Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην εποχή της Πανδημίας του Covid-19: Το «ναυάγιο» του ακραίου Νεοφιλελευθερισμού και η εκ νέου δικαίωση της θεωρίας του John Maynard Keynes

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόλογος

Η συνειδητοποίηση του νοήματος της αξίας του Ανθρώπου και του χρέους υπεράσπισής της σε μια δημοκρατικώς οργανωμένη κοινωνία -άρα σ’ ένα δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος- περνάει μέσ’ από την αντίστοιχη συνειδητοποίηση της έννοιας της Ελευθερίας και των επιμέρους δικαιωμάτων, μέσω των οποίων αυτή ασκείται.

A. Και τούτο διότι δίχως καθεστώς Ελευθερίας, τουλάχιστον υπό όρους δημοκρατικής της απόλαυσης, ουδείς μπορεί να υπερασπισθεί την αξία του και ν’ αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του, μέσω της συμμετοχής του στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή. Πλην όμως -και πάντα σε μια δημοκρατικώς οργανωμένη κοινωνία- η Ελευθερία συνοδεύεται, ανυπερθέτως, από την «δίδυμη αδελφή» της, την Ευθύνη. Ήτοι την Ευθύνη άσκησης των δικαιωμάτων υπό όρους που ναι μεν καθιστούν την Ελευθερία πράξη, πλην όμως δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα των άλλων και, έτσι, δεν στρέφονται ευθέως εναντίον της συνοχής του κοινωνικού συνόλου, συνακόλουθα δε δεν επιφέρουν ρήξη του κοινωνικού ιστού.  Υπό τα δεδομένα αυτά το «εμβόλιο» της, όποιας,  μελλοντικής Πανδημίας με βάση την σημερινή μας εμπειρία, συνίσταται και στην συνειδητοποίηση και κατανόηση του τί σημαίνει «είμαι ελεύθερος», καθώς και ποιο είναι το μερίδιο Ελευθερίας που πρέπει να εκχωρούμε -και, φυσικά, υπό ποιους όρους εκχώρησης- στους άλλους, ως «σπονδή» στο κοινωνικό σύνολο και στην αρμονική κοινωνική συνύπαρξη, όπως επίσης και πώς πρέπει να προσεγγίζουμε την Τεχνολογία και τα επιτεύγματά της, προκειμένου να στηρίζουν και όχι ν’ αναιρούν την Ελευθερία.

Β. Σε γενικές, λοιπόν, γραμμές, η Πανδημία του Covid-19 μπορεί και πρέπει να μας διδάξει πολλά για να διανύσουμε στο μέλλον την απόσταση ανάμεσα στην Ατομικότητα και στην Συλλογικότητα, έτσι ώστε να μην γίνουμε ξανά έρμαια ψευδαισθήσεων ως προς το μέγεθος της αυτονομίας καθενός και ως προς το χρέος συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους.  Μόνον έτσι θα νοιώσουμε βαθιά μέσα μας ότι η μοναχικότητα, που υπό ομαλές συνθήκες μας φαίνεται τείχος υπεράσπισης της ιδιωτικότητας, μπορεί ξαφνικά να χτίσει μιαν άλλη «Σπιναλόγκα», μέσ’ από την απομόνωση της οποίας θα νοσταλγούμε, αγιάτρευτα αλλά και μάταια, τ’ αγαθά της κοινωνικής συνύπαρξης και της Αλληλεγγύης.

Ι. Οι περιορισμοί της Ελευθερίας και η αδήριτη ανάγκη οριοθέτησής τους στο ελάχιστο αναγκαίο.

Πριν απ’ όλα, πρέπει να σκεφθούμε ότι η σύγχρονη Φιλελεύθερη Δημοκρατία βρίσκεται πολύ μακριά από το πνεύμα των πρώτων Διακηρύξεων των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είτε στις ΗΠΑ είτε, κυρίως, στην Γαλλία.  Και τούτο όχι μόνο γιατί στα πρώτα και παραδοσιακά Δικαιώματα του Ανθρώπου, τα ατομικά, έχουν προστεθεί και τα κοινωνικά ή και τα μικτά, που υπερβαίνουν το πεδίο της Ελευθερίας και υποχρεώνουν το Κράτος -ή και τρίτους ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα- να προβαίνουν σε συγκεκριμένες παροχές υπέρ των δικαιούχων.  Αλλά και γιατί αποτελεί πια κοινό τόπο στην θεωρία και στην πράξη της Νομικής και της Πολιτικής Επιστήμης πως ουδέν δικαίωμα είναι αμιγές.  Κάθε δικαίωμα είναι μικτό, κυρίως με την έννοια του ότι στον φορέα του αντιστοιχεί όχι μόνον η ελευθερία απόλαυσής του αλλά και η ανάλογη ευθύνη, ώστε η απόλαυση αυτή να μην αναιρεί τον πυρήνα των δικαιωμάτων των λοιπών μελών του κοινωνικού συνόλου. Την λογική αυτή υπηρετούν κανονιστικώς π.χ. και οι διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2, 3 και 4 του Συντάγματός μας, μέσω των οποίων ορίζεται, διαδοχικώς, και ότι η άσκηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οφείλει να υπηρετεί την πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε Ελευθερία και Δικαιοσύνη, η καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται και το Κράτος δικαιούται ν’ αξιώνει, απ’ όλους τους πολίτες, την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής αλληλεγγύης.  Έχοντας λοιπόν βιώσει, μέσα στην Πανδημία του Covid-19, την πρωτόγνωρη εμπειρία της απομόνωσης και των περιορισμών της Ελευθερίας και προκειμένου να διαχειρισθούμε την ανάκτησή της μετά το τέλος της εισβολής του ιού, είναι καλό, ακριβώς για να μην φθάσουμε από το ένα άκρο της άκρατης άσκησής της ως το άλλο άκρο, εκείνο του φοβικού «μιθριδατισμού» της διαρκούς ανοχής των περιορισμών της, χρήσιμο είναι να θέσουμε «τον δάκτυλον επί των τύπων των ήλων».  Ήτοι να ξανασκεφθούμε την Ελευθερία μέσα στο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο του δημοκρατικώς οργανωμένου Κράτους Δικαίου.  Το ισχύον Σύνταγμά μας, με τις κατά καιρούς αναθεωρήσεις του, μας παρέχει ένα καλό πεδίο διαλογισμού εν προκειμένω:

Α. Ο Ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συντάγματός μας.

Το Σύνταγμά μας διαπνέεται, στο σύνολό του, από την Φιλελεύθερη «ιδεολογία».  Και η Φιλελεύθερη «ιδεολογία» του προκύπτει, κατά κύριο λόγο, μεσ’ από τις διατάξεις του εκείνες οι οποίες προσδίδουν, εν είδει θεσμικού εποικοδομήματος, κανονιστικές διαστάσεις υπέρτερης τυπικής ισχύος στο αμάλγαμα που προκύπτει από τον συνδυασμό αφενός της Ελεύθερης Οικονομίας της Αγοράς.  Και, αφετέρου, της εντός αυτής δραστηριοποίησης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, κατ’ αποκλεισμό – πάντοτε κατά κανόνα βεβαίως – της παρέμβασης των, lato sensu, κρατικών οργάνων.  Αυτόν τον θεσμικό προσανατολισμό «ιδεολογικής» υφής εμπεδώνουν και τεκμηριώνουν:

 

  1. Οι γενικές ρήτρες του Συντάγματος.

Πρώτον, οι γενικές ρήτρες του Συντάγματος οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, προσδίδουν σε αυτό τον όλο Ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα.  Πρόκειται:

α) Από την μια πλευρά – και ιδίως – για την γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, κατά τις διατάξεις του οποίου, όπως προεκτέθηκε, «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».  Ο κορυφαίος ρόλος της ρήτρας αυτής αναδεικνύεται από το ότι το Σύνταγμα, κατά την ρητή διατύπωσή του, ανάγει την υποχρέωση της προστασίας της αξίας του Ανθρώπου όχι απλώς σε «πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» αλλά, κυριολεκτικώς, «στην» πρωταρχική της υποχρέωση.  Ως προς την κανονιστική δε σημασία της ως άνω ρήτρας αρκεί η συμπυκνωμένη επισήμανση ότι, κατ’ αυτήν, είναι ο Άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, ο οποίος, επειδή εκπροσωπεί τον αποκλειστικό φορέα υπεράσπισης της αξίας του, νομιμοποιείται να κινείται δημιουργικώς στο πεδίο του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι.  Ενώ το Κράτος οφείλει να περιορίζεται στον ρόλο του φορέα ο οποίος, μέσω του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του Ανθρώπου, απλώς του διασφαλίζει τις προϋποθέσεις ακώλυτης – φυσικά στο πλαίσιο της Έννομης Τάξης – και έμπρακτης ανάδειξής της.  Πρέπει δε να τονισθεί, με ιδιαίτερη έμφαση, ότι η προαναφερόμενη κανονιστική εμβέλεια της γενικής ρήτρας της αξίας του Ανθρώπου αποκτά τόσο μεγαλύτερη διάσταση, όσο -κατά τα επίσης προλεχθέντα- η «αξία» έχει πολύ ευρύτερη προστατευτική εμβέλεια από την «αξιοπρέπεια», την οποία χρησιμοποιούν ορολογικώς άλλα Συντάγματα (π.χ. ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης του 1949).

β) Και, από την άλλη πλευρά, για την, επίσης προαναφερθείσα, γενική ρήτρα του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, κατά τις διατάξεις του οποίου «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».  Είναι προφανές πως η δεύτερη γενική ρήτρα λειτουργεί ενισχυτικώς αλλά και συμπληρωματικώς σε σχέση με την γενική ρήτρα που αφορά την αξία του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι ο κυριότερος τρόπος υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου, μέσω της δραστηριοποίησής του στο κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι, επιτυγχάνεται, και δη προνομιακώς, δια της ελεύθερης ανάπτυξης της δραστηριότητάς του στους τομείς της κοινωνικής, της οικονομικής και της πολιτικής ζωής, που απαρτίζουν το σύνολο του πεδίου δράσης του Ανθρώπου.  Πλειάδα διατάξεων κοινών νόμων αλλά και κανονιστικών διοικητικών πράξεων εξειδικεύουν, στην πράξη, την ρήτρα των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, οργανώνοντας τις αντίστοιχες έννομες σχέσεις στους επί μέρους τομείς δραστηριοποίησης του Ανθρώπου.

 

  1. Οι βασικοί θεσμικοί πυλώνες.

Δεύτερον, οι βασικοί θεσμικοί πυλώνες, οι οποίοι απαρτίζουν τις αντηρίδες στήριξης αυτού τούτου το πολιτειακού και κρατικού οικοδομήματος.  Πρόκειται:

α) Πριν από κάθε άλλο, για τον θεσμικό πυλώνα της Διάκρισης των Εξουσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του Συντάγματος.  Αυτό προκύπτει εκ του ότι η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, μεσ’ από την λογική της αρχής των, αγγλοσαξονικής προέλευσης, «checks and balances» («θεσμικών αντιβάρων») -με αναγωγή στον Πολύβιο και στην διάκριση σε μοναρχία, αριστοκρατία και δημοκρατία, και υπό την επιρροή, στην περίπτωση του Αμερικανικού Συντάγματος, των Montesquieu και William Blackstone, μεταξύ άλλων- προσδίδει ουσιαστικό περιεχόμενο στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Και τούτο διότι  ανάγει σε κορυφαίο θεσμικό «πρόταγμα» και «πρόσταγμα» το, κανονιστικού περιεχομένου, αξίωμα ότι ουδεμία συντεταγμένη εξουσία λειτουργεί ανεξελέγκτως και, συνακόλουθα, αυθαιρέτως, αφού είναι θεσμικώς δεσμευμένη να σέβεται τα όρια δράσης των δύο άλλων.  Καίριας δε σημασίας προς την κατεύθυνση αυτή είναι η εντός της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών οριοθέτηση της Εκτελεστικής Εξουσίας – δηλαδή της πιο «επικίνδυνης», με βάση την φύση της ως μήτρας του θεσμικώς οργανωμένου καταναγκασμού – υπό την εξής έννοια: Τα όργανά της, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δεσμεύονται τόσον από την Νομοθετική Εξουσία, η οποία καθορίζει το κανονιστικό πλαίσιο των ως άνω αρμοδιοτήτων.  Όσο και από την Δικαστική Εξουσία, η οποία ελέγχει, επιβάλλοντας τις in concreto προβλεπόμενες κυρώσεις, το αν και κατά πόσον η αρμοδιότητα των οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας ασκείται εντός του νομοθετικώς προσδιορισμένου πλαισίου.

β) Επέκεινα, για τον θεσμικό πυλώνα του Κράτους Δικαίου. Αρκεί εδώ να τονισθεί ότι το Κράτος Δικαίου, κατά την ίδια την λογική του, απορρέει από την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, ενισχύοντας τον ρόλο της ως προς την θωράκιση των εγγυήσεων ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας.  Και τούτο διότι το Κράτος Δικαίου, μέσω των κανόνων δικαίου και των κυρωτικών μηχανισμών διασφάλισης της εφαρμογής τους, υπερασπίζεται αποτελεσματικώς τον Άνθρωπο κατά την άσκηση των συνταγματικώς -και όχι μόνο, δοθέντος ότι καίριο ρόλο προστασίας εν προκειμένω διαδραματίζουν και οι διατάξεις του Ευρωπαϊκού και του Διεθνούς Δικαίου- κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του.  Δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις θεσμικές συντεταγμένες του, είναι αυτό που αποτρέπει κάθε αυθαίρετη παρέμβαση των οργάνων του Κράτους στο πεδίο ακώλυτης άσκησης των προμνημονευόμενων δικαιωμάτων.

γ) Τέλος, και συνακόλουθα, για τον θεσμικό πυλώνα της Αρχής της Νομιμότητας της δράσης της Εκτελεστικής Εξουσίας.  Σύμφωνα με τα όσα ήδη εκτέθηκαν, η αρχή αυτή είναι ευθεία απόρροια της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου.  Αφού, κατά την θεσμική της καταγωγή και αποστολή, η ουσία της συνίσταται στην προδιαγραφείσα κανονιστική οριοθέτηση – με την απειλή επιβολής αποτελεσματικών κυρώσεων – του πεδίου άσκησης των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας, σε κάθε περίπτωση.  Άρα και – ίσως μάλιστα πολύ περισσότερο – όταν και όπου οι αρμοδιότητες αυτές διασταυρώνονται με την δραστηριότητα του Ανθρώπου κατά την άσκηση των δικαιωμάτων που του εξασφαλίζει η Έννομη Τάξη.

 

  1. Οι επιμέρους διατάξεις του Συντάγματος.

Τρίτον, άλλες επιμέρους διατάξεις του Συντάγματος.  Οι οποίες,   φυσικά επίσης συμπληρωματικώς σε σχέση με τις γενικές ρήτρες και τους θεσμικούς πυλώνες που προαναφέρθηκαν, υιοθετούνται από τον Συντακτικό και Αναθεωρητικό Νομοθέτη για να ολοκληρώσουν το, κανονιστικού περιεχομένου, περίγραμμα αποτελεσματικής άσκησης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Άρα, το περίγραμμα των εγγυήσεων υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου και διευκόλυνσης της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, έναντι του αυθαιρέτως εκδηλούμενου κρατικού παρεμβατισμού.  Οι κυριότερες απ’ αυτές περιλαμβάνονται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και αφορούν:

α) Την κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ.α΄και β΄ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία «τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους.  Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους».  Όπως είναι προφανές, η ρύθμιση αυτή κατ’ εξοχήν απηχεί την φιλελεύθερη-ανθρωποκεντρική αντίληψη ότι το Κράτος, ως θεσμικό οικοδόμημα, υπάρχει και λειτουργεί έχοντας ως κύριο ρόλο την εγγύηση των δικαιωμάτων, μέσω των οποίων ο Άνθρωπος δραστηριοποιείται προκειμένου ν’ αναδείξει την αξία του και ν’ αναπτύξει ελεύθερα την προσωπικότητά του.  Και τούτο διότι, κατά την ως άνω ρύθμιση, το Κράτος:

α1) Όχι μόνον οφείλει να καταστρώνει θεσμικώς τα κάθε είδους δικαιώματα του Ανθρώπου, ατομικά, κοινωνικά ή μικτά.

α2) Αλλά και, πολύ περισσότερο, με βάση συγκεκριμένους κανόνες που προβλέπουν ανάλογες κυρώσεις και τους αντίστοιχους κυρωτικούς μηχανισμούς, οφείλει να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.  Δηλαδή την καταξίωσή τους στην πράξη, έτσι ώστε το καθεστώς των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου να μην εξαντλείται στην επιφανειακή προβολή συμβολισμών, μέσω ατελών ή και ημιτελών κανόνων δικαίου («leges imperfectae», «leges minus quam perfectae»).

β) Την κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ.γ΄ρύθμιση, κατά την οποία «τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν».  Η ρύθμιση αυτή, η οποία καθιερώνει σε συνταγματικό επίπεδο την αρχή της τριτενέργειας των δικαιωμάτων γενικώς, έρχεται να καλύψει κάθε θεσμικό κενό που μπορεί ν’ αφήσει η προηγούμενη, στο πλαίσιο της αποτελεσματικής προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι η σύγχρονη κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα αναδεικνύει, εκ των πραγμάτων, μορφές εξουσίας οικονομικής προέλευσης οι οποίες, μολονότι εντάσσονται στον αμιγώς ιδιωτικό τομέα, μπορούν, εν δυνάμει, ν’ αποτελέσουν απειλή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, εξίσου ή και πιο επικίνδυνη σε σχέση μ’ εκείνη, η οποία εκπορεύεται από τους φορείς άσκησης της, lato sensu, κρατικής εξουσίας.  Θ’ αποτελούσε λοιπόν πραγματική υποκρισία, για ένα Σύνταγμα που ασπάζεται την αρχή του Φιλελευθερισμού, να «κλείσει  τα μάτια» μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα, αρκούμενο μόνο στην οριοθέτηση των κρατικών αρμοδιοτήτων έναντι των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και αφήνοντας ανεξέλεγκτη την, έναντι των δικαιωμάτων αυτών, δράση των ποικιλόμορφων οικονομικών εξουσιών ιδιωτικής προέλευσης.  Ο Φιλελευθερισμός του Συντάγματος εμφανίζεται στο σημείο αυτό απολύτως συνεπής, όταν αντιμετωπίζει σχεδόν ενιαίως τις απειλές κατά των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ανεξάρτητα από τις μορφές και την προέλευση των εξουσιών που τ’ απειλούν ή μπορούν να τ’ απειλήσουν.

γ) Την κατά το άρθρο 25 παρ.1 εδ.γ΄ ρύθμιση, κατά την οποία «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».  Από την ίδια την διατύπωση της διάταξης συνάγεται πως η εγγυητική αξία της υπέρ των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι διπλή, αφού:

γ1) Κυρίως, καθιερώνει την αρχή της επιφύλαξης υπέρ του νόμου.  Με την έννοια ότι μόνον ο νόμος, ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση αυτού τούτου του Συντάγματος – άρα όπου το Σύνταγμα δεν διατυπώνει τέτοια επιφύλαξη, η άσκηση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κατοχυρώνει ρυθμίζεται ευθέως απ’ αυτό και μόνο – μπορεί να προσδιορίσει κανονιστικώς, φυσικά πάντα σύμφωνα και με τις λοιπές συνταγματικές ρυθμίσεις, το καθεστώς άσκησής τους.  Οι δε νόμοι, οι οποίοι ψηφίζονται με βάση αυτή την επιφύλαξη, μπορεί να είναι είτε απλώς εκτελεστικοί, πράγμα που συνάδει με την ιδιομορφία των ατομικών δικαιωμάτων.  Τα οποία – τουλάχιστον κατ’ αρχήν – απλώς οριοθετούνται ως προς την άσκησή τους μέσω των νόμων αυτών.  Είτε οργανωτικοί, πράγμα που συνάδει με την ιδιομορφία των κοινωνικών και των πολιτικών δικαιωμάτων.  Και τούτο διότι στην περίπτωση των δικαιωμάτων αυτών ο νόμος δεν οριοθετεί απλώς την άσκησή τους, αλλά την ίδια τους την θεσμική υπόσταση, αφού χωρίς την κατ’ εξουσιοδότηση του Συντάγματος νομοθετική παρέμβαση το αντίστοιχο δικαίωμα όχι μόνο δεν μπορεί ν’ ασκηθεί αλλά, κατ’ αποτέλεσμα, δεν μπορεί καν να υπάρξει ουσιαστικώς ως δημιούργημα και μέρος της Έννομης Τάξης.

γ2) Επιπλέον, όμως, προβλέπει και επιβάλλει τον σεβασμό της γενικής αρχής της Αναλογικότητας.  Δηλαδή της γενικής αρχής που απορρέει ιστορικώς από την, Αριστοτελικής έμπνευσης, αρχή της αναλογικής Δικαιοσύνης.  Η θεμελιώδης σημασία της συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής της Αναλογικότητας έγκειται στο γεγονός, ότι συνιστά μιαν ακόμη εγγύηση υπέρ των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την ακόλουθη διευκρίνιση: Ναι μεν, σύμφωνα με την κατά το Σύνταγμα επιφύλαξη υπέρ του νόμου, ο Νομοθέτης μπορεί, μέσω των κανόνων δικαίου που θεσπίζει, να οριοθετεί το πλαίσιο άσκησης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Πλην όμως, η ως άνω οριοθέτηση και οι αντίστοιχοι περιορισμοί των δικαιωμάτων πρέπει να είναι, με βάση την εκάστοτε συγκυρία, αναγκαίοι για την επίτευξη του συνταγματικώς ανεκτού σκοπού, πρόσφοροι προς τούτο και να μην είναι υπερβολικοί, δηλαδή βαρύτεροι από το απαιτούμενο μέτρο ενόψει του ως άνω σκοπού.  Επιπλέον, και πάντα με  βάση την αρχή της Αναλογικότητας, εν αμφιβολία («in dubio»), η κάθε είδους νομοθετική οριοθέτηση πρέπει να ερμηνεύεται προς την κατεύθυνση εκείνη, η οποία ευνοεί την όσο το δυνατόν ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος.  Άρα, οι κάθε είδους περιοριστικοί όροι άσκησής του πρέπει να ερμηνεύονται στενώς.  Εν πάση δε περιπτώσει, η οιαδήποτε νομοθετική οριοθέτηση δεν μπορεί να οδηγεί σε «τήξη» του πυρήνα του προστατευόμενου δικαιώματος.  Δηλαδή δεν μπορεί να φθάνει ως το σημείο εκείνο, πέραν του οποίου το δικαίωμα αποδυναμώνεται πλήρως «εν τοις πράγμασι».  Επομένως, ουδεμία μορφή Δημόσιου Συμφέροντος – και γίνεται εδώ λόγος για το Δημόσιο Συμφέρον αφού αυτό και μόνο, κατά την πάγια νομολογία, συνιστά το συνταγματικώς ανεκτό μέσο οριοθέτησης της άσκησης του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος – είναι σε θέση, κατά την εκτίμηση και στάθμισή του από τ’ αρμόδια κρατικά όργανα, να οδηγήσει ως την αποσύνθεση του πυρήνα του δικαιώματος.  A fortiori δε στην πλήρη αποδόμησή του.

Β. Το περιεχόμενο της Ελευθερίας.

Από τις διατάξεις του Συντάγματος, οι οποίες προεκτέθηκαν και σύμφωνα με την γραμματική και, κυρίως, την τελεολογική ερμηνεία τους, συνάγεται ότι εντός του πλαισίου της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η Ελευθερία συνιστά την πεμπτουσία του Ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της και των Θεσμών της. Πλην όμως, η εν προκειμένω Ελευθερία δεν νοείται άνευ ορίων, και δη των ορίων εκείνων που καθιστούν εφικτή την απόλαυση της Ελευθερίας και εκ μέρους των άλλων, οι οποίοι μετέχουν στο ίδιο κοινωνικό σύνολο που διέπεται κανονιστικώς από την συγκεκριμένη Έννομη Τάξη.  Προς την κατεύθυνση αυτή, την έννοια της Ελευθερίας καθορίζουν αλλά και οριοθετούν, μεταξύ άλλων, οι θεμελιώδεις συντεταγμένες του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.  Εντός δε του πεδίου της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ο περιορισμός της Ελευθερίας θεωρείται μεν αυτονόητος, πλην όμως δεν εναπόκειται στην βούληση του φορέα της, αλλά θεσμοθετείται από την ίδια την Έννομη Τάξη, δοθέντος ότι κατά τα δεδομένα του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας οι κανόνες δικαίου διέπουν, δεσμευτικώς, όχι μόνο το Δημόσιο αλλά όλα τα μέλη -φυσικά ή νομικά πρόσωπα- του οικείου κοινωνικού συνόλου.

  1. Η Ελευθερία κατά το Σύνταγμα.

  Χαρακτηριστικό αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ουσίας της Ελευθερίας, εντός του πλαισίου της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, παρέχει το ισχύον Σύνταγμά μας.  Ειδικότερα:

α) Η κατά το ισχύον Σύνταγμα έννοια της Ελευθερίας συνάγεται από τον τρόπο, με τον οποίο ο Συντακτικός Νομοθέτης, μέσω συγκεκριμένων γενικών ρητρών και επιμέρους διατάξεων, οριοθετεί την φιλελεύθερη «ιδεολογία» του Συντάγματος.  Οι ρήτρες και οι διατάξεις αυτές συνθέτουν ένα είδος φιλελεύθερου κανονιστικού αμαλγάματος, του οποίου οι συνιστώσες είναι από την μια πλευρά η οικονομία της αγοράς και, από την άλλη πλευρά, η ελεύθερη ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.  Μεγάλη σημασία για την καθιέρωση της Ελευθερίας, με την έννοια της ελεύθερης ανάπτυξης της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, έχουν, όπως προεκτέθηκε, οι γενικές ρήτρες  των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

β) Είναι προφανές, πως η δεύτερη αυτή γενική ρήτρα λειτουργεί ενισχυτικώς αλλά και συμπληρωματικώς, σε σχέση με την γενική ρήτρα που αφορά την αξία του Ανθρώπου.  Και τούτο, διότι ο κυριότερος τρόπος υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου, μέσω της δραστηριοποίησής του εντός του κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι, επιτυγχάνεται, και δη προνομιακώς, δια της ελεύθερης ανάπτυξης της δραστηριότητάς του στους τομείς της κοινωνικής, της οικονομικής και της πολιτικής ζωής, οι οποίοι απαρτίζουν το σύνολο του πεδίου δράσης κάθε μέλους του κοινωνικού συνόλου.

  1. Οι περιορισμοί της Ελευθερίας.

Από το ισχύον Σύνταγμα προκύπτουν όμως και οι περιορισμοί εκείνοι, στους οποίους υπόκειται η Ελευθερία κάθε μέλους του κοινωνικού συνόλου, ιδίως προκειμένου να καθίσταται δυνατή η απόλαυση της Ελευθερίας -μέσω των επιμέρους δικαιωμάτων- από τα λοιπά μέλη του ίδιου κοινωνικού συνόλου.

α) Πριν απ’ όλα, τους περιορισμούς αυτούς θεσμοθετεί, γενικώς, η προαναφερόμενη πρόβλεψη της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 1, περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, η οποία ορίζει ότι η ενεργοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας δεν μπορεί να παραβιάζει το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη ούτε να προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων.

β) Τους γενικούς αυτούς περιορισμούς εξειδικεύουν, περαιτέρω, οι ακόλουθες προβλέψεις του άρθρου 25 του Συντάγματος:

β1) Πρωτίστως, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, κατά την οποία «η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται».  Ως καταχρηστική δε νοείται, κατά την θεωρία και την νομολογία, εκείνη η άσκηση του δικαιώματος, η οποία προσανατολίζεται προς κατεύθυνση άλλη από εκείνη, για την οποία το δικαίωμα έχει θεσμοθετηθεί, ιδίως δε η άσκηση του δικαιώματος που παρεμποδίζει την άσκηση των δικαιωμάτων των λοιπών μελών του κοινωνικού συνόλου.

β2) Ύστερα, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία «η αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη».  Όπως είναι φανερό, η ως άνω διάταξη θέτει την Ελευθερία μέσα στο πλαίσιο των θεσμικών προταγμάτων της κοινωνικής προόδου και της Δικαιοσύνης, προσδιορίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τα όρια της Ελευθερίας μέσα στο οικείο κοινωνικό σύνολο.

β3) Τέλος, η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του Συντάγματος, κατά την οποία «το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες του την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».  Και είναι αυτός ακριβώς ο περιορισμός της Ελευθερίας κατά το Σύνταγμα, ο οποίος υπονοεί, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η άσκηση της Ελευθερίας δεν νοείται θεσμικώς -ήτοι στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας- παρά μόνον όταν η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν προκαλεί ρήγματα στην κοινωνική συνοχή και στον κοινωνικό ιστό.  Εγγυητής δε της τήρησης αυτών των ορίων της Ελευθερίας είναι, εν τέλει, το Κράτος, πάντοτε όμως υπό το πνεύμα του σεβασμού της θεμελιώδους αρχής περί του φιλελεύθερου χαρακτήρα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

  1. Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία και Ελευθερία.

 Από την ανάλυση που προηγήθηκε συνάγεται ότι η σχέση μεταξύ Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και Ελευθερίας είναι και ευθεία και άρρηκτη, θεσμικώς και πολιτικώς.  Και τούτο διότι:

α) Η ουσία της Ελευθερίας, ως μέσου υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βαθύτερο νόημά της πραγματώνεται όχι μόνον όταν ο φορέας της την υπερασπίζεται αλλά -και μάλιστα κυρίως- και όταν την υπηρετεί, από την στιγμή που την έχει κατακτήσει, μέσ’ από την θεσμική υπέρ αυτού κατοχύρωσή της.  Την αλήθεια του συμπεράσματος αυτού αποδεικνύει, σε θεσμικό επίπεδο και μεταξύ άλλων, η παραδοχή ότι, πάντοτε στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κάθε δικαίωμα έχει μικτό χαρακτήρα, τον οποίο συνθέτουν από την μια πλευρά το σύνολο των δυνατοτήτων που απορρέουν από το δικαίωμα υπέρ του φορέα του και, από την άλλη πλευρά, το σύνολο των υποχρεώσεων που του αναλογούν, όταν ασκεί το δικαίωμα έναντι των λοιπών μελών του κοινωνικού συνόλου.  Αυτά τα χαρακτηριστικά της Ελευθερίας αναδεικνύουν το ότι, κατά την πεμπτουσία της, έχει όρια, η μη τήρηση των οποίων οδηγεί, μοιραίως, στην αναίρεσή της.  Με άλλες λέξεις, η «απόλυτη» Ελευθερία οδηγεί, μοιραίως, στην νομιμοποίηση ενός είδους «δουλείας», λόγω του ότι η «απόλυτη» άσκησή της από τον «ισχυρό» στερεί την αντίστοιχη άσκησή της από τον ασθενέστερο, οικονομικώς ή άλλως.

β) Συνακόλουθα, από την ως άνω σειρά συλλογισμών προκύπτει πως το «αέτωμα», θεσμικό και πολιτικό, της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στηρίζουν δύο, κατά βάση, κίονες: Η Ελευθερία και η Δικαιοσύνη. Η μεν Ελευθερία, ως μέσο υπεράσπισης της αξίας του Ανθρώπου και διασφάλισης της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.  Η δε Δικαιοσύνη, ως μέσο υπεράσπισης του Ανθρώπου εναντίον κάθε μορφής αυθαιρεσίας.  Όπως είναι ευνόητο, Ελευθερία και Δικαιοσύνη πρέπει να συνυπάρχουν και να συλλειτουργούν, προκειμένου το όλο οικοδόμημα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας να διατηρεί την θεσμική και πολιτική του «στατικότητα».  Διότι η Ελευθερία χωρίς Δικαιοσύνη οδηγεί σ’ ένα είδος «τυραννίας», ενώ η Δικαιοσύνη χωρίς Ελευθερία καταλήγει να είναι ένα είδος «δεσμωτηρίου».

ΙΙ. Η «ολική επαναφορά» του Κοινωνικού Κράτους.

Σε ό,τι αφορά την υπεράσπιση της Δικαιοσύνης και, κυρίως, την υπεράσπιση της Κοινωνικής Δικαιοσύνης, η Πανδημία του Covid-19 απέδειξε ότι μάλλον συμπεριφερόμαστε ακόμη ως «απόγονοι» του Επιμηθέα.  Και το πεδίο, εντός του οποίου το σύνδρομο του Επιμηθέα έχει εμφανισθεί σε μέγιστο βαθμό στην Ευρώπη μας κατά την περίοδο της Πανδημίας του Covid-19 είναι, αναμφίβολα, εκείνο του Κοινωνικού Κράτους.  Η έκπληξη αλλά και η ανασφάλεια των Ευρωπαίων πολιτών, όταν βρέθηκαν μπροστά στο «τσουνάμι» της Πανδημίας που «έστηνε στον τοίχο» -φυσικά μεταφορικώς- ιδίως το «λυμφατικό» κρατικής αρμοδιότητας σύστημα Υγείας στα Κράτη-Μέλη, ήταν απόλυτη, παρ’ ό,τι αδικαιολόγητη.  Τί, άραγε, μπορούσε να περιμένει κανείς από ένα Κοινωνικό Κράτος και ένα Σύστημα Υγείας, το οποίο στα Ευρωπαϊκά Κράτη θύμιζε παροπλισμένο καράβι που έχει χάσει, προ πολλού, κάθε αξιοπιστία «πλοϊμότητας»;  Η πραγματικότητα ήταν και είναι -ακόμη και τώρα, παρά την τεράστια προσπάθεια των τελευταίων μηνών- αμείλικτη.  Απλή παρατήρηση της διαδρομής των κατά καιρούς κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών στην Ευρώπη αποδεικνύει, χωρίς πειστικό αντίλογο, ότι μετά την επώδυνη εμπειρία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου αρχίσαμε να «χτίζουμε», με μεγάλη έφεση και άλλη τόση φιλοδοξία, το Κοινωνικό Κράτος.  Το «αποθεώσαμε», σε σημείο ώστε να το καταστήσουμε κορωνίδα τόσο της Δημοκρατίας μας, μέσ’ από το θεσμικοπολιτικό οικοδόμημα του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, όσο και του Πολιτισμού μας. Και το εμφανίσαμε ως απτή απόδειξη του Ανθρωποκεντρικού του χαρακτήρα, κατ’ επέκταση δε ως οργανωμένη εφαρμογή στην πράξη των θεμελιωδών ανθρωποκεντρικών αρχών της Αλληλεγγύης και της Δικαιοσύνης, κυρίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.  Και ξαφνικά, με «αρνητικό ορόσημο» το τέλος της δεκαετίας του ’80 του περασμένου αιώνα, το αφήσαμε να φθίνει σταδιακώς, ίδιο παραδοσιακό αρχοντικό παρωχημένο πια για να μας στεγάσει και «πολυέξοδο» για την συντήρησή του.  Οι πολιτικές αποφάσεις αυτής της εγκατάλειψης ήταν συνειδητές, μέσ’ από τα νέα κελεύσματα ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού -που ουδεμία σχέση έχει με τον αυθεντικό Φιλελευθερισμό, ούτε καν με την δημοκρατικώς ορθολογική και μετριοπαθή  νεοφιλελεύθερη πτυχή του- στον αστερισμό μιας αχαλίνωτης Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης. Αχαλίνωτης, όχι μόνο λόγω της έκτασης της ισχύος της ως προς την χάραξη της πορείας της Παγκόσμιας Οικονομίας αλλά και -κατ’ εξοχήν δε μάλιστα- λόγω της καταλυτικής επιρροής της ως προς την λήψη αποφάσεων αμιγώς πολιτικού περιεχομένου, ιδίως όπου τέτοιες αποφάσεις βαίνουν, έστω και καθ’ υποφοράν, αντίθετα προς το «δόγμα» της  «αυτορρυθμιζόμενης» Οικονομίας.  Επομένως, αχαλίνωτης διότι τείνει, οιονεί εκ φύσεως, να περιθωριοποιήσει και κάθε φορέα λήψης πολιτικών αποφάσεων που διαθέτει δημοκρατική νομιμοποίηση, όταν διαισθάνεται ότι το «δόγμα» της οικονομικής «αυτορρύθμισης» αμφισβητείται και, κατά αυτόν τον τρόπο, «απειλείται» ως προς την «αυθεντία» του.  Προς τι, λοιπόν, η έκπληξη, ενόψει της Πανδημίας;  Μάλλον πρέπει να ερευνήσουμε, όση αξία κι αν έχει κάτι τέτοιο, αν η «μωρία» μας οφείλεται στο ότι θεωρούσαμε πως αυτό το, περιορισμένης εμβέλειας, Κοινωνικό Κράτος ήταν αρκετό για τις ανάγκες, ενόψει των οποίων είχε δημιουργηθεί, ή πως φαινόμενα όπως η σύγχρονη Πανδημία δεν ήταν δυνατό -ούτε καν πιθανό δηλαδή- να εμφανισθούν.  Άραγε, τώρα που «τρέχουμε» ν’ αντιμετωπίσουμε τον «εχθρό», υπερασπιζόμενοι απελπισμένα τ’ αδύναμα «τείχη» του Κοινωνικού Κράτους, θα βρούμε το σθένος να τα ξαναχτίσουμε, έτσι ώστε ν’ αντέξουν στο μέλλον σε κάθε μορφής παρεμφερείς «επιθέσεις»;  Αυτή είναι, φυσικά μεταφορικώς, μια άλλη εκδοχή του «εμβολίου» που υπερακοντίζει, κατά πολύ, το εμβόλιο για την πρόληψη του Covid-19.

Α. Τ’ «αποκαλυπτήρια» της επώδυνης αλήθειας για το Κοινωνικό Κράτος στην δίνη της Πανδημίας.

    Πιστεύω πως είναι αναγκαίο να σταθούμε λίγο πιο συγκεκριμένα στο ποια είναι η αλήθεια για το Κοινωνικό Κράτος, την οποία έφερε στο φως -και σε όλο της το τραγικό «μεγαλείο»- η Πανδημία του Covid-19.  Και τούτο γιατί όσο πιο ωμά και ολοκληρωμένα εμφανίζεται η αλήθεια αυτή, τόσο περισσότερο θα συνειδητοποιήσουμε τις ευθύνες μας και, επίσης, τόσο περισσότερο θα επιτρέψουμε στις ενοχές μας να γίνουν όχι τόσο τιμωροί αλλά καθοδηγητές του τι είναι εκείνο, το οποίο πρέπει, με κάθε θυσία, ν’ αποτρέψουμε στο μέλλον ως προς το Κοινωνικό Κράτος. Και τούτο προκειμένου να μην θρηνούμε, ως «άγγελοι επί τάφου σαλπίζοντες», την αναπότρεπτη «εκδημία» της αξίας του Ανθρώπου και το μοιραίο τέλος της Αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής.

  1. Η ανεπάρκεια του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Όπως ήδη εκτέθηκε, η πρώτη αρνητική έκπληξη ως προς το «έλλειμμα» του Κοινωνικού Κράτους μετά την ραγδαία εξάπλωση της Πανδημίας – αρνητική έκπληξη που έφθασε στα όρια της απόλυτης απόγνωσης και του πανικού στις ιδιαίτερα πληττόμενες Χώρες, και μάλιστα στις πιο προηγμένες οικονομικώς από αυτές- αφορούσε το Σύστημα Υγείας, το οποίο βρίσκεται υπό κρατικό έλεγχο και διαχείριση, έτσι ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις ανάγκες ιδίως των οικονομικώς και κοινωνικώς ασθενέστερων.

α) Για ορισμένες από αυτές -όπως είναι κατά κύριο λόγο η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και, κατ’ εξοχήν, η Μεγάλη Βρετανία- είχε δημιουργηθεί ένα είδος υγειονομικού «φωτοστέφανου», με την έννοια της λειτουργίας του Συστήματος Υγείας τους σε υψηλότατο επίπεδο από πλευράς ποιότητας και αποτελεσματικότητας.  Η Πανδημία έδειξε ότι όλα αυτά ίσχυαν -αν ίσχυαν- μόνο για «ομαλές συνθήκες».  Με την «εισβολή» της Πανδημίας, τα Συστήματα Υγείας -και παρά τις ηρωϊκές, κυριολεκτικώς, προσπάθειες του κατά περίπτωση ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού- σχεδόν κατέρρευσαν στην πράξη, αδυνατώντας ν’ ανταποκριθούν, με την απαιτούμενη επάρκεια, στην αποστολή τους.

β) Το Κράτος, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, έφθασε -πράγμα πρωτοφανές μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο- να προστρέξει σε μεθόδους οιονεί επίταξης των ιδιωτικών μονάδων υγείας ή και να στήσει, εκ του προχείρου και με όλες τις εντεύθεν συνέπειες ως προς την εικόνα του και την αποδοτικότητα των ενεργειών του, εκ των ενόντων νοσοκομεία σε κάθε ελεύθερο χώρο που έβρισκε ελεύθερο.  Συνθήκες πολέμου σε καιρό ειρήνης, και μάλιστα για έναν «πόλεμο» ο οποίος δεν θα είχε «ξεσπάσει» -τουλάχιστον σε αυτή την έκταση- αν η επιμηθεϊκή αντίληψη για το Κοινωνικό Κράτος και το Σύστημα Υγείας που το συνοδεύει δεν είχε, προ πολλού και εύκολα, επικρατήσει της προμηθεϊκής.

  1. Οι «ψευδαισθήσεις».

     Το πώς φθάσαμε, ιδίως στην τόσο πολλά υποσχόμενη Ευρώπη μας, σε αυτό το σημείο είναι κάτι παραπάνω από προφανές:  Τα Εθνικά Συστήματα Υγείας είχαν, όπως ήδη υπαινίχθηκα, εδώ και καιρό προσαρμοσθεί στις ομαλές συνθήκες καθημερινότητας, μ’ έναν ισχνό και οπωσδήποτε επιπόλαιο, από πλευράς αποτελεσμάτων, σχεδιασμό για περιόδους κρίσης.

α) Όλως αντιθέτως, και υπό την επήρεια ακραίων ουτοπικών νεοφιλελεύθερων οικονομικών αντιλήψεων ως προς την δυνατότητα της Οικονομίας ν’ «αυτορρυθμίζεται» ακόμη και στις πιο δύσκολες συνθήκες, δόθηκαν αφειδώς κίνητρα για την γιγάντωση του ιδιωτικού τομέα υγείας, παράλληλα με αντίστοιχα κίνητρα για πολλαπλές μορφές ιδιωτικής ασφάλισης, προορισμένης να καταβάλλει, εν μέρει ή εν όλω, το «αντίτιμο» της νοσηλείας.  Η Πανδημία του Covid-19 απέδειξε ότι όλο αυτό το οικοδόμημα ενός «μικτού», οικονομικώς, συστήματος υγείας, όπου το «πάνω χέρι» παίρνει σιγά-σιγά ο ιδιωτικός τομέας, είχε γενικώς αποτύχει. Ο καθημερινός άνθρωπος, και ιδίως ο εμπερίστατος, άρχισε πάλι ν’ αναλογίζεται αγχωτικώς την αξία του Κοινωνικού Κράτους, μ’ ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας στο ύψος των περιστάσεων και ανταποκρινόμενο στις κοινωνικές ανάγκες υπό συνθήκες κρίσης.

β) Η Μεγάλη Βρετανία παρέχει το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού του «ναυαγίου» ενός Συστήματος Υγείας, για το οποίο ήταν κάποτε υπερήφανη και το οποίο εμφάνιζε ως πρότυπο ανά τον Κόσμο, κάνοντας μάλιστα, όχι χωρίς έπαρση, ένα είδος «εξαγωγής» αυτού του προτύπου extra muros.  Η σημερινή κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο αποπνέει μια εικόνα γενικότερης παρακμής.  Και είναι βέβαιο πως οι κυβερνήσεις στην Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει να έχουν αντιληφθεί ότι όλη αυτή η παρακμιακή πορεία του Βρετανικού Συστήματος Υγείας, πληρώνει το βαρύ τίμημα των συνεπειών της πολιτικής Θάτσερ.  Μιας πολιτικής που επί πολλές δεκαετίες «θεοποιήθηκε», για να γνωρίσει στις μέρες μας την «αποκαθήλωση».  Η πορεία ήταν αναμενόμενη.  Με τον τρόπο της, η Μεγάλη Βρετανία απέδειξε ότι είχε υποκύψει στην «γοητεία» του δικού της, «γηγενή», Επιμηθέα.

Β. Το «κολαστήριο» των οικονομικώς ασθενέστερων.

Το δεύτερο βαρύ «χτύπημα» ως προς το έλλειμμα του Κοινωνικού Κράτους στην Ευρώπη αφορά τις επιπτώσεις της Πανδημίας στους οικονομικώς ασθενέστερους και, πρωτίστως, σ’ εκείνους που βρίσκονται σε προχωρημένη ηλικία. Είναι, μάλιστα, εξαιρετικά χαρακτηριστικό το ότι αυτό το φαινόμενο παρατηρήθηκε σ’ Ευρωπαϊκές Χώρες, που θεωρούνται ότι ανήκουν στην πρωτοπορία της οικονομικής ανάπτυξης.

  1. Οι οικονομικές ανισότητες.

         Ως προς τους οικονομικώς ασθενέστερους γενικώς, η Πανδημία έφερε, επιπλέον, στην επιφάνεια και τις δραματικές συνέπειες των οικονομικών ανισοτήτων.

α) Διότι όλες οι τεκμηριωμένες οικονομικές αναλύσεις, ιδίως δε εκείνες στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, δείχνουν ότι, κατ’ εξοχήν στις οικονομικώς προηγμένες Χώρες, η αύξηση του ΑΕΠ και η άνοδος του δείκτη ανάπτυξης συνοδεύθηκε, μοιραία, από την διεύρυνση των ανισοτήτων, ως συνέπεια του στρεβλού τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται, σε πλειάδα περιπτώσεων, οι οικονομικές πολιτικές, κάτω από το βάρος συγκεκριμένων επιλογών της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης.  «Αυτονοήτως», το ίδιο -και a fortiori-πρόβλημα προέκυψε εις βάρος των μεταναστών και των προσφύγων, όταν έφθασαν, «κατά κύματα» μάλιστα, σε πολλές Ευρωπαϊκές Χώρες.  Για να μην θεωρηθούν οι θέσεις αυτές ως προς την «έκρηξη» των ανισοτήτων υπερβολικές, απλώς παραπέμπω στην, άκρως αποκαλυπτική,  μελέτη του διεθνούς κύρους «Boston Consulting Group» για το 2014, κατά την οποία: Οι «πολύ πλούσιοι», που αποτελούν το 0,7% του πληθυσμού ελέγχουν το 41% του παγκόσμιου πλούτου.  Αν δε σε αυτούς προστεθούν οι «απλώς πλούσιοι» -ήτοι το 7,7% του πληθυσμού- τότε το 8,3% του πληθυσμού ελέγχει το 83,3% του παγκόσμιου πλούτου.  Ο δε απλώς οικονομικώς αδύναμος πληθυσμός -που συνιστά την συντριπτικώς μεγάλη πλειοψηφία (68,7%) -ελέγχει μόλις το 3% του παγκόσμιου πλούτου.  Η τεράστια δυναμική των ανισοτήτων προκύπτει και από τα εξής στατιστικά στοιχεία των ΗΠΑ: Το 1975, το 1% των αμερικανών με τα μεγαλύτερα εισοδήματα κάλυπταν το 8,9% των συνολικών δηλωμένων εισοδημάτων.  Το 2012 το ποσοστό αυτό είχε ανέλθει στο 22,6% των συνολικών δηλωμένων εισοδημάτων! Τούτο σημαίνει, πάντα κατά τα προαναφερόμενα στοιχεία, ότι το ως άνω 1% των αμερικανών έχει απορροφήσει το 68% της συνολικής αύξησης στα προσωπικά εισοδήματα από το 1993 ως το 2012.

β) Αυτοί, λοιπόν, οι οικονομικώς ασθενέστεροι, μέσα στην Πανδημία, είδαν τις, περιορισμένων δυνατοτήτων και για ομαλούς καιρούς σχεδιασμένες δομές του Κοινωνικού Κράτους που αφορούν την καθημερινή πρόνοια, «καθηλωμένες» σε πλήρη αδυναμία να τους παράσχουν την αναγκαία, στοιχειωδώς, συνδρομή.  Και το χειρότερο είναι ότι το κατά περίπτωση σύστημα υγείας βρέθηκε σ’ εξίσου πλήρη αδυναμία να τους περιθάλψει.  Και δεν πρόκειται μόνο για τα ιδιωτικού δικαίου συστήματα υγείας.  Γι’ αυτά ούτε λόγος, αν συλλογισθεί μάλιστα κανείς ότι οι οικονομικώς ασθενέστεροι δεν έχουν, έστω και καθ’ υποφοράν, πρόσβαση σε ιδιωτικά,  επικουρικά και συμπληρωματικά, συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.  Ακόμη και τα υπό κρατικό έλεγχο και κρατική εποπτεία συστήματα υγείας, όπως ήδη τονίσθηκε αμέσως πιο πάνω, βρέθηκαν -στις περισσότερες των περιπτώσεων- σε αδυναμία να τους περιθάλψουν, πολλώ μάλλον όταν πολλοί από αυτούς δεν καλύπτονται ούτε καν από την κρατική κοινωνική ασφάλιση.

  1. Η τραγωδία των ηλικιωμένων.

Το δράμα, ορθότερα η τραγωδία, των ηλικιωμένων Ευρωπαίων συμπολιτών μας, οι οποίοι πέθαιναν κατά χιλιάδες είτε σε, υποτυπώδεις για τις συνθήκες της Πανδημίας, «οίκους ευγηρίας» -αλήθεια, τι υποκριτικός «ευφημισμός»-  είτε μόνοι σε άθλια διαμερίσματα μεγάλων αστικών κέντρων, είναι το όνειδος όχι μόνο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Κράτους, αλλ’ αυτού τούτου του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

α) Η Ιταλία, η Ισπανία και, κυρίως, η Γαλλία, ένοιωσαν την «γροθιά στο στομάχι» των δομών του κοινωνικού τους κράτους, μετρώντας χιλιάδες νεκρών σε οίκους ευγηρίας.  Και μάλιστα πολύ καθυστερημένα, γιατί δεν είχαν καν αντιληφθεί την ανείπωτη τραγωδία που εκτυλισσόταν μέσα σε αυτούς, όπου οι τρόφιμοι αργοπέθαιναν δίχως καν να τους σκεφθούν ακόμη και οι οικείοι τους, αν υπήρχαν.

β) Το αδιανόητο αυτό έλλειμμα του Κοινωνικού Κράτους στην Ευρώπη ως προς τους ηλικιωμένους συμπολίτες μας είναι τόσο περισσότερο απαξιωτικό για την αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, όσο οι πληθυσμοί των Ευρωπαϊκών Χωρών -στην μέγιστη πλειοψηφία τους- είναι πολύ «γερασμένοι», ενώ το αντίστοιχο δημογραφικό πρόβλημα έχει, εδώ και πολλά χρόνια, πάρει διαστάσεις μιας άλλης, ακόμη πιο καταστροφικής, «Πανδημίας».  Εκείνης η οποία στέλνει, μ’ εκκωφαντικό τρόπο, το μήνυμα, ότι το μέλλον πολλών Ευρωπαϊκών Κρατών, και κυρίως των πιο προηγμένων οικονομικώς, είναι ήδη επικίνδυνα υπονομευμένο, τόσο από κοινωνική όσο και από οικονομική άποψη.  «Αιχμή του δόρατος» αυτής της υπονόμευσης είναι, υπό τα δεδομένα αυτά, το μέλλον των νέων, οι οποίοι καλούνται να βγουν στον στίβο της καθημερινότητας μέσα σ’ ένα βαρύτατο κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας, τόσον ως προς την εύρεση εργασίας όσο και ως προς τις συνθήκες εργασίας, ιδίως στο πλαίσιο του ιδιωτικού τομέα.

Επίλογος

Η πορεία προς το τέλος της Πανδημίας του Covid-19 αφήνει, δίχως αμφιβολία, πίσω της «ερείπια» ως προς το πάλαι ποτέ κραταιό οικοδόμημα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην Ευρώπη, αλλά και στην Δύση γενικότερα.  «Ερείπια», προερχόμενα ιδίως από την βαθιά οικονομική κρίση, η οποία έχει πλήξει βαρύτατα κυρίως τους οικονομικώς ασθενέστερους και έχει οδηγήσει από την μια πλευρά σε δραματική διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων.  Και, από την άλλη πλευρά, σε ένα είδος εκτεταμένης αποδόμησης το Κοινωνικό Κράτος και, επέκεινα, την δυναμική άσκησης βασικών Κοινωνικών Δικαιωμάτων.  Υπό τα δεδομένα αυτά, η πορεία προς το τέλος της Πανδημίας του Covid-19 αποδεικνύει, με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, την ανάγκη ευρείας κρατικής παρέμβασης για την στήριξη των οικονομικώς ασθενέστερων και για την ανόρθωση του Κοινωνικού Κράτους, έως ότου η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα επανέλθει σε ομαλούς ρυθμούς, όπου θ’ αρκεί η ενεργοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και η οιονεί «φυσική» λειτουργία της Ελεύθερης Οικονομίας της Αγοράς.

Α. Κάπως έτσι, η διαχρονική ορθότητα και, ταυτοχρόνως, επικαιρότητα της θεωρίας του John Maynard Keynes -ιδίως στο έργο του «The General Theory of Employment, Interest and Money», 1936, «Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης του Τόκου και του Χρήματος», εκδ. Παπαζήση, 2006- περί του επιβεβλημένου της, περιορισμένης βεβαίως καθ’ ύλην και κατά χρόνο, κρατικής παρέμβασης, πρωτίστως μέσω των lato sensu δημοσίων επενδύσεων για την αντιμετώπιση κρίσεων, δίνει ξανά «αποστομωτική» απάντηση στους «αμετανόητους» οπαδούς ενός ακραίου Νεοφιλελευθερισμού. Ήτοι Νεοφιλελευθερισμού στηριγμένου στις «δοξασίες» περί της, εν πάση περιπτώσει, δύναμης «αυτορρύθμισης» της Οικονομίας της Αγοράς.  Και η απάντηση αυτή έρχεται ιδίως από τις ΗΠΑ «διά στόματος» του προσφάτως εκλεγέντος Προέδρου της Joe Biden.

Β. Μέσα στο οικονομικό και κοινωνικό «χάος», που αφήνει πίσω της η Πανδημία του Covid-19 και η αλλοπρόσαλλη διακυβέρνηση του Donald Trump, ο Joe Biden πήρε την «σκυτάλη» από την εμβληματική παρεμβατική πολιτική του Franklin Roosevelt κατά την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, θέτοντας τέλος στην τακτική του ακραίου Νεοφιλελευθερισμού, την οποία «εγκαινίασε» η πολιτική του Ronald Reagan.  Πολιτική που αναγκάσθηκαν, δυστυχώς και παρά το αρχικώς επιφαινόμενο, να υιοθετήσουν τόσο ο Bill Clinton όσο και ο Barak Obama, ο οποίος μάλιστα είδε το «όραμα» του «Obama Care» να καταρρέει, ημιτελές και αποδομημένο.  Στον αντίποδα, λοιπόν, των προκατόχων του, με φρόνηση αλλά και αποφασιστικότητα, ο Joe Biden, εκτός από ένα ταχύτατο πρόγραμμα εμβολιασμών για την αντιμετώπιση του Covid-19, εξήγγειλε ένα «γενναίο» πρόγραμμα επενδύσεων, ύψους 2 τρισ. δολαρίων για την ανάκαμψη της Οικονομίας των ΗΠΑ.  Επιπλέον δε εξήγγειλε ειδικό πρόγραμμα 1,9 τρισ. δολαρίων για την ανακούφιση των μη προνομιούχων και την ανακοπή της φρενήρους πορείας των ανισοτήτων, λόγω των καταλυτικών οικονομικών επιπτώσεων της Πανδημίας του Covid-19.  Με τον τρόπο αυτό ο Joe Biden φαίνεται ν’ αφήνει ανεξίτηλο το «αποτύπωμά» του στην πολιτική των ΗΠΑ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και μάλιστα μέσα στις 100 πρώτες ημέρες της θητείας του!

 

Δημοσιεύθηκε στο De Jure Journal (τόμος 14, τεύχος 2).

 

Ιάκωβος Μαθιουδάκης, Η ισότητα των διαδίκων στη διοικητική δίκη. Μεταξύ κανόνων και πραγματικότητας, εκδ. ΑΝΙΟΝ, Θεσσαλονίκη, 2021.

Υπάρχει πράγματι ισότητα μεταξύ του διαδίκου κράτους και του αντιδίκου του στη διοικητική δίκη; Η απάντηση στο ερώτημα δυσχεραίνεται λόγω της υπεροχής του κράτους στις ουσιαστικές (δημοσίου δικαίου) έννομες σχέσεις και της επιδίωξης από αυτό σκοπών δημοσίου συμφέροντος. Αποτελεί η δίκη μία εξαίρεση στον γενικευμένο αυτόν κανόνα κρατικής υπεροχής; Η απάντηση στο ερώτημα διατρέχει την έννοια και τις λειτουργίες της δικονομικής ισότητας με ιστορικές αναφορές και συγκριτικές παρατηρήσεις προς τις λοιπές γενικές αρχές της διοικητικής δίκης. Εξετάζονται, επίσης, τα υπερνομοθετικά θεμέλια της αρχής καθώς και το ακριβές πεδίο εφαρμογής της. Ακολουθεί, το περιεχόμενο της αρχής στο βάση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας με αναφορές στο ευρωπαϊκό και συγκριτικό δίκαιο. Παρατίθεται, εν συνεχεία, εξελικτικά με κριτική διάθεση η γνωστή νομολογία των δικονομικών προνομίων του ελληνικού κράτους. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την κριτική επισκόπηση των θεσμών της διοικητικής δίκης υπό το πρίσμα της δικονομικής ισότητας όχι μόνον με βάση τους νομικούς κανόνες αλλά και την νομική πραγματικότητα.

Καταχώρηση: 02-09-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

«Εθνική Αρχή» και «εθνική πολιτική» και για την πολιτική προστασία

Απόστολος Ι. Παπατόλιας , Δρ. Δημοσίου Δικαίου, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Στην προχθεσινή κοινοβουλευτική συζήτηση με φόντο τις πρόσφατες καταστροφικές πυρκαγιές, ο Πρωθυπουργός εκδήλωσε την αδιαπραγμάτευτη διαφωνία του στην πρόταση της Αντιπολίτευσης για τη  θέσπιση μιας «Ανεξάρτητης Αρχής» αρμόδιας για θέματα πολιτικής προστασίας. Η αντίρρηση αυτή θεμελιώθηκε μάλιστα σε λόγους αρχής, καθόσον η πολιτική προστασία ως θεσμική αποστολή εμπίπτει αποκλειστικά στο «σκληρό πυρήνα» του Κράτους και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλους φορείς εκτός της στενά ιεραρχικής δομής των Υπουργείων. Επικαλέστηκε μάλιστα ως ομοειδές το παράδειγμα των αρμοδιοτήτων της Πυροσβεστικής ή της Αστυνομίας, οι οποίες δεν δύνανται να εκχωρηθούν σε Ανεξάρτητες Αρχές, αλλά οφείλουν να παραμένουν εσαεί στο «σκληρό πυρήνα» της υπηρεσιακής εξάρτησης από τους εκάστοτε κρατούντες και ασκούντες την κυβερνητική λειτουργία. Οι επισημάνσεις αυτές, που παρουσιάζουν μεγάλο θεωρητικό και πρακτικό ενδιαφέρον, επισύρουν μια σειρά από παρατηρήσεις που επιχειρούν από μια διαφορετική σκοπιά να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα: είναι πράγματι ασύμβατη η θεσμοθέτηση μιας Ανεξάρτητης ή Εθνικής Αρχής με την άσκηση των αρμοδιοτήτων πολιτικής προστασίας;

Όπως έχει ήδη επισημανθεί στο -γενικώς αποδεκτό από το σύνολο του πολιτικού κόσμου- «Πόρισμα Γκολντάμερ», αλλά και σε πρόσφατες πρωτοποριακές αποφάσεις της ΚΕΔΕ, η λύση για τον ανασχεδιασμό της πολιτικής προστασίας πρέπει να αναζητηθεί σε ένα λειτουργικό σχήμα «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης», όπου το ένα επίπεδο θα συμπληρώνει το άλλο ανάλογα με το είδος του κινδύνου, το «δομικό» ή μη ρόλο του και την προδιαγεγραμμένη θέση του στο διοικητικό σύστημα (Κράτος, Αποκέντρωση, Αυτοδιοίκηση). Οι δε «αρμοδιότητες» του κάθε φορέα πρέπει να νοούνται ως «κρίκοι» στην «αλυσίδα» μιας ενιαίας δημόσιας πολιτικής, που ασκείται σε διαφορετικές φάσεις υπό το στιβαρό συντονισμό ενός ενιαίου «εθνικού κέντρου» (Εθνικός Φορέας Πολιτικής Προστασίας), που αναλαμβάνει την «επιτελική ευθύνη» παρακολούθησης του όλου κύκλου διαχείρισης των κρίσεων (πρόληψη, καταστολή, αποκατάσταση).

Το Πόρισμα υιοθετεί στην πραγματικότητα το λειτουργικό πρότυπο της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Εθνικής Αρχής «Federal Emergency Management Agency» (FEMA), που συντονίζει τη δράση και συνεργάζεται στενά με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς πολιτικής προστασίας τόσο σε ομοσπονδιακό επίπεδο όσο και σε αυτό των Πολιτειών ή των Δήμων. Στη χώρα μας, που δεν διαθέτει βεβαίως ομοσπονδιακές δομές, μια τέτοιου τύπου «Εθνική Αρχή» έχει προταθεί να λειτουργήσει (Πόρισμα Γκολντάμερ, ΚΕΔΕ, Σχέδιο Νόμου Αντιπολίτευσης) ως το ενιαίο κέντρο σχεδιασμού και συντονισμού μιας «εθνικής πολιτικής» για την πολιτική προστασία, όπου τα Εθνικά Σχέδια Διαχείρισης θα  συνδυάζονται με την ουσιαστική δραστηριοποίηση των αποκεντρωμένων ενοτήτων και των αυτοδιοικητικών δομών α’ και β’ βαθμού, οι οποίες θα καταρτίζουν τα ολοκληρωμένα τοπικά και περιφερειακά σχέδια προστασίας για όλες τις φάσεις διαχείρισης μιας κρίσης.

Στην επιστημονική κοινότητα της χώρας μας έχει επίσης διαμορφωθεί μια ευρύτερη συναντίληψη για τη θεσμική αναδιοργάνωση της πολιτικής προστασίας, που απηχεί τις «καλές πρακτικές» του εξωτερικού και αναφέρεται ιδίως στο δοκιμασμένο μοντέλο του αμερικανικού Εθνικού-Επιτελικού Φορέα. Κατά καιρούς, μάλιστα, έχει προταθεί να συσταθεί αυτή η Εθνική Αρχή είτε α) ως ημι-ανεξάρτητη Αρχή εκτός κυβερνητικής ιεραρχίας (πιο κοντά στο αγγλοσαξονικό πρότυπο της “agency”), που θα υπάγεται στην εποπτεία του Κοινοβουλίου ως εγγύηση διαφάνειας και συναινετικής λειτουργίας είτε β) ως λειτουργικά αποκεντρωμένη δομή της Κεντρικής Διοίκησης, με διακομματική-συναινετική ανάδειξη της ηγεσίας της (γαλλικό μοντέλο) και κατ΄εξοχήν συντονιστικό και σχεδιαστικό ρόλο σε όλες τις «κύριες» και «υποστηρικτικές» αρμοδιότητες πολιτικής προστασίας είτε, τέλος, γ) ως sui generis «Γενική Γραμματεία», με οριζόντιες όμως συντονιστικές αρμοδιότητες και ευρύτερες δυνατότητες παρέμβασης σε διυπουργικό επίπεδο.

Σε κανένα από τα ανωτέρω προτεινόμενα εναλλακτικά διοικητικά σχήματα, εξάλλου, η πολιτική της πολιτικής προστασίας δεν απομακρύνεται από το «σκληρό πυρήνα» του Κράτους. Οι δε υπηρεσίες της Πυροσβεστικής, της Αστυνομίας ή του Στρατού, που αυτονοήτως εμπίπτουν στο «σκληρό πυρήνα» της εκτελεστικής λειτουργίας, εντάσσονται κι αυτές στην «εθνική πολιτική πολιτικής προστασίας» και συντονίζονται επιχειρησιακά από τον Εθνικό Επιτελικό Φορέα. Οι αμερικανικές αστυνομικές ή πυροσβεστικές αρχές μπορούν, για παράδειγμα, να ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο του εθνικού ή περιφερειακού σχεδιασμού της FEMA, χωρίς βεβαίως αυτό να επηρεάζει στο ελάχιστο ούτε τον υπηρεσιακό τους ρόλος ούτε τη φύση των κατασταλτικών καθηκόντων τους. Είναι, συνεπώς, εντελώς άτοπο να υποστηρίζεται ότι με έναν τέτοιο Φορέα εκχωρείται ο «σκληρός πυρήνας» του Κράτους σε μια Ανεξάρτητη Αρχή τύπου ΑΣΕΠ ή ΕΣΡ. Η παρανόηση έγκειται στο ότι συγχέονται οι κλασικές «Ανεξάρτητες Αρχές» που προβλέπει το Σύνταγμα ως εγγυήσεις διαφάνειας, αξιοκρατίας και αντικειμενικότητας για την προστασία δικαιωμάτων των πολιτών απέναντι στον κίνδυνο αυθαιρεσίας της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας με τους «Ανεξάρτητους Φορείς» ή Αρχές διαχείρισης ή ρύθμισης μιας οριζόντιας δημόσιας πολιτικής (τύπου ΡΑΕ ή ΕΕΤΤ), που κυριαρχούν στο αγγλοσαξονικό και σκανδιναβικό διοικητικό σύστημα, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Οι Αρχές αυτές επιλέγονται συνήθως για λόγους οργανωτικής ευελιξίας και αποτελεσματικότητας στη διαχείριση συγκεκριμένων δημόσιων πολιτικών και δικαιολογούνται με την επίκληση είτε των αυξημένων αναγκών συντονισμού μιας πληθώρας εμπλεκόμενων μερών είτε της απαίτησης να απαλλαγεί η εφαρμογή τους από τις ποικίλες εξαρτήσεις του στενού κυβερνητικού -και κομματικού- ελέγχου. Οι περισσότεροι άλλωστε τομείς, όπου δραστηριοποιούνται τέτοιου τύπου «agencies» ή επιλέγεται το μοντέλο των «Εθνικών Φορέων», είναι στρατηγικής σημασίας για το Κράτος και τα δικαιώματα των πολιτών, όπως η ρύθμιση της ενέργειας ή η διαχείριση του υδάτινων πόρων ή άλλων υψηλής προτεραιότητας περιβαλλοντικών αγαθών.

Εν τέλει, το ζήτημα δεν είναι πώς θα βαφτίσουμε το νέο Φορέα Πολιτικής Προστασίας, αλλά πρωτίστως να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μιας γενικά αποδεκτής εθνικής πολιτικής στον τομέα αυτό και μιας θεσμικής αναδιοργάνωσης με τα εξής χαρακτηριστικά: σταθερές και οριοθετημένες δομές πολυεπίπεδης λήψης των αποφάσεων, λειτουργικό διαχωρισμό των «κύριων» από τις «υποστηρικτικές» αρμοδιότητες, πρακτικές επιχειρησιακού αυτοματισμού (κατάλογος κινδύνων, πρωτόκολλα συντονισμού), και συγκεκριμένους «κανόνες εμπλοκής» όπου ο καθένας γνωρίζει ανά πάσα στιγμή «πώς» και «πότε» πρέπει να ενεργήσει, ώστε όλοι οι φορείς να αντιλαμβάνονται πλήρως τα όρια του ρόλου τους και μην επιδίδονται μετά τη λήξη της καταστροφής στο γνωστό θλιβερό «blame game» και το «πινγκ πονγκ» των ευθυνών. Μια τέτοια πολιτική μπορεί να εξυπηρετηθεί θεσμικά και με τα τρία εναλλακτικά συστήματα οργάνωσης που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τόλμη και πρωτοβουλίες χρειάζονται επομένως και όχι επικοινωνιακές υπεκφυγές ή επιτελικές αυταρέσκειες…

 

 

 

 

 

Πώς διαχειρίζεται τους κινδύνους ένα (πραγματικά) Επιτελικό Κράτος

Απόστολος Ι. Παπατόλιας , Δρ. Δημοσίου Δικαίου, Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Α. Το Επιτελικό Κράτος στην εποχή της διακινδύνευσης

Aποτελεί πλέον κοινό τόπο ότι στη λεγόμενη «εποχή της διακινδύνευσης», ο πολλαπλασιασμός των «ασύμμετρων απειλών», όπως οι υγειονομικές κρίσεις, η τρομοκρατία, οι φυσικές καταστροφές, αλλά και οι κάθε λογής οικολογικές επισφάλειες, έχει μετατοπίσει δομικά το ρόλο του Κράτους και έχει δώσει νέο νόημα στις έννοιες της «δημόσιας ασφάλειας» ή της «κρατικής προστασίας». Η ουσιώδης αλλαγή έγκειται στο ότι τα παραδοσιακά κρατικά καθήκοντα, όπως η πρόνοια ή η αναδιανομή, σταδιακά εμπλουτίζονται – και συχνά υποκαθίστανται – στις δημόσιες προτεραιότητες από εκείνα της πρόληψης, της διαχείρισης ή της αποτροπής των νέων κινδύνων. Αυτή η νέα ιεράρχηση επηρεάζει μοιραία και την εσωτερική οργάνωση του Κράτους, η οποία οφείλει πλέον να προσαρμοστεί στις προδιαγραφές της αρχής της «προφύλαξης» και της «προληπτικής ασφάλειας», ώστε ο κρατικός μηχανισμός να αντιδρά αποτελεσματικά στις κρίσεις και να βελτιώνει τη συνολική «ανθεκτικότητα» της κοινωνίας μέσα από συνεκτικές δημόσιες πολιτικές ικανές να περιορίσουν τον αντίκτυπο των κινδύνων και των αναπόφευκτων καταστροφών. Σε αντίθεση με την εγχώρια φιλολογία, ωστόσο, αυτή η σταθερά συμβιωτική σχέση της αρχής της πρόληψης με τις νέες πρακτικές του κρατικού παρεμβατισμού αποτελεί το «σήμα κατατεθέν» του σύγχρονου «Επιτελικού Κράτους[1]» σε όλες τις διοικητικά προηγμένες χώρες του δυτικού κόσμου. Σε καμία τέτοια χώρα, μάλιστα, δεν θα διανοούνταν οι κυβερνώντες να επικαλεστούν την κλιματική κρίση ή άλλες μορφές «ασύμμετρων απειλών» (τρομοκρατία, υγειονομική κρίση) ως άλλοθι ή δικαιολογία για τυχόν επιχειρησιακές αστοχίες ή αποτυχίες στη διαχείριση των κινδύνων. Μια τέτοια στάση θα φάνταζε παράδοξη από τη στιγμή που ο δομικός ρόλος του Κράτους έγκειται ακριβώς στην επιτυχή διαχείριση ακραίων φαινομένων και απρόβλεπτων κρίσεων, στην αποτελεσματική απόκρουση των κινδύνων και τη συστηματική άμβλυνση των δυσμενών επιπτώσεών τους.

Το αποτελεσματικό Επιτελικό Κράτος είναι, με άλλα λόγια, η μορφή κρατικής οργάνωσης που αντιστοιχεί στην εποχή της διακινδύνευσης. Δεν είναι το «ελάχιστο Κράτος» της νεοφιλελεύθερης αντίληψης, αλλά το στοχευμένα παρεμβατικό Κράτος που αναπτύσσει στο έπακρο την ικανότητα της στρατηγικής πρόβλεψης των κινδύνων και του συντονισμού των οργανωτικών μονάδων του για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Είναι το Κράτος που αξιοποιεί όλα τα εργαλεία του ορθολογικού σχεδιασμού πρόληψης και αναλύει συστηματικά τη «μηχανική των κινδύνων», προκειμένου να αναθέσει ρόλους, να κατανείμει πόρους και να συντονίσει τα διαφορετικά επίπεδα διοίκησης και δράσης (Υπουργεία, Αυτοδιοίκηση, κοινωνία των πολιτών, ιδιωτικός τομέας) με τελικό στόχο να διασφαλίσει την επιχειρησιακή ετοιμότητα των μηχανισμών προστασίας και να εγγυηθεί τη συνολική ανθεκτικότητα της κοινωνίας, της οικονομίας και του περιβάλλοντος έναντι των κρίσεων. Το (πραγματικό) Επιτελικό Κράτος όχι μόνο δεν κρύβεται πίσω από «ακραία φαινόμενα» και «ασύμμετρες απειλές», αλλά αντιθέτως αντλεί τον κύριο λόγο ύπαρξής του από τη συχνότητα αυτών των φαινομένων, έχοντας ως βασική αποστολή του την οριοθέτηση μιας σταθερά κρισιακής κατάστασης και την προληπτική οργάνωση της διαρκώς εντεινόμενης αβεβαιότητας. Ο νέος αυτός ρόλος όχι μόνο δεν μειώνει, αλλά αντιθέτως αυξάνει δραματικά το μέτρο ευθύνης των κυβερνήσεων να επινοούν διαρκώς δημόσιες πολιτικές και να κινητοποιούν μέσα, πόρους και εργαλεία για να ανακόπτουν την πορεία ολοένα και περισσότερο απρόβλεπτων κρίσεων.

Β. «Επιτελική» προσέγγιση και «πολυεπίπεδη διακυβέρνηση» στην οργάνωση της πολιτικής προστασίας

Οι παρατηρήσεις που προηγήθηκαν είναι χρήσιμες ως αφετηρία ενός ευρύτερου προβληματισμού με αφορμή τις πρόσφατες καταστροφικές  πυρκαγιές, οι οποίες θα έπρεπε να αξιοποιηθούν ως ευκαιρία για να διαγνωστούν και να θεραπευθούν οι δομικές αδυναμίες του συστήματος πολιτικής προστασίας στη χώρα μας υπό το φως μιας σύγχρονης αντίληψης για τον «επιτελικό ρόλο» του Κράτους που δεν θα εξαντλείται στην παραπειστική επιτελική αυταρέσκεια διακηρύξεων του τύπου «ολόκληρη η Ελλάδα θα είναι ασφαλής» (29-5-2021), που τραυματίζουν έτι περαιτέρω την ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη της κοινωνίας στην ικανότητα του κρατικού μηχανισμού. Ας μην λησμονούμε επίσης ότι ενώ η έννοια της «επιτελικότητας» είναι σύμφυτη με τον προληπτικό σχεδιασμό  της ανάσχεσης των κινδύνων και του περιορισμού της πιθανότητας εκδήλωσής τους, στη χώρα μας οι πολιτικές πρόληψης των φυσικών καταστροφών παραμένουν ουσιαστικά ανύπαρκτες για δεκαετίες, όπως εμφατικά επεσήμαινε προ διετίας η περιλάλητη «Έκθεση Goldamer», με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την περιθωριοποίηση της δασικής υπηρεσίας στον τομέα του συντονισμού της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών. Έτσι, σε αντίθεση με τις καλές πρακτικές της λεγόμενης «εμπεριστατωμένης διακυβέρνησης», στη χώρα μας ούτε σοβαρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη «ανάλυση κινδύνων» επιχειρείται (παρότι αυτοί επιτείνονται από τις χωροταξικές αστοχίες και τη μείξη δασών-οικισμών) ούτε αξιόπιστος σχεδιασμός πρόληψης για τη μείωση της επικινδυνότητας εκπονείται με τη συνδρομή της δασικής ή της χωροταξικής επιστήμης ούτε, τέλος, μηχανισμοί παρακολούθησης της επιτυχούς ή μη εφαρμογής των προληπτικών μέτρων προβλέπονται, ώστε να ενεργοποιούνται έγκαιρα συστήματα προειδοποίησης για την οριοθέτηση των καταστροφών. Κοντολογίς, οτιδήποτε συνιστά «επιτελικό» στοιχείο είτε εκλείπει παντελώς είτε παραμένει ανενεργό. Εάν μάλιστα στην απουσία σχεδιασμού και παρακολούθησης της πρόληψης προστεθεί το φαινόμενο των χαοτικών δομών διαχείρισης και επιχειρησιακής καταστολής των κρίσεων, τότε συντίθεται η εικόνα ενός πλήρως κατακερματισμένου δημόσιου μηχανισμού που αδυνατεί δομικά να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις επιχειρησιακής ετοιμότητας που χαρακτηρίζουν εξ ορισμού ένα κανονικό Επιτελικό Κράτος.

Μια ουσιαστική «επιτελική προσέγγιση» στο επίμαχο πεδίο της θεσμικής οργάνωσης της πολιτικής προστασίας θα σήμαινε πρώτα απ’ όλα τη χάραξη μιας «ολιστικής στρατηγικής» αντιμετώπισης των κινδύνων. Μια στρατηγική που θα συνδυάζει α) τον ενιαίο εθνικό σχεδιασμό (Εθνικά Σχέδια Διαχείρισης) με β) τον αποκεντρωμένο χαρακτήρα των μέτρων διαχείρισης (περιφερειακά και τοπικά σχέδια), γ) τη συστηματική παρακολούθηση και αξιολόγηση της εφαρμογής του σχεδιασμού στα διαφορετικά διοικητικά επίπεδα  και δ) τον επιχειρησιακό συντονισμό των συνεργειών όλων των εμπλεκόμενων μερών (συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών και των εθελοντών) στο πλαίσιο ενός κοινού συστήματος διοίκησης περιστατικών με σαφή οριοθέτηση ρόλων βάσει των αρχών της «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης». Όπως μάλιστα αναγνωρίζουν τα ίδια τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης στη χώρα μας (ΚΕΔΕ, 15-5-2019 και 23-7-2020), η «πολυεπίπεδη διακυβέρνηση», ως εγγενές γνώρισμα ενός αυθεντικού Επιτελικού Κράτους, αποτελεί και το ασφαλές θεμέλιο του επανασχεδιασμού της πολιτικής προστασίας στο μέτρο που επιτρέπει τη λειτουργική διασύνδεση και την αρμονική συνεργασία όλων των επιπέδων δημόσιας δράσης, από το σχεδιασμό της πρόληψης και τη διασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας μέχρι τη συντονισμένη  κινητοποίηση φορέων και πόρων στο κυρίως κατασταλτικό επίπεδο  και τις ex post δράσεις αποκατάστασης ή δημόσιας μέριμνας για τους πληγέντες.

Κύρια αφετηρία ενός γνήσιου συστήματος επιτελικής πρόβλεψης δεν μπορεί παρά να είναι πρώτον, η οργανωμένη εκτίμηση-πρόγνωση των κινδύνων και η διαβάθμιση των απειλών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο (σε στενή συνεργασία με την επιστημονική-ερευνητική κοινότητα) και δεύτερον, η απλοποιημένη τυποποίησή τους σε συγκεκριμένους «καταλόγους», ώστε να ενεργοποιούνται, στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού αυτοματισμού, συγκεκριμένα «Πρωτόκολλα Συντονισμού» με τη συμμετοχή εξειδικευμένων (ανάλογα με το είδος του κινδύνου) φορέων. Αυτή η πρακτική της τυποποίησης «υπηρεσιών» και «λειτουργιών έκτακτης ανάγκης», που εφαρμόζεται στις ΗΠΑ ήδη από τις αρχές τη δεκαετίας του 1980, είναι σε θέση όχι μόνο να βάλει τέλος στο άναρχο σκηνικό της επιχειρησιακής πολυδιάσπασης και του ανεξάρτητου προγραμματισμού του κάθε φορέα, αλλά σταδιακά να περιθωριοποιήσει και τις αβάστακτες γραφικότητες «Υπουργών με μάνικα» που δήθεν καθοδηγούν τους έμπειρους επαγγελματίες ή ηγετών της Αυτοδιοίκησης που ηγούνται «στρατιάς υδροφόρων» για να επιβεβαιώσουν τηλεοπτικά την παρουσία τους… Είναι αυτονόητο, εξάλλου, ότι ένα σοβαρό Επιτελικό Κράτος παίρνει οριστικά τις αποστάσεις του από παρωχημένες πρακτικές «ηρωικής ηγεσίας», καθόσον εμπιστεύεται μόνο τις πάγιες, σταθερές και διαδικαστικά οριοθετημένες δομές λήψης των αποφάσεων, όπου ο καθένας γνωρίζει ανά πάσα στιγμή «πώς» και «πότε» πρέπει να ενεργήσει, βάσει συγκεκριμένων «κανόνων εμπλοκής» (rules of engagement).

Γ. Ο αναγκαίος διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων πολιτικής προστασίας σε «κύριες» και «υποστηρικτικές»

Σε ένα τέτοιο ενοποιημένο σύστημα διοίκησης κρίσεων και περιστατικών, ο κεντρικός συντονισμός των φορέων διασφαλίζεται με έναν σχεδόν «αυτόματο» τρόπο υπό μία πρόσθετη προϋπόθεση που συνήθως λησμονείται στη χώρα μας παρά την πληθωριστική ρητορική περί «Επιτελικού Κράτους»: τη λειτουργική αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων, δηλαδή του πεδίου δράσης, όλων των φορέων και επιπέδων διοίκησης που εμπλέκονται στη διαχείριση της κρίσης. Παραδόξως, ενώ η ίδια η έννοια της «επιτελικότητας» προϋποθέτει τη διάκριση μεταξύ «επιτελικών» και «εκτελεστικών» αρμοδιοτήτων του Κράτους, ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει επιχειρηθεί ο διαχωρισμός των «κύριων» από τις «υποστηρικτικές» αρμοδιότητες στο πεδίο της πολιτικής προστασίας, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται, όπως υπογραμμίζει και το Πόρισμα Goldamer, η παθογένεια της απόδοσης «ασύνδετων» και «ετερόκλητων» αρμοδιοτήτων σε ποικίλους φορείς, οι οποίοι δεν διαφοροποιούνται μεταξύ τους με κριτήριο τον κεντρικό ή το συμπληρωματικό ρόλο τους. Η αδυναμία αυτή της αποσαφήνισης, που δεν θεραπεύθηκε ούτε με τον πολυδιαφημισμένο νόμο 4662/2020 — ο οποίος επέτεινε το συνωστισμό στη διοικητική κορυφή με τη συνύπαρξη Υφυπουργού, αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα και Εθνικού Συντονιστή πολιτικής προστασίας-, αποτελεί πηγή πολλαπλών παρεξηγήσεων, συγχύσεων και αδρανειών, καθώς ούτε οι κεντρικοί ούτε οι τοπικοί φορείς αντιλαμβάνονται πλήρως τη φύση και τα όρια του ρόλου τους (πρωτοβουλιακό, συντονιστικό ή υποστηρικτικό). Το αποτέλεσμα  είναι να επιδίδονται αμέσως μετά τη λήξη της καταστροφής στο γνωστό θλιβερό «blame game», όπου όπου το κάθε μέρος προσπαθεί εναγωνίως και παντί τρόπω να μετακυλήσει στα άλλα την κύρια ευθύνη των αστοχιών ή της αποτυχημένης διαχείρισης…

Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η λύση πρέπει να αναζητηθεί σε ένα λειτουργικό σχήμα «πολυεπίπεδης διακυβέρνησης», όπου το ένα επίπεδο συμπληρώνει το άλλο ανάλογα με το είδος του κινδύνου, το «δομικό» ή μη ρόλο του και την προδιαγεγραμμένη θέση του στο διοικητικό σύστημα (Κράτος, Αποκέντρωση, Αυτοδιοίκηση). Οι δε «αρμοδιότητες» του κάθε φορέα πρέπει να νοούνται ως «κρίκοι» στην «αλυσίδα» μιας ενιαίας δημόσιας πολιτικής, που ασκείται σε διαφορετικές φάσεις υπό το στιβαρό συντονισμό ενός ενιαίου εθνικού κέντρου (Εθνικός Φορέας Πολιτικής Προστασίας), που αναλαμβάνει την επιτελική ευθύνη του όλου κύκλου διαχείρισης των κρίσεων (πρόληψη, καταστολή, αποκατάσταση). Το σημερινό ισχύον σύστημα, αντιθέτως, πέρα από την ανασφάλεια δικαίου που γεννά η άτακτη κατανομή και σύγχυση των αρμοδιοτήτων, βρίσκεται στους αντίποδες μιας τέτοιας επιτελικής-πολυεπίπεδης διαχείρισης της έκτακτης ανάγκης, καθόσον αποστερεί συστηματικά το τοπικό και περιφερειακό επίπεδο από κάθε δυνατότητα ουσιαστικής δράσης στις ποικίλες φάσεις μιας κρίσης. Αυτός ο ολοφάνερα ατελέσφορος συγκεντρωτικός χαρακτήρας του συστήματος παραδόξως επιβιώνει εις πείσμα κάθε απόπειρας μεταρρύθμισής του σε μια πιο αποκεντρωμένη κατεύθυνση. Μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι το κύριο «θύμα» της αιφνιδιαστικής αναστολής της εφαρμογής του -κατά τα άλλα υπερπροβεβλημένου ως «καινοτόμου»- νόμου 4662/2020, πέρα από την επιχειρησιακή ανασφάλεια που προκάλεσε, ήταν η περιφερειακή διάρθρωση του συστήματος και οι 13 «περιφερειακοί συντονιστές», που «θυσιάστηκαν» με συνοπτικές διαδικασίες εν όψει των τριγμών που προκάλεσαν στο κομματικό σύστημα οι διαδικασίες ανάδειξής τους…

Δ. Η ανάγκη ενός εθνικού συντονιστικού φορέα

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, πληθαίνουν οι φωνές στην επιστημονική κοινότητα και το πολιτικό προσωπικό που επισημαίνουν ότι η έκταση της πρόσφατης -δυσανάλογης- καταστροφής θα είχε περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό εάν είχαν εγκαίρως εκπονηθεί και ενεργοποιηθεί σοβαρά «περιφερειακά» και κυρίως «τοπικά σχέδια προστασίας». Αρχίζουν, έτσι, σταδιακά να διαμορφώνονται οι όροι μιας ευρύτερης συναντίληψης, έστω κι αν αυτή δεν έχει αποτυπωθεί ακόμη σε επίπεδο πολιτικών συσχετισμών, που επικαλείται τις «καλές πρακτικές» του εξωτερικού για τη θεσμική αναδιοργάνωση της πολιτικής προστασίας και ιδίως το δοκιμασμένο μοντέλο ενός Εθνικού-Επιτελικού Φορέα -είτε ως ημι-ανεξάρτητης αρχής εκτός κυβερνητικής ιεραρχίας και πιθανή υπαγωγή της στην εποπτεία του Κοινοβουλίου είτε ως λειτουργικά αποκεντρωμένης δομής της Κεντρικής Διοίκησης και διακομματική-συναινετική ανάδειξη της ηγεσίας της – με κατ΄εξοχήν συντονιστικό και σχεδιαστικό ρόλο σε όλες τις «κύριες» και «υποστηρικτικές» αρμοδιότητες πολιτικής προστασίας. Πρόκειται κατά βάση για την υιοθέτηση του λειτουργικού προτύπου της αμερικανικής Εθνικής Αρχής «Federal Emergency Management Agency» (FEMA), σε συνδυασμό με την ουσιαστική δραστηριοποίηση των αποκεντρωμένων ενοτήτων και των αυτοδιοικητικών δομών α’ και β’ βαθμού, οι οποίες θα καταρτίζουν τα ολοκληρωμένα τοπικά και περιφερειακά σχέδια προστασίας και ανθεκτικότητας και θα ενεργοποιούν τις τοπικές κοινωνίες σε όλες τις φάσεις αντιμετώπισης της κρίσης, προσδίδοντας κοινωνική γείωση και συνοχή στο πολυεπίπεδο και συμμετοχικό σχήμα διαχείρισης των κινδύνων.

Ε. «Τεχνογνωσία» ανασυγκρότησης και επιστράτευση «προσωπικοτήτων»

Και μια τελευταία αλλά διόλου ελάσσων παρατήρηση. Η φάση της αποκατάστασης των καταστροφών, σύμφωνα με τη σύγχρονη οργανωσιακή θεωρία,  αποτελεί οργανικό μέρος και θεμελιώδη λειτουργία του επιτελικού μηχανισμού πολιτικής προστασίας, άρρηκτα συνδεδεμένη με την πρόληψη (όπως ορθώς αναδεικνύει για άλλη μια φορά η Έκθεση Goldamer) και εξ αυτού του λόγου δεν μπορεί να υποκατασταθεί ούτε από «by-pass» συγκυριακά σχήματα διοίκησης ούτε από ad hoc αριστίνδην επιλογές ή κατά συνθήκην επιστράτευση «προσωπικοτήτων». Αυτές οι -επικοινωνιακής κατανάλωσης- πρακτικές αντιφάσκουν προς μια υγιή αντίληψη «επιτελικότητας», στο μέτρο  που αποδέχονται σιωπηρά αφενός ότι οι επίσημα θεσπισμένες διαδικασίες θα απέβαιναν ανεπαρκείς για ένα τόσο ευαίσθητο εγχείρημα και αφετέρου ότι η τεχνογνωσία της ανασυγκρότησης και η «επιχειρησιακή αριστεία» θα πρέπει να αναζητηθούν εκτός του οργανωμένου Κράτους… Θα ήταν, όμως, άτοπο και αντιφατικό, ιδίως για όσους ομνύουν στο «Επιτελικό Κράτος», να καλλιεργείται η εντύπωση της μειωμένης εμπιστοσύνης στους μηχανισμούς του Δημοσίου και τον επαγγελματισμό των επιτελικών στελεχών του σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση απαιτητικών και πολυδιάστατων αποστολών. Η ιδέα ότι ο σχεδιασμός της ανασυγκρότησης με όρους δημοσίου συμφέροντος, η αποτελεσματική αξιοποίηση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων και οι θεσμοθετημένες συμμετοχικές διαδικασίες της περιφερειακής ανάπτυξης μπορούν να υποκατασταθούν από τις εμπνεύσεις «προσωπικοτήτων», την προσωπική ακτινοβολία, την ευρύτερη αποδοχή ή την ενάρετη ηγεσία τους είναι εξόχως προβληματική από τη σκοπιά της επιτελικότητας. Εάν οι κυβερνώντες επιθυμούσαν ειλικρινώς να θέσουν το εγχείρημα της αποκατάστασης εκτός του ασφυκτικού ιεραρχικού -και κομματικού- ελέγχου δεν είχαν παρά να εφαρμόσουν το μοντέλο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και να διδαχθούν από τις επιτυχημένες πρακτικές «δημοκρατικού προγραμματισμού» του παρελθόντος (σεισμόπληκτοι Καλαμάτας) για τη στενή διασύνδεση Κεντρικού Κράτους, Αυτοδιοίκησης, ιδιωτικού τομέα και φορέων της τοπικής κοινωνίας στα πεδία του σχεδιασμού και της εφαρμογής των δράσεων ανασυγκρότησης. Καλό θα ήταν, εξάλλου, να θυμόμαστε ότι από αυτές ακριβώς τις διαδικασίες της οργανωμένης δημοκρατικής διαβούλευσης και του συμμετοχικού προγραμματισμού της τοπικής ανάπτυξης αντλούν τη φήμη και την αποδοχή τους και οι «προσωπικότητες», στις οποίες προσφεύγει σήμερα το αναποτελεσματικό Κεντρικό Κράτος, αναγορεύοντάς τες σε αναπόδραστους φορείς μιας «τεχνογνωσίας» από την οποία το ίδιο παραμένει περιέργως εσαεί αποξενωμένο…

 

[1]  Απόστολος Παπατόλιας, Θεωρία και Πράξη του Επιτελικού Κράτους. Θεωρητικό θεμέλιο, νομοθετική κατοχύρωση, διοικητική πρακτική, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2021.

 

Οι αόριστες νομικές έννοιες ως όχημα πραγμάτωσης των θεμελιωδών αρχών και αξιών του πολιτεύματος

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.

Διάγραμμα

Ι) Εισαγωγή: Ζητήματα ορολογίας και ορισμών.

ΙΙ) Οι αόριστες νομικές έννοιες ως στοιχείο του «δίκαιου» χαρακτήρα του δικαίου και ως όχημα των θεμελιωδών αξιών του πολιτεύματος.

α) Η ενσωμάτωση των κοινωνικών εξελίξεων στις αόριστες έννοιες

β) Η “εφεύρεση” των αόριστων εννοιών του Συντάγματος και η πραγμάτωση των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος.

γ) Η ερμηνευτική σημασία των αόριστων εννοιών.

ΙΙΙ. Η ανεύρεση του κανονιστικού περιεχομένου των αόριστων εννοιών και η ανάδυση μιας αναστοχαστικής ορθολογικότητας του δικαίου

α) Το δίκαιο, η επιστήμη και η κοινωνική εμπειρία

β) Η ερμηνεία των αόριστων νομικών εννοιών και ο διάλογος των εξουσιών

γ) Οι αόριστες νομικές έννοιες στηρίζουν τον έλεγχο νομιμότητας και εκλεπτύνουν τον έλεγχο συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων

Αντί κατακλείδας:  πέρα από τον φόβο του δικαστικού ακτιβισμού και  τον φόβο της φωνής του λαού.

 

  1. I) Εισαγωγή: Ζητήματα ορολογίας και ορισμών.

Η θεμελίωση της κοινωνικής συμβίωσης στους κανόνες δικαίου είναι μια από τις ισχυρότερες εγγυήσεις της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας: προσδιορίζοντας τι απαγορεύεται, τι επιτρέπεται ή τι επιβάλλεται, το θετικό δίκαιο διαγράφει ένα ασφαλές πλαίσιο για την συμπεριφορά καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου και για την δράση των συλλογικοτήτων, που έτσι ενεργούν με όρους αυτοπροσδιορισμού. Για τον λόγο αυτό, η παραγωγή και η ερμηνεία του δικαίου δεν αποτελούν απλώς τεχνικά ζητήματα, κρίσιμα για την νομική επιστήμη, αλλά έχουν σημαντική πολιτική και θεσμική σημασία: η πληρότητα και η σαφήνεια των κανόνων δικαίου, καθώς και οι ερμηνευτικές μέθοδοι που ακολουθούν οι εφαρμοστές τους είναι παράμετροι της παραπάνω αυτονομίας και, έμμεσα, του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος. Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύχθηκε και η συζήτηση για τις αόριστες νομικές έννοιες.

Κατά την περίοδο που επικρατούσε η αντίληψη ότι το δίκαιο “υπνώττει” μέσα στις διατάξεις και για την εφαρμογή του αρκούσε κανείς να προσεγγίσει τις λέξεις, ο εντοπισμός ασάφειας ή αοριστίας στην διάταξη δικαιολογούσε την ερμηνεία της: interpretatio cessat in claris,  με άλλα λόγια,  όταν οι έννοιες είναι σαφείς και ορισμένες, ο δικαστής δεν μπορεί παρά να είναι το “στόμα του νόμου”.

Ωστόσο, οι αόριστες έννοιες δεν είναι ούτε πρέπει να ταυτίζονται με τις ασαφείς έννοιες ή διατάξεις, ενώ επιβάλλεται και η διάκριση τους από τις αξιολογικές έννοιες. Ασαφείς είναι οι έννοιες  που το νοηματικό περιεχόμενο τους είναι θολό και ανεπίδεκτο εφαρμογής ή αντιφατικό, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αντινομίες στην διοικητική πράξη και έριδες στην νομολογία. Μάλιστα, η αποκατάσταση του νοήματός τους θεμελιώνει την αρμοδιότητα της Ολομέλειας της Βουλής να ερμηνεύει αυθεντικά τον νόμο και να προσδίδει αναδρομική ισχύ στον κανόνα που επαναδιατυπώνεται[2].

Οι αόριστες έννοιες δεν είναι ασαφείς, δηλαδή δεν στερούνται σημασιολογικού περιεχομένου[3]. Απλώς, έχουν ευρύτερη εννοιολογική περιφέρεια σε σχέση με τον πυρήνα τους,  ενώ οι έννοιες που εμφανίζονται ως ορισμένες διαθέτουν «στενή» εννοιολογική περιφέρεια. Με άλλα λόγια, και οι αόριστες έννοιες στοιχειοθετούνται μέσα από τις κρίσιμες ιδιότητες των σχέσεων που ρυθμίζουν, διαθέτουν δηλαδή σημασιολογικό βάθος, δεν είναι όμως εύκολα διαγνώσιμο ποιες ομοειδείς καταστάσεις υπάγονται σε αυτές[4].

Τέλος, αξιολογικές έννοιες είναι αυτές που ενσωματώνουν μια ηθικοπολιτική στάθμιση (π.χ. χρηστά ήθη). Ο προσδιορισμός του περιεχομένου τους, επομένως, συναρτάται προς τις ευρύτερες φιλοσοφικές, ιδεολογικές και κοινωνικές θεωρήσεις του νομοθέτη και του ερμηνευτή του δικαίου. Μια αόριστη νομική έννοια μπορεί, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, να είναι και αξιολογική, χωρίς πάντως οι δυο κατηγορίες να ταυτίζονται.

Η αντίληψη λοιπόν ότι οι αόριστες έννοιες είναι ένα “αγκάθι” για την έννομη τάξη φαίνεται καταρχάς δικαιολογημένη: δεδομένου ότι συχνά δεν παρέχουν ασφαλείς κατευθύνσεις, ότι δεν καθορίζουν με ακρίβεια ποιες συμπεριφορές απαγορεύονται ή καταλαμβάνονται από την εντολή που περιέχει ο κανόνας, η χρήση τους κάνει πολύπλοκη την κατανόηση του νοήματος του τελευταίου και δύσκολη την εφαρμογή του[5]. Ειδικά στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, όπου αποδέκτες των επιταγών του κανόνα είναι οι κυβερνώντες και η διοίκηση, τούτο μπορεί να σημαίνει χαλαρότερη δέσμευσή τους και διεύρυνση των περιθωρίων της αυθαιρεσίας[6]. Ταυτόχρονα, όταν η κρατική εξουσία λειτουργεί με βάση δυσανάγνωστους κανόνες, η  νομιμοποίησή της φθίνει, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται και η ανυπακοή των κυβερνώμενων.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα. Πραγματικά, οι αόριστες έννοιες μας αναγκάζουν να σκεφτούμε διαφορετικά την κανονιστικότητα του δικαίου και η εννοιολόγησή τους είναι μια από τις παραμέτρους που κλόνισαν την κλασσική θεώρηση της έννομης τάξης ως μιας συνεκτικής και ιεραρχικά αρθρωμένης πυραμίδας. Πάντως, η πυραμίδα ρηγματώθηκε εδώ και δεκαετίες, έχοντας εξαντλήσει την εγγυητική λειτουργία του θετικισμού[7]. Έτσι, παρά τις  διαφορετικές απόψεις για το πως ο κανόνας απορρέει από τις διατάξεις, είναι πια γενική η παραδοχή ότι το δίκαιο δεν ενυπάρχει μέσα στις λέξεις, αλλά είναι δυναμικό: το νόημα των κανόνων του διατυπώνεται με την ερμηνεία των διατάξεων και με την αναζήτηση από τον εφαρμοστή του δικαίου και τον επιστήμονα της ορθότερης στην επίμαχη περίπτωση κανονιστικής πρότασης[8].

Οι αόριστες έννοιες, λοιπόν, αποτελούν και αυτές αντικείμενο της ερμηνείας, μέσω της οποίας και με βάση τις μεθόδους της νομικής επιστήμης αναδεικνύεται η αρμόζουσα σε κάθε περίσταση κανονιστική λύση[9]. Η υποχρέωση του εφαρμοστή να νοηματοδοτήσει την αόριστη έννοια κατά την κατάρτιση της μείζονος πρότασης, δείχνει ότι η χρήση της δεν συνιστά χορήγηση διακριτικής ευχέρεια στην διοίκηση[10]. Οι αόριστες έννοιες δεν επιτρέπουν στην διοίκηση να πράξει ή να μην πράξει, να υπαγάγει ή όχι την περίπτωση που την απασχολεί στον κανόνα. Αντίθετα, η ευρεία εννοιολογική έκτασή τους και οι αμφιβολίες που αυτή γεννά ως προς την υπαγωγή, ιδρύουν αυξημένες απαιτήσεις για στιβαρό προσδιορισμό του νοήματός τους, ώστε η κανονιστική πρόταση που θα προκύψει να πείθει για την ορθότητά της ενόψει των πραγματικών περιστατικών.

ΙΙ) Οι αόριστες νομικές έννοιες ως στοιχείο του «δίκαιου» χαρακτήρα του δικαίου και ως όχημα των θεμελιωδών αξιών του πολιτεύματος.

Επομένως, προτείνεται η υπόθεση, ότι η ερμηνευτική συγκρότηση των αόριστων εννοιών βοηθά στην αλλαγή του δικαίου, επειδή ευνοεί τον “εμποτισμό”  των κανόνων του από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, καθώς και την “επαναδιατύπωση” των τελευταίων με βάση τα κοινωνικά αιτήματα και τις εξελισσόμενες θεσμικοπολιτικές αντιλήψεις.

Γνωστά παραδείγματα από την νομολογία φανερώνουν ότι η σημασιολόγηση των αόριστων εννοιών αποτέλεσε κρίσιμη παράμετρο για να στηριχθούν οι κριτικές απόψεις για το δίκαιο και να ενισχυθεί το αίτημα για δικαιότερη εφαρμογή του.   Πραγματικά, η διαδικασία εννοιολόγησης των αόριστων εννοιών έδειξε, ότι εφόσον οι δικαστές και τα στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης περιορίζονται στον εντοπισμό ενός προϋφιστάμενου κανόνα, τα νοήματα του οποίου θεωρούνται δεδομένα και αναλλοίωτα, το έργο τους εξαντλείται σε μια διαδικαστική διαμεσολάβηση, που δεν απαντά στο κανονιστικό αίτημα της περίπτωσης, με αποτέλεσμα η λύση που  δίνεται να είναι ανεπιεικής.

Ενδεικτικά, στην υπόθεση της Αγνής Ρουσοπούλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας επιλέγοντας την γραμματική ερμηνεία του τότε ισχύοντος Συντάγματος έμεινε πιστό σε μια ισότητα τυπική, διαμορφωμένη πριν από το καταιγιστικό γεγονός του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και πριν οι Ελληνίδες διεκδικήσουν να αναγνωριστεί η ίση κοινωνική αξία τους. Μια νέα νομικός δεν έγινε δεκτή στον διαγωνισμό για την πρόσληψη παρέδρων στο ανώτατο δικαστήριο και το συνταγματικό πρόταγμα εξασφάλισε μια ισότητα λειψή και μόνον για τους μισούς πολίτες. Το ίδιο δικαστήριο, στις υποθέσεις των «θετικών μέτρων» προσδιόρισε διαφορετικά την έννοια της ισότητας, με αποτέλεσμα η προστασία που αυτή παρέχει να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές προκαταλήψεις και να συμβάλλει στην εξάλειψη των έμφυλων διακρίσεων.

α) Η ενσωμάτωση των κοινωνικών εξελίξεων στις αόριστες έννοιες

Οι αόριστες έννοιες, λοιπόν, είναι το όχημα που διευκολύνει την σχέση της κοινωνίας με το δίκαιο και τις αξίες που αυτό ενσωματώνει. Πρόκειται για μια πορεία αμφίδρομη και συχνά αντιφατική:  αφενός το δίκαιο ανταποκρίνεται στα κοινωνικά αιτήματα και διεκδικήσεις· αφετέρου κατευθύνει συμπεριφορές με ορθολογική και συστηματική αναγωγή σε αξίες που είναι σημαντικές για την συγκρότηση και την συνοχή της πολιτικής κοινότητας .

Την υποδοχή των εξελισσόμενων κοινωνικών συνθηκών από τους κανόνες του δημοσίου δικαίου μαρτυρά η εννοιολόγηση της αόριστης έννοιας της (χαρακτηριστικώς) ανάξιας συμπεριφοράς που συναντάται στο πειθαρχικό δίκαιο των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων. Ήδη από την δεκαετία του 1970 συμπεριφορές που είχαν υπαχθεί στις σχετικές διατάξεις, όπως η σύναψη φιλικής σχέσης με τουρίστες ή ερωτικού δεσμού με αλλοδαπή, κρίθηκε ότι δεν συνιστούν καθαυτές πειθαρχικό παράπτωμα[11]. Ωστόσο,  η διοίκηση συνέχισε για μεγάλο χρονικό διάστημα να αντιμετωπίζει τις φιλίες και την ερωτική ζωή των υπαλλήλων με το βλέμμα προηγούμενων δεκαετιών.

Η στάση των πειθαρχικών συμβουλίων προξένησε νομολογιακή αντίδραση και κρίθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί η ανάξια συμπεριφορά, όταν οι πράξεις αναπτύσσονται  στο “ευρύτατο φάσμα της ατομικής δραστηριότητας του αστυνομικού υπαλλήλου… θα πρέπει οι πράξεις αυτές να είχαν επίδραση στην υπηρεσία του (συμπεριφορά, απόδοση κλπ.), ή να προκάλεσαν το υπηρεσιακό ή το ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον, πάντοτε δε με υπαιτιότητα του ίδιου.”[12] Η αόριστη έννοια απέκτησε, με αναγωγή καταρχάς στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1Συντ.), σαφέστερη εννοιολογική περιφέρεια, από την οποία σταδιακά εξαιρέθηκε παντελώς η ερωτική ζωή συναινούντων ενηλίκων, που κατά το Σύνταγμα είναι απολύτως απαραβίαστη[13].

β) Η “εφεύρεση” των αόριστων συνταγματικών εννοιών και η πραγμάτωση των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος.

Επιπλέον, οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος συγκροτούνται από αόριστες νομικές έννοιες. Πολυάριθμες ρήτρες καλούνται να επιτελέσουν ρόλο εγγυητικό ή περιοριστικό της προσωπικής και συλλογικής αυτονομίας και ζητούν από τον ερμηνευτή να προσδιορίσει ποιες περιπτώσεις υπάγονται σε αυτές. Η αρχή της ισότητας και του χρέους εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης παρέχουν εύγλωττα παραδείγματα.

Όπως είναι γνωστό, υποστηρίχθηκε ότι η ισότητα ως αόριστη έννοια στερείται εννοιολογικού περιεχομένου, ότι είναι ένα άδειο δοχείο[14]: δεδομένης της ποικιλίας και της πολυπλοκότητας των κοινωνικών σχέσεων που δικαιολογούν ή/και επιβάλλουν διαφοροποιημένη μεταχείριση, η αρχή εξαντλείται σε μια απλή υποχρέωση αιτιολόγησης της παρέκκλισης, δηλαδή αποτελεί διαδικαστικό κανόνα ‘κατανομής’  του βάρους της επιχειρηματολογίας, το οποίο φέρει αυτός που εισηγείται την εξαίρεση από την γενική ρύθμιση.

Η απάντηση στην παραπάνω αντίληψη δεν παρουσιάζει μόνον θεωρητικό ενδιαφέρον[15]. Ξεκινώντας από την απαγόρευση θέσπισης χαριστικού μέτρου ή αναγνώρισης προνομίου, που διατηρεί και σήμερα την επικαιρότητά της,[16] και διερχόμενη από την διαμόρφωση της υποκατηγορίας της ”εκδήλως άνισης μεταχείρισης”, η νομολογία συνέβαλλε στην σύγχρονη σημασιολόγηση της ισότητας και στην αποσαφήνιση του κανονιστικού της περιεχομένου της αρχής. Ισότητα στις μέρες μας δεν σημαίνει απλώς απαίτηση για ειδική θεμελίωση της παρέκκλισης, αλλά αναγνώριση καθενός προσώπου ως φορέα ίσης κοινωνικής αξιοπρέπειας[17] και υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίζει την έμπρακτη απόλαυση των δικαιωμάτων σε όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου.

Η εννοιολόγηση της αόριστης έννοιας της ισότητας έχει αυτονοήτως δικονομική σημασία, καθώς μπορεί να στηρίξει ένα συστηματικό και βαθύτερο αναιρετικό έλεγχο. Έχει όμως και ιδιαίτερο θεσμικοπολιτικό βάρος: οι πολιτικοοικονομικές, ακόμη και οι γεωπολιτικές εξελίξεις αλλάζουν την κοινωνική ζωή της χώρας, μεταβάλλουν την σύνθεση του πληθυσμού και εντείνουν τις διαφορές, με αποτέλεσμα ο σεβασμός της αρχής να ανάγεται σε εργαλείο κοινωνικής συνοχής και συλλογικής προόδου.

Αντίστοιχα, οι δυο πρόσφατες μεγάλες κρίσεις, η οικονομική και η πανδημική, δείχνουν πως η έννοια του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 Συντ.) μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με το κράτος δικαίου και την δημοκρατία. Αόριστη έννοια που από την θέσπιση του Συντάγματος αντιμετωπίζεται ως περιοριστική των δικαιωμάτων, εννοιολογήθηκε πρόσφατα με αφορμή την δικαστική αξιολόγηση των μέτρων που αφορούσαν στις περικοπές μισθών και συντάξεων και καταρχάς συνέβαλε στην κατάφαση της συνταγματικότητάς τους[18].

Η κοινωνική πραγματικότητα, όμως, επέβαλλε την επανασημασιολόγησή της: η μετάθεση του βάρους της δημοσιονομικής κρίσης σε ορισμένες ομάδες γέννησε κοινωνικές αδικίες, για την άμβλυνση των οποίων κρίθηκε ότι  “ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών”[19].

Η αόριστη έννοια του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης απέκτησε πλουσιότερο περιεχόμενο, που στηρίζει την ερμηνευτική πρόταση τούτο το χρέος να μην βαρύνει αποκλειστικά τους πολίτες, αλλά να αποτελέσει θεμέλιο και της υποχρέωσης του κράτους να εξασφαλίζει τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως των κοινωνικών[20].

Ανοιχτή απέναντι στις δραματικές εξελίξεις, η αόριστη έννοια χρησιμεύει ως επιχείρημα τόσο σε όσους στοχεύουν στην ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής του κράτους, όσο και σε αυτούς που υποστηρίζουν την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού κατά του COVID 19.  Ο καθορισμός της εννοιολογικής της περιφέρειας συναρτάται με το αίτημα ισόρροπης προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά και με την διενέργεια ενός ανοιχτού και δημοκρατικού διαλόγου για τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα.

γ) Η ερμηνευτική σημασία των αόριστων εννοιών.

Τέλος, σημαντική είναι η ερμηνευτική λειτουργία των αόριστων νομικών εννοιών: η αναγωγή σε αυτές συντελεί στην διασφάλιση της συνοχής του δημόσιου δικαίου, στην ισόρροπη προστασία των δικαιωμάτων, στην ενίσχυση της διακανονιστικότητας, καθώς και στον προσδιορισμό των γενικεύσιμων συμφερόντων που συχνά συνδέονται με την επιδίωξη συνταγματικών προβλέψεων και σκοπών.

Έννοιες που συναντώνται σε διαφορετικούς κλάδους, όπως τα χρηστά ήθη και η κατάχρηση δικαιώματος, μπορούν να συμβάλλουν στον “εμποτισμό”  όλων των κλάδων του δικαίου από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, ώστε ο προσδιορισμός τους να ευνοεί την ενότητα της έννομης τάξης και τον σεβασμό των φιλελεύθερων και δημοκρατικών χαρακτηριστικών του πολιτεύματος.

Για παράδειγμα, τα χρηστά ήθη, που “εντοπίζονται” από τον ερμηνευτή πρώτα από όλα σε επίπεδο συνταγματικού δικαίου και ενόψει του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να νοηματοδοτούνται διαφορετικά ανάλογα με τοπικά έθιμα ή με τις συνήθειες μιας επαγγελματικής ομάδας. Ο συστηματικός προσδιορισμός του νοήματος των σχετικών διατάξεων ευνοεί τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας ηθικής και την αντιστοίχισή της με τις αντιλήψεις του δημοκρατικά νομιμοποιημένου νομοθέτη και με δικαιοκρατικές αρχές.

Αλλά και η κατάχρηση δικαιώματος, που δικαιολογημένα αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη στο πεδίο των συνταγματικών δικαιωμάτων[21] σταδιακά μετεξελίσσεται σε γνώμονα αξιολόγησης της  παρέμβασης του νομοθέτη στην σφαίρα τόσο της προσωπικής, όσο και της συλλογικής αυτονομίας. Η σύγχρονη σημασία της ρήτρας στο δημόσιο δίκαιο, ακόμη και η σχέση της με την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, φάνηκαν μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ. Δεδομένου ότι το άρθρο 17 της ΕΣΔΑ εφαρμόστηκε κυρίως σε υποθέσεις σχετικές με τις ελευθερίες της έκφρασης, της συνάθροισης και της συνένωσης και με το δικαίωμα του εκλέγεσθαι[22], η έννοια της κατάχρησης δικαιώματος νοηματοδοτείται από το ΕΔΔΑ ενόψει της συγκρότησης και της ομαλής λειτουργίας του δημόσιου χώρου σε μια δημοκρατική κοινωνία[23]. Έτσι, και σε εθνικό επίπεδο η κατάχρηση των συνταγματικών δικαιωμάτων παύει να συνδέεται με την υπέρβαση του σκοπού τους, που συνήθως δεν υπάρχει, και προσδιορίζεται σε σχέση με τις απαιτήσεις της αποτελεσματικής προστασίας όλων των ελευθεριών και της δημοκρατικής οργάνωσης των πεδίων πραγμάτωσής τους.

ΙΙΙ. Η ανεύρεση του κανονιστικού περιεχομένου των αόριστων εννοιών και η ανάδυση μιας αναστοχαστικής ορθολογικότητας του δικαίου

Κατά την εννοιολόγηση των αόριστων εννοιών, οι απορίες που γεννά η ερμηνεία των κανόνων του δικαίου διατυπώνονται με έμφαση: με ποια μέσα προσδιορίζεται το περιεχόμενο των εννοιών από τον εφαρμοστή του δικαίου και πως αυτό συνδιαμορφώνει την ρυθμιστική εμβέλεια του κανόνα; Ποιο είναι το αρμόδιο όργανο να  ορίσει το νόημά τους και σε ποιες δεσμεύσεις υποβάλλεται κατά την διατύπωση της απόφανσής του; σε τι διαφέρει η απόδοση νοήματος σε μια αόριστη νομική έννοια από την ένταξή της σε ένα νομοθετικό κείμενο και πως η διαρκής  ανασημασιοδότησή της επηρεάζει την ασφάλεια του δικαίου και τον σεβασμό της δημοκρατικής αρχής;

Πρόκειται για ερωτήματα που επί δεκαετίες απασχολούν την νομική επιστήμη και για τα οποία εδώ δεν μπορεί να προταθεί ούτε συνοπτική γνώμη. Αξίζει, όμως, να επισημανθούν κάποιες πτυχές της ερμηνευτικής διαδικασίας που προσφέρουν ισχυρούς ενδείκτες για την ανάδυση μιας νέας ορθολογικότητας στο εσωτερικό της έννομης τάξης. Μιας ορθολογικότητας που στηρίζει το δίκαιο όχι μόνον στον καταναγκαστικό χαρακτήρα του, αλλά και στην ικανότητά του να “επικοινωνεί” με τις κρίσιμες κοινωνικές εξελίξεις, δηλαδή να προσκτάται μέσα από την εφαρμογή του διαλεκτική υφή

α) Το δίκαιο, η επιστήμη και η κοινωνική εμπειρία

Όπως οι λοιπές νομικές έννοιες, έτσι και οι αόριστες έννοιες συγκροτούνται είτε μέσω μιας πραγματολογικής, είτε μέσω μιας αξιολογικής συνιστώσας ή με την συνάρθρωση και των δυο αυτών παραμέτρων. Επομένως, για τον προσδιορισμό του νοήματός τους παρίσταται ανάγκη επιλογής των κρίσιμων ιδιοτήτων των καταστάσεων ή των σχέσεων τις οποίες αναπαριστούν. Τούτο δεν μπορεί να αποτελεί μια μοναχική δραστηριότητα του νομοθέτη, ακόμη δε περισσότερο του ερμηνευτή του δικαίου. Ο καθορισμός του νοήματος της αόριστης έννοιας παράγει κανονιστικές, δηλαδή σοβαρές κοινωνικές συνέπειες· για τον λόγο αυτό τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται και οι μέθοδοι επιλογής και εφαρμογής τους επικαθορίζουν το κύρος του κανόνα που διαμορφώνεται.

Αρωγός του ερμηνευτή και “εγγυητής” της πειστικότητας των κανονιστικών προτάσεων είναι η επιστήμη, ιδίως όταν η πραγματολογική συνιστώσα της αόριστης έννοιας είναι πρωτεύουσα. Έτσι, όταν τα δικαστήρια κλήθηκαν να εφαρμόσουν το άρθρο 24 Συντ. και να εξειδικεύσουν τους όρους διαφύλαξης των δασών και των δασικών εκτάσεων, υιοθέτησαν την επιστημονική έννοια των εδαφικών αυτών οικοσυστημάτων και διέγραψαν με ασφάλεια τις υποχρεώσεις του νομοθέτη, που πρώτος επιφορτίζεται με την οργάνωση της συνταγματικά προβλεπόμενης προστασίας τους[24].

Για ένα ζήτημα που διαθέτει σαφείς οικονομικές προεκτάσεις και γεννά αντιθέσεις, η παραπομπή στην οικεία επιστήμη (δασική οικολογία), παρείχε ασφαλή και γενικότερα αποδεκτά κριτήρια νοηματοδότησης της νομικής έννοιας. Με αυτό τον τρόπο, το δασικό οικοσύστημα χαρακτηρίσθηκε ως ιδιαίτερη βιοκοινότητα και διεκδίκησε την παροχή της αυτοτελούς και αυξημένης προστασίας που του παρέχει το περιβαλλοντικό Σύνταγμα[25]. Συγκεκριμένα, η ταύτιση της νομικής με την επιστημονική έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης ανέδειξε ως αποκλειστικό διακρίνον στοιχείο της την οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης. Εφόσον αυτή υπάρχει, «υφίσταται η αντικειμενική προϋπόθεσις της εννοίας του δάσους. Επομένως η συμβολή του δάσους στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και στην εξυπηρέτηση της διαβίωσης του ανθρώπου με αυτή τη συμβολή ή με τα προϊόντα της δασοπονίας αναφέρεται πλεοναστικώς”[26]. Η συνταγματική επιταγή για την διατήρηση και την διαφύλαξη του δάσους στηρίχθηκε σε ένα ακριβές και πειστικό θεμέλιο, που η κλιματική αλλαγή καθιστά όχι απλώς επίκαιρο, αλλά πολύτιμο.

Κατ’ αντιστοιχία, η διοικητική πρακτική και η κοινωνική εμπειρία χρησιμεύουν για την συγκρότηση της έννοιας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στην οποία προέχει η αξιολογική συνιστώσα. Πραγματικά, η πεποίθηση του διοικούμενου ότι προστατεύεται από μια διοικητική πράξη ή από μια κατάσταση που δημιούργησε η διοίκηση, δεν αναγνωρίζεται ως εύλογη μόνον λόγω της παρόδου ενός σημαντικού χρονικού διαστήματος[27].  Εκτός από την παραπάνω εμπειρική παράμετρο, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συγκροτείται και με την συνδρομή στοιχείων που αντλούνται από την πράξη και στηρίζουν την βασιμότητας της πίστης του πολίτη προς  την διοικητική συμπεριφορά.  Στα πιο κρίσιμα από αυτά συγκαταλέγονται η προσβολή  συνταγματικού ή θεμελιώδους δικαιώματος λόγω της μεταβολής της κατάστασης· ο νόμιμος ή μη χαρακτήρας της διοικητικής δράσης που στήριξε την πεποίθηση του διοικουμένου· τυχόν αντιφατικότητα στην συμπεριφορά των διοικητικών οργάνων·[28] και, τέλος, η γνώση εκ μέρους του διοικούμενου ή οι πνευματικές, επαγγελματικές και επιστημονικές του ικανότητες [29] .

β) Η ερμηνεία των αόριστων νομικών εννοιών και ο «διάλογος των εξουσιών»

Αποτελεί κοινό τόπο, ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα η νοηματοδότηση των αόριστων εννοιών είναι καταρχάς και καταρχήν έργο του νομοθέτη. Επιφορτισμένος να θέτει κανόνες δικαίου, ο νομοθέτης προφανώς έχει την εξουσία να εξειδικεύει τις αόριστες έννοιες που συναντώνται στο Σύνταγμα ή σε άλλα υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα, καθώς και να προσδιορίζει αόριστες έννοιες που αναδείχθηκαν μέσα από την νομική πράξη.

Εξάλλου, η πρόσδοση νοήματος στις αόριστες έννοιες από τον νομοθέτη αποτελεί την “στιγμή” που εκδηλώνεται παραστατικά η διαλεκτική σχέση δικαίου και κοινωνικών εξελίξεων: ανταποκρινόμενο στα αιτήματα, τις διεκδικήσεις, τις αγωνίες και τους φόβους του κοινωνικού συνόλου, το νομοθετικό όργανο προσαρμόζει το νόημα των αόριστων εννοιών στα μεταβαλλόμενα κοινωνικά δεδομένα. Χαρακτηριστική είναι η εξειδίκευση της αόριστης έννοιας “σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής” του άρθρου 11 παρ. 2 Συντ. από τον πρόσφατο ν. 4703/2020. Στο άρθρο 2 του νόμου, η κατά το Σύνταγμα σοβαρή γίνεται απλώς διατάραξη και καθορίζεται ως η “σοβαρή παρεμπόδιση της κίνησης των πολιτών και γενικά η διασάλευση της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας περιοχής”, συρρικνώνοντας την συνταγματική προστασία.

Εξίσου αυτονόητη είναι η υποχρέωση του δικαστή να ελέγχει τόσο την εννοιολόγηση των αόριστων νομικών εννοιών μέσω της ένταξής τους σε νομοθετικά κείμενα, όσο και τον σεβασμό τους, στον βαθμό που αυτές εντάσσονται σε συνταγματικό κανόνα. Στην ελληνική έννομη τάξη, ο έλεγχος αυτός είναι έλεγχος ορίων και τούτο συναρθρώνει τον δημοκρατικό με τον δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος[30].

Αντιγνωμία υπάρχει για το ζήτημα αν η διοίκηση έχει την αρμοδιότητα να καθορίζει το περιεχόμενο των αόριστων εννοιών και ποιες είναι οι δεσμεύσεις που οριοθετούν την σχετική εξουσία της. Το πρόβλημα συσκοτίστηκε κάπως από το γεγονός ότι τμήμα της θεωρίας, αλλά και δικαστικές αποφάσεις, αντιμετωπίζουν τις αόριστες έννοιες ως μια άλλη μορφή της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης.  Τούτο έχει ως συνέπεια αφενός η ερμηνεία των αόριστων εννοιών  από την διοίκηση να αξιολογείται με τους όρους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας· και αφετέρου να επιβιώνει η αντίληψη ότι το έργο της διοίκησης είναι κατά κανόνα “μηχανικό” και συνίσταται στην “εξαγωγή” του κανόνα και την εφαρμογή του στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Εφαρμογή του δικαίου, όμως, χωρίς ερμηνεία του είναι αδύνατη. Τούτο ισχύει σε κάθε περίπτωση[31], ακόμη και αν η ερμηνεία αποτυπώνεται συνοπτικά ή ελλειπτικά, όπως συχνά συμβαίνει στις διοικητικές πράξεις[32]. Σε αυτές, η εννοιολόγηση των αόριστων εννοιών προκύπτει συνήθως από την αιτιολογία της πράξης, από την οποία πάντως συνάγεται ο εφαρμοζόμενος από την διοίκηση κανόνας, δηλαδή αναδεικνύεται ο προσδιορισμός της εννοιολογικής περιφέρειας της αόριστης έννοιας που   θεμελιώνει την μοναδική νόμιμη λύση στην συγκεκριμένη περίπτωση[33]. Για τον λόγο αυτό, η εσφαλμένη σημασιοδότηση της αόριστης έννοιας από την διοίκηση πλήττει την νομιμότητα της πράξης και την καθιστά ακυρωτέα.

γ) Οι αόριστες νομικές έννοιες στηρίζουν τον έλεγχο νομιμότητας και εκλεπτύνουν τον έλεγχο συνταγματικότητας των κρατικών πράξεων

Είναι, λοιπόν, ευνόητο, ότι η κακή χρήση των αόριστων εννοιών οδηγεί σε εσφαλμένη διατύπωση της μείζονος πρότασης του νομικού συλλογισμού στον οποίο στηρίζεται η ρύθμιση καθεμιάς περίπτωσης. Εφόσον το σφάλμα εμφιλοχωρήσει σε δικαστική κρίση, ο εντοπισμός του θεμελιώνει τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης. Κατά λογική ακολουθία, ο λανθασμένος προσδιορισμός του νοήματός της από την διοίκηση καθιστά την πράξη παράνομη και ο έλεγχος που διενεργείται, αφορά την ορθότητα της ερμηνείας που επιλέχθηκε[34] και δεν δικαιολογεί τον αυτοπεριορισμό που -οφείλει να- επιδεικνύει ο δικαστής κατά την αξιολόγηση της αιτιολογίας.

Με αφορμή τον έλεγχο αυτό αναδεικνύεται η συμβολή των αόριστων εννοιών στην προστασία της αυτονομίας και στην πραγμάτωση των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος.  Πραγματικά, η σύνθετη νοητική διεργασία που καταλήγει στον προσδιορισμό του περιεχομένου τους, πρώτα από όλα επιβάλλει στον ερμηνευτή να εξασφαλίσει την διαφάνεια και τον ορθολογικό χαρακτήρα της: η απαίτηση να εμφαίνονται τα κριτήρια που χρησιμοποίησε  ο εφαρμοστής του κανόνα και η διάγνωση των αναμενόμενων συνεπειών επιτρέπουν την εύκολη κατανόηση της ερμηνευτικής επιλογής και καθιστούν την ρύθμιση ευχερώς προσβάσιμη από καθένα πολίτη, δηλαδή την νομιμοποιούν.

Τέλος, η “εφεύρεση” του νοήματός τους πραγματοποιείται ενόψει της ανάγκης σεβασμού των δικαιωμάτων που διακυβεύονται σε καθεμιά συνθήκη και υπακούει στο αίτημα της πρακτικής εναρμόνισής τους. Με αυτόν τον τρόπο, η αόριστη έννοια ενσαρκώνει τα θεμελιώδη προτάγματα της έννομης τάξης και επιτρέπει στον δικαστή και στην νομική επιστήμη να συμβάλλουν στην πραγμάτωσή τους.

Αντί κατακλείδας:  πέρα από τον φόβο του δικαστικού ακτιβισμού και   της φωνής του λαού

Οι αόριστες νομικές έννοιες και η εφαρμογή τους είναι οι πιο παραστατικοί μάρτυρες του δικαιοπλαστικού χαρακτήρα της ερμηνείας του δικαίου. Ο ερμηνευτής συναντιέται με τα νοήματα που ο νομοθέτης είχε εισαγάγει στην έννομη τάξη και αναμετριέται με αυτά, προκειμένου να εξασφαλίσει την αποτελεσματική ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων, που πλέον εξελίσσονται τάχιστα και συνήθως διατρέχονται από συγκρούσεις.

Έτσι, οι αόριστες νομικές έννοιες  βρίσκονται στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων που αφορούν κρίσιμα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα και πολλές φορές προσλαμβάνουν πολιτική διάσταση. Για τον λόγο αυτό, η επαναδιατύπωση του νοήματός τους με βάση τα κανονιστικά αιτήματα της εποχής είναι μια δύσκολη υπόθεση: ο νομοθέτης ανταποκρίνεται σε διεκδικήσεις που άλλοτε έχουν στέρεο κοινωνικό υπόβαθρο, άλλοτε όμως εκφράζονται από την παρορμητική και εν πολλοίς χειραγωγούμενη κοινή γνώμη. Η διοίκηση καλείται να τις εφαρμόσει, μεριμνώντας για την ισότιμη προστασία όλων των χρηστών της, που διαβιώνουν σε συνθήκες ακραίας ανισότητας. Τέλος, ο δικαστής αναζητά το νόημά τους κινούμενος ανάμεσα στο όριο της λειψής  δημοκρατικής του νομιμοποίησης και την ευθύνη να εξασφαλίσει τον σεβασμό της θέλησης ενός λαού που σήμερα δεν υπάρχει, αποφάσισε όμως πρωταρχικά όταν συνέταξε το πολίτευμα.

Η επιστήμη, κατά κύριο λόγο η νομική επιστήμη και οι μέθοδοι της καθοδηγούν την νομική πράξη και συμβάλλουν στην ορθολογική κατάστρωση των ερμηνευτικών προτάσεων. Επίσης, η διαδικασία με βάση την οποία σημασιολογούνται οι αόριστες έννοιες, η διαφάνεια και η πληρότητα του συλλογισμού επηρεάζουν το περιεχόμενό τους. Είναι όμως η αναγωγή στις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος που καθιστά τις αόριστες έννοιες μέσο εκδημοκρατισμού του δικαίου και που προσδίδει δικαιότερο χαρακτήρα στους κανόνες του: η σύνδεση του νοήματός τους με την ισότητα, την κοινωνική αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη επιτρέπει στις αόριστες έννοιες να δίνουν απαντήσεις στα σύγχρονα προβλήματα, να διατηρούν την συνοχή της έννομης τάξης και τον εγγυητικό χαρακτήρα του δημόσιου δικαίου.

Εισήγηση στην Ημερίδα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, 9/10/2020

[2] βλ. Κ. Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2014, σ. 480 επ.

[3] Βλ. Κ. Σταμάτη, Η θεμελίωση των νομικών κρίσεων, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2009, σ. 273-4, Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Αόριστες και τεχνικές έννοιες στο δημόσιο δίκαιο, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1997, σ. 16.

[4] Κ. Σταμάτη, ό.π., σ.245 επ.

[5] Τούτο εξηγεί κάπως την τάση τη νομολογίας να εξομοιώνει την χορήγηση διακριτικής ευχέρειας στην διοίκηση με την χρήση αόριστων εννοιών, όπως π.χ. η πρόσφατη ΣτΕ 357/2020,  με την οποία κρίθηκε ότι “Δεν μπορεί δηλαδή ο νομοθέτης ή η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση, χρησιμοποιώντας αόριστες έννοιες και γενικές ρήτρες, οι οποίες χρήζουν προσδιορισμού με συμπλήρωση, να αφήνουν σε διοικητικά όργανα περιθώρια ουσιαστικής εκτίμησης ή αξιολόγησης της συμπεριφοράς ατόμων ή της εκτίμησης ή αξιολόγησης άλλων πραγματικών δεδομένων, προκειμένου να εκδώσουν ατομική διοικητική πράξη περιοριστική της εν λόγω ελευθερίας. Συνεπώς, νόμος που θεσπίζει περιορισμούς στην ελεύθερη έξοδο και είσοδο στη Χώρα οποιουδήποτε Έλληνα, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, όταν αναθέτει στα διοικητικά όργανα τη διαπίστωση απλώς και μόνο της συνδρομής των τασσόμενων από το ίδιο το νομοθετικό κείμενο, κατά τρόπο γενικό, αλλά συγκεκριμένο και σαφή, αντικειμενικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή των οποίων επιτρέπεται η έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης περιοριστικής της εν λόγω ελευθερίας (βλ. ΣτΕ 2313/1976 Ολομ., 2858/1985, 4674 Ολομ., 378/2012, 1799/2016).”. Όπως όμως επισημαίνεται πιο κάτω, τούτη η εξομοίωση δεν ευσταθεί και γεννά σύγχυση: η εννοιολόγηση των αόριστων εννοιών είναι μια νοητική διαδικασία που διαφέρει από την επιλογή μεταξύ περισσότερων εξίσου αποδεκτών λύσεων στο εσωτερικό του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ασκείται και ελέγχεται διαφορετικά.

[6] Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, στο ποινικό δίκαιο, που οι κανόνες του επιβάλλουν ως κύρωση την στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, η χρήση αόριστων εννοιών απαγορεύεται. Η συνταγματικής περιωπής αρχή nullum crimen nulla poena sine lege certa επιβάλλει η άδικη πράξη και τα αποτελέσματά της να περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα, ώστε να επιτελείται όχι μόνον η αντεγκληματική αλλά και η εγγυητική λειτουργία του δικαίου, βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, Τα θεμέλια του ποινικού δικαίου, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σακούλα, 2020, σ. 115 επ.

[7] Την εγγυητική λειτουργία του θετικισμού στην συγκυρία του μετεμφυλιακού πολιτικού συστήματος, ανέδειξε ο Α. Μάνεσης, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος Ι, «Το Νομικόν»- εκδ. Η. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1956, σ. 222 επ. Στις συνθήκες δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος, με την ίδια στιβαρότητα έδειξε ότι η θετικιστική προσέγγιση είναι ανεπαρκής για την θεμελίωση των λειτουργιών του Συντάγματος και πρότεινε την διαλεκτική θεώρηση του δικαίου.

[8] Κ. Σταμάτης, ό.π., σ.

[9] Έτσι και ο Φ. Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2020, σ. 143, που επισημαίνει ότι οι αόριστες αφήνουν “ευρέα περιθώρια υπαγωγής ορισμένων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.”  

[10] Βλ. Κ. Γώγος, “Δημιουργούν οι αόριστες νομικές έννοιες πράγματι διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης;” ΔιΔικ 2021/1, σ. 7 επ. , contra Ευ. Κουτούπα – Ρεγκάκου, ”Ο ρόλος των αορίστων εννοιών στο σύγχρονο κράτος δικαίου”,σε Α. Μανιτάκη-Κ. Σταμάτη, Όψεις του κράτους δικαίου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 1990, σελ. 275 επ.

[11] ΣτΕ 2209/1977.

[12] ΔιοκΕφΘεσ 180/1996.

[13] ΣτΕ 888/2008.

[14] βλ. Σ. Κοφίνη, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, Αθήνα Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2016, σ. 86 επ.

[15] ό.π.,

[16] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 681/2008, 986/2014, ΑΕΔ 8/2019 με ενδιαφέρουσα μειοψηφία και ΣτΕ 296/2020.

[17] Χ. Δεληγιάννη-Δημητράκου, ”Ουσιαστική ισότητα και ανθρώπινη αξιοπρέπεια”, ΕφημΔΔ, 2014/5, σ. 633, επ.

[18] Ενδεικτικά ΣτΕ 1031/2015.

[19] ΣτΕ 1307/2019 με παραπομπή στις ΣτΕ 481/2018 Ολ, 431/2018, 4741/2014, 2192-2196/2014.

[20] Έτσι ο Σ. Μήττας  ”Ο Covid-19 και το «χρέος κοινωνικής αλληλεγγύης» του ελληνικού Συντάγματος (άρθρο 25§4)”, https://www.constitutionalism.gr/, πρβλ. Α. Παπατόλια, «Κοινωνικά δικαιώματα και χρέος αλληλεγγύης σε εποχές πανδημίας». Μια κριτική προσέγγιση της κρατούσας ερμηνείας”, https://www.constitutionalism.gr/

[21] Δεδομένου ότι κατά κανόνα  βλ. Σ. Βλαχόπουλος, Η κατάχρηση δικαιώµατος στη νοµολογία των διοικητικών δικαστηρίων, ΔιΔικ 2021/1, σ. 1 επ., με πλήρη υπομνηματισμό.

[22] Ενδεικτικά Paksas κατά Λιθουανίας, απόφαση της 6.1.2011 (Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης)

[23] βλ. την συμβολή της Τ. Σταυρινάκη ”Αρθρο 17- Κατάχρηση δικαιώματος” σε Λ.-Α. Σισιλιάνου, Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Αθήνα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017, σ. 640, επ.

[24] Προχωρώντας, μάλιστα, σε σύμφωνη ερμηνεία του νόμου προς το Σύνταγμα, βλ. Β. Μπουκουβάλα, ”Η έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης: ένας διαρκής διάλογος μεταξύ συντακτικού, αναθεωρητικού, κοινού νομοθέτη και δικαστή“, ΔιΔικ 2018/5, σ. 837 επ.  και τις εκεί παραπομπές.

[25] Γ. Παπαδημητρίου, «Το περιβαλλοντικό Σύνταγμα-Θεμελίωση, περιεχόμενο και λειτουργίες», Νόμος και Φύση, 2/1994 σε http://nomosphysis.org.gr/7006/to-periballontiko-suntagma-themeliosi-periexomeno-kai-leitourgia.

[26] ΑΕΔ 27/99.

[27] Ενδεικτικά, βλ. . Χρ. Δετσαρίδης, Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης στο Διοικητικό Δίκαιο, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2003, ιδίως σ. 102 επ., Α. Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά, Γενικές αρχές στη νομολογία του ΣτΕ και του ΔΕΚ, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2007, ιδίως σ. 46 επ., Γ. Κατρούγκαλου, “Η προστασία της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το Κράτος”, ΔιΔίκ 1993, σ. 941, Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, “Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου”, Αρμ. 1995, σ. 1380, Ευγ. Πρεβεδούρου, “Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στη γαλλική έννομη τάξη”, ΔτΑ, 2003, σ. 253 επ.

[28] ΣτΕ 2522/2000

[29] ΣτΕ 350/2020

[30] Από την εκτεταμένη και ενίοτε θυελλώδη συζήτηση για τον έλεγχο της συνταγματικότητας στην Ελλάδα  βλ απολύτως ενδεικτικά, Α. Μανιτάκη, “Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα”, ΤοΣ 2003/1, σ. 13 επ.,, του ίδιου, “Οι αυτοδεσμεύσεις του δικαστή από τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της (αντι)συνταγματικότητας των νόμων”, ΤοΣ, 2006/2, σ. 403 επ. Ευ. Βενιζέλου- Κ. Χρυσόγονου, Το πρόβλημα της συνταγματικής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, Αθήνα, Α. Σάκκουλας, 2006, Γ. Τασόπουλου, Τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας και η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2007 Κ. Γιαννακόπουλου, “Ο διάχυτος και παρεμπίπτων δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα υπό το πρίσμα του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου”, ΕφημΔΔ 2009/6, σ. 825 επ. και για την ιστορική διαδρομή του ελέγχου Ακ. Καϊδατζή, Ο δικαστικός έλεγχος των νόμων στην Ελλάδα (1844-1935), Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2016.

[31] Βλ. πιο πάνω υπό Ι).

[32] Αναντίλεκτη είναι πλέον η εξουσία των Ανεξάρτητων Αρχών να καθορίζουν το περιεχόμενο των αόριστων εννοιών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ενδεικτικά βλ. Κ. Παπανικολάου, Η εξουσία των Ανεξάρτητων Αρχών, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2018, σ. 238 επ.   Πάντως, το γεγονός ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι εξοπλισμένες με οργανική ανεξαρτησία, δεν μεταβάλλει  τον χαρακτήρα της ερμηνευτικής διαδικασίας που ακολουθούν ως φορείς της εκτελεστικής εξουσίας και που ταιριάζει με αυτή των υπόλοιπων οργάνων της διοίκησης.

[33] Όπως επισημαίνει ο Μ. Πικραμένος, Η αιτιολογία των διοικητικών πράξεων, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2012, σ. 288 “Η διοικητική πράξη που εκδίδεται τελικώς από το αρμόδιο όργανο, αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίσθηκε το περιεχόμενο της αόριστης ή αξιολογικής νομικής έννοιας” και “το Δικαστήριο ασκεί έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος συνίσταται στην εξέταση της αόριστης νομικής έννοιας που χρησιμοποίησε η Διοίκηση και του περιεχομένου που της προσέδωσε.”

[34] Αντίθετοι οι Μαρκαντωνάτου- Σκαλτσά, ό.π., σ. 98 και Α. Γέροντας, Επιτομή Γενικού Διοικητικού Δικαίου, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, εκδ. Σάκκουλα, 2020, σ. 275 επ.,

 

Εισήγηση στην Ημερίδα της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, 9/10/2020

Η δύσκολη συμπερίληψη: πολιτικές αφομοίωσης και πολιτικές πολυπολιτισμικότητας στον ευρωπαϊκό χώρο και οι αντανακλάσεις τους στη χώρα μας

Δημήτρης Ζακαλκάς  Δ.Ν. - Δικηγόρος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ *

Στην παρούσα μελέτη ανιχνεύεται το ζήτημα της διαχείρισης της πολιτισμικής ετερότητας στον ευρωπαϊκό χώρο, καθώς και οι επιρροές της στη χώρα μας. Το ιστορικά πρώτο πεδίο δοκιμασίας της συνύπαρξης μειονοτικών πολιτισμών με τον κυρίαρχο, στις επικράτειες των «εθνικών» κρατών, υπήρξαν οι «εθνικές μειονότητες».

Βέβαια, πολιτισμικές ετερότητες αποτελούν και οι –ιστορικά υστερόχρονες-  ετερότητες, που δημιουργούνται με τη μετανάστευση. Οι τελευταίες, ωστόσο,  έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, σε σχέση με τις «εθνικές μειονότητες», και έχουν προβάλει διαφορετικά αιτήματα και τρόπους προστασίας τους.  Συνεπώς,  απαιτείται  μια διαφοροποιημένη  προσέγγιση.

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να διαχωρίσουμε τις δημόσιες πολιτικές των κρατών ως  προς το ζήτημα αυτό, σε πολιτικές  που στοχεύουν στη «μονοπολιτισμικότητα», δηλαδή πολιτικές μη ανοχής της πολιτιστικής διαφορετικότητας, με στόχο την αφομοίωσή της, και σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας οι οποίες την αναγνωρίζουν και ενθαρρύνουν τη συνύπαρξή της με την πολιτιστική πλειονότητα.

Κατ’ αρχάς (υπό Ι), θα διερευνηθεί το ζήτημα της έμπρακτης αντιμετώπισης (είτε με πολιτικές αφομοίωσης είτε πολυπολιτισμικότητας)  από τα «εθνικά» κράτη  των «εθνικών μειονοτήτων».  Ακολούθως, θα τοποθετηθεί μέσα στο γενικότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο η έμπρακτη αντιμετώπιση του ζητήματος από τη χώρα μας, δηλαδή  οι πολιτικές που ασκήθηκαν σε σχέση με τις δικές μας πολιτιστικές ετερότητες που κατά καιρούς διεκδίκησαν τον χαρακτηρισμό τους ως «εθνικές μειονότητες». Τέλος, θα ανιχνευθούν τα συνταγματικά ζητήματα που έχει προκαλέσει η συνύπαρξη της εθνοπολιτισμικής πλειονότητας με τις συγκεκριμένες ετερότητες στη χώρα μας.

Κατόπιν (υπό ΙΙ), κατά τον ίδιο τρόπο και ακολουθώντας το ίδιο πλαίσιο ανάπτυξης,  θα διερευνήσουμε την αντιμετώπιση των μεταναστών από τις παραδοσιακές χώρες υποδοχής τους, με πολιτικές είτε αφομοιωτικές είτε πολυπολιτισμικές, δηλαδή πολιτικές αναγνώρισης και υποστήριξης της  διατήρησης και προβολής στη δημόσια σφαίρα της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους. Θα ακολουθήσει, η ανίχνευση της αντιμετώπισης των μεταναστών στη χώρα μας, η οποία εισήλθε καθυστερημένα στην ομάδα χωρών μεταναστευτικής υποδοχής. Τέλος, θα καταγράψουμε τα προβλήματα με τη δικαιοταξία μας που ενδεχόμενα θα εγείρει η συνύπαρξη με τις μεταναστευτικές κοινότητες στο μέλλον, λόγω του ότι στη χώρα μας τα προβλήματα αυτά δεν έχουν ιστορικό βάθος ανάλογο με αυτό παραδοσιακών μεταναστευτικών προορισμών.

Στο επίμετρο, θα κατατεθεί ένα γενικότερο πλαίσιο για την έκταση πολιτικών πολυπολιτισμικότητας που μπορεί να γίνει ανεκτή σε φιλελεύθερες δικαιοταξίες. Επιπλέον, θα διατυπωθούν  προβληματισμοί για τους  κινδύνους (ως προς τη συνοχή των κρατικά οργανωμένων κοινωνιών) που υποστηρίζεται ότι κομίζουν αυτές οι πολιτικές.

 

Ι) ΕΘΝΙΚΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

1) Η αντιμετώπιση από τα «εθνικά» κράτη των «εθνικών μειονοτήτων» τους

Α) Πολιτιστική ομοιογενοποίηση με κάθε τίμημα, παρά την υπόσχεση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ)

Τα «εθνικά» κράτη, ως οντότητες του 18ου αιώνα και εντεύθεν, αναζήτησαν και επικαλέσθηκαν («εθνικισμός») για τη συγκρότηση και θεμελίωσή τους την προϋφιστάμενη ύπαρξη μιας κοινωνίας πολιτιστικά ομοιογενούς («έθνος»), με συνείδηση της διαφορετικότητάς της («εθνική ταυτότητα»), διακριτής από άλλες κοινωνίες, στις οποίες αντιστοιχούν άλλα «εθνικά» κράτη[1].

Βέβαια, οι κοινωνίες, τόσο του δικού μας «εθνικού» κράτους, όσο και των άλλων ευρωπαϊκών κρατών  (όπως αυτά αποκρυσταλλώθηκαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Συνθήκη των Βερσαλλιών -1919-, η οποία θεωρήθηκε ως θρίαμβος του εθνικισμού) κάθε άλλο παρά πολιτιστικά ομοιογενείς ήταν. Αυτό ήταν αναπόφευκτο λόγω της  ανάμειξης των «εθνών» στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ιδίως στο ανατολικό της τμήμα, στα εδάφη των παλιών πολυεθνικών αυτοκρατοριών (των Αψβούργων, των Ρώσων, των Οθωμανών). Η πολιτιστική ομοιογένεια επιχειρήθηκε από τα νεοδημιουργημένα «εθνικά» κράτη είτε δια της αφομοίωσης είτε δια του εξοβελισμού των πολιτισμικά διαφορετικών. Η επιδίωξη ομοιογενοποίησης δια εξοβελισμού επιδιώχθηκε είτε  δια της βίας (π.χ. η γενοκτονία των Αρμενίων καθώς και βίαιη εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού ήδη από την εποχή των Νεότουρκων)  είτε επενδυμένη με διεθνείς συνθήκες (π.χ. Συνθήκη του Νεϊγύ το 1919, Συνθήκη της Λωζάνης το 1923)[2].

Εν τέλει, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρέμεινε απλή υπόσχεση το διεθνές σύστημα προστασίας των μειονοτήτων[3] υπό την ΚτΕ, που παρέπεμπε σε πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις. Αυτό, στον βαθμό που στοιχείο της προστασίας τους ήταν η παροχή (όχι μόνον ατομικών δικαιωμάτων, αλλά και) ειδικών συλλογικών δικαιωμάτων, όπως π.χ. στην οργάνωση της σχολικής εκπαίδευσης και της θρησκευτικής λατρείας στη «μουσουλμανική μειονότητα» της Δυτικής Θράκης, βάσει της υπό την αιγίδα της ΚτΕ Συνθήκη της Λωζάνης[4].

Στην πράξη, σε όλον τον ευρωπαϊκό χώρο οι μειονοτικοί αντιμετωπίσθηκαν ως υπονομευτές της ακεραιότητας των κρατών. Όχι μόνο προϋποθέσεις διατήρησης της διαφορετικότητάς τους εμποδίστηκαν, αλλά ακόμη και δικαιώματα  ισοπολιτείας υπονομεύτηκαν. Δεν αποτέλεσαν εξαίρεση  ακόμη και τα πιο φιλελεύθερα κράτη που είχαν προκύψει από τις παλιές αυτοκρατορίες, οι οποίες στο συγκεκριμένο ζήτημα είχαν επιδείξει μεγαλύτερη ανοχή (π.χ. σε αντίθεση με την Αυστροουγγαρία, στην Τσεχοσλοβακία, ελάχιστοι δημόσιοι υπάλληλοι γερμανικής εθνότητας είχαν γίνει ανεκτοί, παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη μειονότητα αποτελούσε το ένα πέμπτο περίπου του πληθυσμού της)[5].

Β) Μεταπολεμική άνθιση των οικουμενικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και αποδυνάμωση της μειονοτικής προστασίας

H προστασία δια μειονοτικών δικαιωμάτων υποχώρησε σε  θεσμικό επίπεδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η νέα προσέγγιση αντικατέστησε τα δικαιώματα των μειονοτήτων με τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα[6].  Έτσι, αντί να προστατεύονται οι εθνικές μειονότητες μέσω ειδικών δικαιωμάτων, θα έπρεπε να προστατεύονται έμμεσα, με την εγγύηση βασικών αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων σε όλα τα άτομα (άσχετα αν ανήκουν σε μειονότητες), υπό τη λογική ότι εκεί όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα προστατεύονται σθεναρά δεν χρειάζονται περαιτέρω δικαιώματα για τις μειονότητες.

Βέβαια, στην πράξη η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να καταλήξει στην αποδυνάμωση των εθνικών μειονοτήτων, στον βαθμό που χωρίς ειδικά «μειονοτικά» δικαιώματα (π.χ. σε περιοχές σημαντικής εγκατάστασης μειονοτικών πληθυσμών το δικαίωμα χρησιμοποίησης της μειονοτικής γλώσσας στα σχολεία, στα δικαστήρια, στα μέσα επικοινωνίας και περαιτέρω κάποια μορφή τοπικής και περιφερειακής αυτονομίας κ.ο.κ.) η διαφορετικότητα θα εξοβελιζόταν από τη δημόσια σφαίρα και τελικά οι μειονότητες δύσκολα θα μπορούσαν να αντισταθούν στις αφομοιωτικές πολιτικές των κρατών που τις «φιλοξενούσαν».

Η αιτία σε αυτή τη μεταπολεμική θεσμική προσέγγιση ήταν ότι η ειδική μειονοτική προστασία είχε περιπέσει σε ανυποληψία και θεωρούνταν αποσταθεροποιητική. Αυτό  εξαιτίας της επίκλησης από τους Ναζί, για την εισβολή στα εδάφη της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας, της μη τήρησης των δικαιωμάτων των γερμανικών μειονοτήτων στις χώρες αυτές, υπό το σύστημα προστασίας της ΚτΕ. Στον βαθμό που οι ίδιες οι γερμανικές μειονότητες είχαν συμφωνήσει στη χειραγώγηση αυτή των Ναζί, θεωρήθηκε ότι η αναπαραγωγή των εθνικών μειονοτήτων θα λειτουργούσε ως «πέμπτη φάλαγγα» στα εύλογα συμφέροντα των κρατικών οντοτήτων. Κατά συνέπεια, τα αιτήματα αναπαραγωγής τους έπρεπε να υποταχθούν στο κρατικό συμφέρον. Το «εθνικό» κράτος θα έπρεπε να καταστεί ασφαλές, έστω και με τίμημα την εξάλειψη των μειονοτικών πολιτισμών[7].

Συναφώς, ειδική μνεία σε δικαιώματα μειονοτήτων δεν υπήρξε ούτε στον Χάρτη του ΟΗΕ ούτε στη Διεθνή Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1948, αλλά ούτε στους διάφορους μεταπολεμικούς χάρτες ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το μοναδικό έρεισμα για την υπεράσπιση των μειονοτικών δικαιωμάτων θα μπορούσε να ήταν το άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (1966), όπου ορίζεται ότι «στα Κράτη όπου υπάρχουν εθνοτικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες, τα πρόσωπα που ανήκουν σε αυτές δεν μπορούν να στερηθούν του δικαιώματος να έχουν, από κοινού με τα άλλα μέλη της ομάδας τους, τη δική τους πολιτιστική ζωή, να εκδηλώνουν και να ασκούν τη δική τους θρησκεία ή να χρησιμοποιούν τη δική τους γλώσσα». Πλην όμως, το δικαίωμα των μειονοτήτων στη «δική τους πολιτιστική ζωή» γινόταν αντιληπτό, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ως εγγύηση αρνητικών δικαιωμάτων μη επέμβασης και όχι ως εγγύηση θετικών δικαιωμάτων συνδρομής, χρηματοδότησης, τοπικής ή περιφερειακής αυτονομίας ή καθεστώτος επίσημης γλώσσας. Επιπλέον, επικράτησε η ερμηνεία που θεωρεί ότι το ως άνω άρθρο αναφέρεται σε δικαιώματα ατομικά, τα οποία μπορούν να ασκηθούν από κάθε μέλος της μειονότητας ατομικά, και όχι από τη μειονότητα εκπροσωπούμενη ως σύνολο[8].

Περαιτέρω, στην ΕΣΔΑ δεν προβλέπονται θετικά δικαιώματα προστασίας των μειονοτήτων ως τέτοιων. Από τις διατάξεις της (ιδίως το άρθρο 14, για απαγόρευση των διακρίσεων) μόνο έμμεσα θα μπορούσε να προστατευθεί το μέλος μιας μειονοτικής ομάδας (και όχι η μειονότητα ως τέτοια) απέναντι σε κρατικές προσβολές. Με άλλα λόγια, απαγορεύονται διακρίσεις (μεταξύ άλλων και) λόγω «συμμετοχής σε εθνική μειονότητα» ως προς την απόλαυση των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ, που είναι δικαιώματα που έχει ο κάθε άνθρωπος` δεν προικίζεται ο μειονοτικός με ειδικά μειονοτικά δικαιώματα[9]. Βέβαια, έστω και αυτή η προστασία δεν είναι ασήμαντη, ιδιαίτερα μετά τη δυναμική που προσέδωσε η αποδοχή από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη του δικαιώματος της ατομικής προσφυγής στο ΕΔΔΑ, στις αρχές της δεκαετίας του `90.

Γ) Πολιτικές πολυπολιτισμικότητας σε κάποιες χώρες μεταπολεμικά, παρά την απουσία σχετικών διεθνών ρυθμίσεων

Παρά την απουσία ειδικών προστατευτικών ρυθμίσεων για τις «εθνικές μειονότητες» η μεταπολεμική επανάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτούργησε χειραφετητικά και κατέστησε αναχρονισμό τις ιδέες για εθνοτική και φυλετική ανισότητα, πάνω στις οποίες είχε στηριχθεί η αποικιοκρατία. Υπό ένα τέτοιο κλίμα πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταπολεμικά, ανέτρεψαν προγενέστερες απόπειρες αφομοίωσης των μειονοτήτων τους και προσχώρησαν σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας. Με άλλα λόγια, εμπράκτως αποδέχθηκαν ότι οι μειονότητες αυτές θα διαρκέσουν ως τέτοιες εις το διηνεκές  και ότι θα πρέπει η διαφορετικότητά τους να εξυπηρετηθεί και με ειδικά θετικά μέτρα.

Αυτός ο στόχος  υλοποιήθηκε μέσω της ομοσπονδιοποίησης του κράτους, δημιουργώντας μια ομοσπονδιακή ή οιονεί ομοσπονδιακή υπομονάδα, στην οποία η μειονοτική ομάδα αποτελεί τοπική πλειονότητα και μπορεί επομένως να ασκεί σημαντικές μορφές αυτονομίας (π.χ. οι Βάσκοι και οι Καταλανοί στην Ισπανία, οι Φλαμανδοί στο Βέλγιο).   Ή, μέσω της δημιουργίας μιας οιονεί ομοσπονδιακής μορφής εδαφικής αυτονομίας ειδικά για τις επίμαχες ομάδες, χωρίς πάντως την ομοσπονδιοποίηση ολόκληρης της χώρας (π.χ. Σκωτία και Ουαλία στο Ηνωμένο Βασίλειο, γερμανόφωνη μειονότητα του Ν.Τιρόλου στην Ιταλία).  Επιπλέον, η γλώσσα της μειονότητας αναγνωρίσθηκε συνήθως ως επίσημη κρατική γλώσσα, τουλάχιστον εντός της ομοσπονδιακής υπομονάδας, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και σε ολόκληρη τη χώρα.

Βέβαια, κάποιες χώρες παρέμειναν επιφυλακτικές σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας για τις «εθνικές μειονότητές» τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, η οποία προσδοκούσε και απαιτούσε την αφομοίωση των ετεροτήτων, μέσω της εκπαίδευσης και της εν γένει κοινωνικοποίησής τους, στον προσανατολισμένο στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους  και στα ανθρώπινα δικαιώματα γαλλικό πολιτισμό. Συναφώς,  το γαλλικό Conseil d’ Etat, το 2015, έκρινε (στην πεπατημένη προγενέστερης απόφασης -99/412- του Conseil Constitutionnel) ότι δεν ισχύει υπέρ των Βάσκων και των Κορσικανών ο υπογεγραμμένος από τη Γαλλία «Ευρωπαϊκός Χάρτης των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών» (1992) του Συμβουλίου της Ευρώπης, λόγω της σαφούς συνταγματικής πρόβλεψης για τη γαλλική γλώσσα ως κρατικής γλώσσας[10]. Τελικά, η Γαλλία δεν προχώρησε στην επικύρωση του Χάρτη, παρά την αρχική υπογραφή της[11].

Οι παράμετροι που συνέβαλαν στην αποδοχή πολιτικών πολυπολιτισμικότητας σε συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες (χωρίς να παραγνωρίζονται και οι ιδιαίτερες συνθήκες σ’ αυτές),  είναι οι κάτωθι: (α) η εδραιωμένη δημοκρατία: στις χώρες αυτές ήταν υπαρκτή η δυνατότητα πρόσβασης των μειονοτήτων σε πολλαπλά και μεταβλητά σημεία εξουσίας, σε κεντρικό, περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο, καθώς επίσης σε αποτελεσματική δικαστική προστασία και στη διεθνή πίεση, με αποτέλεσμα  οι εχθρικές προς αυτές ελίτ να βρίσκουν εμπόδια σε ενδεχόμενες απόπειρες συνθλίψής τους,   (β) η υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αυτοτοποθέτηση των συγκεκριμένων μειονοτήτων: πράγματι, θα ήταν δύσκολο να κερδηθεί η εμπιστοσύνη ή έστω η ανοχή της πλειονότητας, αν οι συγκεκριμένες μειονότητες, στο όνομα της πολιτιστικής τους ιδιαιτερότητας, δεν παρείχαν εγγυήσεις για ισότητα των δύο φύλων, θρησκευτική ελευθερία, άρση φυλετικού διαχωρισμού κ.τ.λ. Συναφώς, δύσκολα θα γινόταν αποδεκτή π.χ. η μειονοτική αυτοδιοίκηση, αν υπήρχε ο φόβος ότι μόλις οι «εθνικές μειονότητες» αποκτήσουν καθεστώς αυτονομίας, θα το χρησιμοποιήσουν για να καταδιώξουν ή καταπιέσουν οποιονδήποτε δεν ανήκει στη μειονοτική ομάδα, (γ) η διασκέδαση των κινδύνων για την γεωπολιτική ασφάλεια του κράτους: πράγματι, θα ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτή μια πολυπολιτισμική προσέγγιση, αν δεν είχαν διασκεδασθεί προπολεμικοί φόβοι, π.χ. ότι η γερμανόφωνη μειονότητα  του Ν.Τιρόλου θα ήταν πιο πιστή στη Γερμανία ή την Αυστρία, παρά στην Ιταλία. Στις χώρες αυτές πολιτικές πολυπολιτισμικότητας αξιολογήθηκαν ως εγχείρημα χαμηλού κινδύνου, οπότε οι σχέσεις κράτους «εθνικών μειονοτήτων» βγήκαν εκτός του πλαισίου της «ασφάλειας» και εντάχθηκαν στο πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτικής, (δ) το επίπεδο ανάπτυξης που επέτρεψε τις αναδιανεμητικές πολιτικές του κοινωνικού κράτους: κατά συνέπεια το γενικό επίπεδο ευημερίας συνέβαλε στην κοινωνική συμπερίληψη του συνόλου των μελών της Πολιτείας, ακόμη και των μειονοτικών, θέτοντας τις προϋποθέσεις μιας πολιτειακής συναίνεσης[12].

Δ) Η αναθέρμανση της μειονοτικής προστασίας μετά τα τέλη της δεκαετίας του `80.

Σε γενικές γραμμές, μεταπολεμικά (μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του `80), τα μειονοτικά ζητήματα στον ευρωπαϊκό χώρο δεν αποτελούσαν εστίες αποσταθεροποίησης, διαφορετικά απ’ ό, τι προπολεμικά. Η κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη συνοδεύτηκε από βίαιες εθνοτικές συγκρούσεις, κυρίως στον Καύκασο (κινήματα απόσχισης στα εδάφη της υπό κατάρρευση Σοβιετικής Ένωσης – ιδίως συγκρούσεις στα εδάφη του Αζερμπαϊτζάν μεταξύ των τουρκογενών Αζέρων και της αρμενικής μειονότητας- ) και στα Βαλκάνια (στα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας), αλλά υπό τον κίνδυνο υπερχείλισης και σε άλλες περιοχές[13].

Οι διεθνείς οργανισμοί επιχείρησαν να προστατέψουν τις βαλλόμενες μειονότητες και συνακόλουθα να διασφαλίσουν την περιφερειακή ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα, αξιώνοντας την προστασία των μειονοτήτων  στις νεοδημιουργημένες χώρες, προκειμένου να γίνουν δεκτές σε αυτούς. Και αυτό, άσχετα από την εμφανή αναξιοπιστία της ως άνω αξίωσης, στον βαθμό που πολλές κατεστημένες ευρωπαϊκές χώρες ούτε είχαν ανάλογης έκτασης προστασία για τις δικές τους εθνικές μειονότητες  ούτε και επιθυμούσαν να ελέγχονται, ως προς αυτό,  από διεθνείς οργανισμούς, κάποιες δε απ’ αυτές αρνούνταν ακόμη και την ύπαρξή τους (π.χ. Γαλλία, Ελλάδα, Τουρκία).

Η δια της διδαχής εισαγωγή μοντέλων πολυπολιτισμικής διαχείρισης των μειονοτικών ζητημάτων που επιχειρήθηκε, στα πρότυπα δυτικοευρωπαϊκών χωρών, κατέληξε σε αποτυχία. Ο βασικός λόγος της αποτυχίας σχετίζεται με το γεγονός ότι στις ως άνω εύφλεκτες περιοχές απουσίαζαν οι προϋποθέσεις που είχαν καταστήσει εφικτή την εφαρμογή πολυπολιτισμικών πολιτικών σε ώριμες δυτικές δημοκρατίες.   Πράγματι, στις περιοχές αυτές ούτε τα εμπλεκόμενα κράτη ήταν ώριμες δημοκρατίες ούτε είχαν εκλείψει κίνδυνοι γεωπολιτικής ασφάλειας αλλά και ούτε οι βαλλόμενες μειονότητες παρείχαν εγγυήσεις ότι αν πετύχουν την επιδιωκόμενη μειονοτική προστασία (όπως π.χ. εδαφική αυτονομία σε περιοχές που ήταν πλειονότητες), θα εγγυηθούν εντός αυτών των περιοχών τα δικαιώματα των ετεροτήτων και δεν θα τις καταδιώξουν ή ποικιλότροπα καταπιέσουν[14].

To επόμενο βήμα ήταν η ψήφιση της «Σύμβασης-πλαίσιου για  την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων» του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία υιοθετήθηκε από την Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου στις 10-11-1994 και τέθηκε σε ισχύ στις 1-2-1998[15].    Η Σύμβαση περιέχει χαλαρές νομικές ρυθμίσεις προγραμματικού χαρακτήρα, οι οποίες δίνουν στα συμβαλλόμενα κράτη μεγάλο περιθώρια εκτίμησης σε ό, τι αφορά τα εθνικά μέτρα και τις πολιτικές τους έναντι των εθνικών μειονοτήτων, προκειμένου να προσαρμόσουν σταδιακά τις νομοθεσίες τους με βάση τις ιδιαιτερότητές τους.

Επί της ουσίας, η Σύμβαση προωθεί ήπιες πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις, αφού δεσμεύει «… τα μέρη [να] απέχουν από κάθε πολιτική ή πρακτική που έχει στόχο την αφομοίωση των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες ενάντια στη θέλησή τους …» (άρθρο 5, παρ. 2).  Περαιτέρω, στην προστασία της μειονοτικής ταυτότητας στοχεύει και η διάταξη του άρθρου 16, η οποία δεσμεύει τα κράτη σε αποχή από κάθε επιχείρηση επίδρασης στα δημογραφικά δεδομένα των περιοχών που κατοικούνται από πρόσωπα που ανήκουν σε  εθνικές μειονότητες, η οποία θα είχε άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα την καταπάτηση των επί μέρους δικαιωμάτων και ελευθεριών που απορρέουν από τις αρχές που  διατυπώνονται  στη Σύμβαση.

Πάντως, η Σύμβαση παρέχει προστασία στα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες και όχι στις μειονότητες ως τέτοιες, αποτελώντας συνεπώς ως προς αυτό μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του άρθρου 27 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του ΟΗΕ (1966). Είναι προφανές ότι τα κράτη θέλησαν να αποφύγουν την υιοθέτηση ενός ορισμού της μειονότητας ως συλλογικής οντότητας, προκειμένου να αποφευχθούν εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αξιώσεις αυτοδιάθεσης[16]. Συναφώς, ρητά αναφέρεται ότι καμία από τις διατάξεις της Σύμβασης δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι δίνει το δικαίωμα σε κάποιο (μειονοτικό) άτομο να επιδίδεται σε δραστηριότητες αντίθετες προς την εδαφική ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία των κρατών (άρθρο 21).  Επιπλέον, απορρίφθηκαν με μεγάλη πλειοψηφία προτάσεις, κατά τη συζήτηση της Σύμβασης, για δικαίωμα  αυτονομίας των μειονοτήτων σε περιοχές όπου αυτές αποτελούν την πλειονότητα του πληθυσμού[17].

Η Σύμβαση προβλέπει και ικανό αριθμό θετικών δικαιωμάτων, τα οποία βέβαια σχετικοποιούνται  από την εισαγωγή ευρύτατων περιθωρίων εκτίμησης στα συμβαλλόμενα κράτη. Χαρακτηριστικότερα σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι: το δικαίωμα (στις γεωγραφικές περιοχές σημαντικής ή παραδοσιακής εγκατάστασης προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες) να υποβάλλει κάποιος στις διοικητικές αρχές έγγραφα σε μειονοτική γλώσσα (άρθρο 10 παρ. 2), καθώς και το δικαίωμα σε κάθε μέλος εθνικής μειονότητας να γράφει το ονοματεπώνυμό του στη μειονοτική γλώσσα και αυτό να προστατεύεται από το κράτος (άρθρο 11 παρ. 1), καθώς επίσης και το δικαίωμα (στις περιοχές που κατοικούνται παραδοσιακά από σημαντικό αριθμό προσώπων που ανήκουν σε εθνική μειονότητα) για υιοθέτηση της μειονοτικής γλώσσας στις τοπικές παραδοσιακές ονομασίες, στα ονόματα των δρόμων και άλλων τοπογραφικών πινακίδων που απευθύνονται στο κοινό  (άρθρο 11 παρ. 3). Περαιτέρω, το δεσμευόμενο από τη Σύμβαση κράτος υποχρεώνεται να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια, ώστε τα μέλη των εθνικών μειονοτήτων να έχουν τη δυνατότητα  ίδρυσης και λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, στο πλαίσιο βέβαια της υπάρχουσας νομοθεσίας του (άρθρο 9, παρ. 3, εδ. β’). Ακόμη, θεσπίζεται μια γενική υποχρέωση του κράτους, μέσα στα πλαίσια του εκπαιδευτικού του συστήματος, για την εξασφάλιση της δυνατότητας των προσώπων που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες (σε γεωγραφικές περιοχές σημαντικής ή παραδοσιακής εγκατάστασης προσώπων που ανήκουν σ’ αυτές) να μάθουν τη μειονοτική γλώσσα ή να τους παρέχεται παιδεία στη γλώσσα αυτή, χωρίς βέβαια αυτό να οδηγεί στο να θίγεται η εκμάθηση της επίσημης γλώσσας ή η διδασκαλία σ’ αυτή (άρθρο 14, παρ. 2 και 3).     Τέλος, το κράτος καλείται (άρθρο 12 παρ. 1) να λάβει μια σειρά θετικών μέτρων, στον τομέα της εκπαίδευσης και της έρευνας, προκειμένου να προάγεται η «γνώση του πολιτισμού, της ιστορίας, της γλώσσας και της θρησκείας» των εθνικών του μειονοτήτων (και όχι μόνο της πλειονότητας).

Οι διατάξεις της Σύμβασης προσφέρουν μια ρεαλιστική βάση σε μικρές (σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό του κράτους), διάσπαρτες και ημι-αφομοιωμένες μειονότητες (π.χ. οι Βλάχοι στη Βόρεια Μακεδονία, οι Αρμένιοι στη Ρουμανία, οι Σλοβάκοι στην Τσεχία, ενδεχόμενα οι Σλαβομακεδόνες στη χώρα μας), προκειμένου αυτές να διαπραγματευτούν τη συμπερίληψή τους με όρους αξιοπρέπειας και ασφάλειας. Αυτό, καθόσον τέτοιες μειονότητες δεν είναι ικανές να ασκήσουν περιφερειακή αυτονομία ή να διατηρήσουν ένα ψηλό βαθμό θεσμικής ολοκλήρωσης (π.χ. με τη διατήρηση δικών τους πανεπιστημίων). Όμως, η Σύμβαση δεν θα μπορούσε να είναι η απάντηση σε ευμεγέθεις, κινητοποιημένες  μειονότητες, που εμπλέκονταν σε σοβαρές εθνοτικές συγκρούσεις (που συνεχίζονταν στα εδάφη της διαλυμένης Γιουγκοσλαβίας)[18].

Στην τελευταία περίπτωση, η αποσόβηση των βίαιων εθνοτικών συγκρούσεων και της εντεύθεν αποσταθεροποίησης αποτέλεσε στόχο της διεθνούς κοινότητας. Στο μέτρο που δεν προσφέρονταν οι υπάρχοντες κανόνες της Σύμβασης, ακολουθήθηκε η ad hoc αντιμετώπιση.

Έτσι, οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί πίεσαν τα εμπλεκόμενα σε εθνοτικές διαμάχες μέρη στη Βοσνία (σφαγή στη Σρεμπένιτσα), προκειμένου να αποφευχθούν οι στρατιωτικές κυρώσεις του ΝΑΤΟ, να συμφωνήσουν την ειρήνη στην περιοχή και να αποδεχτούν μια δομή περιφερειακής αυτονομίας και συγκοινοτικού επιμερισμού των αρμοδιοτήτων για τους Βόσνιους μουσουλμάνους, τους Σέρβους και τους Κροάτες (Συμφωνία του Ντέϊτον, 1995).  Αργότερα, το ΝΑΤΟ, παρά την απουσία επίσημης έγκρισης από τον ΟΗΕ, επενέβη στρατιωτικά (Μάρτιος – Ιούνιος 1999) στη «Νέα Γιουγκοσλαβία», προκειμένου η ηγεσία της (Μιλόσεβιτς) να συμμορφωθεί στο σχέδιο συμφωνίας του Ραμπουιγιέ  και να τερματισθεί η πολιτική των εθνοκαθάρσεων κατά των αλβανόφωνων κατοίκων του Κοσόβου, το οποίο είχε στερηθεί τη μεταπολεμική  αυτονομία του (εντός της Δημοκρατίας της Σερβίας -μιας από τις έξι δημοκρατίες της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας-). Ακολούθως,  απαιτήθηκε από την κυβέρνηση της FYROM, προκειμένου να διατηρηθεί η στρατιωτική υποστήριξη του ΝΑΤΟ στη χώρα, να υπογραφεί η συμφωνία της Αχρίδας (2001), με την οποία σταματούσαν οι εχθροπραξίες και παραχωρούνταν καθεστώς επίσημης γλώσσας και ευρύτερες τοπικές εξουσίες στην ανήσυχη και ευμεγέθη αλβανική μειονότητα, η οποία υποστηριζόταν από τους καλά οπλισμένους αλβανόφωνους του Κοσόβου[19].

Όμως, ακόμη και όταν διασφαλίζεται αποτελεσματική μειονοτική προστασία, η διαφοροποιημένη ανά χώρα  αντιμετώπιση ενέχει τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας και της επιλεκτικότητας,   αφού εγείρεται ο προβληματισμός γιατί μια μειονοτική ομάδα σε μια χώρα προκαλεί το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας και εν τέλει καταλήγει να απολαμβάνει μείζονες εγγυήσεις σε σχέση με μειονοτική ομάδα άλλης χώρας (π.χ. γιατί χρησιμοποιήθηκαν «δύο μέτρα και δύο σταθμά» για  τα μειονοτικά δικαιώματα των αλβανόφωνων κατοίκων του Κοσσόβου και των Κούρδων στην Τουρκία). Επιπλέον, η επιλεκτικότητα των παρεμβάσεων, υπό τον κίνδυνο εθνοτικών συγκρούσεων, ανταμείβει την αδιαλλαξία (και των κρατών που έχουν κίνητρο να παρουσιάζουν τις μειονότητες ως «άπιστες» και των μειονοτήτων που για να ακουστούν πρέπει να καταφύγουν σε βία) και όχι την αποδοχή των δημοκρατικών διαπραγματεύσεων και την εκατέρωθεν αναζήτηση δίκαιων προσαρμογών. Με άλλα λόγια,  η ad hoc εμπλοκή των διεθνών οργανισμών, όταν απειλείται η ασφάλεια και η σταθερότητα από εθνοτικές συγκρούσεις, έχει ως  τίμημα την «επίλυση» του προβλήματος όχι με όρους δικαίου και δικαιωμάτων, αλλά πολιτικής ισχύος. Έτσι, όμως, μακροπρόθεσμα υπονομεύεται και η επιδιωκόμενη ασφάλεια και η σταθερότητα[20].

2) H αντιμετώπιση των «εθνικών μειονοτήτων» στη χώρα μας

Α) Άρνηση της εθνοτικής ετερότητας

Η Ελλάδα δεν ανήκει σε εκείνη την ομάδα των δυτικών χωρών, οι οποίες μεταπολεμικά είχαν υιοθετήσει πολιτικές πολυπολιτισμικότητας για τις μειονότητες που διεκδικούσαν εθνοτικό αυτοπροσδιορισμό. Στη χώρα μας,  υπό το βάρος τραυματικών ιστορικών εμπειριών,  δεν υπήρξε η διασκέδαση των κινδύνων γεωπολιτικής ασφάλειας, που είχε  επιτρέψει στο να ασκηθούν πολυπολιτισμικές πολιτικές σε έναν αριθμό ευρωπαϊκών χωρών. Διεκδικήσεις αναγνώρισης εθνοτικών ετεροτήτων αντιμετωπίζονταν αρνητικά στη χώρα μας και ως προς αυτό δεν ήταν μεμονωμένη εξαίρεση στον ευρωπαϊκό χώρο. Εξάλλου, η αρνητική αντιμετώπιση των «εθνικών μειονοτήτων» δεν συναντούσε ισχυρά εμπόδια στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας μας, καθόσον μεταπολεμικά η διεθνής μέριμνα επικεντρωνόταν στα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ απουσίαζαν διατάξεις προστασίας των μειονοτήτων ως τέτοιων.

Στη χώρα μας, ήταν και εξακολουθούν να είναι (σε μικρότερο βαθμό)  υπαρκτές  ετερότητες όσον αφορά στη γλώσσα (μακεδονοσλαβικά, βλάχικα, αρβανίτικα, τούρκικα, πομάκικα, ρομανί)[21] και στη θρησκεία (καθολικοί, μουσουλμάνοι). Εντούτοις, μη ελληνική εθνοπολιτισμική ταυτότητα και η αναγνώρισή της διεκδικήθηκε κατά καιρούς  από σημαντικό τμήμα της «μουσουλμανικής μειονότητας», αλλά και από ορισμένους σλαβόφωνους της Μακεδονίας.

Σε γενικές γραμμές, η αντιμετώπιση των σλαβοφώνων στη Μακεδονία στόχευσε στην καταστολή σε αυταρχικές περιόδους (δικτατορία Μεταξά), ενώ  μεταπολεμικά πρωτίστως σε πολιτικές αφομοίωσης. Η συγκεκριμένη ομάδα, στερημένη από ειδικά μειονοτικά δικαιώματα (όπως π.χ. γλωσσικά δικαιώματα στη δημόσια σφαίρα), αντιμετώπισε βαθμιαία τη συρρίκνωση της. Συνεπώς, ως προς τον στόχο τους οι πολιτικές που ασκήθηκαν ήταν αποτελεσματικές[22].

Μεταπολεμικά, η επίσημη θέση της χώρας μας ήταν ότι υφίσταται μία μόνο μειονότητα και μάλιστα θρησκευτική (προνεωτερική κληρονομιά της οθωμανικής οργάνωσης κατά «μιλλέτ»), η «μουσουλμανική μειονότητα» της Δ.Θράκης, η οποία προστατεύεται βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης. Η υιοθέτηση του θρησκευτικού στοιχείου είχε ως συνέπεια να τεθούν υπό την αιγίδα της ως άνω Συνθήκης τρεις πληθυσμιακές ομάδες (Τούρκοι, Πομάκοι, Ρομά), των οποίων το μόνο κοινό στοιχείο ήταν η θρησκευτική τους πίστη. Υπό το καθεστώς της Λωζάνης, η μουσουλμανική μειονότητα  προστατεύεται ως τέτοια  σε αναφορά με τα γλωσσικά και θρησκευτικά της δικαιώματα, δηλαδή διδάσκεται η τουρκική γλώσσα σε ειδικά δίγλωσσα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης[23], καθώς και προστατεύεται η θρησκευτική της ελευθερία με την ίδρυση τόπων λατρείας. Δεν ήταν ανεκτή όμως η «εκτροπή» της σε εθνοτική ετερότητα, δηλαδή ο εθνοτικός αυτοπροσδιορισμός της.

Η αντιμετώπιση της μουσουλμανικής μειονότητας στόχευε σε πολιτικές ποικιλότροπης καταπίεσης, στον βαθμό που σ’ αυτήν δεν ήταν πρόσφορες πολιτικές αφομοίωσης και λόγω της κατοχύρωσης  θρησκευτικών και γλωσσικών δικαιωμάτων από τη συνθήκη της Λωζάνης. Με άλλα λόγια, η δέσμευση σε γλωσσικά και θρησκευτικά  δικαιώματα της «μουσουλμανικής μειονότητας» συνηγορούσε στη διατήρησή της ως πολιτιστικής ετερότητας, η οποία πάντως δεν γινόταν ανεκτό να εκτραπεί σε εθνοτική.

Η «μουσουλμανική μειονότητα» στην Ελλάδα (όπως εξάλλου και η «ελληνορθόδοξη» στην Τουρκία) ήταν  θύμα των τεταμένων μεταπολεμικών  σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, πρωτίστως λόγω του «Κυπριακού». Η μειονότητα αντιμετωπίσθηκε ως απειλητική της εθνικής ασφάλειας της χώρας και οι μειονοτικοί αντιμετώπιζαν μόνιμα έμπρακτες διακρίσεις σε βάρος της ισοτιμίας, ισοπολιτείας και διοικητικής αμεροληψίας που χαρακτηρίζουν ένα δημοκρατικό κράτος  (π.χ. αδυναμία ελεύθερων συναλλαγών ακίνητης περιουσίας, αδυναμία απόκτησης άδειας οδήγησης,  αδυναμία πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, αδυναμία πρόσληψης στο δημόσιο, περιορισμός της ελευθερίας κίνησης σε μειονοτικά χωριά –«μπάρα»- κ.ο.κ.), που έφταναν μέχρι και την αφαίρεση ιθαγένειας (υπό το άρθρο 19 του Ν.Δ. 3370/1955, το οποίο καταργήθηκε το 1998). Προφανής στόχος ήταν όχι η συμπερίληψη της μουσουλμανικής μειονότητας στην πολιτική κοινότητα, αλλά η αφαίμαξή της. Οι πολιτικές των κάθε είδους διακρίσεων, παρά το γενικότερο κλίμα εκδημοκρατισμού, δεν σταμάτησαν ούτε στα χρόνια της μεταπολίτευσης[24].

Βέβαια, από ένα σημείο και έπειτα η πολιτική της καταπίεσης της «μουσουλμανικής μειονότητας» είχε φτάσει στα όρια της, στο μέτρο που η επίκληση της «πολιτικής της αμοιβαιότητας», που εξαρτούσε τη μεταχείρισή της από τη μεταχείριση της «ελληνορθόδοξης μειονότητας στην Τουρκία, ήταν πλέον ξεπερασμένη, με δεδομένο τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες προχωρούσαν οι δύο χώρες στο ζήτημα του σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, αλλά και εν γένει των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι πολιτικές των δυσμενών διακρίσεων, παρά το ότι ανέκοψαν τη δημογραφική αύξησή της, δεν κατόρθωσαν να τη συρρικνώσουν, κάτι που είχε πετύχει η Τουρκία με τις διώξεις της «ελληνορθόδοξης κοινότητας». Επιπλέον,  οι συγκεκριμένες πολιτικές είχαν περιχαρακώσει τη μειονότητα και είχαν ενισχύσει την επιρροή της «μητέρας πατρίδας»[25].

Αποκαλυπτική της άρνησης των εθνοτικών ετεροτήτων από τη χώρα μας είναι η νομολογία των δικαστηρίων μας, σε   υποθέσεις διάλυσης ή ευθύς εξαρχής μη αναγνώρισης σωματείων που έφεραν στον τίτλο τους εθνοτικούς προσδιορισμούς («τουρκικός», «μακεδονικός»), θεωρώντας ότι οι προσδιορισμοί αυτοί καθιστούν τους σκοπούς των σωματείων αντίθετους στην ελληνική δημόσια τάξη (ΑΠ 1729/1987, ΑΠ 1730/1987, ΑΠ 795/1994).  Η ΕΣΔΑ, παρόλο που αναφέρεται σε προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των ανθρώπων εν γένει και όχι των μελών των μειονοτήτων ως τέτοιων, πρόσφερε το έσχατο καταφύγιο διάσωσης για τους μειονοτικούς, προκειμένου να μη στερηθούν τη δυνατότητα προβολής του ιδιαίτερου πολιτισμού τους. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου οδηγήθηκε σε καταδικαστικές αποφάσεις για τη χώρα μας για παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ (ελευθερία συνεταιρίζεσθαι).

Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι «η εδαφική ακεραιότητα, η εθνική ασφάλεια και δημόσια τάξη δεν απειλούνται από τη λειτουργία ενός σωματείου, του οποίου σκοπός είναι να ευνοήσει τον πολιτισμό μιας περιοχής, ακόμη και αν υποθέσουμε ότι αποσκοπούσε επίσης εν μέρει στην προώθηση του πολιτισμού μιας μειονότητας. Η ύπαρξη μειονοτήτων και διαφορετικών πολιτισμών σε μία χώρα αποτελεί ιστορικό γεγονός, το οποίο η ‘’δημοκρατική κοινωνία’’ θα πρέπει να ανέχεται, ακόμα και να προστατεύει και να υποστηρίζει … [Εξάλλου ο ισχυρισμός για προθέσεις διάσπασης] της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας στηριζόταν σε μια απλή υποψία σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις των ιδρυτών του σωματείου …»   (Σιδηρόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδας, 10-7-1998)[26].

Β) Διστακτικά βήματα αναθεώρησης από τα τέλη της δεκαετίας του `80.

Η αναθέρμανση της συζήτησης για μειονοτικά δικαιώματα από το 1990 και εντεύθεν σήμανε και σε μας τη βαθμιαία, αλλά εξαιρετικά συγκρατημένη, αναθεώρηση της μέχρι τότε οπτικής γωνίας και τη μετάβαση σε νέες πολιτικές διαχείρισης της εθνοτικής ετερότητας, χωρίς πάντως να φτάνει στο σημείο να δέχεται εθνοτικούς αυτοπροσδιορισμούς των μειονοτικών.  Είναι χαρακτηριστικό ότι τα δικαστήρια στη χώρα μας εξακολουθούσαν να μην αναγνωρίζουν σωματεία  (ΑΠ 586/2005, ΑΠ Δ’ Τμ. 1448/2009) ή να κάνουν δεκτές  αιτήσεις διάλυσης ιδρυθέντων προπολεμικά σωματείων με εθνοτικούς προσδιορισμούς (ΑΠ  Ολ. 4/2005), αντιμετωπίζοντας την καταδίκη από το ΕΔΔΑ (Χούλια Εμίν και λοιποί κατά Ελλαδας,  27-3-2008, Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού και λοιποί κατά Ελλάδας,    9-7-2015, Τουρκική ένωση Ξάνθης και λοιποί κατά Ελλάδας, 27-3-2008).

Καρπός αυτής της αναθεώρησης αποτέλεσε η άρση των κατασταλτικών μέτρων και των διοικητικών ενοχλήσεων σε βάρος της «μουσουλμανικής μειονότητας»[27]  (κατάργηση της «μπάρας», τον  Νοέμβριο του  1995, κατάργηση του άρθρου 19, το 1998)` ακόμη επιδιώχθηκε η αναμόρφωση της εκπαίδευσης των μουσουλμανοπαίδων, από το 1996 και εντεύθεν, η με «θετικά μέτρα» πρόσβαση της μειονότητας στην ανώτερη εκπαίδευση, η οποία πάντως εξακολουθούσε να είναι η μόνη που αναγνωριζόταν από τη χώρα μας και πάντα ως θρησκευτική μειονότητα.

Περαιτέρω, στοιχείο της νέας θεώρησης  αποτελεί η επικύρωση από τη χώρα μας (ν. 2462/1997) του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που είχε ψηφισθεί από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στα 1966. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 27 του Διεθνούς Συμφώνου αναφέρεται ότι οι μειονοτικοί (όχι πάντως η μειονότητα ως τέτοια) έχουν δικαίωμα στη «δική τους πολιτιστική ζωή».  Πάντως, ενώ η χώρα μας υπέγραψε (22-9-1997) τη «Σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων» του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθυστερεί την επικύρωσή της, προφανώς γιατί ακόμη και οι ήπιες πολυπολιτισμικές της ρυθμίσεις θα επέφεραν τεράστιες ανατροπές στην υφιστάμενη κατάσταση[28].  Ακόμη, η Ελλάδα (υπό τον φόβο προστασίας της μακεδονοσλαβικής γλώσσας) ήταν το μόνο κράτος, μεταξύ των μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, το οποίο δεν υπέγραψε τον «Ευρωπαϊκό Χάρτη των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών» (1992)[29].

Σε γενικές γραμμές, οι μειονοτικές διεκδικήσεις στη χώρα μας (όπως γενικότερα στον πολύπαθο από εθνοτικές συγκρούσεις βαλκανικό χώρο) είναι μοιραίο να δυσχεραίνονται από εντάσεις με τις γειτονικές μας χώρες, οπότε τα ζητήματα αυτά (ενίοτε μεγαλοποιημένα από πολιτικές ελίτ, για δικό τους όφελος στον κομματικό ανταγωνισμό) τείνουν να τίθενται υπό τη «δαμόκλειο σπάθη» της γεωπολιτικής ασφάλειας, και όχι με όρους δημοκρατικής συμπερίληψης, δικαιωμάτων και δικαιοσύνης. Και αυτό σε αντίθεση με τις δυτικές ευρωπαϊκές δημοκρατίες, όπου μεταπολεμικά δεν τίθενται πλέον ζητήματα πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ γειτονικών χωρών και συνακόλουθα δεν εγείρονται ερωτήματα σχετικά με την πίστη και αφοσίωση προς το κράτος των μειονοτήτων τους.

Η αναθέρμανση των συζητήσεων για μειονοτική προστασία προκαλούσε τη χώρα μας να αναμετρηθεί, υπό  νέους όρους, με τη διαχείριση μιας αναγνωρισμένης (ως θρησκευτικής) μειονότητας, η οποία λόγω μακρόχρονων πρακτικών καταπίεσης (ως προς την απόλαυση  δικαιωμάτων ισοπολιτείας) υστερούσε σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό ως προς την πρόσβαση σε πόρους, αγαθά, ευκαιρίες ζωής` δηλαδή, η κοινωνική της συμπερίληψη είχε αποτύχει, σε αντίθεση με τις ιστορικές μειονότητες των δυτικών δημοκρατιών. Επιπλέον, σε αντίθεση με τις εθνικές μειονότητες των δυτικών δημοκρατιών, η δική μας μειονότητα δεν είχε φιλελεύθερα χαρακτηριστικά, ενώ συνέχιζε, για έναν αιώνα περίπου, να «απολαμβάνει» μια  πολυπολιτισμική προστασία που παρέπεμπε σε κοινοτισμό, δια  της υποχρεωτικής υπαγωγής  (για ορισμένες έννομες σχέσεις) των μελών της στον ιερό μουσουλμανικό νόμο («Σαρία»). Αυτό συντέλεσε στη δυσκολία εξελιξιμότητάς της  υπό την έλξη των φιλελεύθερων ιδεών και συνεπώς στην περιθωριοποίηση και στον απομονωτισμό της. Τα θετικά μέτρα για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων, καθώς και η νομοθετική παρέμβαση για την προαιρετική υπαγωγή στη «Σαρία» ήταν μεταξύ των απαντήσεων  της ελληνικής Πολιτείας, των οποίων τις συνταγματικές διαστάσεις, καθώς και τις γενικότερες παραμέτρους θα ανιχνεύσουμε παρακάτω.

3) Συνταγματικά ζητήματα της  συνύπαρξης στη χώρα μας

Α) Τα «θετικά μέτρα» υπέρ των μειονοτικών της Θράκης

Μια προωθημένη και κατ’ αποτέλεσμα επιτυχής πολιτική έμπρακτης συμπερίληψης των μειονοτικών της Θράκης σηματοδότησε ο ν. 2341/1995 σχετικά με τις «θετικά μέτρα» για την εισαγωγή  σε ΑΕΙ και ΤΕΙ αποφοίτων λυκείου που προέρχονταν από τη μουσουλμανική μειονότητα.   Όμοια μέτρα, τα οποία αποκαλέσθηκαν μέτρα «θετικής δράσης» (affirmative action) ή «αντίστροφης διακριτικής μεταχείρισης» (reserve discrimination) ή «θετικών διακρίσεων» (positive discrimination), είχαν εφαρμοσθεί από τη δεκαετία του `60 στις ΗΠΑ, προκειμένου δια των «ποσοστώσεων» στην εισαγωγή αφροαμερικανών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να εξουδετερωθούν προκαταλήψεις και άλλα εμπόδια που τους απέκλειαν[30].

Το μέτρο αυτό επιχείρησε να απαντήσει σε μια πραγματικότητα αδυναμίας ανταπόκρισης των μελών της συγκεκριμένης μειονότητας στις απαιτήσεις εξετάσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση λόγω του χαμηλού επιπέδου της παρεχόμενης  μειονοτικής εκπαίδευσης.  Κατ’ αποτέλεσμα, η υστέρηση σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, στην απόλαυση του δικαιώματος στην παιδεία, συνιστούσε έμπρακτη ανισότητα και περαιτέρω αποκλεισμό και περιθωριοποίηση της μουσουλμανικής μειονότητας.

Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 2 του ως άνω νόμου, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων με απόφασή του θα όριζε ένα χωριστό ποσοστό θέσεων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση για τα παιδιά της μειονότητας, με παράλληλη απαλλαγή από την υποχρεωτική βάση του 10 ανά εξεταζόμενο μάθημα. Το ποσοστό αυτό ορίσθηκε στο 0,5% επί του αριθμού των εισακτέων (ΥΑ 152.11/Β3/790 –ΦΕΚ  129/Β/5-3-1996-).

Παρόλο που η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν κρίθηκε επί της ουσίας σε αναφορά με τη συμφωνία της με την αρχή της ισότητας, καθόσον το ΣτΕ απέρριψε, για λόγους μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος, σχετική αίτηση ακύρωσης (ΣτΕ Τμ. Στ’ 3118/1996)[31], το ζήτημα που τίθεται είναι αν τέτοια μέτρα είναι συνταγματικά ανεκτά για τις εθνοτικές μειονότητες, εφόσον και για όσο χρόνο αυτές μειονεκτούν στην πράξη σε σχέση με την κυρίαρχη εθνοπολιτισμική πλειονότητα. Σημειωτέον ότι την εποχή που θεσπίσθηκαν τα ως άνω θετικά μέτρα δεν είχε υπάρξει νομολογιακό προηγούμενο για τη συνταγματική αποδοχή τέτοιων ρυθμίσεων.

Αργότερα, θετικά μέτρα δέχθηκε η νομολογία με αφορμή τις ποσοστώσεις υπέρ των γυναικών (ΣτΕ Ολ. 1933/1998, ΣτΕ Ολ. 1917/1998)[32]. Αυτό, καθόσον «σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι σε βάρος μιας κατηγορίας προσώπων έχουν  αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη … τέτοιες διακρίσεις, ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας να καταλήγει σε μια κατ’ επίφαση μόνον ισότητα, ενώ ουσιαστικά παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση, είναι εντός του πνεύματος της συνταγματικής αρχής της ισότητας η λήψη από μέρους του νομοθέτη … των αντίστοιχων υπέρ της κατηγορίας αυτής μέτρων, όπου είναι πρόσφορα και αναγκαία, για ορισμένο χρονικό διάστημα, ώστε να μειωθούν οι υπάρχουσες ανισότητες, μέχρις ότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα …»[33].

Η νέα διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2, εδ. β’, μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001, μπορεί να υποδεχθεί   τα θετικά μέτρα υπέρ των μειονεκτούντων ομάδων εν γένει και τέτοιες ομάδες υπό προϋποθέσεις είναι και οι εθνοτικές μειονότητες. Αυτό, στον βαθμό που η ως άνω διάταξη αποδέχεται την κρατική μέριμνα «για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Η χρησιμοποίηση της λέξης «ιδίως» υπονοεί προφανώς ότι «θετικά μέτρα» μπορούν να ληφθούν για άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη όχι αποκλειστικά και μόνον γυναίκες[34].

Βέβαια, ο νομοθέτης έχει το βάρος απόδειξης (π.χ. με παράθεση στατιστικών στοιχείων στην αιτιολογική έκθεση του νόμου που τα εισάγει) της μη αντίθεσης των συγκεκριμένων θετικών μέτρων στο Σύνταγμα, δηλαδή της αναγκαιότητάς τους, προκειμένου να αίρονται οι υφιστάμενες στην πράξη διακρίσεις σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων λόγω της εθνικότητάς τους, της φυλής τους, της γλώσσας τους κ.ο.κ. Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των μέτρων θα αφορά στην καταλληλότητα  και στην αναγκαιότητά τους, δηλαδή στο αν αυτά είναι προδήλως ακατάλληλα ή δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της επανόρθωσης των διακρίσεων[35].

Β) Η ισχύς της «Σαρία» για τους μουσουλμάνους της Δ.Θράκης

Οι σχέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των Ελλήνων μουσουλμάνων  της Δ.Θράκης[36] ρυθμίζονταν υποχρεωτικά (μέχρι πρόσφατα) από τον ιερό μουσουλμανικό νόμο («Σαρία»), όπως τον ερμηνεύουν τα «Ιεροδικεία» (της Ξάνθης, της Κομοτηνής και του Διδυμοτείχου), και όχι από τον Αστικό Κώδικα. Προφανώς, δεν πρόκειται για μια καθολική εφαρμογή του ιερού μουσουλμανικού νόμου, παρά μόνο για τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις.

Κατ’ αποτέλεσμα, υπό το φως της δικής μας δικαιοταξίας, παραβιάζονταν τα δικαιώματα των γυναικών της μειονότητας: πρώτον, κατά τη σύναψη του γάμου («γάμοι δια αντιπροσώπων», μολονότι από το 2002 –εγκύκλιος 21/2002 του ΥΠΕΣΔΔΑ- τέτοιοι γάμοι δεν συνάπτονται)` δεύτερον,  κατά τη λύση του (π.χ. λύση του γάμου, με μονομερή δήλωση του συζύγου, μολονότι η περίπτωση αυτή συναντάται σε περιορισμένο αριθμό αποφάσεων των Ιεροδικείων). Περαιτέρω, τα δικαιώματα των γυναικών παραβιάζονταν και κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (ανισομερή κληρονομικά μερίδια μεταξύ ανδρών και γυναικών κληρονόμων), η οποία είναι η μόνη επιτρεπτή στον ιερό νόμο, ενώ η βούληση του διαθέτη λαμβάνεται υπόψη μόνο στη διάθεση για φιλανθρωπικούς σκοπούς κατά το 1/3 της κληρονομιάς (ισλαμική διαθήκη).

Επιπλέον, παραβιάζονταν τα δικαιώματα των παιδιών της μειονότητας: πρώτον,  λόγω της  ανάθεσης της γονικής μέριμνας «αυτόματα» (μολονότι με πολλές εξαιρέσεις) και όχι με στάθμιση στη βάση του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού` δεύτερον, λόγω του επιτρεπτού του γάμου μεταξύ ανηλίκων.

Τέλος, παραβιαζόταν το δικαίωμα της προηγούμενης δικαστικής ακρόασης (στο μέτρο που ο ιερός νόμος δεν περιέχει γραπτούς δικονομικούς κανόνες π.χ. ως προς την νόμιμη κλήτευση του καθ’ ού η αίτηση στο Ιεροδικείο) και άσκησης αποτελεσματικής προσφυγής για τα μέλη της μειονότητας` γενικότερα παραβιαζόταν το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη[37].

Παρά τις κατά καιρούς αντίθετες αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων (π.χ. ΜονΠρΘηβών 405/2000, ΜονΠρΞανθης 1623/2003, ΕφΘράκης 392/2011), οι οποίες αναγνώριζαν στους μειονοτικούς δικαίωμα επιλογής, ο Άρειος Πάγος δεχόταν επανειλημμένα ότι οι μουσουλμάνοι της Δ.Θράκης ήταν υποχρεωμένοι να προσφύγουν προς εφαρμογή του ιερού νόμου στον Μουφτή/Ιεροδίκη, ο οποίος είχε αποκλειστική (και όχι συντρέχουσα με τα πολιτικά δικαστήρια) αρμοδιότητα για τις ως άνω υποθέσεις. Για την υποχρεωτική προσφυγή στον Μουφτή προς εφαρμογή της «Σαρία» για τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις γινόταν από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 231/1932, ΑΠ 322/1960, ΑΠ 1723/1980, ΑΠ 1097/2007, ΑΠ 2113/2009,  ΑΠ 1497/2013, ΑΠ  1862/2013, ΑΠ 2138/2013, ΑΠ 1370/2014 κ.ά.)  επίκληση διεθνούς δέσμευσης της χώρας μας στη βάση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης της 2-7-1881 (η οποία εγγυάτο και οργάνωνε την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας για τους μουσουλμάνους που παρέμεναν στις νεοαποκτηθείσες περιοχές της Θεσσαλίας και της Άρτας), καθώς και της Σύμβασης των Αθηνών της 14-11-1913 (που μεριμνούσε για την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας των μουσουλμάνων της Ηπείρου και της Μακεδονίας).

Και αυτό, μολονότι –κατά την ορθότερη άποψη[38]– η διεθνής δέσμευση (άρθρο 28 παρ. 1 Σ.) της χώρας ως προς τη μουσουλμανική μειονότητα (όπως και της Τουρκίας ως προς την  ελληνορθόδοξη) είναι απόρροια της Συνθήκης της Λωζάνης  της 24-7-1923 (άρθρα 42, 43 και 45) και συνίσταται απλώς στον σεβασμό  των εθίμων της μειονότητας, όσον αφορά στην οικογενειακή και προσωπική κατάσταση των μελών της, χωρίς αυτό να μεταφράζεται κατ’ ανάγκη σε υποχρεωτική εφαρμογή  του ιερού νόμου και υπαγωγή στον Μουφτή[39].

Βέβαια, όπως ορίσθηκε με το άρθρο 5, παρ. 2 και 3 του ν. 1920/1991 (που αντικατέστησε τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 ν. 2345/1920), οι αποφάσεις του Μουφτή δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν στην ελληνική επικράτεια, αν δεν είχαν κηρυχθεί εκτελεστές με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου της έδρας του Μουφτή, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου θα ερευνάτο  αν η απόφαση του Ιεροδικείου είχε εκδοθεί εντός των ορίων της δικαιοδοσίας του και αν οι εφαρμοσθείσες διατάξεις αντιτίθεντο  στο Σύνταγμα. Η σημαντική καινοτομία της νέας ρύθμισης ήταν η αξίωση ελέγχου συνταγματικότητας των αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας αποφάσεων του Μουφτή[40]. Στην πράξη, όμως, αυτή η δικλείδα ασφαλείας  δεν απέφερε έμπρακτα αποτελέσματα, στον βαθμό που στη συντριπτική τους πλειονότητα οι τακτικοί δικαστές δεν έλεγχαν  αν οι αποφάσεις του Μουφτή  παραβίαζαν το Σύνταγμα, με επίκληση διεθνούς δέσμευσης της χώρας μας για σεβασμό των εθίμων των μειονοτικών, έστω και αν δεν συμβαδίζουν με τη δικαιοταξία μας[41].

Για πρώτη φορά το θέμα απασχόλησε το  ΕΔΔΑ, ύστερα από προσφυγή (αίτηση 20452/2014) χήρας θανόντος ελληνικής ιθαγένειας μουσουλμάνου, ο οποίος είχε συντάξει  δημόσια διαθήκη ενώπιον συμβολαιογράφου, με την οποία την καθιστούσε μόνη και αποκλειστική κληρονόμο του. Στη δίκη που άνοιξε μεταξύ της χήρας και των αδελφών του κληρονομούμενου, οι τελευταίες υποστήριξαν ότι πρέπει να γίνουν σεβαστοί οι κανόνες του ιερού μουσουλμανικού νόμου, ο οποίος  αναγνωρίζει μόνο την ισλαμική διαθήκη και συναφώς ο κληρονομούμενος έπρεπε, αφού κηρυχθεί η διαθήκη ανίσχυρη, να κληρονομηθεί εξ αδιαθέτου όπως τα μερίδια προβλέπονται στον μουσουλμανικό νόμο. Μολονότι, το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαίωσαν τη χήρα, ο ΑΠ, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία του, αρνήθηκε, κατ’ αποτέλεσμα, να δεχθεί το ότι ο κληρονομούμενος είχε δικαίωμα να κληρονομηθεί με όποιο τρόπο επιθυμούσε στα πλαίσια  της πολιτικής δικαιοταξίας, και έκρινε  ότι, άσχετα από τη βούληση του θανόντος, έπρεπε να γίνουν σεβαστοί οι κανόνες του μουσουλμανικού νόμου, όπως επέβαλε η διεθνής υποχρέωση της χώρας μας.

Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης του ΕΔΔΑ (Molla Sali κατά Ελλάδας, 19-12-2018)[42] δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εν προκειμένω υπάρχει, έστω έμμεση, δυσμενής διάκριση (άρθρο 14), σε βάρος της προσφεύγουσας, στο μέτρο που αν δεν ήταν χήρα μουσουλμάνου, δεν θα την υφίστατο. Το δικαστήριο του Στρασβούργου απέφυγε  να εξετάσει τη συνολική συμβατότητα της «Σαρία» με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ. Εξέτασε μόνο τη συμβατότητα της υποχρεωτικότητας προσφυγής σ’ αυτήν για τους Έλληνες μειονοτικούς. Συναφώς, έκρινε ότι «η άρνηση στα μέλη μιας θρησκευτικής μειονότητας του δικαιώματος να επιλέξουν και να επωφεληθούν οικειοθελώς από το κοινό δίκαιο συνιστά [επιπλέον] και παραβίαση δικαιώματος πρωταρχικής σημασίας στον τομέα προστασίας των μειονοτήτων, δηλαδή του δικαιώματος ελεύθερου αυτοπροσδιορισμού … [καθόσον] καμιά διμερής ή πολυμερής Συνθήκη ή άλλο κείμενο δεν υποχρεώνει κανέναν να υποταχθεί παρά τη θέλησή του σε ειδικό καθεστώς προστασίας των μειονοτήτων» (σκέψη 157)[43].

Εντωμεταξύ,  η ελληνική κυβέρνηση υπό το ενδεχόμενο καταδίκης της χώρας μας έφερε προς ψήφιση και ψηφίστηκε ο ν. 4511/2018 (ΦΕΚ 2/Α’/15-1-2018), τέθηκε δε σε ισχύ με το π.δ. 52/2019 (ΦΕΚ Α’/11-6-2019). Σύμφωνα μ’ αυτόν οι σχέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου των Ελλήνων μουσουλμάνων της Θράκης ρυθμίζονται από τις κοινές διατάξεις (δηλ. τον Αστικό Κώδικα) εκτός αν αμφότερα τα διάδικα μέρη (ή ο κληρονομούμενος) δηλώσουν ρητά ότι επιθυμούν να υπαχθούν στον «Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο» (άρθρο 1 παρ. 1, περ. α’ και γ’ ν. 4511/2018). Συνεπώς, μετά από σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα υποχρεωτικής εφαρμογής της Σαρία, η προσφυγή σ’ αυτήν έγινε προαιρετική. Επιπλέον,  με στόχευση στη δίκαιη δίκη, προβλέφθηκαν οι αναγκαίοι δικονομικοί κανόνες για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Μουφτή και την έκδοση των αποφάσεών του (άρθρο 1, παρ. 1, περ. β` του ν. 4511/2018, καθώς και π.δ. 52/2019).

H εξέλιξη της προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας δίνει αφορμή να αναλογισθούμε για τα επιτρεπτά όρια πολιτικών πολυπολιτισμικότητας, σε φιλελεύθερες δικαιοταξίες, όπως είναι αυτές των ευρωπαϊκών χωρών. Η θέση στο ζήτημα αυτό έχει πρακτικό νομικό ενδιαφέρον, στον βαθμό που καλείται να οριοθετήσει μελλοντικές   de lege ferenda πολιτικές.

Προφανώς, η -συστατική μιας φιλελεύθερης και δημοκρατικής πολιτείας- ατομική αυτονομία οριοθετεί την έκταση της μειονοτικής προστασίας και δεν επιτρέπει ένα είδος «κοινοτισμού», όπου οι μειονοτικοί είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν τον πολιτισμό της μειονότητας. Με άλλα λόγια, η αξίωση προστασίας μιας πολιτιστικής κοινότητας, στα πλαίσια πολιτικών πολυπολιτισμικότητας, δεν επιτρέπεται να υπερέχει της προστασίας του ατόμου-μέλους της κοινότητας και κατ’ αποτέλεσμα να δεσμεύει το τελευταίο στην αποδοχή του συνόλου των στοιχείων του ιδιαίτερου αυτού πολιτισμού, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει. Μια τέτοια προσέγγιση θα εξανάγκαζε σε πολιτισμικές περιχαρακώσεις και συνακόλουθα στην αδυναμία εξελιξιμότητας των πολιτισμικών ταυτοτήτων μέσω της επαφής και της αλληλεπίδρασης. Συνεπώς, υπερέβαινε τα ανεκτά όρια μειονοτικής προστασίας η υποχρεωτική προσφυγή των μουσουλμάνων της Θράκης στον ιερό μουσουλμανικό νόμο, όπως  ίσχυσε στη χώρα μας  μέχρι πρόσφατα.

Βέβαια, έχει υποστηριχθεί η άποψη για υποχρεωτική υπαγωγή αυτών των υποθέσεων στις ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικα και στα πολιτικά δικαστήρια, καθόσον  ακόμη και η αποδοχή της συντρέχουσας αρμοδιότητας του Μουφτή δεν θα είναι επαρκώς προστατευτική της ατομικής αυτονομίας των μελών της μειονότητας. Αυτό,  εξαιτίας της κοινωνικής πίεσης που ασκείται κατά των αδυνάτων μελών (π.χ. των γυναικών), η οποία θα οδηγούσε σε υποταγή στην ομάδα[44]. Το επιχείρημα αυτό έχει βάση, όμως σε πολλές περιπτώσεις η πολιτιστική ταυτότητα της ομάδας έχει εσωτερικευτεί  στα μέλη της ομάδας, τα οποία όντως δεν επιθυμούν να αποσκιρτήσουν απ’ αυτήν.  Συνεπώς, θα κατέληγε μια πατερναλιστική επιλογή το να θέλει η Πολιτεία π.χ. να «σώσει» τις γυναίκες μιας μειονότητας από ανελεύθερες παραδόσεις, ενάντια στη βούλησή τους «να σωθούν»[45]. Εξάλλου, και σε μη μειονοτικές κλειστές και συντηρητικές μικροκοινωνίες είναι  υπαρκτές οι κοινωνικές πιέσεις της ομάδας/οικογένειας στα αδύναμα μέλη τους (αναγκαστικοί γάμοι, κακοποιήσεις γυναικών κ.ο.κ.), προκειμένου να αυτοπεριορισθούν μη διεκδικώντας τα υπαρκτά φιλελεύθερα δικαιώματά τους. Δεν υπάρχουν εμφανείς προληπτικοί τρόποι αποτροπής τέτοιων φαινομένων, πέρα από την εξέλιξη των ομάδων αυτών υπό την έλξη των φιλελεύθερων ιδεών.

Στον βαθμό που  υπάρχουν μειονοτικοί που επιλέγουν τις παραδόσεις τους, έστω και ανελεύθερες, είναι ένα βήμα σε σωστή κατεύθυνση η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής, όπως εξάλλου προβλέπεται από τον ν. 4511/2018. Η  υποχρεωτική υπαγωγή στον Αστικό Κώδικα[46] θα δυσκόλευε -κατά τη γνώμη μας- τη λήψη υπόψη από τον πολιτικό δικαστή των εθίμων και των παραδόσεων της μειονότητας κατά την εκδίκαση των σχετικών διαφορών. Σημειωτέον ότι,  βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης,  ο σεβασμός στα έθιμα της μειονότητας είναι επιβεβλημένος, όπως επίσης επιβεβλημένη είναι  και η συναίνεση της μειονότητας, ως συλλογικής οντότητας, για την προσαρμογή  και εξέλιξη των μειονοτικών παραδόσεων/εθίμων, αλλά και για την αχρησία τους. Ως προς αυτό, στη Συνθήκη ορίζεται ως υπεύθυνο όργανο ειδική επιτροπή με ίσο αριθμό κυβερνητικών και μειονοτικών (άρθρο 42 παρ. 2)[47]. Όμως, ακόμη και αν δεν υπήρχε η διεθνής δέσμευση της χώρας μας, ο σεβασμός της  μειονοτικής ετερότητας θα ήταν αναγκαίος  υπό υπό την ισχύ πολιτικών πολυπολιτισμικότητας, που αξιώνουν τον σεβασμό των πολιτισμικών ταυτοτήτων[48].

Βέβαια, τίθεται το ερώτημα αν η επιλογή  μιας πρακτικής/εθίμου/ παράδοσης  από ένα μέλος της μειονότητας έχει όρια: ο μειονοτικός   στα πλαίσια της ατομικής του αυτονομίας μπορεί να επιλέξει την υιοθέτηση και μιας μη φιλελεύθερης παράδοσης (π.χ. δήλωση διαθέτη για επιθυμία υπαγωγής της κληρονομικής του διαδοχής στον ιερό νόμο, που συνεπάγεται ανισομερές μερίδιο μεταξύ ανδρών και γυναικών κληρονόμων του, όπως εξάλλου προβλέπεται στο άρθρο 1, παρ. 1, περ. γ’ του ν. 4511/2018).

Όμως, δεν πρέπει να είναι το ίδιο  επιτρεπτή η υιοθέτηση (ακόμη και αν αμφότερα τα μέρη θέλουν την υπαγωγή της υπόθεσης στον Μουφτή και στον ιερό νόμο –κατ’ άρθρο 1, παρ. 1, περ. α’ του ν. 4511/2018-) μιας παράδοσης που επιφέρει βλάβη τρίτων και ιδίων παιδιών τα οποία δεν μπορούν να εκφράσουν σχετική βούληση κατάφασής της. Χαρακτηριστικό, ως προς αυτό, παράδειγμα αποτελεί η ανάθεση της γονικής μέριμνας, η οποία υπό τον ιερό νόμο γίνεται αυτόματα και αναιτιολόγητα, χωρίς τη διάσταση του συμφέροντος του παιδιού. Ο έλεγχος μη υπέρβασης των ως άνω ορίων θα μπορούσε να καταστεί έμπρακτα αποτελεσματικός μέσω του πραγματικού (και όχι ρουτίνας) ελέγχου των αποφάσεων του Ιεροδικείου από τα Πρωτοδικεία, ως προς της συμφωνία μιας πρακτικής/εθίμου/παράδοσης (όπως αποτυπώνεται στην απόφαση του Ιεροδίκη) προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, προκειμένου η απόφαση να καταστεί εκτελεστή (άρθρο 12 π.δ. 52/2019)[49].

Στην πραγματικότητα, ακόμη και με το περιοριστικό κοινοτιστικό πλαίσιο της «Σαρία», η μειονότητα έχει εξελιχθεί. Οι μειονοτικοί της νεότερης γενιάς απέχουν παρασάγγας ως προς την πρόσληψη του πολιτισμού τους απ’ αυτή των προγόνων τους, των αρχών του 20ου αιώνα. Οι ποσοστώσεις για τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, η αναβάθμιση των σπουδών στα μειονοτικά σχολεία, το διαδίκτυο και το γενικότερο περιβάλλον κοινωνικοποίησης έχουν ανοίξει τους ορίζοντες και έχουν εμποτίσει με φιλελεύθερες αξίες μεγάλο μέρος των μειονοτικών. Στην πράξη, ακόμη και υπό την υποχρεωτική εφαρμογή του ιερού νόμου, εφευρίσκονταν πρακτικοί τρόποι για να ξεπερασθούν μη φιλελεύθερες παραδόσεις και έθιμα[50]. Έτσι, π.χ. η μέριμνα μεταξύ των μειονοτικών για την ισότητα των δύο φύλων δεν απέχει πλέον πολύ απ’ αυτή της πλειονότητας και οι μουσουλμάνοι γονείς μεταβίβαζαν εν ζωή τα περιουσιακά τους στοιχεία για να μην αδικηθούν υπό τον ιερό νόμο τα θηλυκού γένους παιδιά τους` οι «γάμοι δια αντιπροσώπων» από το 2002 δεν συνάπτονται, έστω  ύστερα από πρωτοβουλία της ελληνικής Πολιτείας.

Εν τέλει, στα πλαίσια μιας φιλελεύθερης μειονοτικής προστασίας, όσο αναγκαίος είναι ο σεβασμός των μειονοτικών δικαιωμάτων (γλωσσικών, θρησκευτικών[51]), άλλο τόσο αναγκαία είναι η αναγνώριση των (προσδιοριστικών της ταυτότητας) εθίμων  της μειονότητας, προσαρμοσμένων και εξελισσόμενων, πάντως, υπό την έλξη των φιλελεύθερων ιδεών. Αυτό θα επαληθεύεται, στο μέτρο που θα αυξάνει ο αριθμός των μειονοτικών που αποστασιοποιούνται έμπρακτα από ανελεύθερα καταπιεστικά έθιμα, καθιστώντας τα αζήτητα.

 

ΙΙ) ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ

1) Η αντιμετώπιση των μεταναστών στις παραδοσιακές χώρες υποδοχής

Α) Από τις αφομοιωτικές απόπειρες προπολεμικά, σε αποδοχή και ενθάρρυνση της πολυπολιτισμικότητας μεταπολεμικά

Το ζήτημα ένταξης των μεταναστευτικών ομάδων είχαν αντιμετωπίσει, ήδη προπολεμικά, παραδοσιακές χώρες υποδοχής μεταναστών (Αυστραλία, Καναδάς, ΗΠΑ), ο οποίες  είχαν υιοθετήσει πολιτικές αφομοίωσης για τους εγκατεστημένους στην επικράτειά τους μετανάστες. Ναι μεν τους έδιναν σχετικά εύκολα το δικαίωμα να γίνουν πολίτες, μετά από κάποια σχετικά μικρή περίοδο διαμονής,  αλλά ανέμεναν να αφομοιωθούν, έτσι ώστε με το πέρασμα του χρόνου να μη ξεχωρίζουν από τους «εντόπιους» στην ομιλία, στην ένδυση, στις ψυχαγωγικές δραστηριότητες, στο μέγεθος της οικογένειας κ.τ.λ. Η έντονα «εθνοτική» δημόσια συμπεριφορά κάποιου θεωρούνταν μη πατριωτική. Είναι χαρακτηριστική η έκφραση WASP (White Aglosaxon Protestant) που απέδιδε τις απόπειρες «εξαμερικανισμού» των μεταναστών στην κυρίαρχη ομάδα των «Λευκών, Αγγλοσαξώνων, Προτεσταντών», στις ΗΠΑ.

Σε ομάδες που θεωρούνταν ανίκανες για την αφομοίωση, τους απαγορευόταν εξαρχής η μετανάστευση, ή, αν μετανάστευαν, η κτήση ιθαγένειας. Αυτό αντικατοπτριζόταν στους νόμους που, ακόμη και για ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα, εμπόδιζαν τους Αφρικανούς και τους Ασιάτες να εισέλθουν σ’ αυτές τις χώρες ή να πολιτογραφηθούν. Στις ΗΠΑ, π.χ., νόμος του 1882 απαγόρευε την είσοδο σε Κινέζους εργάτες, ενώ νόμος του 1917 απέκλεισε εντελώς την εισροή μεταναστών από την Ασία. Την ίδια εποχή το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε κρίνει ότι οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες, οι Ινδοί και άλλοι Ασιάτες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για ν αποκτήσουν αμερικανική ιθαγένεια. Στην Αυστραλία, νόμος του 1901 υιοθέτησε μια μεταναστευτική πολιτική «για μια Αυστραλία των Λευκών»[52].

Υπό τη χειραφετητική ώθηση που πρόσφερε η μεταπολεμική άνθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τους αγώνες των αφροαμερικανών για έμπρακτη άρση των σε βάρος τους διακρίσεων) οι μεταναστευτικές κοινότητες διεκδίκησαν, από τη δεκαετία του `60 και εντεύθεν, πολυπολιτισμικές πολιτικές ένταξής τους. Βαθμιαία τις αποδέχθηκαν, σε μικρή ή μεγαλύτερη έκταση, οι φιλοξενούσες χώρες. Οι τελευταίες καθιέρωσαν ουδέτερα ως προς τη φυλή κριτήρια εισόδου μεταναστών και πολιτογράφησής τους, καθώς και μια ανεκτική πρακτική των δημοσίων θεσμών τους (σχολεία, μέσα επικοινωνίας, αστυνομία κ.τ.λ.), όσον αφορά στη δυνατότητα προβολής της εθνοπολιτισμικής ταυτότητας των μεταναστευτικών ομάδων.  Κατ’ αποτέλεσμα, π.χ. στις ΗΠΑ είναι πλέον ανεκτή η προβολή στη δημόσια σφαίρα των ιδιαίτερων εθνοπολιτισμικών ταυτοτήτων και ένας από τους πολλούς νόμιμους τρόπους του να είσαι αμερικανός είναι να είσαι  ελληνοαμερικανός / ιταλοαμερικανός / βιετναμοαμερικανός κ.ο.κ.

Ποιές ήταν, σε γενικές γραμμές, οι συγκεκριμένες πολυπολιτισμικές πολιτικές που αιτήθηκαν οι μετανάστες; Σε αντίθεση με τις αξιώσεις των «εθνικών μειονοτήτων», οι μεταναστευτικές μειονότητες δεν επιδίωξαν μια ανταγωνιστική, σε σχέση μ’ αυτή της πλειονότητας, εθνοτική οικοδόμηση. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν θα ήταν και εφικτό εν τοις πράγμασιν. Αυτό, και λόγω του μικρού τους μεγέθους και λόγω του διασκορπισμού τους στις επικράτειες των χωρών υποδοχής (π.χ. δεν εγέρθηκαν αξιώσεις εδαφικής αυτονομίας, ανάλογες με αυτές των παλαιών, ιστορικών μειονοτήτων).

Ναι μεν οι μεταναστευτικές μειονότητες αποδέχθηκαν κατ’ ανάγκην την ένταξή τους με βάση τα κύρια στοιχεία του κυρίαρχου πολιτισμού της χώρας υποδοχής (π.χ. την εκμάθηση της επίσημης γλώσσας από τα παιδιά τους στο εκπαιδευτικό σύστημα και γενικότερα την ενσωμάτωσή τους σε θεσμούς που λειτουργούσαν στη γλώσσα της πλειονότητας). Όμως διεκδίκησαν μια πιο ανεκτική, πολυπολιτισμική προσέγγιση, που θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν και να προβάλλουν δημόσια πλευρές της δικής τους πολιτιστικής κληρονομιάς με ανάλογες θεσμικές προσαρμογές από τη χώρα υποδοχής (π.χ. τη διδασκαλία και της μητρικής γλώσσας, την ανοχή στη διπλή ιθαγένεια, τη διατήρηση μερικών εθίμων τους σε σχέση με τη διατροφή, ένδυση, ψυχαγωγία, θρησκεία κ.ο.κ.)`ακόμη διεκδικήθηκε η χρηματοδότηση οργανώσεων εθνοτικών ομάδων για την υποστήριξη πολιτισμικών δραστηριοτήτων, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις διεκδικήθηκαν και εφαρμόσθηκαν «θετικά μέτρα», προκειμένου να προωθηθεί η πραγματική ισότητα (π.χ. υπέρ των αφροαμερικανών στις ΗΠΑ, από τις απαρχές της δεκαετίας του `60, στα πανεπιστήμια, στις αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων και στην αγορά εργασίας)[53].

Β) Πολιτικές πολυπολιτισμικότητας αλλά και αφομοίωσης, μεταπολεμικά στις ευρωπαϊκές χώρες μεταναστευτικής υποδοχής

Μεταπολεμικά, πολλές ευρωπαϊκές χώρες δέχθηκαν μεγάλο αριθμό μεταναστών, λόγω της αυξημένης προσφοράς εργασίας εξαιτίας των ρυθμών ανάπτυξής τους. Πολλά κράτη προσχώρησαν, λίγο ή πολύ, σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας για τις μεταναστευτικές τους κοινότητες. Στην κατηγορία αυτή, ανήκει το Ηνωμένο Βασίλειο, που είχε δεχθεί μετανάστες από τις πρώην αποικίες του (Ινδία, Πακιστάν, Μπαγκλαντές), οι οποίοι οργανώθηκαν σε κοινότητες σε βάση πρωτίστως εθνοτική και δευτερευόντως θρησκευτική. Τα ιδιαίτερα διακριτά χαρακτηριστικά των κοινοτήτων (κουλτούρα, παραδόσεις, γλώσσα, θρησκεία κ.ο.κ.), όπως και η ταυτότητα (εθνοτική ή θρησκευτική) των μελών τους προβάλλονταν και αναπαράγονταν ελεύθερα. Η ένταξη των μεταναστευτικών πληθυσμών γινόταν κατανοητή ως «σεβασμός στη διαφορετικότητα»[54].

Επίσης, πολιτικές πολυπολιτισμικότητας υιοθέτησε η Ολλανδία,   από τα τέλη της δεκαετίας του `70, οι οποίες αρθρώθηκαν στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Ολλανδία είχε δεχθεί μουσουλμανικούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς από πρώην αποικίες της (Ινδονησία, Ολλανδική Γουιάνα), καθώς και από Τουρκία, Τυνησία και Μαρόκο και αυτοκατανοούσε την ταυτότητά της ως «πολυεθνική κοινωνία με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα». Ακόμη, πολιτικές πολυπολιτισμικότητας υιοθέτησαν το Βέλγιο (που είχε δεχθεί πληθυσμούς κυρίως από μουσουλμανικές χώρες, προκειμένου να εργασθούν στη βιομηχανία και τα ορυχεία του), καθώς και η Σουηδία (που είχε δεχθεί τόσο μουσουλμανικούς όσο και χριστιανικούς μεταναστευτικούς πληθυσμούς)[55].

Απεναντίας, η Γαλλία, ενώ ήταν γενναιόδωρη στη χορήγηση ιθαγένειας (ιδίως ως προς  τα παιδιά των μεταναστών, τα οποία την αποκτούσαν με βάση το jus soli = δίκαιο του εδάφους, δηλαδή εφόσον είχαν γεννηθεί στη Γαλλία), προσδοκούσε και απαιτούσε την αφομοίωση των μεταναστών (οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από τις πρώην αποικίες της), στον γαλλικό πολιτισμό, προσανατολισμένο στον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους («γαλλικότητα»). Συνακόλουθα, όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεταναστευτικών ομάδων (προέλευση, θρησκεία, γλώσσα, ήθη και έθιμα) θα έπρεπε να απομακρυνθούν κατά το δυνατόν από τη δημόσια σφαίρα και να περιορισθούν στην ιδιωτική.

Παρά τις υποστηρικτικές αναφορές στη δεκαετία του `80, από ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, στην πολυπολιτισμικότητα («το δικαίωμα στη διαφορά»/ «droit à la différence»), σε επίπεδο δημόσιου λόγου (και όχι δημόσιων πολιτικών), αυτές δεν είχαν συνέχεια.   Αυτό που ακολούθησε ήταν η εκλογική άνοδος του Jean-Marie Le Pen με εκλογικό μότο: «το δικαίωμα στη διαφορά; Ναι βεβαίως, αλλά στη χώρα σας» / «Droit à la différence? Mais oui, bien sur;  chez vous»)[56]. Η Γαλλία, έκτοτε, συνεχίζει, αλλά και σκληραίνει, με σχεδόν ομοφωνία των πολιτικών της δυνάμεων, το ισοπεδωτικό αφομοιωτικό μοντέλο, που κατ’ αποτέλεσμα οδηγεί στην απόπειρα ένταξης μεταναστών «διά μαστιγίου».

Αποκαλυπτικοί ως προς αυτό είναι οι νόμοι 2004/228 του 2004 και 2010/1192 του 2011, οι οποίοι παρά τον φαινομενικά γενικό και ουδέτερο χαρακτήρα τους, στόχευσαν τις μουσουλμάνες:  Ο μεν πρώτος απαγόρευσε τη χρήση στα δημόσια σχολεία συμβόλων ή ενδυμασιών με τα οποία οι μαθητές δηλώνουν «με έμφαση» την ένταξή τους σε μια θρησκευτική κοινότητα (π.χ. ισλαμική μαντίλα, εβραϊκή κίππα, χριστιανικοί σταυροί υπερβολικού μεγέθους), ενώ για το προσωπικό των δημοσίων σχολείων αυτό θεωρούνταν, ήδη προ του νόμου, αυτονόητο. Ο δε δεύτερος  απαγόρευσε σε δημόσιους χώρους οποιοδήποτε είδος αμφίεσης που καλύπτει το πρόσωπο (μπούργκα, νικάμπ), με εξαίρεση τους χώρους λατρείας[57].

Πολλές μουσουλμάνες, παρ’ όλο που είχαν κοινωνικοποιηθεί στη Γαλλία και είχαν αποκτήσει ιθαγένεια, αρνούνταν να «αφομοιωθούν», θεωρώντας τη χρήση της μαντίλας στοιχείο της ταυτότητάς τους. Συναφώς, υποστήριζαν ότι αυτές οι απαγορεύσεις συνιστούν δυσμενή (ρατσιστική) διάκριση σε βάρος τους, άσχετα αν γίνονταν στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κρατικής ουδετερότητας απέναντι στις θρησκευτικές πεποιθήσεις[58].

Κατά βάση, στην  κατεύθυνση της αφομοίωσης κινήθηκε μεταπολεμικά και η Ομοσπονδιακή Γερμανία, για τους μετανάστες της, προερχόμενους κυρίως από Ιταλία, Ελλάδα, Τουρκία, Πορτογαλία και Γιουγκοσλαβία, που συνήθως εργάζονταν ως ανειδίκευτοι  εργάτες στη ραγδαία αναπτυσσόμενη  βιομηχανία της. Από τους τελευταίους ανέμενε την επιστροφή στις πατρίδες τους (Gastarbeiter = φιλοξενούμενοι εργάτες) και γι’ αυτό η πρόσβασή τους στη γερμανική ιθαγένεια ήταν εξαιρετικά δύσκολη (σε αντίθεση ως προς αυτό με τη Γαλλία)[59]. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι μετανάστες είχαν ριζώσει στη Γερμανία, είχαν δημιουργήσει οικογένειες και τα παιδιά τους είχαν κοινωνικοποιηθεί εκεί και είχαν συνδέσει με αυτήν τις προοπτικές της ζωής τους.

Από το 1999 έγιναν δειλά βήματα σε πολυπολιτισμικές πολιτικές, όπως αποκαλύπτει η μεταρρύθμιση του δικαίου της ιθαγένειας, που ίσχυε από το 1913 με βάση το jus sanguinis (=δίκαιο του αίματος/της καταγωγής).  Συναφώς, εισήχθησαν για πρώτη φορά στοιχεία του jus soli για την κτήση ιθαγένειας από τα παιδιά των μεταναστών[60] και ακολούθως καταργήθηκε η υποχρέωση επιλογής ιθαγένειας για τα παιδιά αυτά (2014)[61]. Η Γερμανία φαινόταν να αποδέχεται ότι είναι ανεκτό να είσαι γερμανός, διατηρώντας ταυτόχρονα τις αναφορές και σε μια  άλλη εθνοπολιτισμική ταυτότητα (π.χ. την τουρκική)[62].

Πάντως, σε γενικές γραμμές, το μεταπολεμικό γερμανικό μοντέλο αφομοίωσης  ήταν πιο ευέλικτο, σε σχέση μ’ αυτό της Γαλλίας, και άφηνε περιθώρια ανάδειξης του πολιτιστικού πλουραλισμού.   Δεν είναι προφανώς τυχαίο ότι στη Γερμανία, το άρθρο 4 παρ. 2 του GG εγγυάται την κατά βάση «ανενόχλητη άσκηση της θρησκευτικής πίστης», σε αντίθεση με τη Γαλλία όπου η αρχή της leicité  στο όνομα της κρατικής ουδετερότητας δικαιολογεί εντονότερους περιορισμούς στην εξωτερίκευση της θρησκευτικής πίστης.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό είναι η κρίση του BVerfG, τo 2003 (υπόθεση F.Ludin). Σε αντίθεση με τον εξοβελισμό των θρησκευτικών επιρροών στα δημόσια σχολεία της Γαλλίας, στη συγκεκριμένη περίπτωση το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι μία ισλαμικής πίστης δασκάλα δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλείεται από το δικαίωμα να εξωτερικεύει τη θρησκευτική της πίστη φορώντας ισλαμική μαντίλα, στον βαθμό που η σχολική ζωή απολαμβάνει ευρεία ελευθερία, η οποία επιτρέπει και στοιχεία θρησκευτικής ιδεολογίας για το σύνολο των ποικίλων θρησκευτικών πεποιθήσεων, χωρίς πάντως το κράτος να ταυτίζεται με κάποια απ’ αυτές[63].

Ακολούθως, η απόφαση κάλεσε τα κρατίδια να ρυθμίσουν νομοθετικά το ζήτημα, το οποίο έγινε το 2004. Οκτώ εξ αυτών, με επιχειρήματα αναφερόμενα στη γερμανική πολιτισμική ταυτότητα («πολιτισμός» / «Δύση»  «Χριστιανισμός»), εισήγαν ρυθμίσεις που απαγόρευαν στους εκπαιδευτικούς (όχι στους μαθητές) την αμφίεση με εμφανή θρησκευτικά ενδύματα και σύμβολα, ενώ σε κάποια κρατίδια τέτοιοι περιορισμοί επεκτάθηκαν και στους υπαλλήλους όλων των δημόσιων υπηρεσιών[64].

Γ) Απουσία δεσμευτικών ρυθμίσεων για τη  με όρους πολυπολιτισμικότητας ένταξη των μεταναστών, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο, και το υποκατάστατο της απαγόρευσης των έμμεσων διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής.

Κατ’ αρχάς, αποσαφηνίζεται ότι χρησιμοποιείται η λέξη «ένταξη» ή άλλιώς «συμπερίληψη» (inclusion) των μεταναστών (ως αντίθετα του «αποκλεισμού» / exclusion) τόσο για τους μη έχοντες ιθαγένεια της χώρας εγκατάστασης νόμιμους μετανάστες όσο και για τους έχοντες ιθαγένεια, στον βαθμό που η κτήση ιθαγένειας δεν προεξοφλεί και την πραγματική ένταξη και οπωσδήποτε είναι ατελής χωρίς αυτήν[65].

Και αυτό παρόλο που –λόγω του ενωσιακού δικαίου- οι εγκατεστημένοι μετανάστες από τις τρίτες χώρες, ακόμη και χωρίς ιθαγένεια, έχουν αποκτήσει δικαιώματα κατά το δυνατόν παραπλήσια με αυτά των πολιτών των κρατών – μελών της ΕΕ, τα οποία λειτουργούν προωθητικά της ένταξης[66]. Ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες δικαιϊκής ένταξης πετυχαίνουν οι πολίτες των κρατών – μελών της ΕΕ, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος – μέλος αυτής, λόγω της κτηθείσας «ευρωπαϊκής ιθαγένειας» (άρθρο 20 ΣΛΕΕ),  ακόμη και όταν δεν έχουν την ιθαγένεια αυτού[67].

Η προσέγγιση κάθε  κράτους για τους όρους ένταξης των μεταναστών (αν δηλαδή επιχειρεί να τους εντάξει με όρους πολυπολιτισμικότητας ή αφομοίωσης) σχετίζεται  με την αυτοκατανόηση της ταυτότητάς του[68]. Αυτό στον βαθμό που απουσιάζουν ρυθμίσεις σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο που να δεσμεύουν σε πολυπολιτισμικές επιλογές για την ένταξη των  μεταναστευτικών μειονοτήτων. Και αυτό, σε αντίθεση με ό, τι συνέβη για τις «εθνικές μειονότητες» κατά τη δεκαετία του ’90, όπου η διεθνής κοινότητα κινητοποιήθηκε και προβλέφτηκαν ρυθμίσεις, σε επίπεδο υπερκρατικών συμβάσεων, με μετριοπαθή θετικά δικαιώματα που συνηγορούν  σε ήπια πολυπολιτισμική προσέγγιση (όπως η «Σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων»).

Μια λογική εξήγηση για την αδράνεια αυτή αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ η διεθνής κοινότητα αντέδρασε, ως προς τις «εθνικές μειονότητες», υπό τον φόβο της απειλούμενης διεθνούς ασφάλειας και αποσταθεροποίησης στα νεοδημιουργημένα κράτη μετά την κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού», αυτή η συνθήκη δεν ισχύει για τις μεταναστευτικές μειονότητες. Αυτό,  καθόσον οι μετανάστες εργαζόμενοι, ακόμη και αν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και κακομεταχείρισης σπάνια καταφεύγουν στα όπλα ή απειλούν να καταστρέψουν το κράτος[69].

Σε διεθνές επίπεδο: το άρθρο 27 του «Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα», του ΟΗΕ (1966), το οποίο υπήρξε μεταπολεμικά το μοναδικό (αλλά αναποτελεσματικό) έρεισμα για την υπεράσπιση μειονοτικών δικαιωμάτων, πέραν του ότι περιορίζεται σε αρνητικά δικαιώματα μη επέμβασης, έχει ερμηνευτεί με τρόπο που να αφορά μόνο τις ιστορικά εγκατεστημένες «εθνικές μειονότητες» και όχι τις μεταναστευτικές[70]. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η «Διεθνής Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων των Μεταναστών Εργαζομένων και των Μελών των Οικογενειών τους» του ΟΗΕ (1990), η οποία –σημειωτέον- δεν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα (αλλά και από κανένα κράτος της ΕΕ). Η ως άνω «Σύμβαση», παρά το ότι αποτελεί το πληρέστερο διεθνές νομικό κείμενο για τους νόμιμους και παράνομους μετανάστες εργαζόμενους, δεν προχωρά σε θετικές διατάξεις πολυπολιτισμικής προσέγγισης, εκτός από μια δειλή και αρνητικά διατυπωμένη αναφορά, στο άρθρο 31[71].   Η ίδια απουσία διατάξεων πολυπολιτισμικής προσέγγισης παρατηρείται και στις διεθνείς συμβάσεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) για τους μετανάστες εργαζόμενους (κυρίως η με αρ. 97 του 1949 και η με αρ. 143 του 1975) που περιέχουν πρόνοιες για άλλα θέματα και που επίσης δεν έχουν υπογραφεί και κυρωθεί από τη χώρα μας[72].

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο: από την ΕΣΔΑ δεν μπορεί να συναχθεί αποτελεσματική προστασία των ιδιαίτερων πολιτισμών των μεταναστευτικών κοινοτήτων (όπως και των «εθνικών μειονοτήτων»), τόσο λόγω της απουσίας σ’ αυτήν  θετικών μέτρων (περιοριζόμενη σε αμυντικά δικαιώματα), όσο και λόγω της προστασίας ατόμων/μελών των κοινοτήτων και όχι των κοινοτήτων  ως τέτοιων. Περαιτέρω, ενώ δεν επιτρέπονται διακρίσεις, μεταξύ άλλων και, «λόγω συμμετοχής σε εθνική μειονότητα» (άρθρο 14 της ΕΣΔΑ), επιτρέπονται prima facie διακρίσεις λόγω αλλοδαπής ιθαγένειας, δηλαδή για τους μετανάστες που δεν έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια της χώρας εγκατάστασης. Και αυτό παρόλο που το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα θεωρήσει την αποκλειστική επίκληση του κριτηρίου της ιθαγένειας  ως «ύποπτου» για διακριτική μεταχείριση σε βάρος προσώπων[73]. Συνεπώς, η ΕΣΔΑ δεν αποκλείει διαφοροποιημένη μεταχείριση, όχι όμως υπέρ των μη εχόντων ιθαγένεια της χώρας εγκατάστασης μεταναστών (στα πλαίσια πολυπολιτισμικής ένταξης), αλλά σε βάρος τους[74].

Δεσμεύσεις σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας δεν μπορούν να αντληθούν ούτε από τον (αναθεωρημένο) Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη (ΕΚΧ), ο οποίος αποτελεί την επέκταση της ΕΣΔΑ στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό ισχύει με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η (πάντως, με μικρή κανονιστική πυκνότητα) διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2, η οποία αναφέρεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τα συμβαλλόμενα κράτη για την προώθηση και διευκόλυνση της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας του μετανάστη εργαζόμενου στα παιδιά του, στον βαθμό που είναι εφικτό. Βέβαια,  δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι ο Χάρτης δεν κατοχυρώνει υποκειμενικά αγώγιμα δικαιώματα, αλλά καθορίζει απλά αντικειμενικές υποχρεώσεις των κρατών, με έναν αδύναμο μηχανισμό ελέγχου[75].

Ακόμη, συγκρατημένη ως προς θετικές ρυθμίσεις υπέρ των μεταναστών είναι και η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το Νομικό καθεστώς των Μεταναστών Εργαζομένων» (1977), την οποία η χώρα μας, ενώ έχει υπογράψει, δεν έχει ακόμη κυρώσει. Η αναφορά (άρθρο 15) για «διδασκαλία της μητρικής γλώσσας» στα τέκνα του μετανάστη εργαζόμενου, δεν συνηγορεί σε πολυπολιτισμική προσέγγιση, στον βαθμό που αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη, γίνεται «προκειμένου να διευκολύνεται … η επιστροφή τους στο Κράτος καταγωγής τους»[76].

Στο επίπεδο του ενωσιακού εγχειρήματος: σε όλη την πορεία του ενωσιακού εγχειρήματος, η ένταξη των μεταναστών από τις τρίτες χώρες παρέμεινε στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών, μολονότι από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (θέση σε ισχύ την 1-5-1999) η μεταναστευτική πολιτική απέκτησε ευρωπαϊκή διάσταση, χωρίς όμως η δίκαιη μεταχείριση των μεταναστών (δηλαδή το θέμα της ένταξής τους) να συμπεριλαμβάνεται στους υπό την κοινοτική αρμοδιότητα τομείς  μεταναστευτικής πολιτικής (άρθρο 63 παρ. 3 και 4 ΣυνθΕΚ).

Ναι μεν στη Συνθήκη της Λισαβόνας (θέση σε ισχύ την 1-12-2009) τίθεται μεταξύ των στόχων της «κοινής μεταναστευτικής πολιτικής … [η] δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στα κράτη μέλη …» (άρθρο 79 παρ. 1 ΣΛΕΕ), αλλά η αρμοδιότητα αυτή είναι «συντρέχουσα» με αυτή των κρατών-μελών (άρθρο 4 ΣΛΕΕ, υπό τους όρους του Πρωτοκόλλου αριθ. 25). Ειδικά, όμως, στο ζήτημα της ένταξης των νομίμων μεταναστών, η αρμοδιότητα της Ένωσης είναι υποστηρικτική και συνεπώς αυτή παραμένει στα κράτη-μέλη, στον βαθμό που ως προς αυτό αποκλείεται «οποιαδήποτε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών-μελών» (άρθρο 79 παρ. 4 ΣΛΕΕ)[77]. Πάντως, το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η ένταξη τίθεται πλέον με διάταξη του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου ως ζητούμενο της «κοινής» μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ που δεσμεύει τόσο τα όργανα της ΕΕ όσο και τα κράτη μέλη.

Βέβαια, η Ευρωπαϊκή Ένωση σε πολιτικού – κατευθυντήριου (και όχι νομικού) χαρακτήρα κείμενα, όπως το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης που υιοθέτησε το «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», το 2009, για τα έτη 2010-2014, περιγράφοντας τη «δίκαιη μεταχείριση» των μεταναστών συνηγορούσε σε ήπιες πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις: «Η ένταξη αποτελεί μια δυναμική, αμφίδρομη διαδικασία αμοιβαίας αλληλεπίδρασης … [τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν με τη στήριξη της Επιτροπής] … για ενίσχυση των δημοκρατικών αξιών και της κοινωνικής συνοχής όσον αφορά τη μετανάστευση και την ένταξη των μεταναστών και για  προώθηση του διαπολιτισμικού διαλόγου και των επαφών σε όλα τα επίπεδα»[78].

Στην ίδια κατεύθυνση είχε κινηθεί, ήδη υπό τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, και η προγραμματική περίοδος του Tampere (2000-2004), όπου  σε ανακοίνωση της Επιτροπής (Νοέμβριος 2000) αναφερόταν ότι «η ένταξη είναι μια διαδικασία διπλής κατεύθυνσης, η οποία απαιτεί προσαρμογή τόσο των μεταναστών όσο και της κοινωνίας υποδοχής», καθόσον εξάλλου «η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από τη φύση της μια πλουραλιστική κοινωνία που εμπλουτίζεται από μια ποικιλία πολιτιστικών και κοινωνικών παραδόσεων, που στο μέλλον θα διαφοροποιηθεί ακόμη περισσότερο»[79]. Επίσης, στην ίδια κατεύθυνση, κατά την προγραμματική περίοδο του Προγράμματος της Χάγης (2005-2010), αναδεικνυόταν η ανάγκη ενίσχυσης των πολιτικών ένταξης, με κεντρική ιδέα την προώθηση «της ενότητας μέσω της πολυμορφίας»  (άτυπη συνάντηση των αρμοδίων για θέματα ένταξης Υπουργών των κρατών-μελών της ΕΕ στο Πότσνταμ -Μάϊος 2007-), καθώς επίσης και η ανάγκη να θεσπισθούν από τα κράτη-μέλη, προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη, «διαφανείς, ανθρώπινες, γρήγορες και λογικές διαδικασίες … [για την] πολιτογράφηση των επί μακρόν διαμενόντων μεταναστών και των παιδιών τους»  (Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, 6-7-2006)[80].

Καρπός των κατευθύνσεων του Tampere είναι η Οδηγία 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ, της 29-6-2000 για την «εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής» (η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, αρχικά με τον ν. 3304/2005 και αργότερα –πληρέστερα- με τον ν. 4443/2016, ΦΕΚ 232/Α’/9-12-2016)[81]. Η Οδηγία απαγορεύει σε όλη την Κοινότητα κάθε άμεση ή έμμεση διάκριση (όταν δηλαδή μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική μπορεί να θέσει πρόσωπα συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής σε μειονεκτική θέση συγκριτικά με άλλα πρόσωπα). Γενικότερα, η μειονοτική προστασία στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ θεμελιώνεται (αλλά και εξαντλείται) στην απαγόρευση των διακρίσεων, με χαρακτηριστικότερες ως προς αυτό τις διατάξεις του άρθρου 2 ΣΕΕ και του άρθρου 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (ο οποίος είναι νομικά ισόκυρος με τις Συνθήκες μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας).

Στοιχείο της ως άνω οδηγίας, παρεπόμενο της απαγόρευσης των «έμμεσων διακρίσεων», είναι η παραπομπή της στην προστασία κατ’ αποτέλεσμα μειονεκτούντων ομάδων, γεγονός που εγκαλεί τα κράτη που αντιδρούν σε προστασία μειονοτικών εθνοπολιτισμικών ομάδων στα πλαίσια μιας υποστηριζόμενης απ’ αυτά αδιαφοροποίητης ισότητας[82]. Συναφώς, κατοχυρώνεται στην Οδηγία και η  δυνατότητα για λήψη θετικών μέτρων, που παραπέμπει σε συλλογική διάσταση  μειονοτικών δικαιωμάτων.  Με τα λόγια της οδηγίας: «η απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης δεν πρέπει να θίγει τη διατήρηση ή θέσπιση μέτρων που αποσκοπούν στην πρόληψη ή αντιστάθμιση της μειονεκτικής θέσης στην οποία περιέρχονται ομάδες προσώπων συγκεκριμένης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής … [ως] αποδεικτικό μέσο για την έμμεση διάκριση συμπεριλαμβάνονται και τα στατιστικά στοιχεία»` περαιτέρω «προκειμένου να πραγματωθεί η πλήρης ισότητα, η αρχή της ίσης μεταχείρισης δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν ειδικά μέτρα με σκοπό την πρόληψη ή την αντιστάθμιση μειονεκτημάτων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής» (άρθρο 5 της Οδηγίας).

Μολονότι η απαγόρευση των έμμεσων διακρίσεων δεν μπορεί να καλύψει σε όλες τις περιπτώσεις τη με όρους πολυπολιτισμικότητας ένταξη των μεταναστευτικών κοινοτήτων (π.χ. ως προς τα γλωσσικά δικαιώματα), εντούτοις μπορεί να υποκαταστήσει τη μειονοτική  προστασία σε χώρες που την αρνούνται, εξαναγκάζοντάς τις σε ένα ελάχιστο πολυπολιτισμικής ένταξης των μεταναστών[83].

Δ) Εμπόδια στη συνύπαρξη με τις μεταναστευτικές πολιτισμικές ετερότητες, κατά τις τελευταίες δεκαετίες

Μία από τις προϋποθέσεις που βοήθησαν στην πλειοψηφική αποδοχή πολιτικών πολυπολιτισμικότητας μεταπολεμικά για τις «εθνικές μειονότητες» ήταν η θέαση των σχέσεων πλειονότητας και «εθνικών μειονοτήτων» υπό το φως της δημοκρατικής πολιτικής και όχι υπό το περιοριστικό πλαίσιο της ασφάλειας των κρατών και των πολιτών τους. Αυτή η συνθήκη ισχύει σε γενικές γραμμές και για την αποδοχή πολιτικών πολυπολιτισμικότητας σε σχέση με τους μετανάστες. Όμως, αυτή η συνθήκη υπονομεύεται από τις τρομοκρατικές ενέργειες φανατικών μουσουλμάνων, κοινωνικοποιημένων και πολιτογραφημένων σε φιλελεύθερες δημοκρατίες,  στα εδάφη αυτών, με αποκορύφωμα την τρομοκρατική επίθεση στη Νέα Υόρκη, της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.

Χαρακτηριστικότερες στιγμές του μουσουλμανικού φονταμενταλισμού  στον ευρωπαϊκό χώρο ήταν: το 1989, ο συγγραφέας των «Σατανικών Στίχων» (S.Rushdie), που εκδόθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, επικηρύχθηκε από τη θρησκευτική ηγεσία του Ιράν και αντιμετώπισε την οργή και τις απειλές των μουσουλμάνων, ακόμη και αυτών που ζούσαν στην Ευρώπη. Ο συγγραφέας αναγκάσθηκε να ζει κρυμμένος για πολλά χρόνια, ενώ ο Ιταλός μεταφραστής του βιβλίου και ο Νορβηγός εκδότης του δέχθηκαν δολοφονικές επιθέσεις, ενώ η έμπρακτη αυτολογοκρισία και κατ’ αποτέλεσμα η περιστολή της ελευθερίας του λόγου έλαβε μεγάλη έκταση στη βρετανική κοινωνία[84]. Ακόμη, το γεγονός της δολοφονίας του Ολλανδού σκηνοθέτη Τέο Βαν Γκογκ, από έναν μαροκινής καταγωγής μουσουλμάνο, που είχε λάβει την ολλανδική ιθαγένεια, στα 2004. Το «έγκλημά» του ήταν ότι τόλμησε να γυρίσει ένα δεκάλεπτο φιλμ, με τίτλο    Submission (=υποταγή), εξαιρετικά επικριτικό για τη μεταχείριση των γυναικών στο Ισλάμ[85].  Επίσης, οι μαζικές διαδηλώσεις από μουσουλμάνους σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όταν μια δανέζικη εφημερίδα δημοσίευσε, στις 3-9-2005, δώδεκα σκίτσα του Προφήτη Μωάμεθ (υπόθεση των «δανέζικων γελοιογραφιών»)[86]. Τέλος, πράξεις «τυφλής» βίας σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις από μουσουλμάνους κοινωνικοποιημένους σ’ αυτές (π.χ. σε πόλεις του Ηνωμένου Βασιλείου την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 2001, στο Παρίσι και άλλες γαλλικές πόλεις το Φθινόπωρο του 2005, στη Στοκχόλμη τον Μάϊο του 2013, στη Μαδρίτη και το Λονδίνο στα 2004-2005, στο Παρίσι τον Ιανουάριο –Charlie Hebdo- και Νοέμβριο –Bataclan- του 2015, στις Βρυξέλλες, στη Νίκαια και στο Βερολίνο, τον Μάρτιο,  τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο του 2016, αντίστοιχα, στο Μάντσεστερ τον Μαϊο του 2017   κ.ο.κ.).

Το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές τέτοιων τρομοκρατικών ενεργειών είναι μουσουλμάνοι οι οποίοι έχουν κοινωνικοποιηθεί  και πολιτογραφηθεί σε δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες, τους εμφανίζει ως φορείς ενός πάγιου πολιτισμού, δομικά ασυμβίβαστου με το φιλελεύθερο και δημοκρατικό οικοδόμημα, μη επιδεχόμενου μετεξέλιξη υπό την έλξη των φιλελεύθερων αξιών[87]. Συνακόλουθα,   αποδυναμώνονται στην κοινή γνώμη τα επιχειρήματα των υποστηρικτών πολιτικών πολυπολιτισμικής συμπερίληψης, καθόσον βρίσκει πρόσφορο έδαφος η πεποίθηση ότι στις φιλελεύθερες δυτικές δημοκρατίες  η συνύπαρξη με τον μουσουλμανικό πολιτισμό δεν είναι δυνατή. Όμως, η παραπομπή του ζητήματος σε  «σύγκρουση πολιτισμών» ακυρώνει κάθε περαιτέρω συζήτηση, καθόσον η επικράτηση στη σύγκρουση καθίσταται ζήτημα ισχύος και όχι διαβούλευσης για δικαιώματα και δικαιοσύνη. Τελικά, τίθεται σε δοκιμασία η ανοχή των φιλελεύθερων δημοκρατιών, οι οποίες υπό τη λογική αυτοσυντήρησής τους τείνουν στον περιορισμό του πολιτιστικού πλουραλισμού[88].

Mία άλλη συνθήκη που επέτρεψε πολιτικές πολυπολιτισμικής συμπερίληψης των εθνικών μειονοτήτων μεταπολεμικά σε δυτικές δημοκρατίες ήταν το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες μειονότητες μιλούσαν στη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συνακόλουθα, δεν υπήρχε κίνδυνος για τα ανθρώπινα δικαιώματα από την αναπαραγωγή τους. Αυτή η προϋπόθεση φαίνεται να εκλείπει για ένα μέρος των μουσουλμανικών μεταναστευτικών μειονοτήτων, στο μέτρο που  περιχαρακώνεται και προβάλλει ανελεύθερες πλευρές της ταυτότητάς του. Συναφώς, τίθεται σε αμφισβήτηση το αν ισχύει το φιλελεύθερο προσδόκιμο υπό την έλξη των φιλελεύθερων ιδεών, με τον ίδιο τρόπο που ίσχυσε σε παλαιότερα μεταναστευτικά κύματα. Κατ’ αποτέλεσμα, αντιμετωπίζεται με δυσπιστία από την κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών ο ισχυρισμός ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι Ευρωπαίοι  μουσουλμάνοι δια των πολιτικών πολυπολιτισμικότητας, δηλαδή δια της διατήρησης πλευρών της ιδιαίτερης ταυτότητάς τους, ζητούν, όχι την περιχαράκωση αλλά την ισότιμη συμμετοχή τους  με όρους ατομικής ελευθερίας στις κοινωνίες όπου ζουν[89].

Σε γενικές γραμμές, αυταπόδεικτα, τόσο η εδραίωση της πεποίθησης στους πληθυσμούς των δυτικών δημοκρατιών ότι δεν θα τεθούν σε κίνδυνο οι κατακτήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και η εξάλειψη των φόβων ασφάλειας, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να συνηγορήσει η κοινή γνώμη στην υποστήριξη πολιτικών πολυπολιτισμικότητας. Και αυτό, άσχετα από το γεγονός ότι φαινόμενα τρομοκρατικής δράσης μουσουλμάνων και ανελεύθερες πολιτισμικές πρακτικές υπήρχαν και υπάρχουν και σε χώρες που αντιστέκονται σθεναρά σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας[90].

Επιπλέον, η πολυπολιτισμική συμπερίληψη των μεταναστών δυσχεραίνεται από το γεγονός ότι στις μέρες μας υφίστανται αποδυναμωμένες  οι προϋποθέσεις ευημερίας υπό την ισχύ ενός αποτελεσματικού κοινωνικού κράτους, που κατέστησαν εφικτή την κοινωνικοπολιτική ένταξη των «εθνικών μειονοτήτων» (αλλά και των μεταναστευτικών) μεταπολεμικά. Οι μετανάστες, ακόμη και υπό την ιδιότητα του πολίτη, είναι πρωτίστως εκτεθειμένοι στον κοινωνικό αποκλεισμό, όπως και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Η ανασφάλεια εκ μέρους των γηγενών, οι οποίοι βιώνοντας την αποδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας αισθάνονται απειλούμενοι από τους μετανάστες,  δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον επώασης του ρατσισμού, ο οποίος μεταπολεμικά, ιδιαίτερα στις δεκαετίες του `60 και `70, φαινόταν αντιμετωπίσιμος, υπαρκτός μόνον ως ατομική παρεκκλίνουσα συμπεριφορά[91].

Εν τέλει, ως συνέπεια των παραπάνω, βάλλονται όχι μόνο πολιτικές πολυπολιτισμικότητας, αλλά αυτή καθαυτή η παρουσία μεταναστευτικών πληθυσμών στην Ευρώπη[92]. Ενισχύονται εκλογικά τα  αντιμεταναστευτικά «κόμματα ταυτότητας»[93]. Η συνύπαρξη διαφόρων πολιτισμικών ταυτοτήτων με όρους αμοιβαίου σεβασμού, την οποία υποστηρίζουν οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας, είναι δύσκολο να βρει ευρεία εκλογική αποδοχή και να υποστηριχθεί σθεναρά.

Πάντως, παρά τη γενικευμένη αποστασιοποίηση των πολιτικών ελίτ, από τα μέσα της δεκαετίας του `90 και εντεύθεν, από τη ρητορική για πολιτικές μεταναστευτικής πολυπολιτισμικότητας, ως ανταπόκριση στους φόβους των ευρωπαϊκών κοινωνιών, στην πράξη υπαναχώρηση από πολυπολιτισμικές αρχές δεν υπήρξε[94]. Σε γενικές γραμμές, αν εξαιρεθούν τα ακραία κόμματα ταυτότητας, το υπόλοιπο πολιτικό φάσμα (κυρίως τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα[95]) δίνει έμφαση στην ανάγκη να εξελιχθεί μια πιο ευρύχωρη και  περιεκτική αντίληψη της εθνικής ταυτότητας και να αντιμετωπισθεί ο ρατσισμός και ο στιγματισμός των μειονοτήτων. Και αυτό, έστω και αν οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας στο πολιτικό λεξιλόγιο αντικαταστάθηκαν με λέξεις όπως «συμπερίληψη / ένταξη», «κοινωνική συνοχή», «κοινές αξίες», «κοινή ιθαγένεια» κ.ο.κ.

Προφανώς, λέγοντας ότι η υπαναχώρηση στην πολυπολιτισμικότητα ήταν ρητορική και όχι πραγματική δεν αναφερόμαστε σε χώρες που είχαν υιοθετήσει και συνεχίζουν να υιοθετούν το αφομοιωτικό μοντέλο ένταξης μεταναστών (π.χ. Γαλλία, Δανία, Ελβετία). Από όσες χώρες είχαν αναφορές σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας μόνο στην Ολλανδία υπήρξε σημαντική υπαναχώρηση από τις αρχές της.  Στην πράξη, με σημείο αφετηρίας το έτος 1980, οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας είτε εμφάνισαν  αύξηση και μετά στασιμότητα (παραμένοντες πάντως ψηλές –Ηνωμένο Βασίλειο-) είτε ενισχύθηκαν  οριακά (μολονότι ισχνές –Γερμανία-) είτε ενισχύθηκαν αισθητά σε σχέση με το  αρχικό σημείο εκκίνησης (π.χ. Βέλγιο, Φιλανδία, Ιρλανδία, Νορβηγία, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Ελλάδα)[96].

2) Η διαχείριση  του μεταναστευτικού ζητήματος στη χώρα μας

Α) Αντιδράσεις στην κτήση ιθαγένειας με όρους πολυπολιτισμικότητας

Στη χώρα μας, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, προστέθηκε η ανάγκη διαχείρισης  ποιοτικά διαφορετικών πολιτιστικών ετεροτήτων, των μεταναστευτικών.  Η καθυστερημένη μεταβολή της  από χώρα αποστολής σε χώρα υποδοχής μεταναστών (όπως και η Ιταλία, η Ισπανία, η Ελβετία κ.ά.), την έθεσε ενώπιον της ανάγκης διαχείρισης του ζητήματος αυτού. Μέχρι το 2010 (οπότε έγιναν ευνοϊκότεροι οι όροι πρόσβασης στην ελληνική ιθαγένεια), όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει λόγος για πολιτικές αφομοίωσης ή πολυπολιτισμικές σε σχέση με τους μετανάστες, αλλά υπήρχε η μη ρεαλιστική εκτίμηση της προσωρινότητας της μεταναστευτικής παρουσίας και συνακόλουθα η στρατηγική της επιστροφής τους στις «πατρίδες» τους. Συναφώς, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη η πρόσβαση στην ελληνική ιθαγένεια, ώστε να γίνουν πολίτες, αντί να είναι απλά «φιλοξενούμενοι αλλοδαποί».

Σ’ αυτό συντέλεσε το γεγονός ότι, σε αντίθεση με ό, τι συνέβη μεταπολεμικά στις αναπτυγμένες δυτικές δημοκρατίες, ο αριθμός των μεταναστών δεν υπάκουε στον προγραμματισμό του ελληνικού κράτους («παράνομη» / «παράτυπη» μετανάστευση), γεγονός βέβαια που χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τις σύγχρονες μεταναστευτικές ροές.  Αρχικά αντιμετώπισε το πρόβλημα με προγράμματα καταγραφής και νομιμοποίησής τους, προκειμένου να εξέλθουν από το status παρανομίας (π.δ. 358/1997 και π.δ. 359/1997, ν. 2190/2001, ν. 3386/2005, ν. 3536/2007).

Όμως, με το πέρασμα των χρόνων, οι μετανάστες δημιούργησαν οικογένειες και τα παιδιά τους  κοινωνικοποιούνταν στη χώρα μας, έχοντας αποκτήσει ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς μαζί της με την οποία συνέδεαν το μέλλον τους, και ταυτόχρονα έχοντας απολέσει του δεσμούς με τη χώρα καταγωγής τους. Κατά συνέπεια, ιδιαίτερα για τα παιδιά αυτά,   ετίθετο το ζήτημα της τυπικής ένταξης στην ελληνική πολιτική κοινότητα, δηλαδή της χορήγησης της ελληνικής ιθαγένειας, ως πρώτο αποφασιστικό βήμα πραγματικής ένταξης, καθόσον χωρίς ιθαγένεια κάθε συζήτηση για πραγματική ένταξη είναι ψευδεπίγραφη. Αλλιώς, θα έπρεπε να περιμένουν μέχρι την ενηλικίωσή τους, οπότε είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την κτήση ελληνικής ιθαγένειας δια της πολιτογράφησης (δηλαδή με  εξατομικευμένα θετική κρίση της διοίκησης).

Ο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 49/Α’/24-3-2010), προκειμένου να αποκτηθεί η ιθαγένεια από τα παιδιά των μεταναστών, που είτε είχαν γεννηθεί στη χώρα μας («δεύτερη μεταναστευτική γενιά») είτε  είχαν έρθει σε μικρή ηλικία και φοιτούσαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα («μιάμιση μεταναστευτική γενιά»), αρκούνταν σε (αποδεικνύουσες ισχυρούς βιοτικούς δεσμούς) τυπικές προϋποθέσεις, η πλήρωση των οποίων θα δέσμευε τη διοίκηση, χωρίς περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.  Αυτές οι προϋποθέσεις ήταν είτε η γέννηση στη χώρα με νόμιμη διαμονή των γονέων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και η συνέχιση της ζωής στη χώρα μας είτε η ολοκλήρωση εξαετούς φοίτησης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και η συνέχιση της ζωής στη χώρα μας, καθώς και   η δήλωση σχετικής επιθυμίας.

Οι διατάξεις του ως άνω νόμου δεν απαιτούσαν την εξατομικευμένη (όπως συμβαίνει στη διαδικασία πολιτογράφησης ενηλίκων) κρίση της διοίκησης για την καταλληλότητα του υποψηφίου για τη χορήγηση ιθαγένειας. Κατά συνέπεια, υπό τους νέους τρόπους κτήσης ιθαγένειας θα ήταν ανεκτές και οι πολλαπλές πολιτισμικές αναφορές του αποκτώντος, όπως συνήθως συμβαίνει με τα παιδιά των μεταναστών πρώτης γενιάς. Περαιτέρω, δεν απαιτούνταν  η αποποίηση της πρότερης ιθαγένειας των υποψηφίων για την κτήση ιθαγένειας, στα πλαίσια της παραδοσιακά ισχύουσας στη χώρα μας ανοχής στην πολυϊθαγένεια[97]. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές συνηγορούσαν υπέρ μιας πολυπολιτισμικής προσέγγισης εκ μέρους  της ελληνικής Πολιτείας.

Σ’ αυτήν την προσέγγιση επιχείρησε να βάλει φραγμό το ΣτΕ, με τις αποφάσεις 350/2011 (παραπεμπτική του Δ’ Τμ.)[98] και 460/2013 (της Ολομέλειας)[99], με τις οποίες έκρινε ως αντίθετους στο Σύνταγμα τους νέους τρόπους κτήσης ιθαγένειας από τη «δεύτερη» και τη «μιάμιση» μεταναστευτική γενιά. Με επίκληση άσχετων, ως προς το ζήτημα αυτό, συνταγματικών διατάξεων (όσων περιέχουν τη λέξη «έθνος», «εθνικός/ή»), έκρινε ότι δια των επίδικων νομοθετικών ρυθμίσεων δεν τεκμηριώνεται ο εκ μέρους του αποκτώντος ελληνική ιθαγένεια «δεσμός προς το ελληνικό έθνος … [και η]  εθελούσια αποδοχή των αξιών που συνάπτονται προς τον ελληνισμό …» (σκέψη 13 της απ. 350/2011)`περαιτέρω, ότι δεν τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή του στο «ελληνικό κράτος και την ελληνική κοινωνία, τα οποία … παριστούν διαχρονική ενότητα με ορισμένο πολιτιστικό υπόβαθρο …» (σκέψη 6 της απ. 460/2013).

Με άλλα λόγια, το ΣτΕ υπονόησε ότι με τις επίδικες διατάξεις δεν τεκμηριώνεται η (μονοδιάστατη) αφομοίωση του αλλοδαπού στην ελληνική πολιτισμική ταυτότητα («ελληνικότητα»), η οποία, επιπλέον, δεν είναι συνεχώς εξελισσόμενη μέσα από επαφές με άλλες πολιτισμικές ταυτότητες, αλλά περιγράφεται ως στάσιμη και απολιθωμένη («διαχρονική»). Όμως, οι ιδέες για αμετάβλητες πολιτισμικές ταυτότητες είναι ανθρωπολογικά αφελείς, στον βαθμό που μόνον για τους νεκρούς πολιτισμούς μπορεί να ισχύουν, ενώ οι ζωντανοί πολιτισμοί εξελίσσονται μέσω της επαφής και της αλληλεπίδρασης με άλλες ταυτότητες[100]. Εν πάση περιπτώσει, η ισχυρή μειοψηφία της απόφασης της Ολομέλειας, καταγράφοντας τη διαφωνία της,  ορθά  επισήμανε  ότι με την κτήση ιθαγένειας δεν καθίσταται ο αποκτών «ομοεθνής» μας, αλλά «συμπολίτης» μας (σκέψη 6)[101].

Ο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ 76/Α’/9-7-2015) επιχείρησε να παρέμβει «διορθωτικά», ύστερα από το πάγωμα των σχετικών ρυθμίσεων για χρονικό διάστημα  άνω των δύο ετών μετά την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Υπό τον φόβο ενδεχόμενης νέας κρίσης περί αντισυνταγματικότητας, ο νόμος αυτός κατέστησε περισσότερο αυστηρές τις τυπικές προϋποθέσεις πρόσβασης στην ιθαγένεια των παιδιών των μεταναστών, με δέσμια αρμοδιότητα (όπως και υπό τον ν. 3852/2010) της διοίκησης να χορηγήσει ιθαγένεια, εφόσον αυτές πληρούνται. Συνεπώς, και στις διατάξεις αυτού του νόμου αποτυπώνεται η ίδια στρατηγική ένταξης των παιδιών των μεταναστών, με την αναγνώριση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της κοινωνίας μας και με τη συνηγορία σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας[102].

Β) Το στοίχημα της πραγματικής ένταξης

Βέβαια, με την κτήση ιθαγένειας δεν επιλύεται αυτόματα και το ζήτημα της έμπρακτης ένταξης/συμπερίληψης των μεταναστών, όπως εξάλλου αποδεικνύεται από την εμπειρία παραδοσιακών χωρών υποδοχής μεταναστών.

Αποτελεί ένα μόνιμο πεδίο διαμάχης μεταξύ συντηρητικών από τη μια, και αριστερών και φιλελευθέρων από την άλλη, το πότε πρέπει να χορηγείται η ιθαγένεια στους μετανάστες. Για τους πρώτους, η ιθαγένεια πρέπει να αποκτάται στο τέλος μιας μακράς και επιτυχούς πορείας ένταξης (νοούμενης όμως, τις περισσότερες φορές, ως αφομοίωσης) του αποκτώντος. Για τους δεύτερους, η ιθαγένεια πρέπει να αποκτάται στα αρχικά στάδια, καθόσον είναι προϋπόθεση της ένταξης/συμπερίληψης. Συναφώς, δεν συνάδει με πολιτικές πολυπολιτισμικότητας (αλλά παραπέμπει σε πολιτικές αφομοίωσης) η αξίωση του κράτους εγκατάστασης από τους μετανάστες να έχουν  μεγάλου βαθμού πρόσβαση στη γλώσσα του ή να έχουν πετύχει  ψηλούς βαθμούς ένταξης, προκειμένου να αποκτηθεί ιθαγένεια[103]. Όμως, αποτελεί αυταπάτη η αισιόδοξη πεποίθηση (συνήθως των δευτέρων) ότι η κτήση ιθαγένειας προεξοφλεί και την πραγματική τους ένταξη/συμπερίληψη[104].

Διαπιστώνεται ότι, ακόμη και σε χώρες που υιοθετούν πολυπολιτισμικές προσεγγίσεις,  σε πολλές περιπτώσεις απόγονοι μεταναστών, δεύτερης και τρίτης γενιάς, παρά την τυπική συμπερίληψη διά της ιθαγένειας, είναι επί της ουσίας γκετοποιημένοι,  αποκλεισμένοι από την ισότιμη πρόσβαση σε πόρους, αγαθά, ευκαιρίες ζωής, μειονεκτώντας από τους γηγενείς. Κατ’ αποτέλεσμα, σ’ αυτούς τους πληθυσμούς είναι αποδυναμωμένη η αίσθηση του συνανήκειν, η αίσθηση του κοινού πεπρωμένου  με το κράτος του οποίου έχουν γίνει πολίτες. Η επιδιωκόμενη κοινωνική ενότητα, συνοχή και αλληλεγγύη υπονομεύεται. Συνεπώς, το ζήτημα της πραγματικής ένταξης/συμπερίληψης είναι ένα μόνιμο, διαρκές στοίχημα για τις χώρες με μεταναστευτικούς πληθυσμούς, ακόμη και μετά την κτήση της ιθαγένειας[105].

Όμως,   η κοινωνική συμπερίληψη των μεταναστών, όπως στην Ευρώπη έτσι και στη χώρα μας, δυσχεραίνεται από τη μείωση του γενικού επιπέδου ευημερίας και την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους[106]. Οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί είναι πρωτίστως εκτεθειμένοι στον κοινωνικό αποκλεισμό. Επιπλέον, ένας δυσανάλογος για τις αναπτυξιακές δυνατότητες μιας χώρας μεταναστευτικός πληθυσμός δρα επιβαρυντικά ως προς αυτό. Ειδικά στη χώρα μας, ο μεγάλος, λόγω της θέσης της, αριθμός μεταναστευτικών ροών  (είτε ως οικονομικοί μετανάστες είτε ως πολιτικοί πρόσφυγες), σε περίπτωση που γίνει μόνιμη εγκατάσταση, δρα απαγορευτικά στη δυνατότητα κοινωνικής συμπερίληψης. Κατ’ αποτέλεσμα,  θα αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις (και δεν θα βρίσκει εκλογική απήχηση) αυτή καθαυτή η παρουσία των μεταναστών/προσφύγων, πολύ περισσότερο οι ανεκτικές πολιτικές  πολυπολιτισμικότητας.

Γενικότερα, έχει αποδειχθεί ότι η αποδοχή πολιτικών πολυπολιτισμικότητας για την ένταξη των μεταναστών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από την πεποίθηση των πολιτών του κράτους εγκατάστασης ότι η παρουσία τους έχει υπακούσει στον προγραμματισμό του, με βάση τις ανάγκες του[107]. Η θέση για «ελεύθερη μετανάστευση σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα», παρά τις ενδεχομένως ευγενέστερες των προθέσεων των υποστηρικτών της, θα γεννούσε, υπό τις δεδομένες συνθήκες, ανυπέρβλητα προβλήματα. Συναφώς, εγείρεται το ζήτημα της ορθολογικότερης διαχείρισης του ζητήματος  που θα περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη και τη θέσπιση ορίων στον αριθμό των μεταναστών ανά χώρα/μεταναστευτικό προορισμό. Με σωστή ατζέντα στη βάση ενός πολυμερούς συντονισμού, που μόνο κάποιος διεθνής οργανισμός με σαφή εντολή και ικανούς πόρους μπορεί να εξασφαλίσει, είναι δυνατόν να εγκατασταθεί προοδευτικά ένα πιο ανθρώπινο και ανοιχτό διεθνές σύστημα για τη μετανάστευση, να αξιοποιηθούν τα τεράστια οφέλη της και να ελαχιστοποιηθούν τα κόστη της[108].

Περαιτέρω, η υιοθέτηση πολιτικών πολυπολιτισμικότητας επιβαρύνεται από τη διάχυτη εντύπωση ότι εγγενώς οι μουσουλμανικές μειονότητες είναι απρόθυμες να ενταχθούν σε φιλελεύθερα περιβάλλοντα. Επιπλέον, οι τρομοκρατικές ενέργειες φανατικών μουσουλμάνων στις δυτικές κοινωνίες στους κόλπους των οποίων έχουν κοινωνικοποιηθεί, προσφέρουν επιχειρήματα στους αρνητές των πολιτικών πολυπολιτισμικότητας. Άσχετα αν η χώρα μας μελλοντικά γίνει στόχος τέτοιων επιθέσεων, είναι προφανές ότι η δυσπιστία στις εγκατεστημένες μουσουλμανικές μεταναστευτικές κοινότητες θα επηρεάζει και την ελληνική κοινωνία με συνέπεια πολιτικές πολιτιστικής συνύπαρξης με όρους αμοιβαίου σεβασμού να βρίσκουν εμπόδια.

Στη χώρα μας, η θέαση των σχέσεων με τις μεταναστευτικές κοινότητες υπό την (περιοριστική για τα δικαιώματά τους) οπτική της γεωπολιτικής ασφάλειας ενισχύεται από το γεγονός ότι έχουμε δεχθεί μεγάλο αριθμό μεταναστών από  γειτονικές μας χώρες[109]. Σε περίπτωση μελλοντικής όξυνσης των σχέσεων της χώρας μας με αυτές, η υιοθέτηση ανεκτικών πολιτικών πολυπολιτισμικότητας θα κινδύνευε, στον βαθμό που πάντα θα υπάρχουν οι πολιτικές ελίτ που είναι πρόθυμες αν ανασύρουν το χαρτί ενός νεοεθνικισμού, υπό την εκλογική πίεση μιας «ανήσυχης» κοινωνίας.

3) Συνταγματικά ζητήματα της συνύπαρξης στη χώρα μας

Στη χώρα μας η μετανάστευση δεν έχει ιστορικό βάθος. Προβλήματα που έχουν προκύψει σε παραδοσιακούς μεταναστευτικούς προορισμούς, κατά πάσα πιθανότητα θα μας απασχολήσουν μελλοντικά.  Στο μέλλον, και στη χώρα μας, πιθανότητα θα εγερθούν από από τους –με ιθαγένεια- πολίτες μεταναστευτικής προέλευσης και τους απογόνους τους  διεκδικήσεις για περαιτέρω πολυπολιτισμικές πολιτικές, δηλαδή πολιτικές που θα  τους επιτρέπουν να διατηρούν και να προβάλλουν την ιδιαίτερη πολιτιστική τους ταυτότητα.  Χωρίς βέβαια να αποκλείονται, σε ατομικό επίπεδο, και επιλογές αφομοίωσης για την ένταξη, δηλαδή επιλογές που στηρίζονται στην ανεπιφύλακτη προσχώρηση στον κυρίαρχο πολιτισμό.

Η εθελούσια αφομοίωση  φαίνεται να επιλέγεται στη συντριπτική πλειονότητα των μεταναστών από τη γειτονική μας Αλβανία[110], με χαρακτηριστικότερη έκφρασή της την αλλαγή των μικρών ονομάτων τους, ακόμη και των επωνύμων, ώστε να ακούγονται ελληνικά. Βέβαια, τίποτε δεν προδικάζεται για το μέλλον. Είναι συνηθισμένο η πρώτη και η δεύτερη μεταναστευτική γενιά να πασχίζει για την ένταξη με οποιοδήποτε τίμημα, ενώ η τρίτη μεταναστευτική γενιά η οποία έχει πλέον ενταχθεί, να επιθυμεί να αναδείξει την εθνοπολιτιστική της ιδιαιτερότητα.

Μελλοντικά, ενδεχόμενα θα τεθούν (όπως τέθηκε σε σχέση με τη «μουσουλμανική μειονότητα») ζητήματα σχετικά με την επιτρεπτή έκταση της  προστασίας ιδιαίτερων μεταναστευτικών πολιτισμών, όπου όμως μια «κοινοτιστική» προσέγγιση είναι απαγορευτική στη δικαιοταξία μας.   Περαιτέρω, ενδεχόμενα θα τεθούν από μεταναστευτικές κοινότητες αιτήματα γλωσσικών αξιώσεων για την διδασκαλία και της μητρικής τους γλώσσας, καθόσον η –τουλάχιστον- βασική γνώση της ελληνικής γλώσσας και των πολιτικών μας θεσμών είναι προαπαιτούμενα  της κτήσης ιθαγένειας[111].

Αιτήματα για θετικές διακρίσεις έχουν υπόβαθρο την αποτυχία της κοινωνικοπολιτικής ένταξης συγκεκριμένων μεταναστευτικών ομάδων και σε κάθε περίπτωση  προϋποθέτουν την απόδειξη ότι όντως αυτές μειονεκτούν κατ’ αποτέλεσμα. Ακόμη, το συνταγματικό μας οπλοστάσιο θα δοκιμασθεί από αξιώσεις που σχετίζονται με την προβολή στη δημόσια σφαίρα της ιδιαίτερης ταυτότητας μελών μουσουλμανικών μεταναστευτικών κοινοτήτων   (π.χ. ζητήματα κάλυψης του προσώπου και χρήσης εμφανών θρησκευτικών συμβόλων γενικά σε δημόσιους χώρους, ειδικότερα στις σχολικές αίθουσες από μαθητές ή εκπαιδευτικούς κ.ο.κ).

Ένα ιδιαίτερο ζήτημα που αντιμετώπισαν παραδοσιακοί μεταναστευτικοί προορισμοί είναι το ζήτημα των αξιώσεων απαλλαγών από τα καθήκοντα προς το κράτος στο όνομα της προστασίας ενός ιδιαίτερου πολιτισμού. Με τις απαλλαγές εγείρεται η αξίωση προστασίας της ταυτότητας μιας πολιτιστικής κοινότητας από τις επιδράσεις του πολιτισμού της εθνοπολιτιστικής πλειονότητας. Στον βαθμό που τέτοιες απαλλαγές υιοθετούνται εθελουσίως από τα μέλη της πολιτιστικής κοινότητας λαμβάνουν τη μορφή των εξαιρέσεων για λόγους συνείδησης (π.χ. απαλλαγή από στρατιωτική υποχρέωση, άρνηση της υποχρέωσης για εννεαετή σχολική φοίτηση). Το πρόβλημα είναι ότι όσο αυξάνει ο αριθμός τέτοιων απαλλαγών, αυτές παύουν να αφορούν έναν «περιθωριακό» τρόπο ζωής που οριοθετείται από την πλειονότητα. Συνεπώς,  αν κάποτε ήταν ανεκτές ως μεμονωμένες  εξαιρέσεις[112], ο μεγάλος αριθμός τους  θα καθιστούσε δυσανάλογο το κόστος για την αξιούμενη από το δημοκρατικό πολίτευμα ισότητα[113].

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Α) Γιατί πολιτικές πολυπολιτισμικότητας και ποιάς έκτασης;

Ακόμη και τα πιο φιλελεύθερα κράτη που καταστατικά καλούνται να υιοθετήσουν την αδιαφορία για τις εθνοπολιτισμικές ταυτότητες των πολιτών τους, στην πράξη δομούνται  πάνω στον  «κοινωνικό πολιτισμό» της πλειονότητας, δηλαδή σε έναν εδαφικά επικεντρωμένο πολιτισμό, με μια κοινή γλώσσα που χρησιμοποιείται σε ευρύ φάσμα κοινωνικών θεσμών (π.χ. σχολεία, μέσα ενημέρωσης, δικαστήρια, οικονομία, κυβέρνηση κ.ο.κ). Με βάση τη συμμετοχή στον κοινωνικό αυτόν πολιτισμό έχει εκτραφεί η εθνική ταυτότητα. Η παραδοχή αυτής της διαπίστωσης ανατρέπει την -καταστατική ενός φιλελεύθερου κράτους- ουδετερότητα για τις πολιτισμικές ταυτότητες. Πράγματι, είναι δύσκολο οι εθνοπολιτισμικές πλειονότητες να παραιτηθούν από τα πολιτιστικά τους προνόμια, ό, τι π.χ. συγκροτεί την «γαλλικότητα» στη Γαλλία, την «ελληνικότητα» στην Ελλάδα κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο εθνοπολιτισμικός αποχρωματισμός των κρατών δεν είναι μια αυταπόδεικτη πραγματικότητα και αυτό συγκρούεται με τις αξιώσεις πολιτισμικού πλουραλισμού και συνειδησιακού αυτοκαθορισμού που εγείρουν οι σύγχρονες φιλελεύθερες και δημοκρατικές δικαιοταξίες[114]. Ενίοτε, γίνεται επίσημος κρατικός στόχος η προστασία του κυρίαρχου πολιτισμού, στον οποίο οφείλουν να υποταχθούν, αφομοιούμενοι, οι διαφορετικοί[115]. Τελικά, τα εθνικά κράτη επικαλέσθηκαν και κατασκεύασαν, αλλά και αναπαρήγαν στη βάση της πολιτιστικής ομοιογένειας τις εθνικές τους ταυτότητες ως θεμελιώνουσες τη διακριτή υπόστασή τους εις το διηνεκές, ενώ διαψεύστηκε η φιλοδοξία, στις πρώτες φάσεις της Γαλλικής Επανάστασης, για τη δημιουργία οντοτήτων στηριγμένων σε ελεύθερους και ισότιμους πολίτες στη βάση δημοκρατικών αξιών που θα υπερέβαιναν τις εθνοπολιτισμικές διαφορές τους[116].

Αν η διαπίστωση αυτή είναι απτή και προφανής για τα ευρωπαϊκά «εθνικά κράτη», ωστόσο δεν διαψεύδεται και από τα «πολιτειακά έθνη», όπως το κράτος των ΗΠΑ, για το οποίο υπάρχει διάχυτη η εντύπωση  ότι δομήθηκε ως πολυπολιτισμικό ευθύς εξαρχής, όπου  εντός του αναπτύσσονταν αδιακρίτως όλες οι διαφορετικές εθνοπολιτισμικές ταυτότητες.  Βάσιμα έχει υποστηριχθεί ότι στα πρώτα στάδια οι ΗΠΑ ήταν μια χώρα λευκών εποίκων, Άγγλων και Σκωτσέζων, που κουβαλούσαν μαζί τους την αγγλική γλώσσα και την προτεσταντική θρησκεία. Σε μεταγενέστερο χρόνο κατέφθασαν νέες μεταναστευτικές ομάδες, οι οποίες, ενώ δεν ανήκαν στην κυρίαρχη κουλτούρα της πλειονότητας, υποχρεώθηκαν να την υιοθετήσουν[117]. Μόνο μεταπολεμικά, από τη δεκαετία του `60, ασκήθηκαν στις ΗΠΑ πολιτικές πολυπολιτισμικότητας.

Ωστόσο, ορισμένες εθνοπολιτισμικές μειονοτικές ομάδες έχουν απορρίψει με έμφαση την ιδέα να συνδέσουν τις ευκαιρίες της ζωής τους με τον κοινωνικό πολιτισμό της πλειονότητας, καθόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε άρνηση της δικής τους ιδιαίτερης ταυτότητας. Διεκδίκησαν και ενίοτε πέτυχαν πολιτικές πολυπολιτισμικότητας,  μέσω των οποίων είτε μετέχουν με βάση τον δικό τους πολιτισμό στις εδαφικές περιοχές εγκατάστασής τους («εθνικές μειονότητες») είτε μετέχουν και με στοιχεία του δικού τους πολιτισμού (μεταναστευτικές μειονότητες).

Όπως η πολιτισμική πλειονότητα έχει δικαίωμα στην εθνική της οικοδόμηση, κατά τον ίδιο τρόπο είναι ακριβοδίκαιο να δικαιούται και μια εθνική μειονότητα (που έχει ενσωματωθεί παρά τη θέλησή της στην κρατική οντότητα) να οικοδομήσει την ανταγωνιστική εθνοπολιτισμική  ταυτότητα της, με τους αναγκαίους ως προς αυτό εγγυητικούς θεσμούς (π.χ. με ελευθερία αναπαραγωγής των προσδιοριστικών της ιδιαιτερότητάς της στοιχείων, με αυτονομία/αυτοδιοίκηση, εφόσον είναι πρόσφορη, με θεσμούς στη μειονοτική γλώσσα εντός της περιοχής εγκατάστασής της  κ.τ.λ.)[118]. Περαιτέρω, είναι ακριβοδίκαιο το αίτημα  μεταναστευτικής προέλευσης μειονοτήτων (οι οποίες, λόγω της φύσης τους, δεν απαντούν στην εθνική οικοδόμηση του κράτους μέσω της δικής τους),  να μειώσει το κράτος το κόστος της απαιτούμενης απ’ αυτό ένταξής τους, μέσω μιας πιο ανεκτικής στην πολιτισμική τους ταυτότητα προσέγγισης, υλοποιώντας τις αναγκαίες ως προς αυτό προσαρμογές. Υπ’ αυτές τις αποσαφηνίσεις, οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας δεν μεταφράζονται σε άδικα προνόμια υπέρ των μειονοτήτων, αλλά αποκαθιστούν υφιστάμενες σε βάρος τους αδικίες, αποζημιώνοντάς τις για μη ακριβοδίκαια μειονεκτήματα. Τέτοιες πολιτικές είναι το όχημα για την αντικατάσταση παλαιού τύπου εθνικών και ρατσιστικών ιεραρχιών με νέες σχέσεις δημοκρατικής συμπερίληψης.

Αλλιώς, υπό μια εχθρική στην πολυπολιτισμικότητα εκδοχή, η Πολιτεία καλείται να στηρίξει μια εθνική οικοδόμηση στη συλλογική υποχρεωτική αντίληψη περί αγαθού βίου (σε μας: ό, τι συγκροτεί την εθνική μας ταυτότητα/ιδιοπροσωπία, δηλαδή την «ελληνικότητα», η οποία συγκροτείται με βάση την  ελληνοφωνία και την ορθοδοξία). Όμως, μια τέτοια εκδοχή εθνικής οικοδόμησης, θα είχε μεροληπτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που θα συνεπαγόταν κόστος στα δικαιώματα των ετεροτήτων και συνεπώς τον αποκλεισμό τους[119].

Εν πάση περιπτώσει, η με όρους αμοιβαίου σεβασμού συνύπαρξη εξυπηρετείται με πολιτικές «φιλελεύθερης πολυπολιτισμικότητας»[120]. Υπ’ αυτή την εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας, δεν προστατεύεται το σύνολο των στοιχείων ενός μειονοτικού πολιτισμού,  με ανελαστικά όρια που δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνονται στη μειονοτική προστασία, την αποστέρηση της ατομικής αυτονομίας από τα μέλη μειονοτικών ομάδων. Επιπλέον, δεν θα μπορούσαν να είναι ανεκτές, στο όνομα ενός μειονοτικού πολιτισμού,  πράξεις επιφέρουσες  ευθεία βλάβη σε τρίτα πρόσωπα (π.χ. φόνοι για λόγους τιμής, κακοποιήσεις γυναικών), ιδίως παιδιά (π.χ. κλειτοριδοεκτομή σε ανήλικη, βίαιες μορφές πειθαρχίας σε παιδιά κ.ο.κ.).  Γενικότερα, οι όποιες πράξεις, στο όνομα ενός μειονοτικού πολιτισμού, δεν μπορούν να ξεπερνούν τα αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία όρια, προκειμένου  να προστατευθεί η δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια, δημόσια υγεία κ.ο.κ., αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να είναι όντως αναγκαίοι και όχι δυσανάλογοι και εν πάση περιπτώσει να μην οδηγούν κατ’ αποτέλεσμα σε έναν προληπτικό περιορισμό του πολιτιστικού πλουραλισμού.

Συνεπώς, ναι μεν οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας αποδέχονται ως στοιχείο της αξίας του ανθρώπου, την αναγνώριση στον καθένα του ιδανικού της «αυθεντικότητας», δηλαδή της αναγνώρισης από τους άλλους της προσωπικής και ιδιαίτερης ταυτότητάς του, η οποία παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την ένταξή του σε μια ιδιαίτερη πολιτιστική κοινότητα. Παράλληλα, όμως, μια φιλελεύθερη δικαιοταξία δεν μπορεί να απεμπολήσει την ηθική αυτονομία του ατόμου που συνεπάγεται την δική του κατάφαση για τη δέσμευση ή όχι στο σύνολο των στοιχείων της πολιτιστικής του κοινότητας, χωρίς εκ προοιμίου (δηλαδή, πάντα εντός των ορίων που προαναφέραμε)  να αποκλείεται και στην υιοθέτηση ακόμη και μη φιλελεύθερων τρόπων ζωής, όταν  με τη θέλησή του τους υιοθετεί[121] (π.χ. εθελοντική συμμετοχή ενήλικης σε κλειτοριδοεκτομή).

Η μειονοτική προστασία τέτοιας μορφής  αποστασιοποιείται από την αντίληψη της πολιτιστικής ομοιογένειας του ιδεατού σχήματος «έθνους-κράτους», που προϋποθέτει την ισοπεδωτική αφομοίωση των διαφορετικών. Ταυτόχρονα,  διασώζει τον σεβασμό της ιδιαίτερης πολιτισμικής  ταυτότητας των υπό προστασία εθνοπολιτιστικών μειονοτήτων, χωρίς εκπτώσεις στην ατομική αυτονομία ως βασικό συστατικό των φιλελεύθερων δικαιοταξιών. Έτσι, τα μειονοτικά δικαιώματα δεν είναι αναιρετικά των ατομικών ελευθεριών, αλλά συμπληρωματικά.

Βέβαια, θα μπορούσε να προβληθεί ο αντίλογος ότι εν τέλει τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο πολιτιστικός πλουραλισμός των δυτικών δημοκρατιών περιέχουν υποκρισία, στον βαθμό που είναι ιδωμένα με τη δική τους οπτική γωνία[122]. Όμως, αυτό είναι το αναγκαίο τίμημα για την επιβίωση του σκληρού πυρήνα  μιας φιλελεύθερης δικαιοταξίας, καθόσον «κανένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να θεμελιωθεί … σε έναν πλήρη και ολοκληρωτικό ‘’ανεξιπολιτισμό’’. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με καταστατική αυτοδιάλυση … Όσο ακραία ανεκτικός και αν εμφανίζεται ο ‘’πολυπολιτισμός’’ δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να λειτουργήσει ως κατά κυριολεξίαν ‘’παν-πολιτισμός’’»[123].

Συναφώς, η εγκατάλειψη της ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας των μειονοτήτων δεν είναι υποχρεωτική, αρκεί και στο μέτρο που η ταυτότητα αυτή είναι συμβατη με τον σκληρό πυρήνα μιας φιλελεύθερης δικαιοταξίας, ιδίως την εξελιξιμότητα των πολιτισμικών ταυτοτήτων.  Συμβατά με τις φιλελεύθερες δικαιοταξίες δεν είναι τα «φουνταμελιστικά κινήματα», καθόσον οδηγούν «σε μια πρακτική χωρίς ανεκτικότητα», «δεν αφήνουν χώρο για εύλογη διαφωνία», δεν «επιτρέπουν … μια πολιτισμένη διαμάχη γνωμών και πεποιθήσεων, στην οποία το ένα μέρος, χωρίς να προδίδει τις δικές του αξιώσεις ισχύος, [να] αναγνωρίζει τον άλλο ως συνομιλητή, με τον οποίο φιλονικεί για αυθεντικές αλήθειες»[124].

Συνεπώς, υπό την έμπρακτη ισχύ πολιτικών φιλελεύθερης πολυπολιτισμικότητας, η δυνατότητα ελεύθερης αναπαραγωγής των διαφορετικών εθνοπολιτιστικών ομάδων μέσα στις κρατικές επικράτειες δεν σημαίνει και υποχρέωση διαφύλαξης ενός ιδιαίτερου πολιτισμού. Από τις ατομικές βουλήσεις των ατόμων εξαρτάται η έκταση της διατήρησης ή της αναθεώρησης του ιδιαίτερου μειονοτικού πολιτισμού[125]. Συναφώς,  οι διάφορες εθνοπολιτισμικές ταυτότητες, υποκείμενες στην έκθεση στον ευρύτερο κόσμο, δεν είναι στάσιμες και απολιθωμένες μέσα στον χρόνο, αλλά επικοινωνούν, αλληλοεπηρεάζονται, εξελίσσονται.

Εν τέλει: «οι πολιτισμικές παραδόσεις  και οι μορφές ζωής αναπαράγονται φυσιολογικά διά της πειθούς … μπορούν να επιβιώσουν μόνο όσες παραδόσεις και μορφές ζωής δεσμεύουν τα μέλη τους, μολονότι εκτίθενται στον κριτικό τους έλεγχο και εναποθέτουν στους επιγενόμενους την επιλογή να διδαχτούν πράγματα από άλλες παραδόσεις ή να αποσκιρτήσουν και να σαλπάρουν για νέες θάλασσες»[126].

Β)  Είναι όμως ικανές να προσφέρουν την αναγκαία για τις κρατικά οργανωμένες κοινωνίες έκταση συνοχής και αλληλεγγύης;

Μόνο και μόνο η συνύπαρξη διαφορετικών εθνοπολιτισμικών ομάδων εντός μιας κρατικά οργανωμένης κοινωνίας θέτει εύλογα το ερώτημα μήπως εξ αυτής υπονομεύεται  η (τροφοδοτούσα την εμπιστοσύνη στο κράτος, ιδίως ως προς τις αναδιανεμητικές του πολιτικές) συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών. Με δεδομένο ότι τα σύγχρονα κράτη είναι de facto πολυπολιτισμικά, δηλαδή στεγάζουν ποικίλες εθνοπολιτισμικές ομάδες, το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας είναι αυτές που διαβρώνουν περαιτέρω  τους συνεκτικούς δεσμούς, σε αντίθεση με τις πολιτικές αφομοίωσης.

Δεν υπάρχει αξιωματική απάντηση ως προς αυτό. Πάντως, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η απουσία πολιτικών πολυπολιτισμικότητας είναι αυτή που υπονομεύει τους δεσμούς πολιτειακής αλληλεγγύης. Αυτό καθόσον δια των πολιτικών πολυπολιτισμικότητας απομακρύνονται τα εμπόδια και οι αποκλεισμοί, που καθιστούν δύσκολο για τις μειονότητες να «αγκαλιάσουν» ολόψυχα τους πολιτικούς θεσμούς[127].

Βέβαια, υπό την ισχύ πολιτικών πολυπολιτισμικότητας, το αναγκαίο για τις κρατικά οργανωμένες κοινωνίες αίσθημα του συνανήκειν θα είναι πιο ισχνό, συγκρινόμενο με αυτό του παραδοσιακού «εθνικού» κράτους  (χωρίς να υπάρχει κάποια διασφάλιση ότι οι πολιτικές αφομοίωσης πετυχαίνουν ισχυρότερους βαθμούς συνοχής, στον βαθμό που οι «διαφορετικοί» αντιστέκονται στην αφομοίωση). Με άλλα λόγια, υπό την ισχύ πολιτικών πολυπολιτισμικότητας είναι ανεκτό οι πολίτες  να ερμηνεύουν διαφορετικά το παρελθόν και να έχουν διαφορετικές αντιλήψεις περί αγαθού βίου, αλλά πάντως θα συμμερίζονται τις προσδοκίες για ένα κοινό μέλλον, στον βαθμό που  οι επιλογές της ζωής τους εξαρτώνται από την επιβίωση αυτής της κρατικά οργανωμένης κοινωνίας και των θεσμών της εις το διηνεκές[128].   Προφανώς, υπ’ αυτή τη συνθήκη η ταύτιση με το κράτος  δεν θα προσφέρει την ένταση της  αφοσίωσης και πίστης και συνακόλουθα  φανατισμού, που ενστάλαξε το παραδοσιακό «εθνικό» κράτος στους πολίτες του[129].

Το τελευταίο δια των εθνικών ταυτοτήτων  δημιούργησε  «κοινότητες», που ναι μεν ήταν «φαντασιακές»[130], αλλά πάντως «κοινότητες» με ισχυρή αίσθηση του συνανήκειν, οι οποίες διαμορφώναν θετική προδιάθεση για «την εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης … που το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες» (για να θυμηθούμε τη διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 4 Σ.).

Προφανώς, δεν μπορούμε να θεμελιώσουμε την προδιάθεση για την αφοσίωση στο κράτος στην κατάργηση του πολιτικού και πολιτισμικού πλουραλισμού, όπως θεωρούσε o ιδιοφυής θεωρητικός του Ναζισμού C.Schmitt, του οποίου η θεώρηση οδήγησε στον κρατικό ολοκληρωτισμό (προκειμένου να αποκατασταθεί η πολιτική ενότητα του λαού) και στην εξολόθρευση του πολιτιστικά (στην πράξη, φυλετικά) ετερογενούς (προκειμένου να αποκατασταθεί η εθνική/πολιτιστική ομοιογένεια)[131]. Δεν αρκεί, όμως, η αποστασιοποίηση από τέτοιες αντιδημοκρατικές θεωρήσεις, καθόσον το επίμαχο ερώτημα παραμένει: τι είναι αυτό που θα μπορούσε να συνέχει τις (υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης και έντονης μεταναστευτικής κινητικότητας) σύγχρονες κρατικά οργανωμένες κοινωνίες, ώστε να μπορούν όχι μόνον  να αντέξουν το βάρος μιας μεγάλης εθνοτικής ποικιλομορφίας, αλλά και να δημιουργηθούν  επαρκείς δεσμοί του συνανήκειν;

Βέβαια, ασφαλής και μη επιδεχόμενης αντίλογο απάντηση στο ζήτημα του θεμελίου της ενότητας, συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ  των πολιτών ενός κράτους, δεν υπάρχει. Προφανώς, όπως αναφέραμε και παραπάνω, δεν μπορεί ο στόχος αυτός να επιδιώκεται μέσω της αξίωσης για μια υποχρεωτική κοινή αντίληψη  περί αγαθού βίου, καθόσον κάτι τέτοιο θα καταπίεζε τους διαφορετικούς στο εσωτερικό των κρατικών οντοτήτων (π.χ. τους αλλόθρησκους). Ο στόχος της δημιουργίας συνοχής εντός των κρατών,  θα οδηγούσε, υπό μια τέτοια «κοινοτιστική» προσέγγιση[132], στην κατάργηση του πολιτιστικού πλουραλισμού, προς δόξαν των πεποιθήσεων του C.Schmitt. Περαιτέρω, η ενότητα, συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών εντός ενός κράτους δεν μπορεί να θεμελιώνεται απλά και μόνο σε κοινές πολιτικές τους αρχές, σε αρχές περί δικαιοσύνης κ.ο.κ. Αν αυτό ήταν αρκετό, δεν εξηγείται το γιατί θα πρέπει να νιώθουμε αλληλεγγύη για τον «συμπολίτη μας» (με τον οποίο ανήκουμε στο ίδιο κράτος) και όχι  για τον «ξένο», πολίτη άλλου κράτους, μολονότι (και αυτό συμβαίνει στις περισσότερες δυτικές χώρες) δεν διαφοροποιούνται οι αξίες μας και οι αρχές μας (φιλελεύθερες και δημοκρατικές)[133]. Εν τέλει, εμπειρικά, η απάντηση στην αναζήτηση των θεμελίων που προδιαθέτουν  στην ενότητα, συνοχή και αλληλεγγύη μεταξύ των πολιτών ενός κράτους δεν μπορεί παρά να ανάγεται  στην εθνική του οικοδόμηση.

Ο W.Kymlicka επιχειρηματολογεί υπέρ της οικοδόμησης -στα πλαίσια των κρατών- περιεκτικών (δηλαδή φιλελεύθερων και όχι συντηρητικών)  ταυτοτήτων, οι οποίες θα συμπεριλαμβάνουν (και δεν θα αποκλείουν) και τις εθνικές μειονότητες και τους εγκατεστημένους μετανάστες. Υπό την οπτική αυτή, η εθνική οικοδόμηση  καλείται να διευρύνει και στους πολιτιστικά διαφορετικούς το αίσθημα του συνανήκειν, το οποίο κατ’ αποτέλεσμα θα είναι πιο ισχνό, αλλά πάντως πιστεύεται πως θα επιτυγχάνει ικανοποιητικούς βαθμούς συνοχής. Έτσι κι αλλιώς, ιστορικά αυτή τη λειτουργία επιτέλεσε  η συγκρότηση των εθνικών ταυτοτήτων, διευρύνοντας την εμπειρικά διαπιστωμένη συμπάθεια των ανθρώπων μόνο προς τις συγγενικές τους ομάδες  ή θρησκευτικούς ομοϊδεάτες τους[134]. Συναφώς, «μια κυρίαρχη εθνότητα έχει … το ηθικό καθήκον να συμπεριλάβει στο ιστορικό της αφήγημα για τη συγκρότηση του έθνους-κράτους και τις ομάδες εκείνες που για διάφορους λόγους –που έχουν ή δεν έχουν να κάνουν με τις ίδιες- συνέπραξαν αλλά για διάφορους λόγους δεν πρωταγωνίστησαν στη διαμόρφωση της πολιτικής ιστορίας ενός τόπου … Το ίδιο … [ισχύει] τηρουμένων των αναλογιών και για τις κοινότητες των μεταναστών και τη συμμετοχή τους στην πρόσφατη κοινωνική και οικονομική ιστορία του τόπου»[135].

Ο J.Habermas  δίνει έμφαση στην ανάγκη δημιουργίας εντός των κρατών πολιτειακής ταυτότητας, στη βάση του «συνταγματικού πατριωτισμού». Η ταυτότητα αυτή δεν θα έχει τίποτε κοινό με το παραδοσιακό «έθνος – κοινότητα λαού» (Volksnation). Θα δημιουργεί προδιάθεση συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών του μέσω θεσμών δημοκρατικής συμμετοχής και διαβούλευσης (διαδικαστική συναίνεση), στους οποίους θα μετέχουν και οι μειονότητες (εθνικές και μεταναστευτικές), ώστε αυτές να μην υφίστανται μόνον τις ρυθμίσεις που τους επιβάλλονται.  Οι μειονότητες δεν θα είναι υποχρεωμένες να εγκαταλείψουν τις ιδιαίτερες πολιτισμικές τους ταυτότητες, αρκεί τα στοιχεία που τις συγκροτούν  να μην υπονομεύουν τον πυρήνα μιας φιλελεύθερης δικαιοταξίας και πρωτίστως τη δυνατότητα αναθεώρησης και μετεξέλιξής τους μέσα από την επαφή με άλλες πολιτισμικές ταυτότητες[136].

Ασφαλώς, οι παραπάνω θεωρητικές προσσεγγίσεις κρίνονται στην πράξη. Εξάλλου, για την εφαρμοσιμότητά τους υπάρχει εκτενής αντίλογος, ο οποίος προφανώς δεν μπορεί να αναπτυχθεί εδώ. Επί του παρόντος, ολοκληρώνοντας τη μελέτη μας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι στον ευρωπαϊκό χώρο η συμπερίληψη των μειονοτήτων (πρωτίστως των –ιστορικά υστερόχρονων-  μεταναστευτικών), ενώ είναι ζητούμενο, απειλείται ισχυρά.  Σαφώς, η σχετική βούληση των ευρωπαϊκών κρατών επηρεάζεται και τροφοδοτείται από συμπεριφορές των ίδιων των μειονοτήτων. Τα φαινόμενα περιχαράκωσης, οι  πρακτικές χωρίς ανεκτικότητα, η συνέχιση φαινομένων τρομοκρατίας από φανατικούς μουσουλμάνους με αποδοχή από τους ευρωπαίους ομόθρησκούς   τους εγείρουν αμυντικά αντανακλαστικά.

Υπ΄αυτές τις συνθήκες το μέλλον της Ευρώπης, ως χώρου ανεκτικότητας που συμπεριλαμβάνει και δεν αποκλείει, τίθεται σε κίνδυνο.   Πολιτικές δημοκρατικής συμπερίληψης βάλλονται (με κύριο στόχο τους μουσουλμάνους μετανάστες) και τάσεις επιστροφής στο παλιό έθνος-κράτος  αποκτούν σταθερά αυξανόμενο εκλογικό ακροατήριο, το οποίο αναπόφευκτα   επηρεάζει τις προτεραιότητες και τα προγράμματα των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Αποκαλυπτική ως προς αυτό  ήταν η πρόσφατη προσφυγική κρίση (σε έκταση τέτοια που είχαμε να δούμε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), όπου δοκιμάσθηκε η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, με την ύψωση νέων τειχών/φρακτών από τα κράτη, προκειμένου «να φύγει το κακό» από την αυλή/επικράτειά τους και να «μολύνει» την αυλή του γείτονα.

 

 

 

[1] Βλ. E.J.HOBSBAWM, Έθνη και εθνικισμός από το το 1780 μέχρι σήμερα – Πρόγραμμα, μύθος, πραγματικότητα, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1994,  E.GELLNER, Έθνη και εθνικισμός, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1992, καθώς και E.KEDOURIE, Ο Εθνικισμός, εκδ. κατάρτι, Αθήνα, 1999. Επίσης βλ. A.JAKAB, The concept of the Nation,  σε: Μ.Podunavak (ed.), Challenges of Multiculturalism, Heinrich Böll Stiftung Southeastern Europe, Belgrade, 2013 (International Conference, Belgrade 22-24/3/2012), σ. 77-105.

[2] Βλ. γενικά M.MAZOWER, Σκοτεινή ήπειρος. Ο Ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, εκδ.  Αλεξάνδρεια, 5η, Αθήνα, 2013, σ.  54 επ. και ιδίως 72 επ., καθώς και N.FERGUSON, O πόλεμος στον κόσμο. Ο αιώνας του μίσους 1901-2000, ειδ. εκδ. εφημ. Το Βήμα, τομ. Α’, σ. 309 επ., ιδίως 329 επ.

[3] Όπως και για το «έθνος», έτσι και για την «εθνική μειονότητα» δεν αρκούν «αντικειμενικά» κριτήρια (π.χ. γλώσσα, θρησκεία, παραδόσεις κ.τ.λ.) για να ορισθεί` απαιτείται το «υποκειμενικό» στοιχείο, δηλαδή η συλλογική συνείδηση της ιδιαιτερότητάς της και η εκδήλωση βούλησης για τη διατήρησή της. Όταν μια ομάδα επιλέγει και προβάλλει ως κυρίαρχο  στοιχείο διαφοροποίησής της το στοιχείο συμμετοχής της σε διακριτό εθνικό πολιτισμό, ξένο προς αυτόν της πλειονότητας, ενσωματώνοντας ενδεχομένως άλλα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά (π.χ. γλώσσα, θρησκεία κ.τ.λ.), τότε υπάρχει «εθνική μειονότητα» ως πραγματικό γεγονός [βλ. Κ.ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ – Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, Ο εντοπισμός του μειονοτικού φαινομένου στην Ελλάδα από τη νομική επιστήμη και το δίκαιο,  σε: K.Tσιτσελίκης – Δ.Χριστόπουλος (επιμ.), Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα. Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1997, σ. 417-461].

[4] Βλ. εκτενώς τόσο για το σύστημα μειονοτικής προστασίας υπό την ΚτΕ, όσο και σε αναφορά με τη χώρα μας σε Λ.ΔΙΒΑΝΗ, Ελλάδα και μειονότητες. Το σύστημα διεθνούς προστασίας της Κοινωνίας των Εθνών, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1999. Επίσης βλ. M.MAZOWER, ό.π. σημ. 2, σ. 65 επ.

[5] Βλ.  M.MAZOWER, ό.π. σημ. 2, σ. 70, καθώς και N.FERGUSON, ό.π. σημ. 2, σ. 316 επ.

[6] Βλ. Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, Η ετερότητα ως σχέση εξουσίας. Όψεις της ελληνικής, βαλκανικής και ευρωπαϊκής εμπειρίας, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2002, σ. 43 επ.

[7] Βλ. αναλυτικά W.KYMLICKA, Πολυπολιτισμικές Οδύσσειες. Πλοήγηση στη νέα διεθνή πολιτική της διαφορετικότητας, εκδ. Ι.Σιδέρης, Αθήνα, 2012, σ. 61 επ.

[8] Βλ. Ε.ΡΟΥΚΟΥΝΑ, Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκδ.  ΕΣΤΙΑ, Αθήνα, 1995, σ. 296 επ.

[9] Βλ. Χ.ΡΟΖΑΚΗ, Η συμβολή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην αναζήτηση ισορροπιών στις αντιφάσεις της πολυπολιτισμικής κοινωνίας, σε: Α.Ανδρούτσου – Ν.Ασκούνη (επιμ.), Πολιτισμική ετερότητα και ανθρώπινα δικαιώματα. Προκλήσεις για την εκπαίδευση, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2011, σ. 84-89, καθώς και Γ.ΠΙΝΑΚΙΔΗ, Η ρήτρα της «δημοκρατικής κοινωνίας» στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2007, σ. 225 επ.  Επίσης, βλ. Μ.ΖΑΚΟΥΛΑ, ΕΣΔΑ και μειονότητες. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου αντιμέτωπο με τις σύγχρονες εξελίξεις και προκλήσεις στο χώρο της μειονοτικής προστασίας, ΤοΣ, 2/2002, σ. 217-240, καθώς και Χ.ΓΙΑΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟ, Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε: K.Tσιτσελίκης – Δ.Χριστόπουλος (επιμ.), ό.π. σημ. 3, σ. 23-72. Σημειωτέον ότι με βάση το 12ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ απαγορεύονται οι διακρίσεις στην απόλαυση (όχι πλέον μόνον των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ, αλλά) όλων των δικαιωμάτων που θεσπίζει  νόμος (βλ. Ν.ΦΡΑΓΚΑΚΗ, Η απαγόρευση των διακρίσεων στη νομολογία του ΕΔΔΑ και το δωδέκατο πρόσθετο στην ΕΣΔΑ πρωτόκολλο, ΕΕΕυρΔ, Ειδικό Τεύχος, 2001, σ. 531-552).

[10] Βλ. J.-B. DE MONTVALON, Nouvel obstacle  à la ratification de la Charte des langues régianales, Le Monde, 1-8-2015, σε:  https://www.lemonde.fr/societe/article/2015/08/01/les-langues-regionales-bientot-reconnues-par-la-constitution_4707451_3224.html

[11] Bλ. γενικά για τον Χάρτη Κ.ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ, Η θέση σε ισχύ του Ευρωπαϊκού Χάρτη των περιφερειακών ή μειονοτικών γλωσσών, ΕΕΕυρΔ, 1998, σ. 807-825.

[12] Βλ. W.KYMLICKA (ό.π. σημ. 7) γενικά για τις πολιτικές πολυπολιτισμικότητας στις χώρες αυτές (σ. 107 επ.), καθώς και  σχετικά με τις παραμέτρους αποδοχής αυτών των πολιτικών   (σ. 131 επ.) και για την αξιολόγησή τους στην πράξη (σ. 198 επ.). Επίσης, βλ. Χ.ΜΥΛΩΝΑ (Οικοδομώντας το έθνος. Ομοεθνείς, Πρόσφυγες, Μειονότητες, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα, 2016), ο οποίος επικεντρώνει τη θεώρησή του στην επιρροή διεθνών γεωστρατηγικών παραγόντων ως καθοριστικών για την επιλογή από τις κρατικές ελιτ των πολιτικών σε σχέση με τις εθνικές μειονότητες (δηλ. αφομοίωσης, παροχής μειονοτικών δικαιωμάτων ή εξοβελισμού).

[13] Βλ. εκτενώς  T.JUDT, (Postwar – A History of Europe since 1945, 2005),  στην ελλην. γλώσσα εκδ. Αλεξάνδρεια, 2012 και σε ειδ. εκδ. Καθημερινές Εκδόσεις (για την εφημ. Καθημερινή), τομ. 4, σ. 26 επ. και 45 επ.

[14]  Βλ.  αναλυτικά W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 239 επ.

[15] Βλ. αναλυτικά, για τη Σύμβαση, το ιστορικό της πλαίσιο και τον τρόπο εφαρμογής της, Κ.ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ, Η σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, ΤοΣ, 1995, σ. 563-586, καθώς και Μ.ΤΕΛΑΛΙΑΝ, Η Ευρωπαϊκή σύμβαση-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, ΔτΑ, 18/2003, σ. 405-419.

[16] Βλ. Α.ΜΠΡΕΔΗΜΑ, Προστασία των εθνικών μειονοτήτων και εδαφική ακεραιότητα των Κρατών, ΔτΑ, 18/2003, σ. 397-404.

[17] Βλ. Α.ΜΠΡΕΔΗΜΑ, ό.π. σημ. 16, σ. 400. Πάντως, όπως επισημαίνεται από τον συγγραφέα (σ. 401) στη διάσκεψη του ΟΑΣΕ στην Κωνσταντινούπολη (Δεκ. 1999) στο τελικό κείμενο του Χάρτη για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια υιοθετήθηκε η ευλύγιστη και επιδεκτική διαφόρων ερμηνειών διάταξη που προβλέπει ότι «ποικίλες μορφές αυτονομίας, καθώς επίσης και άλλες προσεγγίσεις που περιγράφονται στα κείμενα του ΟΑΣΕ (Κοπεγχάγης 1990 και Γενεύης 1991), συνιστούν μέσα για τη διατήρηση και την προώθηση της εθνικής πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής ταυτότητας των εθνικών μειονοτήτων μέσα σε ένα κράτος».

[18] Πρβλ.  W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 288 επ.

[19] Βλ. αναλυτικά για την εξέλιξη των γεγονότων T.JUDT, ό.π. σημ. 13, σ. 45 επ., ιδίως 65, 70 επ. Επίσης, βλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 307-308.

[20] Βλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 313 επ. Επίσης βλ. Ν.ΜΟΥΖΕΛΗ, Οι βομβαρδισμοί στη Σερβία. Κυνισμός ή ασχετοσύνη;  Το Βήμα της Κυριακής, 4-4-1999, και ήδη σε: Ν.Μουζέλης, Από την αλλαγή στον εκσυγχρονισμό, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2002, σ. 95-99, καθώς και Δ.ΜΠΕΛΑΝΤΗ, Συνέπειες από τη θέση του «ένοπλου ανθρωπισμού»: διευρυμένη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή  νομιμοποίηση του πολέμου; ΔτΑ, 2000, σ. 289-364.

[21] Βλ. ΚΕΝΤΡΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ, Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2001.

[22] Αποκαλυπτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟ, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία, εκδ. Μαύρη Λίστα, Αθήνα, 2000.

[23] Βλ. σχετικά Λ.ΜΠΑΛΤΣΙΩΤΗ, Ελληνική διοίκηση και μειονοτική εκπαίδευση στη Δυτική Θράκη. Αιτιότητες και αντιφάσεις μιας εκπαιδευτικής πολιτικής, σε: K.Tσιτσελίκης – Δ.Χριστόπουλος (επιμ.), ό.π. σημ. 3, σ. 315-348. Σημειωτέον, ότι η οργάνωση της μειονοτικής εκπαίδευσης στη Δ.Θράκη παραβλέπει  τα γλωσσικά δικαιώματα των πομάκων, που μιλούν μια σλαβικής προέλευσης γλώσσα  (βλ. Ε.ΜΟΣΧΟΥΡΗ-ΤΟΚΜΑΚΙΔΟΥ, Μειονότητες και προστασία της μειονοτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα,   Επ.Επ. ΔΣΘ, 2010, σ. 259-273, 263-264 και 268).

[24] Βλ. Σ.ΚΟΦΙΝΗ, Ισότητα και απαγόρευση διακρίσεων, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 170 επ.

[25] Βλ. Γ.ΒΟΥΛΓΑΡΗ,  Η Ελλάδα από τη Μεταπολίτευση στην Παγκοσμιοποίηση, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2008, σ. 136 επ.

[26] Βλ. Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, Υπόθεση Σιδηρόπουλου και λοιπών κατά Ελλάδος ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΤοΣ, 1999, σ. 307-324.

[27] Βλ. Γ.ΒΟΥΛΓΑΡΗ,  ό.π. σημ. 25, σ. 45 επ., καθώς και Σ.ΚΟΦΙΝΗ, ό.π. σημ. 24, σ. 172 επ.

[28] Βλ. ως προς αυτό: «ΙΟΣ» της εφημ. «Ελευθεροτυπία»,  Ντοκουμέντο για τα δικαιώματα της μειονότητας. Η Σύμβαση φάντασμα, σε: www.iospress.gr/ios2006/ios20060611.htm

[29] Βλ. Κ.ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ – Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, ό.π. σημ. 3, σ. 452.

[30] Βλ  Γ.ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ, Ισότητα και θετικά μέτρα, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2007, σ. 149 επ., καθώς και Φ.ΚΟΖΥΡΗ, Προνομιακή μεταχείριση για την πραγμάτωση της ισότητας. Κριτική θεώρηση της αμερικανικής πρακτικής της «affirmative action», EEEυρΔ 2-3/1986, σ. 279-297.

[31] Βλ. Α.Ε.ΨΥΓΚΑ, Προς μια επεκτατική εφαρμογή της «θετικής διάκρισης», ΤοΣ, 1/2010, σ. 39-83, 69 επ., καθώς και Κ.ΑΪΚΟΥΤ, Περί της συνταγματικότητας της «ποσόστωσης» στην εισαγωγή των Μουσουλμάνων σε ΑΕΙ – ΤΕΙ, σε: https://curia.gr

[32] Βλ. σε: ΤοΣ, 4/1998, σ. 792-794 και 794-801, αντίστοιχα.

[33] Σημειωτέον ότι ο δικαστής κλήθηκε να κρίνει, χωρίς να υπάρχει στο Σ. 1975/86 ειδικό συνταγματικό θεμέλιο για θετικά μέτρα και η όποια κρίση έπρεπε να αναχθεί  στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, καθώς και στη «μεταβατική διάταξη» του άρθρου 116 παρ. 2, που επέτρεπε «αποκλίσεις [από τις διατάξεις 4 παρ. 1 και 2] … δι’ αποχρώντας λόγους». Τελικά, παρά την –κατά πλειοψηφία- αποδοχή των θετικών μέτρων, διατυπώθηκαν διαφορετικές γνώμες για τη συνταγματική θεμελίωσή τους (βλ. για τον σχετικό προβληματισμό Α.ΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ-ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΥ, Η ιστορική στροφή του Συμβουλίου Επικρατείας προς πραγματική ισότητα. Σχόλιο στις αποφάσεις ΟλΣΕ 1933/98 και 1917-1929/98, ΤοΣ, 4/1998, σ. 773-792, καθώς και  Γ.ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ, ό.π. σημ. 30, σ. 186 επ.).

[34] Βλ. Ε.ΒΕΝΙΖΕΛΟ, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σ. 168 επ., ιδίως 172, Ξ.ΚΟΝΤΙΑΔΗ, Ο νέος συνταγματισμός και τα θεμελιώδη δικαιώματα μετά την αναθεώρηση του 2001, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σ. 170 επ., ιδίως 176 επ.,   Γ.ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ, ό.π. σημ. 30, σ. 190 επ., ιδίως 198 επ. Επίσης, βλ. Α.Ε.ΨΥΓΚΑ (ό.π. σημ. 31), ο οποίος ανιχνεύει τη θεμελίωση των θετικών μέτρων και στα άρθρα 5 παρ. 2 και 25 παρ. 1 Σ.

[35] Βλ. εκτενώς Α.Ε.ΨΥΓΚΑ, ό.π. σημ. 31, σ. 63 επ.

[36] Βλ. ΠολΠρΞανθης 203/2007, καθώς και Κ.ΠΑΝΤΕΛΙΔΟΥ, Το εφαρμοστέο στους Έλληνες Μουσουλμάνους οικογενειακό και κληρονομικό δίκαιο, ΕφΑΔ 4/2013, σ. 290 επ., 296. Βλ. πάντως    Γ.ΚΤΙΣΤΑΚΙ (Ιερός νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι έλληνες πολίτες μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2006) για την υπαγωγή  στα υπάρχοντα Ιεροδικεία των σε όλη την ελληνική επικράτεια ελλήνων  μουσουλμάνων, εκτός αυτών των Δωδεκανήσων (σ. 33 επ. και 106 επ.), ενώ  βλ. Κ.ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ (Οι δικαιοδοσίες του Μουφτή ως Ιεροδίκη – Με αφορμή την απόφαση 405/2000 του ΜονΠρΘηβ, Νομικό Βήμα, 2001, σ. 583-593, ιδίως 585 επ.) για την υπαγωγή στα υπάρχοντα Ιεροδικεία όλων των ελλήνων μουσουλμάνων (και  των Δωδεκανήσων).

[37] Βλ. αναλυτικά για όλες τις αναφερόμενες περιπτώσεις (με παραπομπές σε αποφάσεις) Γ.ΚΤΙΣΤΑΚΙ, ό.π. σημ. 36, σ. 48 επ. και 117 επ. Επίσης βλ. I.TSAVOUSOGLOU, The Legal Treatment of Muslim Minority Women under the Rule of Islamic Law in Greek Thrace, Oslo Law Review, 2015, σ. 241-262.

[38] ΣτΕ 1333/2001 (ΤοΣ, 2001, σ. 917-933). Επίσης, βλ. Γ.ΚΤΙΣΤΑΚΙ, ό.π. σημ. 36, σ. 89 επ., ιδίως 101 επ.

[39] Συγκεκριμένα: βάσει της Συνθήκης της Λωζάνης, τα μέτρα με τα οποία θα έπρεπε να υλοποιηθεί η μειονοτική προστασία δεν θα αποφασίζονταν μονομερώς από τη χώρα μας (όπως αντίστοιχα από την Τουρκία για την εκεί ελληνορθόδοξη μειονότητα), αλλά θα ήταν αντικείμενο επεξεργασίας από ειδικές επιτροπές με τη σύμπραξη της μειονότητας. Όμως, τέτοιες επιτροπές δεν ενεργοποιήθηκαν ποτέ στη χώρα μας, η οποία συνέχισε να ερμηνεύει τον σεβασμό στα έθιμα της μειονότητας με τον καθορισμό αρμοδιότητας του Μουφτή για την επίλυση -στη βάση του ιερού νόμου- των σχετικών διαφορών, όπως δηλαδή γινόταν από εκτελεστικούς νόμους των προηγούμενων διεθνών συνθηκών (άρθρο 4 ν. 147/1914 και ν. 2345/1920).

[40] Επιπλέον, προβλέφθηκε (άρθρο 5, παρ. 3, εδ. γ’) προσφυγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά της απόφασης του Μονομελούς που κήρυττε εκτελεστή την απόφαση του Ιεροδικείου, αποκλείοντας κάθε περαιτέρω ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο, κατά της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

[41] Βλ. αναλυτικά Γ.ΚΤΙΣΤΑΚΙ, ό.π. σημ. 36, σ. 117 επ., ο οποίος αποκαλυπτικά αναφέρει ότι στο χρονικό διάστημα 1991-2006, από ένα σύνολο 2679 αποφάσεων, μόνο μία απόφαση Ιεροδικείου κρίθηκε επί της ουσίας και δέκα για δικονομικές παραβιάσεις ως αντιβαίνουσες στο Σύνταγμα (σ. 118 επ. και 158). Επίσης, βλ. Α.ΑΝΘΙΜΟ, Παρατηρήσεις στις ΜονΠρΘεσ 19989/2014, ΜονΠρΞαν 116/2014 & ΠολΠρΞαν 37/2014, Αρμενόπουλος, 2015, σ. 993-994.

[42] Βλ. γενικότερα για την απόφαση Γ.ΑΣΚΗΤΗ, Molla Sali (ΕΔΔΑ): Η «βελούδινη καταδίκη» της Ελλάδας για την εφαρμογή της σαρία στις κληρονομικές διαφορές των Ελλήνων μουσουλμάνων, www.constitutionalism.gr , ημερ. καταχ. 13-3-2019, Μ.ΣΑΠΑΡΔΑΝΗ, Παρατηρήσεις [επί της υπόθεσης Molla Sali κατά Ελλάδος], σε: ΕΕΕυρΔ, 1/2019, σ. 103-109, καθώς και Χ.ΚΑΥΚΑ, Ο νόμος 4511/2018 υπό το φως της υπόθεσης Molla Sali κατά της Ελλάδος. Μια ανεπαρκής απάντηση στο αμφιλεγόμενο καθεστώς της Charia, ΔτΑ 82/2019, σ. 921-940.

[43] Η απόφαση αξιοποίησε ερμηνευτικά και το άρθρο 3 παρ. 1 της «Σύμβασης-πλαίσιου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων», όπου αναφέρεται ότι «κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μία εθνική μειονότητα έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα το να αντιμετωπίζεται ή όχι ως τέτοιο και κανένα μειονέκτημα δεν πρέπει να απορρέει από την επιλογή αυτή ή την άσκηση των συναφών δικαιωμάτων».

[44] Βλ. Λ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Φυλακισμένες στην ιστορία:  ελληνίδες μουσουλμάνες υπό τον ιερό νόμο του Ισλάμ, σε: Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου – Ίδρυμα Θ. και Δ. Τσάτσου, Το Δημόσιο Δίκαιο σε εξέλιξη, Σύμμεικτα προς τιμήν του καθηγητή Πέτρου Ι. Παραρά, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2012, σ. 699-724, ιδίως 721.

[45] Ο Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ [Μειονοτικές και πολιτειακές ιδιαιτερότητες – συνειρμοί από την ελληνική εμπειρία, σε: Α.Ανδρούτσου – Ν.Ασκούνη (επιμ.), ό.π. σημ. 9, σ. 90-101], επισημαίνει ότι «στην προσπάθεια συνηγορίας για μια φιλελεύθερη προστασία … κινδυνεύουμε να οδηγήσουμε την ομάδα στην εσωστρέφεια και στην περαιτέρω περιχαράκωση, καθώς ένα μείζον κομμάτι της –δίκαια ή άδικα-  μπορεί να εκλαμβάνει τέτοιου είδους μέτρα ως πρακτικές που, σε τελευταία ανάλυση, αντανακλούν έλλειψη εκτίμησης στις δημόσιες πολιτισμικές αναπαραστάσεις της μειονοτικής καθημερινότητας. Το να δείχνει κάποιος έναν στοιχειώδη σεβασμό σε μειονοτικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες πολιτικά ή αισθητικά μπορεί ακόμα και να ενοχλούν, δεν είναι εξ ορισμού ολίσθημα προς τον κοινοτιστικό ολοκληρωτισμό. Ο κίνδυνος αυτός πάντα ελλοχεύει και μεγαλώνει, όταν μειονοτικές ελίτ αξιοποιούν τη θέση τους στην ομάδα για να την κάνουν να νιώθει ότι απειλείται από τις έξωθεν παρεμβάσεις» (σ. 100).

[46] Την υπαγωγή στον Αστικό Κώδικα και στα πολιτικά δικαστήρια είχαν κρίνει ως υποχρεωτική πολλές πρωτοβάθμιες αποφάσεις (π.χ. ΜονΠρΧαλκίδας 3136/2007, ΜονΠρΡοδου 9/2008).

[47] Βλ. σημ. 39.

[48] Σ’ αυτή την κατεύθυνση η Ε.ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, Η ισότητα αντιμέτωπη με τον θρησκευτικό πλουραλισμό: οι εξαιρέσεις λόγω θρησκείας από γενικούς και ουδέτερους νόμους, διδ. διατριβή, ΑΠΘ, 2015, σε: www.search.lib.auth.gr , σ. 328 επ.

[49] Σωστά επισημαίνεται (Ε.ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, ό.π. σημ. 48) ότι ο έλεγχος των αποφάσεων των Ιεροδικείων δεν πρέπει να καταλήγει σε απόπειρες αφομοίωσης του μειονοτικού πολιτισμού, η δε θέση του δικαστή είναι ιδιαίτερα  δυσχερής γιατί θα πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση να ισορροπεί μεταξύ εγγύησης καθολικότητας – οικουμενικότητας και σεβασμού της ιδιαιτερότητας  (σ. 344 επ.).

[50] Πρβλ.  Γ.ΚΤΙΣΤΑΚΙ, Η μειονότητα στη Θράκη: συνηγορία για μια φιλελεύθερη προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σε: Α.Ανδρούτσου – Ν.Ασκούνη (επιμ.), ό.π. σημ. 9, σ. 78-83, 83.

[51] Μια παρενέργεια της ανάθεσης στον Μουφτή δικαστικών καθηκόντων είναι ο διορισμός του από την ελληνική διοίκηση, ενώ κάτι τέτοιο αντιστρατεύεται στο δικαίωμα της μειονότητας να ορίζει η ίδια τον θρησκευτικό της ηγέτη, στα πλαίσια  του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Serif κατά Ελλάδας, 14-12-1999). Περαιτέρω, ο διορισμός ενός δικαιοδοτικού οργάνου  στερεί απ’ αυτό τις εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας (βλ. για τον σχετικό προβληματισμό στην πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ 1822/2020, ΤοΣ, 1/2021, σ. 253-268, καθώς και Γ.ΚΑΡΑΝΤΖΙΟ, Η δικαιοδοσία του Μουφτή, η διοικητική οργάνωση των Μουφτειών και η δικονομία του «ιερού μουσουλμανικού νόμου», ΤοΣ, 1/2021, σ. 268-287, 286).

[52] Βλ. σχετικά Ι.ΓΚΟΛΝΤΙΝ – Τ.ΚΑΜΕΡΟΝ – Μ.ΜΠΑΛΑΖΑΡΙΑΝ, Αυτοί δεν είναι σαν και εμάς. Το παρελθόν και το μέλλον της μετανάστευσης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2013, σ. 160 επ.

[53] Βλ. για τις  δημόσιες πολιτικές που χαρακτηρίζουν την πολυπολιτισμική ένταξη των μεταναστών  K.BANTING – W.KYMLICKA, Multiculturalism and the Welfare State: Recognition and Redistribution in Contemporary Democracies, Oxford University Press, Oxford, 2006.

[54] Βλ. αναλυτικά Φ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – Α.ΣΑΜΟΥΡΗ, Ισλαμισμός και ισλαμοφοβία. Πέρα από την προκατάληψη, τομ. Α’, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2012, σ. 191 επ.

[55] Βλ. αναλυτικά Φ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – Α.ΣΑΜΟΥΡΗ, ό.π. σημ. 54, σ. 200 επ. (για Ολλανδία), 204 επ. (για Βέλγιο) και 208 επ. (για Σουηδία).

[56] Βλ. σχετικά R.BRUBAKER, Η επιστροφή της αφομοίωσης; Αλλάζοντας προσεγγίσεις για τη μετανάστευση και τα παρεπόμενά της στη Γαλλία, τη Γερμανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε: Λ.Βεντούρα (επιμ.), Μετανάστευση και κοινωνικά σύνορα. Διαδικασίες αφομοίωσης, ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού, εκδ. νήσος, Αθήνα, 2011, σ. 147-176, 154 επ.

[57] Για τον πρώτο νόμο βλ. Σ.ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, Η χρήση θρησκευτικών συμβόλων στα γαλλικά σχολεία. Η «υπόθεση της ισλαμικής μαντίλας» στη Γαλλία, ΔτΑ, 2006, σ. 77-157, καθώς και  Γ.ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ, Η laicite σε κρίση. Η υπόθεση «Foulard islamique» (1989-2004), ΔτΑ, 2006, σ. 159-202. Για τον δεύτερο βλ. Γ.ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ, Το πρόσωπο και ο Νόμος. Η απαγόρευση της απόκρυψης του προσώπου στον δημόσιο χώρο (Conseil Constitutionel, 2010-613 DC, 7/10/2010), ΤοΣ, 2010, σ. 745-765, καθώς και Β.ΜΠΑΝΤΗ-ΜΑΡΚΟΥΤΗ, Απόφαση ΕΔΔΑ της 1ης Ιουλίου 2014, υπόθεση S.A.S. v. France (application no. 43835/2011), Αρμενόπουλος, 9/2014, σ.  1641-1644.        Γενικότερα βλ. Ε.ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, ό.π. σημ. 48, σ. 130 επ.

[58] Βλ. C.DELPHY, Φύλο και φυλή στη μεταποικιακή Γαλλία: Η μαντίλα και η απόρριψη του Ισλάμ, σε: Λ.Βεντούρα (επιμ.), ό.π. σημ. 56, σ. 242-268.

[59] Η Γερμανία αυτοκατανοούσε την ταυτότητά της ως μια προκρατική πολιτιστικά ομοιογενή κοινότητα (εθνική κοινότητα), η οποία διεκδίκησε την κρατική της συγκρότηση, την οποία πέτυχε υστερόχρονα, ενώ η Γαλλία ήταν ήδη ενιαίο κράτος (βλ. U.PREUSS, Citizenship and the German Nation, σε: Citizenship Studies, 2003, Vol. 7, Issue 1, σ. 37-55).

[60] Ο νόμος της 7-5-1999 ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού της κυβέρνησης συνασπισμού υπό τον G.Sröder  (SPD και BÜDNIS 90/DIE GRÜNEN) με το FDP, ενώ αντέδρασε σθεναρά το CDU/CSU. Βλ. σχετικά με τον νόμο τις –με διαφορετική προδιάθεση- μελέτες: του K.MERTENS, Das neue deutsche Staatsangehörigkeitsrecht – eine verfassungsrechtliche Untersuchung, TENEA, Berlin, 2004, και των A.ZIMMERMANN – J.SCHÜTTE – M.SENER, Deutsche zweiter klasse? Eine verfassungs-, europa- und völkerrechtliche Analyse der Optionsregelung nach && 29/40b  Staatsangehörigkeitsgesetz, Deutsches Institüt für Menschenrechte, Berlin, 2013.

[61] O νόμος ήταν καρπός συμβιβασμού μεταξύ του SPD (το οποίο υποστήριζε την απροϋπόθετη κατάργηση της υποχρέωσης επιλογής ιθαγένειας για τα παιδιά αλλοδαπών που απέκτησαν γερμανική ιθαγένεια βάσει του jus soli) και του CDU/CSU, προκειμένου να μετάσχει το πρώτο σε κυβέρνηση συνασπισμού (μετά τις εκλογές του φθινοπώρου του 2013) υπό την Α.Μerkel. Βλ. σχετικά με τον νόμο K.HAILBRONNER – A.FARAHAT, Country Report on Citizenship Law: Germany, εκδ. European University Institut, Florence – Robert  Schuman Centre for Advanced Studies – EUDO Citizenship Observatory, 2015, σ. 15 επ.

[62] Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ιθαγένεια μιας χώρας απαραίτητα προσδιορίζει και την εθνοπολιτισμική ταυτότητα (π.χ. υπάρχουν τούρκοι πολίτες με κουρδική εθνοπολιτισμική ταυτότητα, όπως υπάρχουν μειονοτικοί έλληνες πολίτες με μη ελληνική εθνοπολιτισμική ταυτότητα).

[63] Βλ. σχετικά Α.ΤΡΑΝΤΑ, Η ισλαμική μαντίλα. Παρουσίαση και σχολιασμός της σχετικής απόφασης του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, ΔτΑ, 2006, σ. 563-580, καθώς και Β.ΤΣΕΒΡΕΝΗ, Προσβολή δικαιώματος θρησκευτικής ελευθερίας. Οι έμμεσες (συγκεκαλυμμένες) διακρίσεις υπό το φως της υπόθεσης Fereshta Ludin. Σχόλιο στην απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, ΔτΑ, 2006, σ. 581-604.

[64] Βλ. Ε.ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, ό.π. σημ. 48, σ. 126 επ.

[65] Βλ.σχετικά παρακάτω, υπό 2 Β.

[66] Βλ. J.BAST, Denizenship als rechtliche Form der Inklusion in eine Einwanderungsgesellschaft, ZAR, 10/2013, σ. 353-357, καθώς και A.KRALER, The legal status of immigrants and their access to nationality,  σε: R.Bauböck (ed.), Migration and citizenship: legal status, rights and political participation, IMISCOE Reports, Amsterdam, University Press, Amsterdam, 2006, σ. 33-65.

[67] Βλ. Τ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Η ευρωπαϊκή ιθαγένεια κατά τη νομολογία του ΔΕΕ: προς μια αυτόνομη πηγή δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών, ΕΕΕυρΔ 1/2012, σ. 17-27, καθώς και Α.ΣΤΕΡΓΙΟΥ, Ευρωπαϊκή κοινωνική ιθαγένεια:  Χαμένη σε δημοσιονομικά ανώδυνους συμβιβασμούς, Ε.Δ.Κ.Α., τομ. ΝΣΤ’, 2014, σ. 3-23.

[68] Βλ. σχετικά U.PREUSS – M.EVERSON, Konzeptionen von ‘’Bürgerschaft” in Europa, σε: PROKLA (Zeitschrift für kritische Sozialwissenschaft), Heft 105, 26 jg., 1996, Nr 4, σ. 543-563.

[69] Πρβλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 240.

[70] Βλ. εκτενώς Α.ΜΠΡΕΔΗΜΑ, Μετανάστες – μέλη μειονοτήτων. Έχουν, κατά το διεθνές δίκαιο, τα ίδια δικαιώματα; ΔτΑ, 28/2005, σ. 1265-1273. Βλ. πάντως για τις απόπειρες  διευρυμένης ερμηνείας του από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμφώνου σε W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 269 επ.

[71] Βλ. σχετικά Μ.ΖΑΚΟΥΛΑ, Το νομικό καθεστώς των μεταναστών στο δημόσιο διεθνές δίκαιο. Σύγχρονες θεωρήσεις του θεσμού της ιθαγένειας, εκδ. Αντ.Ν.Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 150,  287 και 438, καθώς και Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, «Ισχυροί δεσμοί» πολιτών τρίτων χωρών με την Ελλάδα και έννομη τάξη. Είσοδος – Διαμονή – Δικαιώματα – Ιθαγένεια, διδ. διατριβή, ΑΠΘ, Ιούνιος 2013, σ. 68 επ.

[72] Βλ. Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 74 επ.

[73] Βλ. Η.ΚΑΣΤΑΝΑ, Άρθρο 14 [της ΕΣΔΑ], σε: Λ.Α.Σισιλιάνος (δ/νση εκδ.), Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2013, σ. 497-525, ιδίως σ. 510 επ.

[74] Πάντως, ειδικά «στην πολιτική δραστηριότητα των ξένων» ρητά επιτρέπονται περιορισμοί βάσει του άρθρου 16 της ΕΣΔΑ (βλ.  Μ.ΚΑΡΑΒΙΑ, Άρθρο 16 [της ΕΣΔΑ], σε: Λ.Α.Σισιλιάνος (δ/νση εκδ.), ό.π. σημ. 73, σ. 539-540).

[75] Βλ. Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 47 επ.

[76] Έτσι ο W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 240-241. Επίσης βλ. Μ.ΖΑΚΟΥΛΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 146, ενώ  γενικότερα για τη Σύμβαση βλ. Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 78 επ.

[77] Βλ. σχετικά Ι.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Το  άσυλο και η μετανάστευση μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, ΕΕΕυρΔ 4/2010, σ. 499-510, 501 επ.

[78] Βλ. «To Πρόγραμμα της Στοκχόλμης – Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες» (ΕΕ 2010/C 115/01), στο 6.1.5. του Προγράμματος.

[79] Βλ. εκτενώς για τις ανακοινώσεις της Επιτροπής στην περίοδο του  Tampere  Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 104 επ.

[80] Βλ. Γ.ΤΣΙΟΥΚΑ, ό.π. σημ. 71, σ. 124 επ.

[81] Βλ. εκτενώς Δ.ΓΟΥΛΑ – Σ.ΚΟΦΙΝΗ, Ο νέος νόμος 4443/2016 για την απαγόρευση των διακρίσεων:  Μία πρώτη ερμηνευτική και κριτική προσέγγιση, ΕΕργΔ, 11/2016, σ. 1303-1329.

[82] Η Γαλλία προσπάθησε να μη μολυνθεί από το «δηλητήριο» της αναγνώρισης  ομάδων που βρίσκονται μεταξύ πολιτών και κράτους,  και γι’ αυτό έθεσε στην Οδηγία τη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία  «αρμόδια για την εκτίμηση των γεγονότων, από τα οποία μπορεί να συναχθεί άμεση ή έμμεση διάκριση, είναι τα εθνικά δικαστήρια ή άλλοι αρμόδιοι φορείς, σύμφωνα με τους κανόνες του εθνικού δικαίου ή την πρακτική …» (βλ. σχετικά C.JOPPKE, Minority Rights for immigrants? Multiculturalism versus Antidiscrimination, Israel Law Review, vol. 43, Jan. 2010, σ. 49-66, 60).

[83] Εκτενή επιχειρηματολογία επ’ αυτού βλ. C.JOPPKE, ό.π. σημ. 82. Πάντως, και το ΕΔΔΑ με νεώτερες αποφάσεις του έχει εντάξει στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ και τις έμμεσες διακρίσεις (βλ. Η.ΚΑΣΤΑΝΑ, ό.π. σημ. 73, ιδίως σ. 502-503),  χωρίς ωστόσο θεαματικά αποτελέσματα, αν κρίνουμε από το ζήτημα των θρησκευτικών συμβόλων όπου διαφοροποιεί την αντιμετώπισή τους υπό την αναγνώριση μεγάλου περιθωρίου εκτίμησης στα κατ’ ιδίαν κράτη (βλ. ως προς αυτό S.TONOLO, Islamic Symbols in Europe: the European Court of Human Rights and the European Institutions, σε: www.statoechiese.it, n. 5/2014).

[84] Βλ. σχετικά K.MALIK, From fatwa to jihad: The Rushdie affair and its legacy, Atlantic Books, London, 2009.

[85] Βλ. σχετικά A.KORTEWEG, The Murder of Theo van Gogh: Gender, Religion, and the Struggle over Immigrant Integration in the Netherlands,  σε: M.Bodemann – G.Yurdakul (ed.), Migration, Citizenship, Ethnos,New York, 2006, σ. 147-167.

[86] S.ZIZEK, Τα σκίτσα του Μωάμεθ: θρησκεία και πολιτική, περιοδ. Σύγχρονα Θέματα, τεύχ. 96, Ιαν. – Μάρτ. 2007, σ. 5-11.

[87] Φαίνεται να δικαιώνεται η θέση του S.Huntington ότι πλέον «οι κύριες συγκρούσεις της παγκόσμιας πολιτικής θα συμβούν μεταξύ εθνών και ομάδων διαφορετικών πολιτισμών»  (πρβλ. S.HUNTINGTON, The Clash of Civilisations? Foreign Affairs, Vol. 72, No 3, 1993)

[88] Βλ. Ν.ΑΛΙΒΙΖΑΤΟ, Το ΕΔΔΑ μπροστά στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, ΤοΣ, 1-2/2020, σ. 37-48.

[89] Η Σ.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ (Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση. Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοικτή κοινωνία, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2014) εκκινεί από την άποψη ότι ο πολιτισμός των μουσουλμάνων είναι μη συμβιβάσιμος  (εγγενώς σε ιστορική σύγκρουση) με τον δυτικό πολιτισμό και συνακόλουθα επιχειρηματολογεί επικριτικά σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας, οι οποίες κατ’ αποτέλεσμα όχι μόνο δεν επαληθεύουν τις αξίες των φιλελεύθερων δημοκρατιών, όπως τον πλουραλισμό, αλλά αντίθετα τις υπονομεύουν.

[90] Συνεπώς, πολλοί συγγραφείς, αντιτιθέμενοι σε πολιτικές πολυπολιτισμικότητας, επί της ουσίας αντιτίθενται στη μεταναστευτική παρουσία στην Ευρώπη (βλ. σε μια τέτοια κατεύθυνση Ι.ΚΩΤΟΥΛΑ, Μετανάστευση και κυρίαρχη εθνική κουλτούρα. Θρησκεία – Πολιτική – Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2011, σ. 153 επ., καθώς και Γ.ΚΟΛΟΒΟ, Η παταγώδης αποτυχία της πολυπολιτισμικότητας στη Δυτική Ευρώπη, περιοδ. Επίκαιρα, 6-6-2013).

[91] Πρβλ. Κ.ΤΣΟΥΚΑΛΑ, Ο ρατσισμός σήμερα, 1995, σε: Κ.Τσουκαλάς, Ταξίδι στο Λόγο και στην Ιστορία, κείμενα 1969-1996, τομ. Α’, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1996, σ.137-154, 146. Για την κοινωνική συμπερίληψη των μεταναστών ως προϋπόθεση της ένταξής τους βλ. G.LÜBBE-WOLF, Homogenes Volk – Über Homogenitätspostulate und Integration, ZAR, 4/2007, σ. 121-127, ιδίως 127.

[92] Ένας λόγος που οι πολιτικές πολυπολιτισμικότητας βάλλονται περισσότερο στην Ευρώπη, σε σχέση με τη Βόρεια Αμερική, είναι ότι οι μουσουλμάνοι μετανάστες αποτελούν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του μεταναστευτικού της πληθυσμού, ενώ  στις ΗΠΑ και στον Καναδά  αποτελούν μικρό μόνο μέρος του -περίπου 10%- (βλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 7, σ. 177 επ.).

[93] Βλ. M.MINKENBERG, Η ευρωπαϊκή Άκρα Δεξιά και η εχθρότητα κατά των ξένων σε Δύση και Ανατολή: Τάσεις, παραδείγματα και προκλήσεις, σε: R.Melzer & S.Serafin (επιμ.), Ο δεξιός εξτρεμισμός στην Ευρώπη. Αναλύσεις χωρών, αντίπαλες στρατηγικές, προσπάθειες εξόδου προς την αγορά εργασίας, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2014, σ. 15-40, καθώς επίσης το σύνολο των άρθρων (τα οποία αναλύουν το φαινόμενο σε κάθε χώρα ξεχωριστά) που περιέχονται στην έκδοση αυτή.

[94] Βλ. (με αναφορά στο Ηνωμένο Βασίλειο) D.MCGHEE, The end of Multiculturalism? Terrorism, Integration and Human Rights, Milton Keynes: Open University Press, 2008, ιδίως σ. 85, καθώς και (με αναφορά στη Γερμανία)  K.SCHÖNWÄLDER, Germany: Integration Policy and Pluralism in a self-Conscious Country of Immigration, σε: S.Vertovek – S.Wassendorf (ed.), The Multiculturalism Backlash: European Discourses, Policies and Practices, London: Routlege, 2010, σ. 152-170, ιδίως 162.

[95] Bλ. γενικά σε R.Cuperus – K.Duffek – J.Kandel (ed.), The Challenge of Diversity: European Social Democracy Facing Migration, Integration and Multiculturalism, Innsbruck: Studien Verlag, 2003.

[96] Βλ. τον  «Πίνακα Βαθμών μεταναστευτικής Πολυπολιτισμικότητας» σε W.KYMLICKA, Multiculturalism: Success, Failure, and the Future, Washington DC: Migration Policy Institute, 2012, σ.  14 και 26.

[97] Η ελληνική έννομη τάξη, σε αντίθεση με αυτές άλλων χωρών (π.χ. της Γερμανίας μέχρι το 2014), αποδέχεται –ήδη από το 1914- τη διπλή ή και πολλαπλή ιθαγένεια και αυτό εξηγείται από το ότι ήταν χώρα αποστολής μεταναστών με τους οποίους ήθελε να διατηρήσει δεσμούς. Πάντως, τα τελευταία χρόνια, ως συνάρτηση της αύξησης της μεταναστευτικής κινητικότητας, παρατηρείται σε διεθνές επίπεδο μια στροφή από την «αποκλειστική» ιθαγένεια στην ανοχή της «πολυϊθαγένειας». Αυτό ανιχνεύεται στο δεύτερο τροποποιητικό πρωτόκολλο της «Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη μείωση των περιπτώσεων πολλαπλής ιθαγένειας» του Συμβουλίου της Ευρώπης (1993), που χαλαρώνει τον συμβατικό στόχο της ψηφισμένης το 1963 ως άνω Σύμβασης. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η «Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ιθαγένεια» του 1997 (βλ. σχετικά Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, Ποιος είναι Έλληνας πολίτης; Εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2012, σ. 163, καθώς και Β.ΚΟΥΡΤΗ, Διπλή ιθαγένεια – Ευρωπαϊκές εξελίξεις και προβληματισμοί, Αρμενόπουλος, 1999, σ. 1368-1370).

[98] Βλ. σε: ΕφημΔΔ, 2011, σ. 64 επ., καθώς και ΧρΙΔ, 2012, σ. 278-283.

[99] Βλ. σε: ΘΠΔΔ, 1/2013, σ. 20-31, καθώς και Αρμενόπουλος, 2013, σ. 789-800.

[100] Βλ. Θ.ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ, Ποιος απειλεί την εθνική ταυτότητα; (μεταφορά άρθρου του Τ.Τόντοροφ, στην εφημ. Le Monde, τον Μάρτιο του 2007), Επτά (Ελευθεροτυπία), Κυριακή 21-3-2010, όπου αναφέρεται στην εξελισσόμενη ταυτότητα της γαλλικής κοινωνίας: «η γαλλική κοινωνία του 2007 λίγα κοινά χαρακτηριστικά έχει με εκείνη του 1907 και ακόμα λιγότερα με εκείνη του 1707. Αν η ταυτότητα έπρεπε να μην αλλάζει, η Γαλλία δεν θα είχε γίνει χριστιανική σε έναν πρώτο χρόνο και κοσμική σε έναν δεύτερο».  Για την εξέλιξη της ελληνικής εθνικής ταυτότητας βλ. Κ.ΤΣΟΥΚΑΛΑ (Η ειρωνία των συμβολικών αμοιβαιοτήτων: η ελληνική σημασία της «Ευρώπης» ως ιστορική αντιστροφή της ευρωπαϊκής σημασίας της «Ελλάδας», σε: Κ.Τσουκαλάς, Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας. Από την ιστορική εθνεγερσία στην οικουμενική δυσφορία, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2013, σ. 49-88), ο οποίος αναφέρεται στην έξωθεν, από τη Δυτική Ευρώπη, δημιουργημένη αφήγηση για την ταυτότητά μας (που αναφέρεται στην κλασσική αρχαιότητα ως πρόγονο του εν γένει ευρωπαϊκού πολιτισμού), που όμως συγκρουόταν με τη ζώσα απτή παράδοση που παρέπεμπε μέσω της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (που επιβίωσε κατά την Οθωμανική κυριαρχία) στο Βυζάντιο, και στις εντεύθεν παρενέργειες. Η επινόηση του όρου «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός» προσφέρθηκε ως διέξοδος στο αγεφύρωτο χάσμα (σ. 65). Συναφώς βλ. Ν.ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟ, Πολιτισμικός Δυϊσμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2000, ιδίως σ.  41 επ.

[101] Κριτικά στις ως άνω αποφάσεις βλ. Δ.ΖΑΚΑΛΚΑ, Η πρόσβαση των μεταναστών στην ελληνική ιθαγένεια και το στοίχημα της πραγματικής ένταξης, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2016, ιδίως  σ. 65 επ.

[102] Για τις διατάξεις αυτού του νόμου και την αξιολόγησή τους  βλ. Δ.ΖΑΚΑΛΚΑ, ό.π. σημ. 101, σ. 296 επ.

[103] Βλ. σχετικά W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 96, σ. 17 επ.

[104] Πρβλ.  U.PREUSS, Wider die illusion des Multiculturalismus, DIE ZEIT, 31-5-2001, σε: http://www.zeit.de/2001/23/200123_essay.preuss.xml, σ. 2. Επίσης, βλ.  C.GUSY, Integration durch Staatsagehörigkeit, σε: U.Davy (hg.), Politische Integration der Ausländischen Wohnbevölkerung, Baden-Baden, 1999, σ. 262-271, ο οποίος χαρακτηρίζει την πολιτική του γαλλικού κράτους ως πολιτική της «ιθαγένειας αντί της συμπερίληψης» (σ. 267). Τέλος, βλ.  συνηγορία στη (κατά τη γνώμη μας, σωστή) θέση ότι η ιθαγένεια υποστηρίζει ουσιωδώς την έμπρακτη ένταξη/συμπερίληψη και δεν πρέπει να θεωρείται το τελικό αποτέλεσμα της, σε S.GREEN, Ausländer, Einbürgerung und Integration: Zukunftspersrektive der europäischen Unionsbürgerschaft? Zentrum für Europäische Integrationforschung, 1999, ιδίως σ. 13.

[105] Bλ. σχετικά C.DORNIS, Ungelöste Probleme des Staatsangehörigkeitrecht – Gestufte Staatsangehörigkeit als Modell, ZRP, 12/2001, σ. 547-549, καθώς και  J.NIESTEN-DIETRICH, Integration und Staatsangehörigkeit, ZAR, 4/2012, σ. 85-93, όπου υποστηρίζει ότι η έμπρακτη ένταξη έχει και εξατομικευμένα χαρακτηριστικά.

[106] Βλ. Δ.ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ, Αναζητώντας το ελάχιστο πολιτειακό (πολυπολιτισμικό;) όριο: η μετανάστευση στην Ελλάδα της κρίσης, Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχ. 30, Άνοιξη 2013, σ. 41-74, ιδίως 57 επ.

[107] Βλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 96, σ. 22-23.

[108] Βλ. Ι.ΓΚΟΛΝΤΙΝ – Τ.ΚΑΜΕΡΟΝ – Μ.ΜΠΑΛΑΖΑΡΙΑΝ, ό.π. σημ. 52, σ. 531 επ.

[109] Πάνω από το μισό του μεταναστευτικού πληθυσμού στη χώρα μας προέρχεται από την Αλβανία, με μεταναστευτικές εισροές από τα τέλη της δεκαετίας του `80 και εντεύθεν. Την ίδια εποχή, δεχθήκαμε μετανάστες από τη Βουλγαρία, τη Γεωργία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, την Ουκρανία και την Πολωνία. Μεταγενέστερα, προστέθηκαν εισροές από τις χώρες της Αφρικής και της Ασίας (κυρίως από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές και ακολούθως από την Ινδία και τις Φιλιππίνες). Για τη σύνθεση του μεταναστευτικού πληθυσμού στη χώρα μας βλ. Α.Τριανταφυλλίδου – Θ.Μουρούκη (επιμ.), Η μετανάστευση στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2010, καθώς επίσης και  Α.ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ – Μ.ΜΑΡΟΥΦΩΦ, Η εγκατάσταση των μεταναστών στην Ελλάδα: Δυναμικές ένταξης και προβλήματα καταγραφής, σε: Α.Τάκης (επιμ. – προλ.), Μετανάστευση, ετερότητα και θεσμοί υποδοχής στην Ελλάδα, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2010, σ. 39-80.

[110] Βλ. Μ.ΒΕΪΚΟΥ, Μετανάστευση και πρακτικές ένταξης. Μια «εκ των έσω» αποτίμηση της σύγχρονης ελληνικής και ιταλικής κοινωνικής πραγματικότητας, σε: Γ.Αμίτσης – Γ.Λαζαρίδης (επιμ.), Νομικές και κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις της Μετανάστευσης στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2001, σ. 113-128, 122.

[111] Η γνώση αυτή είτε διαπιστώνεται με εξατομικευμένη κρίση της διοίκησης για τους αποκτώντες ελληνική ιθαγένεια με πολιτιγράφηση (πρώτη μεταναστευτική γενιά) είτε τεκμαίρεται αμάχητα με την πλήρωση τυπικών προϋποθέσων και δέσμια κρίση της διοίκησης για τα παιδιά (και εγγόνια κ.ο.κ.) των πρώτης γενιάς μεταναστών, τα οποία έχουν κοινωνικοποιηθεί στη χώρα μας (βλ. παραπάνω,  υπό 2Α).

[112] Εκτός των φορολογικών και ασφαλιστικών προς το κράτος υποχρεώσεων, των οποίων η καταβολή δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί για λόγους συνειδησιακούς, εφόσον η σχετική ρύθμιση είναι όντως ουδέτερη (βλ. Ε.ΚΑΛΑΜΠΑΚΟΥ, ό.π. σημ. 48, σ. 61 επ.).

[113] Πρβλ. U.PREUSS, ό.π. σημ. 104, σ. 3.

[114] Βλ. (με επικέντρωση στη χώρα μας) Π.ΜΑΝΤΖΟΥΦΑ, Η εθνική και θρησκευτική ταυτότητα ως στοιχεία της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Η περίπτωση των μειονοτήτων, Αρμενόπουλος, 2000, σ. 1037-1067.

[115] Ο Ν.Σαρκοζί, ο οποίος ως Πρόεδρος της Γαλλίας είχε δημιουργήσει το 2007 το «Υπουργείο Εθνικής Ταυτότητας και Μετανάστευσης», σε ομιλία του στις 19-9-2016 ανέφερε: «Αν θέλεις να γίνεις Γάλλος, μιλάς Γαλλικά και ζεις ως Γάλλος … [για τους μετανάστες] θα απαιτήσουμε αφομοίωση … Όταν γίνεσαι Γάλλος, οι πρόγονοί σου είναι οι Γαλάτες. Θα πρέπει να λες: “Αγαπώ τη Γαλλία, έχω μάθει τη γαλλική ιστορία, βλέπω τον εαυτό μου ως Γάλλο’’» (βλ. σχετικά στο άρθρο της C.OYIRI, Nicolas Sarkozy’s bigotry cannot define our worth as children of immigrants, Guardian, 22-9-2016).

[116] Πρβλ. Κ.ΤΣΟΥΚΑΛΑ, Η εξουσία ως Λαός και ως Έθνος, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σ. 193.  Επίσης, βλ. S.WANICH, L’ impossible citoyen. L’éntranger dans le discours de la Révolution Française, Albin Michel, Paris, 1997.

[117] Βλ. γενικά S.HUNTINGTON, Who are we? The Challenges to America’s National Identidy, Simon & Schuster, 2004.

[118] Η ανάγκη προστασίας των «εθνικών μειονοτήτων» δεν μειώνεται από τον (σωστό) ισχυρισμό του Δ.ΔΗΜΟΥΛΗ [Η νομική προστασία των εθνικών μειονοτήτων. Κριτική φιλοσοφικών και πολιτικών προϋποθέσων του δικαίου, σε: K.Tσιτσελίκης – Δ.Χριστόπουλος (επιμ.), ό.π. σημ. 3, σ. 119-169] ότι «το δίκαιο των μειονοτήτων, ως μέσο θεραπείας, αντλεί τα συστατικά του από τις ρίζες επιθετικότητας που ενέχει η εθνική δόμηση» (σ. 151).

[119] Βλ. Κ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολυπολιτισμός, Δημοκρατία, Κοσμοπολιτισμός, σε: Α.Ανδρούτσου – Ν.Ασκούνη (επιμ.), ό.π. σημ. 9, σ. 54-62.

[120] Βλ. σχετικά  W.KYMLICKA, Η πολιτική φιλοσοφία της εποχής μας. Μια εισαγωγή, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2010, σ. 448 επ., ιδίως 460 επ.

[121] Πρβλ. Α.ΧΑΤΖΗ, Τα όρια της πολυπολιτισμικότητας, 24-5-2007, σε: http://e-rooster.gr

[122] Βλ. γενικά σε C.TAYLOR (Πολυπολιτισμικότητα. Εξετάζοντας τις πολιτικές της αναγνώρισης, εκδ. Πόλις, 1997), ο οποίος  -αμφισβητώντας τον ατομικιστικό πυρήνα της ελευθερίας- κινείται στην κατεύθυνση της πολυπολιτισμικότητας ως «κοινοτισμού». Σε γενικές γραμμές οι κοινοτιστές εκτιμούν ως αυταπάτη την δυνατότητα ατομικής αυτονομίας, καθόσον ένα άτομο γεννιέται και κοινωνικοποιείται μέσα σε μια «κοινότητα», της οποίας τον πολιτισμό κατ’ ανάγκη ενστερνίζεται` περαιτέρω δε ότι οι πολιτισμοί έχουν «ίση αξία», σε αντίθεση με την πεποίθηση της φιλελεύθερης Δύσης.

[123] Κ.ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ, Η επινόηση της ετερότητας. «Ταυτότητες» και «διαφορές» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2010, σ. 109.

[124] J.HABERMAS, Αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, (μτφρ. – επιμ. Θ.Γεωργίου), εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α.Λιβάνης,  Αθήνα, 1994, σ. 45 επ., 84-85.

[125] Γι’ αυτό και προβάλλονται αντιρρήσεις σε ειδικά μειονοτικά δικαιώματα με συλλογική διάσταση, καθόσον αυτό θα κατέληγε σε στέρηση της αυτονομίας των μελών της μειονοτικής ομάδας στον βωμό διατήρησης του ιδιαίτερου πολιτισμού, τον οποίο συνήθως καλούνται να ερμηνεύουν όχι δημοκρατικά νομιμοποιημένα όργανα αλλά ανέλεγκτες παραδοσιακού τύπου «αυθεντίες»  [πρβλ. Α.ΤΑΚΗ, Πολιτικές διαχείρισης της πολιτισμικής ετερότητας και δικαιώματα του ανθρώπου, σε: Α.Ανδρούτσου – Ν.Ασκούνη (επιμ.),  ό.π. σημ. 9, σ. 31-53, ιδίως 43 επ. Γενικότερα βλ. L.B.FLEINER, Can Constitutionalism Become “More Communitarian, Less Individualist”, and Remain Liberal? σε:  Μ.Podunavak (ed.), ό.π. σημ. 1, σ. 21-33]. Bέβαια, υποστηρίζεται ότι ακόμη και δραστηριότητες ενός μειονοτικού πολιτισμού,  οι οποίες μπορούν να αναπτύσσονται μόνο ομαδικά (π.χ. γλωσσικά και λατρευτικά/θρησκευτικά δικαιώματα), στην πραγματικότητα διαμεσολαβούνται από τα μέλη της ομάδας και συνεπώς μπορούν να εξυπηρετηθούν και με βάση τα (προστατευτικά της συμμετοχής σε ομάδες) ατομικά   δικαιώματα, επί των οποίων είναι στηριγμένη η φιλελεύθερη έννομη τάξη (βλ. Μ.ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟ, Προλεγόμενα, στο: J.Habermas, Αγώνες αναγνώρισης στο δημοκρατικό κράτος δικαίου, ό.π. σημ. 124, σ. 11-41, ιδίως 14 επ., ο οποίος αναφέρεται σε θέση του Habermas).

[126] J.HABERMAS, ό.π. σημ. 124, σ. 81.

[127] Βλ. W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 120, σ. 496 επ.

[128] Αν λείπει αυτή η προϋπόθεση, τότε είναι προφανές ότι το μέλλον της συνύπαρξης μιας (εδαφικά επικεντρωμένης) μειονότητας με την πλειονότητα εντός της κρατικής οντότητας τίθεται εν κινδύνω και μάλιστα χωρίς αυτό να σχετίζεται κατ’ ανάγκην με την πολιτιστική ή την εν γένει καταπίεση της μειονότητας (αν υπήρχε, θα δυσχέραινε έτι περαιτέρω τη συνύπαρξη). Αποκαλυπτικά είναι τα παραδείγματα του εθνικιστικού κινήματος των Καταλανών (που δεν επιθυμούν να επιβαρύνεται η πλούσια περιοχή τους για να στηρίξει τις φτωχότερες ισπανικές περιφέρειες)  και των Σκώτων (ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη, από τη δεκαετία του `70, πλούσιων κοιτασμάτων πετρελαίου στη Βόρεια Θάλλασσα).  Συναφώς,  βλ., για τις νομικές και πολιτικές διαστάσεις του φαινομένου των αποσχίσεων, Α.ΜΠΡΕΔΗΜΑ, Αποσχιστικά φαινόμενα στην ευρωπαϊκή ήπειρο: Το διεθνές δίκαιο ανάμεσα στις εθνικές επιδιώξεις  και τα κρατικά και διεθνή συμφέροντα, ΕΕΕυρΔ, 4/2018, σ. 485-491.

[129] Βλ. E.J.HOBSBAWM, ό.π. σημ. 1, ιδίως σ. 124 επ.

[130] Υπό την έννοια ότι «κανένα μέλος, ακόμη και του μικρότερου έθνους, δεν θα γνωρίσει ποτέ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μέλη, δεν θα τα συναντήσει ούτε καν θα ακούσει γι’ αυτά, όμως ο καθένας έχει την αίσθηση του συνανήκειν … [στον βαθμό που] κάθε κοινότητα που είναι μεγαλύτερη από ένα χωριό όπου οι άνθρωποι έχουν προσωπική επαφή … είναι φαντασιακή» (B.ANDERSON, Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1997, σ. 26).  Συνεπώς, «φαντασιακή» (imagined) δεν σημαίνει φανταστική ούτε νοερή ούτε εννοούμενη, στον βαθμό που δεν την εννοούμε μόνο, αλλά μας συγκινεί επίσης (πρβλ. Α.ΛΙΑΚΟ, Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο; εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2005, σ. 87).

[131] Βλ. σχετικά Γ.ΠΑΣΧΟ, Κράτος δικαίου και πολιτική. Πολιτειολογικές θεωρίες 1900-1940, εκδ. Ο Πολίτης, Αθήνα, 1991, σ.  193 επ., ιδίως 213 και 229 επ., καθώς και J.W.MÜLLER, Ένας επικίνδυνος νους. Η επίδραση του Καρλ Σμιτ στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό στοχασμό, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2010, σ. 52 επ., 68 επ. Γενικότερα για τον C.Schmitt βλ. M.LILLA, Η σαγήνη των  Συρακουσών. Διανοούμενοι στην πολιτική, εκδ. The Athens Review of books, Αθήνα, 2014, σ. 89 επ.

[132] Βλ. σημ. 122.

[133] Πρβλ.  W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 120, σ. 372 επ.

[134] Βλ. σχετικά  W.KYMLICKA, ό.π. σημ. 120, σ. 382 επ., 391 επ., καθώς και 497 επ.

[135] Κ.ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ό.π. σημ. 119, σ. 56 και 61.

[136] Βλ. σχετικά J.HABERMAS, ό.π. σημ. 124, σ. 82 επ.,  92 επ. Γενικότερα βλ. J.-W.MÜLLER, Συνταγματικός Πατριωτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2012, ιδίως σ. 97 επ.

* Ανάπτυξη εισήγησης στη διαδικτυακή συζήτηση της 7ης-4-2021 στα πλαίσια του ομίλου «ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΣ ΜΑΝΕΣΗΣ», με θέμα «Ευρωπαϊκή ταυτότητα και πολιτισμική ετερότητα»

Υποχρεωτικοί εμβολιασμοί: η συνταγματικότητα της τροπολογίας

Τάκης Βιδάλης, Δρ. Συνταγματικού Δικαίου, Επιστημονικός Συνεργάτης Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής

Ύστερα από αρκετά χρόνια μάταιων προσπαθειών (ιδίως σε σχέση με τους εμβολιασμούς για το σχολείο), οι οπαδοί της υποχρεωτικότητας των εμβολίων κατάφεραν επιτέλους στη χώρα μας μια μεγάλη νίκη: έπεισαν το κράτος να καθιερώσει νομοθετικά τον καταναγκασμό για τα εμβόλια του κορωνοιού.

Στο εξής, για ορισμένες κατηγορίες συμπολιτών μας το δικαίωμα να ελέγχουν το σώμα τους, εννοώντας να συναινούν πάντοτε ελεύθερα και ύστερα από κατάλληλη εξατομικευμένη και πλήρη πληροφόρηση σε ιατρικές πράξεις που τους αφορούν, θα σημαίνει τον κίνδυνο να στερηθούν τα προς το ζην, έως ότου «πεισθούν». Αυτή είναι η ουσία της περίφημης «τροπολογίας για την υποχρεωτικότητα».

Δεν είναι της ώρας να ασκήσει κανείς κριτική για το ότι ένας τόσο σοβαρός περιορισμός της προσωπικής αυτονομίας περνά με τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο από τη Βουλή. Θυμάμαι απλώς σε συνέδριο για την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος που διοργάνωσε ο Όμιλος Μάνεση, την ομιλία του σημερινού υπουργού Επικρατείας που εμφατικά δήλωνε ότι «θύμωνε» με αυτή τη -συνηθισμένη στον κοινοβουλευτισμό «a la greca»- πρακτική. Ας είναι όμως…

Εκείνο που επείγει να εξετάσει κανείς, είναι το ίδιο το περιεχόμενο της τροπολογίας και η συμβατότητά του με το Σύνταγμα. Χρειάζεται όμως, προηγουμένως, να επισημάνουμε ορισμένα χρήσιμα δεδομένα.

  1. Η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε ότι ακολουθεί τη Σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής προς την οποία είχε απευθύνει σχετικό ερώτημα η κυβέρνηση. Κατά τη Σύσταση η τυχόν πρόβλεψη υποχρεωτικότητας α) διακρινόταν από τον καταναγκασμό των πολιτών, δηλαδή από την «τιμωρία» όποιου δεν συμμορφώνεται (που θεωρήθηκε ηθικά και νομικά απαράδεκτη) και β) αποτελεί το έσχατο μέτρο, υπό την προϋπόθεση ότι η ενημέρωση των συγκεκριμένων κατηγοριών πολιτών και τυχόν κίνητρα δεν αποδίδουν το αναμενόμενο.Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραβλέφθηκαν. Αφ’ ενός, η πρόβλεψη αναγκαστικής θέσης ενός εργαζόμενου που αρνείται σε άδεια άνευ αποδοχών, προφανώς ισοδυναμεί με καταναγκασμό του, καθώς τον εξοντώνει βιοτικά. Αφ’ ετέρου, η «ενημέρωση» των πολιτών δεν εξειδικεύτηκε ποτέ στις συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων ούτε υπήρξαν κίνητρα σχεδιασμένα ειδικά γι’ αυτές, όπως τόνιζε η Σύσταση. Η κρατική ενημέρωση εν γένει ακολουθεί ταυτολογικές φόρμες του τύπου «τα συγκεκριμένα εμβόλια είναι ένα θαύμα της επιστήμης (!)» ή «τα εμβόλια είναι η μόνη λύση», σαν να απευθύνεται σε μικρά παιδιά που χρειάζονται νουθεσίες ή σε βαριεστημένους καταναλωτές κοινών gadgets ή προϊόντων fast food. Εύλογα ερωτήματα για την κατάσταση στο Ισραήλ (όπου το «τείχος ανοσίας’ δεν απέδωσε) ή τις ανακοινώσεις δύο εταιρειών για νέες δοκιμές σχετικά με τη μετάλλαξη «Δέλτα» (άρα την παραδοχή ότι τα τωρινά εμβόλια δεν αρκούν για να την καλύψουν), απλώς αποσιωπώνται, ενώ θα έπρεπε να απαντηθούν πειστικά με πρωτοβουλία της ίδιας της Πολιτείας.Το συμπέρασμα: δεν εξαντλήθηκαν στο ελάχιστο οι επιλογές πριν την καθιέρωση υποχρεωτικότητας, όπως όριζε η Σύσταση. Από εκεί και πέρα όμως, αρχίζουν τα προβλήματα και με το Σύνταγμα.
  2. Πρώτο πρόβλημα, η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, που ως γνωστόν αποτελεί όρο για τη συνταγματικότητα οποιουδήποτε περιορισμού θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως αυτού της σωματικής ακεραιότητας (άρθ. 25 του Συντάγματος). Η αρχή της αναλογικότητας επιτάσσει, αφ’ ενός, τα μέσα που επιστρατεύονται να είναι πρόσφορα για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επιδιώκεται από το κράτος και, αφ’ ετέρου, μεταξύ περισσότερων πρόσφορων μέσων να προτιμώνται τα ηπιότερα.Ποιος είναι εδώ ο σκοπός; Μα, η αποφυγή διάδοσης του ιού, ώστε να προστατευθεί η δημόσια υγεία. Αποτελούν τα συγκεκριμένα εμβόλια πρόσφορο μέσο για την επίτευξη του σκοπού αυτού; Εν μέρει, ναι, καθώς μειώνουν το ιικό φορτίο του εμβολιασμένου, χωρίς όμως να αποκλείουν εντελώς τη μετάδοση από εκείνον σε άλλους. Κυρίως όμως, είναι λιγότερο αποτελεσματικά από άλλα μέσα που όντως αποτρέπουν τη διάδοση του ιού και έχουμε στη διάθεσή μας από καιρό, όπως τα τεστ κάθε είδους. Τα τεστ, εκτός αυτού, είναι και ηπιότερο μέσο περιορισμού της σωματικής ακεραιότητας από τα εμβόλια. Από κάθε άποψη εφαρμογής της αναλογικότητας, επομένως, πρέπει να προτιμηθούν. Υπό την έννοια αυτή, η υποχρέωση εμβολιασμού των συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων είναι αντισυνταγματική, αν θεωρηθεί αποκλειστικό μέσον για την αποτροπή της μετάδοσης του ιού: η απαίτηση επίδειξης αρνητικού τεστ (οποιουδήποτε εγκεκριμένου είδους) είναι όχι απλώς αναγκαία αλλά και ικανή συνθήκη τήρησης της αρχής της αναλογικότητας.
  3. Δεύτερο θέμα, ο έλεγχος των εργοδοτών στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. Αν σκοπός εδώ είναι η επίτευξη του επιδιωκόμενου ποσοστού εμβολιασμένων για το πολυπόθητο «τείχος ανοσίας» (έστω με τις ρωγμές που συνεπάγεται η μετάλλαξη «Δέλτα» και όσες ακολουθήσουν…), τότε αντικείμενο του ελέγχου αυτών των υπευθύνων είναι το «πόσοι» και όχι «ποιοι» εργαζόμενοι έχουν εμβολιασθεί. Ο εμβολιασμός αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο, ας μην το ξεχνάμε, εν προκειμένω δε οι ταυτότητες των εμβολιασμένων υπερβαίνουν τον σκοπό της συλλογής. Οι προϊστάμενοι και εργοδότες, επομένως, σε ενδεχόμενο έλεγχο των οργάνων της πολιτικής προστασίας, είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν μόνον αριθμό εμβολιασμένων και τίποτε άλλο. Οποιαδήποτε ταυτοποίηση εργαζομένου στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας είναι παράνομη, με βάση τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (και την εκεί προβλεπόμενη «αρχή της ελαχιστοποίησης», η οποία δεν αναιρείται με τυχόν επίκληση εξαιρέσεων «δημόσιου συμφέροντος»). Τα όργανα της πολιτικής προστασίας θα αρκεσθούν αναγκαστικά στην υπεύθυνη δήλωση του εργοδότη, αν δεν θέλουν να βρεθούν, εκείνα πια, μπροστά σε δυσάρεστες νομικές ευθύνες.
  4. Το καίριο όμως πρόβλημα συνταγματικότητας της τροπολογίας είναι η συνέπεια της άρνησης εμβολιασμού, που μπορεί να σημαίνει την άδεια ή αναστολή καθηκόντων άνευ αποδοχών σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Όσο και αν αυτή η συνέπεια δεν ισοδυναμεί με απόλυση του εργαζομένου, πάντως οδηγεί στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα: ότι ο ίδιος δεν θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του (και ίσως τα μέλη της οικογένειάς του), επειδή δεν «συμμορφώνεται» με την απαίτηση της Πολιτείας.Μια δημοκρατική Πολιτεία δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε τέτοιο αδιέξοδο οποιονδήποτε πολίτη ή κάτοικό της, για έναν λόγο: διότι η αξίωσή της να εκπληρώνει ο καθένας το χρέος της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθ. 25 Σ) -στην οποία αναφέρθηκε εμφατικά ο Πρωθυπουργός και μαζί του συμφώνησε η Πρόεδρος της Δημοκρατίας- προϋποθέτει (και δεν συνεπάγεται!) τον απόλυτο σεβασμό, από την πλευρά της, της αξίας του -κάθε- συγκεκριμένου ανθρώπου. Το κράτος -και η κοινωνία- πάντοτε έπονται και ποτέ δεν προηγούνται του κάθε ενός από εμάς (άνδρα ή γυναίκας, έγχρωμου ή λευκού, πλούσιου ή φτωχού, ενήλικου ή ανήλικου, θρησκευόμενου ή άθεου, πολίτη ή μετανάστη, δεξιού ή αριστερού, υγειονομικού ή μη κ.ο.κ.) στην ιεράρχηση των αξιών μιας δημοκρατικής Πολιτείας (βλ. ρητά τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοιατρική). Κανείς δεν επιτρέπεται να εργαλειοποιείται για το συμφέρον (πραγματικό ή εικαζόμενο) των πολλών. Τέτοια μορφή εργαλειοποίησης όμως είναι η εκβιαστική στέρηση των μέσων επιβίωσης από οποιονδήποτε επιμένει να ασκεί μια κατοχυρωμένη ελευθερία του, ιδίως την ελευθερία να ελέγχει το σώμα του.Η έννοια αυτή της ανθρώπινης αξίας υπάρχει ιστορικά όχι μόνο στο Σύνταγμά μας, αλλά και σε όλα τα διεθνή κείμενα για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, με πιο πρόσφατη τη Συνθήκη των Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η συγκεκριμένη συνέπεια που περιλαμβάνει η τροπολογία, παραβιάζει ευθέως αυτά τα κείμενα.

Δύο καταληκτικά σχόλια.

  1. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως τονίζει διαρκώς η συντριπτική πλειονότητα της παγκόσμιας ιατρικής κοινότητας, ακόμη μάλιστα και ο Π.Ο.Υ., η επιλογή της υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών είναι λάθος.Ας το πούμε άλλη μια φορά, ότι η δημόσια υγεία απαιτεί ενημέρωση, πειθώ, επενδύσεις από την Πολιτεία και συνειδητή συστράτευση των πολιτών. Τα «φιρμάνια» κάθε είδους δημιουργούν στρατόπεδα και αντιπαραθέσεις. Στην Ελλάδα ποτέ δεν αντιμετωπίσαμε πρόβλημα «αντιεμβολιαστών» -όπως το ξέρουμε σε χώρες της Β. και Δ. Ευρώπης. Αποφασίσαμε να αποκτήσουμε τώρα;
  2. Οι συνταγματολόγοι ασχολούνται επιστημονικά με ένα αντικείμενο που δυνάμει καλύπτει κάθε πτυχή της προσωπικής ζωής και της κοινωνικής συμβίωσης. Αυτό προκαλεί μοιραία τον πειρασμό της οίησης του «παντογνώστη». Δεν πρέπει όμως να ξεχνούν ποτέ τις «πρώτες αρχές» του Συντάγματος. Αν χρειασθεί να κρίνουν ακόμη και δικαστικές αποφάσεις με αυτές, πρέπει να έχουν το θάρρος να το κάνουν, ειδικά σε δύσκολες εποχές. Αλλιώς, «ο βασιλιάς είναι γυμνός»…

Προλεγόμενα, επικείμενα και ενδεχόμενα της προεδρικής εκλογής στο Κίνημα Αλλαγής

Θανάσης Γ. Ξηρός,  ΔΝ-Δικηγόρος, Διδάσκων Ε.Α.Π.

Ι. Εισαγωγικές σκέψεις 

Κορυφαία στιγμή στη ζωή κάθε πολιτικού κόμματος αποτελεί, αναμφίβολα, η ανάδειξη του επικεφαλής του. Ανεξαρτήτως του τίτλου που φέρει, αποκαλείται συνήθως πρόεδρος ή (γενικός) γραμματέας, οι αρμοδιότητες και η, εν γένει, θέση του στη λειτουργία του πολιτεύματος επιβάλλουν να απολαμβάνει την ευρύτατη δυνατή νομιμοποίηση. Γι’ αυτό, η εκλογή του ανατίθεται, κατά κανόνα, στο πλέον αντιπροσωπευτικό συλλογικό κομματικό όργανο, το συνέδριο. Στις αρχές του νέου αιώνα θα γνωρίσουμε πάντως μια νέα διαδικασία, η εισαγωγή της οποίας συνδέθηκε στενά με τις καινοφανείς τότε εξαγγελίες της συμμετοχικής δημοκρατίας και της δημόσιας λογοδοσίας. Τον Φεβρουάριο του 2004 τον πρόεδρο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και ακόμη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας δεν εξέλεξε ο στενός κύκλος των εκλεκτόρων-συνέδρων, αλλά τα μέλη και οι φίλοι του με τη διεξαγωγή άμεσης ψηφοφορίας.

Η διάρκεια της προεδρικής θητείας ορίζεται, κατά κανόνα, στο καταστατικό. Συνεπώς, η συμπλήρωσή της είναι, εκ των προτέρων και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, γνωστή. Γι’ αυτό, η ανανέωση της εμπιστοσύνης στο θητεύοντα ή η εκλογή του διαδόχου του μπορεί να προγραμματιστεί εγκαίρως, να οργανωθεί άνετα και να ολοκληρωθεί δίχως την πίεση του χρόνου. Το φθινόπωρο πρόκειται, μάλλον, να εκκινήσουν οι σχετικές διαδικασίες στο Κίνημα Αλλαγής. Την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν τη θέση του προέδρου του έχουν ήδη δημοσιοποιήσει δύο ενδιαφερόμενοι, ένας κινείται μεν δραστήρια, δίχως ακόμη να οριστικοποιήσει επισήμως την απόφασή του, ενώ δύο φέρονται να εξετάζουν σοβαρά την προοπτική. Παρά την ικανή χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την πιθανολογούμενη αφετηρία της εκλογής, τέθηκαν ήδη ή αναμένεται να αναδειχθούν από τις, εν γένει, εξελίξεις ζητήματα με έντονο θεωρητικό ενδιαφέρον και πρακτική σημασία, ενώ το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας θα μπορούσε να πυροδοτήσεις εξελίξεις, αναγόμενες ευθέως σε εξαγγελίες υποψηφίου. Πρόκειται για τα προλεγόμενα, τα επικείμενα και, αντιστοίχως, τα ενδεχόμενα της προεδρικής εκλογής.

 

ΙΙ. Το Κίνημα Αλλαγής

Η φθίνουσα εκλογική απήχηση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος άγγιξε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας τα ιστορικά χαμηλά. Οι λόγοι είναι, κατά βάση, γνωστοί, αποδίδονται, μεταξύ πολλών, στη βίαιη υπαγωγή της χώρας υπό τη διακυβέρνησή του σε διαδοχικά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής με βασική επιλογή τους τις οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Το άλλοτε κραταιό κόμμα εξουσίας «προσφέρθηκε» ως κορμός στις, κατά καιρούς, πρωτοβουλίες που θα εκδηλωθούν για τη συγκρότηση νέων κομματικών σχηματισμών. Υπό διαφορετικά ονόματα και μεταβαλλόμενη σύνθεση, θα συμμετάσχουν ως συνασπισμοί στις εκλογικές αναμετρήσεις της διετίας 2014-2015, εξασφαλίζοντας μάλιστα την εκπροσώπηση στη Βουλή και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Το καλοκαίρι του 2017 ανακοινώνεται η δημιουργία ενός ακόμη, ενιαίου, πολιτικού φορέα στο χώρο της κεντροαριστεράς. Το εγχείρημα θεωρείται, εν πολλοίς, αναμενόμενο, εάν το προσεγγίσει κανείς με αναφορά στις συνθήκες της εποχής, και, νομοτελειακά, επιβεβλημένο στην, κυριολεκτικά, ασφυκτική οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα. Πριν ακόμη  οριστικοποιηθεί το όνομά του, δηλαδή δίχως να έχει ιδρυθεί τυπικά και σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 29 του ν. 3023/2002, ο νέος φορέας θα αναδείξει τον επικεφαλής του! Για να αποκτήσουν δικαίωμα συμμετοχής στην ψηφοφορία, η ευθύνη της οποίας όπως και της, εν γένει, διαδικασίας συγκρότησης ανατέθηκε σε ανεξάρτητη επιτροπή, οι ενδιαφερόμενοι κλήθηκαν να προεγγραφούν ηλεκτρονικά. Εξάλλου, όσοι ψήφισαν εντάχθηκαν σε δύο διακριτά αρχεία-μητρώα, των ψηφισάντων και, αντιστοίχως, όσων απλώς δήλωσαν ρητά την επιθυμία τους να συμπράξουν στις διεργασίες. Την τήρηση αμφοτέρων ενέκρινε η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα στην 126/2017 απόφασή της.

Το Κίνημα Αλλαγής συστάθηκε, τυπικά, τον Μάρτιο του 2018, τότε διεξήχθη το ιδρυτικό του συνέδριο, ως πολυκομματικός πολιτικός φορέας, κατά νομική ακριβολογία ως συνασπισμός, απαρτιζόμενος από πολιτικά κόμματα -αναφέρονται ρητά στο καταστατικό του το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών και η Ένωση Δημοκρατικής Εθνικής Μεταρρύθμισης-, πρωτοβουλίες και συλλογικότητες του προοδευτικού χώρου (άρθρο 1 παρ. 1 πρότ. 2 του καταστατικού του). Διεκδίκησε με επιτυχία την προτίμηση του εκλογικού σώματος, το πρώτον, στις γενικές βουλευτικές και τις Ευρωπαϊκές εκλογές του 2019. Η κοινοβουλευτική του ομάδα αποτελείται από είκοσι δύο (22) βουλευτές, διαθέτει δύο (2) ευρωβουλευτές και είναι δικαιούχος κρατικής χρηματοδότησης.

 

ΙΙΙ. Η προεδρική θητεία και η διεξαγωγή της άμεσης ψηφοφορίας  

Η διάρκεια της θητείας του επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής δεν καθορίζεται ρητά στο καταστατικό. Το εκούσιο κενό καλύπτεται ερμηνευτικά με αναγωγή στις διατάξεις του. Ο πρόεδρος εκλέγεται άμεσα ένα, τουλάχιστον, μήνα πριν από το συνέδριο (άρθρο 28 παρ. 1 του καταστατικού). Αν και το έκτακτο έχει όλες τις αρμοδιότητες του τακτικού (άρθρο 23 παρ. 2 του καταστατικού), η προεδρική εκλογή συνδέεται, για προφανείς και αυτονόητους λόγους, με το τελευταίο, το οποίο συγκαλείται κάθε τέσσερα έτη (άρθρο 22 παρ. 1 πρότ. 4 του καταστατικού). Τόση πρέπει να είναι το μέγιστο και η θητεία του προέδρου. Βέβαια, μεταξύ των αρμοδιοτήτων του τακτικού συνεδρίου δεν περιλαμβάνεται η, τυπική, επικύρωση του αποτελέσματος της προεδρικής εκλογής. Ωστόσο, η σχετική ψηφοφορία, μία ή/και επαναληπτική, επιβάλλεται να έχει διεξαχθεί έως το απώτατο καταστατικά χρονικό σημείο. Αντιθέτως, η σύνθετη διαδικασία της εκλογής του προέδρου μπορεί να εκκινήσει και, βέβαια, να ολοκληρωθεί νωρίτερα του καθορισμένου. Δηλαδή, σε χρόνο προγενέστερο του μηνός από τη σύγκληση του τακτικού συνεδρίου.

Η θητεύουσα πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής αναδείχθηκε στο δεύτερο γύρο της σχετικής ψηφοφορίας την 19η Νοεμβρίου 2017. Επειδή ο νέος φορέας δεν είχε ακόμη συσταθεί, δεν διέθετε ούτε καταστατικό ούτε και ιδρυτική διακήρυξη. Αμφότερα θα εγκριθούν στο ιδρυτικό του συνέδριο ακριβώς τέσσερις μήνες αργότερα, την 16η Μαρτίου 2018. Από εκείνη τη στιγμή, κατά νομική ακριβολογία από τη συνυποβολή του ενός ή και των δύο με την (ιδρυτική) δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο συνασπισμός θεωρείται νομίμως συνεστημένος και, συνακόλουθα, η, προ πολλού, εκλεγμένη επικεφαλής του μπορεί να ασκεί, τυπικά, τα καθήκοντά της. Οι διαδικαστικές ιδιαιτερότητες στην ίδρυση του νέου πολιτικού φορέα δεν φαίνεται όμως να επηρεάζουν τον προγραμματισμό της επικείμενης προεδρικής εκλογής. Ακόμη και εάν το τακτικό συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής διεξαχθεί τον προσεχή Μάρτιο, όπως επιβάλλει η κατά γράμμα εφαρμογή των ορισμών του καταστατικού του, η άμεση ψηφοφορία δεν είναι ούτε σκόπιμο ούτε και ορθό να λάβει χώρα, εξαντλώντας τα χρονικά περιθώρια, ένα μήνα πριν από τη σύγκλησή του. Δεδομένου μάλιστα ότι η διεξαγωγή της σηματοδοτεί την κατάληξη μιας σύνθετης διαδικασίας που απαιτεί προσεκτική προετοιμασία και διέρχεται από διακριτές φάσεις, μπορεί και πρέπει να εκκινήσει εντός του τρέχοντος έτους.

 

ΙV. Οι υποψηφιότητες 

  1. Τη θέση του προέδρου του Κινήματος Αλλαγής διεκδικούν, επιτρεπτά, μόνον τα μέλη του. Άλλωστε, η κτήση της ιδιότητας τους εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να εκλέγονται σε όλα τα όργανά του (άρθρο 5 παρ. 2 περίπτ. α΄ του καταστατικού). Αν και η συμμετοχή και σε άλλο πολιτικό κόμμα αναγορεύεται, καταρχήν, σε ασυμβίβαστο (άρθρο 36 παρ. 2 του καταστατικού), επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, μέλος του Κινήματος Αλλαγής να είναι, ταυτόχρονα, και μέλος πολιτικού κόμματος, κίνησης ή συλλογικότητας που συμπράττει στο συνασπισμό (άρθρο 4 παρ. 1 πρότ. 2 του καταστατικού). Όποιος επιθυμεί να διεκδικήσει τη θέση του προέδρου, υποχρεούται να συγκεντρώσει αριθμό υπογραφών, τουλάχιστον, ίσο με το δέκα πέντε τοις εκατό (15%) των μελών της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής ή πέντε χιλιάδων (5.000) μελών του φορέα, αποκλειομένης μάλιστα της δυνατότητας καθενός να υπογράψει υπέρ περισσοτέρων (άρθρο 28 παρ. 1 πρότ. 2 του καταστατικού). Στο πρόσωπο του ίδιου ενδιαφερόμενου δεν αποκλείεται πάντως να πληρωθούν, σωρευτικά, και οι δύο αριθμητικοί όροι. Δηλαδή, η υποψηφιότητά του να εξασφαλίσει τον καθορισμένο αριθμό υπογραφών μελών και της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και του συνασπισμού. Ωστόσο, δεν επιτρέπεται, παρά τη σιωπή του καταστατικού, να υπογράψει το ίδιο πρόσωπο αλλά υπό διαφορετική κομματική ιδιότητα, δηλαδή του μέλους του πολιτικού φορέα και του συλλογικού οργάνου, δύο υποψηφιότητες.Η Κεντρική Πολιτική Επιτροπή είναι το ανώτερο πολιτικό όργανο του Κινήματος Αλλαγής μεταξύ δύο (τακτικών) συνεδρίων, εξοπλίζεται με αποφασιστικές αρμοδιότητες, καθώς εφαρμόζει τις αποφάσεις τους, χαράσσει και συνθέτει τη γενική στρατηγική, τις πολιτικές και τις δράσεις του φορέα, αποφασίζει δε για το σύνολο της πολιτικής του (άρθρο 25 παρ. 1 του καταστατικού). Διακόσια πενήντα ένα (251) μέλη της είναι αιρετά, εκλεγμένα με μυστική ψηφοφορία στο συνέδριο, ενώ η σύνθεση του οργάνου συμπληρώνεται, αλλά σε απροσδιόριστο κάθε φορά αριθμό, με ex officio, ισότιμα και με δικαίωμα ψήφου, μέλη (άρθρο 25 παρ. 2 και 3 του καταστατικού). Στο Κίνημα Αλλαγής εγγράφονται με πρωτοβουλία τους Έλληνες, πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αλλοδαποί που κατοικούν μόνιμα και νόμιμα στη χώρα, έχουν ηλικία τουλάχιστον δέκα έξι (16) ετών, αποδέχονται τις αρχές και τις επιδιώξεις του, δεν συμμετέχουν, τέλος, σε άλλο πολιτικό κόμμα ή σε οργάνωση ή σε φορέα, των οποίων οι στόχοι έρχονται σε αντίθεση με εκείνους του συνασπισμού (άρθρο 4 παρ. 1 πρότ. 1 του καταστατικού). Τα μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να καταβάλουν πριν από την 1η Ιανουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους την ετήσια συνδρομή τους. Τα μη ενήμερα, δηλαδή όσα παραλείπουν την καταβολή της, δεν συμμετέχουν σε ψηφοφορίες, ενώ, όταν δεν καταβάλουν για δεύτερη διαδοχική χρονιά τη συνδρομή διαγράφονται προσωρινά και εωσότου καλύψουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις (άρθρο 5 παρ. 5 πρότ. 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 1, του καταστατικού).Η θητεύουσα σύνθεση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής είναι γνωστή, το ίδιο, δι’ αυτής, ο μέγιστος αριθμός υποψηφίων που θα μπορούσαν να υποστηριχθούν με την υπογραφή των μελών της, εάν καθένα τους περιέβαλε με την εμπιστοσύνη του έναν ενδιαφερόμενο. Αντιθέτως, δεν φαίνεται να μπορεί σήμερα να προκύψει με ασφάλεια ο αριθμός των μελών του Κινήματος Αλλαγής, όχι μόνο ως σύνολο αλλά, ιδίως, τα ενήμερα και οικονομικά τακτοποιημένα, δηλαδή όσα επιτρέπεται, καταστατικά, να υπογράψουν υποψηφιότητες και, σε κάθε περίπτωση, να συμμετάσχουν στην άμεση ψηφοφορία. Ο καθορισμός τους, στο πλαίσιο αντικειμενικής και διαφανούς διαδικασίας, επιβάλλεται να έχει ολοκληρωθεί πριν από την εκκίνηση της προεδρικής εκλογής και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή υποψηφιοτήτων. Η Επιτροπή Μητρώου (άρθρο 4 παρ. 4 πρότ. 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 32, του καταστατικού) και, εντέλει, η ενδεκαμελής Επιτροπή Δεοντολογίας, Εφαρμογής Καταστατικού και Πιστοποίησης, στην οποία ανατίθεται η, εν γένει, ευθύνη της εκλογικής διαδικασίας (άρθρο 28 παρ. 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 31, του καταστατικού), υποχρεούνται να μεριμνήσουν, εγκαίρως, για την επεξεργασία επίκαιρου μητρώου (ενήμερων και οικονομικά τακτοποιημένων) μελών και, αντιστοίχως, τον έλεγχό του. Άλλως, δεν θα είναι δυνατή η διακρίβωση της συγκέντρωσης του καθορισμένου καταστατικά ελάχιστου αριθμού υπογραφών από τα μέλη του συνασπισμού και, κατά μείζονα λόγο, η έγκυρη συμμετοχή τους στην άμεση ψηφοφορία.Η υποβολή υποψηφιοτήτων θεμελιωμένη στην προτίμηση των μελών της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής είναι η μία, όχι όμως και η μοναδική, από τις καταστατικά εναλλακτικές δυνατότητες. Δεν υποκαθιστά, αντιθέτως λειτουργεί συμπληρωματικά εκείνης που απαιτεί τη συγκέντρωση υπογραφών από καθορισμένο αριθμό μελών. Είναι άλλο το ζήτημα τυχόν απόφασης να μην απαιτηθεί η υπογραφή των τελευταίων για να υποβληθεί υποψηφιότητα. Το ενδεχόμενο θα αποκτούσε επικαιρότητα αποκλειστικά στην περίπτωση της, δηλωμένης και αντικειμενικής, αδυναμίας των αρμοδίων να επεξεργαστούν εγκαίρως επικαιροποιημένο μητρώο ενήμερων και οικονομικά τακτοποιημένων μελών, δηλαδή όσων δικαιούνται, εντέλει, συμμετοχής στην άμεση ψηφοφορία. Θα πρόκειται πάντως για εξέλιξη αδιανόητη για πολιτικό φορέα που λειτουργεί στοιχειωδώς και τρέφει φιλοδοξίες να καταστεί αξιωματική αντιπολίτευση. Απόφαση με αυτό το περιεχόμενο θα συνιστούσε, τέλος, παρέκκλιση, κατά νομική ακριβολογία παραβίαση, του ισχύοντος καταστατικού, ακόμη και όταν ερείδεται σε συμφωνία όλων των εμπλεκομένων στην εκλογική διαδικασία, πρωτίστως δε όσων προτίθενται να διεκδικήσουν τη θέση του επικεφαλής.
  1. Η προεδρική εκλογή στο Κίνημα Αλλαγής θα εκκινήσει και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του τρέχοντος έτους ή το αργότερο τις πρώτες εβδομάδες του επόμενου. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι, κατά καιρούς, δηλώσεις του πρωθυπουργού και άλλων κυβερνητικών στελεχών έως τότε δεν θα έχουν διεξαχθεί γενικές βουλευτικές εκλογές. Έτσι, δύο από τους φερόμενους ακόμη ως ενδιαφερόμενους θα στερούνται την ιδιότητα του βουλευτή στην εθνική αντιπροσωπεία. Η κατοχή της δεν αναγορεύεται πάντως σε θετικό προσόν ή, υπό αρνητική διατύπωση, σε κώλυμα κομματικής εκλογιμότητας. Υπέρ της αποδοχής αυτής της άποψης δεν συνηγορεί απλώς η απουσία ρητής πρόβλεψης στο καταστατικό. Άλλωστε, η θέσπισή της θα συνιστούσε στην πράξη στέρηση και πάντως δυσανάλογο περιορισμό, κατά την οργάνωσή του, του δικαιώματος πολιτικής συσσωμάτωσης στην ειδικότερη συνιστώσα του της εκλογής των μελών στα όργανα πολιτικού κόμματος (άρθρο 29 παρ. 1 εδ. α΄ Συντ.). Υποστηρίχθηκε το 2016, κατά τη διαδικασία εκλογής του τελευταίου προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, ότι δεν θα μπορούσε να είναι υποψήφιος ο, τότε και σήμερα, Περιφερειάρχης Μακεδονίας. Και τούτο, επειδή σε ενδεχόμενη εκλογή του αφενός δεν θα ηγούνταν της κοινοβουλευτικής της ομάδας, αφού δεν θα ήταν βουλευτής, και αφετέρου δεν θα συμμετείχε στις διαδικασίες σχηματισμού κυβέρνησης, προφανώς όταν επικρατεί η σχετικά πλειοψηφική εκδοχή της δεδηλωμένης. Δηλαδή, όταν η λαϊκή ετυμηγορία δεν έχει αναδείξει αυτοδύναμη μονοκομματική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως αναμένεται να συμβεί με την εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος στις προσεχείς γενικές βουλευτικές εκλογές.Ο αρχηγός πολιτικού κόμματος, εάν είναι βουλευτής, θεωρείται και πρόεδρος της κοινοβουλευτικής του ομάδας (άρθρο 16 παρ. 2 του Κανονισμού της Βουλής). Η  περίπτωση της μη εκλογής του δεν αντιμετωπίζεται με ρητό ορισμό, ούτε όμως πιθανολογείται βάσιμα μετά τη διενέργεια γενικών βουλευτικών εκλογών, δεδομένης της ταυτόχρονης υποψηφιότητάς του, δίχως μάλιστα να απαιτείται σταυροδότηση, σε τρεις βασικές εκλογικές περιφέρειες. Απομένει, λοιπόν, μόνο τον ενδεχόμενο της εκλογής κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, δηλαδή στο διάστημα μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων, ως επικεφαλής πολιτικού κόμματος προσώπου που δεν είναι βουλευτής. Αυτός δεν θα μπορέσει, προφανώς, να είναι και ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Τα καθήκοντα της θέσης θα αναλάβει εκείνος που θα δηλωθεί εγγράφως από τα μέλη της, δεν νοείται να μην προηγηθεί συνεννόησή τους με τον προσφάτως εκλεγμένο επικεφαλής, στον Πρόεδρο της Βουλής. Τότε ο πρόεδρος του πολιτικού κόμματος αποκλείεται, μεταξύ άλλων, από τις συζητήσεις σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στην Ολομέλεια της Βουλής. Αν και φαίνεται να δημιουργείται, καταρχήν και προς τα έξω, η εντύπωση της πολιτικής διαρχίας, θα πρόκειται όμως για επίφαση. Άλλωστε, ο δηλωθείς δεν θα παραμένει επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, όταν απωλέσει την εμπιστοσύνη του προέδρου του κόμματος, δηλαδή του προσώπου που διαθέτει την κομματική εξουσία. Επισημαίνεται ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του Κινήματος Αλλαγής ενεργεί και αποφασίζει εντός των πλαισίων του καταστατικού του και με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής που διαμορφώθηκαν από το συνέδριο και την Κεντρική Πολιτική Επιτροπή (άρθρο 14 παρ. 1 του καταστατικού).Βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα, στις περιπτώσεις που κανένας σχηματισμός δεν διαθέτει στη Βουλή μονοκομματική αυτοδυναμία, αναζητείται ιδίως κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου και, σπανιότερα, μετεκλογικά, αφού την εξασφαλίζουν κατά κανόνα όλες οι γνωστές παραλλαγές της ενισχυμένης αναλογικής, με την προσφυγή στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Εάν το πολιτικό κόμμα δεν διαθέτει αρχηγό ή εκπρόσωπο ή αυτοί δεν έχουν εκλεγεί βουλευτές, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει την εντολή σε όποιον προταθεί από την κοινοβουλευτική ομάδα (άρθρο 37 παρ. 4 πρότ. 1 Συντ.). Ο νέος επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής, εάν δεν διαθέτει κατά την εκλογή του την ιδιότητα του βουλευτή, είναι απολύτως βέβαιον ότι θα την αποκτήσει στις επόμενες γενικές εκλογές, αρκεί ο συνασπισμός να εξασφαλίσει εκπροσώπηση στη Βουλή. Θα είναι, λοιπόν, φορέας της διερευνητικής εντολής, εάν, όπως αναμένεται από την εφαρμογή του αναλογικού εκλογικού συστήματος, ανακύψει ζήτημα ανάδειξης πρωθυπουργού σε συνθήκες σχετικά πλειοψηφικής εκδοχής της δεδηλωμένης.Υπό αυτά τα δεδομένα, δεν υφίσταται, όχι μόνο ελλείψει ρητού καταστατικού ορισμού, κώλυμα κομματικής εκλογιμότητας στη θέση του πρόεδρου του Κινήματος Αλλαγής υποψηφίου που στερείται της βουλευτικής ιδιότητας. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η προβολή των σχετικών ισχυρισμών δεν εμπόδισε τον Περιφερειάρχη Μακεδονίας να διεκδικήσει το 2016 την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας, στον πρώτο γύρο (της ψηφοφορίας) όμως θα καταταγεί τρίτος και, μοιραία, θα αποκλειστεί της επαναληπτικής ψηφοφορίας. Αλλά και ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος δεν έχει ακόμη ανακοινώσει την υποψηφιότητά του στην επικείμενη προεδρική εκλογή, αν και φαίνεται να κινείται δραστήρια, συμμετείχε στη διαδικασία εκλογής του επικεφαλής του υπό ίδρυση φορέα τον Νοέμβριο του 2017, έχοντας και τότε, όπως και σήμερα, την ιδιότητα του εκπροσώπου της χώρας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θα καταταγεί όμως δεύτερος, συγκεντρώνοντας στην επαναληπτική ψηφοφορία ποσοστό εγκύρων ψηφοδελτίων λίγο μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%).

 

V. Οι εκλέκτορες

Ο πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής εκλέγεται άμεσα από το σύνολο των μελών και των φίλων (άρθρο 28 παρ. 1 του καταστατικού). Τα απαιτούμενα προσόντα για την εγγραφή στα οικεία μητρώα είναι και για τις δύο διακριτές κατηγορίες κοινά (άρθρο 4 παρ. 1 πρότ. 1 του καταστατικού). Η πρωτοβουλία αφήνεται αποκλειστικά στους ενδιαφερόμενους με την υποβολή σχετικής αίτησης σε τοπική οργάνωση ή στην έδρα του φορέα ή στην ιστοσελίδα του (άρθρο 4 παρ. 2 του καταστατικού). Τα μητρώα τηρούνται χωριστά (άρθρο 4 παρ. 4 πρότ. 1 του καταστατικού), ενώ την ευθύνη της οργάνωσης και της διαχείρισής τους έχει η υπαγόμενη απευθείας στον πρόεδρο ομώνυμη επιτροπή, την οποία αναδεικνύει η Κεντρική Πολιτική Επιτροπή (άρθρο 4 παρ. 4 πρότ. 2 του καταστατικού). Η Επιτροπή Μητρώου συνεπικουρείται στο έργο της από τις τοπικές οργανώσεις, αυτές ενημερώνουν, δηλαδή επικαιροποιούν, κατ’ έτος τα δύο μητρώα για τα θέσουν υπόψη της (άρθρο 4 παρ. 4 πρότ. 3 του καταστατικού).

Δικαίωμα συμμετοχής στην άμεση ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου έχουν, κατά νομική ακριβολογία, όσοι είναι εγγεγραμμένοι στα επικαιροποιημένα μητρώα των μελών και των φίλων, η τήρηση των οποίων σε κάθε πολιτικό κόμμα δεν απαιτεί την προηγούμενη άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, όπως έχει δεχθεί στις 6 και, αντιστοίχως, 34/2004 αποφάσεις της. Οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του Κινήματος Αλλαγής αναλαμβάνουν όμως μόνον τα μέλη, εντοπισμένες αποκλειστικά στην καταβολή της ετήσιας συνδρομής πριν από την 1η Ιανουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους (άρθρο 5 παρ. 5 πρότ. 1 του καταστατικού). Όταν παραλείψουν να την καταβάλουν, ακόμη και εάν περιλαμβάνονται στο οικείο μητρώο, παύουν να είναι ενήμερα και, μοιραία, αποκλείονται της συμμετοχής στις εσωκομματικές ψηφοφορίες, ενώ η παράλειψη της καταβολής της επί μία διετία επισύρει την προσωρινή διαγραφή (άρθρο 5 παρ. 5 προτ. 3 του καταστατικού). Αντιθέτως, οι φίλοι του Κινήματος Αλλαγής δεν υπέχουν οποιαδήποτε οικονομική υποχρέωση, εξαιρούνται, ως υποψήφιοι και ως ψηφοφόροι, από κάθε διαδικασία εκλογής κομματικών οργάνων σε όλα τα επίπεδα της χωρικής τους συγκρότησης (άρθρο 7 παρ. 5 του καταστατικού), μπορούν όμως να ψηφίσουν στην προεδρική εκλογή, στα δημοψηφίσματα, εφόσον αποφασιστεί στην προκήρυξή τους, και στις διαδικασίες επιλογής αιρετών σε πολιτικές θέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό (άρθρο 7 παρ. 4 του καταστατικού). Οι φίλοι δεν απαγορεύεται, ελλείψει ρητού καταστατικού ορισμού, να είναι μέλη άλλων, ανταγωνιστικών εκλογικά, πολιτικών κομμάτων και η απόκτηση, ορθότερα η διατήρηση, της ιδιότητάς τους προκύπτει από τη συμμετοχή (πώς άραγε;) σε θεματικά ή κλαδικά δίκτυα πολιτών, κοινωνικές οργανώσεις ή με δήλωση στην ιστοσελίδα του φορέα της επιθυμίας τους να ενημερώνονται για τις εξελίξεις και τις δράσεις του (άρθρο 7 παρ. 2 του καταστατικού).

Από τους γνωστούς συγκριτικά τύπους εσωκομματικών εκλογών στο καταστατικό του Κινήματος Αλλαγής προκρίνεται ο αποκαλούμενος στην επιστήμη ως κλειστός. Στην επικείμενη προεδρική εκλογή θα ψηφίσουν τα μέλη και οι φίλοι. Για να συμμετάσχουν τα μέλη στην άμεση ψηφοφορία πρέπει να έχουν καταβάλει το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 2021 την ετήσια συνδρομή του παρελθόντος έτους. Η επικαιροποίηση του οικείου μητρώου με την ένταξη όσων μελών είναι ενήμερα και οικονομικά τακτοποιημένα δεν επιβάλλεται, όπως σημειώθηκε ήδη (βλ. αμέσως παραπάνω υπό ΙV, 1), μόνο για να διακριβωθεί η συγκέντρωση του καθορισμένου αριθμού υπογραφών σε υποψηφιότητα, αποβαίνει, εντέλει, καθοριστικής σημασίας για την, κατά το καταστατικό, εξασφάλιση της έγκυρης συμμετοχής τους στην ψηφοφορία και, εντέλει, τη νομιμοποίηση του εκλεγέντος. Προς αυτήν την κατεύθυνση, οι τοπικές οργανώσεις και η Επιτροπή Μητρώου, ίσως δε αναρμοδίως ακόμη κατά χρόνον η Επιτροπή Δεοντολογίας, Εφαρμογής Καταστατικού και Πιστοποίησης, υποχρεούνται να μεριμνήσουν εγκαίρως για την επικαιροποίηση του μητρώου των μελών. Δεν πρέπει πάντως να αποκλειστεί εντελώς το ενδεχόμενο πριν από την ολοκλήρωση της ενημέρωσής του να δοθεί η δυνατότητα στα μη οικονομικά τακτοποιημένα μέλη να καταβάλουν τις οφειλόμενες συνδρομές. Αντιθέτως, η απόφαση που θα αναγνωρίζει τη δυνατότητα συμμετοχής τους στην προεδρική εκλογή -δίχως να έχουν προηγουμένως εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, ακόμη και εάν ερείδεται, εντοπισμένη θεματικά ή ευρύτερη, σε πολιτική συμφωνία των υποψηφίων- θα συνιστούσε παρέκκλιση, κατά νομική ακριβολογία παραβίαση, του καταστατικού.

Η άμεση ψηφοφορία των μελών και των φίλων πολιτικού κόμματος για την εκλογή του προέδρου του εξασφαλίζει στον εκλεκτό της πλειοψηφίας και, εντέλει, στη διαδικασία τη νομιμοποίηση και της κοινωνίας. Ωστόσο, οι εκλέκτορες που δεν ανήκουν στην κομματική βάση, δηλαδή όσοι δεν είναι μέλη και αποκαλούνται γενικόλογα φίλοι, συμμετέχουν, συνήθως, à la carte και η ψήφος τους μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Εξάλλου, η συμμετοχή τους στην ψηφοφορία αλλοιώνει το περιεχόμενο και νοθεύει το διακριτό δικαίωμα των μελών κάθε πολιτικού κόμματος να εκλέγουν τα όργανά του και, προεχόντως, το ανώτατο μονοπρόσωπο. Το Κίνημα Αλλαγής, υιοθετώντας σε γενικές γραμμές την επιλογή του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κόμματος, εξομοιώνει τα μέλη με τους φίλους, αναγνωρίζοντας καταστατικά στους τελευταίους τη δυνατότητα να ψηφίσουν στην προεδρική εκλογή (άρθρο 7 παρ. 4 του καταστατικού).

Η εγγραφή στο οικείο μητρώο είναι μεν απλή ως διαδικασία, η διατήρηση όμως της ιδιότητας του φίλου και, ιδίως, η διαπίστωση ότι παραμένει ενεργή αποδεικνύονται στην πράξη εξαιρετικά δυσχερείς. Πλησιάζοντας μάλιστα στο χρονικό σημείο εκκίνησης των διαδικασιών για την προεδρική εκλογή, ενδέχεται να παρατηρηθεί δυσανάλογη και σε απροσδιόριστο αριθμό αύξηση του αριθμού των φίλων. Ο κίνδυνος της έξωθεν παραμόρφωσης του αποτελέσματος της ψηφοφορίας ελλοχεύει απειλητικός, αφού η πρωτοβουλία δεν θα εκδηλωθεί αυθόρμητα αλλά με τη, κατά πάσα βεβαιότητα, λανθάνουσα υπόδειξη ή/και την ευθεία υποκίνηση άλλων κομματικών χώρων ή ποικιλώνυμων συμφερόντων υπέρ και σε βάρος υποψηφίων. Ο αποκλεισμός των φίλων από την εκλογική διαδικασία, δεδομένης της καταστατικής κατοχύρωσης του δικαιώματος συμμετοχής τους, δεν επιτρέπεται καταρχήν και, ιδίως, για πολιτικούς λόγους. Το μητρώο τους πρέπει όμως να είναι επικαιροποιημένο και η εγγραφή να στοιχειοθετείται με ευθεία αναφορά και απόδειξη σε πραγματικό και ενεργό ενδιαφέρον μη μελών για τα εσωκομματικά δρώμενα. Είναι, γι’ αυτό, σκόπιμο να αναζητηθούν, εγκαίρως και αρμοδίως, τρόποι για την αντικειμενική διακρίβωσή του, μη αποκλειομένης και της επιβολής οικονομικής υποχρέωσης, και να οριστεί  δήλη ημέρα ως έσχατου χρονικά σημείου για την εκδήλωση ενδιαφέροντος με την υποβολή αίτησης εγγραφής φίλου.

 

VI. Η εκλογή

Πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής, εάν οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι των δύο (2), εκλέγεται όποιος συγκεντρώσει κατά την πρώτη ψηφοφορία την απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή το πενήντα τοις εκατό (50%) συν ένα (1), των εγκύρων ψηφοδελτίων (άρθρο 28 παρ. 3 πρότ. 1 του καταστατικού). Διαφορετικά, η διαδικασία επαναλαμβάνεται μεταξύ των δύο πρώτων σε εκλογική δύναμη και επικρατεί εκείνος με τις περισσότερες ψήφους  (άρθρο 28 παρ. 3 προτ. 3 και 4 του καταστατικού). Όταν οι υποψήφιοι είναι μόνο δύο (2), διεξάγεται υποχρεωτικά μια ψηφοφορία (άρθρο 28 παρ. 4 του καταστατικού).

Οι εκλέκτορες, μέλη και φίλοι, καλούνται να επιλέξουν μεταξύ των υποψηφίων στην προεδρική εκλογή και με την ψήφο τους εκφράζουν ρητή προτίμηση σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Ενδέχεται πάντως να προκρίνουν και το λευκό, το οποίο αποτυπώνει ευθέως σαφή πολιτική βούληση. Δι’ αυτού, εκφράζεται, συνήθως συνειδητή και έγκυρη, πολιτική στάση, τούτη όμως τη φορά με τη μορφή της, συλλήβδην, αποδοκιμασίας όλων των προσφερόμενων επιλογών. Σε αντίθεση με ό,τι προβλέπεται τόσο στην εκλογική νομοθεσία όσο και στα καταστατικά της συντριπτικής πλειονότητας των πολιτικών κομμάτων, στο Κίνημα Αλλαγής τα λευκά ψηφοδέλτια υπολογίζονται στα έγκυρα (άρθρο 28 παρ. 3 πρότ. 2 του καταστατικού). Έτσι, διευρύνεται η βάση υπολογισμού του απαιτούμενου ποσοστού για την εκλογή στην πρώτη ψηφοφορία, ιδίως όταν οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι των δύο, και, βέβαια, δυσχεραίνεται η επικράτηση του μοναδικού (υποψηφίου). Δεν πρέπει, τέλος, να αποκλεισθεί εντελώς η, κατευθυνόμενη, επιλογή του λευκού για να αποτραπεί, μεθοδευμένα και σε συνδυασμό με τη συμμετοχή στην ψηφοφορία των φίλων, η εκλογή ισχυρού υποψηφίου, εάν μπορεί να εξασφαλιστεί, πολιτικά, η συσπείρωση των υπολοίπων στο πρόσωπο του αντιπάλου του κατά την επαναληπτική ψηφοφορία.

Στο καταστατικό του Κινήματος Αλλαγής δεν κατοχυρώνεται οποιοδήποτε ασυμβίβαστο με την ιδιότητα του υποψηφίου ή του εκλεγμένου προέδρου (άρθρο 36 του καταστατικού). Εάν, λοιπόν, εκδηλώσει και επισημοποιήσει το ενδιαφέρον του για τη διεκδίκηση της θέσης και, αντιστοίχως, επικρατήσει στην προεδρική εκλογή υποψήφιος που εκπροσωπεί τη χώρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν οφείλει νομικά και καταστατικά να παραιτηθεί για να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα. Μπορεί να παραμείνει στη θέση του για τον απομένοντα χρόνο της διανυόμενης θητείας. Είναι άλλο το ζήτημα της εκούσιας παραίτησής του, την οποία θα υπαγορεύσουν, καταρχήν, προσωπικοί λόγοι. Ενδέχεται πάντως να αποτελέσει ανειλημμένη πολιτική δέσμευση στο πλαίσιο σύμπτυξης συμμαχιών που θα ενισχύσουν εκλογικά την υποψηφιότητά του κατά τον πρώτο ή το δεύτερο γύρο της ψηφοφορίας. Τέτοιο σενάριο αφήνεται να διαρρέει, ακόμη διστακτικά, σε μερίδα του Τύπου με πρωταγωνιστές θητεύοντα ευρωβουλευτή και πρώην πρωθυπουργό.

 

VΙI. Η κρατική χρηματοδότηση 

Δικαιούχοι της κρατικής, τακτικής και εκλογικής, χρηματοδότησης και της οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς είναι τα αυτοτελή πολιτικά κόμματα και οι συνασπισμοί περισσότερων συνεργαζομένων (πολιτικών κομμάτων), εφόσον πληρούν τις νομοθετικά καθορισμένες προϋποθέσεις. Πρέπει, διαζευκτικά και με διαφοροποιήσεις στην κατανομή, να εκπροσωπούνται στη Βουλή ή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από έναν (1), τουλάχιστον, βουλευτή ή στις γενικές βουλευτικές εκλογές να έχουν καταρτίσει πλήρεις συνδυασμούς, τουλάχιστον, στο εβδομήντα τοις εκατό (70%) των βασικών εκλογικών περιφερειών της χώρας και να συγκεντρώνουν, τουλάχιστον, το ένα κόμμα πέντε τοις εκατό (1,5%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων της Επικράτειας· το ίδιο ποσοστό απαιτείται και στις Ευρωπαϊκές εκλογές (άρθρο 1 παρ. 1 περίπτ. στ΄ του ν. 3023/2002, όπως ισχύει). Από το διατιθέμενο, ετησίως, συνολικό ποσό μόλις το δέκα τοις εκατό (10%) είναι ακατάσχετο έναντι απαιτήσεων από τραπεζικό δανεισμό (άρθρο 1 παρ. 7 πρότ. 2 του ν. 3023/2002, όπως ισχύει). Όταν δικαιούχος είναι συνασπισμός, η κρατική χρηματοδότηση κατανέμεται αποκλειστικά μεταξύ των συνιστωσών του με τη μορφή πολιτικού κόμματος και σύμφωνα με την υπογραφείσα μεταξύ τους συμφωνία, άλλως διανέμεται ισόποσα (άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3023/2002, όπως ισχύει). Αντιθέτως, οι πολιτικές κινήσεις, ακόμη και όταν επιτρέπεται ex lege να συμπράξουν σε συνασπισμό συνεργαζομένων πολιτικών κομμάτων για τη διεκδίκηση της προτίμησης του εκλογικού σώματος, τούτο προβλέπεται ρητά στις Ευρωπαϊκές εκλογές (άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4255/2014), αποκλείονται της κατανομής, όπως έγινε δεκτό στην απόφαση 1334/2016 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Το Κίνημα Αλλαγής το απαρτίζουν τρία, ρητά κατονομαζόμενα στο καταστατικό του (άρθρο 1 παρ. 1 πρότ. 2), αυτοτελή πολιτικά κόμματα, καθώς επίσης πρωτοβουλίες και άλλες συλλογικότητες του προοδευτικού χώρου. Στις γενικές βουλευτικές και τις Ευρωπαϊκές εκλογές το καλοκαίρι του 2019 διεκδίκησε την προτίμηση του εκλογικού σώματος, με την προσθήκη της Ανανεωτικής Αριστεράς, του Προοδευτικού Κέντρου και Κινήσεων Πολιτών. Εκπληρώνοντας στο σύνολό τους τις νομοθετημένες προϋποθέσεις, ο συνασπισμός είναι δικαιούχος της ετήσιας τακτικής κρατικής χρηματοδότησης και της οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς, ενώ θα λάβει και την αναλογούσα εκλογική χρηματοδότηση στα καθορισμένα ποσοστά της πριν και μετά την επόμενη προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Προκειμένου τα ποσά της να μην κατανεμηθούν ισόποσα στις επιμέρους συνιστώσες του, δηλαδή στα πολιτικά κόμματα που συγκροτούν τον πολιτικό φορέα και την εκλογική σύμπραξη, την 7η Ιουνίου 2019, ακριβώς τέσσερις ημέρες πριν από τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη της πρόωρης προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία, θα συναφθεί μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο παραμένει και σήμερα σε ισχύ με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο.

Αν και αναμενόταν ex lege το ιδιωτικό συμφωνητικό να καθορίζει την κατανομή μεταξύ των επιμέρους συνιστωσών του συνασπισμού, η κρατική χρηματοδότηση κατανέμεται αποκλειστικά μεταξύ του Κινήματος Αλλαγής και του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος. Δηλαδή, της κομματικής συνισταμένης της πολιτικής πρωτοβουλίας και της βασικής συνιστώσας της. Από το άλλοτε κραταιό κόμμα εξουσίας προέρχεται πάντως η συντριπτική πλειονότητα των μελών της κοινοβουλευτικής του ομάδας. Το υπογραφέν συμφωνητικό δεν προβλέπει, συνεπώς αποκλείει, τη διάθεση κρατικής χρηματοδότησης στο Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, από τις τάξεις του οποίου προέρχονται δύο (2) βουλευτές. Διερωτάται, εύλογα, κανείς, ποιο είναι καταστατικό όργανό του που το αποφάσισε ή ενέκρινε, έστω και των υστέρων, τη συγκεκριμένη επιλογή. Η δυσερμήνευτη και επαχθής οικονομικά εξέλιξη δεν αποκλείεται να συνδέεται με την παρουσία του επικεφαλής του στην προεδρία του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος την περίοδο προσφυγής στον αλόγιστο τραπεζικό δανεισμό του με την εγγύηση μελλοντικών καταβολών της κρατικής χρηματοδότησης, υπολογιζομένης με αδιαφοροποίητο στο χρόνο ποσοστό εκλογικής δύναμης.

Απορίες προκαλεί, επίσης, η κατανομή της, όπως έχει συμφωνηθεί. Ο συνασπισμός λαμβάνει, ετησίως, ποσοστό μεγαλύτερο του εβδομήντα τοις εκατό (70%) του αναλογούντος ποσού της κρατικής χρηματοδότησης και το απομένον διατίθεται στη μοναδική δικαιούχο συνιστώσα του, το άλλοτε κραταιό κόμμα εξουσίας! Για να μιλήσουμε συγκεκριμένα και με αριθμούς, κατά το τρέχον ημερολογιακό έτος η συνολική κρατική χρηματοδότηση του Κινήματος Αλλαγής ανέρχεται στο ποσό του 1.121.112,58 ευρώ από τις οποίο λαμβάνει 840.834,44 ευρώ και το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα 280.278,14 ευρώ (Β΄ 939). Εξάλλου, από το συνολικό ποσό που διατίθεται στη συνιστώσα το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του εξυπηρετεί τις ανειλημμένες υποχρεώσεις σε τράπεζες και μόλις οι 28.027,81 ευρώ παραμένουν ακατάσχετες. Έτσι και με δεδομένο ότι ουσιαστικά υπολειτουργεί, αλλά η εκούσια διάλυσή του θα στιγμάτιζε πολιτικά και οριστικά όσους την αποφάσιζαν και, ιδίως, την ηγεσία του, επιβιώνει απλώς για να εξυπηρετεί τις τραπεζικές του υποχρεώσεις αποκλειστικά μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Ελλείψει άλλων πόρων, το ύψος των καταβλητέων δόσεων πρέπει να έχει συμφωνηθεί με τις τράπεζες στη βάση του διατιθέμενου με το ιδιωτικό συμφωνητικό ποσοστού και πιθανολογείται ότι θα ήταν σαφώς μεγαλύτερο, εάν ο οφειλέτης λάμβανε περισσότερα χρήματα.

 

VΙΙI. Η επιστροφή στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και τα σύμβολά του 

  1. Πριν από τέσσερις περίπου εβδομάδες μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κινήματος Αλλαγής και υπουργός σε κυβερνητικά σχήματα υπό τέσσερις διαφορετικούς πρωθυπουργούς, ο οποίος συνέστησε βραχύβιο πολιτικό φορέα το 2013 και διαγράφηκε ή αποχώρησε από το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα για να επιστρέψει σύντομα, δημοσιοποίησε πολιτική «διακήρυξη» και, ουσιαστικά, την υποψηφιότητά του για την ηγεσία του συνασπισμού. Όπως δήλωσε, οι θέσεις του τίθενται σε δημόσια διαβούλευση, προκειμένου να οριστικοποιηθούν στις αρχές του φθινοπώρου, οπότε και αναμένεται να εκκινήσουν οι διαδικασίες της προεδρικής εκλογής. Στο επίκεντρο των εξαγγελιών του έχει τοποθετήσει αφενός την πράσινη επανάσταση για τη διαμόρφωση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος του 21ου αιώνα και αφετέρου την ανάγκη να μετασχηματιστεί και να καταστεί κίνημα αλλαγής, μεταρρυθμιστική αντιπολίτευση και αύριο μεταρρυθμιστική δύναμη εξουσίας, επισημαίνοντας ότι το άλλοτε κραταιό κόμμα «δεν είναι μόνον το όνομά μας, είναι η ιστορία και η πηγή της υπερηφάνειάς μας. . .ο ήλιος είναι το σύμβολό μας». Θα απευθύνει, τέλος, κάλεσμα σε όλες τις δυνάμεις που πλαισίωσαν την Ελιά, τη Δημοκρατική Παράταξη, τη Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Κίνημα Αλλαγής, δηλαδή όσες συνέπραξαν στις κατά καιρούς πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση «νέων» φορέων στο χώρο της κεντροαριστεράς, «να παλέψουμε για το μέλλον της Ελλάδας και του κόμματός μας».Η φύση της «διακήρυξης» και ο, δι’ αυτής, επιδιωκόμενος σκοπός δικαιολογούν, αν δεν επιβάλλουν μάλιστα, να τη διακρίνει η γενικόλογη διατύπωση. Οι όποιες ερμηνευτικές προσεγγίσεις του περιεχομένου της φαίνεται να συγκλίνουν πάντως σε έναν, εν πολλοίς, κοινό τόπο. Ομολογημένη πρόθεση της δηλούμενης, όχι ακόμη επίσημης, υποψηφιότητάς του για τη θέση του επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής που συνοδεύει τη δημοσιοποίησή της είναι ό,τι έχει, κατά καιρούς, επικρατήσει, ενδεχομένως απλουστευτικά, ως επιστροφή στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και τα σύμβολά του. Έτσι, η νίκη του βουλευτή και πρώην υπουργού στην ψηφοφορία της προεδρικής εκλογής θα δρομολογήσει τις εξελίξεις προς αυτήν την κατεύθυνση. Επειδή όμως η πορεία δεν έχει ακόμη χαραχθεί με ακρίβεια, ορισμένα σημεία της θα αφεθούν να καθορισθούν όχι μόνον από το αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης, αλλά και από τις συμμαχίες που θα διαμορφωθούν, από τις δεσμεύσεις που θα αναληφθούν και, εντέλει, από το συσχετισμό των δυνάμεων που θα καταγραφεί στην άμεση ψηφοφορία. Πρόκειται για τους αγνώστους μιας, κατά βάση, ελκυστικής επικοινωνιακά πολιτικής εξαγγελίας, η πραγμάτωση της οποίας συνέχεται ευθέως με το ήδη γνωστό και, πιθανότατα, αδιαφοροποίητο έως τότε νομικό περιβάλλον, δηλαδή τις σχετικές διατάξεις του καταστατικού του συνασπισμού και της ισχύουσας νομοθεσίας,  περικλείει δε ένα λογικό παράδοξο. Ο βουλευτής και πρώην υπουργός διεκδικεί τη θέση του επικεφαλής ενός κομματικού φορέα και με την κατάληψή της θα κληθεί, σύμφωνα με όσα έχει εξαγγείλει, να τον οδηγήσει στη διάλυση ή στον πολιτικό μαρασμό!
  1. Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα αποτελεί τη μία και πάντως τη βασική συνιστώσα του Κινήματος Αλλαγής από τις τρεις συνολικά με τη μορφή του πολιτικού κόμματος. Όπως δηλώνεται στο προοίμιο της μεταβατικής διάταξης του καταστατικού του άλλοτε κραταιού κόμματος εξουσίας και υπό τον τίτλο του συνασπισμού(!) (άρθρο 56), ο συγχρονισμός της πολιτικής τους λειτουργίας επιτρέπει στα μέλη και τα στελέχη του να δραστηριοποιούνται στις ενιαίες οργανώσεις του νέου φορέα και να εκλέγονται στα όργανά του (παρ. 2 περίπτ. β΄), ενώ πρόεδρός του είναι για το σύνολο της θητείας του ο εκλεγμένος επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής, εφόσον διαθέτει και διατηρεί την ιδιότητα του μέλους του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος [παρ. 2 περίπτ. γ (ι)]. Και μπορεί η διάταξη να μην έχει ενσωματωθεί στο κείμενο του κωδικοποιημένου καταστατικού του και ως μεταβατική να θεωρείται, μάλλον, μιας χρήσεως, πιθανολογείται όμως σφόδρα ότι θα καταλάβει και το αποτέλεσμα της επικείμενης προεδρικής εκλογής. Τούτο φαίνεται, καταρχήν, να το αποδέχεται ο βουλευτής και πρώην υπουργός, άλλως θα απέφευγε στη «διακήρυξή» του να αναφερθεί στη διαμόρφωση, μέσω της πράσινης επανάστασης, του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος του 21ου αιώνα και στο μετασχηματισμό του. Επισημαίνεται πάντως ότι η τετραετής θητεία του επικεφαλής του συμπληρώνεται σε διαφορετική χρονική στιγμή και θα χρειαστεί, εάν δεν επιβληθεί κιόλας, να διακοπεί πρόωρα, δίχως να μπορεί να αποκλειστούν και άλλες πολιτικές εκπλήξεις.Ως βασική συνιστώσα του από την ίδρυση του νέου φορέα, το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα συνεχίζει, καταρχήν, να υφίσταται τυπικά. Ωστόσο, στο εσωτερικό του και παρά την καταστατική αναφορά σε όργανα φαίνεται, τουλάχιστον, να υπολειτουργεί, ενώ η δράση του στην κοινωνία και την Πολιτεία, όπως συνάγεται από τα δημοσιεύματα στον Τύπο, προκύπτει εξαιρετικά σπάνια. Η εξαγγελία της επιστροφής στο πολιτικό κόμμα και τα σύμβολά του εμπεριέχει, αναντίλεκτα, τη μετατροπή του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος από συνιστώσα του συνασπισμού σε διακριτό κομματικό φορέα, ο οποίος θα επιχειρήσει αυτόνομη πολιτική και εκλογική παρουσία ή, εναλλακτικά, θα προσφέρει το χώρο υποδοχής και θα αποτελέσει το όχημα ευρύτερων ιδεολογικών συνεργασιών, διατηρώντας ίσως εμπλουτιζόμενα τα γνωστά στοιχεία της ταυτότητάς του. Υπό την παραδοχή ότι ο επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής και του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος θα είναι τελικά το ίδιο πρόσωπο, η διακηρυχθείσα επιστροφή, καταρχήν, ενισχύεται πολιτικά και διευκολύνεται διαδικαστικά.Παραμένει όμως ο αστάθμητος παράγοντας του χρόνου διεξαγωγής των επόμενων γενικών βουλευτικών εκλογών με το αναλογικό εκλογικό σύστημα και της πιθανολογούμενης ως επικρατέστερης νέας, αργά ή γρήγορα, προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία λόγω της αδυναμίας ανάδειξης βιώσιμου κυβερνητικού σχήματος. Εάν η προκήρυξή τους δεν αργήσει και πάντως βρει σε εξέλιξη τη διαδικασία, η προεδρική εκλογή στο Κίνημα Αλλαγής δεν θα είναι, αντικειμενικά, δυνατό να ολοκληρωθεί. Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό, κατά μείζονα μάλιστα λόγο, και για τα επέκεινα αυτής, δηλαδή όσα σχετίζονται με την επιστροφή στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και το πρόσωπο του νέου επικεφαλής του. Και στις δύο περιπτώσεις, την προτίμηση του εκλογικού σώματος θα διεκδικήσει ο συνασπισμός, δίχως οποιαδήποτε μεταβολή στην ηγεσία του και, βέβαια, στους γνωστούς σήμερα όρους για την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης. Δεν αποκλείεται πάντως η προεδρική εκλογή και η επιστροφή στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα να λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια της τρέχουσας βουλευτικής περιόδου. Η πραγμάτωση της πολιτικής εξαγγελίας θα προκαλέσει, σύμφωνα με την αντικειμενική εξέλιξη των πραγμάτων, την αποχώρηση του άλλοτε κραταιού κόμματος εξουσίας από το Κίνημα Αλλαγής. Η σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο της ιδιότητας του επικεφαλής των δύο φορέων επιτρέπει, καταρχήν, την εκτίμηση ότι θα διευκολυνθεί η σύναψη νέας συμφωνίας και με τις λοιπές, τις απομένουσες, συνιστώσες του. Άλλως, θα δεσμεύει εκείνη της 7ης Ιουνίου 2019 και η μερίδα του λέοντος θα εξακολουθήσει να διατίθεται στον «ακρωτηριασμένο» συνασπισμό. Ενδέχεται, τέλος, να εγερθούν αξιώσεις και από όσους δεν περιλαμβάνονται σήμερα μεταξύ των δικαιούχων της, πρωτίστως το Κίνημα Δημοκρατών Σοσιαλιστών, και, μοιραία, η κρατική χρηματοδότηση για όσα χρόνο διατίθεται με βάση τις εκλογικές επιδόσεις του 2019 να κατανέμεται σε περισσότερα μερίδια.Εάν η επιστροφή στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα ολοκληρωθεί πριν από τις επόμενες γενικές βουλευτικές εκλογές, την προτίμηση του εκλογικού σώματος θα τη διεκδικήσει αυτοτελώς ή σε συνασπισμό περισσότερων συνεργαζόμενων πολιτικών κομμάτων. Η απήχησή του στις τάξεις του εκλογικού σώματος θα καθορίσει το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης. Το ποσό που θα του διατεθεί αναμένεται σαφώς μεγαλύτερο εκείνου που σήμερα λαμβάνει. Πρόκειται όμως για εξέλιξη που, όπως πιθανολογείται σφόδρα, θα «ανοίξει την όρεξη» των τραπεζών-πιστωτών. Θα ζητήσουν, κατά πάσα βεβαιότητα, ανάλογη αύξηση των δόσεων για την αποπληρωμή των δανείων. Και μπορεί το ακατάσχετο μέρος της να είναι τότε και σε απόλυτους αριθμούς μεγαλύτερο, οι απομένοντες πόροι από τον κρατικό προϋπολογισμό θα περιοριστούν. Η κατάληξη για ένα πολιτικό κόμμα που φιλοδοξεί να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία θα αποδειχθεί εξαιρετικά επαχθής με όλες τις παρεπόμενες δυσμενείς συνέπειες για τη λειτουργία και τη δράση του στο μετεκλογικό πολιτικό περιβάλλον, εντέλει δε τη συνέχιση της παρουσίας του στην πολιτική ζωή. Μοιραία, η πράσινη επανάσταση θα τερματιστεί αναίμακτα, πριν ουσιαστικά ξεκινήσει. . . .

 

ΙX. Συμπεράσματα

Αν και το Κίνημα Αλλαγής ορίζεται στο καταστατικό του ως πολυκομματικός πολιτικός φορέας, είναι, κατά νομική ακριβολογία, συνασπισμός. Τον απαρτίζουν πολιτικά κόμματα, με βασική συνιστώσα το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, πρωτοβουλίες και συλλογικότητες του προοδευτικού χώρου. Η ίδρυσή του σηματοδότησε την τελευταία χρονικά σχετική πρωτοβουλία στο χώρο της κεντροαριστεράς. Ο επικεφαλής του εκλέχθηκε πριν ακόμη συσταθεί νομίμως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 του ν. 3023/2002, και στην άμεση ψηφοφορία των δύο γύρων συμμετείχε ελεύθερα, όποιος το επιθυμούσε. Διεκδίκησε την προτίμηση του εκλογικού σώματος στις εθνικές και τις Ευρωπαϊκές εκλογές του 2019, εξασφαλίζοντας  εκπροσώπηση και στα δύο αντιπροσωπευτικά σώματα. Είναι, επίσης, δικαιούχος της κρατικής, τακτικής και εκλογικής, χρηματοδότησης, η οποία κατανέμεται, όπως συμφωνήθηκε την 7η Ιουνίου 2019, μεταξύ του συνασπισμού και της βασικής συνιστώσας του σε αναλογία τρία (3) προς ένα (1).

Η τετραετής θητεία της πρώτης προέδρου του Κινήματος Αλλαγής συμπληρώνεται τον ερχόμενο Νοέμβριο. Η εκκίνηση της διαδικασίας για την ανανέωση της εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της ή την εκλογή του διαδόχου της πρόκειται, μάλλον,  να εκκινήσει το φθινόπωρο και αναμένεται να ολοκληρωθεί εντός του τρέχοντος έτους ή, έστω, τις πρώτες εβδομάδες του επόμενου. Αν και δεν έχουν ακόμη κατατεθεί υποψηφιότητες, πιθανολογείται ότι θα είναι, τουλάχιστον, τρεις οι διεκδικητές της θέσης του επικεφαλής και, γι’ αυτό, η προεδρική εκλογή εκτιμάται ότι θα εξελιχθεί σε δύο ψηφοφορίες. Όποιος επικρατήσει, δεν θα προεδρεύει όμως απλώς του συνασπισμού, θα είναι ταυτόχρονα, όπως ορίζεται σε μεταβατική διάταξη στο καταστατικό του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, και ο πρόεδρός του, εάν είναι μέλος του!

Η κατοχή της βουλευτικής ιδιότητας δεν αποτελεί θετικό προσόν ούτε, υπό αρνητική διατύπωση, κώλυμα κομματικής εκλογιμότητας. Υποψήφιος στην προεδρική εκλογή μπορεί να είναι κάθε μέλος του Κινήματος Αλλαγής, αρκεί να έχει εξασφαλίσει την υπογραφή του καθορισμένου καταστατικά είτε ποσοστού των μελών της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής είτε αριθμού μελών του συνασπισμού. Για τους τελευταίους το οικείο μητρώο πρέπει να επικαιροποιηθεί, πριν από την εκκίνηση της εκλογικής διαδικασίας, και να περιλαμβάνει μόνον όσους είναι ενήμεροι και οικονομικά  τακτοποιημένοι. Εάν,  λοιπόν, έχουν καταβάλει, εγκαίρως, την ετήσια συνδρομή τους,  νομιμοποιούνται να υπογράψουν υποψηφιότητα. Άλλως, η καταστατική απαίτηση της συγκέντρωσης ελάχιστου αριθμού υπογραφών για την υποβολή της θα αποδειχθεί στην πράξη γράμμα κενό.

Μόνον τα μέλη του Κινήματος Αλλαγής που έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, συμμετέχουν στην άμεση ψηφοφορία για την εκλογή προέδρου. Το ίδιο δικαίωμα αναγνωρίζεται καταστατικά και στους φίλους, δηλαδή σε εκείνους που δεν διαθέτουν μεν κομματικό δεσμό, δηλώνουν όμως την επιθυμία τους να ενημερώνονται για τις εξελίξεις ή τις δράσεις του. Η απόκτηση της ιδιότητας είναι απλή, η διακρίβωσή της αποβαίνει όμως στην πράξη εξαιρετικά δυσχερής. Εάν αποδειχθεί κατά τρόπο αντικειμενικό το ενεργό ενδιαφέρον τους, μπορούν, επειδή τούτο αναγνωρίζεται καταστατικά, να εγγραφούν στο οικείο μητρώο και να συμπράξουν, ισότιμα με τα μέλη, στην ύψιστη εσωκομματική διαδικασία. Ωστόσο,  πρόκειται για επιλογή που συνιστά ουσιώδη παρέκκλιση, ενδεχομένως και ευθεία παραβίαση, βασικής έκφανσης του δικαιώματος πολιτικής συσσωμάτωσης, του οποίου είναι φορείς, προεχόντως αν όχι αποκλειστικά, τα μέλη του πολιτικού κόμματος. Και τούτο, επειδή οι φίλοι με την ψήφο τους μπορεί να αλλοιώσουν και πάντως να νοθεύσουν τη βούληση των μελών και, εντέλει, τη γνησιότητα του εκλογικού αποτελέσματος.

Εντελώς πρόσφατα βουλευτής του Κινήματος Αλλαγής και πρώην υπουργός έδωσε στη δημοσιότητα πολιτική «διακήρυξη» με τις θέσεις του και ανακοίνωσε στην ουσία την υποψηφιότητά του για τη διεκδίκηση της προεδρικής εκλογής. Στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας του βρίσκεται η πρόταση επιστροφής στο Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και τα σύμβολά του, δηλωμένος δε στόχος του να μετασχηματιστεί σε μεταρρυθμιστική δύναμη εξουσίας. Η επικράτησή του θα επιφέρει την αποχώρηση του άλλοτε κραταιού κόμματος εξουσίας από το συνασπισμό και τη χάραξη αυτόνομης πορείας ή θα προσφερθεί ως όχημα για τη φιλοξενία άλλων πολιτικών δυνάμεων της κεντροαριστεράς και, εν γένει, του προοδευτικού χώρου. Δεδομένου ότι ο επικεφαλής του Κινήματος Αλλαγής θα είναι και ο νέος πρόεδρος του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, η υποψηφιότητα περικλείει ένα λογικό παράδοξο. Ο ενδιαφερόμενος διεκδικεί την προεδρία ενός κομματικού φορέα, αλλά με την κατάληψή της θα κληθεί, σύμφωνα με όσα έχει εξαγγείλει, να τον οδηγήσει στη διάλυση ή στον πολιτικό μαρασμό!

* Η επεξεργασία του άρθρου ολοκληρώθηκε την 8η Ιουλίου 2021.

Ψηφιακές πλατφόρµες και έλεγχος των περιεχοµένων της πληροφόρησης online

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ
  1. Το σύστηµα πληροφόρησης στην εποχή του Web 2.0 και ο ρόλος των ψηφιακών πλατφορµών

[1]Οι µεγάλες ψηφιακές πλατφόρµες, όπως η Google στον τοµέα των µηχανών αναζήτησης και το Facebook, το Twitter, το Instagram και το You Tube στον τοµέα των µέσων κοινωνικής δικτύωσης, αποτελούν τους πρωταγωνιστές του λεγόµενου δυναµικού Internet ή Web 2.0, η έλευση του οποίου γύρω στα µέσα της δεκαετίας του 2000 άλλαξε ριζικά το σύστηµα πληροφόρησης, την αρχιτεκτονική του, τους παράγοντές του, την ίδια την έννοια της δηµοσιογραφικής πληροφόρησης.

Όπως παρατηρεί ο Giovanni Pitruzzella, στο νέο αυτό περιβάλλον έχει συντελεσθεί η µέγιστη αποκέντρωση της ενεργητικής ελευθερίας της πληροφόρησης, η µέγιστη πραγµάτωση της ελευθερίας αναζήτησης και λήψης πληροφοριών, και η µέγιστη συγκέντρωση επιρροής στην κοινή γνώµη.

Φορείς της ενεργητικής ελευθερίας της πληροφόρησης δεν είναι πλέον µόνο οι επαγγελµατίες δηµοσιογράφοι που εργάζονται στα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης (εφηµερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση) συµπεριλαµβανοµένων και των διαδικτυακών τους µορφών καθώς και όλοι όσοι µπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτά για τη διάδοση των στοχασµών τους, αλλά δυνητικά όλοι οι χρήστες του Internet. Αρκεί η σύνδεση στο Internet, µε οποιονδήποτε τρόπο και η εγγραφή σε κάποιο µέσο κοινωνικής δικτύωσης ή η δηµιουργία µιας ιστοσελίδας ή ενός blog, για να γίνει κάθε χρήστης του Internet ένας δυνητικός δηµοσιογράφος, ο οποίος µπορεί να παράγει, να αναπαράγει και να συµµερίζεται πληροφορίες, ιδέες, σχόλια, µηνύµατα, βίντεο, φωτογραφίες, έχοντας τη δυνατότητα να απευθυνθεί, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ψηφιακές πλατφόρµες, σε ένα πολύ µεγάλο κοινό. Ταυτόχρονα, λόγω του πολλαπλασιασµού των δηµιουργών πληροφόρησης, οι οποίοι συµπίπτουν δυνητικά µε όλους τους χρήστες του Internet, και της διεύρυνσης των δυνατοτήτων απόκτησης και εµβάθυνσης γνώσεων µέσω του Internet µε τη χρήση των µηχανών αναζήτησης και των µέσων κοινωνικής δικτύωσης, έχουν αυξηθεί εντυπωσιακά οι ευκαιρίες και οι επιλογές των πολιτών κατά την άσκηση της ελευθερίας αναζήτησης και λήψης πληροφοριών.

Από την άλλη πλευρά, παρά τον φαινοµενικά πολυκεντρικό χαρακτήρα του νέου πληροφοριακού συστήµατος, υπάρχει µεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια πολύ λίγων, δηλαδή στις ψηφιακές πλατφόρµες Over the Top, οι οποίες έχουν την ικανότητα, δια µέσου των αλγορίθµων τους που επεξεργάζονται τα προσωπικά δεδοµένα των χρηστών τους, να επιλέγουν τις πληροφορίες που προτείνουν σε αυτούς, λαµβάνοντας υπόψη τις συνειδητές ή υποσυνείδητες προτιµήσεις, επιθυµίες, διαθέσεις ή προκαταλήψεις τους. Τη δυνατότητα αυτή την αξιοποιούν στη διαφηµιστική αγορά, προσελκύοντας διαφηµιστικά µηνύµατα από τα οποία αποκοµίζουν τεράστια κέρδη. Αποτελεί στοιχείο της κοινής πείρας ότι όποιος σήµερα θέλει να βρει πληροφορίες για οποιοδήποτε θέµα, το πιθανότερο είναι να τις αναζητήσει στη Google ή στο Facebook, τροφοδοτώντας διαρκώς τις ψηφιακές πλατφόρµες µε νέα δεδοµένα από τα οποία αυτές παράγουν άλλα δεδοµένα, ολοένα και πιο προσωποποιηµένα. Αυτό µπορεί να εξυπηρετεί τους χρήστες των ψηφιακών πλατφορµών, αφού µειώνει το χρονικό ή άλλο κόστος της αναζήτησης των πληροφοριών που τους ενδιαφέρουν, ταυτόχρονα όµως τους κλείνει σε έναν κόσµο αδιαπέραστο από άλλες πληροφορίες και απόψεις. Ο ρόλος των αλγορίθµων στον περιορισµό του πληροφοριακού πλουραλισµού και, εν τέλει, στον προσανατολισµό του τρόπου σκέψης των χρηστών των ψηφιακών πλατφορµών, δεν θα ήταν τόσο σηµαντικός, αν δεν υπήρχε παράλληλα σε εξέλιξη µια δραµατική ανατροπή στην ιεραρχία των πηγών πληροφόρησης. Το Internet τείνει πλέον να καταστεί η κύρια πηγή πληροφόρησης, ιδίως των νέων γενεών, σε βάρος των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, µε πιο µεγάλο θύµα τον έντυπο τύπο, ο ρόλος του οποίου στο σύστηµα πληροφόρησης περιθωριοποιείται ολοένα και περισσότερο.

  1. Ψηφιακές πλατφόρµες, µισαλλόδοξος λόγος και παραπληροφόρηση online

Παράλληλα µε την εξέλιξη του Internet γιγαντώθηκε ταυτόχρονα και ο µισαλλόδοξος λόγος online. Στο περιβάλλον του Web 2.0 χαρακτηριστικό γνώρισµα του οποίου είναι η δυνατότητα επικοινωνίας «πολλών προς πολλούς», πολλαπλασιάστηκαν τα υποκείµενα του µισαλλόδοξου λόγου, τα αντικείµενά του, και οι αµοιβαίες επαφές µεταξύ αυτών που συνοµαδώνονται µε βάση τα περιεχόµενά του. Η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση του ανώνυµου λόγου στο Internet, αποτέλεσε έναν βασικό παράγοντα για την ανεξέλεγκτη εξάπλωση του φαινοµένου αυτού, µε όχηµα κυρίως τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης που διευκολύνουν τη δηµιουργία και τη δράση οµάδων µίσους (ρατσιστικού, πολιτικού, θρησκευτικού, κ.λπ.) online. Το καινούργιο στοιχείο σε σχέση µε τον µισαλλόδοξο λόγο offline είναι οι εξατοµικευµένες λεκτικές επιθέσεις, µε πιο χαρακτηριστική έκφραση το οργανωµένο trolling εναντίον συγκεκριµένων προσώπων-στόχων.

Επί πλέον, η αλληλοεπικάλυψη της ελευθερίας της δηµοσιογραφικής πληροφόρησης µε την ελευθερία της έκφρασης online, στοιχείο που αποτελεί επίσης ένα χαρακτηριστικό γνώρισµα του Web 2.0 οδήγησε στη µαζική παραγωγή και διάδοση fake news δηλαδή ψευδών ή παραποιηµένων ειδήσεων. Είναι µάλιστα χαρακτηριστικό ότι το φαινόµενο των fake news, που υπήρχε και πάντοτε θα υπάρχει, αν και όχι σε τόσο µεγάλη έκταση, και στα παραδοσιακά µέσα µαζικής ενηµέρωσης, έγινε συνώνυµο µε την παραπληροφόρηση online. Η εξάπλωση του φαινοµένου αυτού κατά τη δεκαετία του 2010 οφείλεται όµως και σε µια ιστορική συγκυρία. Κατά την περίοδο αυτήν, αναδύθηκε σε παγκόσµια κλίµακα το φαινόµενο του νεολαϊκισµού, το οποίο εύστοχα χαρακτηρίστηκε από τον Marco Revelli ως λαϊκισµός 2.0 λόγω ακριβώς της συµβιωτικής του σχέσης µε το Web 2.0. Η πολιτική παραπληροφόρησης online αναδείχθηκε σε βασικό εργαλείο της επικοινωνιακής στρατηγικής των νεολαϊκιστικών κοµµάτων και των αρχηγών τους, και βρήκε την κορύφωση της στα δύο µεγάλα πολιτικά γεγονότα του 2016, στο δηµοψήφισµα για το Brexit και στην εκλογή του Ντόναλντ Τραµπ στο αξίωµα του προέδρου των ΗΠΑ. Μάλιστα στην παραγωγή και διάδοση fake news προπαγανδιστικού περιεχοµένου υπέρ του Brexit και του Ντόναλντ Τραµπ, φαίνεται ότι αναµίχθηκαν και ξένα Κράτη µε τη στρατολόγηση trolls επ’ αµοιβή και τη δηµιουργία ψεύτικων ή αυτοµατοποιηµένων λογαριασµών (fake accounts και bot accounts).

  1. Το νοµικό καθεστώς των ψηφιακών πλατφορµών

Οι ψηφιακές πλατφόρµες, όπως έχουν σήµερα εξελιχθεί, δεν είναι µόνο «πλατφόρµες», δηλαδή ουδέτερες τεχνικές υποδοµές που διευκολύνουν απλώς τη διακίνηση των περιεχοµένων που παράγουν οι χρήστες τους, αλλά νέα µέσα µαζικής ενηµέρωσης που συµπληρώνουν ή υποκαθιστούν τη δραστηριότητα του τύπου και της ραδιοτηλεόρασης, και λειτουργούν, όπως ακριβώς και τα παραδοσιακά µέσα µαζικής ενηµέρωσης, ως gatekeepers της πληροφόρησης που απευθύνεται στο µαζικό κοινό. Πράγµατι, οι ιστοσελίδες που εµφανίζονται στην πρώτη ή τη δεύτερη σελίδα των αποτελεσµάτων έρευνας της Google –κατά κανόνα εκεί εξαντλείται η αναζήτηση των χρηστών– αποτελούν προϊόν µιας αλγοριθµικής επιλογής που τελικά δεν διαφέρει ουσιωδώς από τον παραδοσιακό «εκδοτικό έλεγχο». Το ίδιο ισχύει και για τον αλγόριθµο του Facebook ο οποίος επιλέγει τα περιεχόµενα που εµφανίζονται στο newsfeed των χρηστών του. Ειδικότερα, όµως, το Facebook και τα άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν συγχρόνως και µέσα διάδοσης και αναπαραγωγής πληροφοριών (αληθών ή ψευδών) και ιδεών που απευθύνονται σε ένα κοινό πολύ µεγαλύτερο από εκείνο των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης. Ό,τι ισχύει για τα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης, όσον αφορά τις ευθύνες και τα καθήκοντά τους για τα περιεχόµενά τους, και για τα δικαιώµατα των αναγνωστών, των ακροατών και των τηλεθεατών απέναντι σε αυτά, ιδίως –αλλά όχι µόνο– για το δικαίωµα τους στη µη παραπληροφόρηση, το οποίο ισχύει αδιακρίτως έναντι όλων των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, θα πρέπει να ισχύει κατά µείζονα λόγο και για τις ψηφιακές πλατφόρµες, οι οποίες τείνουν σήµερα να κυριαρχήσουν στο σύστηµα πληροφόρησης.

Η έννοια της ελευθερίας της πληροφόρησης, όπως την έχει επεξεργασθεί µε αφετηρία το άρθρο 10 § 1 ΕΣΔΑ σε συνδυασµό µε εθνικές συνταγµατικές ρυθµίσεις (βλ. π.χ. άρθρο 5 § 1 GG, άρθρο 20 § 1 (δ) του ισπανικού Συντάγµατος· βλ. και πιο πρόσφατα το άρθρο 5Α §1 του ελληνικού Συντάγµατος), η ευρωπαϊκή συνταγµατική θεωρία, αναδεικνύοντας τόσο την ενεργητική της πλευρά που αναφέρεται στην ελευθερία των µέσων µαζικής ενηµέρωσης εν γένει (πρβλ. και το άρθρο 11 § 2 του ΧΘΔΕΕ), όσο και ιδίως την παθητική της πλευρά που αναφέρεται στα δικαιώµατα των αποδεκτών της πληροφόρησης, µπορεί να αποτελέσει το πλαίσιο αναφοράς και για τις ψηφιακές πλατφόρµες. Μάλιστα, όσον αφορά τη ρύθµιση των περιεχοµένων που διακινούνται από τις ψηφιακές πλατφόρµες, το συγγενέστερο πρότυπο είναι η ρύθµιση της ραδιοτηλεοπτικής πληροφόρησης (κατά το παράδειγµα του άρθρου 15 § 2 του ελληνικού Συντάγµατος που θεσπίζει αυξηµένους περιορισµούς στην ελευθερία της ραδιοτηλεοπτικής πληροφόρησης σε σχέση µε την πληροφόρηση δια του τύπου), λόγω της δύναµης επιρροής των ψηφιακών πλατφορµών στην κοινή γνώµη και της ευρύτερης και διαρκέστερης απήχησης των προσβολών που µπορούν να προκαλέσουν οι δηµοσιεύσεις των χρηστών τους στα δικαιώµατα εκείνων τους οποίους αφορούν. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Editorial Board of Pravoye and Shtekel v. Ukraine (5.5.2011), στην οποία το Δικαστήριο επισήµανε ότι το πρότυπο της ελευθερίας του τύπου δεν µπορεί να εφαρµοστεί στο Internet επειδή «The risk of harm posed by content and communications on the Internet to the exercise and enjoyment of human rights and freedoms, particularly the right to respect for private life, is certainly higher than that posed by the press. Therefore, the policies governing reproduction of material from the printed media and the Internet may differ. The latter undeniably have to be adjusted according to the technology’s specific features in order to secure the protection and promotion of the rights and freedom concerned (§ 63)».

Προς το παρόν, όµως, η ισχύουσα νοµοθεσία τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαχωρίζει τη διαχειριστική λειτουργία των ψηφιακών πλατφορµών από τα περιεχόµενα που διακινούνται µέσω αυτών, αγνοώντας τον ολοένα λιγότερο ουδέτερο και παθητικό τους ρόλο. Η νοµοθεσία αυτή προέρχεται από την εποχή του Web 1.0 δηλαδή όταν δεν υπήρχαν οι µηχανές αναζήτησης µε τη σηµερινή τους µορφή και δεν είχαν ακόµη εµφανισθεί τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το βασικό πρότυπο εξακολουθεί να είναι το άρθρο 230 της Communications Decency Act των ΗΠΑ (1995), που ορίζει ότι «No provider or user of an interactive computer service shall be treated as the publisher or speaker of any information provided by another information content provider». Αυτές είναι οι περίφηµες 26 λέξεις που δηµιούργησαν έναν «ασφαλή λιµένα» για τις ψηφιακές πλατφόρµες, απαλλάσσοντάς τες από την ευθύνη για τα περιεχόµενα που παράγουν οι χρήστες τους και αφήνοντας στην απόλυτη διακριτική τους ευχέρεια την παρεµπόδιση ή τη µη παρεµπόδιση της δηµοσίευσής τους.

Μάλιστα, ακόµη και εάν ο θιγόµενος τρίτος από παράνοµο περιεχόµενο που αναρτούν οι χρήστες του παρόχου, απαιτεί την απόσυρσή του, ο τελευταίος, κατά την επικρατήσασα ερµηνεία του άρθρου 230, δεν έχει νοµική υποχρέωση προς άρση. Θεωρητικά, η απαλλαγή του παρόχου από κάθε ευθύνη για τις δηµοσιεύσεις των χρηστών του, αποτελούσε εγγύηση για τη µέγιστη δυνατή διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιδεών και των πληροφοριών στο Internet. Στην πράξη, η δυνατότητα των παρόχων να διαχειρίζονται ελεύθερα τα περιεχόµενα που φιλοξενούσαν, µε βάση τους δικούς τους κανόνες στους οποίους προσχωρούσαν οι χρήστες τους, οδήγησε σταδιακά σε µεγαλύτερο περιορισµό της ελευθερίας της έκφρασης και πληροφόρησης στο Internet, αφού τα νεοεµφανισθέντα µέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη δεκαετία του 2000 άρχισαν να θεσπίζουν ολοένα και πιο αυστηρές policies για τις δηµοσιεύσεις των χρηστών τους.

Απαλλαγή των παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών από την ευθύνη για τα φιλοξενούµενα παράνοµα περιεχόµενα, αλλά υπό προϋποθέσεις, θεσπίζει η Ευρωπαϊκή Οδηγία του 2000 για το ηλεκτρονικό εµπόριο. Η Οδηγία αυτή εισήγαγε την έννοια των «µεσαζόντων παροχής υπηρεσιών», καλύτερα των ενδιαµέσων παρόχων, στην οποία εντάσσονται και οι ψηφιακές πλατφόρµες, ειδικότερα ως πάροχοι προσωρινής ή κρυφής µνήµης (cache providers), όπως η Google και οι άλλες µηχανές αναζήτησης, ή ως πάροχοι φιλοξενίας (host providers), όπως το Facebook και τα άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύµφωνα µε την Οδηγία, οι ενδιάµεσοι πάροχοι δεν έχουν γενική υποχρέωση ελέγχου των περιεχοµένων που αποθηκεύουν ή φιλοξενούν και για τον λόγο αυτόν δεν ευθύνονται κατ’ αρχήν για το τυχόν παράνοµο περιεχόµενό τους. Όµως, οι πάροχοι κρυφής µνήµης υποχρεούνται σε απόσυρση περιεχοµένων εάν διαταχθούν προς τούτο από µια δικαστική ή διοικητική αρχή (άρθρο 13 § 1 περ. ε΄), ενώ µετά την απόφαση Google Spain του ΕΔΔΑ υποχρεούνται να υιοθετήσουν ένα σύστηµα «ειδοποίησης και απόσυρσης» (notice and take down), ειδικότερα στην περίπτωση αυτήν ένα σύστηµα «ειδοποίησης και απο-ευρετηρίασης (notice and delist), ώστε να επιλαµβάνονται των αιτηµάτων των θιγοµένων προσώπων και να αποσύρουν τις πληροφορίες που αφορούν τα πρόσωπα αυτά εάν κρίνουν βάσιµο το αίτηµά τους (βλ. και παρακάτω όπου γίνεται ειδική αναφορά στη Google Spain). Για τους παρόχους φιλοξενίας ισχύει επίσης η κατ’ αρχήν απαλλαγή από την ευθύνη για τα περιεχόµενα που παράγουν ή δια­δίδουν ή συµµερίζονται οι χρήστες τους, εκτός εάν έχει διαταχθεί η απόσυρσή τους µε απόφαση των αρµοδίων δικαστικών ή διοικητικών αρχών, η εξαίρεση, όµως, αυτή επεκτείνεται και στην περίπτωση κατά την οποία οι εν λόγω πάροχοι έχουν πληροφορηθεί µε οποιονδήποτε τρόπο την εισαγωγή παράνοµων περιεχοµένων στην πλατφόρµα τους, οπότε υποχρεούνται να αποσύρουν ταχέως τα περιεχόµενα αυτά (άρθρο 14 § 1 περ. β΄). Η σχετική πληροφόρηση µπορεί να προέλθει και από τον θιγόµενο τρίτο και προκειµένου να αποφευχθούν δικαστικές διαµάχες και να οµογενοποιηθεί η διαδικασία εξέτασης των αιτηµάτων προς απόσυρση, οι πάροχοι φιλοξενίας δηλαδή πρακτικά τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν οργανώσει στο πλαίσιο της αυτορρύθµισής τους ένα «ιδιωτικό» σύστηµα notice and take down, το οποίο δεν προβλέπεται ρητά στο άρθρο 14 της Οδηγίας, αλλά επιτρέπεται και µάλιστα ενθαρρύνεται από αυτό, µε σκοπό κυρίως την έγκαιρη απόσυρση των παράνοµων περιεχοµένων (πρβλ. το άρθρο 16 για την κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας).

Ο γερµανικός νόµος για την καταπολέµηση της ρητορικής µίσους και των fake news στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο λεγόµενος NetzDG (2017), αξιοποιώντας και υπερακοντίζοντας ίσως τις πρόνοιες της Οδηγίας, καθιέρωσε ένα µικτό «δηµόσιο-ιδιωτικό» σύστηµα notice and take down για τα αξιόποινα περιεχόµενα που φιλοξενούνται στα µεγάλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, το οποίο χαρακτηρίζεται από την επιβολή αυξηµένων υποχρεώσεων στους διαχειριστές τους όσον αφορά τη διαχείριση και την έγκαιρη εξέταση των καταγγελιών από τους θιγοµένους ή από τους χρήστες τους, µε απειλή διοικητικών προστίµων για τη µη συµµόρφωση των παρόχων που µπορούν να φθάσουν στο ποσό των πέντε εκατοµµυρίων ευρώ. Το πνεύµα του NetzDG που εκφράζει ίσως µια γενικότερη τάση για τη ρύθµιση των ψηφιακών πλατφορµών στον ευρωπαϊκό χώρο είναι η ανοχή στην απόσυρση ακόµη και νόµιµων ή µη προφανώς παράνοµων περιεχοµένων, στο λεγόµενο overblocking, εάν µε τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η διάδοση παράνοµων περιεχοµένων. Στην ίδια λογική της «δηµιουργικής» ερµηνείας της Οδηγίας προς την κατεύθυνση της επαύξησης των υποχρεώσεων των ενδιάµεσων παρόχων κινείται και η πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Glawischnig – Piesczeck v. Facebook (2019), που υποχρέωσε το Facebook στην απόσυρση και όλων των άλλων οµοίου περιεχοµένου µηνυµάτων πέρα από το αρχικό, για το οποίο διατάχθηκε απόσυρση µε δικαστική απόφαση. Όπως ήδη σηµειώθηκε, ένα σύστηµα notice and take down υποχρεώθηκε να εισαγάγει η Google µετά την απόφαση Google Spain του ΔΕΕ (2014), στην οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωµα στην απο-ευρετηρίαση από τις µηχανές αναζήτησης ορισµένων προσωπικών δεδοµένων που εµφανίζονται στον κατάλογο των αποτελεσµάτων τους. Το δικαίωµα αυτό συµπεριλαµβάνεται πλέον στο δικαίωµα διαγραφής των προσωπικών δεδοµένων (ή δικαίωµα στη λήθη), το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 GDPR. Στην περίπτωση αυτήν, η εφαρµογή του συστήµατος notice and take down από τον πάροχο µηχανής αναζήτησης τελεί υπό τον έλεγχο των αρµοδίων εποπτικών Αρχών (στην Ελλάδα, της ΑΠΔΠΧ), ενώπιον των οποίων έχει δικαίωµα προσφυγής ο θιγόµενος, εάν αµφισβητεί τη νοµιµότητα της απόφασης του παρόχου επί του αιτήµατος απο-ευρετηρίασης (βλ. ενδεικτικά, ΑΠΔΠΧ 25/2019). Στην υπόθεση Google Spain εφαρµοστέα δεν ήταν η Οδηγία για το ηλεκτρονικό εµπόριο αλλά η τότε ισχύουσα Οδηγία για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων ως lex specialis. Η απόφαση του ΔΕΕ δηµιούργησε πρόσθετες υποχρεώσεις για τους παρόχους µηχανών αναζήτησης, πέραν εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 13 § 1 περ. ε΄ της Οδηγίας, έστω και αν αυτές αφορούν ειδικά την προστασία των προσωπικών δεδοµένων. Παρουσιάζει, όµως, και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ερευνώµενο εδώ θέµα, διότι προετοίµασε το έδαφος για την εµπλοκή των ψηφιακών πλατφορµών στον έλεγχο των περιεχοµένων της πληροφόρησης online, αναθέτοντας σε αυτές, έστω και σε πρώτο βαθµό, την άσκηση κατ’ ουσίαν δηµοσίων λειτουργιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι πρωτοβουλίες soft law της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέµηση του ρατσιστικού λόγου ή των fake news στο Internet έχουν ως βάση τη σύµπραξη των ψηφιακών πλατφορµών, παρακινώντας τες στην υιοθέτηση συστηµάτων notice and take down, ανεξάρτητα και πέρα από τις υποχρεώσεις και τα προνόµιά τους κατά τα άρθρα 13, 14 και 15 της Οδηγίας για το ηλεκτρονικό εµπόριο (βλ. τον Code of Conduct on countering illegal hate speech του 2016 και τον Code of Practice on disinformation του 2018).

  1. Το φαινόµενο της «παράπλευρης λογοκρισίας»

Παρατηρώντας τα δεδοµένα, ο Jack Balkin ορθά διαπίστωνε ήδη από το 2014 ότι οι ψηφιακές πλατφόρµες έχουν αποκτήσει έναν διπλό ρόλο: δεν αποτελούν πλέον µόνο τεχνολογικές υποδοµές που διευκολύνουν την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και πληροφόρησης αλλά έχουν εξελιχθεί και σε παράγοντα της ρύθµισής της. Και όπως είδαµε, αυτό έγινε υπό την ώθηση του άρθρου 230 της Communications Decency Act και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας του 2000 ή προς συµµόρφωση σε hard law (NetzDG, άρθρο 17 GDPR). Οι αποφάσεις των ψηφιακών πλατφορµών για διαγραφή αναρτήσεων που έχουν προφανώς παράνοµο περιεχόµενο δεν δηµιουργούν πρόβληµα από την άποψη του συνταγµατικού δικαίου αφού στην περίπτωση αυτήν θα υπήρχε υποχρέωση προς άρση εάν ο θιγόµενος επεδίωκε δικαστικώς την ­αξίωσή του, απλώς αυτό θα γινόταν µε κάποια καθυστέρηση. Όµως, η τρέχουσα πρακτική των ψηφιακών πλατφορµών περιλαµβάνει και τη διαγραφή περιεχοµένων για τα οποία υπάρχει απλώς υποψία ότι είναι παράνοµα ή είναι παράνοµα µόνο σε σχέση µε τους δεοντολογικούς τους κανόνες που ενσωµατώνονται στη σύµβαση, που συνάπτουν µε τους χρήστες τους (π.χ. τα Community Standards του Facebook, οι Twitter Rules κ.λπ.). Ο έλεγχος των περιεχοµένων γίνεται από την οµάδα των moderators των πλατφορµών σε συνδυασµό µε τη χρήση αλγορίθµων, οι οποίοι όµως δεν αντιλαµβάνονται πάντοτε περί τίνος πρόκειται (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της απόφασης του Facebook για τη διαγραφή post στο οποίο εµφανιζόταν η ιστορική φωτογραφία του Napalm Girl που θεωρήθηκε από τον αλγόριθµο ως άσεµνη).

Η πρακτική αυτή, ιδίως όταν οδηγεί στην απόσυρση περιεχοµένων που δεν θα µπορούσαν να θεωρηθούν παράνοµα µε βάση τα εθνικά Συντάγµατα και το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, έχει χαρακτηρισθεί ως «παράπλευρη λογοκρισία» (collateral censorship). Ο όρος «παράπλευρη» υποδηλώνει την άσκηση ελέγχου από τους ενδιάµεσους παρόχους σε περιεχόµενα που δεν έχουν παραγάγει οι ίδιοι αλλά οι χρήστες τους. Κατ’ ακριβολογία, όµως, δεν πρόκειται για «λογοκρισία», αφού υπό τον όρο αυτόν νοείται στο δηµόσιο δίκαιο µόνο η κρατική λογοκρισία που συνίσταται στον προληπτικό έλεγχο των περιεχοµένων των µέσων ενηµέρωσης ή άλλων µέσων µαζικής επικοινωνίας από διοικητικά όργανα προς έγκριση ή τροποποίηση ή απαγόρευσή τους.

Έτσι νοούµενη η λογοκρισία, δηλαδή ως τυπικός θεσµός του δηµοσίου δικαίου, δεν υφίσταται πλέον στην Ελλάδα, ενώ στον χώρο του τύπου απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγµα (άρθρο 14 § 2 εδ. β΄). Αντίθετα, δεν εµπίπτει στην έννοια της λογοκρισίας ο έλεγχος που ασκούν οι υπεύθυνοι διευθυντές εφηµερίδων ή ραδιοτηλεοπτικών σταθµών για να παρεµποδίσουν τη δηµοσίευση ή µετάδοση παράνοµων περιεχοµένων ή νόµιµων αλλά ανεπιθύµητων περιεχοµένων, αν και στην τελευταία αυτήν περίπτωση ισχύουν διαφορετικοί κανόνες στον ραδιοτηλεοπτικό τοµέα, λόγω των υποχρεώσεων «εσωτερικού πλουραλισµού» που θεσπίζει το άρθρο 15 § 2 Συντ.

Ο έλεγχος, σε πρώτο βαθµό τουλάχιστον, των δηµοσιεύσεων των χρηστών από τις ίδιες τις πλατφόρµες που τα φιλοξενούν, είναι αναπόφευκτος, λόγω του τεραστίου όγκου των δηµοσιεύσεων αυτών, που καθιστά αδύνατη την άσκηση τέτοιου ελέγχου από δικαστήρια ή ανεξάρτητες Αρχές, εκτός του ότι δεν είναι εύκολη η ταυτοποίηση των χρηστών που εισάγουν παράνοµα περιεχόµενα, όσο εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα ανώνυµης πρόσβασης στο Internet. Η ρύθµιση, όµως, των περιεχοµένων της πληροφόρησης online αποτελεί πλέον ένα ζήτηµα γενικότερου δηµοσίου συµφέροντος σε εθνικό και παγκόσµιο επίπεδο και για τον λόγο αυτόν δεν µπορεί να αφεθεί µόνο στη διακριτική ευχέρεια των ψηφιακών πλατφορµών που αποτελούν τις νέες πανίσχυρες «ιδιωτικές εξουσίες» στον σύγχρονο κόσµο. Το φαινόµενο του overblocking, που οφείλεται στην απόκλιση επί το αυστηρότερο των εσωτερικών κανόνων των ψηφιακών πλατφορµών για τη ρύθµιση των δηµοσιεύσεων των χρηστών τους, εν συγκρίσει προς τις εθνικές ή διεθνείς εγγυήσεις για την ελευθερία της έκφρασης και της πληροφόρησης, µπορεί να περιορισθεί µε την επιβολή υποχρέωσης συµµόρφωσής τους προς το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωµάτων, η οποία στον ευρωπαϊκό χώρο δεν µπορεί παρά να έχει ως παράµετρο αναφοράς την ΕΣΔΑ και τη νοµολογία του ΕΔΔΑ. Προς την κατεύθυνση αυτή, φαίνεται να κινείται και το νεοσύστατο Oversight Board του Facebook στα πρώτα δείγµατα της «νοµολογίας» του οποίου είναι εµφανής η προσπάθεια για τη µείωση του overblocking µέσα από µια «σύµφωνη προς το διεθνές δίκαιο» ερµηνεία των Community Standards του Facebook κάτι που δείχνει και τα όρια της αυτο-συνταγµατοποίησης του Facebook και των ψηφιακών πλατφορµών εν γένει.

Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλουν οι ψηφιακές πλατφόρµες στους χρήστες τους, π.χ. η διαγραφή των αναρτήσεών τους ή η προσωρινή ή διαρκής απενεργοποίηση των λογαριασµών τους, µπορούν να ελεγχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια και µάλιστα όχι µόνο επί τη βάσει των όρων της σύµβασής τους αλλά και µε άµεση εφαρµογή των συνταγµατικών και διεθνών εγγυήσεων της ελευθερίας της έκφρασης και της πληροφόρησης, αφού στη σχέση µεταξύ παρόχων και χρηστών ισχύει κατ’ εξοχήν η αρχή της «τριτενέργειας» των θεµελιωδών δικαιωµάτων (πρβλ. άρθρο 25 § 1 εδ. γ΄ του ελληνικού Συντάγµατος), λόγω της ασυµµετρίας εξουσίας µεταξύ των αντισυµβαλλοµένων µερών. Ο ex post έλεγχος των κυρώσεων αυτών ή και εν γένει των αποφάσεων των ψηφιακών πλατφορµών θα µπορούσε να ανατεθεί και σε µια εξειδικευµένη ανεξάρτητη Αρχή µε γενική αρµοδιότητα στον τοµέα της πληροφόρησης online, χωρίς να θίγονται οι αρµοδιότητες άλλων ανεξάρτητων Αρχών σε επιµέρους τοµείς (π.χ. του ΕΣΡ για τα περιεχόµενα των πλατφορµών διαµοιρασµού βίντεο και της ΑΠΔΠΧ για την προστασία των προσωπικών δεδοµένων στο Internet).

  1. Ένα σχόλιο για τον αποκλεισµό του Ντόναλντ Τραµπ από τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης

Την Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021, ηµέρα της επικύρωσης από την Ολοµέλεια του Κογκρέσου της ψήφου των µεγάλων εκλεκτόρων υπέρ του Τζο Μπάιντεν, ο απερχόµενος Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραµπ, ο οποίος µέχρι τότε δεν είχε αναγνωρίσει την ήττα του στις εκλογές της 3ης Νοεµβρίου 2020, κάλεσε τους οπαδούς του σε συγκέντρωση στην Ουάσιγκτον και από την πλατεία Ellipse στα νότια του Λευκού Οίκου εκφώνησε έναν εµπρηστικό λόγο µε κεντρικό σύνθηµα «Δεν θα παραδεχτούµε ποτέ την ήττα. Ποτέ δεν θα παραιτηθούµε. Θα σταµατήσουµε την κλοπή». Μετά το τέλος της οµιλίας του, η οποία αναµεταδόθηκε από χιλιάδες υποστηρικτές του στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης, και µετά από µία σειρά προκλητικών και εριστικών tweets του ιδίου, ένα αλλόκοτο πλήθος οπαδών του, ακροδεξιών, παραστρατιωτικών, υπερµάχων της οπλοφορίας, συνωµοσιολόγων, No-Mask, κ.λπ., εισέβαλε στο Καπιτώλιο µε σκοπό να παρεµποδίσει τη συνεδρίαση του Κογκρέσου. Ακολούθησαν βίαια επεισόδια στα οποία έχασαν τη ζωή τους τέσσερις άνθρωποι. Το βράδυ της ίδιας ηµέρας και ενώ η κατάσταση δεν είχε τεθεί ακόµη υπό έλεγχο, πρώτα το Twitter και στη συνέχεια το Facebook αποφάσισαν την αναστολή των λογαριασµών του Τραµπ στις πλατφόρµες τους και το ίδιο έκαναν τις επόµενες µέρες και άλλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τυπικά επικαλέστηκαν την παραβίαση εκ µέρους του Τραµπ των «Όρων Χρήσης» των υπηρεσιών τους, φαίνεται, όµως, ότι τα δύο µεγάλα µέσα κοινωνικής δικτύωσης που αντέδρασαν, έστω και µε κάποια καθυστέρηση το ίδιο βράδυ, είχαν σαφή επίγνωση ότι το διακύβευµα ήταν πολύ µεγαλύτερο, δηλαδή ότι ο δηµόσιος λόγος του απερχόµενου Προέδρου εξωθούσε τους υποστηρικτές του σε βίαιη ανατροπή του δηµοκρατικού πολιτεύµατος. Είναι χαρακτηριστική, από την άποψη αυτή, η ανάρτηση του διευθύνοντος σύµβουλου του Facebook Μαρκ Ζάγκεµπεργκ τα ξηµερώµατα της Πέµπτης 7.1.2021: «The shocking events of the last 24 hours clearly demonstrate that President Donald Trump intends to use his remaining time in office to undermine the peaceful and lawful transition of power to his elected successor, Joe Biden… we believe that the public has a right to the broadest possible access to political speech, even controversial speech. But the current context is now fundamental different, involving use of our platform to incite violent insurrection against a democratically elected government». Ακόµη και µε βάση το Brandenburg Test του Supreme Court (βλ. Brandenburg v. Ohio, 1969), που θέτει εκτός συνταγµατικής προστασίας µόνο τις πιο ακραίες περιπτώσεις ανατρεπτικού λόγου, η οµιλία που εκφώνησε ο Τραµπ στην πλατεία Ellipse δεν προστατεύεται από την Πρώτη Τροπολογία αφού υπήρχε παρακίνηση στους οπαδούς του για άµεση ανατρεπτική δράση, την οποία ήθελε και επεδίωκε ο απερχόµενος Πρόεδρος, και εκείνη τη χρονική στιγµή ήταν πολύ πιθανό να πραγµατοποιηθεί, όπως άλλωστε συνέβη. Καµία «παράπλευρη λογοκρισία» δεν υπήρξε λοιπόν στη συγκεκριµένη περίπτωση. Με τα δεδοµένα, µάλιστα, του ελληνικού Συντάγµατος, η ενέργεια αυτή των µέσων κοινωνικής δικτύωσης θα αποτελούσε έµπρακτη άσκηση του δικαιώµατος και καθήκοντος αντίστασης κατά το άρθρο 120 § 4 του Συντάγµατος µε σκοπό την άµυνα της δηµοκρατίας.

  1. Προς τη Digital Services Act

Μετά τον αποκλεισµό του Ντόναλντ Τραµπ από τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης πλήθυναν οι φωνές που ζητούν την εξοµοίωση της νοµικής µεταχείρισης τους µε τα παραδοσιακά µέσα ενηµέρωσης, ιδίως –­αλλά όχι µόνον– όσον αφορά το καθεστώς της αστικής (αδικοπρακτικής) ευθύνης τους. Πρακτικά αυτό σηµαίνει την εισαγωγή και για τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης της αρχής της αντικειµενικής ευθύνης που ισχύει για τις επιχειρήσεις τύπου και τις ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ευθύνονται για κάθε ζηµία ή βλάβη που προξενείται σε τρίτους από δηµοσιεύµατα των εφηµερίδων τους ή από προγράµµατα των ραδιοτηλεοπτικών τους σταθµών. Το βασικό επιχείρηµα των υποστηρικτών της άποψης αυτής είναι ότι τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης ασκούν πλέον «εκδοτικό έλεγχο» στα περιεχόµενα που δηµιουργούν οι χρήστες τους και για τον λόγο αυτόν πρέπει να αντιµετωπίζονται ως επιχειρήσεις µέσων ενηµέρωσης.

Η υπαγωγή των µέσων κοινωνικής δικτύωσης σε καθεστώς αντικειµενικής αστικής ευθύνης θα αποτελούσε µία αλλαγή παραδείγµατος, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, όπου δεν ισχύει και η αρχή της περιορισµένης ευθύνης τους µε βάση το σύστηµα notice and take down (βλ. παραπάνω, υπό 3). Αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου τείνει να γενικευθεί το σύστηµα αυτό, θα υπήρχαν σηµαντικές επιπτώσεις, αφού τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης θα καλούνταν ως υπεύθυνα για το παράνοµο περιεχόµενο των δηµοσιεύσεων των χρηστών τους σε κάθε περίπτωση, δηλαδή πριν και ανεξάρτητα από ειδοποίηση του αδικηθέντος, όπως δέχθηκε η πολυσυζητηµένη Delfi A S v. Estonia του ΕΔΔΑ (16.6.2015) που δεν αφορούσε, όµως, µέσο κοινωνικής δικτύωσης αλλά ενηµερωτικό Portal.

Αυτό το βήµα προς µια οµογενοποίηση του καθεστώτος αστικής ευθύνης των µέσων κοινωνικής δικτύωσης και των παραδοσιακών µέσων ενηµέρωσης, δεν το κάνει η πρόταση του Κανονισµού για τη ρύθµιση των ψηφιακών πλατφορµών που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 15 Δεκεµβρίου 2020, η Digital Services Act (DSA). Στη DSA διατηρείται το καθεστώς περιορισµένης ευθύνης των ψηφιακών πλατφορµών που εισήγαγε η Οδηγία για το ηλεκτρονικό εµπόριο του 2000, κατοχυρώνεται, όµως, πλέον ρητά το σύστηµα notice and take down και θεσπίζονται αυξηµένες διαδικαστικές υποχρεώσεις επιµέλειας και διαφάνειας των ψηφιακών πλατφορµών για την εφαρµογή τους, µε γνώµονα την προστασία τόσο των δικαιωµάτων των χρηστών τους σε σχέση µε την ελευθερία της έκφρασης τους όσο και των δικαιωµάτων των τρίτων που προσβάλλονται από τις δηµοσιεύσεις των χρηστών τους, υπό τον έλεγχο µίας νέας εθνικής ανεξάρτητης Αρχής, του Digital Service Coordinator. Πρόκειται για ένα πολύ σηµαντικό νοµοθέτηµα, που προορίζεται να έχει µια παγκόσµια απήχηση όπως και ο GDPR, αρκεί να µην υπάρξει µεγάλη καθυστέρηση στην ψήφισή του.

Βιβλιογραφική Σηµείωση

Εκτενέστερα, για το πώς άλλαξε το σύστηµα πληροφόρησης στην εποχή του Web 2.0 και για τον ρόλο των ψηφιακών πλατφορµών στο νέο αυτό περιβάλλον, βλ. την ανάλυση του G. Pitruzzella, τότε Προέδρου της Αρχής Ανταγωνισµού της Ιταλίας και νυν Γενικού Εισαγγελέα στο ΔΕΕ, στη µελέτη του, La libertà di informazione nell’era di Internet, σε: G. Pitruzzella/O. Pollicino/S. Quintarelli, Parole e potere. Libertà d’ espressione, hate speech e fake news, Milano, 2017, σ. 55 επ. Για την κατανόηση των κοινωνικών, πολιτικών και ψυχολογικών επιπτώσεων του Internet και των µέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ανθρώπινη συµπεριφορά καίρια υπήρξε η συµβολή του διάσηµου Αµερικανού συνταγµατολόγου C. Sunstein, ήδη από το Republic.com, στη συνέχεια µε το Republic.com 2.0 και πιο πρόσφατα µε το #Republic: Divided Democracy in the Age of Social Media, 2017.

Από την ελληνική βιβλιογραφία βλ. Λ. Μήτρου/Α.-Μ. Πισκοπάνη/Σ. Τάσση/Μ. Καρύδα/Σ. Κοκολάκη, Facebook, blogs και δικαιώµατα, 2013, ιδίως την εισαγωγή της Λ. Μήτρου, σ. 9 επ. και τη µελέτη της Α.-Μ. Πισκοπάνη, Η ελευθερία της έκφρασης στο «ιδιωτικοποιηµένο» δηµόσιο δίκαιο του Facebook, σ. 19 επ.. Επίσης, Α. Ασκητή, Ψηφιακή ελευθερία της έκφρασης: Κράτος, κοινωνικά δίκτυα και µηχανές αναζήτησης µεταξύ ιδιωτικοποίησης του ελέγχου και ιδιωτικοποίησης του ιδιώτη, και Π. Μαντζούφα, Η επιρροή των εταιριών του διαδικτύου στην ελευθερία του λόγου και στην πολιτική αντιπαράθεση. Πεδία σύγκρουσης και πιθανοί κίνδυνοι, Constitutionalism.gr, 27.3.2021. Για το φαινόµενο του ρατσιστικού λόγου βλ. Χ. Ανθόπουλου, Προστασία κατά του ρατσισµού και ελευθερία της πληροφόρησης, 2000, σ. 13 επ., 65 επ.. Για τα Fake news βλ. Ευ. Βενιζέλου, Fake news: η νέα συσκευασία ενός παµπάλαιου προϊόντος, σε: του ιδίου, Η Δηµοκρατία µεταξύ συγκυρίας και ιστορίας, 2018, σ. 406 επ., Ph. Jougleux, Η παραπληροφόρηση στην ψηφιακή εποχή, ΔiΜΕΕ, 2016, σ. 504 επ., V. Papakonstantinou, Should we be afraid of fake news, σε: G. Terzis/D. Kloza/E. Kuzelewska/D. Trottier (επιµ.), Disinformation and Digital Media as a Challenge for Democracy, 2020, σ. 3 επ. Για τη συσχέτιση µεταξύ λαϊκισµού και web 2.0 βλ. M. Revelli, Populismo 2.0, 2017 και σε αγγλική µετάφραση, The new populism, 2019. Για την προβληµατική της ελευθερίας της πληροφόρησης βλ. D. Barrelet, La liberté de l’information, 1972. Για το άρθρο 230 της CDA βλ. G. R. Stone/L.-M. Seidman/C. R. Sunstein/M. V. Tushnet/P. S. Karlan, Constitutional Law, 2013, σ. 1447 επ. Για τις ρυθµίσεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για το ηλεκτρονικό εµπόριο (άρθρα 12, 13, 14, 15) βλ. Γ. Γιαννόπουλου, Η ευθύνη των παρόχων υπηρεσιών στο Internet, 2013, Ι. Ιγγλεζάκη, Το δίκαιο του ηλεκτρονικού εµπορίου, 2009, σ. 215 επ. Για τον NetDG, Δ. Καραγκούνη, Η επιβολή περιορισµών στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης µετά τον νέο γερµανικό νόµο περί βελτίωσης της επιβολής της νοµοθεσίας στα κοινωνικά δίκτυα, ΔiΜΕΕ, 2018, σ. 335 επ. Για το άρθρο 17 GDPR, Φ. Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Τα νέα δικαιώµατα για τους πολίτες βάσει του Γενικού Κανονισµού Προστασίας Δεδοµένων: µια πρώτη αποτίµηση και συνταγµατική αξιολόγηση, ΕφηµΔΔ 2017, σ. 87 επ. και Κ. Χριστοδούλου, Δίκαιο Προσωπικών Δεδοµένων, 2020, σ. 132 – 133. Για τα συνταγµατικά θεµέλια των µέσων κοινωνικής δικτύωσης βλ. Κ. Στρατηλάτη, Χρειάζεται ειδική ρύθµιση η δηµόσια σφαίρα του Διαδικτύου;, ΕφηµΔΔ 2014, σ. 94 επ., Ελ. Αναστασιάδου, Η προστασία της προσωπικότητας στα νέα µέσα επικοινωνίας, υπό δηµοσίευση σε ΔΙΤΕ, 2021. Ειδικότερα, για το νοµικό καθεστώς των blogs, που αποτελεί ξεχωριστό ζήτηµα και δεν εξετάζεται στην παρούσα µελέτη, βλ. Γ. Γιαννόπουλο, Ιστολόγια (blogs) και εφαρµογή της νοµοθεσίας περί τύπου: η πορεία της νοµολογίας µέχρι την ΑΠ 1425/2017, ΔiΜΕΕ, 2017, σ. 494 επ. και Ελ. Αναστασιάδου, Το νοµικό καθεστώς των ιστολογίων (blogs), ΔiΜΕΕ, 2018, σ. 1 επ. Για τα περίπλοκα ζητήµατα αστικής ευθύνης των ψηφιακών πλατφορµών βλ. Α. Τασίκα, Άρση από Τρίτο της Προσβολής Προσωπικότητας (σε ευθύνη από προσβλητικό περιεχόµενο αναρτήσεων στο Διαδίκτυο), σε: Κ. Δελούκα – Ίγγλεση/Α. Λιγωµένου/Α. Σινανιώτη (επιµ.), Δίκαιο και Τεχνολογία, 2019, σ. 157 επ. Για το σύστηµα notice and takedown το οποίο έχει την προέλευσή του από το δίκαιο της πνευµατικής ιδιοκτησίας βλ. Δ. Σερενίδη, Προσβολές της πνευµατικής ιδιοκτησίας στα ψηφιακά δίκτυα, µε πρόλογο Κ. Χριστοδούλου, 2010, σ. 71 επ. Για το φαινόµενο της «παράπλευρης λογοκρισίας» βλ. J. Balkin, Old-School/New-School speech regulation, Harvard Law Review, 2014, σ. 2296 επ., µελέτη στην οποία τίθενται όλα τα προβλήµατα τα οποία συναντά η θεωρία της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης στην εποχή των ψηφιακών πλατφορµών.

Για το Oversight Board του Facebook βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Το «Ανώτατο Δικαστήριο» του Facebook και η κρυφή γοητεία του ιδιωτικού ψηφιακού συνταγµατισµού, constitutionalism.gr, µε αναφορά και στη θεωρητική συζήτηση για το φαινόµενο του «societal constitutionalism» (G. Teubner), δηλαδή τη διαµόρφωση αυτόνοµων νησίδων συνταγµατικότητας στον ιδιωτικό τοµέα.

Για τη Brandenburg v. Ohio βλ. E. Chemerinsky, Constitutional Law, 2015, σ. 1048 επ. Πριν από αυτήν ίσχυαν για τον ανατρεπτικό λόγο τα λιγότερο προστατευτικά κριτήρια της απόφασης Dennis (1951, στα χρόνια του µακαρθισµού). Βλ. Κ. Μαυριά, Η ελευθερία του πολιτικού λόγου κατά το Σύνταγµα των ΗΠΑ, 1978, σ. 71 επ.

Για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου πρβλ. την ανάλυση της M. Manetti, Facebook, Trump e la fedeltà alla Costituzione, Forumcostituzionale.it, 6.2.2021.

Στην πρόσφατη απόφασή του για την «υπόθεση Τραµπ» (5.5.2021), το Oversight Board του Facebook επικύρωσε την αρχική απόφαση του Facebook (7.1.2021) για την αναστολή των λογαριασµών του Ντόναλντ Τραµπ στο Facebook και στο Instagram. Το εποπτικό συµβούλιο του Facebook αναγνώρισε στο σκεπτικό του ότι οι αναρτήσεις του Τραµπ «…in maintaining an unfounded narrative of electoral fraud and president calls to action… created an environment where a serious risk of violence was possible… At the time of Mr Trump’s posts, there was a clear, immediate risk of harm and his words of support for those involved in the riots legitimized their violent actions». Στην ουσία, πρόκειται για µια εφαρµογή του Brandenburg test (βλ. στο κείµενο υπό § 5). Υπάρχει, όµως, στην απόφαση και ένα «άρωµα» ΕΔΔΑ, κατά το µέρος που ζητείται από το Facebook η επανεξέταση της απροσδιόριστης χρονικά αναστολής των λογαριασµών του Τραµπ. Πρβλ. και το σχόλιο των O. Pollicino/G. de Gregorio/M. Bassini, Trump’s Indefinite Ban: Trump’s Indefinite Ban. Shifting the Facebook Oversight Board away from the First Amendment Doctrine, σε: VerfBlog, 11.5.2021.

[1] Το κείμενο αποδίδει εισήγησή μου στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δημόσιο Δίκαιο και Πολιτική Επιστήμη» της Νομικής Σχολής ΑΠΘ στις 29 Μαρτίου 2021. Ευχαριστώ πολύ τους Ευ. Βενιζέλο, Κ. Χρυσόγονο και Λ. Παπαδοπούλου για την τιμή της πρόσκλησης.

 

Μ. Ραμματά, ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ Πολίτες και διαβούλευση στην Ελλάδα και το εξωτερικό, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, 216 σελ., Πρόλογος Ιωάννης Ψυχάρης Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η διαβούλευση συνιστά μια πολύ ιδιαίτερη πτυχή της διαδικασίας διαμόρφωσης και υλοποίησης της δημόσιας πολιτικής και έχει αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης και μορφή διοικητικής πρακτικής σε πολλές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Η αξία της έγκειται στο ότι εμπλουτίζει το περιεχόμενο της δημόσιας πολιτικής, καλλιεργεί τη συναίνεση, ενισχύει τη διαφάνεια και συμβάλει στην καλύτερη αλληλεπίδραση πολιτικής και κοινωνίας.

Η διαβούλευση αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης πολλών επιστημονικών κλάδων, όπως διοικητικής και πολιτικής επιστήμης, δημόσιας διοίκησης και νομικής επιστήμης ενώ βρίσκεται σε διαρκή εξέταση ο τρόπος εφαρμογής της και τα αποτελέσματά της στην αναβάθμιση της ποιότητας της διοίκησης και ανταπόκρισης στις προσδοκίες και τα αιτήματα της κοινωνίας και των πολιτών.

Το βιβλίο της κας Ραμματά έρχεται να παρουσιάσει με πολύ συστηματικότητα και επιστημονική συνέπεια, τόσο τις θεωρίες που σχετίζονται με την διαβούλευση, όσο και τις εφαρμογές της σε πολλές χώρες στο κόσμο. Παράλληλα, καλύπτει με ιδιαίτερη σχολαστικότητα το θεσμικό πλαίσιο και τις διαδικασίες εφαρμογής της διαβούλευσης στην Ελλάδα. Από την πολύπλευρη τεκμηρίωση της ελληνικής και διεθνούς εμπειρίας που διαπερνά το βιβλίο προκύπτει ότι η διαβούλευση έχει αναχθεί ως σημαντική παράμετρος του εμπλουτισμού και διεύρυνσης του περιεχομένου των ασκούμενων πολιτικών. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια συμβολή στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα για ένα θέμα που προσλαμβάνει και στη χώρας μας ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα για την οργάνωση του κράτους και της διοικητικής δράσης.

Ωστόσο, παρά τα αναμφισβήτητα οφέλη που προκύπτουν από τη διαβούλευση, το βιβλίο ακολουθεί μια κριτική οπτική ως προς τα όρια και τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ώστε αυτή να προσλαμβάνει το ουσιαστικό νόημα και να δημιουργεί προστιθέμενη αξία στη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής. Όπως εύστοχα αναφέρεται στο βιβλίο, η διαβούλευση δεν θα πρέπει να έχει προσχηματικό χαρακτήρα, να γίνεται «διαβούλευση για τη διαβούλευση». Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ως αποτέλεσμα την σπατάλη πόρων και στην απαξίωση του περιεχομένου της. Για την εκπλήρωση της αποστολής της η διαβούλευση χρειάζεται σοβαρό σχεδιασμό, διαρκή ενημέρωση, αξιολόγηση και ανατροφοδότηση της λειτουργίας της με βάση τα προκύπτοντα κάθε φορά αποτελέσματα. Έχοντας επίγνωση όλων αυτών πολύ σωστά στο βιβλίο γίνεται εκτενής ανάλυση των ορίων μιας πετυχημένης εφαρμογής της διαβούλευσης και προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα και προϋποθέσεις για την καλύτερη εφαρμογή της στην πράξη.

Το βιβλίο αποτελείται από έξι κεφάλαια που συμπληρώνονται με την Εισαγωγή, τα Συμπεράσματα και προτάσεις πολιτικής. Η ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση περιλαμβάνει επίσης λίστα ακρωνυμίων, λεξικό βασικών όρων και αλφαβητικό ευρετήριο.  Τέλος, η έκδοση περιλαμβάνει παραρτήματα με υλικό που μπορεί να αξιοποιηθεί για το σχεδιασμό και διενέργεια διαβούλευσης. Όλα αυτά τα στοιχεία καθιστούν την έκδοση αυτή ιδιαίτερα εύχρηστη, πολύ επιμελημένη και πολλαπλά χρήσιμη.

Τα έξι κεφάλια του βιβλίου καλύπτουν με ισορροπημένο τρόπο ζητήματα θεωρίας της δημόσιας πολιτικής (Κεφάλαια 1 και 2), αποτύπωση και ανάλυση της διεθνούς εμπειρίας (Κεφάλαια 3 και 4) καταγραφή, ανάλυση και τεκμηρίωση της εφαρμογής της διαβούλευσης στην Ελλάδα (Κεφάλαια 5 και 6).

Τα κεφάλαια που βιβλίου ακολουθούν μια συγκεκριμένη και πολύ ενδιαφέρουσα δομή. Ειδικότερα, στην αρχή κάθε κεφαλαίου τίθενται ορισμένα ερωτήματα τα οποία πρόκειται να απαντηθούν στη συνέχεια, ενώ περιγράφονται επίσης τα προσδοκόμενα μαθησιακά αποτελέσματα. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου τίθενται ενδεικτικά ερωτήματα και στη συνέχεια παρατίθενται οι απαντήσεις. Αυτή η δομή κάνει το βιβλίο πιο φιλικό στον αναγνώστη και το καθιστά χρήσιμο διδακτικό σύγγραμμα που μπορεί να αξιοποιηθεί για τη διδασκαλία προπτυχιακών και μεταπτυχιακών μαθημάτων σχετικών με την δημόσια διοίκηση και πολιτική στα ελληνικά Πανεπιστήμια.

Η έκδοση ολοκληρώνεται με ένα κεφάλαιο που συνοψίζει τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση που έχει προηγηθεί, ενώ προχωράει και στην διατύπωση ιδιαίτερα στοχευμένων προτάσεων πολιτικής.

Το βιβλίο αυτό συνιστά μια συμβολή στην ελληνική βιβλιογραφία καθώς εισάγει στο δημόσιο διάλογο ένα θέμα που σχετίζεται με την ποιότητα της διοίκησης και των θεσμών, φέρνει πιο κοντά τους σχεδιαστές με τους αποδέκτες της δημόσιας πολιτικής και εισάγει μια αντίληψη σχεδιασμού των δημοσίων πολιτικών σε όφελος των πολιτών και της χώρας.

Το βιβλίο αυτό, πέραν του ότι αποτελεί ένα χρήσιμο διδακτικό σύγγραμμα, απευθύνεται σε όλους τους συντελεστές που διαμορφώνουν τη δημόσια πολιτική, κυβερνητικά στελέχη και το πολιτικό προσωπικό της χώρας, ακαδημαϊκούς, στελέχη της δημόσιας διοίκησης, της κοινωνίας των πολιτών, και γενικότερα σε κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται για την οργάνωση και λειτουργία του κράτους και της δημόσιας διοίκησης.

Το βιβλίο διαθέτει την πληρότητα και επιστημονική τεκμηρίωση ώστε να συμβάλει στον εμπλουτισμό του διαλόγου και να καταστεί σημείο αναφοράς της βιβλιογραφίας τα επόμενα χρόνια καθώς αναφέρεται σε ένα επίκαιρο αλλά συνάμα διαχρονικό ζήτημα που αφορά στην αναζήτηση της καλύτερης δυνατής ισορροπίας ανάμεσα στην πολιτική, τη διοίκηση και τους πολίτες.

Ιωάννης Ψυχάρης

Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου

Πρόεδρος Ακαδημαϊκής Επιτροπής Εποπτείας του Προγράμματος Σπουδών «Δημόσια Διοίκηση» του ΕΑΠ

 

 

 

 

Καταχώρηση: 11-07-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ