καθηγητή κ. Βασίλειου Σκουρή, Προέδρου του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ. 45 επ., ιδίως σημεία 5 επ. και 35.

[16] Βλ. και τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα Μ. P. Maduro, της 8ης.10.2008, στην υπόθεση C-213/07, Μηχανική, σημείο 33. Βλ., επίσης, Ε. Πρεβεδούρου, « Ο σεβασμός της εθνικής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου », ό.π., σελ. 59: « Η λειτουργία της αρχής [ενν. του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας] ως κριτηρίου εφαρμογής των ενωσιακών κανόνων σε συγκεκριμένη περίπτωση, θα κατέληγε σε μεταβλητότητα του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης ανάλογα με την εθνική ταυτότητα εκάστου κράτους μέλους ».

[17] Απόφαση με αρ. 57/21 της 22ας.4.2021, Ordre des barreaux francophones et germanophone [https://www.const-court.be/public/f/2021/2021-057f-info.pdf].

[18] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019, ιδίως αρ. 86.

[19] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les mutations du constitutionnalisme européen déréglementé. Réflexions à propos de l’arrêt PSPP de la Cour constitutionnelle allemande du 5 mai 2020 », ό.π..

[20] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, ό.π., ιδίως αρ. 161 επ..

[21] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les vicissitudes de l’État de droit dans l’Union européenne » [https://cyannakopoulos.gr/dialeksi-conference-de-specialite-sto-panepistimio-jean-moulin-lyon-3-me-thema-les-vicissitudes-de-letat-de-droit-dans-lunion-europeenne-10-03-2021/], αναδημοσίευση σε www.constitutionalism.gr, 12.3.2021.

[22] Βλ. την απόφαση ΔΕΕ, 4.10.2018, C‑416/17, Επιτροπή κ. Γαλλίας.

[23] Βλ. τις προτάσεις, της 21ης Μαΐου 2008, του Γενικού Εισαγγελέα P. Maduro στην υπόθεση C-127/07, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ., σημείο 15.

[24] Πρβλ. M. Luciani, « Il brusco risveglio. I controlimiti e la fine mancata della storia costituzionale », Rivista AIC, n° 2/2016, 15.4.2016, σελ. 1 επ., ιδίως σελ. 11 : « L’ipotesi che un problema politico di primaria importanza come quello che è posto dalla difettosa integrazione raggiunta in Europa possa essere risolto dal “dialogo fra le Corti” è ingenua ».

[25] Βλ. και X. Ράμμου, «Tο τέλος της εθνοκεντρικής προσέγγισης του πολυεπίπεδου συνταγματισμού στην Ε.Ε. ως αδήριτη αναγκαιότητα», www.constitutionalism.gr, 26.3.2021.

Aναδημοσίευση από https://cyannakopoulos.gr/i-ethniki-syntagmatiki-taftotita-kai-o-kleftopolemos-ton-dikaston/

Προστασία της συνταγματικής ταυτότητας χωρίς έλεγχο ultra vires: μαθήματα Europafreundlichkeit από το Conseil d’Etat

Ευγενία Πρεβεδούρου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Με την ευκαιρία σημαντικών υποθέσεων προστασίας προσωπικών δεδομένων, το γαλλικό Conseil d’Etat αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο ultra vires απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία, πάντως, με συνέπεια και εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, «προσάρμοσε» στις επιταγές της γαλλικής συνταγματικής τάξης. Επιβεβαιώνοντας τη φιλοευρωπαϊκή στάση που ακολουθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, εξέδωσε, στις 21 Απριλίου 2021, μια άκρως ισορροπημένη απόφαση, διασφαλίζοντας τόσο την προστασία των συνταγματικών επιταγών όσο και το καθήκον καλόπιστης συνεργασίας με τους θεσμούς της Ένωσης (άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ). Φαίνεται ότι η επιθετική στάση του Bundesverfassungsgericht δεν είναι μεταδοτική. Αντί για τον «τραχύ και χωρίς φιλοφρονήσεις» διάλογο των δικαστών, που επέλεξε το Bundesvefassungsgericht, προσάπτοντας στο ΔΕΕ κατάφωρη παραβίαση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας, το γαλλικό Conseil d’Etat επιδεικνύει θεσμική courtoisie απέναντι στο ΔΕΕ. Δεν διατυπώνει αξιολογική κρίση, δεν επικρίνει τη συλλογιστική του ΔΕΕ –αφήνοντας ίσως το μονοπώλιο της «μικροπρέπειας» αυτής στους δημόσιους εισηγητές του (rapporteurs publics)–, δεν αμφισβητεί τον ρόλο που αναγνωρίζει το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ στο ΔΕΕ, δηλαδή αυτόν του οργάνου που «εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των Συνθηκών» και δεν ανάγεται το ίδιο σε όργανο ελέγχου της δραστηριότητας του ΔΕΕ. Ταυτόχρονα, όμως, αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες που παρέχει το ενωσιακό δίκαιο, για να διασφαλίσει τον σεβασμό της γαλλικής συνταγματικής ταυτότητας, ακριβέστερα των συνταγματικών επιταγών που δεν καλύπτονται μεν από τις ενωσιακές διατάξεις, αλλά και δεν θίγουν και τον πυρήνα του ενωσιακού δικαίου.

Διαβάστε τη μελέτη στο επισυναπτόμενο pdf

 

 

 

Η πανδημία του πατερναλισμού

Τ. Κ. Βιδάλης

Η πανδημία του πατερναλισμού1Του Τ. Κ. ΒιδάληΟ πατερναλισμός χαρακτήριζε επί αιώνες την Ιατρική, ειδικά τις σχέσεις ασθενούς/γιατρού. Τον συναντάμε τόσο στην ιπποκρατική όσο και σε άλλες παραδόσεις (την εβραϊκή, την ινδική, την κινεζική κ.λπ.). Έχοντας θεολογικές ή και μυστικιστικές καταβολές, εννοούσε τον ασθενή σαν το «παθητικό» μέρος της σχέσης με τον γιατρό. Ο γιατρός ήταν εκείνος που αξιολογούσε, αποφάσιζε και ενεργούσε, χωρίς να έχει καμία υποχρέωση να ζητά την άδεια του ασθενούς, ούτε καν να τον ενημερώνει. Για ό,τι έκανε λογοδοτούσε στους ομοτέχνους του και συμβολικά στον θεό, όχι στον ασθενή ή στην οικογένεια του, που έπρεπε να τον εμπιστευτούν απόλυτα.

Διαβάστε το κείμενο στο pdf

Η σχέση πολίτη-Διοίκησης την εποχή της πανδημίας: το ζήτημα της προτεραιότητας των ελευθεριών του πνεύματος

Βασιλική Χρήστου, επίκουρη Kαθηγήτρια συνταγματικού δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Η αιφνίδια και ριζική αναδιάταξη του τρόπου ζωής, που προκάλεσε η πανδημία, έφερε στο προσκήνιο τη διοικητική λειτουργία, την επιτελεστική χείρα του κράτους, που καλείται να επιβλέψει και να εφαρμόσει τα νέα μέτρα.

Θα προσπαθήσω να συνοψίσω σε τρία σημεία το πως επαναπροσδιορίστηκε η σχέση πολίτη και διοίκησης την εποχή της πανδημίας.

Πρώτον, διευρύνθηκε και κατέστη διαρκώς παρούσα η περιοριστική διοίκηση. Σε καθημερινή βάση αναμένουμε κάποιες υπουργικές αποφάσεις με οδηγίες για το τι επιτρέπεται να κάνουμε, ποιες δραστηριότητες επιτρέπονται, μέχρι τι ώρα, με ποιους περιορισμούς, ποια είναι η σωστή χρήση της μάσκας κοκ. Περιορίζεται προεχόντως κι ενδεικτικά η ελευθερία κίνησης, η επαγγελματική και οικονομική ελευθερία και εν γένει η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Αναδιατάσσεται, με δυο λόγια, ο ανθρώπινος βίος δημιουργώντας μια ουσιώδως νέα συνθήκη, στην οποία κυριαρχεί η σπανιότητα της βιωματικής εμπειρίας.

Δεύτερον, ήρθε στο προσκήνιο και η παροχική διοίκηση. Η διοίκηση δεν περιορίζει απλώς, παρέχει υπηρεσίες, προβαίνει σε θετικές ενέργειες για να προστατέψει τη ζωή και την υγεία, αλλά και εν γένει την αξιοπρεπή διαβίωση. Εδώ η υγειονομική και νοσοκομειακή διοίκηση έχει τον πρώτο λόγο: πώς είναι οργανωμένα τα νοσοκομεία, πόσες κλίνες ΜΕΘ είναι διαθέσιμες, πώς θα λάβει χώρα απρόσκοπτα ο εμβολιασμός κοκ. Σημασία έχουν και τα μέτρα αναπλήρωσης του εισοδήματος, λόγω του lockdown, με δυο λόγια, η περίφημη «στήριξη της οικονομίας».

Προφανώς παροχική και περιοριστική διοίκηση υπήρχε και πριν την πανδημία. Έχει, όμως, ενταθεί και διευρυνθεί ο ρόλος τους λόγω της πανδημίας, καθώς έχει εν γένει διευρυνθεί ο ρόλος του κράτους.

Τρίτο χαρακτηριστικό της νέας διοίκησης στην εποχή της πανδημίας είναι, αναμφίβολα, η ψηφιακή διοίκηση. Όλο και περισσότερες υποθέσεις διεκπεραιώνονται με ηλεκτρονικό τρόπο,  η οργάνωση του εμβολιασμού ωθεί όλο και περισσότερους στις υπηρεσίες της άυλης συνταγογράφησης του δημόσιου συστήματος υγείας, η γραφειοκρατία μειώνεται. Έτσι, η κοινωνική αποστασιοποίηση, την οποία επέβαλε η πανδημία, πίεσε τον δημόσιο τομέα προς έναν ψηφιακό εκσυγχρονισμό που θα έπρεπε να είχε λάβει χώρα και νωρίτερα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: από τη σκοπιά του συντάγματος και των ατομικών ελευθεριών πώς επαναπροσδιορίζεται η σχέση πολίτη – διοίκησης, πολίτη – κράτους εν τέλει, σε κάθε ένα από αυτά τα τρία σημεία;

  1. A) Θα ξεκινήσω αντίστροφα, δηλαδή από το τελευταίο πεδίο προβληματισμού, την ψηφιακή διοίκηση, γιατί εδώ τα πράγματα είναι πλέον προφανή. Είναι σαφές ότι η γιγάντωση του ψηφιακού κράτους πρέπει να συνοδευτεί από την ενδυνάμωση του ρόλου, ιδίως του ελεγκτικού ρόλου, των ανεξάρτητων αρχών που δραστηριοποιούνται στο συναφές πεδίο, δηλαδή της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών. Για παράδειγμα, μέσω της εποπτείας από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι ο τεράστιος όγκος δεδομένων και μεταδεδομένων, που συγκεντρώθηκε την εποχή της πανδημίας, θα καταστραφεί και δεν θα αξιοποιηθεί από κανέναν, ούτε από τους ιδιώτες παρόχους των σχετικών υπηρεσιών για εμπορικούς σκοπούς.

Β) Θα έρθω τώρα στο ζήτημα της διεύρυνσης της περιοριστικής, αλλά και της  παροχικής διοίκησης, το οποίο είναι και το θεωρητικά πιο απαιτητικό, πρωτίστως από την άποψη των ατομικών ελευθεριών.

Έχει καταρρεύσει το σύστημα των ατομικών ελευθεριών; Έχουν καταστεί οι ελευθερίες λειτουργικές; Έχουν ξεπεραστεί ή – χειρότερα – έχουν εξαφανιστεί τα όρια;

Θα ήθελα να δείξω ότι με το θεωρητικό οπλοστάσιο του κλασικού φιλελευθερισμού είναι δυνατόν να εννοιολογήσουμε την παρούσα κρίση, αλλά και να αντλήσουμε κανονιστικά συμπεράσματα. Η τρέχουσα κρίση είναι κρίση ενός συλλογικού αγαθού, της δημόσιας υγείας, που – σε αντίθεση με την ατομική υγεία – δεν έχει ο καθένας μας εξουσία να διαθέσει, ούτε είναι δυνατόν να διαθέσει ο καθένας το κομμάτι που του αναλογεί, χωρίς να επηρεάζει τους άλλους. Μας δίνεται γι’ αυτό μια καλή ευκαιρία να σκεφτούμε πάνω στην ουσία του φιλελευθερισμού.

Θα ήθελα να τονίσω ότι η ιδέα των ατομικών ελευθεριών γεννήθηκε ταυτόχρονα, εντός και ως σύστοιχη του κοινωνικού συμβολαίου. Οι ατομικές ελευθερίες, λοιπόν, δεν θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως ένα σύνολο εγωιστικών, ξεροκέφαλων ή σολιψιστικών απαιτήσεων έναντι της κοινότητας, γιατί ακριβώς εξ αρχής αποτέλεσαν στοιχείο ενός κοινωνικού συμβολαίου. Πηγή των ατομικών ελευθεριών είναι ο απροϋπόθετος σεβασμός του άλλου. Πώς μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό;

Ο Τσακυράκης επεσήμαινε ότι η ελευθερία από κάθε μορφής λογοκρισία δεν πηγάζει από την ελευθερία του «εγώ» να εκθέτει όποια άποψη θέλει, αλλά από την υποχρέωση του καθενός να μην δρα εξουσιαστικά και περιοριστικά προς όποια άποψη δεν συμπαθεί.

Αντίστοιχα ισχύουν για την περίπτωση της πανδημίας. Είναι δυνατόν, στο όνομα της ατομικής ελευθερίας, ορισμένοι να μη συμμετέχουν στο δημόσιο βάρος που τους αναλογεί για τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, επειδή αρνούνται να φορέσουν μάσκα ή να εμβολιαστούν ή να κάνουν τέστ; Η ίση συμμετοχή στο δημόσιο βάρος βασίζεται στον ίσο σεβασμό του άλλου ως ελεύθερου υποκειμένου. Και η πανδημία, ως κρίση ενός αποκλειστικά συλλογικού αγαθού, μας έδωσε την αφορμή να επισημάνουμε στρεβλώσεις, πολύ δημοφιλείς, γύρω από τον φιλελευθερισμό. Φιλελευθερισμός, λοιπόν, δεν είναι μόνον η ελευθερία του κεφαλαίου και ο οικονομικός ανταγωνισμός, αλλά, πρωτίστως, ο σεβασμός του άλλου ως ίσου υποκειμένου.

Γ) Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ζήτημα που προκύπτει από τη γιγάντωση της διοίκησης λόγω της πανδημίας, πολύ πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμο. Αλήθεια, πόσο ελεύθεροι μπορεί να θεωρούμαστε, αν υποστηριζόμαστε πλήρως από το παροχικό κράτος; Ο συνδυασμός δε – περιορισμού αφενός και κρατικής υποβάσταξης αφετέρου – φαντάζει ζοφερός. Δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με ένα μοντέλο πλήρως διευθυνόμενου βίου; Μήπως η διευρυμένη, ταυτοχρόνως περιοριστική και παροχική, διοίκηση σημαίνει ότι οδεύουμε προς αυτό που ο Φουκώ ονόμασε βιοπολιτική, μια πλήρη δηλαδή εξουσίαση και ποδηγέτηση του ανθρώπινου βίου, όπου πολύ λίγα αφήνονται στο ελεύθερο πνεύμα και στο ελεύθερο φρόνημα, στην ελεύθερη επιλογή του καθενός; Και, τέλος, γιατί να μας απασχολεί αυτό το ερώτημα, αφού η κατάσταση της πανδημίας φαίνεται ότι οδεύει προς το τέλος της;

Ζούμε μια αιφνίδια μεταβολή της ανθρώπινης συνθήκης. Η μεταβολή που επήλθε την περίοδο της πανδημίας, μπορεί, λόγω του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής και των μέτρων που θα απαιτηθούν για την ανάσχεσή της, να είναι μια πρόγευση αυτού που θα ακολουθήσει τις επόμενες δεκαετίες. Ήδη οι επιστήμονες κάνουν λόγο για νέες πανδημίες, χώρια οι νέες σπανιότητες που θα επιφέρει η κλιματική αλλαγή.

Η ευρεία αναδιάταξη του ανθρώπινου βίου, ή, μια κατάσταση γενικευμένης σπανιότητας της βιωματικής εμπειρίας, όπως αυτή που διανύουμε λόγω του κορωνοϊού, μπορεί να σημαίνει ότι θα πρέπει να ξαναδούμε εκ νέου τις σταθμίσεις και τις προτεραιότητες των συνταγματικών αγαθών, και ίσως να προβούμε σε κάποιες prima facie ιεραρχήσεις, όσο κι εάν πάντοτε είναι νοητές εξαιρέσεις και ειδικότερες αξιολογήσεις.

Όπως δηλαδή δεχτήκαμε ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός μας καλεί και στην εκπλήρωση υποχρεώσεων προς το κοινωνικό σύνολο ως συνέπεια του ίσου σεβασμού, έτσι θα πρέπει να δεχτούμε ότι μπροστά σε αυτή τη νέα σπανιότητα μπορεί να χρειαστούμε και νέες – κατ’ αρχήν – ιεραρχήσεις και κάποιον αναστοχασμό.

Αυτή τη στιγμή σπάνιος πόρος είναι, θα λέγαμε, η κοινωνικότητα και θα πρέπει να τον διανείμουμε δίκαια. Πώς θα τον διανείμουμε, λοιπόν, δίκαια; Και με ποια προτεραιότητα; Στην εκπαίδευση; Στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια; Στον πολιτισμό; Στα θέατρα; Στον τουρισμό; Ή στη δικαιοσύνη; Το ζήτημα της δικαιοσύνης και της προτεραιότητας μεταξύ των ατομικών ελευθεριών είναι πιο επιτακτικό στην παρούσα φάση διαχείρισης της πανδημίας, κατά την οποία ζούμε υπό συνθήκες μερικού lockdown, παρά στην πρώτη φάση των οριζόντιων και γενικών περιορισμών.

Θα επιχειρήσω, λοιπόν, να κάνω μια πρόταση περί προτεραιότητας, αν και, είναι σαφές, κανένα συνταγματικό αγαθό δεν επιτρέπεται να πέσει κάτω από ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας και κανένα μείγμα μέτρων δεν επιτρέπεται να προσβάλει το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Ποια είναι λοιπόν η πρόταση; Προτεραιότητα έχει η πολιτική κοινότητα, που είναι το σπίτι μας, μέσα στο οποίο θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε τις όποιες κρίσεις. Προτεραιότητα έχει, λοιπόν, η πολιτική κοινότητα, άρα και η πολιτική ελευθερία, δηλαδή πέραν του αυτονοήτου της ψήφου, η ελευθερία του φρονήματος και η ελευθερία της σκέψης και της έκφρασης. Αυτή η λογική προτεραιότητα έχει ιστορικό και θεωρητικό βάθος. Ιστορικά, νομίζω, επιβεβαιώνεται πως η ουσία του Διαφωτισμού υπήρξε η ελευθερία του φρονήματος. Στην επανάσταση του ορθού λόγου δεν νοείται το πνεύμα να μην έχει τον πρώτο λόγο. Ακόμη, η  ελευθερία της σκέψης ήταν που οδήγησε τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν ότι είναι ίσοι και ότι τα προνόμια πρέπει να καταργηθούν. Και θεωρητικά, από τους στοχαστές του Διαφωτισμού, με πρώτο τον Ιμμάνουελ Καντ, μέχρι τους νεώτερους στοχαστές της ελευθερίας, με βασικότερο τον Τζον Ρωλς, νομίζω, προκύπτει η προτεραιότητα της ελευθερίας του πνεύματος. Δεν θα κουράσω εδώ με θεωρητικές αναλύσεις.

Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος εύλογα να διερωτηθεί: Είναι δυνατόν σε συνθήκες πανδημίας να μιλούμε για την προτεραιότητα του πνεύματος; Δεν είναι η ζωή η υπέρτατη αξία; Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε το εξής: το ερώτημα δεν είναι αν έχει προτεραιότητα το πνεύμα έναντι της ζωής ή το πνεύμα έναντι του σώματος. Το ερώτημα είναι, πώς μπορεί υπό συνθήκες που προστατεύουν τη δημόσια υγεία, εν προκειμένω αναγκαία και υπό συνθήκες κοινωνικής αποστασιοποίησης, να επιβεβαιώνεται η ιδιαίτερη σημασία των ελευθεριών του πνεύματος.

Ούτως ή άλλως μέσα στον ανθρώπινο βίο, η ζωή βρίσκεται διαρκώς υπό διακινδύνευση. Οδηγούμε στους δρόμους με όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας και προστασίας, αλλά γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πιθανότητες να βλαβεί η  ζωή μας, όπως και όταν ταξιδεύουμε με αεροπλάνο ή κολυμπάμε στη θάλασσα. Υπό αυτήν την έννοια, η ζωή δεν είναι κυρίαρχη, ούτε μπορεί κάποιος να μας την εξασφαλίσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν, υπό μίαν έννοια, πέρα από τα ανθρώπινα. Αντίθετα, η πολιτική κοινότητα μπορεί μόνο να εξασφαλίσει κάποιες διαδικασίες για τη φροντίδα της υγείας (δημόσιας κι ατομικής) κι εμμέσως και της ζωής, οι οποίες θα εκφράζουν μια πειστική λύση στο ζήτημα της εξισορρόπησης όλων των συνταγματικών εγγυήσεων, λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό βάρος των ελευθεριών του πνεύματος.

Τι σημαίνει λοιπόν η προτεραιότητα των ελευθεριών των πνεύματος για την περίπτωση της πανδημίας; Σημαίνει ότι, όταν τα μέτρα κατά της πανδημίας επηρεάζουν δυσμενώς τις προϋποθέσεις καλλιέργειας του ελεύθερου φρονήματος, πλήττουν δηλαδή περισσότερο την εκπαίδευση, τον πολιτισμό και τον πολιτικό διάλογο, πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση, ένα ειδικότερο βάρος στην αιτιολογία για την αναγκαιότητα του περιορισμού των αγαθών αυτών, ιδίως όταν τα μέτρα παρατείνονται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αντιστοίχως, αναμένεται ότι – όσο τα μέτρα παρατείνονται – τόσο πιο διεξοδικός πρέπει να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος για τα παραπάνω αγαθά, μια που ελλείπει πλέον το στοιχείο του απρόβλεπτου. Τέλος, καθώς οι περιορισμοί δεν είναι πια γενικοί και οριζόντιοι, όπως στην πρώτη φάση της πανδημίας, πρέπει να αιτιολογούνται ειδικά οι επιλογές που προκρίνονται έναντι άλλων, ως προς το ποιοι θα απολαύσουν τον σχετικά σπάνιο πόρο της κοινωνικότητας με γνώμονα, βέβαια, τα υγειονομικά κι επιστημονικά δεδομένα, αλλά και την ιδιαίτερη βαρύτητα των συνταγματικών αγαθών που σχετίζονται με την καλλιέργεια του ελεύθερου πνεύματος και αποτελούν τη βάση της πολιτικής ελευθερίας.

Βεβαίως, η πανδημία δεν στρέφεται ευθέως κατά της πολιτικής ελευθερίας, της ελευθερίας σκέψης και συνείδησης. Οι υγειονομικοί περιορισμοί είναι, όπως λέμε, ουδέτεροι ως προς το φρόνημα περιορισμοί. Ευθέως ή αμέσως τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας βαρύνουν πρωτίστως άλλα, – θα τα αποκαλέσω – συμπληρωματικά αγαθά. Αυτά τα αγαθά τα αποκαλώ συμπληρωματικά, επειδή υποστηρίζουν τις βασικές ελευθερίες, του φρονήματος και του πνεύματος. Τέτοια αγαθά είναι, για παράδειγμα, η κίνηση και η οικονομική ελευθερία. Αυτά τα συμπληρωματικά αγαθά είναι κατ’ αρχήν ευπροσάρμοστα στην οργάνωση της κοινωνικής συμβίωσης ανάλογα με τις συνθήκες. Άλλο νόημα είχε η ελευθερία κίνησης πριν την ανακάλυψη της ατμομηχανής, του αυτοκίνητου ή του αεροπλάνου, άλλο έχει σήμερα, και άλλο θα έχει στο μέλλον, όταν η σπανιότητα των ενεργειακών πόρων θα επιβάλει περιορισμούς στις μετακινήσεις μας. Ούτε μπορεί κάποιος, επειδή υποχρεώθηκε από τα πράγματα να φορέσει παπούτσια για να μην καούν τα πόδια του στην άσφαλτο, να παραπονείται για παραβίαση της ατομικής του ελευθερίας, νοσταλγώντας τις εποχές που περπατούσε ξυπόλυτος στο δροσερό χώμα. Για τον λόγο αυτόν, αυτά τα συμπληρωματικά αγαθά είναι, νομίζω, δεκτικά πολλών σταθμίσεων στο πλαίσιο της γνωστής μας αρχής της αναλογικότητας – και αυτό έχει καταδειχτεί και στην περίπτωση της πανδημίας.

Έμμεσα, όμως, οι περιορισμοί στα συμπληρωματικά αγαθά, όταν παρατείνονται και ξεπερνούν το αναγκαίο, μπορούν να πλήξουν τις προϋποθέσεις καλλιέργειας του ελεύθερου πνεύματος. Για πόσο καιρό, δηλαδή, μπορεί να ανθεί το ελεύθερο πνεύμα σε συνθήκες ακινησίας; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ήταν οι μετακινήσεις, τα ταξίδια και η ατμομηχανή που καλλιέργησαν συνθήκες εξωστρέφειας και ανοικτότητας που οδήγησαν στις επαναστάσεις: στη γαλλική επανάσταση, αλλά και στην αμερικανική ή ακόμη και την ένδοξη και αναίμακτη αγγλική επανάσταση – και στις οποίες οφείλουμε τον σύγχρονο συνταγματισμό.

Με άλλα λόγια, μετά από τόσο μεγάλο διάστημα κοινωνικής αποστασιοποίησης, η πανδημία δρα ύπουλα, δρα εμμέσως στο υπόστρωμα της ελευθερίας.

Εάν η πανδημία έρχεται στο τέλος της, γιατί να προβληματιζόμαστε τόσο έντονα για την κανονιστική της διαχείριση; Πρώτον, διότι κατά τη διαχείριση ενός μερικού lockdown πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη σημασία κάθε συνταγματικού αγαθού και η διανομή του σχετικά σπάνιου πόρου της κοινωνικότητας να είναι δίκαιη. Δεύτερον, το ανέφερα και πριν – νομίζω πως τα νέα κλιματικά φαινόμενα θα μας φέρνουν συχνά αντιμέτωπους με τέτοια διλήμματα αναδιάταξης του ανθρώπινου βίου, και έχει νόημα να διεξαχθεί μια συνολική συζήτηση για τις θεωρητικές καταβολές των επιλογών μας.

 

 

Στο παρόν κείμενο βασίστηκε ομιλία μου σε συνέδριο της ELSA Athens με θέμα «Οι επιπτώσεις της πανδημίας στο δίκαιο και την κοινωνία» την 16η Απριλίου 2021. Το κείμενο διατηρεί την προφορικότητα της εισήγησης. Πληρέστερη ανάλυση ως προς τα ζητήματα των ατομικών ελευθεριών με παραπομπές στη βιβλιογραφία επιχειρείται στο άρθρο μου «Οι ατομικές ελευθερίες και η μεταβολή της ανθρώπινης συνθήκης», ΔτΑ 2020, σελ. 615-661.

200 χρόνια ελληνικός συνταγματισμός. Η περίπτωση του «πραγματικού» Συντάγματος»

Χρήστος Ράμμος, Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας

Αντώνης Ν. Μανιτάκης, Ο ελληνικός συνταγματισμός 200 χρόνια μετά. Δημοκρατικός, νεωτερικός, ακμαίος, ΕΑΠ, Αθήνα 2020, 168 σελ.

Το Σύνταγμα ήταν πάντα για τον καθηγητή Αντώνη Μανιτάκη ένα αίτημα πολιτικής ελευθερίας, ένα ζητούμενο για μια διαρκώς εμβαθυνόμενη και διευρυνόμενη δημοκρατία. Μια τεχνική της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Το πρόσφατο βιβλίο του στο οποίο συγκεφαλαιώνονται τα 200 χρόνια του ελληνικού συνταγματισμού δίνει ιδανικές αφορμές για συζήτηση των θεσμών που έχει θεσπίσει το Σύνταγμα, για τα θεμελιώδη  δικαιώματα στα οποία η Ελλάδα πρωτοπόρησε, αρχής γενομένης με το Σύνταγμα του 1844 και κυρίως του 1864, για την εντυπωσιακή κανονιστική αρτιότητα των  ελληνικών συνταγματικών κειμένων – αλλά και για τις παθογένειες που συχνά οδήγησαν σε χάσμα της συνταγματικής πραγματικότητας από τις εξαγγελίες των συνταγματικών κειμένων. [ΤΒJ]

Αφορμή  γι’ αυτό το κείμενο στάθηκε το  τελευταίο βιβλίο του Αντώνη Μανιτάκη (Α.Μ.)· ένας μικρός τόμος με τον τίτλο Ο ελληνικός συνταγματισμός 200 χρόνια μετά. Δημοκρατικός, νεωτερικός, ακμαίος[1]. Ο Α.Μ. δεν χρειάζεται παρουσίαση. Έχει καταστεί στην συνείδηση του ευρύτερου νομικού κόσμου ένας από τους κορυφαίους συνταγματολόγους της περιόδου της μεταπολίτευσης. Δημόσιος διανοούμενος και καταξιωμένος πανεπιστημιακός δάσκαλος. Δύο ήταν τα μεγάλα πάθη της δημόσιας παρουσίας του. Το Σύνταγμα ως ιδανικό, ως μηχανισμός διαρκούς μάχης για τη δημοκρατία – και η διδασκαλία· τομέας ο  τελευταίος, στον οποίο υπήρξε πραγματικά χαρισματικός.

Δεν είναι λοιπόν πρόθεσή μου να παρουσιάσω ούτε το βιβλίο ούτε τον συγγραφέα. Με αφορμή διάφορα ερεθίσματα που δίνει το βιβλίο, θεωρώ ότι είναι πιο ενδιαφέρον αυτή την περίοδο, που συμπληρώνονται τα 200 χρόνια από την Επανάσταση και ακούγονται πολλά επετειακά, να παρουσιαστούν  ορισμένοι προβληματισμοί,  όχι τόσο  σε σχέση με την ιστορική εξέλιξη της νεοελληνικής συνταγματικής θεωρίας και του κανονιστικού  περιεχομένου των αλληλοδιαδόχων  Συνταγμάτων της χώρας. Έχουν γραφτεί τόσα πολλά γύρω από αυτά τα θέματα και από τον ίδιο τον Α.Μ. όσο και από άλλους[2]. Πιο χρήσιμο είναι να διατυπωθούν κάποιες σκέψεις σχετικές με τη συνταγματική πραγματικότητα, με το πώς λειτούργησαν και λειτουργούν οι θεσμοί που έχει θεσπίσει το Σύνταγμα και  σε ποιο βαθμό η καθιέρωση των θεμελιωδών  δικαιωμάτων, στα οποία η Ελλάδα πρωτοπόρησε, αρχής γενομένης με το Σύνταγμα του 1844 και κυρίως του 1864, ανταποκρίνεται στην, όντως, εντυπωσιακή κανονιστική αρτιότητα των  ελληνικών συνταγματικών κειμένων. Μέσα στο πλαίσιο αυτό θα γίνει αναφορά και σε επιλεγμένη ειδικότερη θεματολογία του βιβλίου, καθώς και στη γενικότερη συνταγματική και θεσμική σκέψη του Α.Μ.

 

Τυπικό Σύνταγμα και πραγματικό Σύνταγμα

Η επέτειος των 200 ετών με τους απολογισμούς και τους αναστοχασμούς, που συνήθως επιβάλλουν οι επέτειοι και τα ιωβηλαία, συνέπεσε με την εμφάνιση  μιας νέας εθνικής αισιοδοξίας ή, έστω, με το τέλος μιας συλλογικής εθνικής κατάθλιψης και απαισιοδοξίας, που είχε κυριαρχήσει τη δεκαετία των μνημονίων, με την  πρωτοφανή για ειρηνική περίοδο δημοσιονομική, οικονομική κρίση, την κρίση αξιών, την κοινωνική υποβάθμιση και την ανασφάλεια πολλών κοινωνικών στρωμάτων,  τις βιαιότατες συγκρούσεις και το διχασμό, τον κλυδωνισμό του πολιτικού συστήματος[3] και τη δοκιμασία των θεσμών. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα άντεξε, δεν χρεοκόπησε, τουλάχιστον τυπικά, επίσης το δημοκρατικό πολίτευμα άντεξε σε γενικές γραμμές[4] και η χώρα δεν βρέθηκε εκτός Ευρωζώνης. Παρέμεινε  στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίποτε δεν δείχνει ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, αυτή η θέση κινδυνεύει. Κάτι που δείχνει ότι ίσως τα φαινόμενα να ήταν τελικά πιο θεαματικά και εντυπωσιακά από την κοινωνική υιοθέτησή τους. Επίσης το Σύνταγμα άντεξε ως κανονιστικό κείμενο, αλλά και ως σύνολο πολιτικών θεσμών. Τούτο συνέβη και διότι υπάρχει μια ιστορική βαθύτητα, ένα ρίζωμα στη νεοελληνική ιστορία της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας,  αλλά και διότι,  παρά τις διάφορες θεωρίες περί της «καθ’ ημάς Ανατολής»,  τις  κρίσιμες στιγμές η ελληνική κοινωνία πάντα ανανεώνει την ενστικτώδη πρόσδεσή της στη Δύση ως ιδεολογικό και γεωπολιτικό χώρο. Αλλά και το ίδιο το συνταγματικό κείμενο του 1975, παρά τη φλύαρη υπερφόρτωσή του σε διάφορα σημεία, είναι ένα κείμενο με ισορροπία, ανοιχτοσύνη και δυνατότητα προσαρμογής στις νέες προκλήσεις του ευρωπαϊκού ανοίγματος και της παγκοσμιοποίησης[5]. Είναι  επίσης  δεκτικό συνεχούς προσαρμογής και εξέλιξης μέσω της νομολογιακής επεξεργασίας και της ερμηνείας των επιμέρους διατάξεών του και του ίδιου ως συνόλου, από τα Δικαστήρια (κυρίως, αλλά όχι μόνο από το Συμβούλιο της Επικρατείας[6])· προσαρμογής  στα  ευρωπαϊκά αλλά και στα διεθνή δεδομένα, σε έναν πολυεπίπεδο συνταγματισμό, στο πλαίσιο του οποίου η συνταγματική και ευρύτερη έννομη τάξη της χώρας δεν προσδιορίζεται πλέον μόνο από το εθνικό Σύνταγμα, σύμβολο της εθνικής κυριαρχίας, αλλά  συμπροσδιορίζεται μαζί με αυτό και από το ενωσιακό δίκαιο, που διεκδικεί  προτεραιότητα εφαρμογής έναντι αυτού[7], αλλά και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Αυτή η δύσκολη και διαρκώς διαμορφούμενη και εξελισσόμενη σχέση[8] προκύπτει από τον «διάλογο» των Ανώτατων Δικαστηρίων, εθνικών και υπερεθνικών [όπως το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)], και  προσδιορίζεται από τη νομολογία τους, η οποία με διαρκείς ευέλικτες κατασκευές προσαρμόζει το συνταγματικό κείμενο στις εξελισσόμενες συνθήκες· αυτό  που οι συνταγματολόγοι ονομάζουν μικρές άδηλες και άτυπες συνταγματικές μεταβολές[9] χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει η χρονοβόρα και περίπλοκη διαδικασία της τυπικής αναθεώρησης του Συντάγματος, που διαγράφει το άρθρο 110 αυτού. Αυτό είναι, επίσης, που οι σύγχρονοι συνταγματολόγοι, και ο Α.Μ. στην 8η ενότητα του επίμαχου βιβλίου του με τον τίτλο «Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος και η συνάντησή του με τον ευρωπαϊκό και υπερεθνικό συνταγματισμό», ονομάζουν ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα[10] τού, κατά τα λοιπά, τυπικού και αυστηρού μας Συντάγματος.

Σε γενικές γραμμές, αυτή η πρόσφατη επανάκαμψη μιας πιο αισιόδοξης πρόσληψης της νεοελληνικής πραγματικότητας, σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται από εθνική μεμψιμοιρία, δεν είναι ιστορικά αδικαιολόγητη, αν συλλογιστεί κανείς το σημείο εκκίνησης του νεοελληνικού κράτους, που ήταν μια από τις πιο καθυστερημένες επαρχίες τής, ούτως ή άλλως αποκομμένης από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός ότι, στη χώρα μας, συνήθως κυμαινόμαστε μεταξύ δύο προσλήψεων της ιστορίας και της ταυτότητάς μας. Μιας επαρχιώτικης, εθνικιστικής, αντιδυτικής, φαινομενικά υπερήφανης, αλλά κατά βάθος ανασφαλούς και αμυντικού τύπου νοσταλγικής ενός παλιού ένδοξου παρελθόντος ή ενός απολεσθέντος παραδείσου, και μιας άλλης που διαρκώς τονίζει τα ελλείμματα της χώρας σε σχέση με μια ιδεατή Δυτική Ευρώπη την οποία η, αιώνια καταδικασμένη να μείνει πιστή στην καθυστερημένη ανατολική ψυχή της, Ελλάδα δεν μπορεί  να φτάσει. Είναι εξίσου παραλυτικές και αντιπαραγωγικές και οι δύο, όντας απλώς συναισθηματικές προσεγγίσεις. Εκείνο που παραδοσιακά  απουσίαζε στη χώρα είναι μια ισορροπημένη, ψύχραιμη και νηφάλια αντιμετώπιση του παρελθόντος χωρίς «μικρομεγαλισμούς» και ομφαλοσκοπήσεις. Μια τέτοια, λοιπόν, προσέγγιση, που αποκαθιστά τη σημασία της  αγνοημένης νεωτερικότητας της νεοελληνικής πολιτείας και παρουσιάζει μια ισορροπημένη εικόνα έχει αρχίσει να εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια μεταξύ ιστορικών, κοινωνιολόγων, πολιτικών επιστημόνων και νομικών. Η πιο εμβληματική, μεταξύ πολλών, περίπτωση είναι  του Γιάννη Βούλγαρη, με το έργο του Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική[11].

Χωρίς  καθόλου να υπαινίσσομαι ότι οι συγγραφείς και οι στοχαστές, στους οποίους αναφέρθηκα πιο πάνω, ή ο Α.Μ., υποπίπτουν στη μονομέρεια να  υπερτονίζουν την αισιόδοξη ερμηνεία και πρόσληψη της ιστορίας και της ταυτότητάς μας, πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι, όσο επιβλαβής και άδικη για το παρελθόν μας ήταν η αμαύρωσή του και η ηττοπάθεια της δεκαετίας των μνημονίων, άλλο  τόσο δεν πρέπει η ανάσα που δίνει η τυπική έξοδος απ’ αυτά και η προσέγγιση της 200ής επετείου της Επανάστασης να μας οδηγήσουν σε αυταρέσκεια και εφησυχασμό ότι έχουμε καταστεί ευρωπαϊκή πολιτεία οριστικά, με μια δημοκρατία από τις πιο ώριμες. Αν σε κάτι πρέπει να ωφελήσει η επέτειος είναι να αναστοχαστούμε την πορεία μας με τα θετικά της, αλλά και με τα αρνητικά και τα μελανά της σημεία. Μόνο έτσι έχουν νόημα οι επέτειοι.

Στόχος του παρόντος είναι να παρουσιάσει, όσο μπορεί μέσα στα περιορισμένα εκ των πραγμάτων όρια που διατίθενται, με σφαιρικό τρόπο, τη συνταγματική πραγματικότητα της χώρας, που είναι το γνωστικό αντικείμενο το οποίο γνωρίζει καλύτερα και εκείνο με το οποίο ασχολείται το βιβλίο του Α.Μ. Με τον όρο συνταγματική πραγματικότητα εννοώ αυτό που πολλοί συνταγματολόγοι, και ο Α.Μ. μεταξύ τους, ονομάζουν «πραγματικό Σύνταγμα». Πέρα από το Σύνταγμα υπό την τυπική του έννοια, ως γραπτό κανονιστικό κείμενο, και πέρα από το περιεχόμενο που έχει ένα σύνηθες Σύνταγμα μιας φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δικαιοκρατούμενης δημοκρατίας (πολύ συνοπτικά, είναι ο προσδιορισμός της οργάνωσης του κράτους, ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων των κρατικών οργάνων και η θέσπιση ορίων στην κρατική εξουσία, με την νομοθέτηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, που μπορεί να περιλαμβάνονται όχι μόνο στο τυπικό Σύνταγμα, αλλά και σε απλά νομοθετικά κείμενα –π.χ. εκτελεστικούς  νόμους[12]– ή σε δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες συχνά προσδιορίζεται το ακριβές περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων[13]),υπάρχει επιπλέον και μια άλλη διάσταση στο συνταγματικό φαινόμενο, η οποία φωτίζει το κατά πόσον το Σύνταγμα ως σύνολο κανόνων ή ως πηγή αρχών και αξιών (όχι μόνο νομικών, αλλά και δεοντολογικών ή ηθικών) εφαρμόζεται από το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς ή τη Διοίκηση, κατά πόσον τους εμπνέει και κατά πόσον η κοινωνία έχει ενστερνισθεί αυτές τις αρχές και τις αξίες. Το «πραγματικό Σύνταγμα» –αυτό δηλαδή που προκύπτει από τη ζώσα εφαρμογή και την καθημερινή του ερμηνεία πρωτίστως από τους πολιτειακούς θεσμούς, αλλά και από τη νομική θεωρία και τις οργανώσεις πολιτών που το επικαλούνται στη δράση τους– οδηγεί σε διαρκή ανανοηματοδότηση του τυπικού Συντάγματος. Το πραγματικό Σύνταγμα, κατά τον Α.Μ., ισοδυναμεί με την προσπάθεια «καθυπόταξης» του πολιτικού γίγνεσθαι[14], τη γεφύρωση της απόστασης που χωρίζει το τυπικό Σύνταγμα το οποίο «από μόνο του δεν λέει τίποτε»[15], από την πολιτική πραγματικότητα με την αξιοποίηση εξωνομικών πολιτικών στοιχείων. Απόσταση η οποία πάντα υπάρχει, γιατί το Σύνταγμα –και δη ένα δημοκρατικό Σύνταγμα– περιέχει και ένα ιδανικό, το οποίο ως τέτοιο είναι πάντα προς  διεκδίκηση και κατάκτηση[16]. Χωρίς αυτή την εκδίπλωση του επί του «εδάφους», χωρίς αυτή την «βίωση» του, το Σύνταγμα διατρέχει σε κάποιο βαθμό τον κίνδυνο να καταστεί άδειο κέλυφος. Είδαμε πόσο υπαρκτός είναι αυτός ο κίνδυνος πρόσφατα στην παλαιότερη από τις σύγχρονες δημοκρατίες, με την εκλογή του Trump, την καταστροφική τετραετία του και την οχλοκρατική εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου.

Στην σύγχρονη νεοελληνική ιστορία παρουσιάζεται διαχρονικά μια  παράδοξη αντινομία μεταξύ Συντάγματος ως τυπικού κειμένου και συνταγματικής θεωρίας από τη μια, και πολιτικού συστήματος και εφαρμογής των συνταγματικών αρχών και αξιών επί του εδάφους από την άλλη.

Πράγματι, αυτή η πρώην καθυστερημένη οθωμανική επαρχία είχε μια  εντυπωσιακή από τις πρώιμες, πιο πρωτοποριακές και με διάρκεια συνταγματική ιστορία. Σε μια εποχή, όταν μόνο οι ΗΠΑ είχαν δημοκρατικό Σύνταγμα (1788), ενώ η Σουηδία και η Νορβηγία γραπτό Σύνταγμα συνταγματικής μοναρχίας[17], η δε  Γαλλία της Επανάστασης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζούσε τη βουρβωνική Παλινόρθωση, η Ελλάδα απέκτησε ήδη την εποχή του επαναστατικού αγώνα κάποια  από τα πιο προοδευτικά, έστω  εφήμερα,  δημοκρατικά Συντάγματα της εποχής (της Επιδαύρου 1/1/1822, του Άστρους 13/4/1823 και του  εξόχως πρωτοποριακού της Τροιζήνας, Ιούνιος 1827).  Συντάγματα, «τέκνα» του Διαφωτισμού, αλλά και του γαλλικού και τπυ αμερικανικού συνταγματικού κειμένου, καταρτισθέντα από εθνοσυνελεύσεις και όχι παραχωρηθέντα από μονάρχες. Συντάγματα  που καθιέρωσαν τη διάκριση των εξουσιών, προέβλεψαν,   με λακωνικό έστω τρόπο, ατομικά δικαιώματα (και κυρίως την ισότητα και την έλλειψη αριστοκρατικών προνομίων μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων) και ένα αρκετά διευρυμένο εκλογικό –εξ αρρένων– σώμα. Ακολούθησε μια περίπου δεκαετία οθωνικής απολυταρχίας και, το 1844, η χώρα απέκτησε –κατά παραχώρηση του μονάρχη– Σύνταγμα, στο οποίο ήταν μεν αυτός ο φορέας της κυριαρχίας, όπως συνέβαινε σε όλες τις τοτινές μοναρχίες[18], πλην ανέλαβε την υποχρέωση να αυτοπεριορίζεται από  το παραχωρηθέν από αυτόν συνταγματικό κείμενο. Έκτοτε η χώρα έζησε συνεχώς υπό συνταγματικό καθεστώς (Συντάγματα 1864, 1911, 1927, 1952, 1975), μάλιστα από το 1911 και εφεξής με θεμέλιο τη λαϊκή κυριαρχία, μετά τη μεταρρυθμιστική ώθηση που έδωσε στη χώρα η βενιζελική διακυβέρνηση και με πλήρη κατάλογο ατομικών δικαιωμάτων,  με εξαιρέσεις βραχύβιες δικτατορίες του 20ού αιώνα (με βασικές τις δικτατορίες της  4ης Αυγούστου 1936 και της 21ης Απριλίου 1967) καθώς και την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Όσο και αν κάποιες από αυτές τις  συνταγματικές περιόδους   αμαυρώθηκαν από τα «παρασυντάγματα», όπως συνέβη τις περιόδους διχασμών,  εμφυλίων, και των συνεπειών των τελευταίων (1915-1922 και 1947-1967), η ελληνική περίπτωση είναι μια από τις σπάνιες διεθνώς, αν αναλογισθεί κανείς ότι χώρες στην καρδιά της Ευρώπης, όπως η Γερμανία ή η Αυστρία, απέκτησαν δημοκρατικά συντάγματα για πρώτη φορά το 1918.

Επίσης, από τις πρώτες χώρες  στον πλανήτη που εγκαθίδρυσε την καθολική ψηφοφορία των άνω των 25 αρρένων[19] («οι έχοντες περιουσίαν τινά» που ερμηνεύονταν με μεγάλη ευρύτητα – αρκούσε να έχει κάποιος και κινητή περιουσία) ήταν η Ελλάδα, με τον εκλογικό νόμο της 18/3/1844. Την ίδια εποχή, όπως επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, μόνο ένας στους 12 βρετανούς πολίτες είχε δικαίωμα ψήφου, ενώ στη Γαλλία της ορλεανικής περιόδου, επί 32 εκατομμυρίων κατοίκων, ψήφιζαν μόνο 170.000 πολίτες[20]. Έκτοτε έγιναν 67 εκλογές,  οι 52  από τις οποίες μπορούν, όπως αναφέρει ο  Νίκος Αλιβιζάτος, να χαρακτηριστούν αδιάβλητες με τα πιο αυστηρά κριτήρια.[21] Άλλη μια σπάνια στον πλανήτη κατάκτηση.

Ακόμη, είναι από τις πρώτες χώρες που καθιέρωσαν το παραδοσιακό κοινοβουλευτικό καθεστώς βρετανικού τύπου, της πολιτικής ευθύνης της κυβέρνησης απέναντι  στο Κοινοβούλιο και όχι στον μονάρχη (Χαρίλαος Τρικούπης, 11/8/1875). Και εδώ πρέπει να υπομνησθεί ότι χώρες βιομηχανικά προηγμένες και με καλή και ορθολογικά οργανωμένη διοίκηση, όπως η Γερμανία, καθιέρωσαν αυτή την αρχή μόλις το 1918.

Τέλος, για να μην επεκταθούμε περισσότερο, σε ό,τι αφορά τη λειτουργία  της συνταγματικής μας δημοκρατίας, πολύ σημαντική είναι η πρωτιά της Ελλάδας στην καθιέρωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα Δικαστήρια. Ελέγχου ο οποίος θεωρείται μια από τις ωριμότερες κατακτήσεις του παγκόσμιου συνταγματισμού. Ένας θεσμός που εγγυάται ότι δεν θα υπάρξει τυραννία της πλειοψηφίας και ότι ο υπέρτατος νόμος της χώρας, το Σύνταγμά της, δεν είναι ένα απλό ευχολόγιο, αλλά ένας δεσμευτικός κανόνας δικαίου, τον οποίο ο κοινός νομοθέτης οφείλει να σέβεται, με συνέπειες αν δεν το κάνει. Πρώτος ο Άρειος Πάγος άρχισε τον έλεγχο αυτό για πρώτη φορά με την απόφαση 18/1871 και συστηματικά μετά το 1897. Έτσι καθιερώθηκε ο διάχυτος και συγκεκριμένος   έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που τον πρωτοάσκησε με τη γνωστή απόφασή του, Marbury v. Madison, της 24ης Φεβρουαρίου 1803. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων γενικεύτηκε με την ίδρυση Συνταγματικών Δικαστηρίων που ασκούν συγκεντρωτικό και αφηρημένο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων μόλις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Ελλάδα δεν πρωτοπόρησε μόνο στη θέσπιση συνταγματικών κειμένων. Συναγωνιζόταν ήδη από τον 19ο αιώνα χώρες με προηγμένη συνταγματική θεωρία. Με πρώτο τον Ν.Ι. Σαρίπολο, τον  Σαρίπολο πατέρα, που υπήρξε ο θεμελιωτής του Ελληνικού Συνταγματισμού, που εξέδωσε το 1874 την πραγματεία του περί του Συνταγματικού Δικαίου και τον οποίο ο Α.Μ. στο συγκεκριμένο  βιβλίο του, και όχι μόνο, μνημονεύει με μεγάλο θαυμασμό. Αξίζει να θυμίσουμε το ακόλουθο εκπληκτικό χωρίο από την πραγματεία του Σαρίπολου, το οποίο παρατίθεται στο βιβλίο (σελ. 35):

Καθ’ ημάς η κυριαρχία του Έθνους, καλώς εννοουμένη, δεν σημαίνει ότι το Έθνος είναι κύριον να πράττη εναντίον του ορθού λόγου και του Δικαίου, τουναντίον μάλιστα δηλοί […] ότι η μεγίστη αύτη της κοινωνίας εξουσία, είναι υπόχρεος […] να βαδίζη πάντοτε τον μεν ορθόν λόγον έχουσα οδηγόν, βάσιν δε το δίκαιον […]. Το δίκαιον λοιπόν είναι κυρίως το κυριαρχούν εν τη κοινωνία.

Είναι η συμπύκνωση των διδαγμάτων του Διαφωτισμού και του τι σημαίνει δικαιοκρατούμενη δημοκρατία. Ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα του ορθού λόγου, της οργανωμένης ελευθερίας, όχι της παρόρμησης. Ότι όχι μόνο δεν εξαντλείται  με την αρχή της πλειοψηφίας, όπως πολλοί οπαδοί της μη φιλελεύθερης δημοκρατίας (illiberal democracy) και των λαϊκισμών αρέσκονται να πιστεύουν και να διακηρύσσουν, αλλά επιδιώκει να προστατεύσει τις μειοψηφίες. Η παράδοση των συνταγματολόγων συνεχίστηκε με εμβληματικές προσωπικότητες, όπως ο Ν.Ν. Σαρίπολος (ο Σαρίπολος υιός), διεθνούς κύρους συνταγματολόγος, ο Αλέξανδρος Σβώλος, ο Αριστόβουλος Μάνεσης – για να περιοριστώ στους θανόντες.

 

Στο «έδαφος» της πραγματικότητας

Εδώ, όμως, ανακύπτει το παράδοξο της διάστασης μεταξύ αφενός ενός ευδόκιμου, σχεδόν πρωτοποριακού σε παγκόσμιο επίπεδο  συνταγματισμού,  τόσο σε επίπεδο κειμένων όσο και θεωρίας, αφετέρου μιας ιστορικής εξέλιξης και μιας πολιτειακής και κοινωνικής πραγματικότητας που δεν αντιστοιχεί σε αυτό το οποίο κάποιος θα ανέμενε από αυτήν την τόσο κολακευτική εικόνα που προηγήθηκε. Σε ό,τι αφορά τους πολιτικούς θεσμούς, μια μερίδα της Δικαιοσύνης και το κλίμα στην κοινωνία,   εκείνο που διαπιστώνει κανείς είναι διαχρονικά μια αναιμική δημοκρατία στην επί του εδάφους πρακτική της, τουλάχιστον μέχρι το 1974. Και μετά το 1974, μια δημοκρατία πλήρη μεν στο τυπικό της πλαίσιο, αλλά σε ιδεολογικό περιβάλλον μη φιλελεύθερο, με έντονο πελατειακό χαρακτήρα. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της πραγματικότητας είναι τα ακόλουθα.

Μια πλειοψηφική ανάγνωση του κοινοβουλευτισμού από τα πολιτικά κόμματα, αλλά και την κοινωνία[22]. Ο νικητής των εκλογών θεωρεί  ότι δικαιούται να τα παίρνει όλα (Winner takes all).

Μια τάση υποτίμησης των αντιβάρων εξουσίας (checks and balances), ή πάντως δυσπιστίας απέναντί τους, είτε αυτά είναι μια συνταγματική ή κοινή δικαιοσύνη που έχει τη δυνατότητα να ακυρώνει επιλογές κυβερνώντων οι οποίοι διαθέτουν τη λαϊκή πλειοψηφία, είτε είναι ένας τύπος ζωντανός, ερευνητικός και αντικομφορμιστικός απέναντι στην εξουσία, είτε –τέλος– είναι  ανεξάρτητες αρχές.

Αυτή η πλειοψηφική αντίληψη της δημοκρατίας είναι μια από τις βασικές αιτίες για τις οποίες ο λαϊκισμός (και ο «αντι-ελιτισμός») ενδημεί στη νεοελληνική Ιστορία από την εποχή του Θεόδωρου Δηλιγιάννη μέχρι σήμερα. Και ως γνωστόν, ο λαϊκισμός μειώνει την κανονιστική εμβέλεια των γραπτών συνταγματικών   διακηρύξεων. Κυριαρχούν μια έντονα πελατειακή νοοτροπία και δίκτυα διαπλοκής, όχι μόνο και όχι τόσο σε επίπεδο εξυπηρέτησης μεγάλων οικονομικών  συμφερόντων αλλά σε επίπεδο της λεγόμενης «μικρής» καθημερινής διαφθοράς· της διαφθοράς των αναξιοκρατικών διορισμών και προαγωγών των ημετέρων κομματικά σε θέσεις στο Δημόσιο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά ακόμη  συχνά και στον πανεπιστημιακό χώρο. Η πελατειακή αυτή νοοτροπία αντανακλά και στο επίπεδο της νομοθέτησης. Η πολυνομία, η κακονομία, οι συνεχείς τροποποιήσεις των νόμων, χωρίς κεντρικό στρατηγικό σχεδιασμό και γενική εποπτεία του κανονιστικού πλέγματος, που γίνονται πάντα για ιδιοτελείς εξυπηρετήσεις, καθιστούν αδιαφανή και εξαιρετικά δυσχερή την εξακρίβωση από τον μελετητή ή εφαρμοστή του δικαίου ποιο κανονιστικό καθεστώς διέπει μια συγκεκριμένη περίπτωση, αυξάνοντας και καθιστώντας πιο περίπλοκο το, σε κάθε περίπτωση, δυσχερές έργο των δικαστηρίων. Αυτή η κατάσταση, μαζί και με άλλες παθογένειες, δημιουργεί τεράστιες καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης (σε όλους τους κλάδους της), που συχνά φτάνει στα όρια της αρνησιδικίας,  ακυρώνοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την έννοια του κράτους δικαίου που, μαζί με την αρχή της πλειοψηφίας, προσδιορίζει τη σύγχρονη δημοκρατία. Είναι γνωστό ότι δικαιώματα και έννομα συμφέροντα που δεν επιβάλλονται με την τυπική και υποχρεωτική δεσμευτικότητα και το κύρος μιας δικαστικής απόφασης παραμένουν γράμμα κενό. Η κακονομία και η πολυνομία επιβαρύνει τη Δικαιοσύνη με περιττές ένδικες προσφυγές, που σε χώρες της βόρειας Ευρώπης δεν υπάρχουν,   εμποδίζουν δε τη Δικαιοσύνη να επιδοθεί στο κύριο έργο της με επίκαιρο τρόπο. Η βραδύτατη λειτουργία της Δικαιοσύνης αποθαρρύνει τους πολίτες να προσφεύγουν σε αυτή και να εμπιστεύονται την ετυμηγορία της.

Η υπερφόρτωση της Διοίκησης με «πελάτες» των κρατούντων διατηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό, παρά την ίδρυση του ΑΣΕΠ με το νόμο 2190/1994 (τον γνωστό ως νόμο Πεπονή), που μείωσε κάπως τις κακές πρακτικές των κρατούντων αλλά δεν εξάλειψε τα φαινόμενα των αναξιοκρατικών επιλογών. Τούτο δε και λόγω διαφόρων ειδικών νομοθετικών διατάξεων, αλλά και διότι σε μια Διοίκηση, στην οποία καλλιεργείται και κυριαρχεί ατμόσφαιρα μετριότητας, ευθυνοφοβίας,  ραθυμίας και συντεχνιακών διεκδικήσεων, είναι πολύ δύσκολο να αφεθεί να αναδειχθεί η προσπάθεια και η αριστεία. Μια τέτοια Διοίκηση είναι ταυτόχρονα και υπερτροφική και αναποτελεσματική. Και το χειρότερο, τυραννική για τον πολίτη, κάθε συναλλαγή του οποίου μαζί της, εκτός φυσικά ορισμένων εξαιρέσεων, είναι μια δοκιμασία.

Σε δύο τομείς θα εστιάσω περισσότερο την παρουσίαση της πραγματικότητας:

α) στον ακραίο νομικισμό και στους κλειστούς ορίζοντες που επικρατούν σε μεγάλο μέρος της Δικαιοσύνης (προεχόντως της πολιτικής και της ποινικής)  και του νομικού κόσμου, και

β) στη διαχρονική έλλειψη ανεκτικότητας, φιλελευθερισμού και στη δυσανεξία στην κριτική που χαρακτηρίζει τους έλληνες κρατικούς λειτουργούς, αλλά  και την ελληνική  κοινωνία ευρύτερα.

Πρώτα για τη Δικαιοσύνη. Δικαιοσύνη, η οποία περισσότερο αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως βραχίονα εκτέλεσης της κρατικής βούλησης και λιγότερο ως υπηρέτη των πολιτών στην εκ μέρους τους διεκδίκηση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Με παλιές αντιλήψεις, αφυδατωμένο νομικό θετικισμό και με ορίζοντα τα κείμενα και με επικέντρωση του δαπανώμενου πνευματικού έργου στη γραμματική ερμηνεία των κειμένων και την έριδα περί τις λέξεις και τις φράσεις. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άρειος Πάγος. Η νομολογία του χαρακτηριζόταν πάντα από έναν νομικό επαρχιωτισμό[23] και μια συστηματική άρνηση να υιοθετήσει σύγχρονη αντίληψη για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμη και όταν υπήρχε «καταδίκη» της χώρας για παραβιάσεις τους από το ΕΔΔΑ. Ο πιο χαρακτηριστικός τομέας είναι ο τομέας της θρησκευτικής ελευθερίας, στον οποίο και θα περιοριστώ, αν και υπάρχουν και πολλοί άλλοι. Εδώ έπαιξε βέβαια ρόλο και το ιδιόμορφο συνταγματικό καθεστώς της Ελλαδικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με βάση το άρθρο 3 του Συντάγματος, στο οποίο γίνεται λόγος για επικρατούσα θρησκεία. Διάταξη που, καθεαυτή, συστηματικά ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με το θεμελιώδες και μη αναθεωρήσιμο άρθρο 13 που κατοχυρώνει την θρησκευτική ελευθερία, μπορεί να ερμηνευθεί (το κάνει ο Α.Μ. στο βιβλίο του[24],αλλά και πολλοί άλλοι) ως έχουσα  απλώς ιστορικό διαπιστωτικό χαρακτήρα και δεν καθιερώνει προνομιακή θέση στην Εκκλησία της Ελλάδας ή στην ορθοδοξία, ούτε θεσπίζει επίσημη θρησκεία. Όμως, το πρόβλημα βρίσκεται στο βάρος της Ιστορίας και στον ισχυρό (έως και ασφυκτικό) «εναγκαλισμό» της Εκκλησίας με το κράτος. Εξάλλου, στη διαμόρφωση της αντίληψης ότι η διάταξη καθιερώνει μια οιονεί επίσημη θρησκεία[25] έχει παίξει πολύ μεγάλο ρόλο η πίεση της κοινωνίας, για την οποία η ένταξη στο κρατούν δόγμα έχει περισσότερο ταυτοτική παρά θρησκευτική, ηθική ή μεταφυσική σημασία, και αποτελεί ίσως το πιο ουσιώδες στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, όπως έδειξε η διαμάχη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες. Ο Άρειος Πάγος, αλλά  σε μικρότερο βαθμό και άλλα δικαστήρια (κάποιες φορές ακόμη και το πιο «φιλελεύθερο και προοδευτικό» Συμβούλιο της Επικρατείας[26]), έδωσαν συνεχώς μάχες οπισθοφυλακών που εμπόδιζαν την επικράτηση μιας πλήρους θρησκευτικής ελευθερίας για τους αλλόδοξους, αλλόθρησκους, άθεους και αγνωστικιστές και τη μετατροπή της χώρας σε μια πραγματικά ουδετερόθρησκη χώρα. Η επίδραση της Εκκλησίας στην καθυστέρηση εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας ήταν εμφανής στους εξής τομείς: ποινικές καταδίκες για προσηλυτισμό κυρίως σε βάρος Μαρτύρων του Ιεχωβά, ποινικές καταδίκες για άρνηση  των τελευταίων να κάνουν ένοπλη στρατιωτική θητεία, νομική προσωπικότητα των μειονοτικών δογμάτων, άδεια ίδρυσης ναών και ευκτηρίων οίκων μειονοτικών δογμάτων με αποφασιστική γνώμη του επιχώριου Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδας, επιβολή όρκου κ.ο.κ. Μόνο  κάτω από την πίεση της νομολογίας του ΕΔΔΑ[27] η χώρα αναγκάστηκε  να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία της ή να αλλάξει  την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της στους πιο πάνω τομείς. Συγγενή παραδείγματα αυτής της ξεπερασμένης αντίληψης είναι και η άρνηση της αναγνώρισης της νομικής προσωπικότητας σωματείων εθνικών μειονοτήτων, οι οποίες αυτοπροσδιορίζονται με τρόπο τον οποίο δεν αποδέχεται η Ελληνική Πολιτεία[28] (και η ελληνική κοινωνία)[29].  Τέλος, σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο Δικαιοσύνη, πρέπει να σημειωθεί πως, παρότι, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, η Ελλάδα υπήρξε από τις πρώτες χώρες στην οποία καθιερώθηκε ο (διάχυτος) έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, μόλις τα τελευταία 30 χρόνια ασκείται εντατικός σε βάθος και πραγματικά  ενοχλητικός για τους κρατούντες έλεγχος της συνταγματικότητάς τους από το ΣτΕ[30], το οποίο εξακολουθεί έως σήμερα να είναι το μόνο ουσιαστικό αντίβαρο στις  ενδεχόμενες αυθαιρεσίες των κυβερνητικών  πλειοψηφιών. Αν δεν υπήρχε η πίεση του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ θα είχαμε ακόμη μείνει μια κλειστή, φοβική, συντηρητική και επαρχιώτικη κοινωνία, με τη Δικαιοσύνη και φυσικά με τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία να αντανακλούν και να απηχούν αυτές τις αξίες της.

Επίσης, το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα  στη χώρα  δεν χαρακτηρίστηκε ποτέ από την ανεκτικότητα προς την άλλη άποψη, τον προκλητικό ή τον ετερόδοξο, αντικομφορμιστικό λόγο. Εξ ου και η ελευθερία έκφρασης συνάντησε πολλά εμπόδια, νομικά και πραγματικά. Ήδη από την εποχή του πρώτου επαναστατικού Συντάγματος (της Επιδαύρου), η αρχή της ισότητας είχε περίοπτη θέση στα ελληνικά συνταγματικά κείμενα, αντανακλούσε δε την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας της εποχής εκείνης, η οποία ήταν μια αγροτική κοινωνία χωρίς τις ταξικές συγκρούσεις και τις αντιθέσεις που προκλήθηκαν  στη Δυτική και στη Βόρεια Ευρώπη, αρχικά από την άνοδο της αστικής τάξης και ακολούθως της εργατικής. Δεν υπήρξε μια κοινωνική τάξη, όπως η αστική στη Γαλλία, η οποία, στην προσπάθειά της για την ανατροπή της παλιάς φεουδαρχικής και αριστοκρατικής τάξης πραγμάτων, να ενστερνισθεί  έναν κατάλογο ελευθεριών, τις οποίες να επιδιώξει και τελικά να καταφέρει να επιβάλει. Όπως, χαρακτηριστικά, γράφει ο Νίκος Αλιβιζάτος,

Η «προνομιακή» [αυτή] μεταχείριση της ισότητας έναντι των άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων έμελλε έκτοτε να αποτελέσει σταθερό χαρακτηριστικό όλων των ελληνικών Συνταγμάτων. Εξέφραζε την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της ισότητας έναντι της ελευθερίας  στις πολιτικές προτιμήσεις ενός λαού, στον οποίο ο εξισωτικός λόγος του Ρουσσώ είχε ευθύς εξ αρχής πολύ μεγαλύτερη απήχηση από τον φιλελεύθερο λόγο του Βολταίρου[31].

Περαιτέρω, όπως εύστοχα εξηγεί και ο Γιάννης Βούλγαρης, στην επαναστατημένη Ελλάδα (και έκτοτε) δεν δημιουργήθηκε ποτέ φιλελεύθερη παράδοση στη χώρα. Αυτό που επικράτησε να χαρακτηρίζεται ως αγάπη στην ελευθερία δεν ήταν η κλασική φιλελεύθερη-ατομοκεντρική αντίληψη της ελευθερίας που επικράτησε στη Δύση του Διαφωτισμού, αλλά οι κοινοτιστικές αντιλήψεις. Η ατομική ελευθερία βιώθηκε ως συμμετοχικό-λαϊκό γεγονός και όχι ως κίνητρο για ανάληψη ρίσκου, για ατομική προσπάθεια να αναπτύξει κάποιος ελεύθερα την προσωπικότητά του και να ζήσει σύμφωνα με τον προσωπικό του σχεδιασμό και τις προσωπικές του αξίες, ακόμη και αν αυτές ήταν αντίθετες από αυτές της  παραδοσιακής κοινότητας. Γι’ αυτό το Σύνταγμα δεν ήταν τόσο ο φρουρός του ατομικού χώρου, όσο ο εγγυητής της δυνατότητας συμμετοχής στην πολιτική διαδικασία[32].

Ως παραδείγματα  ας  θυμηθούμε πόσες φορές έχουν εισβάλει διάφορες ομάδες και έχουν διαταράξει θεατρικές παραστάσεις, πόσες φορές έχουν κατεβεί πίνακες από εκθέσεις, πόσες φορές προγραμματισθείσες προβολές ταινιών τελικά δεν προβλήθηκαν –χωρίς καν έχουν εκδοθεί σχετικές διοικητικές πράξεις– ως βλάσφημες, με μόνο το φόβο βιαιοπραγιών. Τον Νοέμβριο του 2014 έγινε εμπρησμός στα γραφεία εφημερίδας (Athens Voice) στην Αθήνα, για τις πολιτικές απόψεις του συντάκτη των κυρίων άρθρων της. Δημιουργείται έτσι ως βαρύτατη παρενέργεια ένα κλίμα φόβου και αυτολογοκρισίας (chilling effect), που ακρωτηριάζει και αυτό εξίσου την ελευθερία έκφρασης[33]. Πρέπει επίσης να αναφερθεί η καταδίκη, στις 26/1/2005, του αυστριακού σκιτσογράφου-γελοιογράφου Γκέραρντ Χάντερερ σε φυλάκιση 6 μηνών από ελληνικό δικαστήριο για τη συγγραφή του βιβλίου Η ζωή του Χριστού.  Ακόμη, τον  Ιανουάριο  του 2014, ο Φίλιππος Λοΐζος, δημιουργός της ιστοσελίδας του «Γέροντα Παστίτσιου», καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό σε φυλάκιση 10 μηνών για «καθύβριση θρησκεύματος». Τέλος, πρέπει να γίνει αναφορά στο πόσο σύνηθες είναι δημόσια πρόσωπα να καταφεύγουν σε μηνύσεις ή αγωγές αποζημιώσεως κατά δημοσιογράφων ή σχολιαστών των πεπραγμένων τους, με την επίκληση της προσβολής της τιμής και της υπόληψής τους, όπως συνέβη εις βάρος της εκδότριας της Athens Review of Books Μαρίας Βασιλάκη, του διευθυντή της Μανώλη Βασιλάκη, του εκ των αρχικών διευθυντών του Ηλία Κανέλλη και του αρθρογράφου Ανδρέα Παππά, ύστερα από αγωγή αποζημιώσεως του πρώην υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, για κείμενο που δημοσιεύθηκε στο εν λόγω έντυπο[34], και με τη μήνυση που η πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου κατέθεσε τον Φεβρουάριο του 2016 κατά του Σταύρου Τσακυράκη για κριτική που της είχε ασκήσει. Στον τομέα των  συχνών ποινικών καταδικών, που έχουν επιβάλει ελληνικά δικαστήρια για εξύβριση ή προσβολή της τιμής δημοσίων προσώπων, έχει πολλάκις διαπιστωθεί από το ΕΔΔΑ παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία έκφρασης)[35].

Βεβαίως, η τυπική συνταγματική νομιμότητα πάντα τηρήθηκε, συχνά όμως οι προαναφερθείσες παθογένειες άδειασαν το Σύνταγμα στην πράξη από την ουσιαστική αξιακή του σημασία. Με άλλα λόγια, αν η Ελλάδα πρωτοπόρησε στη διαδικαστική τυπική πλευρά της Δημοκρατίας, στη δικαιοκρατική πλευρά της μάλλον καθυστέρησε.

Το ποιες είναι οι αιτίες για τις παθογένειες αυτές, εκτός του ότι δεν είναι της ειδικότητας του γράφοντος να τις αναλύσει, πρέπει να είναι αντικείμενο μιας ξεχωριστής μελέτης.

Φυσικά δεν είναι ιδιαιτερότητα της Ελλάδας το να μη συμπίπτει η συνταγματική πραγματικότητα με τις εξαγγελίες των κειμένων. Απλώς, θα περίμενε κανείς μια χώρα με τέτοιες περγαμηνές να έχει αποτελεσματική και αξιοκρατική διοίκηση, ένα πιο ανεκτικό κλίμα στον δημόσιο διάλογο, μια πιο καλή δημόσια εκπαίδευση και όχι την ακραία πελατειακή συναλλαγή, η οποία υπονομεύει κάθε προσπάθεια αλλαγής των δομών της χώρας, τον διοικητικό της εκσυγχρονισμό  και την οικονομική της ανάπτυξη, καθώς και την κατάργηση ενός κλίματος αν όχι φόβου πάντως δισταγμού να εκφράσει κάποιος ελεύθερα τη γνώμη του σε πολλές περιπτώσεις.

 

Γένος, έθνος, λαός

Ο Α.Μ.  επισημαίνει ότι η λέξη έθνος κατά την προεπαναστατική περίοδο, καθώς και στα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου, δεν είχε εθνοτική σημασία[36]. Το έθνος ήταν μια πολιτική συμμαχία υπερτοπική (γνωρίζουμε πόσο μεγάλη μάστιγα ήταν ο τοπικισμός των προεστών στην πρώιμη εκείνη περίοδο της νέας Ελλάδας) που την ένωνε η αντίθεσή της στην οθωμανική κυριαρχία και ήθελε να δημιουργήσει ένα σύγχρονο κράτος κατά τα πρότυπα της Γαλλικής Επανάστασης. Το ότι στην πλειοψηφία τους οι ανήκοντες στο «έθνος» αυτό ήταν χριστιανοί (όχι απαραίτητα ορθόδοξοι) δεν ήταν συστατικό δομικό στοιχείο του έθνους. Απλώς, οι μουσουλμάνοι (τουρκόφωνοι, αλβανόφωνοι ή και σλαβόφωνοι) ήταν ταυτισμένοι με την κυριαρχία του Σουλτάνου και δεν συμφωνούσαν με την ανατροπή της.  Αυτό που κατανοούμε σήμερα οι περισσότεροι ως «έθνος», δηλαδή μια κοινότητα με κοινά πολιτιστικά ή γλωσσικά χαρακτηριστικά (κατά κάποιους δε και με κληρονομικούς δεσμούς  αίματος), ονομαζόταν «γένος». Η έννοια του έθνους, όπως γινόταν αντιληπτή στις απαρχές της νεοελληνικής ιστορίας, είχε το ίδιο περιεχόμενο με τη γαλλική λέξη «nation” και όχι με τη λέξη «ethnie”. Όταν, συνεπώς, στα μεταγενέστερα Συντάγματα έγινε λόγος για κυρίαρχο «έθνος», ο σκοπός του πρώιμου  συνταγματικού νομοθέτη της εποχής εκείνης δεν ήταν να δηλώσει ότι κυρίαρχο ήταν το γένος των Ελλήνων, αλλά το έθνος με την πιο πάνω έννοια της πολιτικής κοινότητας, δηλαδή ο λαός, ως συντεταγμένο σώμα. Εθνική κυριαρχία λοιπόν δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την λαϊκή κυριαρχία. Πόσες παρεξηγήσεις θα είχαν αποφευχθεί αν δεν είχε μεσολαβήσει αυτή η σημειολογική μετακίνηση από την έννοια του πολιτικού  σώματος στην εθνοτική έννοια και τη συνακόλουθη εννοιολογική σύγχυση. Σύγχυση της  οποίας θύμα υπήρξε  και η πλειοψηφία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το θέμα της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά των μεταναστών[37].

***

Πριν κλείσω, λίγα  για την πνευματική διαδρομή και το στοχασμό του Α.Μ., τα οποία διατρέχουν το σύντομο τομίδιο, που αποτέλεσε την αφορμή για το παρόν κείμενο. Το Σύνταγμα ήταν για τον Α.Μ. πάντα ένα αίτημα πολιτικής ελευθερίας, ένα ζητούμενο  για μια διαρκώς εμβαθυνόμενη και διευρυνόμενη δημοκρατία. Μια τεχνική της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αυτό ήταν πάντα το σημείο συναντήσεως των νομικών με την πολιτική στο έργο του. Παρέμεινε πάντα πιστός στον δάσκαλό του, Αριστόβουλο Μάνεση, το έργο του οποίου συνέχισε στη Θεσσαλονίκη στο ΑΠΘ (στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το τέλος). Αυτό το σημείο συνάντησης  είναι το βαθύτερο  ενοποιητικό   στοιχείο του έργου του, αλλά και της παρουσίας του ως δημόσιου διανοουμένου, από την αριστερή του πολιτική (αλλά ποτέ κομματική) ένταξη της νεότητάς του, από τους αγώνες του π.χ. για τον κοσμικό χαρακτήρα της Ροτόντας, ώς την κεντροαριστερή φιλελεύθερη ανένταχτη εξέλιξή του στη μεταγενέστερη φάση του. Σε αυτό το επιστημονικό αλλά και πολιτικό συμβόλαιο ελευθερίας, ο Α.Μ. έμεινε πάντα απαρασάλευτα πιστός. Αυτό φαίνεται και από τις θέσεις του στη συνταγματική και την πολιτική θεωρία. Δεν είναι οπαδός ενός πτωχευμένου και αλλοιωμένου ατομικιστικού  φιλελευθερισμού, μεταμοντέρνας κοπής, ή ενός σκέτου «δικαιωματισμού» ως νέας νομικής  θεολογίας. Ενώ πιστεύει στον πολιτικό φιλελευθερισμό, τέκνο διαφόρων Διαφωτισμών, πιστεύει ταυτόχρονα και στην πολιτεία που στηρίζεται στην αλληλεγγύη των πολιτών, οι οποίοι βουλεύονται και μετέχουν ενεργά στα κοινά και συγκαθορίζουν τη γενική βούληση, όπου το γενικό (προσοχή όχι το δημόσιο) συμφέρον είναι ένα συνταγματικό αγαθό εξίσου σημαντικό με τα δικαιώματα. Δικαιώματα τα οποία δεν μπορούν να υπηρετηθούν σε μια κατακερματισμένη κοινωνία, χωρίς το κοινό ιδανικό του διαρκούς και ατελεύτητου αγώνα για την επίτευξη του Συντάγματος υπό την ιδανική του έννοια – που είναι μια δημοκρατία στην πληρότητά της και όχι ένας χώρος στον οποίο οι κατακτήσεις αφορούν μόνο το «κοινωνιακό» (sociétal)[38]. Είναι με λίγα λόγια και φιλελεύθερος δημοκράτης και ρεπουμπλικανός, με την έννοια του γαλλικού républicain[39]. Αναγνωρίζει την αξία του γενικού συμφέροντος και της συλλογικής δράσης, των ηθικών και πολιτικών υποχρεώσεων του ατόμου απέναντι στο σύνολο, ως τον μόνο τρόπο αντιμετώπισης των σοβαρότερων υπαρξιακών προβλημάτων των ανθρώπινων κοινωνιών, όπως μας δίδαξε η περίπτωση της πανδημίας, στην οποία ο Α.Μ. αφιερώνει την τελευταία ενότητα του βιβλίου του, με τίτλο «Η πανδημία ως ευκαιρία για να αναστοχαστούμε τη σχέση δικαίου και ηθικής, τα δικαιώματα και τη ζωή ως συνταγματική αξία».

 

 

[1] Εκδόσεις ΕΑΠ, Δεκέμβριος 2020. Είναι το δεύτερο βιβλίο που ο Αντώνης Μανιτάκης δημοσιεύει μέσα στο 2020, μετά το Στο λυκόφως της Μεταπολίτευσης. Κείμενα της συνταγματικής συγκυρίας πριν, κατά και μετά τα μνημόνια, Επίκεντρο.

[2] Σχετικά  με την θεματολογία αυτή, κορυφαίο είναι το βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη Νεοελληνική Ιστορία, 1800-2010, Πόλις, 2011.

[3] Αρκεί η αναφορά στην εκτόξευση της αμιγώς νεοναζιστικής  Χρυσής Αυγής,   στην εμφάνιση κρουσμάτων ρατσισμού σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, στα γεγονότα της 5ης Μαΐου 2010 στην τράπεζα Marfin, στην πάνω και την κάτω πλατεία, κ.ο.κ.

[4] Με μια σαφή υποχώρηση των κοινωνικών δικαιωμάτων.

[5] Εδώ πρέπει να μνημονευτούν ενδεικτικά και μεταξύ πολλών το άρθρο 28 (για την υποδοχή κανόνων του υπερεθνικού δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη) και το άρθρο 44 (για τη δυνατότητα νομοθέτησης με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, σε έκτακτες συνθήκες, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης ή σε εξωσυνταγματικές λύσεις). Το τελευταίο αυτό άρθρο απέδειξε πρόσφατα τη χρησιμότητά του για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

[6] Μνημονεύονται εδώ ενδεικτικά δύο αποφάσεις της Ολομέλειας: α) 3470/2011 και 3471/2011 για το θέμα του βασικού μετόχου, που «έλυσαν» το ζήτημα της «συμφιλίωσης» του Συντάγματος με το ενωσιακό δίκαιο  και β) 668/2012 που αφορά το ζήτημα της συνταγματικότητας των μέτρων που ελήφθησαν με βάση το πρώτο μνημόνιο. Για τις δύο πρώτες αποφάσεις, βλ. Χρήστου Ράμμου «Ο Αντώνης Μανιτάκης, η δικαστική περιπέτεια του βασικού μετόχου και οι σχέσεις εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου» σε Το Σύνταγμα εν εξελίξει. Τιμητικός Τόμος για τον Αντώνη Μανιτάκη (σ. 529 επ.), Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2019.

[7] Για το ζήτημα της «υπεροχής» του ενωσιακού δικαίου, βλ. την πληρέστατη μελέτη της Λίνας Παπαδοπούλου Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο, το ζήτημα της υπεροχής, Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2009.

[8] Βλ. σχετικά, Γ. Παπαδημητρίου, «Η δυαδική άρθρωση της συντακτικής εξουσίας», σε: του ίδιου, Η αργόσυρτη πορεία προς την ευρωπαϊκή ομοσπονδίωση, Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1997, σ. 103 επ. (105-6).

[9] Βλ. σχετικά, Σπύρου Βλαχόπουλου, Οι συνταγματικές διαστάσεις της μεταβολής της νομολογίας, Ευρασία, Αθήνα 2019.

[10] Βλ. σχετικά Ξενοφώντα Κοντιάδη – Αλκμήνης Φωτιάδου, Η ανθεκτικότητα του Συντάγματος, Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2016.

[11] Πόλις, 2019. Είναι πολύ πιθανό βέβαια να είναι ορθή η προσφυής αφοριστική και σκεπτικιστική συμπλήρωση του τίτλου, ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα νεωτερική εις πείσμα του λαού της», στην οποία προέβη ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατά την παρουσίαση του βιβλίου στο Κορακοχώρι Ηλείας, στις 8/9/2019.

[12] Το ουσιαστικό Σύνταγμα.

[13] Το οποίο, ανάλογα με τις διακυμάνσεις της νομολογίας, μπορεί και να μεταβάλλεται.

[14] Εγώ θα προσέθετα και την καθημερινή ζωή.

[15] Αντώνης Ν. Μανιτάκης, «Η προτεραιότητα εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι του Συντάγματος, η εναρμονισμένη με το Κοινοτικό ερμηνεία του και η τεχνική της αναλογικότητας (με αφορμή το τέλος “του βασικού μετόχου”)», σε: Λ. Παπαδοπούλου, Ε. Πρεβεδούρου, Κ. Γώγος (επιμ.), Το Δικαστήριο της Ε.Ε. Εγγυητής  της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2016, σ. 131.

[16] Μια εξαιρετική ανάλυση για την εδώ θεματική σε σχέση με τον συγγενικό όρο «ζωντανό  Σύνταγμα» περιέχεται στο βιβλίο του Jack Balkin, Το ζωντανό Σύνταγμα, μετάφραση: Απόστολος Βλαχογιάννης, Παπαζήση, Αθήνα 2018.

[17] Το 1809 η πρώτη και το 1814 η δεύτερη.

[18] Δεν πρέπει να λησμονείται ότι την περίοδο εκείνη (1844) μόνο δύο χώρες είχαν στον πλανήτη αβασίλευτο πολίτευμα: οι ΗΠΑ και η Ελβετία.

[19] Αν και καθυστέρησε πολύ στην επέκταση της χορήγησης του δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, μόλις το 1953.

[20] Ό.π., σ. 89-95. Με το Σύνταγμα του 1864 καθιερώθηκε η χωρίς εξαιρέσεις καθολική ανδρική ψηφοφορία.

[21] Στην ομιλία του που έγινε στο πλαίσιο της παρουσίασης του προαναφερθέντος βιβλίου του Γιάννη Βούλγαρη, για την οποία έγινε ήδη λόγος στην υποσημείωση 10, βλ. https://vimeo.com/358793385  (1:09’:50’’ έως 1:11’:07’’).

[22] Όπως γράφει ο Ν. Αλιβιζάτος «…η πλειοψηφική παράμετρος του ελληνικού κοινοβουλευτισμού ήταν ο παράγοντας εκείνος που, περισσότερο από κάθε άλλον, υποβάθμισε διαχρονικά τη σημασία των θεσμικών αντιβάρων στη λειτουργία του πολιτεύματος. Από τη στιγμή που το προέχον για τη διακυβέρνηση της χώρας- και μάλιστα με απόσταση από κάθε άλλη πηγή νομιμοποίησης- ήταν οι κυβερνώντες να απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη της δημοκρατικά και με πάνδημη συμμετοχή της εκλεγμένης Βουλής, οι κάθε λογής έλεγχοι και άλλα αντισταθμίσματα, που θα μπορούσαν να ανακόψουν την ορμή των νικητών από μετά τις εκλογές, αντιμετωπίζονταν με δυσπιστία». ό.π. σελ 667.

[23] Με σημαντική και τιμητική εξαίρεση την περίοδο που πρόεδρός του ήταν ο Στέφανος Ματθίας (1996-2002).

[24] Ενότητα 6 με τον τίτλο «Η αυτοκέφαλη ορθόδοξη εκκλησία της Ελλάδος μεταξύ έθνους και κράτους».

[25] Είναι χαρακτηριστικό ότι, έως το 1982, νόμιμο κύρος είχε στην Ελλάδα μόνο ο θρησκευτικός γάμος.

[26] Θυμίζω την πρόσφατη απόφαση 660/2018 της Ολομέλειας σχετικά με το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών.

[27] Βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ: Κοκκινάκης κατά Ελλάδας 25/5/1993, Βαλσάμης κατά Ελλάδας 18/12/1996,  Καθολική Εκκλησία  των Χανίων κατά Ελλάδας 16/12/1997,  Μανουσάκης κατά Ελλάδας 26/9/1996,  Θλιμμένος κατά Ελλάδας 6/4/2000, κ.ά. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το γεγονός ότι το σύμφωνο συμβίωσης επεκτάθηκε στα ομόφυλα ζευγάρια  με το  άρθρο 1 του ν. 4356/2015 οφείλεται στην απόφαση του ΕΔΔΑ Βαλλιανάτος κατά Ελλάδας 7/11/2013.

[28] Παράδειγμα η Τουρκική Ένωση Ξάνθης. Σχετική είναι και η ομώνυμη απόφαση του ΕΔΔΑ της 27/3/2008 με την οποία διαπιστώθηκε ότι στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 11 της ΕΣΔΑ για το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι. Bλ. Επίσης, Ουράνιο Τόξο κατά Ελλάδας 20/10/2005, Σιδηρόπουλος κατά Ελλάδας 10/7/1998, Bekir Ousta – «Σύλλογος Νεολαίας Μειονότητας Νομού Έβρου» κατά Ελλάδας 11/10/2007.

[29] Ένας άλλος τομέας στον οποίο διαφαίνεται ότι μεγάλη μερίδα της Ελληνικής Δικαιοσύνης εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το ρόλο της περισσότερο ως βραχίονα εκτέλεσης της κρατικής βούλησης και λιγότερο ως υπηρέτη των πολιτών στην εκ μέρους τους διεκδίκηση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων, είναι πέρα από την αυστηρή ερμηνεία που κάνουν τα δικαστήρια στους δικονομικούς κανόνες, η οποία δυσχεραίνει τους πολίτες που προσφεύγουν σε αυτήν και για την οποία η χώρα έχει «καταδικαστεί» από το ΕΔΔΑ για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ – «δίκαιη δίκη» (π.χ. Κούτρας κατά Ελλάδας 16/11/2000) είναι και το γεγονός ότι η ποινική Δικαιοσύνη έχει μετατρέψει το μέτρο της προφυλάκισης από την εξαίρεση που έπρεπε να είναι σε μια πολύ συνηθισμένη πρακτική (πρακτική που οφείλεται συχνά στην πίεση της κοινής γνώμης) και αρκετές φορές χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Βλ. σχετικά άρθρο του Σταύρου Τσακυράκη με τον τίτλο «Μια παράνομη κράτηση»  αναρτημένο στο blog του, Liberal Sociability και στον δικτυακό τόπο https://curia.gr/mia-paranomi-kratisi/.

[30] Η αρχή έγινε από το Ε’ Τμήμα του ΣτΕ με τη νομολογία του για το περιβάλλον. Ώς τότε η μόνη σημαντική απόφαση του Δικαστηρίου που είχε κρίνει μείζον νομοθέτημα ελληνικής κυβέρνησης αντισυνταγματικό ήταν η ΣτΕ 2805/1984, που αφορούσε το νόμο πλαίσιο για τα ΑΕΙ (ν. 1268/1982).

[31] Αλιβιζάτος, ό.π., σ. 43. Βλ. στο ίδιο (σ. 669), όπου γίνεται λόγος για την έκδηλη προτίμηση υπέρ της ισότητας στην ανεπίσημη κλίμακα αξιών και στον κατάλογο των δικαιωμάτων του ανθρώπου όλων των  Συνταγμάτων μας.

[32] Γιάννης Βούλγαρης, Ελλάδα: μια χώρα παραδόξως νεωτερική, Πόλις, Αθήνα 2019, σ. 246.

[33]   Πρέπει στο σημείο αυτό να παρατεθεί ένα απόσπασμα από γνωμοδότηση του τότε Συνηγόρου του Πολίτη (μετέπειτα δημάρχου Αθηναίων και νυν βουλευτή επικρατείας του ΚΙΝΑΛ) Γιώργου Kαμίνη, όταν εκλήθη να λάβει θέση επί του ζητήματος της αποκαθηλώσεως του πίνακα του Thierry de Cordier από την έκθεση Outlook (Γνωμοδότηση ΑΠ 1546.04.02.1/30/3/2004): «η ματαίωση ή η συρρίκνωση της εκδηλώσεως εξ αιτίας του ενδεχομένου παρανόμων πράξεων, θα εγκαθίδρυε εμμέσως καθεστώς συναπόφασης και συναρμοδιότητας των κοινωνικών θυλάκων μισαλλοδοξίας ομού με τα συντεταγμένα πολιτειακά όργανα».

[34]  Επί της υποθέσεως αυτής εκδόθηκαν διάφορες αποφάσεις: α) η υπ’ αριθ. 3284/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επιδίκασε αποζημίωση  β) η υπ’ αριθ. 4034/2015  και γ)  κατ’ αναίρεση  η υπ’ αριθ. 697/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου.

[35] Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδας 27/5/2004, Κατράμη κατά Ελλάδας 6/12/2007, Αλφαντάκης κατά Ελλάδας 11/2/2010.

[36] Στην σελίδα 62 παρατίθεται η αντίληψη του Ν.Ι. Σαριπόλου για την  έννοια του έθνους.

[37] Πρόκειται για την απόφαση ΣτΕ 460/2013.

[38] Που αφορά τις επιμέρους ομάδες της κοινωνίας, προσδιοριζόμενες όχι ως κοινωνικές τάξεις αλλά με βάση τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους ή τις συνήθειές τους (π.χ. εθνοτικές ή πολιτιστικές ομάδες, γυναίκες, ομοφυλόφιλοι κ.λπ.).

[39] Alain Renault, Tι είναι ένας ελεύθερος λαός; Φιλελευθερισμός ή ρεπουμπλικανισμός;, μετάφραση: Γιάννης Παπαδημητρίου, Πόλις, Αθήνα 2009, ιδίως σ. 108-129 (όπου αναλύεται η ρεπουμπλικανική πολιτεία φιλελεύθερου χαρακτήρα). Για τον ρεπουμπλικανισμό, βλ. Philip Pettit, Republicanism, OUP 1999. H ρεπουμπλικανική άποψη για τη δημοκρατία διέπεται από το πνεύμα της πολιτικής ισότητας και αντιδιαστέλλεται προς την οικονομική ανισότητα που επικρατεί στο πεδίο του οικονομικού φιλελευθερισμού. Επίσης, η ρεπουμπλικανική αρχή προτάσσει το γενικό συμφέρον, τη λαϊκή θέληση ως θέληση πολιτικού σώματος και όχι αθροίσματος ατομικών βουλήσεων.

Αναδημοσίευση από το The Books’ Journal, Πέμπτη, 08 Απριλίου 2021

Δύσκολοι καιροί για τις Ανεξάρτητες Αρχές

Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Χώρα μας γύρω από την οργάνωση και τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών αποτελούν συμπτώματα της διάβρωσης των εν λόγω Αρχών από τη συνταγματική απορρύθμιση, στην οποία συνέβαλαν, ως έναν βαθμό, και οι ίδιες.

Οι Ανεξάρτητες Αρχές έχουν συντελέσει στην αποδόμηση της εθνικής συνταγματικής τάξης, η οποία προκλήθηκε από τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, προωθήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιτάθηκε από τις αλλεπάλληλες διακυβερνητικές αποκλίσεις της τελευταίας κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης.

Οι Ανεξάρτητες Αρχές προάγουν την εικόνα «ενός απολιτικοποιημένου Κράτους, του οποίου οι ρυθμιστικές λειτουργίες ανατίθενται σε όργανα “ουδέτερα και αντικειμενικά”»[1]. Αναλαμβάνοντας την εγγύηση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή/και τη ρύθμιση απελευθερωμένων αγορών, οι εν λόγω Αρχές περιορίζουν δραστικώς τη δυνατότητα των οργάνων της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας να ασκήσουν, στο πλαίσιο και της πολιτικής τους ευθύνης, τις συνταγματικές τους αρμοδιότητες περί περιορισμού των παραπάνω δικαιωμάτων κατ’ επίκληση του δημοσίου συμφέροντος και περί προγραμματισμού της εθνικής οικονομίας. Η δράση των παραπάνω Αρχών, μολονότι καταλογίζεται στο ίδιο το Κράτος στο οποίο κατά κανόνα ανήκουν, διαφεύγει κάθε διοικητικού ελέγχου και, εκτός από τον δικαστικό έλεγχο, υπάγεται μόνο σε έναν στοιχειώδη κοινοβουλευτικό έλεγχο. Την ίδια στιγμή, όμως, σημαντικός αριθμός τέτοιων Αρχών αποτελούν μέλη δικτύων ομόλογων ευρωπαϊκών αρχών και προωθούν την ενσωμάτωση των σχετικών ευρωπαϊκών πολιτικών στην εθνική έννομη τάξη. Στο πλαίσιο αυτό, οι Ανεξάρτητες Αρχές συνιστούν πλέον κρίσιμα αντίβαρα απέναντι στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εντάσσονται δε στην κατηγορία των νέων αντιβάρων τα οποία αναδύθηκαν μέσα από τον υποσκελισμό των παραδοσιακών κρατικών εξουσιών και η σπουδαιότητα των οποίων, στο πλαίσιο του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, αναδείχτηκε κυρίως μέσα από τον καθοριστικό ρόλο που έπαιξαν οι ανεξάρτητες εθνικές κεντρικές τράπεζες, ως μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, στη διαχείριση της κρίσης δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη[2].

Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι οι θιασώτες του νεοφιλελεύθερου μετασχηματισμού των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερασπίζονται, χωρίς προϋποθέσεις, την ύπαρξη των Ανεξάρτητων Αρχών, μολονότι αναγνωρίζουν τη συχνά προβληματική λειτουργία τους και την απουσία αποτελεσματικών μέσων ανάταξής της. Για τον λόγο αυτόν, δεν αντέδρασαν, όταν, μετά τις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των λοιπών μελών της Τρόικα, που δυσπιστούσαν ακόμη και ως προς τον ρόλο των εθνικών δικαστικών αρχών, ιδρύθηκε, στη Χώρα μας, δίπλα στo Συμβούλιο της Επικρατείας, στα Διοικητικά Εφετεία, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, και η ανεξάρτητη Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας περίπλοκος μηχανισμός αρχών που, υιοθετώντας αποκλίνουσες ερμηνείες και στρατηγικές, υπονομεύουν τελικώς την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων. Άλλωστε, οι ίδιοι θιασώτες δεν αντέδρασαν ούτε όταν οι δανειστές της Χώρας μας έφτασαν στο σημείο να απαιτήσουν τη θέσπιση μιας ανεξάρτητης αρχής -της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων- στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας.

Ωστόσο, στην πράξη, απέναντι στον παραπάνω νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της εθνικής συνταγματικής τάξης αντιδρούν -έστω και λάθρα, τις περισσότερες φορές- σχεδόν όλες οι εθνικές αρχές, νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές, αρνούμενες την αμφισβήτηση της παραδοσιακής εξουσίας τους και προκαλώντας ή εκμεταλλευόμενες ρωγμές στις εθνικές και ευρωπαϊκές ρυθμίσεις των θεσμών που υπηρετούν τον εν λόγω μετασχηματισμό. Η παράκαμψη των σχετικών διατάξεων του εθνικού Συντάγματος και, κυρίως, η άρνηση εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου, η οποία συχνά εκδηλώνεται ως σύμφωνη με το εθνικό δίκαιο ερμηνεία του, αποτελούν πλέον όλο και πιο διαδεδομένες πρακτικές που δεν υπάγονται σε έγκαιρο και συστηματικό έλεγχο, με αποτέλεσμα η κρίση του Κράτους Δικαίου, ως επιφαινόμενο της συνταγματικής απορρύθμισης, να μην περιορίζεται μόνο στις συνήθως δακτυλοδεικτούμενες χώρες, την Ουγγαρία και την Πολωνία, αλλά να διαχέεται, διαβαθμισμένη, σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη[3].

Στη Χώρα μας, την υπονόμευση των πέντε συνταγματικώς κατοχυρωμένων από το 2001 Ανεξάρτητων Αρχών διευκόλυνε η στρεβλή εξάρτηση της συγκρότησής τους από την ομοφωνία, άλλως την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, σύμφωνα με όσα ίσχυαν πριν από την αναθεώρηση το 2019 της παρ. 2 του άρθρου 101Α του Συντάγματος, δυνάμει της οποίας προβλέπεται πλέον πλειοψηφία των 3/5. Για να αντιμετωπίσει τις συχνές αποτυχίες διορισμού νέων μελών των εν λόγω Αρχών, ο νομοθέτης επιδίωξε την αυτοδίκαιη παράταση της θητείας των απερχόμενων μελών τους. Προκειμένου δε να καλύψει την αντισυνταγματική παράταση της λειτουργίας ραδιοτηλεοπτικών σταθμών χωρίς άδεια, ο νομοθέτης έφτασε στο σημείο να δρομολογήσει σχετική αδειοδοτική διαδικασία, παρακάμπτοντας το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Πριν από τη συνταγματική Αναθεώρηση του 2019, με την οποία προβλέφθηκε ρητώς και η παράταση της θητείας των απερχόμενων μελών των Αρχών μέχρι να διοριστούν τα νέα μέλη τους, οι παραπάνω νομοθετικές πρωτοβουλίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο δεν πρόσφερε, όμως, συγκεκριμένη λύση στο αδιέξοδο που μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να δημιουργήσει τυχόν αδυναμία συγκρότησης των παραπάνω Αρχών[4].

Σε ό,τι αφορά τις λοιπές Αρχές που, κατά το άρθρο 56, παρ. 3, περ. β΄, του Συντάγματος, «χαρακτηρίζονται με νόμο ως ανεξάρτητες ή ρυθμιστικές», ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων τους και η διασφάλιση της ανεξαρτησίας τους αφέθηκαν στον νομοθέτη[5], υπό την επιφύλαξη της ενδεχόμενης πλαισίωσής τους από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η υποβάθμιση αυτών των τελευταίων Αρχών συνδέθηκε προεχόντως με τη συχνά αμφισβητούμενη ανεξαρτησία τους και με τα ποικίλα προβλήματα που ανακύπτουν ως προς την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στην εθνική έννομη τάξη.

Σε κάθε περίπτωση, τόσο οι συνταγματικώς κατοχυρωμένες όσο και οι λοιπές Ανεξάρτητες Αρχές ουδέποτε οργανώθηκαν και λειτούργησαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Οι αιτίες πρέπει να αναζητηθούν και στην παράλειψη του Κράτους να διασφαλίσει εγκαίρως τις κατάλληλες υποδομές, καθώς και στη δυσχέρεια ορισμένων μελών των Αρχών να αποσυνδεθούν από τα πολιτικά κόμματα που τους πρότειναν και να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν την απαιτούμενη προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους.

Αξιοσημείωτο είναι, πάντως, ότι τη συστηματική υποβάθμιση του συνόλου σχεδόν των Ανεξάρτητων Αρχών προωθούν πλέον, από τις κρατικές θέσεις που κατέλαβαν, και οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες, στον λόγο που αρθρώνουν, εμφανίζονται ως ανεπιφύλακτοι υπερασπιστές και των εν λόγω Αρχών και των συναφών νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Ένα από τα πρώτα μέτρα της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας ήταν η αυθαίρετη ανασυγκρότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, κατά πρόδηλη παράβαση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει κάνει δεκτό ότι, «…αν επιτρεπόταν σε κάθε κράτος μέλος να θέσει τέρμα στη θητεία αρχής ελέγχου πριν την αρχικώς προβλεπόμενη λήξη της κατά παράβαση των κανόνων και των εγγυήσεων που έχουν προβλεφθεί προς αυτόν τον σκοπό από την εφαρμοστέα νομοθεσία, η απειλή τέτοιας πρόωρης παύσεως, η οποία θα επλανάτο επί της αρχής αυτής καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας της, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μιας μορφής υπακοή της στην πολιτική εξουσία, ασυμβίβαστη με την ως άνω απαίτηση περί ανεξαρτησίας […] Τούτο ισχύει ακόμα και όταν ο πρόωρος τερματισμός της θητείας αποτελεί συνέπεια της αναδιαρθρώσεως ή της αλλαγής θεσμικού πλαισίου, τα οποία αμφότερα πρέπει να δρομολογηθούν κατά τρόπο ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις περί ανεξαρτησίας που θέτει η εφαρμοστέα νομοθεσία. Επιπροσθέτως, σε τέτοια περίπτωση, η αρχή ελέγχου δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως δυνάμενη να λειτουργήσει, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, υπεράνω κάθε υποψίας μεροληψίας. Η απαίτηση περί ανεξαρτησίας […] πρέπει, συνεπώς, να ερμηνευθεί κατ’ ανάγκην ως περιλαμβάνουσα την υποχρέωση σεβασμού της θητείας των αρχών ελέγχου μέχρι της λήξεώς της […] Η αλλαγή θεσμικού πλαισίου δεν μπορεί αφ’ εαυτής να δικαιολογήσει αντικειμενικώς τον τερματισμό της θητείας του προσώπου που κατείχε το αξίωμα […] χωρίς τη λήψη μεταβατικών μέτρων τα οποία θα επέτρεπαν τη διασφάλιση του σεβασμού της διάρκειας της θητείας του»[6].

Με την αυτοπεποίθηση που ίσως της έχει καλλιεργήσει η ανοχή εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πριν τρεις ημέρες η ίδια κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε διάταξη νόμου που τροποποίησε την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3051/2002, ορίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι «…διανυόμενη θητεία σε θέση Αντιπροέδρου ή Αναπληρωτή Προέδρου ή απλού μέλους δεν κωλύει τον διορισμό του για πλήρη θητεία σε θέση υψηλότερης βαθμίδας της ίδιας Αρχής…»[7]. Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά το 2012, οπότε εφαρμόζεται -με κάποιες ειδικές εξαιρέσεις- ο γενικός κανόνας της εξαετούς μη ανανεώσιμης θητείας[8], η δυνατότητα των μελών Ανεξάρτητων Αρχών που διανύουν τη θητεία τους να διορισθούν για πλήρη θητεία σε θέση υψηλότερης βαθμίδας της ίδιας Αρχής[9]. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι και αυτή η διάταξη, η οποία εφαρμόζεται, εκτός των άλλων, και στα εν ενεργεία μέλη της ευθέως διεπόμενης από το ενωσιακό δίκαιο Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, παραβιάζει τόσο την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και το Σύνταγμα, η ερμηνεία του οποίου ευλόγως πρέπει να εναρμονιστεί με το πνεύμα της νομολογίας αυτής ως προς όλες τις Ανεξάρτητες Αρχές. Διότι, η εν λόγω νομολογία υιοθετεί την αυτονόητη ερμηνεία ότι η διασφάλιση της ανεξαρτησίας μιας Αρχής προϋποθέτει η θητεία κάθε μέλους της να ολοκληρώνεται βάσει των όρων και προϋποθέσεων που εφαρμόζονταν κατά τον χρόνο έναρξης αυτής της θητείας, καθώς καμία μεταγενέστερη -φαινομενικώς αρνητική ή θετική- παρέμβαση ή πρόβλεψη παρέμβασης σε διανυόμενη θητεία, δηλαδή ούτε η πρόωρη παύση της εν λόγω θητείας ούτε η πρόβλεψη πρόωρης διακοπής της και επανεκλογής με προαγωγή του σχετικού μέλους, δεν θα επέτρεπε στην Αρχή αυτή «να εκληφθεί ως δυνάμενη να λειτουργήσει, υπό οιεσδήποτε συνθήκες, υπεράνω κάθε υποψίας μεροληψίας».

Περίπου δύο εβδομάδες νωρίτερα, η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, είχε ψηφίσει το άρθρο 87 του Ν. 4790/2021, το οποίο δεν σέβεται τις εγγυήσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τη διαφύλαξη του απορρήτου των επικοινωνιών[10].

Περίπου έναν μήνα νωρίτερα, η βάπτιση του παιδιού του Προέδρου της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων είχε καταδείξει και την ποιότητα της δεοντολογίας με την οποία αντιμετωπίζεται ο θεσμός των Ανεξάρτητων Αρχών.

Στην αναμέτρησή τους με τα εναπομείναντα προνόμια των παραδοσιακών κρατικών αρχών στη Χώρα μας, οι Ανεξάρτητες Αρχές βάλλονται, λοιπόν, και από τους ίδιους τους ένθερμους υποστηρικτές τους, οι οποίοι μάλλον δεν επιθυμούν οι εν λόγω Αρχές να λειτουργούν ως αντίβαρα και της δικής τους κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Παραλλήλως, οι Ανεξάρτητες Αρχές δεν φαίνεται να κερδίζουν νέους φίλους μεταξύ των διεθνών φορέων που, τα τελευταία χρόνια, προωθούν, ακόμη και με ακραίες μεθόδους, τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό των κρατών μελών της Ευρώπης. Στα μάτια αυτών των φορέων, έχει κλονιστεί η αξιοπιστία τόσο των συνταγματικών θεσμών των κρατών μελών οφειλετών όσο και των θεσμών του παραδοσιακού «κοινοτικού κεκτημένου»∙ ακόμη και των θεσμών που είχαν ταχθεί να εξυπηρετούν τον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό του Κράτους. Συναφώς, στους τομείς που ήταν οι πλέον κρίσιμοι για τα συμφέροντά τους, οι δανειστές της Χώρας μας δεν εμπιστεύτηκαν την υλοποίηση των διακυβερνητικών πολιτικών τους σε ανεξάρτητες αρχές των οποίων η διοίκηση θα οριζόταν μόνον από τις εθνικές αρχές, κατά το πρότυπο των συνταγματικώς κατοχυρωμένων Ανεξάρτητων Αρχών ή των Ανεξάρτητων Αρχών που είχε ήδη δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δανειστές προτίμησαν να δημιουργήσουν νέες οντότητες στον ορισμό της διοίκησης των οποίων θα εμπλέκονταν, περισσότερο ή λιγότερο, οι ίδιοι.

Στο πλαίσιο της συνταγματικής απορρύθμισης που εξελίσσεται στην Ευρώπη, φαίνεται πως οι Ανεξάρτητες Αρχές εισπράττουν τη φθορά και τις εντάσεις του Κράτους στο οποίο ανήκουν, ενώ δεν καλύπτονται αποτελεσματικώς από το «κοινοτικό κεκτημένο» που διαλύεται στη ρευστότητα των διακυβερνητικών αποκλίσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι καιροί είναι δύσκολοι… και για τις Ανεξάρτητες Αρχές.

[1] Βλ. J. Chevallier, « Conclusion – Synthèse », in F. Bottini (επ.), Néolibéralisme et droit public, Μare & Martin, Paris, 2017, σ. 415 επ., ιδίως σ. 424.

[2] Βλ. C. Yannakopoulos, La déréglementation constitutionnelle en Europe, Sakkoulas Publications, Athènes-Salonique, 2019, ιδίως αρ. 26 και 36.

[3] Βλ. C. Yannakopoulos, « Les vicissitudes de l’État de droit dans l’Union européenne », https://cyannakopoulos.gr/dialeksi-conference-de-specialite-sto-panepistimio-jean-moulin-lyon-3-me-thema-les-vicissitudes-de-letat-de-droit-dans-lunion-europeenne-10-03-2021/, αναδημοσίευση σε www.constitutionalism.gr, 12.03.2021.

[4] Βλ., μεταξύ άλλων, ΣτΕ 1098/2011, ΣτΕ Ολ. 3515/2013 και ΣτΕ Ολ. 95/2017.

[5] Πρβλ. ΣτΕ 546/2019.

[6] Βλ. ΔΕΕ, 08.04.2014, C-288/12, Επιτροπή κ. Ουγγαρίας, σκέψεις 54-55 και 61. Βλ. και K. Γιαννακόπουλου, « Προσωρινή δικαστική προστασία και αυτοσυγκράτηση των δικαστών. Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις ΣτΕ ΕΑ Ολ. 230, 231 και 232/2019 », www.constitutionalism.gr, 28.09.2019.

[7] Βλ. το άρθρο 70 του Ν. 4795/2021 (ΦΕΚ A’ 62/17.04.2021).

[8] Βλ. τα άρθρα 61, παρ. 2, και 110, παρ. 22, του Ν. 4055/2012.

[9] Το άρθρο 73 του Ν. 4369/2016 είχε προβλέψει ότι « [μ]έλη προβλεπόμενων από το Σύνταγμα Ανεξαρτήτων Αρχών που έχουν επιλεγεί από τη Διάσκεψη των Προέδρων για μία θητεία έως την έναρξη ισχύος του άρθρου 61 του ν. 4055/2012 (Α΄51), δύνανται να επιλεγούν εκ νέου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 εδάφιο γ΄ του ν. 3051/2002, όπως ισχύει.». Ενόψει του ειδικού περιεχομένου της εν λόγω διάταξης που αναφέρεται σε πολύ συγκεκριμένη κατηγορία μελών, η όποια τυχόν μέχρι σήμερα εφαρμογή της δεν θα μπορούσε προφανώς να καλύψει το σύνολο των περιπτώσεων μελών τα οποία διανύουν τη θητεία τους και επί των οποίων τυγχάνει άμεσης εφαρμογής η νέα διάταξη του άρθρου 70 του Ν. 4795/2021. Ας σημειωθεί ότι, στις αρχές του τρέχοντος έτους, με το άρθρο 44, παρ. 2, του Ν. 4765/2021 (ΦΕΚ A’ 6/15.01.2021), προβλέφθηκε ότι «[κ]ατ` εξαίρεση και προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχεια στη λειτουργία του Α.Σ.Ε.Π., είναι δυνατόν να παραταθεί η θητεία με απόφαση της διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής μέχρι τρία (3) έτη από τη συμπλήρωσή της και για μία φορά.».

[10] Βλ. Χ. Ράμμου, Σ. Γκρίτζαλη,  Αικ. Παπανικολάου, « Αντίθεση του άρθρου 87 Ν. 4790/2021 προς τις εγγυήσεις της ΕΣΔΑ για διαφύλαξη του απορρήτου των επικοινωνιών », www.constitutionalism.gr, 07.04.2021.

Μια θεσμική αποτίμηση της Μεταπολίτευσης – Πενήντα από τα διακόσια χρόνια του ελληνικού κράτους

Ο Κύκλος Ιδεών και οι εκδόσεις Επίκεντρο διοργανώνουν διαδικτυακή εκδήλωση με θέμα:

 

Μια θεσμική αποτίμηση της Μεταπολίτευσης

 

Πενήντα από τα διακόσια χρόνια του ελληνικού κράτους

 

με αφορμή την έκδοση των δύο βιβλίων του Αντώνη Μανιτάκη, Στο λυκόφως της Μεταπολίτευσης και Η συνταγματική συγκυρία της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας (1976-1997), εκδόσεις Επίκεντρο

 

 

Τρίτη, 20 Απριλίου 2021, ώρα 18.00

 

Ομιλητές:

 

Νίκος Αλιβιζάτος

Ευάγγελος Βενιζέλος

Γιάννης Βούλγαρης

Γιώργος Γεραπετρίτης

Αντώνης Μανιτάκης

Λίνα Παπαδοπούλου

Συντονίζει ο Παύλος Τσίμας

Μπορείτε να παρακολουθήσετε τη συζήτηση μέσω:

Youtube

https://youtu.be/TLNBiBGuNKU

 

Το εκλογικό δικαίωμα των εκτός Επικρατείας πολιτών: Η οργάνωση της άσκησής του στην τέταρτη αναθεώρηση του Συντάγματος

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος, Διδάσκων Ε.Α.Π.

Η εισαγωγή στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 ειδικής πλειοψηφίας, τουλάχιστον διακοσίων βουλευτών, για την υπερψήφιση του νόμου που θα οργανώσει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των εκτός Επικρατείας Ελλήνων καθόρισε τις εξελίξεις τα επόμενα χρόνια. Η ατελέσφορη πρωτοβουλία στις αρχές του 2009 ανέδειξε τις περιοχές της ρυθμιζόμενης ύλης στις οποίες θα έπρεπε να επικεντρωθεί ο διάλογος σε αναζήτηση των αναγκαίων συγκλίσεων. Εξάλλου, οι αιφνίδιες πολιτικές εξελίξεις το καλοκαίρι του 2019 δεν θα επιτρέψουν την προώθηση στη Βουλή σχεδίου νόμου, έργου ειδικής επιτροπής στο Υπουργείο Εσωτερικών. Η νέα κυβερνητική πλειοψηφία θα βρει ανοικτή την αναθεωρητική διαδικασία, θα υποχωρήσει από εκφρασμένες θέσεις της και θα δεχθεί το σύνολο σχεδόν των απαιτήσεων της αντιπολίτευσης. Η πολιτική τους συμφωνία «συνταγματοποιείται», αλλά η νέα διάταξη δεν περιλαμβάνει ρητό και ευθύ συνταγματικό κανόνα, εξαντλούμενη σε τέσσερις επάλληλες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις. Ο οργανικός νόμος θα υπερψηφιστεί μερικές εβδομάδες αργότερα από μοναδική στα κοινοβουλευτικά χρονικά πλειοψηφία. Ωστόσο, οι επιλογές του μειώνουν σημαντικά τον κύκλο των δικαιούχων, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις ομογενειακών οργανώσεων στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική.

Προδημοσίευση από το περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, 1/2021

 

Cyprus Human Rights Law Review – Call for Papers on special issue: COVID- 19: The Protection of Human Rights in the Pandemic Era: Challenges and Responses

The COVID-19 ongoing crisis has been characterised by the introduction of strict and far-reaching governmental measures restricting fundamental rights to an unprecedented extent for western post-World War II democracies. The Cyprus Human Rights Law Review (CHRLR) aims to contribute to the debate by inviting interested scholars and researchers to submit their contributions on the challenges raised by the pandemic regarding the protection of human rights both in the European Human Rights Law (the ECHR and the EU Charter of Fundamental Rights), as well as the European and comparative national constitutional context.

We urge prospective authors to propose papers on the various aspects the current crisis in relation to human rights law both on the national and the supranational level. Following below is a purely indicative general list of topics from which interested authors may draw ideas:

  • The impact of COVID-19 on human rights, the rule of law and democracy
  • The normalisation of the limitations imposed on human rights protection in a democratic context
  • Legal, social, and political notions of the State of Exception
  • The protection of human rights in the COVID-19 era on the national and supranational level
  • A comparative assessment of the impact of the health crisis on human rights
  • European and global perceptions of fundamental rights in a pandemic

 

Submission Instructions

 

About The Cyprus Human Rights Law Review

The Cyprus Human Rights Law Review was first established under the European Human Rights Law Institute and published by Intersentia, between 2012 and 2014. It is now being relaunched by the School of Law of the University of Nicosia and the European Human Rights Law Institute.

The Cyprus Human Rights Law Review aims to promote knowledge, appreciation and constructive discussion on matters of primarily European Human Rights Law (the ECHR and the EU Charter of Fundamental Rights) and the European national constitutional context. The Review publishes articles and case notes that consider human rights from an international to domestic context, book reviews, analysis of recent jurisprudence and practice of international and regional human rights systems and analysis of recent and relevant jurisprudence and practice of national courts and other domestic authorities. While primarily academic in focus, the Review is also of interest to the wider international human rights community.

 

The Editorial Team of The Cyprus Human Rights Law Review is:

Editor-in-Chief: Dr Christos Papastylianos, Associate Professor, Head, Department of Law, University of Nicosia

 

Editorial Team

Dr Costas Stratilatis, Associate Professor, University of Nicosia

Dr Stergios Mitas, Assistant Professor, University of Nicosia

Dr Theodora Christodoulidou, Counsel, Republic of Cyprus

Dimitrios Kourtis, Research Assistant, University of Nicosia

 

Publications Editor: Theognosia Kouspi, Research Assistant, University of Nicosia

 

Managing Editors: Leto Cariolou, Director, European Human Rights Law Institute and Prof. Achilles C. Emilianides, Dean, School of Law University of Nicosia

See the original announcement here.