Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Η αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως ΠτΔ, Επίτιμος Καθηγητής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος *

Αποτελεί κοινό τόπο, στο πεδίο της Διεθνούς Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι η Τουρκία έχει πλέον αποθρασυνθεί εναντίον της Ελλάδας σε τέτοιο βαθμό -ενθαρρυνόμενη, δυστυχώς, από την ως τώρα απαράδεκτη ανοχή των ιθυνόντων του ΝΑΤΟ και ορισμένων παραγόντων των ΗΠΑ και Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ώστε να συνιστά πλέον ευθεία απειλή κατά της Ειρήνης στην ευρύτερη περιοχή μας.  Μέσα σε αυτό το κλίμα διαρκών επικίνδυνων προκλήσεων η Τουρκία, πάντα κατά την πάγια τακτική της να προσθέτει ανύπαρκτα ζητήματα προς διαπραγμάτευση με την Ελλάδα -και, συνακόλουθα, ν’ αμφισβητεί την αδιαπραγμάτευτη Εθνική μας Θέση, ότι μεταξύ μας υφίσταται μια, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και αντίστοιχης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης- εγείρει εκ νέου και ζήτημα ως προς το αν η Ελλάδα έχει δικαίωμα να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, και μάλιστα ανεξαρτήτως του ποια είναι η έκτασή τους και αν κατοικούνται ή όχι.

Α. Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό της προκλητικότητάς της, το ότι η Τουρκία εγείρει το ζήτημα αυτό είτε διαστρεβλώνοντας πλήρως το νόημα συγκεκριμένων διατάξεων της Συνθήκης της Λωζάνης και της Συνθήκης του Μοντρέ.  Είτε -ακόμη χειρότερα- επικαλούμενη Διεθνείς Συμβάσεις, στις οποίες δεν είναι καν συμβαλλόμενο μέρος, όπως π.χ. την Σύμβαση των Παρισίων του 1947 για τα Δωδεκάνησα, που αποτελεί για την Τουρκία «res inter alios acta».  Στις αδιανόητες, θεσμικώς και πολιτικώς, αυτές προκλήσεις της Τουρκίας η Ελλάδα παγίως απαντά, πάντα με βάση το Διεθνές Δίκαιο -και ενεργώντας επιπλέον και για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού το έδαφος, τα σύνορα και οι Θαλάσσιες Ζώνες της Ελλάδας είναι έδαφος, σύνορα και Θαλάσσιες Ζώνες και της Ευρωπαϊκής Ένωσης- ότι έχει όχι μόνο θεμελιωμένο δικαίωμα αλλά και εξίσου θεμελιωμένη υποχρέωση αμυντικής θωράκισης όλων, ανεξαιρέτως και δίχως οιαδήποτε διάκριση, των Νησιών της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Β. Επιπλέον, το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας βρίσκει σταθερό έρεισμα και στις διατάξεις του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, δοθέντος ότι συγκεκριμένοι κανόνες της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ)  και της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) το εγγυώνται, ιδίως όταν εφαρμόζονται σε συνδυασμό με αντίστοιχες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου -εν προκειμένω του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ- που ήδη αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου. Η ανάλυση που ακολουθεί έχει ως στόχο την κατά το δυνατό πληρέστερη παρουσίαση και τεκμηρίωση των προαναφερόμενων Εθνικών μας Θέσεων ως προς την αμυντική θωράκιση των Νησιών μας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και, e contrario, την αποδόμηση των αντίθετων, προκλητικώς αυθαίρετων, ισχυρισμών της Τουρκίας.

Ι. Το νομικό καθεστώς της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936

Προκαταρκτικώς διευκρινίζεται ότι ειδικώς ως προς το καθεστώς της αμυντικής θωράκισης των Ελληνικών Νησιών, τα οποία περιλαμβάνονται στην ευρύτερη περιοχή των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων -όπως είναι κατ’ εξοχήν η Σαμοθράκη και η Λήμνος- ισχύει, δίχως καμία αμφισβήτηση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των εν προκειμένω διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου, η Συνθήκη του Μοντρέ του 1936.

Α. Τα δεδομένα της Συνθήκης του Μοντρέ

   Ειδικότερα η Συνθήκη του Μοντρέ, η οποία υπεγράφη την 20ή Ιουλίου 1936 και τέθηκε σε ισχύ την 9η Νοεμβρίου 1936 -καταχωρήθηκε δε στην τότε Κοινωνία των Εθνών την 11η Δεκεμβρίου 1936- και η οποία εξακολουθεί πάντοτε να ισχύει, αφορά το καθεστώς του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων και, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και την εν γένει στρατιωτική δραστηριότητα στην περιοχή.  Τα συμβαλλόμενα μέρη, μέσω της Συνθήκης του Μοντρέ, αναγνώρισαν και επιβεβαίωσαν την αρχή της ελεύθερης διέλευσης και ναυσιπλοΐας δια θαλάσσης των εμπορικών πλοίων στα Στενά αυτά εν καιρώ ειρήνης και περιόρισαν σημαντικά την διέλευση πολεμικών πλοίων.

Β. Η αμυντική θωράκιση των Νησιών στην περιοχή εφαρμογής της Συνθήκης του Μοντρέ

   Το ως άνω καθεστώς της Συνθήκης του Μοντρέ για την ζώνη των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων αντικατέστησε, in concreto, τις επιμέρους διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάνης του 1923. Ιδίως δε τις διατάξεις της για τον μη εξοπλισμό των Νησιών της περιοχής αυτής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν, εκτός από ορισμένα Νησιά της Τουρκίας, και τα Νησιά της Σαμοθράκης και της Λήμνου.  Ειδικότερα δε κατέστη εκ νέου δυνατή η αμυντική θωράκιση των Νησιών των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, γεγονός το οποίο οδήγησε, απροσκόπτως και κατά γενική αναγνώριση, από μεν πλευράς Ελλάδας στην εκ νέου αμυντική θωράκιση της Σαμοθράκης και της Λήμνου, από δε πλευράς της Τουρκίας στην εκ νέου αμυντική θωράκιση της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών. Σε ό,τι αφορά την Σαμοθράκη και την Λήμνο η Τουρκία όχι μόνο δεν αντιτάχθηκε στην, υπό το καθεστώς της Συνθήκης του Μοντρέ, αμυντική θωράκισή τους, αλλά την επικρότησε ασμένως. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, μεταξύ άλλων, η επιστολή της 6ης Μαΐου 1936 του πρέσβη της Τουρκίας στην Αθήνα Ρουσέν Εσρέφ προς τον Ιωάννη Μεταξά και, κυρίως, οι δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Ρουστού Αράς, της 31ης Ιουλίου 1936, προς την Τουρκική Εθνοσυνέλευση.

ΙΙ. Το νομικό καθεστώς της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947

Επίσης προκαταρκτικώς διευκρινίζεται, ότι το καθεστώς της τελικής παραχώρησης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων (Απρίλιος του 1947) μεταξύ των Συμμάχων, νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, και της Ιταλίας.  Ιδιαίτερη σημασία, εντός αυτού του θεσμικού πλαισίου, έχουν οι διατάξεις του άρθρου 14 της ως άνω Συνθήκης, σύμφωνα με τις οποίες: «1. Η Ιταλία εκχωρεί εις την Ελλάδα εν πλήρει κυριαρχία τας νήσους της Δωδεκανήσου τας κατωτέρω απαριθμουμένας, ήτοι: Αστυπάλαιαν, Ρόδον, Χάλκην, Κάρπαθον, Κάσον, Τήλον, Νίσυρον, Κάλυμνον, Λέρον, Πάτμον, Λιψόν, Σύμην, Κω και Καστελλόριζον ως και τας παρακειμένας νησίδας. 2. Αι ανωτέρω νήσοι θα αποστρατιωτικοποιηθώσι και θα παραμείνωσιν αποστρατιω-τικοποιημέναι». Από τις διατάξεις αυτές, ερμηνευόμενες με βάση το σύνολο του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου -άρα και με βάση τις γενικές αρχές που διέπουν την ερμηνεία του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου- συνάγονται και τ’ ακόλουθα, ως προς το σημερινό καθεστώς των Δωδεκανήσων.

Α. Οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 της Συνθήκης Ειρήνης

Η διατύπωση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης είναι τόσο σαφής, ώστε δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ως προς την ουσία και την έκταση της Κυριαρχίας της Ελλάδας επί των Δωδεκανήσων.  Ειδικότερα:

  1. Η «πληρότητα» της Κυριαρχίας

Η Κυριαρχία αυτή είναι «πλήρης», πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ουδένα περιορισμό επιδέχεται κατά την άσκησή της.  Το δε περιεχόμενο της «πλήρους» Κυριαρχίας προσδιορίζεται, ως προς τα Δωδεκάνησα, με βάση τους κανόνες του ισχύοντος Ελληνικού Συντάγματος περί Κυριαρχίας, καθώς και με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τις περί Κυριαρχίας των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατάξεις ιδίως του άρθρου 4 παρ. 2 της ΣΕΕ.  Οιαδήποτε, λοιπόν, αμφισβήτηση της ερμηνείας των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης συνιστά, αυτοθρόως, παραβίαση του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

  1. Η έκταση της Κυριαρχίας

Η Κυριαρχία της Ελλάδας, με την ως άνω έννοια, εκτείνεται όχι μόνο σε όλα τα Νησιά που αναφέρονται ρητώς στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 14 της Συνθήκης Ειρήνης αλλά, κατά την κατηγορηματική διατύπωση της κατά τ’ ανωτέρω παραγράφου, και επί των «παρακειμένων νησίδων», στο σύνολό τους.  Επειδή δε οι διατάξεις αυτές ουδεμία διάκριση κάνουν εν προκειμένω, η διατύπωσή τους καταλαμβάνει τις κάθε είδους «παρακείμενες νησίδες», ανεξαρτήτως μεγέθους τους ή άλλου χαρακτηριστικού τους (π.χ. αν είναι κατοικημένες ή μη).  Υπό το πρίσμα δε αυτό είναι προφανές πως και στην περιοχή των Δωδεκανήσων δεν είναι νοητές, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, «γκρίζες ζώνες», αναφορικά με την έκταση και το περιεχόμενο της Ελληνικής Κυριαρχίας στην ως άνω περιοχή.

Β. Η εφαρμογή της αρχής του Διεθνούς Δικαίου «res inter alios acta»

   Ως προς την αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων, την οποία προέβλεπαν οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 2 της Συνθήκης Ειρήνης, με βάση τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου ισχύουν τα εξής:

  1. Γενικές παρατηρήσεις ως προς το δικαίωμα «νόμιμης άμυνας»

Τα περί αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.  2 της Συνθήκης Ειρήνης, πρέπει να ερμηνεύονται και υπό το φως της εκ μέρους της Ελλάδας άσκησης, έναντι της Τουρκίας, του δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ, όπως αναλύεται εκτενέστερα στην συνέχεια. Νόμιμης άμυνας, της οποίας οι όροι και οι προϋποθέσεις καθορίζονται επακριβώς από το Διεθνές Δίκαιο, στην προκείμενη δε περίπτωση κυρίως κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

  1. Η Τουρκία ως «τρίτη χώρα» κατά την εφαρμογή της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947

Πέραν όμως της ως άνω επιχειρηματολογίας,  η Τουρκία δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, δικαίωμα να επικαλείται την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947. Και τούτο διότι:

α) Οι διατάξεις των άρθρων 34, 35 και 36 της Συνθήκης της Βιέννης περί του Δικαίου των Διεθνών Συνθηκών (1969) ορίζουν, μεταξύ άλλων, και ότι:

α1)  Κάθε Συνθήκη ισχύει –επέκεινα δε δημιουργεί δικαιώματα και υποχρεώσεις- μόνον μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.  Έναντι, λοιπόν, τρίτων κρατών η Συνθήκη συνιστά «res inter alios acta».

α2) Εξ αυτού του λόγου, μια Συνθήκη ισχύει έναντι τρίτου κράτους μόνον υπό την διπλή προϋπόθεση ότι από την μια πλευρά αυτή είναι η πρόθεση των συμβαλλόμενων μερών.  Και, από την άλλη πλευρά, το τρίτο κράτος έχει αποδεχθεί την υποχρέωση ρητώς και εγγράφως.

α3) Κατά λογική νομική ακολουθία, μια Συνθήκη δημιουργεί δικαίωμα για τρίτο κράτος μόνον υπό την, επίσης διπλή, προϋπόθεση ότι από την μια πλευρά τα συμβαλλόμενα μέρη επιδιώκουν δια της Συνθήκης εκχώρηση δικαιώματος στο τρίτο κράτος.  Και, από την άλλη πλευρά, το τελευταίο συγκατατίθεται προς τούτο, ρητώς και εγγράφως.

β) Η Τουρκία δεν είναι, υφ’ οιανδήποτε νομικώς παραδεκτή έννοια, συμβαλλόμενο μέρος στην Συνθήκη Ειρήνης του 1947.  Άρα η Συνθήκη αυτή, ως προς την οποία η Τουρκία είναι τρίτο κράτος, δεν δημιουργεί δικαιώματα ή υποχρεώσεις υπέρ ή εις βάρος της αντιστοίχως.  Επιπλέον:

β1) Ουδεμία διάταξη της Συνθήκης Ειρήνης -όπως άλλωστε αποδεικνύει η έως τώρα εφαρμογή της- τεκμηριώνει, έστω και καθ’ υποφοράν, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιδίωξαν δι’ αυτής να εκχωρήσουν οιοδήποτε δικαίωμα στην Τουρκία, πολλώ δε μάλλον δικαίωμα σχετικό με την  αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων. Πραγματικά,  όπως ανενδοιάστως προκύπτει από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες είχε συναφθεί η Συνθήκη Ειρήνης το 1947, η αποστρατιωτικοποίηση των Δωδεκανήσων αποφασίσθηκε ύστερα από πρόταση της τότε Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου αυτή να δεχθεί την παραχώρησή τους στην Ελλάδα, λόγω των επιφυλάξεων της σοβιετικής πλευράς αναφορικά με την χρησιμοποίησή τους για στρατιωτικούς λόγους από Χώρα του δυτικού μπλοκ, όπως η Ελλάδα.  Ουδεμία, δηλαδή, σχέση είχε η πρόβλεψη της αποστρατιωτικοποίησης των Δωδεκανήσων με την Τουρκία και την ασφάλειά της.

β2) Τ’ ανωτέρω ενισχύονται και από το ότι ουδέποτε ζητήθηκε συγκατάθεση της Τουρκίας για εκχώρηση τέτοιου δικαιώματος και ουδέποτε, κατά συνέπεια, υπήρξε εκ μέρους της τέτοια συγκατάθεση.  Την ακρίβεια του επιχειρήματος τούτου τεκμηριώνει, και δη αμαχήτως, η ίδια η συμπεριφορά της Τουρκίας.  Πραγματικά, π.χ. το 1975 η Τουρκία είχε απευθυνθεί –βλ. το τουρκικό Aide Memoire της 3ης Απριλίου 1975- στα συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης Ειρήνης καταγγέλλοντας δήθεν παραβιάσεις της, εκ μέρους της Ελλάδας, στην ευρύτερη περιοχή των Δωδεκανήσων.  Η καταγγελία της αυτή κατέληγε με το εξής: «Εναπόκειται στις κυβερνήσεις των συμβαλλομένων χωρών… να απαιτήσουν από την Ελληνική Κυβέρνηση να συμμορφωθεί στο πνεύμα και στο γράμμα» της Συνθήκης Ειρήνης.  Και μόνο από την διατύπωση αυτή προκύπτει, καταφανώς, πως ούτε η ίδια η Τουρκία ισχυρίσθηκε ότι αντλεί δικαίωμα προερχόμενο εκ της Συνθήκης Ειρήνης, ως προς το καθεστώς των Δωδεκανήσων.  Η δε «εκκωφαντική» σιωπή των συμβαλλόμενων μερών σε αυτή την «καταγγελία» της Τουρκίας βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.

ΙΙΙ. Η έννοια της «νόμιμης άμυνας» έναντι «επικείμενης απειλής» και, afortiori, «απειλής χρήσης βίας»

Πέραν των λοιπών νομικών θεμελίων, κατά τις προμνημονευόμενες ειδικότερες διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, η Ελλάδα νομιμοποιείται, εν πάση περιπτώσει και γενικώς, να θωρακίζει αμυντικώς και τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εναντίον της τουρκικής επιθετικότητας, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα που της παρέχουν ειδικές διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

Α. Το νομικό θεμέλιο των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ

Πρόκειται για δικαίωμα, το οποίο έχει γεννηθεί υπέρ της Ελλάδας προ πολλών δεκαετιών, δεδομένης της διαχρονικής τουρκικής επιθετικότητας και προκλητικότητας.  Ιδίως όμως έχει θεμελιωθεί, με αμάχητα τεκμήρια, ύστερα από την τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο, το 1974, την δημιουργία εκ μέρους της Τουρκίας της λεγόμενης «Στρατιάς του Αιγαίου», την αδιανόητη, από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, υιοθέτηση του «casus belli» επιπλέον δε μετά την «σύναψη», το 2019, του λεγόμενου «τουρκολιβυκού μνημονίου», μεταξύ της Τουρκίας και του φερόμενου ως πρωθυπουργού της Λιβύης.

  1. «Επικείμενη απειλή» και «απειλή χρήσης βίας»

Και τούτο, διότι αυτή και μόνη η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο -και για όσο χρονικό διάστημα συνεχίζεται -συνιστά, οπωσδήποτε, απροκάλυπτη «επικείμενη απειλή» και κατά της Ελλάδας ή και σαφή «απειλή χρήσης βίας» εναντίον της.

α) Ενώ η διαρκώς διευρυνόμενη τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, κυρίως σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση των κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων της Ελλάδας ως προς την Υφαλοκρηπίδα και τις λοιπές Θαλάσσιες  Ζώνες- με αποκορύφωμα την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη- διαιωνίζει και επιτείνει την προμνημονευόμενη «επικείμενη απειλή» εκ μέρους της.

β) Ιδίως δε μετά την «σύναψη» του νομικώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου» -κατά την διατύπωση και των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2019- η συμπεριφορά της Τουρκίας έχει υπερβεί κάθε όριο προκλητικότητας και ωμής παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου, κυρίως δε του Δικαίου της Θάλασσας κατά την Συνθήκη του Montego Bay του 1982.  Συνθήκη, η οποία δεσμεύει, ως προς όλες τις διατάξεις της, και την Τουρκία, μολονότι δεν έχει προσχωρήσει σε αυτή.  Και τούτο διότι η ως άνω Συνθήκη, λόγω του μεγάλου αριθμού των Κρατών-Μελών του ΟΗΕ που έχουν προσχωρήσει σε αυτήν -ως και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προσχωρήσει, ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο, ήδη από το 1998- παράγει, σύμφωνα με την νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, γενικώς δεσμευτικούς εθιμικούς κανόνες ή, κατά την ορθότερη άποψη, εξίσου erga omnes δεσμευτικούς «γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου».

  1. Η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ

Το δικαίωμα αυτό της Ελλάδας θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες καθιερώνουν –και μάλιστα ως jus cogens- το δικαίωμα της «νόμιμης άμυνας» Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ και σε περίπτωση «επικείμενης απειλής», πολλώ δε μάλλον σε περίπτωση «απειλής χρήσης βίας».

α) Παρά την διατύπωση των ως άνω διατάξεων που, prima faciae, φαίνεται να θέτουν ως προϋπόθεση προσφυγής στην διαδικασία της κατά τ’ ανωτέρω «νόμιμης άμυνας» την εκδηλωμένη ένοπλη επίθεση, η μεγάλη πλειοψηφία των διεθνολόγων αλλά και η ίδια η διεθνής πρακτική δέχονται, ότι για την άσκηση του δικαιώματος τούτου αρκεί και η «επικείμενη απειλή», πολλώ δε μάλλον η «απειλή χρήσης βίας», η οποία και συνιστά ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.  Έτσι π.χ. οι ΗΠΑ, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, προσέφυγαν στην άσκηση του δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» –και μάλιστα χωρίς χρονικό περιορισμό, αφού η απειλή εμφανίσθηκε επικείμενη επ’ αόριστο- ως νόμιμης προληπτικής δράσης λόγω επικείμενης απειλής και, κατ’ ακολουθία, επικείμενης επίθεσης. Την άποψη αυτή υιοθέτησε πλήρως ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, δηλώνοντας –στις 21 Μαρτίου 2005- μεταξύ άλλων και ότι: «Επικείμενες απειλές καλύπτονται πλήρως από το άρθρο 51, το οποίο διασφαλίζει το φυσικό δικαίωμα των κυρίαρχων κρατών να αμυνθούν εναντίον ένοπλης επίθεσης».

β) Ενόψει των προεκτεθέντων, a fortiori η Ελλάδα νομιμοποιείται, όταν και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για την άμυνά της, να κάνει χρήση και ως προς τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, εν γένει, του κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ δικαιώματος «νόμιμης άμυνας» έναντι της Τουρκίας, δίχως μάλιστα χρονικό περιορισμό.  Και τούτο διότι, ιδίως μετά το 1974, κατά τ’ ανωτέρω, η «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της Τουρκίας –άρα και η συνακόλουθη «επικείμενη απειλή»- είναι αφενός κάτι παραπάνω από προφανής, και δη με επανειλημμένες και διαφόρων μορφών προκλήσεις.  Και, αφετέρου, διαρκής, όπως καταδεικνύει ακόμη και η σημερινή τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ιδίως μετά την «σύναψη» του νομικώς ανυπόστατου «τουρκολιβυκού μνημονίου». Συμπεριφορά, η οποία λόγω της αυθαίρετης προσπάθειας της Τουρκίας να εφαρμόσει στην πράξη το νομικώς ανυπόστατο «τουρκολιβυκό μνημόνιο», φέρει όλα τα χαρακτηριστικά και  της «απειλής χρήσης βίας», υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια.

γ) Πρόσθετη απόδειξη αυτών συνιστά και το γεγονός του, εντελώς αντίθετου με κάθε έννοια του Διεθνούς Δικαίου, «casus belli» της Τουρκίας, ως προς την επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης της Ελλάδας.  Το ως άνω  «casus belli», πέραν του ότι αποφασίσθηκε -στις 8.6.1995, αμέσως μετά την θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Montego Bay του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας- από την τουρκική Εθνοσυνέλευση κατά τρόπο αντίθετο ακόμη και με αυτό τούτο το σύνταγμα της Τουρκίας, συνιστά έκτοτε διαρκή «απειλή χρήσης βίας» εναντίον της Ελλάδας για τον εξής λόγο: Στην ουσία, η Τουρκία δηλώνει μέσω αυτού ότι αποτελεί «αιτία πολέμου» η εκ μέρους της Ελλάδας άσκηση του αναφαίρετου, κατά το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δικαιώματός της να επεκτείνει την Αιγιαλίτιδα Ζώνη της στα 12 ναυτικά μίλια.  Υπό τα δεδομένα αυτά, το ανωτέρω «casus belli» αποτελεί «επιτομή» της «απειλής χρήσης βίας», κατά το Διεθνές Δίκαιο, ιδίως δε κατά τις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.

δ) Τέλος, την προαναφερόμενη «επικείμενη απειλή» ή και «απειλή χρήσης βίας», εκ μέρους της Τουρκίας και εναντίον της Ελλάδας, ολοκληρώνει ο σχηματισμός της λεγόμενης τουρκικής «Στρατιάς του Αιγαίου», τον Ιούλιο του 1975, και μάλιστα με πολυάριθμες αμφίβιες δυνάμεις.  Πρόκειται για μετεξέλιξη και μετονομασία της 4ης Στρατιάς (4. Ordu) της Τουρκίας, η οποία εδρεύει στην Σμύρνη και, στην πραγματικότητα, έχει οργανωθεί προκειμένου να εκπαιδεύει τον τουρκικό στρατό για ενδεχόμενη επίθεση εναντίον των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Β. Οι διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ ως μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και οι έννομες συνέπειες για την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου

  Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, πέραν της κατά τ’ ανωτέρω αυτοτελούς κανονιστικής τους ισχύος από πλευράς Διεθνούς Δικαίου, παράγουν έννομα αποτελέσματα και ως μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.  Και τούτο διότι οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ παραπέμπουν ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, κατά την οργάνωση και θέση σε λειτουργία της ρήτρας «αμοιβαίας άμυνας» μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Όπως είναι προφανές, η «όσμωση» αυτή Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, έχει σημαντικές έννομες συνέπειες ως προς την Ελλάδα. Και τούτο, τόσο σε ό,τι αφορά την ενεργοποίηση της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» απέναντι στην «επικείμενη απειλή» ή και στην «απειλή χρήσης βίας» εκ μέρους της Τουρκίας, όσο και σε ό,τι αφορά την ίδια την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου τα οποία, αυτονοήτως, αποτελούν μέρος και της Ευρωπαϊκής Επικράτειας.  Συγκεκριμένα:

  1. Το γράμμα και το πνεύμα του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Την προμνημονευόμενη ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» («Mutual Defence» clause), στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου, διαμορφώνουν ρυθμιστικώς, στην ολοκληρωμένη μορφή της που συμπεριλαμβάνει -φυσικά συμπληρωματικώς, και με εντελώς δευτερεύουσα σημασία στην προκείμενη περίπτωση- και την ρήτρα «Αλληλεγγύης» («Solidarity» clause), οι διατάξεις:

α) Του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, κατά τις οποίες: «Σε περίπτωση κατά την οποία κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

β) Του άρθρου 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, κατά τις οποίες: «Η Ένωση και τα κράτη μέλη της ενεργούν από κοινού, με πνεύμα αλληλεγγύης, εάν ένα κράτος μέλος δεχθεί τρομοκρατική επίθεση ή πληγεί από φυσική ή ανθρωπογενή καταστροφή.  Η Ένωση κινητοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών μέσων που θέτουν στη διάθεσή της τα κράτη μέλη, για: α) την πρόληψη τρομοκρατικής απειλής στο έδαφος των κρατών μελών, την προστασία των δημοκρατικών θεσμών και του άμαχου πληθυσμού από ενδεχόμενη τρομοκρατική επίθεση, την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του, μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης, β) την παροχή συνδρομής σε κράτος μέλος στο έδαφός του μετά από αίτηση των πολιτικών του αρχών, σε περίπτωση φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής».

  1. Η νομική ισχύς των ρητρών «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης»

Οι συνδυαστικώς -αλλά και συμπληρωματικώς, όπως προεκτέθηκε- εφαρμοζόμενες ρήτρες «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης» είναι, από πλευράς κανονιστικής ισχύος, πλήρεις leges perfectae, άρα δεσμευτικές στο ακέραιο.

α) Τούτο προκύπτει κυρίως από την Γνώμη, την οποία διατύπωσε -ύστερα από σχετικό αίτημα προς τούτο- η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το 2016.  Για την ακρίβεια, στις 12.7.2016 η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αποφάνθηκε, με σειρά τεκμηριωμένων νομικών συλλογισμών, ότι οι κατά τ’ ανωτέρω ρήτρες παράγουν πλήρη έννομα αποτελέσματα, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, αντιστοίχως.

β) Κατά την ίδια Γνώμη, η θέση σ’ εφαρμογή του μηχανισμού των ρητρών «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης» μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή σειράς μέτρων, ιδίως δε διπλωματικών, διοικητικών, τεχνικών και -κατ’ εξοχήν μάλιστα- στρατιωτικών, δια της ενεργοποίησης των κατά περίπτωση ένοπλων δυνάμεων.  Πρέπει δε να επισημανθεί μ’ έμφαση, ότι η ως άνω ενεργοποίηση μέσων και ένοπλων δυνάμεων προβλέπεται ρητώς από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β1) Είναι άκρως ενδεικτικό, ότι στην πρόσφατη Συνθήκη του Aachen, του 2019, μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2020 -και ειδικότερα στο άρθρο 4 εδάφιο β΄ αυτής, που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο 2 «Ειρήνη, Ασφάλεια και Ανάπτυξη»- θεσπίζεται ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, «συμπεριλαμβανομένης της χρήσης στρατιωτικής δύναμης», σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης στην επικράτεια ενός εκ των Μερών, υπό το πρίσμα, όπως ορίζεται επί λέξει στο πρώτο εδάφιο του ίδιου άρθρου, των υποχρεώσεων των δύο Κρατών όχι μόνο με βάση το άρθρο 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, αλλά και με βάση το άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ.

β2) Μάλιστα η Καγκελάριος Α. Merkel, στις δηλώσεις της κατά την υπογραφή της Συνθήκης, ανέφερε, όσον αφορά ειδικότερα τις διατάξεις του 2ου Κεφαλαίου για την αμυντική συνεργασία Γαλλίας και Γερμανίας, ότι πρόκειται για την «συνεισφορά της Γερμανίας στην έλευση ενός Ευρωπαϊκού Στρατού».

γ) Ουσιαστικώς, η ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» -όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 42 παρ. 7 της ΣΕΕ,  με την παραπομπή και στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ- συνιστά εφαρμοστέο δίκαιο και στις διμερείς διακρατικές συμφωνίες των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες, ουσιαστικώς, προλειαίνουν το έδαφος της διαμόρφωσης μιας κοινής αμυντικής πολιτικής της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Η εφαρμογή στην πράξη των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Δικαίου

Από πλευράς πρακτικής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, ως προς τις ρήτρες «Αμοιβαίας Άμυνας» και «Αλληλεγγύης», υφίστανται ως τώρα δύο, τουλάχιστον, άκρως χαρακτηριστικά παραδείγματα:

α) Τον Νοέμβριο του 2015, μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι, η Γαλλία, δια του Προέδρου της François Hollande, ζήτησε και πέτυχε την ενεργοποίηση της εφαρμογής της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ.  Ας σημειωθεί, ότι η Γαλλία στηρίχθηκε, εν προκειμένω, και στο προηγούμενο της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ από τις ΗΠΑ, κατά το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όπως ήδη επισημάνθηκε.   Τονίζεται, ότι η Γαλλική Κυβέρνηση αποφάσισε, συνειδητά, να επικαλεσθεί αποκλειστικώς την ρήτρα «Αμοιβαίας Άμυνας» του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και όχι την αντίστοιχη ρήτρα του άρθρου 5 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου.  Μάλιστα, ο τότε Υπουργός Άμυνας και νυν Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Jean-Yves Le Drian, ανέφερε σε δήλωσή του ότι «η Γαλλία δεν μπορεί να κάνει τα πάντα», επικαλούμενος ευθέως, ως προς την παροχή στρατιωτικής συνδρομής των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες για την καταπολέμηση της ισλαμικής τρομοκρατίας στην Μέση Ανατολή και στην Αφρική.  Στο «κάλεσμα» αυτό ανταποκρίθηκαν πολλά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

β) Ως τέτοιο προηγούμενο μπορεί να χαρακτηρισθεί και η αναφορά στις προμνημονευόμενες ρήτρες κατά την διάρκεια της Συνόδου των Υπουργών Άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις 16.6.2020, και μάλιστα ακριβώς ενόψει των κρίσιμων δεδομένων που έχει δημιουργήσει η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.  Ειδικότερα, στο στοιχείο 6 των συμπερασμάτων η Σύνοδος αυτή: «Επαναλαμβάνει την σημασία της αλληλοβοήθειας ή και αλληλεγγύης, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 42(7) της ΣΕΕ και του άρθρου 222 της ΣΛΕΕ.  Και συμφωνεί να συνεχισθεί η προσπάθεια για μια κοινή κατανόηση του άρθρου 42(7) της ΣΕΕ καθώς και την συναγωγή των σχετικών διδαγμάτων, οικοδομώντας πολιτικές βασισμένες σε συγκεκριμένα σενάρια κατά τους προσεχείς μήνες».

  1. Συμπεράσματα

Υπό το φως των προηγούμενων διαπιστώσεων καθίσταται προφανές και ότι:

α) Το δικαίωμα της Ελλάδας να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκει έρεισμα και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μέσω του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου που περιλαμβάνει τις κρίσιμες, ως προς τούτο, διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου.

α1)Και για την ακρίβεια, η ευθεία αναφορά των διατάξεων του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ συνεπάγεται και  το ότι η Ελλάδα δικαιούται να θωρακίζει αμυντικώς τα Νησιά του Αιγαίου και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, υπό τους όρους και τις  προϋποθέσεις της παγιωμένης πλέον ερμηνείας των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.  Ήτοι όχι μόνον όταν υπάρχει ευθεία επίθεση εναντίον των Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, αλλά και όταν υπάρχει «επικείμενη απειλή» ή, a fortiori, «απειλή χρήσης βίας».  Και η σημερινή στάση της Τουρκίας, η οποία διακρίνεται για την πρωτόγνωρη προκλητικότητά της, όχι μόνο φθάνει στα όρια της «επικείμενης απειλής» αλλά και τα υπερβαίνει κατά πολύ, τουλάχιστον στον βαθμό «απειλής χρήσης βίας».

α2) Την θέση αυτή επιβεβαίωσαν, «πανηγυρικώς», και τα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής, στο μέτρο που διαπίστωσαν ότι, υπό την τρέχουσα συγκυρία, η Τουρκία προβαίνει σε, κατά συρροήν μάλιστα, παραβιάσεις της Κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.  Ειδικότερα, στην παράγραφο 6 των ως άνω συμπερασμάτων αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι οι συμμετέχοντες: «Εκφράζουν την πλήρη στήριξη και αλληλεγγύη τους στην Ελλάδα και στην Κύπρο, για τις επανειλημμένες παραβιάσεις κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων όπως και για τις επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας». Συνακόλουθα, η Ελλάδα δικαιούται να θωρακίζει αμυντικώς τα Νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου τόσο με βάση το Διεθνές, όσο και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

β) Επειδή οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ παραπέμπουν ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, ως προς την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας» -συνδυαστικώς δε και συμπληρωματικώς και του μηχανισμού της ρήτρας «Αλληλεγγύης»- καθίσταται προφανές και τούτο:

β1) Λόγω του ότι  η προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας βρίσκεται μέσα στα όρια -ή και υπερβαίνει πλέον τα όρια- της «επικείμενης απειλής», η Ελλάδα δικαιούται, ανά πάσα στιγμή και κατά την κρίση της, να ζητήσει από τ’ αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», σε συνδυασμό -όταν και εφόσον τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις-  με την ενεργοποίηση του μηχανισμού της ρήτρας «Αλληλεγγύης», κατά τις διατάξεις των άρθρων, αντιστοίχως, 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ και 222 παρ. 1 της ΣΛΕΕ.

β2) Το συμπέρασμα τούτο, στο πλαίσιο εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ενισχύεται καταλυτικώς και από όλες τις δηλώσεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και μεμονωμένων Ευρωπαίων Αξιωματούχων, οι οποίες αναφέρονται ευθέως στην τουρκική αυθαιρεσία εις βάρος της Ελλάδας.  Ιδίως δε ενισχύονται από τα προμνημονευόμενα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ης Σεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής.

Ε π ί λ ο γ ο ς

Η ανάλυση που προηγήθηκε μπορεί να συμπυκνωθεί στ’ ακόλουθα συμπεράσματα:

Α. Αδιαπραγμάτευτη Εθνική μας Θέση είναι ότι μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υφίσταται μια, και μόνη, διαφορά, εκείνη της οριοθέτησης της Νησιωτικής Υφαλοκρηπίδας και των αντίστοιχων Θαλάσσιων Ζωνών.  Ουδένα δε ζήτημα υφίσταται ως προς την αμυντική θωράκιση των Ελληνικών Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

  1. Η Ελλάδα έχει το δικαίωμα -αλλά και την υποχρέωση, αφού τούτο αφορά την προστασία της Ελληνικής Επικράτειας- τόσο για δικό της λογαριασμό όσο και απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πλήρες Κράτος-Μέλος της, να θωρακίζει αμυντικώς όλα, ανεξαιρέτως, τα Νησιά της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, ανεξαρτήτως της έκτασης του εδάφους τους και του αν κατοικούνται ή όχι. Το δικαίωμα αυτό, πέραν των εδραίων θεσμικών επιχειρημάτων που απορρέουν ευθέως από το νομικό καθεστώς της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, οι οποίες κατοχυρώνουν το δικαίωμα Κράτους-Μέλους του ΟΗΕ περί «νόμιμης άμυνας» όχι μόνο σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον του, αλλά και σε περίπτωση «απειλής χρήσης βίας» ή ακόμη και «επικείμενης απειλής», όπως προκύπτει από την πρακτική αυτού τούτου του ΟΗΕ.  Και είναι δεδομένο ότι η Τουρκία, ιδίως μετά την εισβολή στην Κύπρο το 1974, το εντελώς αυθαίρετο «casus belli» ως προς την επέκταση της Αιγιαλίτιδας Ζώνης και τον σχηματισμό της «Στρατιάς το Αιγαίου», απειλεί διαχρονικώς και ευθέως την Ελλάδα, και με την χρήση βίας -όπως αποδεικνύει, επιπροσθέτως, η πρόσφατη στάση της, μετά την «σύναψη» του λεγόμενου «τουρκολιβυκού μνημονίου»- παραβιάζοντας ευθέως το Διεθνές Δίκαιο και, κατ’ εξοχήν, το Δίκαιο της Θάλασσας κατά την Συνθήκη του Montego Bay του 1982.  Συνθήκη, η οποία δεσμεύει και την Τουρκία, μέσω γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.
  2. Πέραν τούτων, η Τουρκία ουδόλως και καθ’ οιονδήποτε τρόπο μπορεί να επικαλείται την Σύμβαση Ειρήνης των Παρισίων του 1947, δια της οποίας παραχωρήθηκαν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.  Και αυτό επειδή η Τουρκία δεν υπήρξε συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω Συνθήκη, η οποία έχει συναφθεί μεταξύ των Συμμάχων νικητών του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της Ιταλίας.  A fortiori, η Τουρκία οφείλει να σέβεται, στο ακέραιο, την Συνθήκη Ειρήνης, η οποία συνιστά, έναντι αυτής, «res inter alios acta».
  3. To ίδιο δικαίωμα -άρα και την ίδια υποχρέωση- αντλεί η Ελλάδα και με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και το αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, σύμφωνα με τις ακόλουθες διευκρινίσεις και υπό τα δεδομένα της διαρκώς εντεινόμενης προκλητικής και επιθετικής συμπεριφοράς της Τουρκίας απέναντί της η οποία, κατά τα συμπεράσματα της Ευρωμεσογειακής Διάσκεψης της 10ηςΣεπτεμβρίου 2020 στο Αιάκειο της Κορσικής, παραβιάζει ευθέως την Κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας.
  4. Οι διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ. α΄ της ΣΕΕ, οι οποίες κατοχυρώνουν τις θεσμικές εγγυήσεις ενεργοποίησης της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», όταν απειλείται Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραπέμπουν ευθέως, ως προς τις προϋποθέσεις ενεργοποίησης της ρήτρας αυτής, στις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ.  Κατά τούτο, οι ως άνω διατάξεις αποτελούν μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, οπότε η Ελλάδα έχει το δικαίωμα αμυντικής θωράκισης των Νησιών του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου εναντίον της τουρκικής απειλής και με βάση το θεσμικό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Δικαίου και του αντίστοιχου Ευρωπαϊκού Κεκτημένου.
  5. Επιπλέον, και ενόψει της κατάφωρης τουρκικής προκλητικότητας και ευθείας απειλής εναντίον της, η Ελλάδα δικαιούται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει, ως Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ενεργοποίηση της ρήτρας «Αμοιβαίας Άμυνας», κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ. Προς την κατεύθυνση αυτή η Ελλάδα μπορεί να επικαλεσθεί την πρακτική, η οποία έχει έως τώρα ακολουθηθεί στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ενεργοποίηση της ως άνω ρήτρας.

Γ. Εν τέλει, σε περίπτωση π.χ. που η Τουρκία -όπως απειλεί απροκαλύπτως και προκλητικώς, ιδίως τον τελευταίο καιρό- επιτεθεί ενόπλως κατά της Ελλάδας και θίξει έτσι την Εθνική Κυριαρχία της και τα εξ αυτής απορρέοντα κάθε είδους Κυριαρχικά της Δικαιώματα, Ευρωπαϊκή Ένωση και ΝΑΤΟ όχι μόνο δεν νομιμοποιούνται να τηρήσουν εμφανή ή και συγκεκαλυμμένη στάση «ουδετερότητας» αλλά, όλως αντιθέτως, κατά τις in concreto διατάξεις που προεκτέθηκαν οφείλουν να στηρίξουν, αμέσως και εμπράκτως, την Ελλάδα εναντίον της Τουρκίας.

  1. Και ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην οποία δεν μετέχει η Τουρκία, τούτο προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, ανενδοιάστως εκ της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης και, συνακόλουθα, εκ του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου, ιδίως δε εκ του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 42 παρ. 7 της ΣΕΕ.
  2. Το αυτό όμως ισχύει και για το ΝΑΤΟ, μολονότι η Τουρκία -όπως και η Ελλάδα- είναι μέλος του. Πραγματικά, ουδεμία διάταξη ή γενική αρχή της Συνθήκης του ΝΑΤΟ μπορεί να δικαιολογήσει την αντίθετη θέση, ήτοι την θέση ότι το ΝΑΤΟ νομιμοποιείται να τηρήσει στάση «ουδετερότητας» σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας και εντεύθεν παραβίασης της Εθνικής Κυριαρχίας και των κάθε είδους Κυριαρχικών Δικαιωμάτων της τελευταίας.  Υπ’ αυτή την έννοια ουδόλως π.χ. οι διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ μπορούν, lege artis, να ερμηνευθούν προς μια τέτοια κατεύθυνση, όπως ορισμένες πλευρές το έχουν υπονοήσει, δίχως μάλιστα στοιχειώδη τεκμηρίωση, κατά καιρούς.

α) Και τούτο διότι ναι μεν οι διατάξεις του άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ prima faciae αναφέρονται, για την ενεργοποίηση του μηχανισμού συνδρομής, στην περίπτωση επίθεσης τρίτου Κράτους εναντίον ενός ή περισσοτέρων Μελών του ΝΑΤΟ.  Πλην όμως πρέπει να ερμηνευθούν, κατά τον σκοπό του ίδιου του ΝΑΤΟ, ότι εν προκειμένω προβλέπουν το αυτονόητο, όχι όμως και ότι ανέχονται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την εξαιρετική και ακραία περίπτωση επίθεσης Κράτους-Μέλους του ΝΑΤΟ εναντίον άλλου ή άλλων Κρατών-Μελών, κατά παραβίαση κάθε έννοιας του Διεθνούς Δικαίου.

β) Εν πάση δε περιπτώσει την ως άνω θέση τεκμηριώνει πλήρως, πέραν της τελεολογικής ερμηνείας τους, και η συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, ήτοι η συνδυαστική ερμηνεία τους κατά το γράμμα και το πνεύμα των λοιπών διατάξεων της κατά τ’ ανωτέρω Συνθήκης.  Πρωτίστως δε η ερμηνεία τους κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της Συνθήκης αυτής.  Τούτο συνάγεται εκ του ότι απλή ανάγνωση των προμνημονευόμενων διατάξεων αρκεί για να καταδείξει ότι το ΝΑΤΟ, ως προς την εκπλήρωση της αποστολής του, στηρίζεται κατά προτεραιότητα στον εκ μέρους των Μελών του πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου, ειδικότερα δε -φυσικά μεταξύ άλλων- στην νοοτροπία ειρηνικής επίλυσης των διεθνών διαφορών, στην ανάπτυξη φιλικών και ειρηνικών διεθνών σχέσεων, στην σύσφιγξη των μεταξύ τους σχέσεων συνεργασίας και στην επέκεινα συνεργασία τους υπό όρους ειρηνικών συσκέψεων και διαβουλεύσεων.

γ) Κατά συνέπεια, αποδοχή της θέσης ότι ένα Κράτος-Μέλος του ΝΑΤΟ  θα μείνει στο «απυρόβλητο» της Συμμαχίας αν επιτεθεί, παραβιάζοντας το Διεθνές Δίκαιο, σε άλλο Κράτος-Μέλος σημαίνει αναίρεση του ίδιου του σκοπού δημιουργίας του ΝΑΤΟ και, κατά πάσα βεβαιότητα, αιτία διάλυσής του ή, τουλάχιστον, απολύτως υπονομευτικής αδρανοποίησής του.

 

* Ομιλία, στις 25.6.2022, στο «Economic Forum of Thrace 2022” στην Σαμοθράκη.

 

Μνήμη Αριστόβουλου Μάνεση

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συμπληρώθηκαν ήδη 100 χρόνια από την γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση και 20 χρόνια από τον θάνατό του. Ωστόσο, όσο περνάει ο καιρός τόσο ενισχύεται η πεποίθησή μου ότι ο Αριστόβουλος Μάνεσης ανήκει στις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις για τις οποίες δεν ισχύει το «ουδείς αναντικατάστατος». Και τούτο διότι σφράγισε, τόσο με την ζωή του όσο και με το έργο του, μια ολόκληρη εποχή. Θα προσπαθήσω να αιτιολογήσω αυτήν την θέση, εστιάζοντας ιδίως σε εκείνα τα σημεία, που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τόσο την προσωπικότητα όσο και το έργο του.

Α. Ξεκινώ από το γενικότερο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, όχι μόνον ως επιστήμονας αλλά και ως διανοούμενος. Αναφέρομαι στο περιβάλλον της μεταπολεμικής περιόδου, η οποία δυστυχώς καθόρισε αρνητικά την πορεία της χώρας μας. Ενώ στην (δυτική) Ευρώπη πνέει εκείνη την εποχή αέρας αισιοδοξίας, καθώς ο δημοκρατικός συνταγματισμός θριαμβεύει, στην Ελλάδα επικρατεί πλήρως η διχαστική ιδεολογία και ο ανελέητος εκδικητισμός των νικητών του εμφυλίου. Το αποτέλεσμα ήταν να ψηφισθεί, μόλις το 1952, ένα Σύνταγμα απαρχαιωμένο, με εγγενώς υπονομευμένα (λόγω του «παρασυντάγματος») τα ατομικά δικαιώματα, με εικονικά εν πολλοίς  –λόγω βίας, νοθείας και μεθοδευμένων εκλογικών συστημάτων– πολιτικά δικαιώματα αλλά και χωρίς ίχνος κοινωνικών δικαιωμάτων και ρητρών κοινωνικής προστασίας (σε πλήρη αντίθεση με όλα τα άλλα δυτικοευρωπαϊκά Συντάγματα). Σε αυτό το ζοφερό κλίμα της μετεμφυλιακής υστερίας και  της «καχεκτικής δημοκρατίας», στο οποίο κυριαρχούσε, σαν όαση νηφαλιότητας, αντίστασης αλλά και εθνικής συμφιλίωσης, η φωτεινή μορφή του Αλέξανδρου Σβώλου, θα κάνει τα πρώτα του επιστημονικά βήματα ο Αριστόβουλος Μάνεσης, προτάσσοντας εύλογα, παντός άλλου, την εγγυητική λειτουργία του Συντάγματος και αφιερώνοντας μόνο περιορισμένες ή/και υπαινικτικές σκέψεις για άλλα θεωρητικά θέματα, που είναι φανερό ότι τον απασχολούν ιδιαίτερα. Η επιλογή του αυτή καθίσταται πρόδηλη ευθύς εξ αρχής, με την διατριβή του, με τίτλο «Περί αναγκαστικών νόμων. Αι εξαιρετικαί νομοθετικαί αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας», που εκδόθηκε το 1953. Στην συνέχεια δε αποτυπώνεται πλήρως –όχι μόνο στην θεματική αλλά και στον τίτλο– στο εμβληματικό έργο του «Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος» (που ξεκίνησε το 1956 και ολοκληρώθηκε το 1965). Επαναλαμβάνεται δε –με κάποιες αποχρώσεις– στο επίσης εμβληματικό εναρκτήριο μάθημά του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, το 1962, με τίτλο: «Το Συνταγματικόν Δίκαιον ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας», καθώς επίσης και στις ειδικότερες μελέτες του αλλά και στο διδακτικό του εγχειρίδιο, το 1967.

Δυστυχώς οι πολιτικές εξελίξεις έδειξαν ότι τελικά οι εγγυήσεις του Συντάγματος δεν αποδείχθηκαν επαρκείς. Αφού μεσολάβησε η σύντομη «χαμένη άνοιξη» του 1964-1965, στην οποία ο Μάνεσης πρωταγωνίστησε υπερασπιζόμενος δημόσια –απέναντι στον μονάρχη– τον κοινοβουλευτικό και σε τελευταία ανάλυση τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος, η «καχεκτική δημοκρατία» βρέθηκε στην δίνη της «αποστασίας» και τελικά έδωσε την θέση της στην στυγνή δικτατορία των συνταγματαρχών. Τουλάχιστον ο Μάνεσης πρόλαβε, με το περίφημο «Τελευταίο Μάθημα», να αποχαιρετήσει διά ζώσης τους φοιτητές του, σε αντίθεση με τον Σβώλο, που είχε αναγκασθεί να στείλει αποχαιρετιστήρια επιστολή… Ακολούθησε η εκτόπιση, έως ότου η χούντα υπέκυψε στις διεθνείς πιέσεις και του επέτρεψε να φύγει για να διδάξει στη Γαλλία, από όπου επέστρεψε μόνο μετά την πτώση της.

Β. Στην μεταπολίτευση, όπως είναι γνωστό, κυριαρχούσε ένα κλίμα ενθουσιασμού και μεγάλων προσδοκιών, καθώς η χώρα άρχισε να  αντιστοιχείται ξανά –με καθυστέρηση τριάντα χρόνων– με τις συνταγματικές εξελίξεις των άλλων (δυτικο)ευρωπαϊκών χωρών, που είχαν ήδη σηματοδοτήσει, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την ολοκληρωμένη επικράτηση του δημοκρατικού συνταγματισμού. Τις βασικές λοιπόν αρχές αυτού του συνταγματισμού, και μάλιστα στην πιο προωθημένη εκδοχή τους, έρχεται πλέον να εκφράσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης κατά την διάρκεια της συζήτησης για το Σύνταγμα του 1975. Εν πρώτοις, πρωτοστάτησε στην διατύπωση ρηξικέλευθων προτάσεων «για ένα δημοκρατικό Σύνταγμα» από Ομάδα Επιστημόνων. Επιπλέον, δε, άσκησε δριμεία νομικοπολιτική κριτική στην υστερόβουλη και μεθοδευμένη –από τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή– υπερενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, με το μαχητικό έργο του «Η νομικοπολιτική θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το κυβερνητικό σχέδιο Συντάγματος» (1975). Παρότι δε και στις παρεμβάσεις αυτές ο εγγυητισμός παραμένει σημαντική παράμετρος των παρεμβάσεών του, είναι φανερό ότι ο Μάνεσης αισθάνεται απελευθερωμένος πλέον ως προς το να προβεί σε ευρύτερες νομικοπολιτικές προσεγγίσεις, οι οποίες αρχικά αποτυπώνονται ιδίως στα δύο διδακτικά του εγχειρίδια (τις Ατομικές Ελευθερίες, το 1979, και το Συνταγματικό Δίκαιο, το 1980). Ο εγγυητισμός, πάντως, επανεμφανίζεται έντονος με την διεισδυτική κριτική που ασκεί ο Μάνεσης στην επίσης υστερόβουλη και μεθοδευμένη  –αυτή την φορά από τον Ανδρέα Παπανδρέου– αναθεώρηση του 1986, με το έργο του «Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986. Μια κριτική αποτίμηση της νομικοπολιτικής σημαίας της». Παράλληλα όμως αναπτύσσει και έναν ευρύτερο προβληματισμό, με αποκορύφωμα τα τελευταία διορατικά –σχεδόν προφητικά, θα έλεγα– έργα του, δηλαδή την βαθυστόχαστη ομιλία «Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα», που εκφώνησε για την επίσημη υποδοχή στην Ακαδημία Αθηνών, το 1993,  και το κύκνειο άσμα του «Όψεις και αντιμετώπιση του Ρατσισμού», που δημοσιεύθηκε λόγο πριν από τον θάνατό του, το 2000.

Γ. Όπως προαναφέρθηκε, αλλά και όπως προκύπτει ήδη, σε ένα πρώτο επίπεδο, από την σύντομη περιδιάβαση που προηγήθηκε, το έργο του Μάνεση έχει τρεις βασικές σταθερές:

α. Η πρώτη σταθερά είναι, αναμφίβολα, η βαθύτατη πεποίθησή του για την σημασία και την αξία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ως ιστορικής κατάκτησης που άλλαξε την εικόνα του σύγχρονου κόσμου. Ο νεαρός Μάνεσης γοητεύεται από την ακτινοβολία της προσωπικότητας του Σβώλου και υιοθετεί ανεπιφύλακτα την δική του εκλεκτικιστική, αδογμάτιστη και ολόπλευρη προσέγγιση της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου θα εστιάσει, ευθύς εξ αρχής, στην  ανάδειξη της εγγυητικής λειτουργίας του Συντάγματος, όχι ως αυτοσκοπού αλλά ως προϋπόθεσης τόσο για την ουσιαστική κατοχύρωση όσο και για την επιβίωση της πολιτικής δημοκρατίας.

Αυτός ο εγγυητισμός, ο οποίος αποδείχθηκε εν τέλει, εκ των πραγμάτων, η πρώτη μεγάλη θεωρητική του προτεραιότητα, έχει δύο βασικούς άξονες: πρώτον, την αναζήτηση ασφαλιστικών δικλείδων για την θωράκιση των δημοκρατικών αντιπροσωπευτικών θεσμών και των ατομικών δικαιωμάτων, έναντι κάθε εξουσιαστικής επιβολής ή υπονόμευσης, και δεύτερον την προβληματική των «θεσμικών αντιβάρων», προκειμένου να αποτραπούν οι όποιες αυταρχικές παρεκτροπές σε βάρος των πάσης φύσεως «μειοψηφιών» ή/και μειονοτήτων.  Πρόκειται λοιπόν για έναν πλήρως επεξεργασμένο εγγυητισμό, ο οποίος ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη θεώρηση για το Συνταγματικό Δίκαιο ως «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» αλλά και συνδέεται με προωθημένες απόψεις για έναν προσεκτικό και λελογισμένο εμπλουτισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με θεσμούς άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής.

Πρέπει να παρατηρηθεί, μάλιστα, ότι το έργο του Μάνεση έχει μια σαφώς αντιεξουσιαστική χροιά, η οποία εξακολουθεί να το χαρακτηρίζει ακόμη και μετά την πτώση της χούντας, παρότι επικράτησαν, κατά τα προεκτεθέντα, νέα πολιτικά δεδομένα. Με άλλα λόγια, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε παλαιότερη ομιλία μου σε Συμπόσιο προς τιμήν του, «Αν κάτι χαρακτηρίζει συνολικά και διαχρονικά τον Αριστόβουλο Μάνεση, αυτό είναι ο αδιάκοπος, έντονος και θαρραλέος αντίλογός του απέναντι στον λόγο της εξουσίας».

β. Η δεύτερη σταθερά του Μάνεση δεν αφορά πλέον την άμυνα αλλά την ουσιαστική (μέσω της εισαγωγής του «κοινωνικού στοιχείου») ολοκλήρωση της πολιτικής δημοκρατίας. Αποκρυσταλλώνεται δε στο πρόταγμα της «κοινωνικής δημοκρατίας», ως διαλεκτικής υπέρβασης της πολιτικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο μιας ρηξικέλευθης  θεώρησης τον για  ολόπλευρο δημοκρατικό μετασχηματισμό του κράτους και της κοινωνίας.

Η πρώτη φορά που ο Μάνεσης θα μιλήσει ανοιχτά είναι στο πολιτικοεπιστημονικό μνημόσυνο του Σβώλου, το 1966, όπου και θα αναπτύξει με σαφήνεια και πληρότητα την θέση που θα επαναλάβει πολλές φορές έκτοτε, παραφράζοντας το Ευαγγέλιο: ότι η «κοινωνική δημοκρατία», «δεν έρχεται καταλύσαι αλλά πληρώσαι» την πολιτική δημοκρατία.

Στην μεταπολίτευση ο Μάνεσης θα εμπλουτίσει τις θέσεις του Σβώλου περί «κοινωνικής δημοκρατίας», με βάση τα νέα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα και τις πλούσιες ιδεολογικές αναζητήσεις της  δεκαετίας του ’60 (με προεξάρχουσες, για τον ίδιο, αυτές του Νίκου Πουλαντζά). Υπό αυτό το πρίσμα, στις δικές του πλέον πολιτειολογικές προσεγγίσεις και ιδίως στο έργο «Η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα», θα εμμείνει μεν στην ανάγκη ριζοσπαστικών θεσμικών μετασχηματισμών προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, εμπλουτίζοντάς τες όμως  με ιδέες του Μάη του 68, ως προς τον ρόλο των κοινωνικών κινημάτων και την ανάγκη αυτοδιαχειριστικών προσανατολισμών. Αξίζει δε γενικότερα να επισημάνουμε ότι μια προσεκτική ματιά στο έργο του Μάνεση δείχνει ότι η θέση του για την «κοινωνική δημοκρατία» υπερακοντίζει κατά πολύ τα σημερινά «κοινωνικά κεκτημένα» της σοσιαλδημοκρατίας, καθώς συνδέεται με σαφώς ριζοσπαστικότερες θέσεις ως προς την έκταση και το βάθος των προτεινόμενων κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών, στην κατεύθυνση της καταπολέμησης των κοινωνικών ανισοτήτων.

γ. Υπάρχει όμως και μια τρίτη σταθερά, η οποία δεν αφορά πλέον τις θεωρητικές αλλά τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις του. Στο σημείο αυτό μια προσεκτική –και αποστασιοποιημένη από υποκειμενισμούς– ματιά δεν αφήνει νομίζω καμία αμφιβολία ότι ο Μάνεσης ανήκει, επί της αρχής, στην σχολή του νομικού θετικισμού. Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να γίνουν κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις:

Εν πρώτοις ο θετικισμός του τελεί υπό έναν απαρέγκλιτο όρο: δεν αφορά οποιοδήποτε Σύνταγμα αλλά μόνο ένα Σύνταγμα με δημοκρατική νομιμοποίηση και δημοκρατικό περιεχόμενο, δηλαδή, με άλλα λόγια, το Σύνταγμα ενός δημοκρατικού κράτους. Ως εκ τούτου, η ερμηνεία οποιουδήποτε άλλου κειμένου, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις ενός δημοκρατικού Συντάγματος,  απλώς δεν νοείται. Έτσι εξουδετερώνεται εξ υπαρχής –και εξ ορισμού– ένα από τα βασικότερα μειονεκτήματα του παραδοσιακού και νομικοπολιτικά στεγανοποιημένου θετικισμού.

Κατά δεύτερον, και κατ’επέκτασιν, ο θετικισμός του δεν σημαίνει μια τυποκρατική και αποστειρωμένη από τις κοινωνικές επιδράσεις ερμηνεία. Αντίθετα ο Μάνεσης εντάσσει τις ερμηνευτικές του προσεγγίσεις στο πλαίσιο μιας ευρύτερης «κριτικής-διαλεκτικής» μεθόδου, το κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι ο θεωρητικός εκλεκτικισμός και οι πλούσιες αναγωγές στην κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα.

Ωστόσο στο σημείο αυτό απαιτείται μια σημαντική επισήμανση, προς αποφυγήν παρανοήσεων. Αυτές οι –εξωνομικές– αναγωγές, ιστορικής, κοινωνιολογικής, πολιτειολογικής ή ακόμη και πολιτικής φύσεως, δεν χρησιμοποιούνται σαν συστατικά στοιχεία της ερμηνείας. Οι περισσότερες από αυτές χρησιμοποιούνται απλώς σαν προλεγόμενα, που αξιοποιούνται ιδίως για να φωτίσουν ολόπλευρα τις ιστορικές καταβολές και τις κοινωνικοπολιτικές ορίζουσες του Συντάγματος. Ορισμένες όμως  διαδραματίζουν και έναν επιπρόσθετο ρόλο: παρέχουν τις δυνατότητες για μια ολοκληρωμένη κριτική αξιολόγηση του συνταγματικού κανόνα, ώστε να μπορέσει ο θεωρητικός του συνταγματικού δικαίου όχι μόνον να τον ερμηνεύσει αλλά και να προτείνει τυχόν πρόσφορη τροποποίησή του, υπό την οπτική γωνία της συνταγματικής πολιτικής.

Με βάση τα ανωτέρω, ο Μάνεσης έχει κάνει πλουσιότατες θεωρητικά αναλύσεις και εμβριθείς παρατηρήσεις για τις ιστορικές καταβολές την δομή, την οργάνωση και την λειτουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, για τις σχέσεις κράτους και κοινωνίας, για τις παθογένειες της πολιτικής ζωής και γενικότερα για οτιδήποτε συνδέεται με τον συνταγματικά οργανωμένο πολιτικό και κοινωνικό βίο και με τις συγκρούσεις που διεξάγονται στο εσωτερικό τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι θεωρείται από τους πλέον βαθυστόχαστους διανοουμένους του περασμένου αιώνα. Ωστόσο, όταν καλείται να αποκαλύψει το νόημα μιας συνταγματικής διάταξης, γνωρίζει πολύ καλά, ως επιστήμονας του συνταγματικού δικαίου, να διαχωρίζει την πολιτική άποψη από την νομική τοποθέτηση, η οποία δεν νοείται να υποτάσσεται στην λογική του όπερ έδει δείξαι.

Παρότι λοιπόν αναπτύσσει έντονα αμφισβητησιακούς κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς, με κοινό παρονομαστή την ουσιαστική διεύρυνση της Δημοκρατίας, το πρώτο του μέλημα, διαχρονικά, είναι να μην πληγεί η πεμπτουσία του Συντάγματος, που δεν είναι άλλη από την ασφάλεια δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν είναι διόλου συμπτωματικό το ότι, υπό το πρίσμα μιας τέτοιας προσέγγισης, δεν προσχώρησε ποτέ ούτε στον συνταγματικό λαϊκισμό, που αναγορεύει σε κριτήριο συνταγματικότητας το «λαϊκό αίσθημα», ούτε στον συνταγματικό ελιτισμό, που αρκείται, απλώς, στην  «αυθεντία» του ερμηνευτή.

Κλείνοντας, θα έλεγα ότι ο Αριστόβουλος Μάνεσης συνδύασε, με τρόπο υποδειγματικό την ανθρωπιά, το δημοκρατικό ήθος, την επιστημοσύνη και την στάση ζωής. Ίσως όμως το μεγαλύτερο προσόν του, αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό, ήταν η απαρέγκλιτη συνέπεια λόγων και έργων. Το ότι δηλαδή δεν υπήρξε ποτέ στον βίο του «δάσκαλος που δίδασκε…».

 

* Το κείμενο αυτό είναι επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας που εκφώνησε ο γράφων, ως πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης», σε τιμητική εκδήλωση που οργάνωσε στις 20.6.2022 η Ένωση Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Κηφισιάς και Βορείων Προαστίων, υπό την αιγίδα του Δήμου Κηφισιάς, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση. Δημοσιεύθηκε στο  News 24/7, 27.6.2022.

 

 

Φόρος Τιμής στον Αριστόβουλο Μάνεση

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ίδια η ιστορική έρευνα του Συνταγματικού Δικαίου -και κατ’ εξοχήν της μεθόδου ερμηνείας του Συντάγματος και της ιστορικής εξέλιξής του εν γένει, σε ό,τι δε αφορά την Ελλάδα της ιστορικής εξέλιξής του πρωτίστως μετά την δημιουργία του Νεώτερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, του 1830- αποδεικνύει, με αδιάσειστα αντικειμενικά κριτήρια, ότι το «αέτωμα» του Ελληνικού Συνταγματικού Δικαίου, κατά την διάρκεια του 19ου και του 20ού αιώνα, στηρίζεται, κατά βάση, σε δύο κύριους και καίριους πυλώνες: Στον Ν.Ι. Σαρίπολο και στον Αριστόβουλο Μάνεση.

Ι. Κατ’ αρχάς, ουδείς αμφισβητεί ότι ο Ν.Ι. Σαρίπολος -και ως συνεχιστής του ο γιός του, Ν.Ν. Σαρίπολος- υπήρξε ο «πατέρας» του Συνταγματικού Δικαίου στην Ελλάδα.  Επιφανής νομικός, με σπάνια διεθνή ακτινοβολία για την εποχή του -ιδίως στην Γαλλία, αλλά όχι μόνο- ο Ν.Ι. Σαρίπολος «θεράπευσε» το Δημόσιο Δίκαιο σχεδόν στο σύνολό του, αν αναλογισθεί κανείς ότι έγραψε και δίδαξε, εκτός από Συνταγματικό Δίκαιο, επιπλέον Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ποινικό Δίκαιο.  Η «Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου» -σε πέντε τόμος, β΄ έκδοση, 1874-1875- συνιστά την κορυφαία, εντυπωσιακής πρωτοτυπίας για εκείνα τα χρόνια, «παρακαταθήκη» του Ν.Ι. Σαρίπολου και ως προς την ερμηνεία και ως προς την διδασκαλία του Συντάγματος.  «Παρακαταθήκη», η οποία θέτει το Σύνταγμα στο οιονεί φυσικό του «θεσμικό βάθρο» , ως «Θεμελιώδους Νόμου» της Πολιτείας οργανωμένης στη βάση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, επέκεινα δε της Δημοκρατικής Αρχής, της Διάκρισης των Εξουσιών, του Κράτους Δικαίου και των εγγυήσεων ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Την ασυμβίβαστη προσήλωσή του στις ως άνω αρχές καταδεικνύουν, μεταξύ άλλων, η ουσιαστική συμβολή του στην κατάρτιση του Συντάγματος του 1864 αλλά και η προσωπική του στάση, ως Δασκάλου ο οποίος δεν δίστασε να παραιτηθεί όταν αισθάνθηκε ότι αυτό επέβαλε η υπεράσπιση των αρχών, που παγίως ενστερνίσθηκε και υπηρέτησε.

ΙΙ. Δίχως να υποτιμάται και η συμβολή άλλων μεγάλων Δασκάλων του Συνταγματικού Δικαίου στην συνέχεια, κυρίως κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα, η ιστορία του Συνταγματικού Δικαίου αποδεικνύει την αλήθεια ότι την «σκυτάλη» από τον Ν.Ι. Σαρίπολο, ιδίως μετά το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, ως προς την επιστημονική «θεραπεία» του κατά την αποστολή του πήρε ο Αριστόβουλος Μάνεσης.  Και αν στον Ν.Ι. Σαρίπολο οφείλεται, κατά κάποιον τρόπο, αυτό που θα λέγαμε «δόγμα» του Συνταγματικού Δικαίου, στον Αριστόβουλο Μάνεση οφείλεται, κατά την ερμηνεία και την διδασκαλία του Συντάγματος, η ευθεία σύνδεσή του με την «ζέουσα» κοινωνικοοικονομική υποδομή του, ήτοι με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, από την οποία απορρέουν οι κανόνες του Συντάγματος και η οποία επηρεάζει καθοριστικώς την ερμηνεία τους και την εφαρμογή τους, με γνώμονα την υπεράσπιση της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που καθιστούν εφικτή την απόλαυσή της στην πράξη.

Α. Αν πρέπει να συμπυκνώσω -κάτι που, βεβαίως, ενέχει μεγάλο μέρος υποκειμενικής προδιάθεσης- την σκέψη του Αριστόβουλου Μάνεση για το Σύνταγμα και το Συνταγματικό Δίκαιο, δεν θα δίσταζα να υπενθυμίζω ορισμένες φράσεις του από το ιστορικό, κυριολεκτικώς, τελευταίο μάθημά του ως Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την 18η Ιανουαρίου 1968 -μέσα δηλαδή στην σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας- μάθημα «ύμνο» στην Ελευθερία. Με τις φράσεις του αυτές ο Αριστόβουλος Μάνεσης τόνισε προς τους φοιτητές του την σημασία της Πολιτικής Ελευθερίας ως ιστορικής κατάκτησης για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋπόθεσης για την γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του Ανθρώπου.  Με τον τρόπο αυτόν ο Αριστόβουλος Μάνεσης περιέγραψε την, lato sensu, Πολιτική Ελευθερία ως «μήτρα» και «λίκνο» των εν γένει Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που του επιτρέπουν να υπερασπισθεί απροσκόπτως την αξία του και ν’ αναπτύξει ελευθέρως την προσωπικότητά του συμμετέχοντας, εξίσου ελευθέρως, στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας.

Β. Για τον Αριστόβουλο Μάνεση το Σύνταγμα συντίθεται από ένα σύνολο θεσμικών εγγυήσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως ιδανικής εγγύησης της Ελευθερίας.  Κατά τούτο βασικοί «πυλώνες» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι η αρχές της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου -συνακόλουθα δε της Αρχής της Νομιμότητας- και η κατοχύρωση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτά θωρακίζονται περαιτέρω από το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.  Συνακόλουθα, στην σκέψη του Αριστόβουλου Μάνεση προέχει η κεφαλαιώδης σημασία των «θεσμικών αντιβάρων» που καθιερώνει το Σύνταγμα, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός και αποτελεσματικός ο έλεγχος κυρίως της κρατικής εξουσίας, ως εν δυνάμει κινδύνου εκδήλωσης αυθαίρετης συμπεριφοράς εις βάρος των φορέων άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Γ. Έχοντας μετάσχει ενεργώς, ως βουλευτής της τότε Αναθεωρητικής Βουλής, στην δεύτερη Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, νομιμοποιούμαι, νομίζω, να υποστηρίξω την θέση ότι πολλές από τις «τομές» της Αναθεώρησης αυτής, σε ό,τι αφορά τις πρόσθετες εγγυήσεις για την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έλκουν, σε αξιοσημείωτο βαθμό, την καταγωγή τους από το έργο και την διδασκαλία του Αριστόβουλου Μάνεση.  Ως πρώτο δε «δείγμα γραφής» αυτής της επιρροής θα μπορούσα ν’ αναφέρω πως το έργο και η διδασκαλία του Αριστόβουλου Μάνεση διαδραμάτισε  ουσιώδη ρόλο στην εμπέδωση της άποψης ότι, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διακρίσεις τους σε θεωρητικό επίπεδο, όλα, ανεξαιρέτως, τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχουν μικτό χαρακτήρα. Χαρακτήρα, ο οποίος καθορίζει όχι μόνο το πλαίσιο της κρατικής αρμοδιότητας ως προς την ακώλυτη άσκησή τους αλλά, πέραν των δυνατοτήτων τους και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των ίδιων των φορέων των κατά περίπτωση Δικαιωμάτων.  Επιπλέον, στην σκέψη του Αριστόβουλου Μάνεση οφείλεται, εν πολλοίς, και η αναγνώριση της τεράστιας σημασίας, για την αρμονική κοινωνική συμβίωση και την Κοινωνική Δικαιοσύνη, των Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ως Δικαιωμάτων που όχι απλώς επιβάλλουν στο Κράτος να προβαίνει στις αντίστοιχες παροχές προς του φορείς τους αλλά και, επιπροσθέτως, προϋποθέτουν για την αποτελεσματική άσκησή τους εκ μέρους τους την θεσμοθέτηση και της κατάλληλης και αναγκαίας αγώγιμης αξίωσης υπέρ αυτών.

Δ. Εξειδικεύοντας ακόμη περισσότερο τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις ως προς την επιρροή του έργου και της διδασκαλίας του Αριστόβουλου Μάνεση στην Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, ας μου επιτραπεί να επικεντρώσω την ανάλυσή του στις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος.  Και τούτο γιατί θεωρώ ότι κατ’ εξοχήν οι θέσεις που διατύπωσε ο Αριστόβουλος Μάνεσης στα επιμέρους συγγράμματά του ως προς τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, κυρίως δε οι θέσεις  του περί «Ατομικών Ελευθεριών» -παραδόσεις που εκδόθηκαν το 1982- άσκησαν μια διόλου αμελητέα επιρροή στην τελική διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ισχύουν σήμερα.  Ήτοι στην διατύπωση εκείνη, η οποία συμπυκνώνει τις ακόλουθες γενικές ρήτρες ως προς την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ρήτρες οι οποίες «φωτίζουν» και την ερμηνεία όλων των λοιπών σχετικών διατάξεων του Συντάγματος.  Σύμφωνα με τις ρήτρες αυτές:

  1. Πρώτον, όλα τα όργανα του Κράτους υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δοθέντος ότι τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου καθώς και η αρχή του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
  2. Δεύτερον, με δεδομένο το γεγονός ότι ιδίως λόγω της εξέλιξης της Οικονομικής -και όχι μόνο- Παγκοσμιοποίησης οι απειλές εναντίον των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προέρχονται όχι μόνον από τα όργανα του Κράτους, αλλά και από εξαιρετικά ισχυρούς οικονομικούς παράγοντας του Ιδιωτικού Τομέα, τα ως άνω Δικαιώματα ισχύουν, «τριτενεργώντας», και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, στις οποίες προσιδιάζουν.
  3. Τρίτον, περιορισμοί στα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου μπορούν να επιβληθούν μόνον όταν και στο μέτρο που τούτο επιτρέπεται από το Σύνταγμα, είτε με απευθείας πρόβλεψη των διατάξεών του είτε δια νόμου, εφόσον όμως υπάρχει in concreto σχετική επιφύλαξη υπέρ αυτού.
  4. Τέλος, τέταρτον, οι κατά τ’ ανωτέρω περιορισμοί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και όταν επιτρέπονται από το Σύνταγμα πρέπει να επιβάλλονται μόνο με πλήρη σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας, προκειμένου να μην οδηγούνται ως την «τήξη» του πυρήνα του Δικαιώματος. Με άλλες λέξεις οι περιορισμοί αυτοί επιτρέπονται όταν, σωρευτικώς μεταξύ άλλων, είναι αναγκαίοι για την επίτευξη συνταγματικώς προβλεπόμενου σκοπού, είναι πρόσφοροι για την επίτευξη του σκοπού τούτου και ανταποκρίνονται απολύτως στην stricto sensu αναλογικότητα μεταξύ του επιδιωκόμενου σκοπού και του επιλεγόμενου μέσου επίτευξής του.

Καταλήγω, επαναλαμβάνοντας την διαπίστωση ότι κατά τον Αριστόβουλο Μάνεση το Σύνταγμα δεν μπορεί να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται «αποκομμένο» από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, εκ της οποίας προέρχεται και η οποία εν συνεχεία ισχύει σε κάθε φάση ερμηνείας και εφαρμογής του.  Για τον Αριστόβουλο Μάνεση αυτό το κοινωνικοοικονομικό «μάγμα» επηρεάζει την ερμηνεία και εφαρμογή του Συντάγματος, έτσι ώστε οι διατάξεις του να μην αποξενώνονται από την πραγματικότητα.  Επιπλέον, μια τέτοια ερμηνεία και εφαρμογή, λειτουργώντας αμφιδρόμως, ασκεί με την σειρά της την δική της επιρροή, μέσω των αντίστοιχων έννομων αποτελεσμάτων που παράγει, στην υφιστάμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, ενδυναμώνοντας την κανονιστική ισχύ του Συντάγματος και συμβάλλοντας έτσι στην τόνωση της κανονιστικής του διάρκειας και επάρκειας και στην αποφυγή της ταχείας υπέρβασής του από τα δεδομένα της πραγματικότητας.  Πολλώ μάλλον όταν, και πάλι λόγω της ιδιομορφίας της Οικονομικής -και όχι μόνο- Παγκοσμιοποίησης, τα δεδομένα αυτά μεταβάλλονται με γεωμετρικώς αυξανόμενο ρυθμό.  Και αυτή η παράμετρος του έργου και της διδασκαλίας του Αριστόβουλου Μάνεση τον καθιστά εμβληματικό υπέρμαχο του Συντάγματος, ως Θεμελιώδους Νόμου που εγγυάται την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, την Ελευθερία και την αποτελεσματική εμπέδωση της Δημοκρατικής Αρχής. Ίσως γι’ αυτό -ή, μάλλον, και γι’ αυτό- το έργο και η διδασκαλία του Αριστόβουλου Μάνεση προσέθεσε, και εξακολουθεί πάντα να προσθέτει, λαμπρές «ψηφίδες κλασικισμού» στην Θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου, ακόμη και πέρα από τα επιστημονικά σύνορα της Χώρας μας.

 

Ομιλία σε τιμητική εκδήλωση που οργάνωσε στις 20.6.2022 η Ένωση Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Κηφισιάς και Βορείων Προαστίων, υπό την αιγίδα του Δήμου Κηφισιάς, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη γέννηση του Αριστόβουλου Μάνεση.

 

 

Κράτος και βία

Γιώργος Σταυρόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώην Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η έννοια του Κράτους ταυτιζόταν πάντοτε με την έννοια της δύναμης. Και η κρατική δύναμη ανά τους αιώνες εκδηλωνόταν  συνήθως  με τρόπο βίαιο. Η δημόσια δύναμη σχεδόν ποτέ δεν διακρινόταν για το βελούδινο τρόπο της παρέμβασής της, άλλοτε δικαιολογημένα  άλλοτε αδικαιολόγητα. Κάποτε βέβαια την κρατική βία δικαιολογούσαν οι περιστάσεις, οι συνθήκες αντιμετώπισης ενός μεγάλου κακού που ήδη είχε βίαια εκδηλωθεί ή επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον. Όταν  την εκδήλωση της κρατικής βίας δεν δικαιολογούσαν οι περιστάσεις, υπηρετούνταν  άλλοι σκοποί, συχνά αθέμιτοι, πολιτικοί ή άλλοι. Η διακριτική ευχέρεια για την άσκηση της κρατικής βίας ήταν συνήθως ευρύτατη και για αυτό επικίνδυνη.

Ιστορικά ο έλεγχος της κρατικής βίας δεν μπορούσε συνήθως να ασκηθεί δημόσια παρά μόνο  μέσα στο πλαίσιο  της εσωτερικής λειτουργίας της ίδιας της εξουσίας. Αυτό δυστυχώς συμβαίνει και στις μέρες μας σε πολιτεύματα απολυταρχικά με ή όχι δημοκρατικό μανδύα. Η εξουσία, βέβαια, η όποια εξουσία, ενοχλείται  όταν ελέγχεται. Πρόκειται για φαινόμενο που έχει και ψυχολογικές διαστάσεις. Η εξουσία απεχθάνεται τον έλεγχο που μπορεί να αναδείξει τις αδυναμίες και τα λάθη της, ακόμα και τις παράνομες πράξεις της. Η εξουσία, η όποια εξουσία, σχεδόν πάντα  επιθυμούσε να είναι απόλυτη, να μην ελέγχεται από τους παθόντες, τους τρίτους, ακόμη και από μια άλλη εξουσία. Ήταν ενδοστρεφής, ανασφαλής και τελικά φοβική.

Αποδίδεται στον Όρσον Γουέλς  το απόφθεγμα : « Μόνο σε ένα αστυνομικό κράτος η δουλειά του αστυνομικού είναι εύκολη». Η ρήση φαίνεται σε μια πρώτη ανάγνωση σωστή. Οι περιορισμοί όμως της δημόσιας δύναμης μέσω της  εφαρμογής του νόμου είναι θεμιτοί. Το σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου επιβάλλει την υποταγή των πάντων, άρα και της δημόσιας δύναμης, στον νόμο που αποτελεί κατά τεκμήριο την έκφραση της γενικής βούλησης, αφού εκφέρεται από τους αντιπροσώπους του λαού μέσα από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες της λαϊκής αντιπροσωπίας. Πολύ περισσότερο, λειτουργεί υπό το καθεστώς συνταγματικής φύσης δεσμεύσεων αλλά και διεθνών κειμένων γενικής εφαρμογής.

Οι κανόνες δικαίου που ισχύουν στη Χώρα μας  δεν είναι όμως πάντοτε εύκολα εφαρμόσιμοι για διάφορους λόγους. Ακόμα και τα δικαιώματα του ανθρώπου παρουσιάζουν αντιφάσεις κατά την εφαρμογή τους. Η τάση για κατάχρηση κάποιων δικαιωμάτων σε βάρος άλλων είναι ενεργή. Καθώς πολλοί εύκολα παρασύρονται στο να ταυτίζουν το ατομικό συμφέρον με το δικαίωμα έναντι του άλλου ή του Κράτους, δεν αντιλαμβάνονται συχνά τα όρια της ατομικής ή συλλογικής δράσης τους. Η απουσία της συνειδητοποίησης των υποχρεώσεών τους  προς το κοινωνικό σύνολο  και η παράβλεψη  του δημόσιου συμφέροντος  είναι συχνά εμφανείς. Η σύγχυση  ως προς την έκταση της εφαρμογής στην πράξη των συνταγματικών κανόνων είναι παρούσα και η κατάχρηση στην άσκηση δικαιωμάτων  είναι έννοια ιδιαίτερα αγαπητή. Αν σε αυτά προστεθεί και η αμηχανία που δημιουργείται στους πολίτες σχετικά με την έκταση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών τους που προκαλείται από τις εκάστοτε πολιτικές ή κοινωνικές αντιπαραθέσεις, το σχετικό θεσμικό τοπίο εμφανίζεται στην πράξη ιδιαίτερα ομιχλώδες. Σε  τέτοιες συνθήκες   οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου  από μέρους των οργάνων της Πολιτείας  όσο και από τους ίδιους πολίτες  καλά κρατούν.

Το δημοκρατικό κράτος  δικαίου βέβαια  πρέπει να λειτουργεί εύρυθμα και αποτελεσματικά κάτι όμως που δεν είναι αυτονόητο. Οι αρμοδιότητες των  οργάνων του που μπορεί να ασκήσουν κρατική βία πρέπει να είναι σαφώς προσδιορισμένες εκ των προτέρων, χωρίς κενά και αβεβαιότητες, αλλά και ο έλεγχος των σχετικών υπερβάσεων οφείλει να είναι επιτυχής, χωρίς όμως να ματαιώνεται η λυσιτελής άσκηση των καθηκόντων τους που δεν είναι άλλη από την αποτελεσματική, αλλά  και σύμφωνα με τον νόμο, δίωξη των παραβατών του. Πρέπει ακόμη ιδιαίτερα να επισημανθεί η ανάγκη για τη σωστή εκπαίδευση  των οργάνων των Σωμάτων Ασφαλείας που αποτελεί προϋπόθεση για την άψογη επιτέλεση της αποστολής τους. Στον τομέα αυτό πολλά μένουν να γίνουν.

Θα θέλαμε, τέλος, να σημειώσουμε τη μεγάλη σημασία της πειθούς πριν την άσκηση της όποιας νόμιμης καταστολής.  Ασφαλώς τα αποφθέγματα του Βία από τη Πριήνη «πείσας λαβέ, μη βιασάμενος», του Φωκυλίδη «Βία μηδέν πράττειν», αλλά και του Ηρόδοτου « ένθα σοφίης δει, βίης έργον ουδέν»  έχουν πάντα διαχρονική αξία. Η πειθώ έχει συχνά μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από την ωμή βία, ιδιαίτερα σε λαούς με έντονο το στοιχείο του θυμικού. Ας επικεντρωθούμε περισσότερο σε αυτή.

Εισαγωγική ομιλία στην Ημερίδα που οργάνωσε στο Ναύπλιο η Εταιρία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες με θέμα «Κράτος και βία».

4.6.2022

Απλή αναλογική και μετεκλογικές συνεργασίες

Γεώργίος Θ. Ζώης, Υπ. Διδάκτορας Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ

Ως εκλογικό σύστημα χαρακτηρίζεται το πλέγμα ρυθμίσεων που διέπει το σύνολο της εκλογικής διαδικασίας από την έναρξη της προεκλογικής περιόδου μέχρι την οριστική ανακήρυξη των εκλεγέντων υποψηφίων, αλλά και η μέθοδος για την κατανομή των εδρών της Βουλής, με βάση την εκλογική δύναμη των κομμάτων. Σύμφωνα με τον Giovanni Sartori (1924-2017) το εκλογικό σύστημα αποτελεί τον πιο εξειδικευμένο μηχανισμό χειραγώγησης της πολιτικής. Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν με το σύστημα της απλής αναλογικής που υιοθέτησε ο Ν. 4406/2016, γεγονός που σημαίνει ότι κανένα πολιτικό κόμμα –με βάση τα σημερινά δεδομένα των δημοσκοπήσεων- δεν θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Συνεπώς, θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία των διερευνητικών εντολών του άρθρου 37 §§ 2-4 Συντ. μέχρι να επιτευχθεί ο σχηματισμός Κυβέρνησης ή να διεξαχθούν εκ νέου εκλογές. Στις περιπτώσεις αυτές τα κόμματα, ως φορείς και ενδιάμεσοι μιας διαδικασίας ελεύθερης διαμόρφωσης της βούλησης, καλούνται να αποσαφηνίσουν τη στάση τους στο ζήτημα του σχηματισμού Κυβέρνησης.

Σε περίπτωση αδυναμίας συνεννόησης μεταξύ των δύο πρώτων σε έδρες κομμάτων, αναδεικνύεται ο ρόλος των πολιτικών δυνάμεων που έπονται σε εκλογική ισχύ. Υπάρχει όμως μία επιλογή που αναδύεται με βάση αυτή την προβληματική, η οποία αφενός μεν φανερώνει υπευθυνότητα, αφετέρου αποτελεί στοιχείο εσωκομματικής δημοκρατίας. Η επιλογή αυτή συνίσταται στη διεξαγωγή εσωκομματικού δημοψηφίσματος με το ερώτημα της συνεργασίας ή μη με κάποιο από τα άλλα κόμματα, απόφαση που θα ληφθεί με βάση την κρίση και τη θέληση των μελών και των φίλων του κόμματος. Άλλωστε, στην κομματική δημοκρατία που καθιερώνουν τα σύγχρονα αντιπροσωπευτικά συστήματα, μια από τις μείζονες διακυβεύσεις ως προς την οργάνωση και τη λειτουργία των κομμάτων είναι εκείνη της εσωκομματικής δημοκρατίας. Η πρακτική αυτή έχει εφαρμοστεί στο παρελθόν σε άλλες χώρες όπως η Πορτογαλία. Ειδικότερα, το πορτογαλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα μετά τις βουλευτικές εκλογές της 25ης Απριλίου 1983, στις οποίες είχε καταλάβει την πρώτη θέση με 36%, χωρίς, όμως, να κερδίσει την αυτοδυναμία, έθεσε σε ψηφοφορία μεταξύ των μελών του το ερώτημα της επιλογής του προτιμότερου κυβερνητικού εταίρου ανάμεσα στο -συντηρητικό– Σοσιαλδημοκρατικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα. Τελικώς τα μέλη τάχθηκαν υπέρ της συνεργασίας με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Αμέσως μετά τη σύναψη της καταρχήν συμφωνίας ακολουθεί το στάδιο της διαβούλευσης μεταξύ των μελλοντικών εταίρων. Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης οι Κυβερνήσεις συνασπισμού αποτελούν την εξαίρεση, καθώς μόνο κατά τις περιόδους 1989-1990 και 2011-2019 σχηματίστηκαν πολυκομματικές Κυβερνήσεις. Κοινό γνώρισμά τους ήταν η απουσία προγραμματικής συμφωνίας, με μόνη εξαίρεση την τρικομματική Κυβέρνηση Σαμαρά που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012. Σε χώρες με μακρά παράδοση Κυβερνήσεων συνασπισμού όπως η Αυστρία και η Γερμανία, ο κανόνας είναι η υπογραφή προγραμματικών συμφωνιών, μετά από -συχνά μακρές- διαπραγματεύσεις. Οι προγραμματικές συμφωνίες μπορεί να μην έχουν νομική δεσμευτικότητα, αλλά γεννούν πολιτικής φύσεως υποχρεώσεις που δεσμεύουν τις πολιτικές ηγεσίες μεταξύ τους, αλλά και έναντι των ψηφοφόρων τους. Με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό μέσα από αμοιβαίους συμβιβασμούς και συγκλίσεις, να αρθούν τυχόν εμπόδια συνεννόησης, να τεθούν όροι συνεργασίας και να σχηματιστεί κοινοβουλευτικά βιώσιμη Κυβέρνηση, ικανή να εκφράζει ευκρινέστερα τη λαϊκή βούληση.

«Ναι μεν προβλέπονται πρόωρες εκλογές αλλά ούτε ο πρωθυπουργός, που τυχόν θα τις προκαλέσει, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορούν να προκαθορίσουν το είδος της κυβέρνησης που θα προκύψει από αυτές». Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ακούγονται πολλά για πρόωρες εκλογές. Ποιος μπορεί να τις προκαλέσει και πως;

Με τα σημερινά δεδομένα,  κ. Σκουρή, και για να μην μπερδεύουμε τους αναγνώστες με περιττές διατάξεις και αναλύσεις, από εδώ και πέρα  πρόωρες εκλογές μπορεί να προκαλέσει μόνο η σημερινή κυβέρνηση, αξιοποιώντας την λεγόμενη κυβερνητική διάλυση της Βουλής.

Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος: «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Aποκλείεται η διάλυση της νέας Bουλής για το ίδιο θέμα».

Η σημερινή κυβέρνηση έχει λάβει, ως γνωστόν, ψήφο εμπιστοσύνης. Άρα αρκεί η απλή επίκληση ενός «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας», όποτε το κρίνει σκόπιμο, για να ζητήσει την διάλυση της Βουλής. Ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως προκύπτει από την ως άνω διατύπωση («διαλύει» και όχι «δύναται να διαλύσει») έχει δέσμια αρμοδιότητα να δεχθεί την πρόταση της Κυβέρνησης, ακόμη και αν η επίκληση αυτή είναι προσχηματική (κάτι που δεν χρειάζεται πάντως διότι τέτοια θέματα δεν λείπουν από την τρέχουσα πολιτική ατζέντα).

Πως δικαιολογείται όμως μια τέτοια δυνατότητα της εκάστοτε κυβέρνησης; Δεν μπορεί να οδηγήσει στην φαλκίδευση της λαϊκής κυριαρχίας;

Είναι αλήθεια ότι έως σήμερα έχει αναπτυχθεί έντονος πολιτικός και επιστημονικός προβληματισμός ως προς την συγκεκριμένη διάλυση της Βουλής. Ωστόσο τα επιχειρήματα είναι ισχυρά και από τις δύο πλευρές. Οι πολέμιοι υποστηρίζουν αυτό που υπονοείτε με το ερώτημά σας, ότι δηλαδή έτσι η πολιτική ζωή υποτάσσεται σε περιστασιακές και συχνά χειραγωγικές μικροκομματικές σκοπιμότητες, πολύ περισσότερο μάλιστα με δεδομένο το ότι τις εκλογές διεξάγει η ίδια η κυβέρνηση που προκάλεσε τις εκλογές. Οι υπέρμαχοι, από την άλλη,  εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν αυτό που αποτέλεσε την δικαιολογητική βάση για την καθιέρωση της συγκεκριμένης διάλυσης στην κοιτίδα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, δηλαδή στην Αγγλία. Ότι δηλαδή η κατ’επιλογήν της κυβέρνησης πρόκληση πρόωρων εκλογών αποτελεί ένα αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην φθορά  που συνεπάγεται η άσκηση της εξουσίας.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό, με βάση αυτό το τελευταίο επιχείρημα, το ότι το Σύνταγμα μας θέτει, ως προς την «κυβερνητική» διάλυση, μια πρόσθετη προϋπόθεση: «H Bουλή που εκλέχθηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες της». Αυτό ίσχυε, για παράδειγμα όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να προκαλέσει πρόωρες εκλογές το 2015, πριν παρέλθει ένα έτος από την προηγούμενη διάλυση της Βουλής. Ως εκ τούτου αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, οπότε δρομολογήθηκε η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και στην συνέχεια, αφού αυτές αποδείχθηκαν ατελέσφορες, διορίσθηκε υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση, διαλύθηκε η Βουλή κι προκηρύχθηκαν εκλογές.

Έχει υποστηριχθεί από διάφορες πλευρές, έως τώρα, ότι θα ήταν αντιδημοκρατικό να προκύψει μια κυβέρνηση συνεργασίας είτε χωρίς το πρώτο κόμμα είτε, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να είναι πρωθυπουργός ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος. Ποια είναι η άποψή σας;

Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα, κ. Σκουρή, διότι πράγματι πολλά λέγονται, ότι το πολίτευμά μας δεν είναι προεδρικό αλλά κοινοβουλευτικό. Άρα οι πολίτες δεν επιλέγουν κατ’αρχήν τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας αλλά κόμματα και βουλευτές, μέσω των οποίων αναδεικνύονται κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, δηλαδή κυβερνήσεις που πρέπει να έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τόσο λοιπόν κατά το στάδιο των διερευνητικών εντολών όσο και κατά το στάδιο της τελικής διαβούλευσης του/της Προέδρου με τα κόμματα, το ζητούμενο δεν είναι το ποιος θα είναι πρωθυπουργός αλλά το αν είναι εφικτό να σχηματισθούν τέτοιες κυβερνήσεις (δηλαδή είτε κυβερνήσεις απόλυτης πλειοψηφίας είτε κυβερνήσεις ανοχής, δηλ. με πλειοψηφία τουλάχιστον 120 βουλευτών από τους παρόντες). Ως εκ τούτου, κατά το Σύνταγμά μας,  αν υπάρχει μονοκομματική πλειοψηφία, τα πράγματα είναι απλά: πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός αυτού του κόμματος. Από εκεί και πέρα, όμως, δρομολογούνται διαδικασίες διαπραγμάτευσης μεταξύ των κομμάτων, στις οποίες όλα είναι ανοιχτά.

Εν πρώτοις, προβλέπονται διερευνητικές εντολές όχι μόνο για το πρώτο αλλά και για τα δύο επόμενα κόμματα (ενδεχομένως δε και για το τέταρτο, σε περίπτωση ισοδυναμίας με το τρίτο). Αν το Σύνταγμά μας ήθελε να αποκλείσει κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα θα έδινε μόνο σε αυτό διερευνητική εντολή. Με βάση όμως τα  ισχύοντα (άρθρο 37 Σ) τόσο κατά την διάρκεια των διερευνητικών εντολών όσο και στην τελική φάση της διαβούλευσης του/της Προέδρου της Δημοκρατίας με τα ως άνω κόμματα, η μόνη προϋπόθεση για να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι να πεισθεί ο/η Πρόεδρος ότι αυτή θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης (όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Πορτογαλία το 2015,  με την πρώτη κυβέρνηση –ανοχής- του σημερινού σοσιαλιστή πρωθυπουργού Κόστα, στην οποία δεν συμμετείχε το πρώτο –συντηρητικό- κόμμα, παρότι είχε λάβει 38%…).

Ανοιχτό όμως είναι και το ενδεχόμενο οι αρχηγοί των διαπραγματευόμενων κομμάτων να κάνουν ένα βήμα πίσω, αποδεχόμενοι και ένα τρίτο πρόσωπο, κοινοβουλευτικό ή μη, για την θέση του πρωθυπουργού, αν αυτό βοηθά στον σχηματισμό μιας πολιτικά κατάλληλης και κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης (όπως γινόταν άλλωστε και στην χώρα που είχε παλαιότερα τις περισσότερες κυβερνήσεις συνεργασίας, δηλαδή στην Ιταλία όσο υπήρχε το σύστημα της απλής αναλογικής, με αποτέλεσμα, συχνά, ο πρωθυπουργός να μην προέρχεται από το κατά πολύ μεγαλύτερο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα…).  Ένας τέτοιος πρωθυπουργός δεν θα είναι ούτε «δοτός» ούτε «δημοκρατικά ανομιμοποίητος», όπως υποστηρίζεται συχνά –πλην άκριτα κατά την άποψή μου– από τους εκφραστές μιας «δημοκρατιστικής» προσέγγισης. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν η κυβέρνησή του λάβει ευρεία –ή και ευρύτατη– κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το μοναδικό λοιπόν ζητούμενο, για τις κυβερνήσεις συνεργασίας είναι να μην αποτελέσουν συγκυριακά κατασκευάσματα –όπως στο παρελθόν– αλλά να προκύψουν μετά από έναν ευρύ προγραμματικό διάλογο και από συμφωνίες για τα πρόσωπα που θα τις συγκροτήσουν, συμπεριλαμβανομένου –αν υπάρχουν αντιρρήσεις για τους αρχηγούς– και του προσώπου του πρωθυπουργού.

Μήπως όμως σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να δηλώνεται ένα τέτοιο πρόσωπο εκ των προτέρων, όπως ζήτησε πρόσφατα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα είχε ασφαλώς δίκιο αν θα ήταν δυνατόν να κατέλθουν στις εκλογές κομματικοί συνασπισμοί. Στην περίπτωση αυτήν θα επιβαλλόταν, πράγματι, οι πολίτες να γνωρίζουν τόσο το πρόγραμμα όσο και το πρόσωπο του υποψήφιου πρωθυπουργού. Ωστόσο το κυβερνών κόμμα έχει μακιαβελικά φροντίσει, με τον ισχύοντα αλλά και με όλους τους νόμους που έχει ψηφίσει, να αποκλείσει αυτήν την προοπτική (με μια ρύθμιση πολιτικά εκτρωματική, βαθύτατα αντισυνταγματική πλην ουσιαστικά ανέλεγκτη από το Εκλογοδικείο). Ως εκ τούτου, η άποψή μου είναι ότι το σύνολο των κρίσιμων ζητημάτων που άπτονται της συγκρότησης μιας κυβέρνησης συνεργασίας αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μετά τις εκλογές, στις διαδικασίες διαβούλευσης που προβλέπει, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 37 του Συντάγματος.

Συμπερασματικά, λοιπόν, κ. Σκουρή, ναι μεν προβλέπονται από το Σύνταγμα πρόωρες εκλογές αλλά ούτε ο πρωθυπουργός, που τυχόν θα τις προκαλέσει, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορούν να προκαθορίσουν το είδος της κυβέρνησης που θα προκύψει από αυτές.

 

Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή (IEidiseis, 6.6.2022)

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης: Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Επίμετρο: Από την παγκοσμιοποίηση στην κρίση και την πανδημία. Δεύτερη Έκδοση εμπλουτισμένη με επιλεγμένα επίκαιρα κείμενα για τα νέα δεδομένα και τις νέες προοπτικές του ευρωπαϊκού και εθνικού συνταγματισμού. Εκδόσεις Παπαζήση 2022

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ

 Αφορμή για την επανέκδοση αυτού του βιβλίου ήταν η διαπίστωση ότι το σύνολο σχεδόν των ζητημάτων που ανέδειξε,  πριν από είκοσι χρόνια, εξακολουθούν να βρίσκονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην επικαιρότητα.

Αυτό ισχύει, εν πρώτοις, ως προς το βασικό θεωρητικό πρίσμα υπό το οποίο προσεγγίζεται η σχέση της παγκοσμιοποίησης με το Σύνταγμα και την Δημοκρατία. Δεν θέλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας αλλά αυτή η μελέτη είναι η πρώτη στην χώρα μας που έθεσε επί τάπητος το πρόβλημα της απειλής που συνιστούν, ως προς τις κατακτήσεις της σύγχρονης Συνταγματικής Δημοκρατίας, ορισμένες πρωτόγνωρες πτυχές της παγκοσμιοποίησης. Αυτές συνδέονται, ιδίως, με μια ιδιότυπη μετάλλαξη του εξουσιαστικού φαινομένου, λόγω της ανάδυσης, σε μια γκρίζα υπερεθνική ζώνη, γιγάντιων ιδιωτικών εξουσιών, που συνδυάζουν αφ’ενός μεν τεράστια και ολιγοπωλιακή οικονομική ισχύ αφ’ετέρου δε νόσφιση εξουσίας των εθνικών κρατών, μέσω της πολλαπλής υπονόμευσης τόσο της κυριαρχίας όσο και της πολιτικής αυτονομίας τους. Δυστυχώς δε το πρόβλημα αυτό, έκτοτε, όχι μόνον αποδείχθηκε μείζον, διαψεύδοντας την αρχική αμεριμνησία και την υποβάθμισή του από το μεγαλύτερο μέρος της συνταγματικής θεωρίας, αλλά και παροξύνθηκε, οδηγώντας σε μια πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα οικονομική και θεσμική κρίση, με χειρότερο ίσως θύμα την χώρα μας αλλά και με ορατό πλέον τον κίνδυνο μετάπτωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος σε μια ανέλεγκτη «ολιγαρχία των αγορών».

Η επικαιρότητα όμως του βιβλίου δεν περιορίζεται στην γενική προσέγγιση, η οποία πλέον, έστω και με βραδυφλεγή θεωρητικά αντανακλαστικά, τείνει να επικρατήσει. Δυστυχώς το ίδιο συμβαίνει και ως προς τις ειδικότερες θέσεις και προτάσεις που διατυπώθηκαν εκεί, με αφορμή την αναθεώρηση του 2001. Το συμπέρασμα αυτό προέκυψε αβίαστα από την όλη συζήτηση για την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, καθώς  πολλές από τις θέσεις και προτάσεις του βιβλίου υιοθετήθηκαν πλέον, επιλεκτικά και κατά περίπτωση, από τις πολιτικές δυνάμεις (ιδίως από το ΚΙΝΑΛ και τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και από την ΝΔ) και εντάχθηκαν εν τέλει στις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες τους (έστω και χωρίς αναφορά της πηγής…). Τελικά όμως ούτε αυτή τη φορά επιδείχθηκε η αναγκαία τόλμη για ευρύτερες και ριζοσπαστικότερες συνθέσεις και συγκλίσεις. Η συνταγματική πολιτική των κομμάτων κινήθηκε και πάλι μακριά από τις προκλήσεις των καιρών, με αποτέλεσμα να φθάσουμε σε μια δεύτερη, μετά το 2008, άγονη αναθεώρηση. Ως εκ τούτου, πολλές από τις αναγκαίες συνταγματικές τροποποιήσεις παραμένουν ακόμη εκκρεμείς και αναμένουν την επόμενη αναθεώρηση, εφόσον βέβαια οι δυνάμεις που με τόση καθυστέρηση τις υιοθέτησαν όχι μόνον θα εξακολουθήσουν να τις υποστηρίζουν αλλά και θα επιδιώξουν να τις εντάξουν σε ένα ευρύτερο και εποικοδομητικότερο συναινετικό πλαίσιο…

Αυτές λοιπόν οι σκέψεις, σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον που δείχνει αδιαλείπτως όλα αυτά τα χρόνια η ακαδημαϊκή κοινότητα ως προς το βιβλίο, είτε για μεταπτυχιακά προγράμματα είτε για ειδικές εισαγωγικές εξετάσεις, με ώθησαν να προτείνω στις εκδόσεις Παπαζήση –με τις οποίες συνεργάζομαι ευδοκίμως από καιρό– την επανέκδοσή του. Αισθάνομαι δε στο σημείο αυτό την ανάγκη να εκφράσω ιδιαίτερες ευχαριστίες στον εκδότη Αλέξανδρο Παπαζήση, ο οποίος  όχι μόνον αποδέχθηκε ένθερμα αυτήν την πρόταση αλλά και με προέτρεψε, ορθώς, να προσθέσουμε ένα μεγάλο επίμετρο, που θα περιέχει επιστημονικά κείμενά μου της τελευταίας δεκαετίας, ώστε να επικαιροποιηθεί ακόμη περισσότερο ο προβληματισμός του βιβλίου αλλά και να καλυφθούν όλες οι κρίσιμες εξελίξεις που σφράγισαν, με επίκεντρο την κρίση, την πρόσφατη ευρωπαϊκή και ελληνική συνταγματική πραγματικότητα.

Βρήκα την ιδέα αυτήν πολύ ενδιαφέρουσα και επέλεξα τέσσερα εκτενή σχετικά κείμενα, δημοσιευμένα σε συλλογικούς τόμους (: «Η οικονομική κρίση ως ευκαιρία για την επαναθεμελίωση του κράτους», «Η συνταγματική ελευθερία στην εποχή των ραγδαίων αλλαγών», «Το Σύνταγμα στην εποχή της Κρίσης» και «Αλλαγή Παραδείγματος. Η πρόκληση μιας νέας συνταγματικής οργάνωσης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο»). Σε αυτά δε έκρινα σκόπιμο να προσθέσω και δύο ειδικότερα κείμενα, που αφορούν την πανδημία του Covid 19 («Η Δημοκρατία απέναντι στην πανδημία», «Η Ευρωπαϊκή Ένωση απέναντι στην πανδημία», «Από την τοπική απαγόρευση στην γενική αναστολή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων»), η οποία όχι μόνον διαδέχθηκε αλλά και επέτεινε την κρίση, ιδίως στο πεδίο της Δημοκρατίας και της συνταγματικής ελευθερίας.

Τα προαναφερθέντα κείμενα έχουν ως θεωρητική αφετηρία το βιβλίο, κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος με αυτό και εξειδικεύουν –αλλά και αναοριοθετούν, με βάση τα δεδομένα της κρίσης και της πανδημίας– πολλούς από τους προβληματισμούς και τις αναζητήσεις του. Καταλήγουν δε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε έναν ευρύ και πολλαπλά επικαιροποιημένο αναστοχασμό ως προς τις προοπτικές του σύγχρονου δημοκρατικού συνταγματισμού, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ανιχνεύοντας ιδίως τις δυνατότητες να εμπλουτισθεί επαρκώς το θεσμικό του οπλοστάσιο,  προκειμένου αφ’ενός μεν να αντιστοιχηθεί στις νέες προκλήσεις, με πρόσφορες μεταρρυθμίσεις,  αφ’ετέρου δε να αντιμετωπίσει τους νέους κινδύνους που εγκυμονούν οι διαβρωτικοί άνεμοι της παγκοσμιοποίησης και οι πολλαπλά αρνητικές επιπτώσεις ορισμένων οικονομικών και θεσμικών αποκυημάτων της.

Θάσος, Ιανουάριος 2022
Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

 

 

Καταχώρηση: 05-06-2022     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Για μια άλλη πολιτεία; Εκδόσεις Καστανιώτη, 2022, 288 σελ. Παρουσίαση: Βασίλης Καραποστόλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολιτεία δίχως φύλακες

Ανοίγοντας το τελευταίο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά ο αναγνώστης θα αντιληφθεί πολύ γρήγορα πως οι λέξεις και οι φράσεις του συγγραφέα θα συνδυαστούν κάτω απ’ τα μάτια του με έναν τρόπο καθόλου συνηθισμένο. Πράγματι, από τις πρώτες γραμμές γίνεται φανερό πως η ανάλυση του κοινωνικού επιστήμονα συνυφαίνεται με ένα είδος αφήγησης. Ο Τσουκαλάς θα αφηγηθεί ένα ιστορικό δράμα. Θα ξετυλίξει μπροστά μας την ιστορία της προσπάθειας που έχει κάνει το ανθρώπινο είδος να δημιουργήσει έναν κόσμο, να τον κατοικήσει, και κυρίως να τον διευθύνει. Ευθύς εξαρχής η σκέψη του συγγραφέα δεν κρύβει την πικρή ειρωνεία της. Αιτία είναι η διαπίστωση πώς ο άνθρωπος στην εποχή μας αδυνατεί να ελέγξει το δημιούργημα του, την ίδια στιγμή που ακούγονται τόσο πολλά για τις προόδους στη γνώση του, για την επινοητικότητα του, τις επιστημονικές ανακαλύψεις του. Την ώρα που κορυφώνεται όλη αυτή η φλύαρη αυτο διαφήμιση, ο Τσουκαλάς εντοπίζει ένα προς ένα τα σημεία όπου χαλκεύονται τα γεγονότα.

Μιλούν πολύ σήμερα για την «οργανωμένη κοινωνία», για τη ρύθμιση του κόσμου με μηχανισμούς πληροφόρησης, με διασταυρώσεις στοιχείων,με ταξινομήσεις. Και πού βρίσκουν γόνιμη εφαρμογή όλα αυτά;  Πουθενά, απαντά ο Τσουκαλάς. Για να τεκμηριώσει την θέση του επιλέγει ευλόγως να εξετάσει τα ζητήματα που αφορούν τον συντονισμό της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο πεδίο διακρίνεται η παραμικρή παρουσία μιας Αρχής, μιας δύναμης που θα αναλάμβανε να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις, να περιορίσει τις συγκρούσεις, να βάλει φραγμούς στην αδηφαγία των πιο ισχυρών.   Αποτελεί υπόδειγμα ειρωνικής κριτικής ο τρόπος με τον οποίο ο Τσουκαλάς αναδεικνύει ορισμένες καθοριστικές αντιφάσεις όχι μόνο στο επίπεδο των πραγμάτων αλλά και στο επίπεδο του λόγου. Το τι λέγεται για τον κόσμο σήμερα και το τι πραγματικά συντελείται, είναι ζωτικής σημασίας να αντιπαρατεθούν. Και αυτό ακριβώς μας προσφέρει ο Τσουκαλάς. Μας παρουσιάζει από τη μια τους ισχυρισμούς ότι ο κόσμος ενοποιείται, και από την άλλη μας δείχνει πως η ίδια η διαδικασία της μεταβατικής ενοποίησης  περιέχει το σπέρμα της τελικής αταξίας. Δεν είναι άξιο απορίας ότι ενώ οι επαφές μεταξύ ατόμων, ομάδων, κρατών πυκνώνουν το γενικό αποτέλεσμα  είναι η  κυριαρχία της  αστάθειας και των απρόβλεπτων;

Εχοντας ως αφετηρία ορισμένες θεωρητικές υποθέσεις του Δ. Τσάτσου, ο Τσουκαλάς προχωρεί στη διερεύνηση αυτής της αντίφασης, για να συμπεράνει πως η προϊούσα αταξία στον πλανήτη δεν ελέγχεται επειδή δεν υπάρχει η κεντρική βούληση για να την ελέγξει. Και δεν υπάρχει επειδή κυριάρχησε η εντύπωση πως ο άνθρωπος, αφού μόχθησε ,αφού εφηύρε άφθονα μέσα για να δαμάσει τη φύση, αφού θέσπισε νόμους για τη διευθέτηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ατόμων, νόμισε πως θα μπορούσε επιτέλους να αναπαυθεί και να αφήσει τα κατασκευάσματά του να δουλεύουν από μόνα τους για λογαριασμό του. Να όμως, που οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν. Το «σύστημα» των υλικών πραγμάτων δεν μπορεί να «στοχεύει» στην καλύτερη εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών. Εξ ορισμού το «σύστημα» δεν διαθέτει νου, πράγμα που σημαίνει ότι όσο πιο εκτεταμένο γίνεται, τόσο πιο ακατανόητα θα είναι τα αποτελέσματά του. Αραγε, αυτό πιστοποιεί ότι είναι αδύνατον να αναπτυχθεί μια έλλογη δύναμη μέσα στους παγκόσμιους μηχανισμούς που να μπορεί να δώσει εντολές κατάλληλες για την επίλυση των προβλημάτων; Η άποψη του Τσουκαλά είναι ότι κάτι τέτοιο αποκλείεται ενόσω ατροφούν μέσα στους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς, μέσα σε όλα τα κύτταρα του κοινού βίου, οι βουλητικές ικανότητες. Όλοι κάνουν λίγα, περιμένοντας από τους μηχανισμούς να κάνουν πολλά.

Οι σελίδες στο βιβλίο που αφιερώνονται στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι από τις πιο διαφωτιστικές. Αναφέροντας αρκετά παραδείγματα ο Τσουκαλάς κατευθύνει την προσοχή του αναγνώστη στο εντυπωσιακό παράδοξο να επενδύεται με τόσες  διακηρύξεις περί του πρακτέου τόση αδράνεια. Πίσω από έναν πυρετώδη κατακλυσμό γραφειοκρατικών εγκυκλίων, οδηγιών, εξαγγελιών και κωδικοποιημένων προγραμμάτων απλώνεται μια τελματωμένη έκταση:  είναι γεμάτη από αναβολές, κωλυσιεργίες, υπαναχωρήσεις. Δικαιολογημένα καυτηριάζει ο συγγραφέας την παγίδευση των ριζικών αποφάσεων που επιφέρει ο κανονισμός της ομοφωνίας των εθνικών κρατών. Δεν είναι ο μόνος λόγος που οι αποφάσεις καθυστερούν ή αναβάλλονται. Πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην τελμάτωση αυτή παίζει η ευχέρεια να γίνονται συνεννοήσεις στα κρυφά σε τέτοιο βαθμό ώστε οι όποιες συνεννοήσεις στα φανερά να μοιάζουν εντελώς προσχηματικές. Στο προσκήνιο ρητορεύουν οι  επίτροποι και οι ευρωβουλευτές, και στο παρασκήνιο υπογράφουν έγγραφα οι τραπεζίτες και οι εκπρόσωποι των πολυεθνικών.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες μοιάζει ελάχιστα πιθανό να κρατήσει τα ηνία της κατάστασης ένας πολιτειακός νους παγκόσμιος και με καλή θέληση. Η πολιτεία, για να χρησιμοποιήσουμε την πλατωνική γλώσσα, μένει δίχως άρχοντες ουσιαστικά, και το χειρότερο:  δίχως φύλακες. Αν τουλάχιστον μπορούσαν να είναι πιο συνειδητοί κάποιοι φύλακες- πολίτες θα ήταν δυνατόν έστω και θεωρητικά να γεννηθεί το αίτημα της αλλαγής της ηγεσίας. Τίθεται το παμπάλαιο ζήτημα της από τα κάτω δυναμικής που στην ιστορία πήρε τις μορφές άλλοτε της διαμαρτυρίας, άλλοτε της μεταρρύθμισης, άλλοτε της επανάστασης. Στις μέρες μας ακόμη και το ψέλλισμα της διαμαρτυρίας θα περιείχε κάτι το ανατρεπτικό. Γιατί είναι άπειρα τα μέσα με τα οποία οι σκέψεις εμποδίζονται να γεννήσουν κρίσεις, και οι κρίσεις να στρέψουν την αιχμή τους στα ζητήματα της δικαιοσύνης, της πραγματικής ελευθερίας, της αλήθειας.

Κατά τον Τσουκαλά στην αποδυνάμωση αυτή της κριτικής διάθεσης του σύγχρονου ανθρώπου έχει συμβάλλει αποφασιστικά η γενικευμένη σύγχυση και ανασφάλεια. Ο καθένας καλείται να σπεύσει και να προμηθευτεί ό,τι προλαβαίνει, προκειμένου να ζήσει. Να ζήσει αμυνόμενος ή επιτιθέμενος; Πάντως και στις δύο περιπτώσεις το να κρίνει τα ζητήματα είναι μια πολυτέλεια﮲ προέχει να αντιληφθεί  (τις παγίδες,τις ευκαιρίες)  και να αντιδράσει εγκαίρως. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τσουκαλά το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι να κυριαρχεί ο τύπος του ανθρώπου- λύκου.Ο Χομπς επανέρχεται εκτοπίζοντας τον Ρουσσώ, και ακόμα πιο βίαια τον Καντ. Είναι όμως, στ’ αλήθεια, ακριβώς έτσι;

Αν το σύστημα λειτουργεί όντως στα τυφλά, υποχρεωτικά στενεύει πολύ το πεδίο των ατομικών επιδιώξεων. Δύσκολο είναι  να αναπτυχθούν σχέδια . Ακόμη και οι πιο πονηροί, και οι πιο αδίστακτοι, μπερδεύονται. Δεδομένου μάλιστα ότι η διαπάλη για την εξουσία μεταξύ των ισχυρών παίρνει όλο και πιο λυσσαλέες μορφές, οι κάθε λογής μικροπλεονέκτες νιώθουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να τρέμει. Κάποτε, ο καπιταλισμός οικοδομούσε, σήμερα κατεδαφίζει. Κάποτε, αυξάνονταν τα κέρδη για να γίνουν κεφάλαιο. Σήμερα αυξάνονται για να γίνουν πρόσθετος μοχλός στη συνέχιση της κερδοσκοπίας. Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση ακόμη και οι άνθρωποι- λύκοι διστάζουν. Αντί για αυτούς πληθαίνουν οι άνθρωποι- τρωκτικά που τρέχουν από δω και από κει προσπαθώντας να αποφύγουν  τα δυσάρεστα παρά να αποσπάσουν, με προσπάθεια, κάτι ευχάριστο. Ό,τι ευχάριστο πρέπει να δίνεται,όχι να κερδίζεται. Αυτή είναι η προσδοκία του παθητικού ατόμου. Αν λάβουμε όμως υπόψη μας ότι το κράτος στην εποχή μας παρέχει όλο και λιγότερα, καταλαβαίνουμε ότι τα πλήθη αρρωσταίνουν κυριολεκτικά από μια διπλή παραίσθηση: τα  σπρώχνουν να επιθυμούν πολύ και ταυτόχρονα να ελπίζουν λίγο. Καταλήγουν τελικά να στερηθούν και την επιθυμία και τα μέσα για να την ικανοποιήσουν. Τους μένουν οι φαντασιώσεις. Αλλά μ’αυτές τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Όπως και να’ ναι, είτε τα τρωκτικά πολλαπλασιάζονται είτε οι λύκοι, εκείνο που λείπει είναι η συνείδηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι τόσο ένα ον για να υφίσταται τις καταστάσεις ή να προσαρμόζεται σ’ αυτές, όσο ένα ον για να ασκεί πάνω στις καταστάσεις την ενεργητικότητά του.  Πώς μπορεί να το πράξει αυτό;  Ή έστω να το αποπειραθεί;

Στο σημείο αυτό η σκέψη του Τσουκαλά συναντά ένα όριο που η ίδια το έχει θέσει από πριν. Αυτός ο στοχαστής που συχνά παθιάζεται χωρίς ποτέ να εξάπτεται, αυτός που το πνεύμα του ειλικρινά πλησιάζει όσο μπορεί τους αδικημένους, είναι δύσκολο να τους εμπιστευτεί πραγματικά ως φορείς αλλαγής.  Τον εμποδίζει η δυσπιστία του στην έννοια της αυθυπέρβασης. Οι άνθρωποι διαπλάθονται από τις ιστορικές συνθήκες. Αυτή είναι η πεποίθησή του. Διαπλάθονται δηλαδή από εξωτερικές δυνάμεις απέναντι στις οποίες η ενδεχόμενη εσωτερική τους αντίσταση, ενθαρρυμένη από ένα ιδεώδες, μια αξία, μια πίστη, έχει ελάχιστα περιθώρια επιτυχίας. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να υπερβούν τον εαυτό τους με μια εξέγερση της συνείδησής τους. Αλλά τότε γιατί να παραπονιόμαστε;  Πρέπει να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι κάτω από ένα καθεστώς άκρατης ιδιοτέλειας επόμενο είναι οι άνθρωποι να βγάζουν σουβλερά δόντια ή να έχουν ποντικίσιες ουρές.

Ωστόσο, ο Τσουκαλάς αρνείται τον συμβιβασμό και τις τερατωδίες του. Τον βλέπουμε να εναντιώνεται στην ευτέλεια, στην καθιέρωση της απάτης, τον βλέπουμε να συντάσσεται με το ορθολογικό στοίχημα του Πασκάλ. Έίναι υπέρ του ανθρώπου να δεχθεί ότι υπάρχει κάτι ανώτερο από τα παρόντα. Είναι προς όφελός του να πιστέψει ότι υπάρχει Θεός, θα πει ο  Πασκάλ. Για τον Τσουκαλά ισχύει το ίδιο όσον αφορά την έλευση ενός καλύτερου κόσμου . Πρέπει να πιστέψουμε σε μια τέτοια δυνατότητα. Η διαφορά όμως είναι ότι ο Θεός υπάρχει και χωρίς ανθρώπους. Ενώ για να έρθει ένας καλύτερος κόσμος είναι απαραίτητο να τον θέλουν καλύτεροι άνθρωποι. Και για να τον θελήσουν πρέπει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Μια πάλη θα διεξαχθεί λοιπόν ανάμεσα στην κατώτερη και την ανώτερη πλευρά του εαυτού. Ξέρουμε ότι ο Τσουκαλάς έχει μάθει να κινείται σε άλλο επίπεδο, το ιστορικό. Ξέρουμε όμως επίσης ότι, παρ’όλα αυτά, θα έδινε όλες του τις ικμάδες ώστε η έκβαση αυτής της πάλης να είναι η ποθητή. Πάνω από τις φιλοσοφικές διαφορές χτυπά η ανήσυχη καρδιά του ανθρώπου.

Βασίλης Καραποστόλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας υπό το πρίσμα του ισχύοντος συντάγματος. Εκλογικές μεθοδεύσεις και «δημοκρατικιστικά» προσχήματα

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις έχουν τροφοδοτήσει έναν από καιρό έντονο πολιτικό διάλογο για κυβερνήσεις συνεργασίας. Υπάρχουν βεβαίως πολλές πτυχές και ποικίλες οπτικές γωνίες που χρωματίζουν αυτόν τον διάλογο. Ωστόσο, εκείνο που συνήθως υποτιμάται ή αποσιωπάται είναι η κρισιμότερη ίσως διάστασή του. Πρόκειται για την συνταγματική διάσταση, η οποία αφορά, ιδίως, πρώτον τα θεμιτά όρια πολιτικής αξιοποίησης του εκλογικού συστήματος, ως προς την διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών, και δεύτερον τις προϋποθέσεις και  τα περιθώρια σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας. Μόνον αν αποσαφηνισθούν τα συνταγματικά δεδομένα και αποτραπεί η χειραγώγηση της εκλογικής βούλησης από μεθοδευμένες μικροκομματικές μεθοδεύσεις που τα παρακάμπτουν, είναι δυνατόν να γίνει μια καθαρή και πολιτικά έντιμη συζήτηση, όπως συμβαίνει στις προηγμένες δημοκρατικά χώρες, που έχουν επιλύσει από χρόνια τα σχετικά ζητήματα ως προς τους κανόνες της πολιτικής διαμάχης. Ειδικότερα:

Ι. Η συζήτηση για το εκλογικό σύστημα πολύ συχνά διεξάγεται ερήμην των ορίων που θέτει το Σύνταγμα Έχω ακούσει και διαβάσει επανειλημμένα βαρύγδουπες απόψεις δοκησίσοφων βουλευτών, δημοσιογράφων, πολιτικών αναλυτών και δημοσκόπων που αγνοούν παντελώς την σημασία που έχει για το συγκεκριμένο ζήτημα η συνταγματική αρχή της ισότητας της ψήφου. Και όμως, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, αυτή είναι, σε τελευταία ανάλυση, η αφετηρία από την οποία πρέπει να ξεκινά κάθε σχετική συζήτηση. Ας τα δούμε όμως συγκεκριμένα:

Α. Όπως είναι γνωστό, η ισότητα της ψήφου απορρέει από την αρχή της πολιτικής ισότητας (σύμφωνα με την οποία κάθε πολίτης είναι ισότιμο κλάσμα της λαϊκής κυριαρχίας) και έχει δύο πτυχές: την αρχή της τυπικής – αριθμητικής ισότητας (κάθε πολίτης μία ψήφος) και την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου (κάθε ψήφος έχει το ίδιο βάρος ως προς την διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος).

Οι δύο αυτές πτυχές, ωστόσο, έχουν μια σημαντική διαφοροποίηση. Η πρώτη ισχύει απολύτως ενώ η δεύτερη, σύμφωνα με την θεωρία και την νομολογία, είναι επιδεκτική  κάποιας σχετικοποίησης, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η λεγόμενη κυβερνησιμότητα (η οποία δεν είναι, βέβαια, συνταγματική αρχή αλλά κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής μέριμνας).

Στο σημείο αυτό όμως απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Η σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου, η οποία αφορά τόσο την «εκλογική γεωγραφία» όσο και την «εκλογική αριθμητική» του εκλογικού συστήματος (δηλαδή τις εκλογικές περιφέρειες και την μέθοδο κατανομής των εδρών), τελεί υπό τρεις αυστηρές προϋποθέσεις:

α)  να αιτιολογείται πλήρως και τεκμηριωμένα το αν και το πώς αυτή συνδέεται με την κυβερνησιμότητα (ή με την «διοικητική αποτελεσματικότητα» στις αυτοδιοικητικές εκλογές),

β) σε κάθε περίπτωση να μην είναι υπέρμετρη και

γ) να μην οδηγεί σε πλήρη κατάργηση της αναλογικής αντιπροσώπευσης σε συγκεκριμένες περιφέρειες.

Β. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να επισημανθεί χωρίς περιστροφές ότι το κύριο χαρακτηριστικό των εκλογικών συστημάτων που έχουν ψηφίσει οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας (που συνεχίζουν την ανάλογη παράδοση της ΕΡΕ) παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα συνταγματικότητας, και σε τελευταία ανάλυση δημοκρατικότητας, σε όλα τα προαναφερθέντα σημεία.

Για να μην πάμε μακριά, ας πάρουμε τα δύο τελευταία εκλογικά συστήματα που έχουν ψηφισθεί με δική της πλειοψηφία. Σε κανένα από αυτά δεν πληρούνται, ούτε καν στοιχειωδώς,  οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, στο πρώτο (ν. 3636/2008), με το οποίο προβλέπεται άνευ ετέρου πριμοδότηση του πρώτου κόμματος με 50 έδρες ισχύουν τα εξής :  α) η σχετικοποίηση της ισοδυναμίας της ψήφου είναι καταφανώς υπέρμετρη (αφού το όριο αυτοδυναμίας -37%- είναι λίγο πάνω από το ένα τρίτο -33%- των ψήφων…),  β) η πριμοδότηση δίδεται στο πρώτο κόμμα ασχέτως ποσοστού (με αποτέλεσμα, στις εκλογές του 2012, η ΝΔ με 18% να λάβει το 1/3 των εδρών χωρίς καμία προοπτική αυτοδυναμίας) και γ) στις εκλογικές περιφέρειες που έχουν πάνω από τρις έδρες η αναλογική αντιπροσώπευση των κομμάτων δεν ισχύει ούτε καν στοιχειωδώς (πχ το πρώτο κόμμα μπορεί να πάει και τις τέσσερις έδρες μιας τετραεδρικής…). Στο δε πρόσφατο (νόμος 4654/2020), που θα ισχύσει κατά το Σύνταγμα στις μεθεπόμενες εκλογές, τα προβλήματα είναι ακριβώς τα ίδια, με μόνη διαφορά ότι για να λάβει πριμοδότηση το πρώτο κόμμα πρέπει να έχει λάβει τουλάχιστον 25% (οπότε λαμβάνει 20 έδρες και στην συνέχεια μία έδρα για κάθε επιπλέον 0,5%). Πουθενά όπως δεν αιτιολογείται το γιατί εξυπηρετεί την κυβερνησιμότητα η πριμοδότηση του πρώτου κόμματος όταν έχει τόσο χαμηλά ποσοστά, δηλαδή ποσοστά που πόρρω απέχουν από την αυτοδυναμία. Ή, για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, το γιατί πχ εξυπηρετεί την κυβερνησιμότητα η πριμοδότηση ενός πρώτου κόμματος με 30% (με 30 έδρες…) όταν είναι πιθανόν να υπάρχουν άλλα κόμματα, πολιτικά συγγενή,  τα οποία θα μπορούσαν, χωρίς την πριμοδότηση του πρώτου, να έχουν αυτοδυναμία (πχ αν το δεύτερο και το τρίτο κόμμα έχουν 29 και 22%, αντίστοιχα).

Γ. Οι αντισυνταγματικές ρυθμίσεις, όμως, δεν σταματούν στις ως άνω μεθοδεύσεις του εκλογικού συστήματος. Ακόμη προβληματικότερη, από συνταγματική άποψη, είναι η αυθαίρετη και μακιαβελική επιλογή των κυβερνήσεων της ΝΔ να αποκλείσουν, με αμφότερους τους νόμους (ήδη δε από το 1990, με τον ν. 1907) από την πριμοδότηση τους συνασπισμούς, εισάγοντας γι’αυτούς εξαιρετικά δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τα μεμονωμένα κόμματα (πχ, στο προηγούμενο παράδειγμα, αν τα κόμματα που έλαβαν 29 και 22%, αντίστοιχα, είχαν κατέλθει στις εκλογές με συνασπισμό, την πριμοδότηση δεν θα την έπαιρνε ο συνασπισμός του 51% αλλά το κόμμα που έλαβε, αυτοτελώς, 30%!!). Η μεθόδευση αυτή των κυβερνήσεων της ΝΔ, η οποία αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο να αποτρέψει συνεργασίες αντιπολιτευόμενων κομμάτων εναντίον της, όχι μόνον αντίκειται στην δημοκρατική αρχή του άρθρου 1 του Συντάγματος αλλά συνιστά ευθέως και παραβίαση του άρθρου 52 του Συντάγματος, που επιτάσσει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, όπως επισήμανε παραστατικά ο Αριστόβουλος Μάνεσης, ήδη από το 1990, ως Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου στην σχετική έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (επικαλούμενος μάλιστα και παρεμφερείς αποφάσεις του Εκλογοδικείου –για εκλογές μονοεδρικών περιφερειών– ως προς το απαράδεκτο διακριτικής μεταχείρισης συνασπισμών σε σχέση με μεμονωμένα κόμματα).

 

Δ. Ωστόσο, η κραυγαλέα αυτή μεθόδευση δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί στο Εκλογοδικείο, παρά μόνον μετά από τις εκλογές. Αυτό όμως στην πράξη δεν μπορεί να συμβεί, διότι τα μεγαλύτερα κόμματα δεν αποτολμούν εν τέλει να κατέλθουν σε συνασπισμό για να μην χάσουν την πριμοδότηση (είναι χαρακτηριστικό το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν αρχικά συνασπισμός κομμάτων, όταν ανέβηκε ξαφνικά η εκλογική του δύναμη, στις εκλογές του 2012, έσπευσε να μετατραπεί σε ενιαίο κόμμα, για να μπορέσει να πάρει –όπως και έγινε– την πριμοδότηση, τόσο στις πρώτες όσο  στις δεύτερες εκλογές του 2015.

Έτσι λοιπόν εξηγείται γιατί καμία σχετική υπόθεση δεν έχει φθάσει έως τώρα στο Εκλογοδικείο, ώστε να κριθεί, όπως αναμένεται,   αντισυνταγματική… Είναι και αυτή μια δεύτερη μεθόδευση, που καθιστά την πρώτη ακόμη πιο προβληματική, διότι, σε τελευταία ανάλυση, είναι δικαστικά ανέλεγκτη…

Αλλά και για τις προαναφερθείσες υπέρμετρες και προβληματικές σχετικοποιήσεις  της ισοδυναμίας της ψήφου, η εκ των υστέρων ανατροπή των εκλογικών δεδομένων, για λόγους συνταγματικότητας, αντιμετωπίζεται εξαιρετικά επιφυλακτικά –συχνά ως μη ώφειλε…– από το Εκλογοδικείο (πολλώ δε μάλλον από το ΣτΕ στις δημοτικές εκλογές, όπου υπάρχουν αντίστοιχες μεθοδεύσεις των κυβερνήσεων της ΝΔ). Είναι λοιπόν φανερό ότι συνολικά το δικαστικό μας σύστημα πάσχει πολλαπλά ως προς τον έλεγχο συνταγματικότητας των εκλογικών νόμων, κάτι που δεν συμβαίνει σε χώρες που έχουν Συνταγματικά Δικαστήρια…

Ε. Με αυτά τα δεδομένα, είναι φανερό ότι η συζήτηση για το αν η χώρα πρέπει να έχει αυτοδύναμες κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις συνεργασίας στην χώρα μας τίθεται σε λάθος βάση. Η σωστή απάντηση, στις χώρες που έχουν πάγιο εκλογικό σύστημα και καθαρούς τους κανόνες του εκλογικού παιχνιδιού, είναι ότι αυτό εξαρτάται αποκλειστικά από το τι επιλέγει το εκλογικό σώμα. Στην χώρα μας όμως αυτό εν πολλοίς δεν ισχύει, διότι το εκλογικό σύστημα κατά κανόνα λειτουργεί χειραγωγικά –μέσω πολλαπλών μεθοδεύσεων– και εν τέλει αλλοιώνει την βούληση του εκλογικού σώματος.

Αν λοιπόν τα μεγάλα κόμματα θέλουν να πείσουν για την αξιοπιστία και την ωριμότητά τους, το πρώτο που έχουν να κάνουν είναι να αντιμετωπίσουν το εκλογικό σύστημα με την δέουσα σοβαρότητα. Αυτό δε δημαίνει ιδίως ότι:

Η  μεν ΝΔ πρέπει να σταματήσει να βλέπει το εκλογικό σύστημα με τους παραμορφωτικούς φακούς της χειραγώγησης του εκλογικού αποτελέσματος, άλλοτε διακηρύσσοντας απροκάλυπτα –και με παράκαμψη ουσιαστικά του Συντάγματος– ότι «θα κάψει» με δεύτερες εκλογές το ισχύον σήμερα εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής  (ώστε να εφαρμοσθεί το πολλαπλά μεθοδευμένο δικό της) και άλλοτε παίζοντας –με μισόλογα και διαρροές– το παιχνίδι της κολοκυθιάς, ως προς το ποσοστό αυτοδυναμίας (θέλοντας στην πραγματικότητα να το κατεβάσει περίπου στο 1/3 του εκλογικού σώματος…).

Τα δε κόμματα της κεντροαριστεράς (ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ) πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούν εργαλειακά, με μικροκομματικούς υπολογισμούς, την απλή αναλογική (όπως έγινε με τις εκλογές του 1989 και του 2019…) και να πιέσουν από κοινού προς την κατεύθυνση ενός νέου και πάγιου εκλογικού συστήματος, που θα σέβεται ταυτόχρονα τόσο την ισοδυναμία της ψήφου (κι αυτό σημαίνει ένα κατ’αρχήν αναλογικό σύστημα) όσο και την προοπτική κυβερνητικής σταθερότητας (κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει κάποιας μορφής πριμοδότηση, αν ένα κόμμα ή ένας συνασπισμός κομμάτων –αδιακρίτως– αφ’ενός συγκεντρώνει ένα ποσοστό που πλησιάζει την αυτοδυναμία -πχ 44%- και αφ’ετέρου απέχει από τον δεύτερο -κόμμα ή συνασπισμό- τουλάχιστον 2%).

********

ΙΙ. Η συνταγματική διάσταση της συζήτησης για τις κυβερνήσεις συνεργασίας δεν αφορά, πάντως, μόνο το εκλογικό σύστημα. Πολύ σημαντικά είναι και δύο άλλα ζητήματα, τα οποία άλλοτε τίθενται αυτοτελώς και άλλοτε συνδέονται:

Α. Το πρώτο ζήτημα αφορά το ποια κόμματα μπορούν να συμμετάσχουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας και ειδικότερα το αν νοείται τέτοια κυβέρνηση χωρίς την συμμετοχή του πρώτου κόμματος. Η απάντηση είναι απλή και αποστομωτική. Αν το Σύνταγμά μας ήθελε να αποκλείσει μια τέτοια δυνατότητα δεν θα έδινε διερευνητικές εντολές στο δεύτερο, στο τρίτο και (σε περίπτωση ισοδυναμίας) στο τέταρτο κόμμα, όταν δεν υπάρχει κοινοβουλευτική αυτοδυναμία. Θα την προέβλεπε μόνο για το πρώτο κόμμα και αν αυτό δεν μπορούσε να πείσει τον/την Πρόεδρο ότι μπορεί να σχηματίσει κοινοβουλευτική κυβέρνηση, θα πρόβλεπε μια τελική διαβούλευση, μήπως πεισθούν τα άλλα κόμματα, και μετά εκλογές. Αντίθετα, με βάση τα ισχύοντα (άρθρο 37 Σ) τόσο κατά την διάρκεια των διερευνητικών εντολών όσο και στην τελική φάση της διαβούλευσης του/της Προέδρου της Δημοκρατίας με τα κόμματα, η μόνη προϋπόθεση για να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι να πεισθεί ο/η Πρόεδρος ότι αυτή θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.

Αλλά και να μην υπήρχε αυτή η τυποποίηση των διερευνητικών εντολών στο Σύνταγμά μας, θα αρκούσε για την θεμελίωση μιας τέτοιας άποψης και η απλή επίκληση της αρχής της δεδηλωμένης, που είναι η αφετηριακή στιγμή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Πράγματι,  το μόνο κριτήριο για τον διορισμό κυβέρνησης, με βάση την αρχή της δεδηλωμένης,  είναι το να τεκμαίρεται, με βάση τον συσχετισμό δυνάμεων, ότι αυτή μπορεί να αποκτήσει την απαιτούμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (δηλαδή, με βάση το άρθρο 84, την πλειοψηφία των παρόντων που δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τα 2/5 του συνόλου των βουλευτών). Αυτό άλλωστε αποδείχθηκε πρόσφατα (2015) στην Πορτογαλία, στην πρώτη κυβέρνηση (ανοχής) του σημερινού σοσιαλιστή πρωθυπουργού Κόστα, στην οποία δεν συμμετείχε το πρώτο (συντηρητικό) κόμμα, που είχε λάβει 38%.

Β. Συναφής προς αυτόν είναι και ο προβληματισμός ως προς το πρόσωπο του πρωθυπουργού και συγκεκριμένα ως προς το αν νοείται κυβέρνηση στην οποία δεν θα είναι πρωθυπουργός είτε ο αρχηγός του πρώτου κόμματος είτε ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος, αν το πρώτο δεν μετέχει στην κυβέρνηση.

Είναι αλήθεια ότι με βάση το Σύνταγμά μας –αλλά και γενικότερα με βάση την αρχή της δεδηλωμένης– τόσο η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης (αν υπάρχει κόμμα απόλυτης πλειοψηφίας) όσο και οι διερευνητικές εντολές (αν δεν υπάρχει τέτοιο κόμμα) δίδονται κατ’αρχήν στους αρχηγούς των κομμάτων. Από εκεί και πέρα όμως, τόσο κατά το στάδιο των διερευνητικών εντολών όσο και κατά το στάδιο της τελικής διαβούλευσης του/της Προέδρου με τα κόμματα, το ζητούμενο δεν είναι το ποιος θα είναι πρωθυπουργός αλλά το αν μπορεί να σχηματισθεί κοινοβουλευτική κυβέρνηση (δηλαδή είτε κυβέρνηση απόλυτης πλειοψηφίας είτε κυβέρνηση ανοχής, που σημαίνει κυβέρνηση με πλειοψηφίας τουλάχιστον 120 βουλευτές από τους παρόντες). Ως εκ τούτου, στην διαπραγμάτευση μεταξύ των κομμάτων όλα είναι ανοιχτά, συμπεριλαμβανομένου και του προσώπου του πρωθυπουργού. Αν η επιλογή ενός τρίτου προσώπου, που δεν ταυτίζεται αυτό του αρχηγού του πρώτου ή του μεγαλύτερου κόμματος, κατά περίπτωση, διευκολύνει τον σχηματισμό μιας τέτοιας κυβέρνησης, τότε η επιλογή αυτή είναι συνταγματικά θεμιτή.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί, γενικότερα, ότι το πολίτευμά μας δεν είναι προεδρικό αλλά κοινοβουλευτικό. Άρα οι πολίτες δεν επιλέγουν κατ’αρχήν τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας αλλά κόμματα και βουλευτές, μέσω των οποίων αναδεικνύονται κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, δηλαδή κυβερνήσεις που πρέπει να έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Για να σχηματισθούν λοιπόν τέτοιες κυβερνήσεις, οι αρχηγοί των κομμάτων πρέπει να είναι διατεθειμένοι να κάνουν ένα βήμα πίσω, αποδεχόμενα και τρίτα πρόσωπα, κοινοβουλευτικά ή μη, για την θέση του πρωθυπουργού, αν αυτό βοηθά στον σχηματισμό μιας πολιτικά κατάλληλης και κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης. Παρότι δε η εμπειρία προηγούμενων κυβερνήσεων ευρείας συνεργασίας, με εξωκοινοβουλευτικούς πρωθυπουργούς, δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχής, αυτό δεν οφειλόταν στο ότι οι πρωθυπουργοί αυτοί ήταν «δοτοί» και «δημοκρατικά ανομιμοποίητοι», όπως λέγεται συχνά, πλην άκριτα,  υπό το πρίσμα μιας «δημοκρατιστικής» προσέγγισης. Αντίθετα είχαν τεράστια δημοκρατική νομιμοποίηση, για τα δεδομένα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, δηλαδή τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το πρόβλημα εντοπίζεται αφ’ενός στο ότι οι κυβερνήσεις τους ήταν απότοκες εξαιρετικά ταραγμένων περιόδων και αφ’ετέρου στο ότι τα κόμματα που συμμετείχαν –ή κάποια από αυτά– όχι μόνο δεν επέδειξαν πολιτική ωριμότητα και αξιοπιστία αλλά αντίθετα υπονόμευσαν αυτές τις κυβερνήσεις με μικροπολιτικές μεθοδεύσεις.

Το ζητούμενο όμως σήμερα δεν είναι «έκτακτες» αλλά κανονικές κυβερνήσεις συνεργασίας, που θα προκύψουν μετά από έναν ευρύ προγραμματικό διάλογο και από συμφωνίες για τα πρόσωπα που θα τις συγκροτήσουν, συμπεριλαμβανομένου –αν υπάρχουν αντιρρήσεις για τους αρχηγούς– και του προσώπου του πρωθυπουργού. Έτσι γινόταν άλλωστε και στην χώρα που είχε παλαιότερα τις περισσότερες κυβερνήσεις συνεργασίας, δηλαδή στην Ιταλία, όσο υπήρχε το σύστημα της απλής αναλογικής (με αποτέλεσμα, συχνά, ο πρωθυπουργός να μην προέρχεται από το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, που ήταν πολύ μεγαλύτερο, αλλά από τα μικρότερα κόμματα).

*******

Μιας δε και αναφέρθηκα στην Ιταλία, θα την χρησιμοποιήσω σαν παράδειγμα και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας του εκλογικού συστήματος, που όπως είδαμε έχει κομβικό ρόλο για μια πολιτικά έντιμη συζήτηση ως προς τις κυβερνήσεις συνεργασίας. Η Ιταλία είναι η μόνη χώρα της δυτικής Ευρώπης στην οποία επιχειρήθηκαν, επί Μπερλουσκόνι, εκλογικές μεθοδεύσεις ανάλογες με αυτές της ΝΔ. Εκεί όμως το Συνταγματικό Δικαστήριο τις έκρινε αντισυνταγματικές. Θα επαναλάβω λοιπόν ότι στην Ελλάδα πολύ δύσκολα θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, διότι  αφ’ενός μεν δεν έχουμε Συνταγματικό Δικαστήριο, όπως όλες σχεδόν οι δημοκρατικά προηγμένες χώρες, αφ’ετέρου δε τα Δικαστήρια που ασκούν τον (κολοβό έστω, κατά τα ανωτέρω) έλεγχο συνταγματικότητας του εκλογικού συστήματος, ως εκλογοδικεία  (δηλαδή το ΑΕΔ για τις βουλευτικές και το ΣτΕ για τις δημοτικές εκλογές), δεν έχουν, κατά την άποψή μου, ούτε τα «φόντα» (δηλαδή τις υποκειμενικές δυνατότητες) αλλά ούτε και τα «κότσια» (δηλαδή την τόλμη να συγκρουσθούν με μείζονες κυβερνητικές επιλογές), ώστε να αναχθούν στο ύψος ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου…

 

Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα “Libre”, 21.5.2022

 

Το σχέδιο νόμου της Κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή (Απρίλιος 2009) για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκτός Επικρατείας Έλληνες, κατά το άρθρο 51 παρ. 4 εδ. β΄και γ΄του Συντάγματος

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος *

Την 19η Φεβρουαρίου 2009 κατέθεσα, στην Βουλή των Ελλήνων, ως Υπουργός Εσωτερικών της τότε Κυβέρνησης του κ. Κώστα Καραμανλή, σχέδιο νόμου με τίτλο: «Άσκηση του εκλογικού δικαιώματος κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές από τους Έλληνες εκλογείς που διαμένουν στο εξωτερικό». Επρόκειτο για «εμβληματικό»,  εκτελεστικό του Συντάγματος, σχέδιο νόμου, όπως προκύπτει από τα εξής:

Α.  Το άρθρο 108 του Συντάγματος θεσπίζει, κατ’ ουσία, πολυπρισματικό δικαίωμα των Απόδημων Ελλήνων, το οποίο διατυπώνεται πρωτίστως ως καθήκον του Κράτους να μεριμνά, καταλλήλως και εμπράκτως, υπέρ αυτών. Η ίδια διάταξη μεταξύ άλλων υποχρεώνει το Κράτος να λαμβάνει όλα τ΄ αναγκαία μέτρα για την διατήρηση δεσμών του Απόδημου Ελληνισμού με την Ελλάδα, να φροντίζει για την παροχή Ελληνικής Παιδείας στους Απόδημους Έλληνες και να θέτει ως καθήκον την «κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Ελλήνων που εργάζονται έξω από την επικράτεια». Στην σφυρηλάτηση ουσιαστικών δεσμών του Απόδημου Ελληνισμού με την Πατρίδα ανήκει, αναμφισβήτητα, και η ρύθμιση άσκησης του δικαιώματος ψήφου των Απόδημων Ελλήνων, κατά τις γενικές βουλευτικές εκλογές που διεξάγονται στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε, λοιπόν, η κατά τ’ ανωτέρω πρόβλεψη του άρθρου 108 του Συντάγματος παρέχει επικουρικό έρεισμα ως προς το δικαίωμα τούτο, αφού υφίσταται εν προκειμένω ειδική συνταγματική ρύθμιση. Ειδικότερα, με την παράγραφο 4 εδάφιο β΄ και γ΄ του άρθρου 51 του Συντάγματος: «Νόμος, που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών, μπορεί να ορίζει τα σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια. Ως προς τους εκλογείς αυτούς η αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας των εκλογών δεν κωλύει την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον η καταμέτρηση και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων διενεργείται όποτε αυτό γίνεται και σε ολόκληρη την Επικράτεια».

Β.  Οι θεσμικές επιταγές της προμνημονευόμενης παραγράφου 4 εδ. β΄ και γ΄ του άρθρου 51 του Συντάγματος είναι σχετικώς νέες στην Συνταγματική μας Ιστορία, γεγονός το οποίο αναδεικνύει αφενός το «έλλειμμα εκπλήρωσης χρέους» έναντι της ανεκτίμητης προσφοράς του απανταχού Απόδημου Ελληνισμού και, αφετέρου, την σημαντική  υστέρηση του θεσμικού πλαισίου της Ελληνικής Έννομης Τάξης σε σχέση ιδίως με τα λοιπά Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η άσκηση, ωστόσο, του δικαιώματος ψήφου των εκτός Επικρατείας Ελλήνων έχει, μοναδικό, ιστορικό προηγούμενο τις εκλογές του 1862 για την ανάδειξη των μελών της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης, και μάλιστα με πολύ πιο ευνοϊκούς για τους Απόδημους Έλληνες όρους από εκείνους, που καθιερώνουν ακόμη και οι ισχύουσες διατάξεις του ν. 4648/2019.

Ι. Οι κύριοι άξονες του σχεδίου νόμου

Κύριοι άξονες του ως άνω σχεδίου νόμου, το οποίο αρθρωνόταν σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 51 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ του Συντάγματος και με το οποίο δεν εισάγονταν παρεκκλίσεις από την όλη διαδικασία άσκησης του εκλογικού δικαιώματος, σύμφωνα με την νομοθεσία για την εκλογή των Βουλευτών, ήταν οι ακόλουθοι:

Α.  Το δικαίωμα ψήφου αναγνωριζόταν στους Έλληνες που διαμένουν σε οποιαδήποτε Χώρα του Εξωτερικού ή υπηρετούν σε Ελληνική Αρχή της Αλλοδαπής.

Β.  Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος συνδεόταν με την χωρική αρμοδιότητα των Ελληνικών Πρεσβευτικών και Έμμισθων Προξενικών Αρχών στο οικείο Κράτος.

Γ.  Το δικαίωμα ψήφου αναγνωριζόταν σε όσους έχουν την Ελληνική Ιθαγένεια. Είναι, δηλαδή, γραμμένοι στα δημοτολόγια και, κατά συνέπεια, στους εκλογικούς καταλόγους Δήμου ή Κοινότητας του Κράτους. Ας σημειωθεί ότι τότε υφίσταντο ακόμη, κατά την κείμενη νομοθεσία, και Κοινότητες ως Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ βαθμού.

Δ.  Η ψήφος συνδυαζόταν με την επιλογή Κομμάτων ή Συνασπισμών Κομμάτων, που έχουν καταρτίσει ψηφοδέλτια Επικρατείας, σύμφωνα με την νομοθεσία για την εκλογή βουλευτών. Για τον σκοπό αυτό προβλεπόταν κάθε ψηφοδέλτιο Επικρατείας να περιλαμβάνει, υποχρεωτικώς, μεταξύ των υποψηφίων του τρεις, τουλάχιστον, οι οποίοι, αποδεδειγμένα, διέμεναν στο Εξωτερικό επί μια δεκαετία πριν από την ανακήρυξή τους.

Ε.  Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος στο Εξωτερικό προϋπέθετε απλή δήλωση του ενδιαφερομένου, που απευθυνόταν στην κατά τόπο αρμόδια Ελληνική Πρεσβευτική ή Έμμισθη Προξενική Αρχή.

ΣΤ.  Η σύνταξη των ειδικών εκλογικών καταλόγων, μετά την υποβολή των ανωτέρω δηλώσεων και με βάση τις εγγραφές στον γενικό εκλογικό κατάλογο, θα ολοκληρωνόταν μ’ ευθύνη του Υπουργού Εσωτερικών. Και η αναθεώρηση αυτών των ειδικών εκλογικών καταλόγων θα γινόταν, όπως ίσχυε και για τους γενικούς εκλογικούς καταλόγους, ανά δίμηνο.

Ζ.   Η δόμηση της διεξαγωγής της ψηφοφορίας, με υπεύθυνους τους αντιπροσώπους της Δικαστικής Εξουσίας και τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών και με γνώμονα την αποφυγή οποιασδήποτε ταλαιπωρίας των ψηφοφόρων, καθώς και την έγκαιρη εξαγωγή των αποτελεσμάτων, επιστηριζόταν στο πλέγμα των ρυθμίσεων των ειδικών διατάξεων που αφορούν την διεξαγωγή της ψηφοφορίας για την ανάδειξη των Ελλήνων Αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και των διατάξεων για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος των ετεροδημοτών.

Η.  Το Υπουργείο Εσωτερικών, μόλις θα παραλάμβανε τον πίνακα και την σχετική πράξη της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής για τα συνολικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας των εκλογέων που ψήφισαν στην Αλλοδαπή, θα τα διαβίβαζε, αμέσως, στην Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή. Η Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή θα προσέθετε, στο τέλος των οικείων πινάκων των Πρωτοδικείων που προβλέπονται από την νομοθεσία για την εκλογή Βουλευτών, και τ’ αποτελέσματα της ψηφοφορίας του Εξωτερικού, έτσι ώστε να ενσωματωθούν, τελικώς, στον γενικό οριστικό πίνακα αποτελεσμάτων των εκλογών. Με βάση τον παραπάνω γενικό οριστικό πίνακα των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας, η Ανώτατη Εφορευτική Επιτροπή θα έκανε την κατανομή και θα παραχωρούσε τις βουλευτικές έδρες, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της νομοθεσίας για την εκλογή Βουλευτών καθώς και του ν. 3231/2004.

 

ΙΙ. Οι θεσμικές προοπτικές για το μέλλον 

      Επισημαίνεται πως, με δεδομένο ότι η εφαρμογή στην πράξη των σχετικών συνταγματικών διατάξεων ως προς την ψήφο των Αποδήμων αποτελούσε ένα πρωτόγνωρο για τα εκλογικά μας δεδομένα εγχείρημα, το ως άνω σχέδιο νόμου καθιέρωνε ένα είδος μεταβατικής περιόδου αναφορικά με την ολοκλήρωση του όλου θεσμού. Μεταβατικής περιόδου, κατά την οποία θα ετίθεντο οι βάσεις για  την περαιτέρω εξέλιξή του,  κυρίως προς δύο κατευθύνσεις:

Α.  Πρώτον, προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της μελλοντικής καθιέρωσης δυνατότητας εκλογής εκπροσώπων των Αποδήμων ανά περιφέρεια Εξωτερικού. Αν τούτο δεν καθιερώθηκε με το εν λόγω σχέδιο νόμου οφειλόταν,  κυρίως, στο ότι οι σχετικές συζητήσεις για την επίτευξη συμφωνίας επ’ αυτού  θα διαρκούσαν, κατ’ ανάγκην, επί μακρόν. Οπότε και η όλη ρύθμιση ως προς την εφαρμογή των διατάξεων  του άρθρου 51 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ του Συντάγματος θα καθυστερούσε αναλόγως, εις βάρος του αντίστοιχου εκλογικού δικαιώματος  των εκτός Επικρατείας Ελλήνων. Επιπλέον, μια πρώτη εφαρμογή του θεσμού τούτου, έστω και υπ’ αυτήν την μη ολοκληρωμένη μορφή, θα μπορούσε να συμβάλλει ευεργετικώς στην μετάβαση και στο επόμενο στάδιο, ήτοι στο στάδιο της κατά τα προαναφερόμενα καθιέρωσης δυνατότητας εκλογής εκπροσώπων των Αποδήμων ανά περιφέρεια Εξωτερικού.

Β.  Και, δεύτερον, προς την κατεύθυνση υιοθέτησης της μεθόδου άσκησης του εκλογικού δικαιώματος από τους Απόδημους μ΄ επιστολική ψήφο. Και ως προς την δεύτερη αυτή κατεύθυνση υπενθυμίζεται, ότι την εποχή εκείνη δεν διασφαλίζονταν στην Ελλάδα όλες οι απαραίτητες τεχνολογικές δυνατότητες καθιέρωσης της επιστολικής ψήφου, έτσι ώστε να είναι εφικτή η πλήρης και ολοκληρωμένη εγγύηση της κατά το Σύνταγμα μυστικότητας της ψήφου. Συνακόλουθα, αν η τότε Κυβέρνηση ανέμενε να διαμορφωθούν οι κατά τα ανωτέρω αναγκαίες τεχνολογικές δυνατότητες είναι προφανές ότι, και για τον λόγο αυτόν, η καθιέρωση του εκλογικού δικαιώματος των εκτός Επικρατείας Ελλήνων επίσης θα καθυστερούσε σημαντικά.

 

Επίλογος

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διατάξεων του κατά τ’  ανωτέρω σχεδίου νόμου, το δικαίωμα ψήφου στους εκτός Επικρατείας Έλληνες αναγνωριζόταν σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό τους από εκείνον, στον οποίο φθάνουν σήμερα οι ρυθμίσεις του ισχύοντος ν. 4648/2019. Και κατά τούτο ανταποκρινόταν πολύ περισσότερο στις απαιτήσεις του γράμματος και του πνεύματος των διατάξεων του άρθρου 51 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ του Συντάγματος.

Α.  Το προμνημονευόμενο σχέδιο νόμου συζητήθηκε μεταξύ 1ης και 7ης Απριλίου 2009. Δυστυχώς, κατά την ονομαστική, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του Συντάγματος, ψηφοφορία της 7ης Απριλίου 2009 ψηφίσθηκε μόνον από τους 159, μεταξύ των 267 ψηφισάντων, Βουλευτές -106 ψήφισαν «όχι» και 2 «παρών»- οπότε και, αφού δεν έλαβε την κατά τις διατάξεις του άρθρου 51  παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των Βουλευτών, ουδέποτε κατέστη νόμος του Κράτους.  Μια τέτοια αρνητική στάση της τότε Αντιπολίτευσης – και κατ’ εξοχήν της Αξιωματικής – εμφανίζεται, και σήμερα, τόσο περισσότερο αδικαιολόγητη,  όσο υπέρ του σχεδίου νόμου είχε, εν τέλει, ταχθεί και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού, θεσμικώς προβλεπόμενο από το Σύνταγμα – άρθρο 108 παρ. 2 – όργανο επίσημης και ουσιαστικής εκπροσώπησης των εκτός Επικρατείας Ελλήνων, σε όποια Χώρα και αν αυτοί διαβιούν.

Β.  Λίγο αργότερα, την 8η Ιουλίου 2010, με την απόφασή του  «Σιταρόπουλος κ.λπ.» η Ελλάδα καταδικάσθηκε – πρωτοφανής κόλαφος για τον μη σεβασμό των Πολιτικών Δικαιωμάτων στην Χώρα μας, άσχετα από την μεταγενέστερη μεταβολή της νομολογίας του Δικαστηρίου- από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.  Συγκεκριμένα, το  κατά τ’ ανωτέρω Δικαστήριο  στην αρχική απόφασή του έκρινε ότι η μη ψήφιση ως τότε του εκτελεστικού του Συντάγματος νόμου ως προς την ψήφο  των εκτός Επικρατείας Ελλήνων  παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρου 3 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά τις οποίες: «Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δεσμεύονται ν’ οργανώσουν, σε εύλογα χρονικά διαστήματα, ελεύθερες εκλογές με μυστική ψήφο, μέσα σε συνθήκες που διασφαλίζουν την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας ως προς την εκλογή του Νομοθετικού Σώματος».

* Παρέμβαση στο Ειδικό Συνέδριο του «Ελληνικού Κογκρέσου Αμερικής» («Hellenic Congress of America») για το Δικαίωμα ψήφου των Ελλήνων του Εξωτερικού, που πραγματοποιήθηκε διαδικτυακώς στην Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, στις 14.5.2022.

 

Οι ιδιαιτερότητες του πολέμου στην Ουκρανία  

Αντώνης Μανιτάκης, Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, Επικεφαλής του επιστημονικού συμβουλίου της Νομικής Σχολής Λευκωσίας

Αισθάνομαι την ανάγκη πριν αρχίσω να εκφράσω δημόσια   τα αισθήματα οδύνης και αποτροπιασμού που μου προξενούν τα όσα, φρικτά και απίστευτα, συμβαίνουν στις μέρες μας στον κοινό μας σπίτι, την Ευρώπη. Και όλα αυτά εξ αιτίας μια απρόκλητης και αναίτιας εισβολής, που κήρυξε η Ρωσία κατά της Ουκρανίας. Παράλληλα όμως θα ήθελα να εκφράσω, με στεντόρεια τη φωνή, τον θαυμασμό μου στον ουκρανικό λαό για το εθνικό του φρόνημα, την αποφασιστικότητα και τον ηρωισμό του.

 Μάχη του ουκρανικού λαού για την εθνική του κυριαρχία

Η μάχη που δίνουν  οι Ουκρανοί είναι βέβαια, πρώτα, πόλεμος για την  υπεράσπιση της εθνικής τους ανεξαρτησίας και  της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας τους,  μάχη  για την πατρίδα τους. Πολεμούν, αμυνόμενοι, ενώπιον της διεθνούς κοινωνίας διεκδικώντας το αναφαίρετο δικαίωμα να ορίζουν, ελεύθερα, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου, τη μοίρα τους, να διασφαλίσουν την αυτοδιάθεση και τον πολιτικό αυτοπροσδιορισμό τους.

Δεν είναι, φυσικά,  η πρώτη φορά που στην  ιστορία των εθνικών κρατών    ένα έθνος πολεμά για να μπορεί να ζεί σε ένα  δικό του κράτος, κυρίαρχο, ανεξάρτητο και ακηδεμόνευτο. Η γένεση του ελληνικού κράτους, διακόσια χρόνια πριν, είναι ένα αντιπροσωπευτικό ιστορικό παράδειγμα αυτής της διαπίστωσης Είναι όμως, ίσως,  η πρώτη φορά που ένα  γειτονικό κράτος, ένα αδελφό έθνος, ομόδοξο, μερικά ομόγλωσσο και πάντως γλωσσικά συγγενές,  κηρύσσει αναπάντεχα και αναίτια πόλεμο, εισβάλλοντας στην  γειτονική του χώρα αμφισβητώντας την εθνική της υπόσταση, ως κυρίαρχο κράτος, παραβιάζοντας διεθνείς συνθήκες, που είχε υπογράψει μόλις πριν δέκα  χρόνια και με τις οποίες αναγνώριζε τα εδαφικά σύνορα της Ουκρανίας. Και όλα αυτά με πρόσχημα την «απειλή» της ασφάλειάς  του από το «ενδεχόμενο ένταξης» της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Για να   αποτρέψει αυτόν τον υποτιθέμενο και ενδεχόμενο κίνδυνο, το καθεστώς Πούτιν αποφάσισε να εισβάλει στην Ουκρανία και να προκαλέσει έτσι για λόγους προληπτικούς έναν παγκόσμιο πόλεμο,  αδιαφορώντας για τις ανυπολόγιστες συνέπειες  που θα έχει σε νεκρούς ή τραυματίες, σε πρόσφυγες, σε  καταστροφές, στην παγκόσμια οικονομία.

Πόλεμος του  καθεστώτος Πούτιν ερήμην του  λαού χωρίς ιδεολογία και δικαιολογία

Η σοβιετική μεγαλομανία του Πούτιν, ενός απολυταρχικού ηγέτη,  που ονειρεύεται να νεκραναστήσει την τσαρική αυτοκρατορία και την σοβιετική παντοδυναμία, και να ζήσει, μετά από αιώνες  την χαμένη δόξα τους, είναι από μόνη της μια ύβρις και μια πρόκληση στην παγκόσμια ιστορία. Και η ιστορία όταν προκαλείται εκδικείται και μάλιστα σκληρά. Δεν επαναλαμβάνεται, ως γνωστόν. Η επανάληψή της είναι  ιλαροτραγωδία και στην προκειμένη  περίπτωση   μια τραγωδία.

Δεν  είναι όμως  ο πόλεμος αυτός μόνον μια υβριστική περιφρόνηση της Ιστορίας, είναι και μια πρόκληση, μια τυχοδιωκτική  δοκιμασία για την ίδια την  Ρωσία, ως κράτος και ως έθνος και κυρίως  για το καθεστώς Πούτιν που τον προκάλεσε.  Διότι προκλήθηκε και διεξάγεται, εν αγνοία ή ερήμην, απ΄ότι φαίνεται, του ρωσικού λαού, τον οποίο δεν προετοίμασε κατάλληλα ιδεολογικά, ούτε πρόλαβε να τον φανατίσει εναντίον του υποτιθέμενου εχθρού. Η απουσία ιδεολογίας και η ανεπαρκής δικαιολογία για την εισβολή, τόσο στην εσωτερική όσο και στην διεθνή  κοινή γνώμη, είναι,  πιστεύω,  μια  σοβαρή αδυναμία του εισβολέα, τέτοια και τόση που μπορεί να αποβεί μοιραία για το καθεστώς και πάντως θα του κοστίσει ακριβά, πολύ ακριβά σε φθορά, σε ισχύ και σε διεθνή ακτινοβολία.

Θα το πληρώσει, δυστυχώς, σίγουρα η Ρωσία, ως χώρα. Το κύρος της και η ακτινοβολίας της ως παγκόσμιας υπερδύναμης έχει ήδη τρωθεί ανεπανόρθωτα, είτε χάσει τον πόλεμο είτε τον κερδίσει κατακτώντας ένα μέρος της Ουκρανίας, έστω και κρίσιμο γεωπολιτικά, όπως το Ντομπάς και την Μαριούπολη, με μια αιματοβαμμένη συνθήκη. Δεν κερδίζεις  πόλεμο χωρίς ψυχή και μάλιστα επί εδάφους, ενώ  έχεις χάσει ήδη  τον πόλεμο της προπαγάνδας, με πεσμένο ή ανύπαρκτο το ηθικό του στρατού σου, που δεν ξέρει γιατί πολεμά και για ποιο λόγο σκοτώνεται.

Η διεκδίκηση ενός ηγεμονικού ρόλου της Ρωσίας στην παγκόσμια πολιτική και οικονομική σκακιέρα, σε μια εποχή γεωπολιτικών ανακατατάξεων, εμφανίζεται έχει αποδυναμωμένη. Κινδυνεύει να απωλέσει, και μάλιστα   βασικά, εσωτερικά και διεθνή  ερείσματα. Όλα δείχνουν ότι ο Πούτιν θα χάσει  ακόμη και αν κάτι κερδίσει. Η νίκη του θα είναι σίγουρα Πύρρειος έχοντας και αυτός, τελικά, την τύχη του φιλόδοξου,  βίαιου και στυγνού  πολιτικού ηγέτη, του βασιλέα της Ηπείρου.

Πόλεμος ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος

Θα ήταν όμως λάθος, αν αποδίδαμε την τραγική αυτή κατάσταση αποκλειστικά στο αλλοπρόσαλλο πρόσωπο του  Πούτιν και δεν το συναρτούσαμε με το πολιτικό καθεστώς, που έχει εγκαθιδρύσει ο ίδιος. Πρόκειται κατά την γνώμη μου για ένα καθεστώς ολοκληρωτικό, που φέρνει όλα σχεδόν τα στίγματα ενός ολοκληρωτικού κράτους, με προσωπείο και βιτρίνα  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μπορεί μεν να είχαν εγκατασταθεί, τυπικά,  αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, που άλλαξαν, είναι αλήθεια,  εν μέρει τουλάχιστον, τον  τρόπο διακυβέρνησης της χώρας, πού ίσχυε πριν εβδομήντα χρόνια. Η Ρωσία για πρώτη φορά στην Ιστορία της γνώρισε τη σημασία και την αξία των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Χωρίς όμως     οι διάδοχοι του σοβιετικού κράτους να έχουν αποποιηθεί  την   βαριά κληρονομιά του και πάντως χωρίς  να θίξουν  αυτό που ονομάζουμε  βαθύ κράτος. Το  στρατιωτικό κατεστημένο και τις   παντοδύναμες και στυγνές μυστικές υπηρεσίες του κομμουνιστικού καθεστώτος,   γνήσιο τέκνων των οποίων υπήρξε ο Πούτιν.

Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα χρησιμοποιούν, όπως μας ανέλυσαν οι Χάννα Αρεντ, ο Raymond Aron, o Claude Lefort και ο Κορνήλιος Καστοριάδης,  ως εργαλεία τους την προπαγάνδα -την ιδεολογία και το ψεύδος-  μαζί με την τρομοκρατία και την διασπορά του τρόμου, κατασκευάζουν «άτομα» φοβισμένα και  τα οργανώνουν καταναγκαστικά σε μια μάζα απολιτική και δουλική οπαδών του καθεστώτος. Η ολοκληρωτική εξουσία θεοποιεί το κράτος, κατασκευάζει μια κραταιά στρατιωτική γραφειοκρατία και μια αστυνομοκρατία μαζί με πανίσχυρες μυστικές υπηρεσίες. Οι εξορίες οι δολοφονίες και οι δηλητηριάσεις, όσων αντιτίθενται ή δεν υπηρετούν πιστά τον αρχηγό του κράτους δεν ήταν σπάνιες. Το πλέον όμως χαρακτηριστικό γνώρισμα των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι  η περιφρόνηση της ζωής, ατομικά ή συλλογικά, η ισοπέδωσή της ή  ο εκμηδενισμός της. Δεν αξίζει να ζείς όταν είσαι ή γίνεσαι εχθρός του λαού ή του κράτους.  Αυτό το τελευταίο, αποτρόπαιο, χαρακτηριστικό το γνωρίσαμε  στην Μπούτσα σε όλη την φρικαλεότητά του  και το ζούμε στην Μαριούπολη.

Από την άλλη μεριά, είναι εξίσου, αλήθεια ότι  ο ρωσικός λαός δεν εξοικειώθηκε ποτέ του,  στο σύνολό του, σε διάρκεια με τα αγαθά μιας  δημοκρατίας. Η κοινωνία  δεν ένοιωσε  στο πετσί της, ως καθημερινό βίωμα, την ατομική και πολιτική ελευθερία ούτε  αγωνίστηκε, ως λαός, για να την κατακτήσει. Δεν έχει διαμορφωθεί άρα παράδοση δημοκρατική ή  αντίστασης ούτε το ανάλογο δημοκρατικός ήθος και έθος.

Η απουσία ωστόσο δημοκρατικής παράδοσης και αντίστασης, δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην παραπλανητική, ουσιο-κρατική, αντίληψη ότι ο ρωσικό λαός έχει στο DNA του τον ολοκληρωτισμό, ότι έχει μάθει να υποτάσσεται και ότι  είναι μοιρολάτρης και από την φύση του,  δουλοπρεπής  και υποτακτικός. Αν είναι οι ιστορικές συνθήκες που τον έκαναν έτσι (και έτσι είναι αφού αιώνες τώρα ζεί και ανέχεται ή συντάσσεται με δεσποτικά, όπως ήταν η «Αυτοκρατορία της Ρωσίας και πασών των Ρωσιών,  ή με ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως το σταλινικό) τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι μπορεί, κάτω από διαφορετικές, κατάλληλες, ιστορικές συνθήκες  να διαμορφωθεί ένας άλλος,  δημοκρατικός αυτή την φορά πολιτικός εαυτός.

Η ιστορία μας διδάσκει το παρελθόν,  εξηγεί  κατά ένα μεγάλο μέρος το παρόν, αλλά δεν προδιαγράφει ούτε προεξοφλεί, και μάλιστα αιτιατά, το μέλλον. Το μέλλον είναι ανοικτό στην ιστορία και είναι συχνά απρόβλεπτο.

Δεν είναι πάντως πόλεμος μεταξύ εθνών  

Στο πλαίσιο των συλλογισμών αυτών θα πρέπει να δούμε και να σκεφτούμε τη φύση και την έκβαση του πολέμου αυτού. Ο σημερινός πόλεμος μοιάζει με εθνικός αλλά δεν είναι. Έστω και αν για τους  Ουκρανούς βιώνεται ασυνείδητα ως εθνικοαπελευθερωτικός. Δεν διεκδικούν την εθνική τους απελευθέρωση οι Ουκρανοί, γιατί την έχουν ήδη κατακτήσει. Έχουν  διαμορφώσει την εθνική-κρατική τους υπόσταση και ταυτότητα.  Αγωνίζονται, απλώς, για την υπεράσπιση της εθνικής τους κυριαρχίας και ακεραιότητας της χώρας τους έχοντας απέναντί τους έναν επίδοξο κατακτητή, που επιδιώκει να  κατακτήσει την Ουκρανία και να την κάνει χώρα υποτελή και πάντως να την ακρωτηριάσει, ως προς το ανατολικό μέρος της.

Δεν πρόκειται για πόλεμο εθνικό   και για έναν άλλο πρόσθετο λόγο. Δεν πολεμάει το ουκρανικό έθνος το ρωσικό, ούτε  ο ρωσικός λαός  τον ουκρανικό λαό, αφού δεν υπήρξαν ποτέ  εχθροί, εθνικοί, ούτε τώρα είναι. Απλώς το ρωσικό κράτος επιτίθεται στο ουκρανικό, αμφισβητώντας την εθνική και κρατική του υπόσταση.

Στην πραγματικότητα,  πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ δύο ανεξάρτητων  κρατών. Το ρωσικό κράτος κήρυξε κατά του ουκρανικού κράτους πόλεμο  επεκτατικό, πόλεμο επίδειξης κρατικής ισχύος και διεκδίκησης περιφερειακής ηγεμονίας. Τελεία και παύλα.

 Ούτε  πόλεμος των Ουκρανών στο όνομα των λαών για τη Δημοκρατία. Για τη Δημοκρατία δεν γίνεται πόλεμος αλλά επανάσταση

Εξίσου εσφαλμένο θεωρώ, πολιτικά, και το σχήμα ότι ο πόλεμος αυτός είναι ένα πόλεμος για τη δημοκρατία και ότι αυτό που διακυβεύεται τελικά είναι το δημοκρατικό πολίτευμα ως αξία οικουμενική, οι ελευθερίες  και το κράτος δικαίου, που αντιπαρατίθενται σε ένα απολυταρχικό καθεστώς.  Πρόκειται υποστηρίζουν για έναν πόλεμο με τεράστια συμβολική σημασία και  ότι ως τέτοιον θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε όλοι εμείς, που ασπαζόμαστε τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αξίες.

Είναι προφανές ότι η εκδοχή αυτή προβάλλεται για λόγους ιδεολογικούς και πολιτικούς. Και για αυτούς ίσως να δικαιολογείται. Δεν ανταποκρίνεται ωστόσο στην ιστορική πραγματικότητα, όπως την ζούμε. Οι συμβολισμοί που αναδύονται  και διαθλώνται για λόγους προπαγανδιστικούς  από τα αντιμαχόμενα μέρη δεν πρέπει να μας παρασύρουν ούτε να τους αφήσουμε να θολώσουν τα  βασικά χαρακτηριστικά του πολέμου.

Για  τη Δημοκρατία δεν γίνεται  πόλεμος αλλά επανάσταση. Η δημοκρατία  δεν εξάγεται ούτε εισάγεται ούτε επιβάλλεται με πόλεμο και καταναγκαστικά, όπως συνέβη στη  Λιβύη, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν με τους Αμερικανούς. Η στρατηγικό αυτό εγχείρημα έχει αποτύχει και έχει επιφέρει τραγικά, αντίθετα, αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα.

Η δημοκρατία είναι υπόθεση εσωτερική του κάθε  λαού ξεχωριστά. Είναι θέμα αυτοδιάθεσης και συλλογικού αυτοπροσδιορισμού του. Το πώς και από ποιους θα κυβερνηθούν οι δύο λαοί μετά τον σημερινό πόλεμο  θα το αποφασίσουν μόνοι τους. Μπορεί η δημοκρατία να έρχεται μετά από πόλεμο και συχνά αυτό συμβαίνει, αλλά δεν επιβάλλεται με πόλεμο.

Επί πλέον, το  πολεμικό αυτό ιδεολόγημα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι Αμερικανοί και μάλιστα και στην παρούσα συγκυρία, ότι στρατηγικός σκοπός τους  είναι η ανατροπή του καθεστώτος Πούτιν, είναι πολιτικά ολέθριο και ιδεολογικά συνιστά  προσβολή ή και άρνηση της ουσίας της δημοκρατίας.  Η ανατροπή του καθεστώτος Πούτιν, που όλοι ευχόμαστε, έστω και αν επέλθει ως αποτέλεσμα του πολέμου, είναι υπόθεση του ρωσικού λαού αποκλειστικά και μόνον.  Δεν χρειάζεται η Δημοκρατία κηδεμόνες ούτε υστερόβουλους  πολιτικά  καλοθελητές ούτε πολεμικούς φιλάνθρωπους.

Ούτε πόλεμος Δύσης -Ανατολής

Το ίδιο  ατυχή θεωρώ πολιτικά και ιδεολογικά την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι πρόκειται για μια πολιτισμική  αντιπαράθεση Ανατολής Δύσης. Όχι μόνον διότι η διχαστική αυτή θεωρητική και ιδεολογική κατασκευή, μας οδηγεί ευθέως σε πόλεμο πολιτισμών, τύπου Χάμιλτον. Κυρίως  διότι η Ρωσία είναι  μια ευρωασιατική χώρα   με πολλά τοπογραφικά και πολιτισμικά ερείσματα στην Ευρώπη.  Η επαφή και η συμπόρευσή της  ιστορικά και πολιτιστικά με την Ευρώπη είναι μακραίωνη και υπήρξε διαρκής και έντονη.

Το ασιατικό της παρελθόν και η μογγολική της καταγωγή δεν αποκλείει τον εξευρωπαϊσμό της. Μισή Ευρώπη και μισή Ασία γεωγραφικά,  ο λαός  της και η ιστορίας της διχάζονται, αμφιταλαντεύονται  ανάμεσα στην έλξη της μιας ή της άλλης ηπείρου. Η διχασμένη πολιτιστική της ταυτότητα θα την ακολουθεί αιωνίως, όπως συμβαίνει και με άλλες χώρες, με τρανταχτό  ιστορικό παράδειγμα τη   γειτονική μας Τουρκία. Χωρίς τίποτε να είναι πάντως προδιαγεγραμμένο.

Υπάρχει ωστόσο ένα δεδομένο που γέρνει προς την μεριά της Ευρώπης. Τις τελευταίες τέσσερις τετραετίες ο ρωσικός λαός δοκίμασε, έστω και περιχαρακωμένους, τους θεσμούς και  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, γεύτηκες τους χυμούς της ελευθερίας, ατομικής, πολιτικής και οικονομικής. Ο συγχρωτισμός αυτός δεν μπορεί παρά να έχει αφήσει ίχνη ανεξίτηλα, που δεν είναι δυνατόν να σβήσουν εύκολα και να μην επηρεάσουν τις μεταπολεμικές πολικές εξελίξεις. Ο ρωσικός λαός, ένα μέρος του τουλάχιστον, και σίγουρα οι διάφορες ελίτ, έχουν μπολιαστεί με το  αίτημα της δημοκρατίας. Ολιγάρχες, νεόπλουτοι,  ανεξάρτητοι επαγγελματίες, έμποροι, αστοί και υπάλληλοι, επιστήμονες  κ.ά.  δοκίμασαν το  μήλο του καπιταλισμού και της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Ορισμένοι μάλιστα πλούτισαν επειδή εκμεταλλεύτηκαν τα οικονομικά πλεονεκτήματα μιας παγκόσμιας οικονομίας της αφοράς. Δεν μπορούν να απαλλαγούν από την έλξη της  και από την αναζήτησή της.

Εξάλλου καμία χώρα δεν μπορεί να επιζήσει μακροπρόθεσμα αποκομμένη και απομονωμένη   από τον κόσμο και ειδικά από τον φυσικό γεωγραφικό περίγυρό της και μάλιστα όταν βρίσκεται σε οξύτατη αντιπαράθεση μαζί του. Η Ρωσία δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς την Ευρώπη, την έχει ανάγκη ούτε η Ευρώπη να ευημερήσει χωρίς ή σε αντιπαλότητα με την Ρωσία.

Η Ευρώπη ως πολιτική οντότητα πρέπει να φροντίσει να μην σπρώξει την Ρωσία στην μεριά της Ασίας και να την ρίξει απερίσκεπτα στην αγκαλιά της Κίνας. Οφείλει η ηγεσία της  να δείξει την εποχή των διηπειρωτικών  γεωπολιτικών ανακατατάξεων   πολιτική ωριμότητα και διορατικότητα.  Γνωρίζει βέβαια  ότι τα συμφέροντά της και οι βλέψεις της δεν ταυτίζονται με εκείνες της Αμερικής.

********************************

Είναι, από την άλλη μεριά, γεγονός ότι η ρωσική κοινωνία δείχνει σήμερα μουδιασμένη, με ανύπαρκτη κοινωνική αντίδραση. Ακόμη και απέναντι στις οικονομικές κυρώσεις. Η στάση της αυτή δεν είναι ωστόσο ανεξήγητη και μάλιστα εν καιρώ πολέμου. Η αναγκαστική,  παντελής σιωπή της  σήμερα, μπορεί να βγάλει κραυγή αύριο, μετά τον πόλεμο. Δεν πρέπει  να ταυτίζουμε το κράτος της Ρωσίας με τον ρωσικό λαό.

Μπορεί  σήμερα να επικρατεί άκρα του τάφου σιωπή. Αύριο όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει  τι θα γίνει.  Μια ενδεχόμενη κατάρρευση ή μια  εξέγερση αργά ή γρήγορα με ένα coup de palais, όπως έγινε επί Γκορμπατσόφ, κατά του Πούτιν, μετά τον πόλεμο και ανεξάρτητα από την έκβασή του, είναι μια προοπτική  στην οποία εμείς οι Ευρωπαίοι, μαζί με τον ουκρανικό λαός πρέπει να προσβλέπουμε, να ευχόμαστε και να απεργαζόμαστε.

Για τον λόγο αυτό οφείλουμε  κάθε φορά που εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στον δοκιμαζόμενο και αφανιζόμενο ουκρανικό λαό, να μην ξεχνάμε και τον δυναστευόμενο από τον Πούτιν ρωσικό, και να δηλώνουμε  και στην περίπτωση αυτή την αλληλεγγύη μας στους αντιφρονούντες Ρώσους, και γενικά στην αντιπολίτευση, που παλεύουν  και αυτοί κάτω από σκοτεινές και τρομοκρατικές συνθήκες  για την ελευθερία τους.

 

[Γραπτή, εκτενέστερη και επεξεργασμένη, απόδοση ομιλίας σε εκδήλωση που διοργανώθηκε στην Θεσσαλονίκη σε αίθουσα του Δημαρχείου από την ‘Πρωτοβουλία πολιτών κατά της Ρωσικής εισβολής και του πολέμου’  και την ‘Ουκρανό-ελληνική κοινότητα Θεσσαλονίκης’ σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο ‘Επίκεντρο’  στις 3 Μαΐου 2022]

 

 

Ο Ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συντάγματος κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και η πολυπρισματική σημασία του στην εποχή μιας επώδυνης κοινωνικής και οικονομικής κρίσης

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρόλογος *

Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Πρόκειται για θεμελιώδη διάταξη του Συντάγματος, η οποία, θέτοντας τον Άνθρωπο στο επίκεντρο του ρυθμιστικού του πεδίου -επέκεινα δε της όλης Έννομης Τάξης- καθιερώνει τον εν γένει Ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα, με όλες τις εντεύθεν κανονιστικές και θεσμικές συνέπειες.  Θεωρία και νομολογία συνομολογούν, ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της αξίας του Ανθρώπου δεν καθιερώνει δικαίωμα αλλά διαδραματίζει πολύ ευρύτερο ρυθμιστικό ρόλο στο πλαίσιο του συνόλου του Συντάγματος, συνιστώντας γενική ρήτρα, μέσω της οποίας «φωτίζεται» ερμηνευτικώς κάθε άλλη συνταγματική διάταξη.  Τούτο συνάγεται και από την, καθ’ όλα συνειδητή, επιλογή του Συντακτικού Νομοθέτη να θέσει την διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 προ των διατάξεων του Δεύτερου Μέρους περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, κι ακόμη πιο εμφατικά στην αρχή του Συντάγματος, ήτοι στο Α΄ Τμήμα του Πρώτου Μέρους περί βασικών διατάξεων, δηλαδή στο Τμήμα που φέρει τον τίτλο «Μορφή του Πολιτεύματος».

  1. A. Ο Ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας του Συντάγματος

   Το ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνουν, υπό θεσμικούς αλλά και lato sensu πολιτικούς όρους, τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα του Συντάγματος οδηγεί, κατ’ ανάγκην        -και υπό τους όρους της γραμματικής, τελεολογικής και συστηματικής ερμηνείας του- στην αποδοχή των εξής θέσεων:

  1. Όλες οι διατάξεις του Συντάγματος, καθώς και οι εκτελεστικές του διατάξεις, δίχως καμία, απολύτως, εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται και από τις τρεις Εξουσίες -την Νομοθετική, την Εκτελεστική και την Δικαστική- με στόχο την προστασία του Ανθρώπου, ιδίως δε την υπεράσπιση των κάθε είδους δικαιωμάτων του.Μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι, όταν το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει την επιταγή του σεβασμού και της αξίας του Ανθρώπου:

α) Επιβάλλει όχι μόνο την «αμυντική» υπεράσπιση της αξίας του Ανθρώπου -ήτοι την αποτροπή της προσβολής της in concreto– αλλά, a fortiori, και τον ενεργό σεβασμό της στην πράξη.  Και μάλιστα με συγκεκριμένα μέτρα, τα οποία ενεργοποιούνται τόσο περισσότερο, όσο η αξία του Ανθρώπου εκτίθεται σε μεγαλύτερη διακινδύνευση.  Και τέτοια παραδείγματα διακινδύνευσης παρέχουν, κατ’ εξοχήν, από την μια πλευρά η Τεχνολογία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της συμπεριφοράς της Επιστήμης έναντι των γονιδίων.  Και, από την άλλη πλευρά, η Οικονομία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της οφειλόμενης αντίστασης απέναντι στην κάθε μορφής εμπορευματοποίηση του Ανθρώπου.

β) Υπενθυμίζει, προς κάθε κρατικό –υπό την ευρεία του όρου έννοια φυσικά- όργανο ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του Ανθρώπου αποτελούν όχι απλώς υποχρέωση αλλά, ρητώς και αδιαστίκτως, «την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».  Και μόνον η διατύπωση αυτή καθιστά τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου πρώτιστη και, κατά λογική ακολουθία, θεμελιώδη προτεραιότητα για την Πολιτεία και τα όργανά της.

  1. Λόγω της γενικότητας της ρύθμισής του, ειδικότερα δε λόγω της χρησιμοποίησης του όρου «Πολιτεία», αναφορικά με την οριοθέτηση της υποχρέωσης σεβασμού και προστασίας της αξίας του Ανθρώπου, η υποχρέωση αυτή απευθύνεται:

α) Στο Κράτος, εν συνόλω, υπό την έννοια ότι η υποχρέωση αυτή βαρύνει τα κάθε είδους όργανα και των τριών Εξουσιών, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής.

β) Πέραν της «Πολιτικής Κοινωνίας», κατά τ’ ανωτέρω, και στην «Κοινωνία των Πολιτών», δηλαδή σε κάθε μέλος του κοινωνικού συνόλου.

γ) Άρα από την, σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε, διευκρίνιση της νομικής έννοιας της αξίας του Ανθρώπου, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, και ειδικότερα από την διαπίστωση ότι η αξία –σε αντίστιξη προς την προσωπικότητα κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος-  αφορά, πολύ πέραν του προσώπου, το «Όν» ως βιολογικό οργανισμό, εν γένει, μ’ επίκεντρο την, lato sensu, ζωή του, εκπορεύονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες ιδίως για τον ίδιο τον Άνθρωπο αλλά και για την Πολιτεία.

Β. Οι έννομες συνέπειες ως προς τον φορέα της αξίας του Ανθρώπου

Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι νομικώς ορθότερο -αν όχι πλήρως επιβεβλημένο και κατά το Σύνταγμα- να γίνει δεκτό πως, τουλάχιστον στο πλαίσιο της Ελληνικής Έννομης Τάξης, δεν νοείται θεσμικώς, ούτε καθ’ υποφοράν, δικαίωμα του Ανθρώπου στην ζωή του, ως απόρροια της συνταγματικής κατοχύρωσης της αξίας του.   Εκ του ότι ο φορέας της αξίας του Ανθρώπου δεν έχει, κατά νομική κυριολεξία, δικαίωμα επ’ αυτής και, συνακόλουθα, επί της ζωής του, συνάγονται και τα εξής:

  1. Ο Άνθρωπος δεν έχει πλήρη ευχέρεια -ούτε βεβαίως δικαίωμα- παραίτησης  από την υπεράσπιση της αξίας του και της ζωής του.   Όλως αντιθέτως, οφείλει να τις σέβεται και να τις υπερασπίζεται πρωτίστως ο ίδιος, δοθέντος ότι, κατά το Σύνταγμα και την εκτελεστική του νομοθεσία, αναγνωρίζεται σε αυτόν μόνο δικαίωμα υπεράσπισής τους, τόσο έναντι της Πολιτείας όσο και έναντι των κάθε είδους τρίτων, φυσικών ή νομικών προσώπων.

α) A fortiori, ο Άνθρωπος δεν έχει πλήρη ευχέρεια διάθεσης της ζωής του.  Γεγονός που σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται ούτε δικαίωμα ούτε καν αναγνώριση επιλογής της αυτοκτονίας.  Το ότι στην πράξη δεν τιμωρείται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, η αυτοκτονία τόσον όταν έχει συντελεσθεί -οπότε δεν θα είχε κανένα νόημα η τιμωρία- όσο και σε περίπτωση απλής απόπειρας, δεν έχει, κατ’ ουδένα τρόπο, την έννοια ότι υφίσταται, e contrario, κάποιο δικαίωμα στην αυτοκτονία.   

β) Το αυτό ισχύει, όπως είναι αυτονόητο, και για την εκ μέρους του φορέα της αξίας του Ανθρώπου λήψη απόφασης περί ευθανασίας του.  Και μάλιστα τόσον ως προς τις προς αυτόν επιπτώσεις της νομικής απαξίας της πράξης του, όσο και ως προς τους τρίτους, οι οποίοι τον επικουρούν στην ευθανασία.

γ)  Υπ’ αυτό το πνεύμα ερμηνείας του Συντάγματος και της εκτελεστικής του νομοθεσίας δεν είναι αποδεκτό θεσμικώς και το ενδεχόμενο εκούσιας «διακοπής» των βιολογικών λειτουργιών, με το εντελώς υποθετικό, υπό τα σημερινά δεδομένα, ενδεχόμενο επαναλειτουργίας τους στο μέλλον, κατά τα δεδομένα της Τεχνολογίας, π.χ. με το ενδεχόμενο ενεργοποίησης της μεθόδου της κατάψυξης.

  1.  Ως παρακολουθηματική, πλην όμως άκρως ουσιώδης, συνέπεια επέρχεται το ότι δεν υφίσταται και οιαδήποτε δυνατότητα του Ανθρώπου να διαθέτει, κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια και αντίστοιχη επιλογή, μέρος του σώματός του, κατ’ εξοχήν δε ζωτικής σημασίας όργανά του.  Έτσι, π.χ.:

α) Ο Άνθρωπος δεν νομιμοποιείται, κατ’ ουδένα τρόπο, να διαθέτει εν ζωή μέρη του σώματός του, όταν η διάθεση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε βέβαιο θάνατο -όπως συμβαίνει με την διάθεση ζωτικών του οργάνων- ή ακόμη και σε σοβαρή διακινδύνευση της ζωής του.

β) Πολλώ μάλλον αυτό ισχύει στην περίπτωση, κατά την οποία μια τέτοια διάθεση θα είχε ως σκοπό την αποκόμιση κέρδους, ήτοι την εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος.  Και σε αυτή την περίπτωση νοείται θεσμικώς κύρωση, η οποία δεν αφορά μόνο τον τρίτο, λήπτη του οργάνου του δότη, αλλά και τον ίδιο τον δότη, αν βρίσκεται ακόμη εν ζωή.

  1.  Είναι, φυσικά, εντελώς διαφορετικό -και πλήρως σύμφωνο με τα όσα εκτέθηκαν σχετικά με τη νομική έννοια της αξίας του Ανθρώπου- το αν και κατά πόσον ο Άνθρωπος έχει την δυνατότητα να γίνει δότης οργάνων, είτε εν ζωή είτε μετά θάνατον, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαμορφώνει η Έννομη Τάξη, με πλήρη σεβασμό του Συντάγματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος περί προστασίας της αξίας του Ανθρώπου επιτρέπει, πάντα με βάση τις ρυθμίσεις των ισχυόντων κανόνων δικαίου:

α) Το να καταστεί κάποιος εν ζωή δότης οργάνων μετά θάνατον.  Το αυτό ισχύει και για την δυνατότητα των οικείων του να δωρίσουν τα όργανα του θανόντος προς τρίτους.

β) Το να καταστεί κάποιος εν ζωή δότης οργάνων προς οικείους του ή ακόμη και τρίτους, εφόσον βεβαίως αφενός δεν υφίσταται μεγάλη διακινδύνευση της ζωής του και, αφετέρου,   αυτή η πρωτοβουλία του ουδόλως έχει, αμέσως ή εμμέσως, σχέση με οιασδήποτε μορφής οικονομική ή άλλη συναφή συναλλαγή, η οποία θα παραβίαζε, αμέσως ή εμμέσως, την προαναφερθείσα γενική αρχή της απαγόρευσης της εμπορευματοποίησης του σώματός του.

Γ. Οι έννομες συνέπειες ως προς την Πολιτεία

Πρέπει, εξ αρχής, να επισημανθεί ότι οι έννομες συνέπειες της νομικής έννοιας της αξίας του Ανθρώπου αφορούν πρωτίστως την Πολιτεία -με την έννοια της σύνθεσης και των τριών Εξουσιών, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής- όπως προκύπτει ευθέως από το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος οι οποίες, όπως τονίσθηκε προηγουμένως, καθιστούν τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου «την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

  1. Υπό το φως των προμνημονευόμενων διαπιστώσεων, καθίσταται σαφές ότι οι ερμηνευτικές αυτές αρχές απευθύνονται στην Πολιτεία και στα όργανά της ιδίως όταν θεσμοθετεί μέτρα που θα μπορούσαν να θίξουν την αξία του Ανθρώπου και, κατ’ εξοχήν, την ανθρώπινη ζωή λόγω των ανεξέλεγκτων τάσεων της Οικονομίας και της Τεχνολογίας.  Αυτονοήτως, τούτο δε ισχύει ως προς την λήψη μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή για την υγεία ασθενών, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ερμηνευτικής δήλωσης υπό το άρθρο 5 παρ. 4  του Συντάγματος. Ειδικότερα:

α) Η Πολιτεία οφείλει να θεσμοθετεί τις κάθε είδους εγγυήσεις ώστε ν’ αποκλείεται, εντελώς, η προσβολή της αξίας του Ανθρώπου και της ζωής του από δράσεις που καταλήγουν σε κάθε μορφής εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος.  Τούτο αφορά κυρίως -και όχι βεβαίως αποκλειστικώς- το πεδίο των μεταμοσχεύσεων και την ρύθμιση του νομικού καθεστώτος των δοτών οργάνων.

β) Η Πολιτεία οφείλει ν’ απαγορεύει την καθιέρωση επιστημονικών πρακτικών, οι οποίες πλήττουν την μοναδικότητα του Ανθρώπου, ιδίως μέσω της αλλοίωσης της γενετικής του ταυτότητας, δοθέντος ότι η μοναδικότητα βρίσκεται, κυριολεκτικώς, στον πυρήνα της αξίας του Ανθρώπου. Επέκεινα, η Πολιτεία οφείλει να θεσμοθετεί:

β1) Αυστηρούς περιορισμούς ως προς την αξιοποίηση της γενετικής τεχνολογίας, προς την κατεύθυνση επέμβασης στην δομή και στην λειτουργία του ανθρώπινου γονιδιώματος,  στον βαθμό που θα μπορούσε να επηρεάσει την κατά τ’ ανωτέρω μοναδικότητα του Ανθρώπου.  Εδώ τίθεται το μείζον ζήτημα της άνευ όρων και προϋποθέσεων απαγόρευσης της κλωνοποίησης, αφού η μέθοδος αυτή οδηγεί σε προαποφασισμένη και προδιαγεγραμμένη δημιουργία απολύτως όμοιων ανθρώπων, αναιρώντας έτσι την μοναδικότητα καθενός τους και προσβάλλοντας ευθέως την ιδιαίτερη αξία κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.

β2) Αυστηρούς περιορισμούς ως προς την χρησιμοποίηση της μεθόδου των αμβλώσεων.  Με την έννοια, ότι η μέθοδος αυτή είναι συνταγματικώς ανεκτή μόνον όταν δεν θίγει την αξία και την ζωή του Ανθρώπου αλλά, όλως αντιθέτως, αποβαίνει, με στέρεη επιστημονική τεκμηρίωση, μέσο προστασίας τους.

  1. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο ζήτημα του συνταγματικώς επιβεβλημένου τρόπου θεσμικής αντιμετώπισης του προβλήματος της ευθανασίας, σε συνδυασμό με το γενικότερο ζήτημα του τρόπου, με τον οποίο η Πολιτεία οφείλει, κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, να συμπαρασταθεί στον βαρέως πάσχοντα Άνθρωπο, κυρίως κατά το τελευταίο στάδιο της ασθενείας του.

α) Υπό το πρίσμα της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, και προκειμένου να εκπληρώσει την υποχρέωσή της για τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις της που προκύπτουν κατά το Σύνταγμα από την θεσμική κατοχύρωση του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου και των Κοινωνικών Δικαιωμάτων, η Πολιτεία έχει χρέος να διασφαλίσει στον βαρέως πάσχοντα -και ιδίως σ’ εκείνον που βρίσκεται σε μειονεκτική κοινωνική και οικονομική κατάσταση- συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης και νοσηλείας ως το τέλος της ζωής του.  Προς τούτο είναι ανάγκη η Πολιτεία, υπό όρους συνταγματικώς κατοχυρωμένης υποχρέωσης, ν’ αναπτύσσει, παραλλήλως με τις κλασικές νοσοκομειακές δομές, και ανάλογες υποστηρικτικές δομές για τον πάσχοντα, οι οποίες πρέπει να οργανώνονται και να λειτουργούν ως δομές «παρηγορητικής υποστήριξης».

β) Τέλος, τίθεται το ζήτημα του ποιες πρέπει, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, να είναι οι πρόνοιες της Έννομης Τάξης ως προς τον τρόπο, με τον οποίο η Πολιτεία αλλά και η Ιατρική Επιστήμη οφείλουν να συμπαρασταθούν στον βαρέως πάσχοντα, που έχει φθάσει πλέον στο τελευταίο στάδιο της ασθενείας του και δεν υφίσταται, επιστημονικώς, πιθανότητα αποφυγής του θανάτου.  Σε αυτή την περίπτωση, και προκειμένου ο πάσχων να μην υποφέρει υπό όρους που αναιρούν την αξία του και την αξιοπρέπειά του, είναι  όχι μόνο νοητή αλλά μάλλον επιβεβλημένη, συνταγματικώς και ηθικώς, η θεσμοθέτηση της κατάλληλης μεθόδου καταστολής.  Πρόκειται για την λεγόμενη «παρηγορητική καταστολή» ως την επέλευση του θανάτου η οποία, στο πλαίσιο του γαλλικής Ιατρικής και Νομικής Επιστήμης, αποκαλείται «sédation à long terme» ή  «sédation  terminale».

Δ. Οι έννομες συνέπειες ως προς τους τρίτους

Τα όσα ήδη εκτέθηκαν, ως προς τις κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρεώσεις τόσο του ίδιου του φορέα όσο και της Πολιτείας αναφορικά με τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του Ανθρώπου, προσδιορίζουν με σχετική ευχέρεια και τις υποχρεώσεις των τρίτων προς την ίδια κατεύθυνση.

  1. Πριν από κάθε άλλη προσέγγιση εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί -και πάλι όχι μόνο σε νομικό επίπεδο αλλά και σ’ επίπεδο ηθικής- ότι οι συνταγματικές ρυθμίσεις για την αξία του Ανθρώπου και για το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου επιβάλλουν στους τρίτους, και ιδίως προς εκείνους που έχουν τα μέσα, να δείξουν κυρίως προς τον βαρέως πάσχοντα συνάνθρωπο την Αλληλεγγύη τους.  Και εδώ τίθεται μ’ επίταση το ζήτημα της συμπόρευσης Πολιτείας και τρίτων στην ανέγερση των δομών παρηγορητικής στήριξης, για τις οποίες έγινε λόγος προηγουμένως.  Η θέση αυτή συνάδει πλήρως και προς το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 4 του Συντάγματος, κατά την οποία: «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης».
  2. Κατά τα λοιπά, το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος καθιστά, έναντι των τρίτων, επιβεβλημένη την απαγόρευση -άρα και την αντίστοιχη καθιέρωση αδικοπραξίας ή και εγκλήματος όταν παραβιάζεται η απαγόρευση αυτή- μεταξύ άλλων και των εξής συμπεριφορών:

α) Της συμμετοχής, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην αυτοκτονία.

β) Της σύμπραξης, και πάλι καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην πρακτική της ευθανασίας.

γ) Της εκδήλωσης στην πράξη οιασδήποτε μορφής συναλλαγών σχετικών  με μεταμοσχεύσεις -π.χ. με δωρεές οργάνων- οι οποίες έχουν, έστω και εμμέσως, σχέση με οικονομικά ανταλλάγματα και, έτσι, καταλήγουν να εξωθούν π.χ. τον δότη ή τους οικείους του ή άλλους τρίτους μεσάζοντες σε νομικώς και ηθικώς πλήρως απαξιωμένες πρακτικές εμπορευματοποίησης του σώματος.

Επίλογος

Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι ο Συντακτικός Νομοθέτης, επικουρούμενος και από τις πολύ μεγάλες εκφραστικές δυνατότητες της Γλώσσας μας, κάθε άλλο παρά τυχαία κατέληξε στην έννοια της «αξίας»       -και όχι στην διεθνώς καθιερωμένη έννοια της «αξιοπρέπειας»- στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος.  Όπως άκρως συνειδητή και συμβολική πρέπει να θεωρηθεί και η επιλογή του να θέσει την άνω διάταξη στο Α΄ Τμήμα του Πρώτου Μέρους τους Συντάγματος.  Τα δεδομένα, λοιπόν, αυτά πρέπει ν’ αξιοποιούνται, στο ακέραιο, από τον ερμηνευτή και τον εφαρμοστή των συνταγματικών εν γένει ρυθμίσεων, κατ’ εξοχήν σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μια βαθιά και, συνακόλουθα, επώδυνη κοινωνική και οικονομική κρίση.

* Ομιλία σ’ εκδήλωση που οργάνωσε στην Κύμη Ευβοίας, την 29η Απριλίου 2022, για τα 60 χρόνια από τον θάνατο  του Γεωργίου Παπανικολάου ο Μορφωτικός και Πολιτιστικός Σύλλογος «Ιπποκλής» ο οποίος έχει αποστολή μεταξύ άλλων και την στήριξη των δράσεων του «Ινστιτούτου Γεωργίου Παπανικολάου».

Η  θρησκευτική ελευθερία και η εκπαιδευτική της διάσταση

Γιώργος  Σταυρόπουλος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώην Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

Η σχέση του κάθε ανθρώπου με το Θείο έχει από τη φύση της χαρακτήρα μάλλον ενδοστρεφή και είναι καταρχήν απόρρητη. Αν το εκάστοτε πρόσωπο ακολουθήσει πιστά τα δόγματα κάποιας συγκεκριμένης θρησκείας, περιορισθεί στην αποδοχή κάποιων από αυτά ή διαμορφώσει μια δική του προσωπική σχέση με συγκεκριμένη εκάστοτε θρησκεία εναπόκειται αποκλειστικά σε αυτό. Μπορεί κάποιος να είναι άθεος, αγνωστικιστής ή απλώς αδιάφορος. Η σχέση με το Θείο διακρίνεται μάλιστα συχνά και από μια αξιοσημείωτη κινητικότητα. Μπορεί κάποιος, μια περίοδο της ζωής του, να βρίσκεται πιο κοντά στις διδασκαλίες μιας συγκεκριμένης θρησκείας και μια άλλη να απομακρύνεται προσωρινά ή οριστικά από αυτές. Μπορεί κάποιος να εκδηλώνει, αν το επιθυμεί, το συγκεκριμένο εκάστοτε θρησκευτικό του συναίσθημα, ιδιωτικά ή δημόσια, να μετέχει σε δημόσιες θρησκευτικές τελετουργίες πάντοτε, συχνά, αραιά ή να απέχει από αυτές, να θρησκεύεται κατ’ ιδίαν με τη μεγαλύτερη ή τη μικρότερη μυστικότητα. Είναι πιθανό στο πλαίσιο μιας οικογένειας οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των μελών της να είναι κοινές ή να διαφέρουν. Είναι πιθανό τα παιδιά να ακολουθούν τις θρησκευτικές αντιλήψεις των γονιών τους , να τις αντιμάχονται ή να τις αγνοούν. Ακόμα είναι πιθανό κάποιος να καταρτίζει τον δικό κώδικα αξιών και τη δική του κοσμοθεωρία και βιοθεωρία επηρεαζόμενος ή όχι από μια ή περισσότερες θρησκευτικές ή άλλες δοξασίες και αντιλήψεις.

Η θρησκευτική ελευθερία, στη νομική της διάσταση, έχει ευρύτατο περιεχόμενο και συνδέεται με τις ελευθερίες της σκέψης και της συνείδησης. Το Σύνταγμα, μάλιστα, ορίζει, στο άρθρο 13 παρ1, σε διάταξη δηλαδή μείζονος σημασίας αφού αυτή δεν μπορεί να αναθεωρηθεί, κατά το άρθρο 110 αυτού, ότι η ελευθερία της οποιασδήποτε θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη και ότι η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές πεποιθήσεις του κάθε ανθρώπου. Η σύνδεσή, επίσης, της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης με την αρχή της ισότητας που διακηρύσσεται, στη γενικότητά της, στο άρθρο 4 του Συντάγματος είναι εμφανής. Τούτο προκύπτει και από το άρθρο 13παρ2 του Συντάγματος που ορίζει ότι η οποιαδήποτε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων και ότι, χωρίς καμιά εξαίρεση, ο προσηλυτισμός απαγορεύεται, ενώ η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται όταν προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Το άρθρο 13πα3 του Συντάγματος ορίζει, περαιτέρω, ότι οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται, χωρίς διακρίσεις, στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. Καμιά, επίσης, διάκριση μεταξύ των προσώπων που ακολουθούν διαφορετικές θρησκευτικές δοξασίες δεν προβλέπεται στα άρθρα 13παρ4 και 14παρ3 του Συντάγματος.

Η θρησκευτική ελευθερία όπως και η δυνατότητα απόλαυσης των δικαιωμάτων του ανθρώπου χωρίς θρησκευτικές διακρίσεις διακηρύσσεται και από τα διεθνή κείμενα. Γίνεται σχετική αναφορά όχι μόνο στα άρθρα 2 και 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (που κυρώθηκε με το ν.2462/1997),αλλά και σε άλλα κείμενα, όπως στα άρθρα 9 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου(Ε.Σ.Δ.Α.). Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με το άρθρο 9παρ 2 της Ε.Σ.Δ.Α. η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέραν εκείνων που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την υγεία και την ηθική ή για την προάσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των άλλων. Στο ίδιο περίπου νοηματικό πλαίσιο βρίσκονται και τα άρθρα 10 και 52 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι περιορισμοί στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που προβλέπονται από τον εν λόγω Χάρτη, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου52, δεν μπορούν να θίγουν το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών, πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας και επιτρέπεται να επιβάλλονται εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων προσώπων.

Στο Σύνταγμα του 1975 περιέχεται επίσης και το άρθρο 3 που έχει μεν ως τίτλο «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας », πλην το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτών των σχέσεων ουδόλως προσδιορίζεται ειδικότερα σε αυτή τη συνταγματική διάταξη. Σημειώνεται σε αυτή μόνο το πραγματικό γεγονός ότι επικρατούσα θρησκεία για την πλειοψηφία των ελλήνων πολιτών είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού (βλ. Πρακτικά Ολομέλειας Συντάγματος σ. 402) και κατά τα λοιπά ρυθμίζονται κυρίως τα θέματα των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Επίσης, για λόγους ιστορικούς, γίνεται επίκληση της Τριαδικής Θεότητας στην επικεφαλίδα του Συντάγματος, αλλά και για να τιμηθεί η συμβολή της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας της πλειοψηφίας των ελλήνων πολιτών.

Ενόψει των διατάξεων που προαναφέρθηκαν αλλά και του άρθρου 2 του Συντάγματος που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις 2280- 2289/2001 αποφάσεις της Πλήρους Ολομέλειάς του, έχει από καιρό δεχθεί, εξ αφορμής του ζητήματος της συνταγματικότητας της αναγραφής, υποχρεωτικά ή προαιρετικά, του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες των ελλήνων πολιτών, τα παρακάτω: Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Κανένας, σημειώνεται στις ως άνω αποφάσεις, δε μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να εξαναγκασθεί να αποκαλύψει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις από τις οποίες τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους. Καμιά κρατική αρχή ή κρατικό όργανο, υπογραμμίζουν οι αποφάσεις αυτές, δεν επιτρέπεται να επεμβαίνει στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο της συνείδησης του ατόμου και να αναζητά το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ περισσότερο να επιβάλλει την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με τη σχέση του με το Θείο. Την ίδια κατεύθυνση ακολουθούν και οι πρόσφατες 1759-1760/2019 ομόφωνες αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. αναφορικά με το θέμα της υποχρεωτικής ή προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στους απολυτήριους τίτλους και τα πιστοποιητικά σπουδών των εκπαιδευτικών μονάδων. Η αντίθετη ερμηνεία, σημειώνεται στις τελευταίες αυτές αποφάσεις, θα είχε ως συνέπεια την προσβολή της θρησκευτικής ελευθερίας, υπό την αρνητική της έκφραση, εκείνων των ελλήνων, οι οποίοι δεν θα επιθυμούσαν να εκδηλώσουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις με αυτόν τον τρόπο, αναιρώντας παράλληλα και τη θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους.

Η θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους είναι εμφανής στις διατάξεις του Συντάγματος. Αφορά, εκτός των άλλων και την παιδεία που αποτελεί, κατά το άρθρο 16παρ2, βασική αποστολή του Κράτους. Εφόσον η παιδεία αποβλέπει, σύμφωνα με την ίδια συνταγματική διάταξη, στη διάπλαση των νέων ελλήνων σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες και έχει ως σκοπό την ηθική και πνευματική αγωγή τους, δεν μπορεί παρά να είναι ελεύθερη και η ανάπτυξη της θρησκευτικής τους συνείδησης, στην οποία επίσης αναφέρεται η συνταγματική αυτή διάταξη, δηλαδή χωρίς δηλαδή να επιβάλλονται περιορισμοί και δογματικές εμφυτεύσεις συγκεκριμένων θρησκευτικών αντιλήψεων στους μαθητές. Ο μονομερής δογματικός διαποτισμός (indoctrination) της συνείδησης των μαθητών μέσω της επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών αντιλήψεων αντιβαίνει στον πιο πάνω σκοπό της παιδείας, δε συμβάλλει στο σεβασμό της αξίας του ανθρώπου περί του οποίου μεριμνά το άρθρο 2 του Συντάγματος και βέβαια αντιβαίνει και στο άρθρο 5παρ1 του Συντάγματος, το οποίο υπογραμμίζει, για τον καθένα, την ανάγκη της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Σ αυτό το πλαίσιο, συνειδητά ο συνταγματικός νομοθέτης δεν αναφέρθηκε σε ειδικότερο περιεχόμενο της θρησκευτικής συνείδησης, κατά τα άρθρο 16παρ2, ούτε έκανε λόγο για την επίδραση σ αυτή των δογμάτων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή έστω της χριστιανικής θρησκείας γενικότερα. Και τούτο ήταν φυσικό γιατί το ελληνικό Κράτος, κατά το Σύνταγμα, δε θρησκεύεται.

Το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να έχει κατά βάση θρησκειολογικό και όχι δογματικό περιεχόμενο, σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και τις σύγχρονες παιδαγωγικές αντιλήψεις. Όπως τονίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(Ε.Δ.Δ.Α.), το πρόγραμμα θρησκευτικής εκπαίδευσης μπορεί να περιλαμβάνει πληροφορίες ή γνώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα, πλην η μετάδοσή τους πρέπει να είναι αντικειμενική, κριτική και πλουραλιστική και να μην επιδιώκει κατηχητικό σκοπό (βλ π.χ. αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α. Kjeldsen, σκ. 53, Folgero σκ. 84, Grselak,σκ. 104, Osmanoglu, σκ. 91). Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών πρέπει, περαιτέρω, να λαμβάνει υπόψη της ότι το θρησκευτικό φαινόμενο, διαχρονικά, περιλαμβάνει όψεις ιστορικές, κοινωνιολογικές, φιλοσοφικές και άλλες, ενώ συνδέεται με την τέχνη και τον πολιτισμό σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η σημασία του μαθήματος είναι τόσο σημαντική, έτσι ώστε το μάθημα πρέπει να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή άλλων πεποιθήσεων αυτών ή των γονιών τους. Βεβαίως, είναι εύλογο σε μια χώρα με αναμφίβολα επικρατούσα θρησκεία την Ορθοδοξία στην πλειοψηφία του πληθυσμού της , οι παρεχόμενες πληροφορίες για τα διδάγματα και τις αρχές αυτής να είναι περισσότερες, αφού αυτές ασφαλώς θα ενδιαφέρουν τους περισσότερους μαθητές, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να μεταφέρονται και στους υπόλοιπους μαθητές, ανεξαρτήτως του θρησκεύματός τους, αρκεί η σχετική διδασκαλία να μην έχει δογματικό ή ομολογιακό χαρακτήρα.

Η διδασκαλία των δογμάτων μιας θρησκείας, έστω και εκείνης την οποία πρεσβεύει η πλειοψηφία του πληθυσμού μιας χώρας, απευθυνόμενη μάλιστα σε ανήλικα παιδιά, δε μπορεί να αποτελεί κρατικό σκοπό στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού Συντάγματος με βάση τις αρχές της θρησκευτικής ελευθερίας που προαναφέρθηκαν. Την σχετική ευθύνη γι αυτή τη διδασκαλία δεν μπορεί να έχει παρά η ίδια η κάθε Εκκλησία με τις δικές της δυνάμεις, ενισχυόμενη ενδεχομένως οικονομικά από το Κράτος. Οι θρησκευτικοί λειτουργοί της, άλλωστε, γνωρίζουν καλύτερα από τους όποιους κρατικούς εκπαιδευτικούς, οι οποίοι μπορεί να μην ασπάζονται καν οι ίδιοι την επικρατούσα θρησκεία, πως θα μεταφέρουν σωστά τα δόγματα και τις αρχές της στους ανθρώπους και ιδιαίτερα στους νέους. Και βέβαια, καίριος είναι στην περίπτωση αυτή ο ρόλος των γονέων οι οποίοι δικαιούνται να εξασφαλίσουν αυτοί, με δικές τους πρωτοβουλίες, την μόρφωση και την εκπαίδευση των παιδιών τους, σύμφωνα με τις δικιές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Όπως, μάλιστα, έχει κριθεί από το Δικαστήριο του Στρασβούργου, δεν παρέχεται στους γονείς το δικαίωμα να αξιώνουν από το Κράτος την οργάνωση της διδασκαλίας με συγκεκριμένο περιεχόμενο στα θέματα αυτά (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Osmanoglu, σκ. 92-95, Lautsi, σκ. 60 και 72).

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν, το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να απευθύνεται στο σύνολο των μαθητών, χωρίς διακρίσεις (κατά το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α.), ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ίδιων ή των γονέων τους. Οι ίδιοι, άλλωστε, οι μαθητές, καθώς είναι συνήθως ανήλικοι, είναι μάλλον απίθανο να έχουν ήδη διαμορφώσει μια πλήρη προσωπική αντίληψη για το θρησκευτικό φαινόμενο. Ασκούνται σ αυτούς προφανώς, κατά την περίοδο αυτή της ζωής τους, επιρροές τόσο από το οικογενειακό, όσο και από το φιλικό τους περιβάλλον. Και μόνοι τους, όμως, προβληματίζονται, κυρίως κατά εφηβική περίοδο, προκειμένου να επιλέξουν σχετική στάση ζωή. Η επίδρασή, πάντως, στη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης του μαθητή δεν μπορεί παρά να είναι από μέρους του Κράτους διακριτική και να τηρεί της συνταγματικές αρχές της ισότητας (άρθρο 4 και άρθρο 13), με αποφυγή του προσηλυτισμού(άρθρο 13παρ. 2, τελευταίο εδάφιο), ο οποίος ρητά απαγορεύεται χωρίς καμιά διάκριση από το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα.

Η πρακτική, παρά ταύτα, που ακολουθήθηκε στην Ελλάδα υπήρξε παραδοσιακά ακριβώς η αντίθετη. Η διδασκαλία του μαθήματος ήταν πάντοτε σχεδόν δογματική με τη χρήση του τεκμηρίου της επικρατούσας θρησκείας και μιας, κατά βάθος, εφαρμογής του ιδεολογήματος, σύμφωνα με το οποίο υπάρχει ταύτιση του ελληνισμού, όχι μόνο με τον χριστιανισμό, αλλά και με την ίδια την ορθοδοξία, ενώ η διδασκαλία ενός μαθήματος τέτοιου περιεχομένου ήταν υποχρεωτική. Η πραγματική αυτή κατάσταση άλλαξε, εδώ και κάποιον καιρό στη χώρα μας, με επίδραση κυρίως της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με το να παρασχεθεί, δηλαδή, η δυνατότητα απαλλαγής ορισμένων μαθητών από την παρακολούθηση του δογματικού αυτού μαθήματος, μετά από πρωτοβουλία των γονέων τους ή των ίδιων των μαθητών, αν οι τελευταίοι είναι ενήλικοι. Η έστω όμως οικειοθελής απομάκρυνση κάποιων μαθητών από τη διδασκαλία ενός σημαντικού μαθήματος στο σχολείο συνιστά μια, καταρχήν, μη ομαλή ενέργεια στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το παιδί απομακρύνεται, έστω πρόσκαιρα, από την εκπαιδευτική καθημερινότητα και ασφαλώς, αν δεν στιγματίζεται γι αυτό, πάντως διαφοροποιείται στα μάτια των περισσότερων συμμαθητών του, οι οποίοι δεν είναι πάντοτε τόσο ώριμοι για να αποδεχτούν, ως φυσιολογική, την απομάκρυνση του αυτή από τη σχολική αίθουσα. Ύστερα, ο ίδιος ο μαθητής που δεν παρακολουθεί το μάθημα θα στερηθεί σημαντικών γνώσεων που θα του ήσαν, οπωσδήποτε, χρήσιμες για να καταλάβει καλύτερα το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει και να αναπτύξει, στη συνέχεια, πληρέστερα τη δική του προσωπικότητα. Η απασχόληση, επίσης, του μαθητή τις κενές αυτές ώρες στο πλαίσιο ενός άλλου σχολικού μαθήματος (ποίου ;) δεν είναι πρακτικά πάντοτε ευχερής.

Όπως σημειώθηκε, για τη μη παρακολούθηση του ομολογιακού ή δογματικού μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία πρέπει να προηγηθεί δήλωση του μαθητή αν είναι ενήλικος ή του γονιού του, η οποία, κατά τις αντίθετες προς τις παραπάνω, αποφάσεις 1749,1750,1751 και1752/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή μου ή του παιδιού μου στο μάθημα των θρησκευτικών ». Μια τέτοια όμως δήλωση είναι σαφές ότι παραβιάζει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης του δηλούντος προσώπου (του μαθητή ή του γονιού του), αφού τούτο εξαναγκάζεται, έστω και με αυτή την αόριστη δήλωση, να διατυπώνει, εμμέσως, πλην απολύτως σαφώς, την αντίθεσή του προς τα διδασκόμενα στο σχολείο δόγματα της Ανατολικής Ορθόδοξης του Εκκλησίας του Χριστού. Με τον τρόπο αυτό ο μαθητής ή ο γονιός του παραβιάζει το δικαίωμά που από το Σύνταγμα διαθέτει να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, καθώς υποχρεώνεται σε δήλωση από την οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν συμφωνεί με τα παραπάνω δόγματα. Εξαναγκάζεται έτσι από κρατικό όργανο, το διευθυντή της οικείας σχολικής μονάδας, να εξωτερικεύσει την αντίθεσή του προς την επικρατούσα θρησκεία, αντίθετα προς το πνεύμα των πιο πάνω 2280-2289/2001 αποφάσεων της Πλήρους Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και των πρόσφατων 1759-1760/2019 αποφάσεων της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου. Υποχρεώνεται, έτσι, ο γονιός ή ο μαθητής, αντίθετα προς το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,και όταν δεν το θέλει, να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις που είναι οπωσδήποτε αρνητικές για την επικρατούσα θρησκεία. Η ενέργεια αυτή προσβάλλει εξάλλου την ίδια τη θρησκευτική ουδετερότητα που οφείλει να επιδεικνύει το ελληνικό κράτος προς τους πολίτες του σύμφωνα με το Σύνταγμά.

Οι ειδικότερες, σε σχέση με το ερευνώμενο ζήτημα του τρόπου διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία 1749,1750,1751 και1752/2019, 926, 660/2018 αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου (βλ. και τις συναφείς παλαιότερες 2176/1998 και 3356/1995 αποφάσεις του Γ΄ Τμήματος, με τις οποίες είχε μάλιστα θεωρηθεί ότι το τότε κυρίως εριζόμενο ζήτημα των ωρών διδασκαλίας των θρησκευτικών στα σχολεία δεν έπρεπε καν να παραπεμφθεί προς επίλυση στην Ολομέλεια !) , αν και με ορισμένες διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, οδηγούν σε κοινά λανθασμένα συμπεράσματα και δημιουργούν σύγχυση ως προς τις διαχρονικές νομολογιακές επιλογές του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα θρησκευτικής ελευθερίας. Δέχονται την υποχρεωτικότητα εκ μέρους των μαθητών της παρακολούθησης του μαθήματος των θρησκευτικών, παράλληλα όμως σημειώνουν ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους μαθητές οι οποίοι ανήκουν στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού που ασπάζεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, ενώ όσοι δεν ανήκουν σ αυτό το δόγμα μπορούν να απαλλαγούν από την παρακολούθηση αυτού του μαθήματος με την υποβολή δήλωσης με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε πιο πάνω. Παραβλέπουν, έτσι, οι αποφάσεις αυτές, κυρίως, τη μείζονα εμβέλεια του μη αναθεωρητέου άρθρου 13 του Συντάγματος και ερμηνεύουν τα άρθρα 3 και 16παρ2 (θρησκευτική συνείδηση = ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση) του Συντάγματος με τρόπο που οδηγεί στην προσβολή του πυρήνα τόσο του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, όσο και του δικαιώματος του προσώπου,αλλά και της αντίστοιχης υποχρέωσης του Κράτους, για την παροχή παιδείας τέτοιου περιεχομένου που να οδηγεί στη διαμόρφωση, χωρίς θρησκευτικές διακρίσεις, πολιτών με ελεύθερο φρόνημα. Οι ατυχείς αυτές δικαστικές αποφάσεις είναι, κατά το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, αντίθετες, όπως σημειώθηκε, προς τις προαναφερθείσες 2280-2289/2001 και 1759-1760/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για το λόγο είναι επιτακτική η ανάγκη, υποθέσεις με το αυτό αντικείμενο να αχθούν, με την πρώτη ευκαιρία, εκ νέου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου, αυτή τη φορά, η Πλήρης Ολομέλεια του Δικαστηρίου να αποφανθεί ρητά και οριστικά για το πιο πάνω ζήτημα. Η νομολογιακή ανασφάλεια δικαίου και μάλιστα στο πλαίσιο του ίδιου Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ανάγκη να εξοβελίζεται το ταχύτερο δυνατό, όταν μάλιστα αφορά κρίσιμα δικαιώματα του ανθρώπου, όπως είναι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία.

Οι παραδοχές της παρούσας μελέτης βαίνουν, κατά βάση, προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη που ακολουθούν τα κείμενα της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.), η οποία συνιστά τον εθνικό θεσμό προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αποτελεί το ανεξάρτητο συμβουλευτικό όργανο της Πολιτείας αναφορικά με τα ζητήματα αυτά. Η Ε.Ε.Δ.Α. ασχολήθηκε επανειλημμένα με τα θέματα της διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, ήτοι στις 19.1.2006 (διατυπώνοντας πρόταση νόμου με τίτλο «Ρύθμιση σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας, θρησκευτικές ενώσεις και κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας »), στις 5.12.2013 (στις Παρατηρήσεις που διατύπωσε στο σχέδιο της Δεύτερης Περιοδικής Αξιολόγησης της Ελληνικής Δημοκρατίας για το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα- ΔΣΑΠΔ) και πρόσφατα με την από 10.10.2016 Δήλωσή της. Με την τελευταία αυτή Δήλωση η Ολομέλεια της Ε.Ε.Δ.Α. διατύπωσε, αναφορικά με τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία, ειδικότερες σκέψεις με αφετηρία, το σεβασμό για το έργο και την αποφασιστική συμβολή της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας, όπως αυτός αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του Συντάγματος. Η Ε.Ε.Δ.Α. σημείωσε , στην αρχή αυτής της Δήλωσης, ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη συνθετότητα του σύγχρονου κοινωνικού και πολιτιστικού ιστού και τις εκπαιδευτικές ανάγκες που προκύπτουν από αυτή, η θρησκευτική αυτοσυνειδησία των πολιτών οφείλει να επιδεικνύει δεκτικότητα στο διάλογο με τον Άλλο και σεβασμό στις υπάρχουσες διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Περαιτέρω, η Ε.Ε.Δ.Α. θεώρησε ότι σ ένα πλουραλιστικό και δημοκρατικό σχολείο, το οποίο σέβεται τη θρησκευτική ετερότητα, ένα μάθημα με κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μαθητών. Αντίθετα, με γνώμονα την κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, προκρίνεται μια σύγχρονη γνωσιολογικού χαρακτήρα θρησκειοπαιδαγωγική προσέγγιση που δε θα προβαίνει σε δογματική εμφύτευση συγκεκριμένων θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η προσέγγιση αυτή, σημείωσε η Δήλωση της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, είναι σύμφωνη με την έννοια της « θρησκευτικής συνείδησης », ερμηνευόμενης ως ελεύθερης διαμόρφωσης της θρησκευτικής συνείδησης για όλους τους μαθητές, όπως άλλωστε επιτάσσουν τα άρθρα 5 παρ 1 και 13 του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, αντίστοιχα, όσο και το άρθρο 16 του Συντάγματος, το οποίο περιλαμβάνει μεταξύ των σκοπών της παιδείας, εκτός από την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης » και τη « διάπλαση ελεύθερων πολιτών ». Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση, σημείωσε η Ολομέλεια της Ε.Ε.Δ.Α., είναι συμβατή, όχι μόνο με τις συνταγματικές επιταγές, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα. Και έγινε , στο σημείο αυτό, παραπομπή σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) που αποδοκιμάζουν πλήρως το « δογματικό διαποτισμό » της συνείδησης των μαθητών μέσω της επιβολής συγκεκριμένων θρησκευτικών δοξασιών (βλ. π.χ. αποφάσεις Folgero και άλλοι κατά Νορβηγίας και Zengin και άλλοι κατά Τουρκίας).

Με την ίδια πιο πάνω από 10.10.2016 Δήλωσή της η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ως εθνικός θεσμός ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και τμήμα του διεθνούς θεσμικού πλαισίου προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επέστησε περαιτέρω την προσοχή των αρμοδίων Αρχών στην επιτακτική ανάγκη διασφάλισης της πλήρους εφαρμογής των δικαιωμάτων του παιδιού και μάλιστα εκείνων που κατοχυρώνονται από τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.2101/2.12.1992 (φ.192). Ιδιαίτερη αναφορά έγινε ευλόγως στο άρθρο 14 αυτής της Διεθνούς Σύμβασης, με την παρ. 1 του οποίου ρητά ορίζεται ότι « τα συμβαλλόμενα Κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού για ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας ». Η σημαντική εμβέλεια αυτής της διάταξης, που έχει μάλιστα υπερνομοθετική ισχύ, έχει μάλλον παραβλεφθεί από τη νομολογία. Σημειωτέον ότι η Χώρα μας πρέπει να συμμορφώνεται προς τις καταληκτικές Παρατηρήσεις και Συστάσεις των διεθνών ελεγκτικών οργάνων για την προστασία και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, όπως σημείωσε η πιο πάνω Δήλωση της Ε.Ε.Δ.Α., αξίζει να γίνει μνεία των από 13.9.2012 Συστάσεων της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού, κατά το μέρος που αφορούν την Ελλάδα, όπου επαναλαμβάνεται προηγούμενη Σύστασή της προς την Ελληνική Πολιτεία για τη διασφάλιση του σεβασμού των θρησκευτικών πεποιθήσεων του παιδιού – ή της έλλειψής τους- και για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την πρόληψη και εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων λόγω θρησκείας και πεποιθήσεων και την προώθηση της θρησκευτικής ανοχής και διαλόγου στην κοινωνία.

Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας έχει μεγάλη ιστορική καταγωγή και συνεισφορά, σημαντικό έργο να επιδείξει και καίρια σωτηριολογική αποστολή υπηρετώντας τον Άνθρωπο. Δεν έχει ανάγκη τον κρατικό εναγκαλισμό που μερικές φορές τείνει να τη στραγγαλίσει. Δεν φαίνεται πειστικό το επιχείρημα ότι η έντονη και διαρκής συνεργασία με το Κράτος υπηρετεί το κύρος της. Το κρατικό ένδυμα, ως κοινού νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, την απομακρύνει από την αποστολή της και ο έλεγχος της από τη δημόσια εξουσία περιορίζει το αυτοδιοίκητο που το Σύνταγμα κατοχυρώνει γι αυτήν. Δεν φαίνεται λογικό η Πολιτεία να πρέπει π.χ. να έχει λόγο, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκλογής των μητροπολιτών ή να μπορεί να ελέγχει, έστω με δικαστική ανάμειξη, ακόμα και τις μεταθέσεις των εφημερίων ! Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας πρέπει να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό της και να απομακρυνθεί από την εκκοσμίκευση που μοιραία συνεπάγεται γι αυτήν η ιδιαίτερη σχέση της με το Κράτος. Μακριά από τη στενή επαφή με το Κράτος, η δράση της Εκκλησίας θα είναι πιο ελεύθερη χωρίς δεσμεύσεις και υπολογισμούς. Η δραστηριότητά της στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας θα αναδείξει περισσότερο την πνευματικότητα της αποστολής της. Θα μπορέσει έτσι καλύτερα να προωθήσει ανεμπόδιστα και τον εκπαιδευτικό της ρόλο σε δογματικό επίπεδο χωρίς άγονες αντιπαραθέσεις, μη χρησιμοποιώντας, κατά βάση, τις κρατικές δομές. Η πλήρης εφαρμογή στην πράξη της θρησκευτικής ελευθερίας θα ευνοήσει τελικά έμμεσα και την ίδια, καθώς θα αναδείξει αρχές και αξίες με τις οποίες είναι αδιανόητο να αντιπαρατίθεται.

Μάρτιος 2020

 

Δημοσιεύθηκε στο Συλλογικό Τόμο με τον τίτλο «ΕΚΚΛΗΣΙΑ.ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ», Το Σύνταγμα 1&2/2020, σελ. 429 έως 438.

Ξενοφών Κοντιάδης – Αλκμήνη Φωτιάδου, Η συνταγματική ανθεκτικότητα στη δοκιμασία των κρίσεων. Κρίση ασφάλειας, οικονομική κρίση, πανδημία και Σύνταγμα. Έτος κυκλοφορίας: 2022, 338 σελ. (Ηλεκτρονικό βιβλίο ελεύθερης πρόσβασης)  

Τα Συντάγματα ζουν και πεθαίνουν. Άλλοτε ευημερούν, άλλοτε παρακμάζουν, ενώ ενίοτε περιπίπτουν σε μια κατάσταση ημιζωής, «ζώντας και ψευτοζώντας», χάνοντας δηλαδή μέρος της ισχύος και των λειτουργιών τους. Η συνταγματική ανθεκτικότητα συνεπάγεται την επίτευξη σταθερότητας μέσω μεταβολών. Τα ανθεκτικά Συντάγματα παραμένουν ακλόνητα εν μέσω κρίσεων και καταστροφών χάρη στην ικανότητά τους να προσαρμόζονται χωρίς να ματαιώνονται, ή να απομειώνονται ουσιωδώς οι θεμελιώδεις λειτουργίες τους.

Οι τρεις μεγάλες κρίσεις που έπληξαν ολόκληρο τον πλανήτη κατά την πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα δοκίμασαν την αντοχή και την ανθεκτικότητα των Συνταγμάτων, προκαλώντας ένα κύμα τυπικών και άτυπων μεταβολών, προσαρμογής σε νέες συνθήκες και, σε κάποιες περιπτώσεις, την κατάρρευση των συνταγματικών τάξεων. Η κρίση ασφάλειας του 2001, η οικονομική κρίση του 2008 και η πανδημία Covid-19 προκάλεσαν έναν έντονο διεθνή διάλογο και ισχυρές αντιπαραθέσεις ως προς τον τρόπο που αντέδρασαν τα Συντάγματα στις διαδοχικές κρίσεις.

Σκοπός του βιβλίου είναι να αναδείξει την αλληλουχία και τη συναρμογή των θεματικών της ανθεκτικότητας του Συντάγματος και της συνταγματικής αλλαγής υπό το πρίσμα των τριών πλανητικών κρίσεων. Η θεωρία της ανθεκτικότητας του Συντάγματος προσεγγίζει υπό ένα νέο πρίσμα την έννοια της συνταγματικής προσαρμογής και τον διάλογο περί τυπικής και άτυπης συνταγματικής μεταβολής. Η αξιοποίηση της θεωρίας της ανθεκτικότητας στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου συμβάλει στην αναστοχαστική προσέγγιση της συνταγματικής εξέλιξης, εισάγοντας μια νέα διάσταση για την κατανόηση του χρόνου ζωής και της ικανότητας επιβίωσης των Συνταγμάτων.

Βρείτε το εδώ.

Καταχώρηση: 15-04-2022     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η δίκη του Ζακ και η πλημμελής εκπαίδευση των αστυνομικών

Ν.Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με τις αγορεύσεις των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής και  της υπεράσπισης ολοκληρώνεται αυτές τις μέρες στο Μικτό Ορκωτό  η δίκη των τεσσάρων αστυνομικών και των δυο ιδιωτών που κατηγορούνται για τον φόνο του Ζακ Κωστόπουλου. Το φονικό είχε γίνει  μέρα μεσημέρι,  τον Σεπτέμβριο του 2018, στον πεζόδρομο της οδού Γλάδστωνος, κοντά στην Ομόνοια, στο κέντρο της Αθήνας.

Θυμίζω ότι οι μεν δύο ιδιώτες κατηγορούνται για θανατηφόρα σωματική βλάβη σε βάρος του θύματος, το οποίο ήταν άοπλο και  είχε εγκλωβιστεί στο κοσμηματοπωλείο του πρώτου κατηγορουμένου, από το οποίο προσπαθούσε να διαφύγει  συντρίβοντας  με πυροσβεστήρα  το διπλό τζάμι της βιτρίνας. Οι δε τέσσερις αστυνομικοί κατηγορούνται  για τις σωματικές κακώσεις που προκάλεσαν με πολλαπλά χτυπήματα, στην προσπάθειά τους να συλλάβουν τον Ζακ, λίγα μέτρα  παρακάτω. Ήταν άλλο ένα περιστατικό που συνδύαζε το κοινωνικό λιντσάρισμα  με  την αστυνομική βία. Αυτή τη φορά ωστόσο   πήρε μεγάλη δημοσιότητα λόγω του βιντεοληπτικού  και του ηχητικού υλικού, που προέβαλαν εκείνες τις μέρες όλες οι τηλεοράσεις και που  έχει έκτοτε αναρτηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.  Η τεχνολογία, συνεπώς, είναι εκείνη που έκανε τη διαφορά ανάμεσα στην υπόθεση του Ζακ και σε  άλλα παρόμοια περιστατικά, τα οποία, ακόμη και όταν φτάνουν στο ακροατήριο, περνούν συνήθως απαρατήρητα.

Έχοντας ασχοληθεί στο παρελθόν με την τόσο συνηθισμένη  ατιμωρησία αστυνομικών οργάνων που εμπλέκονται σε περιστατικά     αστυνομικής βίας, μπορώ να βεβαιώσω ότι στην υπόθεση Ζακ, παρ’ ότι οι εμπλεκόμενοι αστυνομικοί είχαν έναν έμπειρο σε τέτοιες υποθέσεις  συνήγορο -τον Υπουργό σήμερα Θάνο Πλεύρη- η ΕΔΕ που διατάχθηκε ευθύς αμέσως  ολοκληρώθηκε σχετικά σύντομα,  με πρόταση μάλιστα να παραπεμφθούν στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο εννέα συνολικά αστυνομικοί, οι τέσσερις από τους οποίους με το ερώτημα της απόταξης. Στην πρώτη λοιπόν  φάση της πειθαρχικής διαδικασίας, ο   ταξίαρχος που την διεξήγαγε έκανε καλά τη δουλειά του. Δεν σημειώθηκαν, με άλλα λόγια,  οι συνήθεις αβελτηρίες, τις οποίες είχε επισημάνει στο από 4.5.2020 πόρισμά της προς τον Μιχ. Χρυσοχοῒδη η υπό την προεδρία μου Επιτροπή, την οποία ο τελευταίος είχε συγκροτήσει για το θέμα. Αρκεί βέβαια να γίνει έγκαιρα και η πειθαρχική δίκη των εγκαλουμένων, μετά και ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής.

Το στοιχείο τουναντίον που με εντυπωσίασε και που η «υπόθεση Ζακ» ανέδειξε στο πανελλήνιο είναι μια άλλη κακοδαιμονία της ΕΛΑΣ, η οποία, παρά τις διαβεβαιώσεις των υπευθύνων όλων των κυβερνήσεων, τα τελευταία χρόνια, διαιωνίζεται. Αναφέρομαι στην πλημμελή εκπαίδευση των αστυνομικών. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό  απόσπασμα του παραπεμπτικού βουλεύματος:

«Εξ άλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν προφανές σε κάθε παρευρισκόμενο στο συμβάν και όχι μόνο στους διαθέτοντες επαρκή εκπαίδευση και εμπειρία αστυνομικούς ότι το θύμα αντιμετώπιζε κίνδυνο υγείας του, αφού αιμορραγούσε και έφερε πολλαπλά τραύματα, ενώ, όταν κατόρθωσε να σηκωθεί και επιχείρησε να τρέξει κρατώντας ένα γυαλί, αμέσως άρχισε να εμφανίζει αστάθεια στη βάδιση και βρισκόταν σε κατάσταση σύγχυσης και αδυναμίας, με αποτέλεσμα να μη δύναται τη δεδομένη χρονική στιγμή να επιτεθεί σε τρίτους. Η δε νόμιμη σύλληψή του μπορούσε να επιτευχθεί ευχερέστερα και με ηπιότερα μέτρα […] σε σχέση με τη βία που εκδηλώθηκε […]».

Νομίζω ότι το ανωτέρω απόσπασμα μιλάει από μόνο του. Όταν επτά εκπαιδευμένοι αστυνομικοί και δύο ειδικοί φρουροί (τόσοι, επαναλαμβάνω,  διώκονται πειθαρχικά) δεν είναι σε θέση να συλλάβουν έναν αιμόφυρτο πολίτη, εμφανώς ψυχολογικά βεβαρυμμένο, ο οποίος   παραπατά, διερωτάται κανείς πώς θα αντιδρούσαν σε επιχειρησιακά πολύ δυσκολότερα περιστατικά. Η ευθύνη ανήκει προφανώς και στους ίδιους, αλλά και στην πολιτεία, που δεν φρόντισε να τους εκπαιδεύσει όπως επιβάλλουν οι σημερινές συνθήκες. Το υπογραμμίζει εμφαντικά και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου που, εδώ και είκοσι χρόνια, έχει καταδικάσει επανειλημμένα την Ελλάδα για περιστατικά ασύμμετρης και αδικαιολόγητης αστυνομικής βίας. Και μόνον η ανάγνωση των σχετικών αποφάσεων προκαλεί θλίψη για το επίπεδο μιας χώρας που θέλει να λέγεται συνταγματικά πολιτισμένη.

Δεν ανήκει, βεβαίως, στους δικαστές και τους ενόρκους του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών να καταδικάσουν την ΕΛΑΣ και την πολιτεία για την ελλιπή εκπαίδευση των αστυνομικών οργάνων. Η αθώωση, εν τούτοις, των εμπλεκομένων αστυνομικών, την οποία πρότεινε χθες ο εισαγγελέας της έδρας, κινδυνεύει να διαιωνίσει το κακό.  Μια αυστηρή καταδίκη τους, αν όχι για  θανατηφόρα σωματική βλάβη, τουλάχιστον για επικίνδυνη,  οφειλόμενη σε  κραυγαλέα έλλειψη εκπαίδευσης και επαγγελματικής συνείδησης,  ενδέχεται να φιλοτιμήσει όσους επιμένουν να κρύβονται πίσω από το δάκτυλό τους.

* Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 14.4.2022