Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Όψεις της φιλοσοφικής επιρροής του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος στην διαμόρφωση των θεσμών της Ρωμαϊκής «Res Publica»

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Εισαγωγή*

    Η ιστορική έρευνα γενικώς, σε συνδυασμό με την ειδικότερη έκφανσή της στο πεδίο της Ιστορίας του Δικαίου, τεκμηριώνει με σαφήνεια ότι ναι μεν στην Αρχαία Ελλάδα  -και ιδίως στο πλαίσιο των Πόλεων-Κρατών- ο Νόμος ήταν άκρως διαδεδομένος ως μέσο κανονιστικής  ρύθμισης των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, όπως συνάγεται από αρκετά διασωθέντα «σπαράγματα» των Αρχαίων Ελληνικών Δικαίων και πρωτίστως του Δικαίου της Αρχαίας Αθήνας, κατά τις «μαρτυρίες»  προεχόντως του Πλάτωνος, του Αριστοτέλους και των Ρητόρων, με «προεξάρχοντα» τον Δημοσθένη.  Αλλά και οι θεσμοί της Άμεσης Δημοκρατίας είχαν θέσει έκτοτε ορισμένες από τις βάσεις της δημοκρατικής διακυβέρνησης, με τον τρόπο που  αυτή εξελίχθηκε έως την εμπέδωση της σύγχρονης  Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Πλην όμως η ίδια ως άνω έρευνα τεκμηριώνει, επίσης ασφαλώς, ότι η θεσμική υπόσταση  του Νόμου και του Κράτους, όπως «ωρίμασε»  μέσ’ από πολλές πολιτειακές «περιπέτειες» και αντίστοιχες πολιτικονομικές διεργασίες για να εδραιωθεί ως θεμελιώδης «αντηρίδα» της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, έλκει σημαντικές ρίζες της από την Αρχαία Ρώμη και, κατά βάση, από συγκεκριμένες πτυχές της οργάνωσης και της λειτουργίας της «Res Publica».

 

Α.      Για την ιστορική ακρίβεια[1]  το, ούτως ή άλλως «εύθραυστο», πολιτειακό σύστημα της κλασικής Άμεσης Δημοκρατίας, κατά το πρότυπο πολιτειακής οργάνωσης της Αρχαίας Αθήνας είχε αρχίσει να παρακμάζει ήδη από την εποχή του Φιλίππου Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κυρίως δε μεταγενεστέρως, κατά την Ελληνιστική Περίοδο των επιγόνων του Μεγάλου Στρατηλάτη.  Και τούτο γιατί οι επίγονοι αυτοί, πολλώ μάλλον λόγω και των μεταξύ τους καταστροφικών συγκρούσεων, είχαν την τάση να υιοθετούν «βασιλικές» μεθόδους διακυβέρνησης, παντελώς ασυμβίβαστες με διαδικασίες λαϊκής συμμετοχής  -έστω και για απλή διαβούλευση-  κατά την λήψη αποφάσεων.  Απλώς οι επίγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου «ανέχθηκαν»  -όπου τούτο δεν δημιουργούσε εμπόδια στην άσκηση της απόλυτης εξουσίας τους-  ορισμένες Πόλεις-Κράτη στον ευρύτερο Ελλαδικό χώρο που συνέχιζαν να συντηρούν κάποιους θεσμούς Άμεσης Δημοκρατίας, οι οποίοι όμως υπολειτουργούσαν, και μάλιστα με διαρκώς φθίνουσα τάση.  Εν πάση δε περιπτώσει δεν πρέπει να τίθεται «σε δεύτερη μοίρα» και το ότι όλες εκείνες οι συνθήκες οι οποίες ευνόησαν την, έστω και σε περιορισμένη έκταση, εμφάνιση και λειτουργία των θεσμών της Άμεσης Δημοκρατίας, φυσικά υπό τις προεκτεθείσες επεξηγήσεις, είχαν εκλείψει πλέον ουσιαστικώς.  Με σπουδαιότερη ένδειξη ή και απόδειξη ως προς τούτο την αντίστοιχη «κατάρρευση» των θεσμοπολιτικών συστατικών στοιχείων της, αμιγώς Αρχαιοελληνικής προέλευσης Πόλης-Κράτους.

  1. Το «αδήριτο» τέλος της κλασικής Άμεσης Δημοκρατίας επήλθε οριστικώς με την «άνοδο» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η οποία, κατεξοχήν στην ακμή της, δεν ήταν δυνατόν, οπωσδήποτε εξαιτίας και του μεγέθους της αλλά και της γενικότερης πολιτικής παράδοσης και νοοτροπίας των Ρωμαίων -με την απώτερη καταγωγή τους να έλκει αρκετές ρίζες της από την «παρακαταθήκη» των «Mores Maiorum»– να λειτουργήσει κατά το σύστημα της «αυθεντικής» Άμεσης Δημοκρατίας. Ακόμη και στις Ελληνιστικές Πόλεις-Κράτη, οι οποίες τελούσαν πια υπό ρωμαϊκή κατάκτηση, το σύστημα της Άμεσης Δημοκρατίας που συνέχισαν -με την ανοχή των Ρωμαίων αυτή την φορά-  να εφαρμόζουν ήταν πια «σκιά του εαυτού του», «απομεινάρι» μιας άλλης λαμπρής εποχής η οποία «αποσυρόταν» αργά αλλά σταθερά.  Οι πολιτειακοί και πολιτικοί θεσμοί της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ακολούθησαν μια πολλαπλώς διαφορετική διαδρομή κρατικής, lato sensu, οργάνωσης.  Διαδρομή, η οποία άφησε να εμφανισθούν πίσω της τα πρώτα δείγματα αντικατάστασης της «αμεσότητας» της λαϊκής παρέμβασης δια της, προδήλως εξαιρετικά περιορισμένης, έμμεσης λαϊκής συμμετοχής.  Αυτή η λαϊκή συμμετοχή είχε την μορφή της «ανερχόμενης» διαδικασίας της «αντιπροσώπευσης»  -έστω και αν δεν πήρε ποτέ την υπόσταση, ούτε καθ’ υποφοράν οργανωτικώς, της θεσμικής βάσης της αντιπροσώπευσης με τα κύρια διακριτικά γνωρίσματα που την χαρακτηρίζουν στο πλαίσιο της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας-  και εξελίχθηκε υπό την, καίριας σημασίας, επιρροή του όλου πολιτειακού και πολιτικού οικοδομήματος της «Res Publica» και του εντός αυτής κανονιστικού εποικοδομήματος του Νόμου, με την νοοτροπία και τάση εφαρμογής του κατά το «dura lex sed lex».  Ήταν δε η στρατιωτικοπολιτική  «ιδιοσυγκρασία» των Ρωμαίων, ήδη από τότε που ξεκίνησαν την πορεία τους προς τις μεγάλες κατακτήσεις με αφετηρία το Λάτιο, η οποία συνέτεινε στην διαμόρφωση της «Res Publica» ως θεμελιώδους «οχήματος» εξέλιξης καθοριστικής σημασίας στοιχείων της «Ρωμαίων Πολιτείας».
  2. Άλλωστε η ίδια η Ρωμαϊκή Ιστορία, υφ’ όλες τις εκδοχές της, «πιστοποιεί» -και τούτο δεν επιδέχεται πλέον σοβαρή αμφισβήτηση- ότι δίχως το θεσμικό «οπλοστάσιο» της «Res Publica» και την κανονιστική δραστική επενέργεια του Νόμου,  κατ’ ουδένα τρόπο ο «Populus Romanus» θα ήταν σε θέση να φέρει σε πέρας το, κοσμοϊστορικής σημασίας ακόμη και για σήμερα, επίτευγμα της    «γέννησης» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της συντέλεσης των κατακτήσεων που την ανέδειξαν, υπό τα δεδομένα της εποχής εκείνης, «κοσμοκράτειρα».  Σχετικώς διευκρινίζεται ότι αυτή η  ιστορική αξιολόγηση δεν βασίζεται στο αν και κατά πόσον η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σεβάσθηκε και εφάρμοσε δημοκρατικές διαδικασίες οργάνωσης και λειτουργίας της.  Και τούτο διότι είναι ιστορικώς οιονεί «αυταπόδεικτο»  ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί στην Αρχαία Ρώμη ήταν, κατά κανόνα και για το συντριπτικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, επιδεικτικώς «απόντες». Γι’ αυτό και υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι τα κάθε είδους συλλογικά όργανα, λαϊκά ή μη, στην Αρχαία Ρώμη και στην «Ρωμαίων Πολιτεία» δεν διακρίνονταν για τις, έστω και «μακρινές», δημοκρατικές τους καταβολές.  Κάτι το οποίο ισχύει περισσότερο για την περίοδο της Βασιλείας, πλην όμως δεν μεταβάλλεται «εκ βάθρων» και μετά την κατάλυσή της, αφού οι «Λαϊκές Συνελεύσεις», κάθε μορφής, ναι μεν διατηρούσαν εμφανή χαρακτηριστικά αντιπροσώπευσης, αλλά τα χαρακτηριστικά αυτά δεν τους προσέδιδαν και στοιχεία ουσιαστικής δημοκρατικής οργάνωσης και λειτουργίας.
  3. Κατά συνέπεια, αυτή η ιστορική αξιολόγηση περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνο στο πόσο και πώς το πολιτειακό εποικοδόμημα στην Αρχαία Ρώμη, με κύριες «αντηρίδες» την «Res Publica» και τον Νόμο, διευκόλυνε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία να επεκταθεί στο μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, καταλείποντας στην πορεία  της   αλλά  και   «κληροδοτώντας»   στο μέλλον το «αυτοκρατορικό πρότυπο» που υιοθέτησε και το διάδοχο «σχήμα» της, το Βυζάντιο. Πραγματικά, το πολιτειακό  και  πολιτικό  «οικοδόμημα»  της  «Res  Publica»  στην Αρχαία Ρώμη άφησε ανεξίτηλα χαραγμένα τα εγγενή χαρακτηριστικά του στην όλη δομή και λειτουργία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας έως το τέλος της. Είναι δε άξιο μνείας ότι και μετά το χρονικό τούτο όριο τα ως άνω χαρακτηριστικά «ανιχνεύονται» και στην δομή και λειτουργία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με «οδηγό» το θεσμικοπολιτικό «κληροδότημα» προς αυτήν εκ μέρους της «προκατόχου» της, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, πολλά από τα συστατικά στοιχεία της «Res Publica» και του Νόμου «επιβίωσαν» και κατά την, επίσης μακραίωνη, πολιτειακή και πολιτική εξέλιξη του Βυζαντίου, κυρίως κατά τις περιόδους της ακμής του και της εν γένει επιρροής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και πέραν των συνόρων της, ιδίως δε προς την τότε Δύση.  Είναι άκρως ενδεικτικό ότι με τον τρόπο αυτό πολλά στοιχεία, θεσμικά και πολιτικά, της «Res Publica» ήταν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, «παρόντα» εν συνεχεία ακόμη και στις φεουδαρχικές δομές της τότε Δύσης. Πολύ περισσότερο δε ήταν «παρόντα» στις μετέπειτα Μεγάλες Αυτοκρατορίες  -οι οποίες προηγήθηκαν της εμφάνισης του σύγχρονου Έθνους-Κράτους-  αρκετές από τις οποίες, αν όχι όλες, επιχείρησαν να υιοθετήσουν το «υπόδειγμα» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της διαδόχου της, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.  Εκεί όμως όπου η «Res Publica» και ο Νόμος «ξαναβρήκαν» σημαίνοντα θεσμικά χαρακτηριστικά τους ήταν στο πλαίσιο του Έθνους-Κράτους μετά το -σχεδόν προδιαγεγραμμένο εξαιτίας της όλης πολιτικής και πολιτισμικής ιδιοσυστασίας τους- τέλος των Μεγάλων Αυτοκρατοριών.  Μέσα από αυτή την εξέλιξη, η κατά τ’ ανωτέρω «μετάγγιση» των θεσμικοπολιτικών χαρακτηριστικών της «Res Publica» και του Νόμου -φυσικά με τις αναπόφευκτες, εξαιτίας των επιμέρους συνθηκών,  μεταλλάξεις-   έφθασε  έως  τα  χρονικά «κράσπεδα»  της έναρξης της διαδικασίας «γέννησης» των πρώιμων θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Β.      Τα όσα όμως επισημάνθηκαν αναλυτικώς προηγουμένως δεν μπορούν, και πάλι με βάση τα τεκμήρια της ιστορικής έρευνας, ν’ απομειώσουν την σημασία και της ακόλουθης, φιλοσοφικής προδήλως προέλευσης, αλήθειας: Οι κατά τα προεκτεθέντα Αρχαιορωμαϊκές καταβολές της έννοιας και της δομής του Νόμου και του Κράτους,  υπό την σύγχρονη εκδοχή τους,  δεν μπορούν ούτε επιτρέπεται να υποβαθμίζουν την ουσία του αδιαμφισβήτητου γεγονότος πως σε ό,τι αφορά την εν γένει διαμόρφωσή τους και την εφαρμογή τους στην πράξη καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η «εμβληματική» φιλοσοφική σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας, με «κολοφώνα» την Στωϊκή Φιλοσοφία.  Τούτο προκύπτει εναργώς π.χ. από το έργο του Παναίτιου του Ρόδιου (185-110 π.Χ.), τελευταίο Σχολάρχη της Στωϊκής Σχολής της Αρχαίας Αθήνας, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που εισήγαγε συστηματικά την Στωϊκή Φιλοσοφία στην Αρχαία Ρώμη.  Είχε δασκάλους τον Κράτητα τον Μαλλώτη στην Πέργαμο και τον Διογένη τον Σελεύκιο καθώς και τον Αντίπατρο του Ταρσέως στην Αρχαία Αθήνα.  Στον Παναίτιο οφείλεται η ανάδειξη της αξίας της ολοκληρωμένης ανάπτυξης των δυνατοτήτων  του Ανθρώπου και της προσωπικότητάς του κατά τους γενικούς κανόνες της ανθρώπινης φύσης και του ανθρώπινου χαρακτήρα.  Το φιλοσοφικό έργο του Παναίτιου εμπλούτισε  και επεξέτεινε,  κατά τρόπο που άφησε το «αποτύπωμά» του  και στην όλη κατανόηση της πεμπτουσίας του Νόμου και του Κράτους στην Αρχαία Ρώμη,  ο Επίκτητος (50-138 μ.Χ.), μαθητής του Ρωμαίου φιλοσόφου και κορυφαίου εκπροσώπου της «Νέας Στοάς» Γάϊου-Μουσώνιου Ρούφου, κατ’ ουσία δια μέσου της εκ μέρους  του  πρωτοποριακής,    για  τα  δεδομένα  της   εποχής  εκείνης, φιλοσοφικής διερεύνησης της έννοιας της Ελευθερίας[2].

  1. Στην Νικόπολη -εξόριστος από την Ρώμη επί Δομιτιανού το 93 μ.Χ.- ο Επίκτητος ολοκλήρωσε την φιλοσοφική του «κοσμοθεωρία» οδηγώντας τον Στωϊκισμό, με σπουδαιότερο άξονα του φιλοσοφικού του διαλογισμού την έννοια της Ελευθερίας, στα όριά του εκείνα, τα οποία του επέτρεψαν να επηρεάσει σε βάθος τα μετέπειτα φιλοσοφικά ρεύματα, ιδίως στην Δύση. Μετά την ολοκληρωμένη διαμόρφωσή της, η Στωϊκή Φιλοσοφία του Επικτήτου επέδρασε εμφανώς στους επακολουθήσαντες Νεοπλατωνιστές, ακόμη δε και στους πρώτους Χριστιανούς στοχαστές.  Άλλωστε, ουδείς μπορεί ν’ αμφισβητήσει την συμβολή του Στωϊκισμού  -με βάση το έργο του Επικτήτου πάντοτε-  σε ό,τι αφορά την εμφάνιση τουλάχιστον  εκείνων των στοιχείων της Χριστιανικής Διδασκαλίας, τα οποία αφορούν τον Ανθρωποκεντρισμό της, κατ’ εξοχήν στο πλαίσιο διαχείρισης της προσωπικής Ελευθερίας από τον φορέα της.  Με τον ίδιο όμως δυναμισμό, η Στωϊκή φιλοσοφική αντίληψη του Επικτήτου έφθασε και έως τον χώρο της σύγχρονης φιλοσοφικής αναζήτησης.
  2. Επισκοπώντας το φιλοσοφικό έργο του Επικτήτου, εύκολα καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα πως παρέμεινε πιστός στις «αρχέγονες» ρίζες του Στωϊκισμού, οι οποίες κυριαρχούνται από τα νοήματα της καρτερίας, της πραότητας και της αποχής.  Και μόνον η εμβληματική ρήση του Επικτήτου «νέχου κα πέχου» βεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.  Κατά τούτο φαίνεται, λοιπόν,  prima faciae παράδοξο το ότι ο «Φιλόσοφος της Νικόπολης» αφιέρωσε μεγάλο μέρος της σκέψης του στην διερεύνηση της φύσης της εξουσίας του Ανθρώπου  μέσω της διαχείρισης της ισχύος.  Όμως το παράδοξο τούτο «διαλύεται» όταν, με μια πιο ενδελεχή προσέγγιση της σκέψης του Επικτήτου, γίνεται ευχερώς αντιληπτό ότι η ενασχόλησή του με την εξουσία και με την  ισχύ δεν  επιχειρείται αυτοτελώς.      Με την    έννοια ότι ο Επίκτητος δεν είχε ως στόχο την per se ανάλυση της πεμπτουσίας της εξουσίας και της ισχύος αλλά, όλως αντιθέτως, προσέφυγε στην ανάλυση αυτή προκειμένου να ορίσει, μέσω της εξουσίας και της ισχύος, το νόημα  -ακριβέστερα δε τα όρια-  της Ελευθερίας. Και είναι η κατά τ’ ανωτέρω φιλοσοφική, μεθοδολογική αλλά και ουσιαστική,  στάση του Επικτήτου, η οποία του επέτρεψε να οδηγήσει, καθώς αναφέρθηκε ήδη, τον Στωϊκισμό στην κορύφωσή του. Συγκεκριμένα, ήταν η Στωϊκή θεώρηση της Ελευθερίας, του νοήματός της και των ορίων της από τον Επίκτητο, η οποία επέτρεψε στον Στωϊκισμό  -και, άρα, στην σκέψη του Επικτήτου-  ν’ ακολουθήσει μια οιονεί «διαδρομή αιωνιότητας», όπως αυτή πέρασε από τον Νεοπλατωνισμό και από την Χριστιανική Διδασκαλία για να φθάσει στην σύγχρονη εποχή και να «ζωογονεί» τον περί Ελευθερίας φιλοσοφικό στοχασμό έως τις μέρες μας.  Και είναι μάλλον δεδομένο ότι η διαδρομή αυτή θα συνεχίσει την πορεία της στο μέλλον, αφού είναι αρρήκτως συνυφασμένη με την φύση και τον προορισμό του Ανθρώπου, κατά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του και την τάση του να ζει μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύνολο χτίζοντας «οχυρά» Πολιτισμού, ικανά να υπερασπισθούν την πορεία του και εκείνη της Ανθρωπότητας προς το μέλλον.
  3. Η μέσω της εξουσίας αναζήτηση του νοήματος της Ελευθερίας, κατά τον Επίκτητο, διέρχεται από το συλλογιστικό «διάνυσμα» που συνδέει την εξουσία με την θέληση του εξουσιάζοντος. Με άλλες λέξεις, ο Επίκτητος θεωρούσε πως η εκ μέρους του Ανθρώπου αναζήτηση της  κατάκτησης της εξουσίας και της οριοθέτησης του εύρους της έχει ως κύριο «μοχλό» την θέλησή του, η οποία εκφράζει τις επιθυμίες του και τους επέκεινα στόχους του. Και τούτο, διότι κατά τον Επίκτητο η εξουσία καθενός, τόσον ως προς την κατεύθυνσή της όσο και ως προς το εύρος της, εξαρτάται, σχεδόν αποκλειστικώς, από την ίδια του την θέληση, ακριβέστερα δε από το «τι θέλει».  Βεβαίως, μόνη η θέληση δεν καθορίζει το όλο μέγεθος της εξουσίας, υπό την έννοια ότι ναι μεν  αναλογεί στην σφαίρα εξουσίας καθενός εκείνο που θέλει, όμως υπό τον αυτονόητο όρο ότι μπορεί και να το κατακτήσει.  Και, e contrario και συνακόλουθα, βρίσκεται έξω από την σφαίρα της εξουσίας του εκείνο που θέλει μεν, πλην όμως για διαφόρους λόγους  -υποκειμενικούς και, κυρίως, αντικειμενικούς-  δεν μπορεί να κατακτήσει. Έτσι η εξουσία καθενός καθορίζεται, εν τέλει, από το δίπολο «θέλω και μπορώ».  Στο σημείο αυτό είναι ανάγκη να γυρίσει κανείς πίσω, στην βάση του φιλοσοφικού στοχασμού του Επικτήτου, ήτοι στις Στωϊκιστικές του καταβολές. Διότι στο επίκεντρο του Στωϊκισμού του Επικτήτου βρίσκεται, εν πάση περιπτώσει, η αναζήτηση της κατάστασης που διασφαλίζει στον Άνθρωπο την κυριαρχία των αισθημάτων της καρτερίας και της πραότητας. Δηλαδή της κατάστασης, η οποία σημαίνει απουσία λύπης και στενοχώριας, αφού αυτές είναι     ασύμβατες με την φυσική τάση του Ανθρώπου να σκέπτεται και να δημιουργεί κατά την διάρκεια της ζωής του.  Επέκεινα, και με βάση την σκέψη του Επικτήτου, «ελεύθερος» μπορεί να είναι εκείνος, ο οποίος έχει την δύναμη ν’ απαλλαγεί από την λύπη και την στενοχώρια.  Ενώ «δούλος» καθίσταται εκείνος που είναι οιονεί αιχμάλωτός τους.  Με όρους άσκησης εξουσίας μέσω της θέλησης, πάντα κατά τον Επίκτητο, εκείνος ο οποίος θέλει μόνον ό,τι μπορεί να κατακτήσει και αρκείται σε αυτό δεν οδηγείται σε καταστάσεις λύπης και στενοχώριας. Επομένως είναι «ελεύθερος», ως απαλλαγμένος από επιθυμίες και επιδιώξεις που αποδεικνύονται, εκ των πραγμάτων, ανέφικτες. Και αντιθέτως, εκείνος ο οποίος θέλει κάτι που δεν μπορεί να κατακτήσει, μη αρκούμενος σε αυτά τα οποία έχει  -δηλαδή εκείνος που επιδιώκει το ανέφικτο-  οδηγείται, μοιραίως, σε κατάσταση λύπης και στενοχώριας και εν τέλει καθίσταται «δούλος».  Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές ο Επίκτητος συμπυκνώνει την προαναφερόμενη σχέση «ελεύθερου» και «δούλου» μέσα στην «συγκλονιστική» απλότητα της ρήσης: «ο πενία λύπην ργάζεται, λλ πιθυμία».

Ι. Η θεσμική και κανονιστική ιδιομορφία του Νόμου στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής «Res Publica»

Αν και ο «Δωδεκάδελτος Νόμος» -δηλαδή η «αρχετυπική εστία» της Ρωμαϊκής νομοθεσίας- έλκει την καταγωγή του, κατά την ουσία της ρύθμισης ορισμένων κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, και από Αρχαία Ελληνικά Δίκαια όπως αναλύεται στην συνέχεια, ο Νόμος, ως «Κανόνας Δικαίου» υπό την έννοια που προσέλαβε στο πλαίσιο του  σύγχρονου Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, έχει κατά τα προεκτεθέντα αμιγώς Αρχαιορωμαϊκή καταγωγή.  Και τούτο διότι ο Νόμος, και μάλιστα ανεξαρτήτως της προέλευσής του -με άλλες λέξεις ανεξαρτήτως του αν ήταν  προϊόν  της  βούλησης  λαϊκών  αντιπροσωπευτικών  οργάνων   ή μονοπρόσωπων  πολιτειακών  οργάνων  κάθε  μορφής-  ήταν  εκείνος  ο  οποίος, όπως ήδη σημειώθηκε εισαγωγικώς, διά των κανονιστικών του «αντηρίδων» και διά της αναγκαστικής του, οιονεί «manu militari», εφαρμογής επί των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου επέτρεψε την θεσμική θεμελίωση και εμπέδωση της Ρωμαϊκής -και ύστερα της Βυζαντινής- Αυτοκρατορίας ως «κρατικής οντότητας» με την μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.  Επιπροσθέτως ο Νόμος, κατά την ως άνω προέλευσή του, μέσω του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου και της μετέπειτα επιρροής του κυρίως στις Έννομες Τάξεις της Ηπειρωτικής Ευρώπης έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ίχνη του στην μεγάλη πλειοψηφία των Έννομων Τάξεων των Κρατών, τα οποία έχουν υιοθετήσει στην εποχή μας ως πρότυπο πολιτειακής οργάνωσης το θεσμικοπολιτικό πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Α.      Τα χαρακτηριστικά του Νόμου ως μέσου οργάνωσης και λειτουργίας της «Res Publica»

Σημειώθηκε ήδη ότι την εν γένει έννοια και κανονιστική ρυθμιστική επενέργεια του Νόμου δεν την «ανακάλυψε» το πρώτον η Αρχαία Ρώμη.  Τα Αρχαία Ελληνικά Δίκαια, γνωστά στους Ρωμαίους και λόγω της εγγύτητας των Πόλεων-Κρατών της Μεγάλης Ελλάδας, αποτέλεσαν ένα είδος όχι αμελητέου «προτύπου» για την «Ρωμαίων Πολιτεία», ιδίως στους πρώτους σταθμούς της θεσμικής της οργάνωσης και πριν την εμπέδωση της «Res Publica».  Όμως είναι ανάγκη να διευκρινισθεί με ιδιαίτερη έμφαση ότι αυτό το Αρχαιοελληνικής καταγωγής «πρότυπο» της νομοθετικής ρύθμισης πολύ γρήγορα προσαρμόσθηκε στις απαιτήσεις της θεσμικοπολιτικής ιδιοσυστασίας της «Ρωμαίων Πολιτείας», έτσι ώστε ν’ αποκτήσει τα βασικά εγγενή συστατικά του στοιχεία, τα οποία αναδείχθηκαν ιδίως μετά την πλήρη και οριστική διαμόρφωση των καίριων διακριτικών γνωρισμάτων της «Res Publica».

  1. Το σημείο τούτο της όλης εν προκειμένω ανάλυσης προσφέρεται για την  απαραίτητη  αποσαφήνιση  του  πώς  και  γιατί επήλθε η καθοριστικής σημασίας «στροφή» των Ρωμαίων σε σχέση με την συνολική θεώρηση του Νόμου -ως μέσου ρύθμισης των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων-  από την πλευρά των έννομων Τάξεων των Πόλεων-Κρατών της Αρχαίας Ελλάδας, όπως κατά τα προμνημονευόμενα είχε περιέλθει σε αυτούς. Ειδικότερα, είναι προφανές ότι στα Αρχαία Ελληνικά Δίκαια  -ακόμη και κατά την επεξεργασία τους προεχόντως από τους Φιλοσόφους και τους Ρήτορες της εποχής-  πολύ περισσότερο από την κανονιστική ισχύ των κανόνων δικαίου που τα συνέθεταν ενδιέφερε ο προσανατολισμός και η ανταπόκριση των κανόνων τούτων προς  τα κρατούντα, σε κάθε κοινωνικό σύνολο οργανωμένο με την μορφή της Πόλης-Κράτους, ήθη.  Άρα  προείχε η θεώρηση του Νόμου ως μέσου κανονιστικής ρύθμισης που κατά κύριο λόγο ανταποκρινόταν σ’ ένα γενικότερα αποδεκτό σύστημα αρχών και αξιών, το οποίο ήταν κατά κάποιο τρόπο κυρίαρχο στο οικείο κοινωνικό σύνολο.

α) Βεβαίως και στην Αρχαία Ελλάδα δεν ήταν παντελώς άγνωστη η προσήλωση της φιλοσοφικοθεωρητικής προσέγγισης του Νόμου και στα κανονιστικά-ρυθμιστικά του χαρακτηριστικά, υπό την έννοια της προσήλωσης της προσέγγισης αυτής στο κανονιστικό-ρυθμιστικό «πρότυπο» του Νόμου, ανεξάρτητα από την ηθική αξιολόγηση του περιεχομένου του. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα συνιστούν:

    α1)   Η ρήση του Ηρακλείτου: «Μάχεσθαι χρ τν δμον πρ το νόμου κωσπερ τείχεος»[3].

    α2)   Οι στίχοι του Πινδάρου, κατά τον Πλάτωνα στον «Γοργία»:                 «Νόμος πάντων βασιλεύς

            θνατών τε κα θανάτων

            γει δικαιν τ βιαιότατον

            περτάτα χειρί»[4].

β) Όμως κατά κανόνα, και σύμφωνα με τα όσα ήδη διευκρινίσθηκαν, στην Αρχαία Ελλάδα η προσέγγιση του Νόμου, ακόμη και σε κείμενα δικανικού περιεχομένου όπως εκείνα των Ρητόρων, είχε έντονα τα χαρακτηριστικά μιας θεώρησης που ουδόλως περιοριζόταν στις αμιγώς κανονιστικές-ρυθμιστικές του δυνατότητες και προεκτάσεις αλλά τον έκρινε, και δη σε μεγάλο βαθμό, με βάση το αξιακό σύστημα που ήταν προορισμένος, κατά τα in concreto κοινωνικώς και πολιτικώς κρατούντα, να υπηρετήσει.  Από την πλειάδα των παραδειγμάτων αυτής της θεώρησης του Νόμου στην Αρχαία Ελλάδα επαρκώς ενδεικτικά είναι π.χ. τ’ αποσπάσματα:

β1)  Του Αισχίνη: «τι τος μν νόμους τίθεσθε π πσι δικαίοις, οτε κέρδους νεκδίκου, οτε χάριτος οτχθρας, λλ πρς ατ μόνον τ δίκαιον κα τ συμφέρον αποβλέποντες»[5].

β2)  Του Δημοσθένους: «Ο δ νόμοι τ δίκαιον κα τ καλν κα τ συμφέρον βούλονται, κα τοτο ζητοσιν»[6].

β3) Του Ευριπίδου: «Οκ στιν οδν κρεσσον νόμοι πόλει καλς τεθέντες»[7].

 

  1. Σε «αντίστιξη» προς τα κατά τ’ ανωτέρω αρχαιοελληνικά προσδιοριστικά γνωρίσματά του, ο Αρχαιορωμαϊκής καταγωγής Νόμος πέρα και έξω από βαθύτερες αξιακές σταθμίσεις αφενός κατέστησε εφικτή την κανονιστική ρύθμιση των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων στην Αρχαία Ρώμη, έτσι ώστε να εξελίσσεται  όσο το  δυνατόν περισσότερο ομαλώς η κοινωνική συνύπαρξη και, κατ’ επέκταση, να διασφαλίζεται αποτελεσματικώς  η κοινωνική συνοχή.  Γεγονός, βεβαίως, στοιχειώδες επιπροσθέτως και για την «παραγωγική» πορεία της εν γένει πολιτισμικής δημιουργίας.  Και αφετέρου –αλλά και κατά κύριο λόγο- επέτρεψε την, υπό θεσμικώς αρκούντως σταθερούς όρους, οργάνωση και λειτουργία του Κράτους. Κάτι το οποίο βρίσκεται και σήμερα στο επίκεντρο κάθε Έννομης Τάξης, η οποία οργανώνεται και λειτουργεί υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των θεσμικών συντεταγμένων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

α) Η πορεία του Νόμου στην Αρχαία Ρώμη[8],   ως μέσου ρύθμισης των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων, δεν υπήρξε «ευθύγραμμη», ιδίως σε ό,τι αφορά την γνώση του περιεχομένου των διατάξεών του εκ μέρους των μελών του κοινωνικού συνόλου στο οποίο απευθύνονταν και του οποίου την εν γένει ζωή ρύθμιζαν κανονιστικώς. Και τούτο διότι έως τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.  -κυρίως εξαιτίας του ότι η οργάνωση και λειτουργία των πολιτειακών θεσμών της «Ρωμαίων Πολιτείας» δεν είχε αποκτήσει ακόμη, έστω και κατ’ επίφαση,  δημοκρατικά χαρακτηριστικά ως προς την δομή της Έννομης Τάξης της-  η γνώση του ισχύοντος δικαίου («jus») και των δικονομικών κανόνων εφαρμογής του στην πράξη («legis actiones») περιοριζόταν, αποκλειστικώς, σ’ ένα πολύ στενό κύκλο προσώπων-δημόσιων λειτουργών, κατά την  σύγχρονη  ορολογία. Επιβάλλεται ν’ αποσαφηνισθεί ότι η  έλλειψη γνώσης του εφαρμοζόμενου δικαίου συμπεριλάμβανε ακόμη και τις καθορισμένες ημέρες απονομής της Δικαιοσύνης,  εκ μέρους των εχόντων την κατά περίπτωση δικαιοδοσία δικαστικών οργάνων («dies fasti»). Κατά πολλές ιστορικές μαρτυρίες,  η ουσιαστική γνώση του τότε ισχύοντος Ρωμαϊκού Δικαίου ανήκε μόνο στους «Pontifices» και στο βοηθητικό τους προσωπικό, γεγονός το οποίο καταδείκνυε και τις βαθιές θρησκευτικές ρίζες της όλης κρατικής οργάνωσης της Αρχαίας Ρώμης κατά την εποχή εκείνη. Με αυτό τον τρόπο τα ως άνω όργανα αφενός είχαν ένα τεράστιο -καταλυτικό θα μπορούσε να πει κανείς- πλεονέκτημα έναντι των «Cives Romani», κατ’ εξοχήν δε, όπως είναι ευνόητο, έναντι των Πληβείων.  Αφετέρου  δε κατείχαν  μιαν εμφανώς δεσπόζουσα θέση στην γενικότερη  κρατική ιεραρχία.

β) Όμως, στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ. -και, κατά πάσα πιθανότητα, το 304 π.Χ.- ένας γραμματέας του Υπάτου και  Κήνσορος Αppius Claudius Caecus, ονομαζόμενος Gnaeus Flavius, «υπέκλεψε» από αυτόν σημαντικό μέρος των ισχυόντων στην Αρχαία Ρώμη κανόνων δικαίου.  Για την ακρίβεια δε το μεγαλύτερο μέρος του τότε ισχύοντος Ρωμαϊκού Δικαίου.  Έτσι το Ρωμαϊκό Δίκαιο άρχισε σταδιακώς να γίνεται ευρέως γνωστό στους κύκλους των πολιτών, τους οποίους αφορούσε.  Τούτο δε είχε ως αναγκαία συνέπεια και το ότι οι πολίτες αυτοί μπορούσαν να έχουν πλέον ελεύθερη, σχετικώς, πρόσβαση στους ουσιαστικούς και ιδίως στους δικονομικούς κανόνες που κατοχύρωναν τα, όποια, δικαιώματα ή έννομα συμφέροντά τους, έστω και σ’ εμβρυακή μορφή.

γ) Αν πρέπει να επιλέξει κανείς μια θεώρηση, η οποία εκφράζει  εναργώς την κατά τα προεκτεθέντα έννοια και σημασία του Νόμου στο πεδίο της «Ρωμαίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της «Res Publica»,  ίσως θα  μπορούσε να περιορισθεί  στην ακόλουθη ρήση του Κικέρωνος: “Ut corpora nostra sine mente, sic civitas sine lege suis partibus ut nervis ac sanguine et membris uti non potestLegum ministry magistratus, legum interpretes iudices, legum denique idcirco omnes servi sumus ut liberi esse possimus[9].

Β.      Η εξέλιξη του Νόμου στην Αρχαία Ρώμη υπό την επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης των Στωϊκών

Προϊόντος του χρόνου, και ιδίως από την ολοκλήρωση των θεσμικοπολιτικών χαρακτηριστικών της «Res Publica», ο Νόμος στην Αρχαία Ρώμη άρχισε να εξελίσσεται πέραν των στενών ορίων του κανόνα δικαίου, ο οποίος θεμελιώνεται ρυθμιστικώς αποκλειστικώς και αυστηρώς στα κανονιστικά δεδομένα της βούλησης του οργάνου που τον είχε θεσπίσει υπό το κλασσικό «πρόταγμα»dura lex sed lex”.  Και τούτο γιατί αυτή η οιονεί «αρχετυπική» μορφή του Νόμου ήταν πια αδύνατο ν’ αντέξει για μεγάλο χρονικό διάστημα στην «βάσανο» της ραγδαίας και πολυπρισματικής μεταβολής των κοινωνικονομικών δεδομένων, τα οποία ήταν κατά την αρχική θέσπισή του προορισμένος να πλαισιώσει κανονιστικώς.  Η εφαρμογή στην πράξη των θεσμικών συντεταγμένων της «Res Publica» το αποδείκνυε με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση. Και ήταν τότε, μεσ’ από την κατά τα προμνημονευόμενα «δοκιμασία» της κανονιστικής του επάρκειας, που ο Νόμος στην Αρχαία Ρώμη ακολούθησε, κατ’ ανάγκη, μια πορεία σταδιακής συμπόρευσής του με άλλους κανόνες δικαίου, κατ’ εξοχήν δε με  τις  «γενικές ρήτρες». «Ρήτρες»,  οι  οποίες  εν  πολλοίς  έφεραν  την «σφραγίδα» της φιλοσοφικής σκέψης των Στωϊκών, γεγονός το οποίο καταδεικνύει και το πώς ο Νόμος στην Αρχαία Ρώμη «συνάντησε» τα φιλοσοφικά ρεύματα της Αρχαίας Ελλάδας.  Συγκεκριμένα:

  1. Ο κατά τα προεκτεθέντα ρωμαϊκής ιστορικής προέλευσης και θεσμικής «κοπής» Νόμος καθώς προσαρμοζόταν, κατ’ ανάγκη, στις ιδιόμορφες συνθήκες των εκάστοτε διακυμάνσεων της πορείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατέληξε και στην δημιουργία «γενικών ρητρών» -π.χ. επιείκεια, καλή πίστη, χρηστά ήθη- οι οποίες ακόμη και σήμερα συνιστούν «απαστράπτουσες» ψηφίδες του σύγχρονου Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, κατά κύριο λόγο ως ουσιώδη συστατικά της αναλογικής Ισότητας και της, lato sensu, έννοιας της Δικαιοσύνης. Καθοριστική προς αυτή την κατεύθυνση υπήρξε η συμβολή του «Jus Praetorium» («Jus Honorarium») και της «Cognitio Extra Ordinem».

α) Στην βάση του Ρωμαϊκού Δικαίου ίσχυσε, για τέσσερις σχεδόν αιώνες -αρχής γενομένης από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ.- ο «Δωδεκάδελτος Νόμος» («Lex Duodecim Tabularum»). Προ του «Δωδεκάδελτου Νόμου» φαίνεται να ίσχυε μια μορφή αρχαϊκού Ρωμαϊκού Δικαίου, το λεγόμενο «Jus Quiritium», εφαρμοζόμενο επί των «Quirites», δηλαδή κατά βάση επί των «Cives Romani».   Το δίκαιο αυτό  -ιδίως κατά την εποχή της Βασιλείας-  ήταν κυρίως άγραφο και εθιμικό, ερειδόμενο σε μεγάλο βαθμό  επί των «Mores Maiorum» και επί της «Consuetudo».  Αναφέρεται μάλιστα ιστορικώς και μια συλλογή κανόνων δικαίου, το «Jus Papirianum», εκ του ονόματος του συντάκτη της, του Papirianus, πρώτου Pontifex Maximus μετά την κατάλυση της Βασιλείας.  Ο οποίος την κατήρτισε συγκεντρώνοντας και συστηματοποιώντας τις «Leges Regiae», που αναφέρονται ως  νόμοι ψηφισθέντες επί Βασιλείας.  Μάλλον όμως δεν επρόκειτο περί ψηφισμένων νόμων αλλά περί ενός συνόλου επίσης αρχαϊκών κανόνων του «Ιερού Δικαίου», τους οποίους εφάρμοζαν οι Pontifices.

β) Στην συνέχεια θεσπίσθηκε ο «Δωδεκάδελτος Νόμος», κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες:  Υπό το προμνημονευόμενο καθεστώς του εθιμικού και άγραφου δικαίου -κατά τον  Pomponius, καθεστώς «sine lege certa, sine jure certo»- οι Πληβείοι αισθάνονταν ανασφαλείς και υποβαθμισμένοι μιας και το Δίκαιο απονεμόταν, σχεδόν κατά γενικό κανόνα, υπέρ των Πατρικίων.

β1)  Με πρωτοβουλία του Δημάρχου Gaius Terentilius Harsa αντέδρασαν δυναμικώς και ζήτησαν γραπτή κωδικοποίηση του Δικαίου. Οι Πατρίκιοι αρχικώς αρνήθηκαν, για να καμφθούν στην συνέχεια ύστερα από δέκα ολόκληρα χρόνια και να συμφωνήσουν στην συγκρότηση σχετικής «νομοπαρασκευαστικής επιτροπής».  Μάλιστα, κατά μια ιστορική παράδοση τριμελής πρεσβεία της έφθασε στην Αθήνα, το 455 π.Χ., για την μελέτη της νομοθεσίας Σόλωνος.  Αν και η παράδοση αυτή αμφισβητείται, είναι γεγονός ότι οι ίδιοι οι Ρωμαίοι αποδέχονταν μια τέτοια νομοθετική επιρροή.

β2)  Για παράδειγμα, ο Κικέρων («De Legibus», 2.23.58) και ο Γάιος («De Legem XII Tabularum», D.10.1.13,42.22.7) διατείνονταν γενικώς ότι συγκεκριμένες διατάξεις του «Δωδεκάδελτου Νόμου» είχαν ως πρότυπο την νομοθεσία του Σόλωνος. Κατά δε τον Γάιο, ειδικότερα, το θεσπιζόμενο από τον «Δωδεκάδελτο Νόμο» δικαίωμα του συνέρχεσθαι -φυσικά τηρουμένων των αναλογιών της εποχής, δοθέντος ότι ο όρος αυτός έχει σήμερα, όπως είναι αυτονόητο, πολύ πιο ευρύ κανονιστικό περιεχόμενο- «ex lege Solonis translata esse».

γ) Τελικώς περί το 450 π.Χ.,  η ορισθείσα προηγουμένως,  το 451 π.Χ., με την συναίνεση Πατρικίων και Πληβείων δεκαμελής νομοπαρασκευαστική επιτροπή –«Decemviri Legibus Scribundis»-  ολοκλήρωσε την κωδικοποίηση της νομοθεσίας της «Ρωμαίων Πολιτείας» και την κατέγραψε σε δώδεκα δέλτους.  Έτσι προέκυψε  ο «Δωδεκάδελτος  Νόμος»,    ως «Lex  Duodecim    Tabularum», και κυρώθηκε από την λαϊκή συνέλευση «Comitia Curiata», συνιστώντας τον πρώτο ψηφισμένο νόμο –«Lex Rogata»- στην Αρχαία Ρώμη.  Κατά τον Τίτο Λίβιο, ο «Δωδεκάδελτος Νόμος» ήταν ο θεμελιώδης Νόμος της «Res Publica», πηγή του συνόλου του Δημόσιου, του Ιδιωτικού και του Ποινικού Δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού.

δ)  Οι διατάξεις του «Δωδεκάδελτου Νόμου» χαράχθηκαν σε δώδεκα ορειχάλκινες πινακίδες -οι οποίες δεν διασώθηκαν- που αναρτήθηκαν στο κέντρο της Αρχαίας Ρώμης, στο «Forum», κοντά στο «Βήμα των Ρητόρων» («Rostra»), προκειμένου να έχουν όλοι πρόσβαση σε αυτές και ν’ αποτελεί έτσι το κανονιστικό τους περιεχόμενο «κοινόν κτήμα». Κάτι το οποίο, όπως είναι ευνόητο, εξυπηρετούσε  τα μέγιστα και την ασφάλεια δικαίου, ιδίως μέσω της προσφυγής στ’ αρμόδια «δικαιοδοτικά» fora της εποχής.

δ1) Πρόκειται για την πρώτη, τόσο οργανωμένη και με τόση «επισημότητα», δημοσιοποίηση νομοθετικών ρυθμίσεων στην Αρχαιότητα, κατά κάποιο τρόπο αφενός «προάγγελο» της σύγχρονης υποχρεωτικής δημοσίευσης κυρίως των κανονιστικού περιεχομένου ρυθμίσεων στα δημοκρατικώς οργανωμένα Κράτη.  Και, αφετέρου, «αρχή απόδειξης» ότι και στην τότε «Ρωμαίων Πολιτεία» δεν απουσίαζαν παντελώς κάποια ίχνη δημοκρατικής οργάνωσης δια της, έμμεσης και a posteriori βεβαίως, λαϊκής νομιμοποίησης των ισχυόντων κανόνων δικαίου.

δ2)  Υπενθυμίζεται ότι η δημοσίευση συνιστά σήμερα προϋπόθεση αυτού τούτου του υποστατού των κανόνων δικαίου κανονιστικού περιεχομένου. Υπό την έννοια ότι αν δεν δημοσιευθούν, όπως ο νόμος ορίζει, δεν είναι απλώς άκυρες αλλά πλήρως ανυπόστατες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί  να επέλθει  η έναρξη της ισχύος τους έναντι πάντων και, συνακόλουθα, δεν μπορούν να παράγουν, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, έννομα αποτελέσματα. Με την πρόσθετη -οπωσδήποτε αυτονόητη πλην όμως αναγκαία- επισήμανση, ότι η διαδικασία δημοσίευσης των ισχυόντων και εφαρμοζόμενων εκάστοτε κανόνων δικαίου κανονιστικού περιεχομένου συνιστά εφαρμογή στην πράξη της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας υπό το θεσμικό καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Και τούτο διότι οι πολίτες έχουν συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα να γνωρίζουν, στο ακέραιο, τουλάχιστον τους γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από τα όργανα, τα οποία εκλέγονται από αυτούς κατά την ενάσκηση των αντίστοιχων, επίσης συνταγματικώς κατοχυρωμένων, πολιτικών δικαιωμάτων τους σύμφωνα με τις επιταγές της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας.

ε) Εν κατακλείδι, μάλλον πρέπει να μνημονευθεί -ως επιπροσθέτως ενδεικτικό της σημασίας του «Δωδεκάδελτου Νόμου» για τους πολίτες της Αρχαίας Ρώμης- ότι κατά τον Κικέρωνα, σε παλαιότερη εποχή, οι μαθητές στα διάφορα αναγνωρισμένα εκπαιδευτήρια «αποστήθιζαν» υποχρεωτικώς τις διατάξεις του. Στο σημείο δε αυτό πρέπει επίσης να μνημονευθεί και  η «συγγένεια» μ’ εκείνο το «έθιμο» στην Αρχαία Σπάρτη, κατά το οποίο η αγωγή των νέων περιελάμβανε, εκτός από την στρατιωτική εκπαίδευση, και την «αποστήθιση» των διατάξεων της Νομοθεσίας του Λυκούργου, δοθέντος ότι οι διατάξεις της καθιέρωσαν, μεταξύ άλλων, και θεσμικώς τον στρατιωτικό, κατά βάση, χαρακτήρα της Σπαρτιατικής κοινωνίας. Η επισήμανση αυτή αποκτά τόσο μεγαλύτερη σημασία, όσο αναδεικνύει και αρκετά κοινά σημεία αναφορικά με τον στρατιωτικό χαρακτήρα της κοινωνικής οργάνωσης στην Αρχαία Σπάρτη και στην Αρχαία  Ρώμη.     Στρατιωτικό  χαρακτήρα,   ο  οποίος   άσκησε    ουσιώδη επιρροή στην μετέπειτα δομή και εξέλιξη της «κραταιάς» Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

  1. Η μετά αιώνες εφαρμογής της προκύψασα ανάγκη αντιμετώπισης του παρωχημένου, πλέον, χαρακτήρα αλλά και της κανονιστικής «ακαμψίας» της «Δωδεκάδελτης Νομοθεσίας» -το ιστορικό παράδειγμα του Γαΐου, ως προς την αδυναμία κάλυψης των συνεπειών της «κοπής κλημάτων» μέσω της ρύθμι­σης περί «κοπής δένδρων», είναι άκρως χαρακτηριστικό- που οδήγησαν σ’ ένα είδος «δικονομικής αφλογιστίας» το δια των δικονομικών τύπων των «legis actiones» σύστημα επίλυσης των διαφορών μεταξύ ιδιωτών, «ώθησε» το δικαστικό σύστημα της Αρχαίας Ρώμης στην επινόηση της «Per Formulam» διαδικασίας και, περαιτέρω, στην διαμόρφωση του «Jus Praetorium» («Jus Honorarium»).

α) Η «Per Formulam» διαδικασία ίσχυσε έως το 342 μ.Χ, όταν και καταργήθηκε με διάταξη του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Την «Per Formulam» διαδικασία παγίωσε η «Lex Aebutia» (149/126 π.Χ.), καθιερώνοντας οριστικά τα δύο στάδια απο­νομής της Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο πλέον του «Jus Praetorium».

α1)  Το πρώτο στάδιο («in jure»), συνίστατο στην ενώπιον του αρ­μόδιου Πραίτορα -συνήθως ήταν ο «Praetor Peregrinus»– δικονομική «πα­ράσταση», ο οποίος διατύπωνε την γενική «formula» της επί­λυσης της διαφοράς και όριζε τον αρμόδιο δικαστή. Ιδιώτη δικαστή, επιλεγόμενο ad hoc («Judex Datus»), αντίθετα με την προγενέστερη διαδικασία των «legis actiones» όπου ο δικαστής ήταν ανώτερο κρατικό όργανο, εγγεγραμμένο σε ειδικό «λεύκωμα» («Album Judicum»). Ενώπιον αυτού του δικαστή εκτυλισσόταν πλέον το δεύτερο -και τελευταίο- στάδιο επίλυ­σης της διαφοράς («in judicio»), στο πλαίσιο του οποίου εκ­διδόταν η οριστική απόφαση, πάντα όμως εντός των κανονιστικών ορίων της αντίστοιχης «formula».

α2)  Υπενθυμίζεται, ότι κάθε Πραίτωρ στην αρχή της θητείας του δημοσίευε, για να γίνει γενικώς γνωστό στους Ρωμαίους Πολίτες, το δικό του «Edictum Perpetuum» -χαρακτηριστικό στοιχείο του ειδικού εν προκειμένω «Imperium» που διέθετε- το οποίο περιλάμβανε τις γενικές γραμμές  της «Per Formulam» διαδικασίας, που επρόκειτο να τηρήσει έως την απαλλαγή του από τα καθήκοντά του. Ο επόμενος Πραίτωρ μπορούσε, μέσω του δικού του «Edictum Perpetuum», να επιφέρει τις μεταβολές της «Per Formulam» διαδικασίας που θεωρούσε επιβεβλημένες. Συνήθως όμως οι μεταβολές αυτές δεν ήταν μεγάλες, αφού κάθε Πραίτωρ μάλλον σεβόταν, τουλάχιστον κατά κανόνα, την νομοθετική «παρακαταθήκη» των προκατόχων του. Με τον τρόπο αυτό ένα μέρος του «Edictum» κάθε Πραίτορα μεταβιβαζόταν στον επόμενο αμετάβλητο και ονομαζόταν «Edictum Tralaticium».  Ενώ οι εκάστοτε,  «ευάριθμες»  όπως επισημάνθηκε, νομοθετικές καινοτομίες  έφεραν τον τίτλο «Edicta Nova» ή «Clausulae Novae».

β) Και ναι μεν στην «Per Formulam» διαδικασία ο αρμόδιος «Praetor» δεν είχε πλήρη δικαιοπλαστική ικανότητα. Πλην όμως καθορίζοντας, κατ’ αποτέλεσμα, το όλο νομικό πλαίσιο επί­λυσης της διαφοράς οδηγείτο, κατ’ ουσία νομοτελειακώς, σ’ ερμηνευτικές μεθόδους δραστικής επικουρίας, συμπλήρωσης ή και διόρθω­σης των ισχυόντων κανόνων δικαίου του «Αστικού Δικαίου» («Jus Civile»). Εξ ου και ο κλασικός ορισμός που έδωσε στο, σταδιακώς διαμορφωθέν, «Jus Praetorium» o Παπινιανός (D.1,1,7,1): «Jus Praetorium est quod praetores introduxerunt, adiuvandi vel supplendi vel corrigendi Iuris Civilis gratia propter utilitatem publicam, quod et Honorarium dicitur ad honorem Praetoris nominatum». («Πραιτορικό Δίκαιο” είναι εκείνο, το οποίο εισήγαγαν οι Πραίτορες προς ενίσχυση, συμπλήρωση  ή και διόρθωση  του Αστικού Δικαίου  για χάρη της  δημόσιας ωφέλειας, που ονομάσθηκε και «Honorarium» προς τιμήν των Πραιτόρων  οι οποίοι το διαμόρφωσαν»).

  1. Ήδη από την εποχή του Αυγούστου, και παραλλήλως προς την διαδικασία «Per Formulam», αναπτύχθηκε σταδιακώς και μια «εξαιρετική διαγνωστική διαδικασία», ήτοι εκείνη της «Cognitio Extra Ordinem», για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, όσο βεβαίως ήταν τότε δυνατή μια κατά κάποιο τρόπο «στεγανή» διάκριση μεταξύ ιδιωτικού δικαίου διαφορών και δημόσιου δικαίου διαφορών. Η «εξαιρετική διαγνωστική διαδικασία» υποκατέστησε, σχεδόν πλήρως, την αντίστοιχη «Per Formulam» διαδικασία μετά το τέλος του 3ου μ.Χ. αιώνα και,  ταυτοχρόνως, σήμανε και την κορύφωση της «απομάκρυνσης» της όλης νομοθεσίας της «Ρωμαίων Πολιτείας» από την προεκτεθείσα παραδοσιακή γι’ αυτήν έννοια και δομή του Νόμου.

α) Μέσω της «Cognitio Extra Ordinem», η οποία λειτουργούσε «extra ordinem judicorum», παρακαμπτόταν στην πραγματικότητα η «Per Formulam» διαδικασία. Η επίδικη διαφορά επιλυόταν από τον αρμόδιο δικαστή -κρατικό όργανο και όχι ιδιώτη-τον οποίο όριζε ο «Princeps». Προηγουμένως όμως αυτός, μέσω των «rescripta» τα οποία εξέδιδε -ύστερα από την γνώμη ειδικού συμβουλίου, του «Scrinium Libellorum»– ως απαντήσεις, κατόπιν αναφορών («libelli»), επί των αμφισβη­τούμενων νομικών ζητημάτων, εν τέλει προσδιόριζε και τον κανόνα δικαίου που όφειλε να εφαρμόσει το αρμόδιο δικαιοδοτικό forum.

β) Η δικονομική πρακτική της «Cognitio Extra Ordinem» άφησε στην Ιστορία του Δικαίου μια σειρά από πολύτιμες γενικές ρήτρες, οι οποίες διαμορφώθηκαν μέσ’ από τα διαδοχικά «rescripta» των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων.

β1)  Ιδίως δε εκείνων, οι οποί­οι είχαν βαθιά επηρεασθεί από την Στωική Φιλοσοφία και από την δι’ αυτής γενικότερη θεώρηση της αξίας και της προσωπικότητας του Ανθρώπου καθώς και της εν γένει συμπεριφοράς του υπό συνθήκες Ελευθερίας, προεχόντως κατά την διδασκαλία του Επικτήτου όπως ήδη εκτέθηκε.  Εμβληματικά υπήρξαν τα σχετικά «rescripta» π.χ. του Τραϊ­ανού, του Αδριανού, του Αντωνίνου, του Μάρκου Αυρηλίου, του Σεπτιμίου Σεβήρου   -τα «Apokrimata» του οποίου απο­τελούν πάντα, από ιστορική έποψη, πολύτιμη οργανωμένη συλλογή- και του Διο­κλητιανού. Όσον αφορά τον Αδριανό, συγκεκριμένες πτυχές της επ’ αυτού συνολικής επιρροής της φιλοσοφικής σκέψης των Στωϊκών εκτίθενται στον επίλογο αυτής της ανάλυσης. Στις ως άνω γενικές ρήτρες, οι οποίες προέκυψαν κατά την διαδικασία της «Cognitio Extra Ordinem», έχουν τις ρίζες τους, όπως ήδη επισημάνθηκε, αρκετές από τις γενικές αρχές τις οποίες γνωρίζει και εφαρμόζει το σύγχρονο Δίκαιο, ιδίως στις δυτικού τύπου Δημοκρατίες καθώς και στο πεδίο της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης. Γενικές αρχές, τις οποίες διαμορφώνει κυρίως η νομολογία των Εθνικών Δικαστηρίων, εντός των οικείων Εθνικών Έννομων Τάξεων και των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων, εντός της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

β2) Είναι δε επιβεβλημένο να τονισθεί ότι αυτή η  «παραγωγή» γενικών αρχών όχι μόνο δεν συρρικνώνεται δικαιοδοτικώς αλλά, όλως αντιθέτως, παίρνει ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις -όπως, περίπου, συνέβη και στο πλαίσιο της «Ρωμαίων Πολιτείας» κατά τα προεκτεθέντα- όσο η Νομοθετική Εξουσία και, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου, η Εκτελεστική Εξουσία εντός των οικείων Εθνικών Έννομων Τάξεων αδυνατούν, ολοένα και πιο συχνά, να καλύψουν με κανόνες δικαίου που παράγονται από αυτές την κανονιστική πλαισίωση της τρέχουσας κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας εντός κάθε Κράτους.  Ιδιαίτερο δε χαρακτηριστικό αυτής της νομικής πραγματικότητας είναι ότι οι δικαιοδοτικώς διαμορφούμενες γενικές αρχές έρχονται, σε πλειάδα    περιπτώσεων, να καλύψουν και κενά του Συντάγματος.  Γεγονός το οποίο τους προσδίδει τελικώς  κανονιστική δύναμη ίση με τους συνταγματικούς κανόνες, υπό την επιφύλαξη βεβαίως ότι οι μέσω αυτών διαπλασσόμενοι κανόνες δικαίου δεν είναι νομικώς επιτρεπτό να ισχύσουν και να εφαρμοσθούν «contra constitutionem», αλλά μόνο, κατά μέγιστο βαθμό, «praeter constitutionem».

ΙΙ. «Εμβληματικά» στοιχεία επιρροής της Ρωμαϊκής «Res Publica» στην οργάνωση και λειτουργία της «Ρωμαίων Πολιτείας»

Η υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες και διαστάσεις οιονεί «νομοτελειακή» θεσμικοπολιτική «όσμωση» της Ρωμαϊκής «Res Publica» με τον Νόμο αφήνει να φανούν περαιτέρω, με χαρακτηριστική μάλιστα ευκρίνεια, και οι συνακόλουθες επιπτώσεις του «αμαλγάματος» αυτού στην οργάνωση και λειτουργία της «Ρωμαίων Πολιτείας».  Ήτοι στο εν γένει Κράτος στην Αρχαία Ρώμη, όπως αυτό θεμελιώθηκε κανονιστικώς πάνω στις «αντηρίδες» κατ’ εξοχήν του Δημόσιου Ρωμαϊκού Δικαίου.  Πλην όμως μια τέτοια θεσμικοπολιτική θεώρηση του Κράτους στην Αρχαία Ρώμη δεν θα μπορούσε να είναι ιστορικώς πλήρης και αρκούντως ακριβής αν δεν συνδεθεί και, επέκεινα, συνδυασθεί με την επιρροή που άσκησαν, προεχόντως κατά την εφαρμογή των θεσμικών προταγμάτων της «Ρωμαίων Πολιτείας», τα φιλοσοφικά ρεύματα των Στωϊκών, ιδίως σε ό,τι αφορά την ratio οργάνωσης και λειτουργίας του Κράτους ως συντεταγμένης θεσμικοπολιτικής οντότητας στην υπηρεσία του «Populus Romanus».  Χαρακτηριστικά και αντιπροσωπευτικά «δείγματα γραφής» αυτής της επιρροής παρέχουν τα δεδομένα, μέσ’ από τα οποία εξελίχθηκαν σταδιακώς στην Αρχαία Ρώμη από την μια πλευρά το «Δημόσιο Συμφέρον», ως αναπόσπαστο μέρος της δομής και εφαρμογής στην πράξη των οργανωτικών στοιχείων της «Res Publica».  Και, από την άλλη  πλευρά, η «Δημόσια Σφαίρα»  -σε αντίστιξη προς την «Ιδιωτική Σφαίρα»–  ως θεσμικοπολιτικός «δείκτης πορείας» της κανονιστικώς επιβεβλημένης συμπεριφοράς των μελών του «Populus Romanus» στο πεδίο εξέλιξης της, lato sensu, κοινωνικής ζωής εντός της «Ρωμαίων Πολιτείας».

Α. Το «Δημόσιο Συμφέρον» στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής  «Res Publica»: Ο θεσμικός πυρήνας και οι φιλοσοφικές του καταβολές και προεκτάσεις[10]

Άκρως διαφωτιστικό «αποτύπωμα» της κατά τα προεκτεθέντα στενής σχέσης μεταξύ Νόμου και Κράτους, στον ευρύτερο χώρο της οργάνωσης της «Ρωμαίων Πολιτείας», υπήρξε η ανάδειξη της «Res Publica» ως αντίστοιχου θεσμικού «πυρήνα» που καθόριζε εν πολλοίς, ταυτοχρόνως, αφενός το ρυθμιστικό περιεχόμενο και τον τελικό προορισμό του Νόμου καθώς και τον εν γένει σκοπό, ο οποίος νομιμοποιεί την οργάνωση και την λειτουργία του Κράτους. Και, αφετέρου, την αδήριτη ανάγκη υπακοής των πολιτών του στις αποφάσεις των οργάνων του, σύμφωνα με την, ιδιότυπη στην Αρχαία Ρώμη, Αρχή της Νομιμότητας. Αυτή η, ρωμαϊκής προέλευσης, «Res Publica» συνδεόταν αρρήκτως, τουλάχιστον ως προς ορισμένες καίριας σημασίας πτυχές της, με τον θεμελιώδη κανόνα ότι το Κράτος -πάντα με την έννοια που το προσλαμβάνουμε, grosso modo, και σήμερα- έβρισκε την νομιμοποιητική του βάση όταν η οργάνωση και λειτουργία του υπηρετούσε και το «Δημόσιο Συμφέρον», βεβαίως με την συγκεκριμένη ορολογία ν’ απηχεί πολλά από τα σύγχρονα δεδομένα του Δημόσιου Δικαίου εντός του Κράτους Δικαίου υπό το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  «Δημόσιο Συμφέρον» το οποίο υπερέβαινε, κατά πολύ, το κατά την Αρχαία Ελληνική φιλοσοφικονομική σκέψη -και ειδικότερα το κατά την Αριστοτελική σκέψη- «κοιν συμφέρον», όπως αυτό προέκυπτε ως το «άθροισμα» και η «κοινή συνισταμένη» των κατ’ ιδίαν συμφερόντων των μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου.

  1. Ειδικότερα στην Αρχαία Ελλάδα, και υπό την επιρροή κυρίως της σκέψης του Αριστοτέλους -στα «Ηθικά Νικομάχεια» και, ακόμη περισσότερο, στα «Πολιτικά»– θεμελιώδες στοιχείο της οργάνωσης και της λειτουργίας της Πόλης-Κράτους, με τα όποια διακριτά στοιχεία της τότε Άμεσης Δημοκρατίας, συνιστούσε  το «κοιν συμφέρον».

α) Για την ακρίβεια, κατά τον Αριστοτέλη το «κοιν συμφέρον» ανάγεται σε αυτοσκοπό  εντός της Πόλης-Κράτους, επειδή διά της συντεταγμένης κανονιστικής επιδίωξής του επιτυγχάνεται, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, το κοινό καλό υπό την τότε κρατούσα εκδοχή περί ευημερίας.

α1)  Έτσι π.χ. στα «Πολιτικά»[11] ο Αριστοτέλης δεχόταν ότι: «πειδή πσαν πόλιν ρμεν κοινωνίαν τινά οσαν καί πσαν κοινωνίαν γαθο τινος νεκεν συνεστηκυῖαν (το γάρ εναι δοκοντος γαθο χάριν πάντα πράττουσι πάντες), δλον ς πσαι μέν αγαθο τινος στοχάζονται, μάλιστα δέ καί  το κυριωτάτου πάντων πασν κυριωτάτη καί  πάσας περιέχουσα τάς λλας». Περαιτέρω κατά τον Αριστοτέλη, υπό τα δεδομένα αυτά και με βάση το «κοιν συμφέρον», η Πόλη-Κράτος προσλαμβάνει και τα χαρακτηριστικά της «πολιτικής κοινωνίας»: «Ατη δ’ στίν καλουμένη πόλις καί κοινωνία πολιτική»[12].

α2)  Εν τέλει δε, πάντοτε κατά τον Αριστοτέλη,  στο μέτρο που η Πόλη-Κράτος έχει ως βασική επιδίωξη το «κοιν συμφέρον» κινείται προς την ορθή υπέρ της ευημερίας των πολιτών κατεύθυνση, δοθέντος ότι έτσι κυβερνάται καλώς και υπό όρους Δικαιοσύνης, και δη τόσο Διανεμητικής Δικαιοσύνης όσο και Επανορθωτικής Δικαιοσύνης: «Φανερόν τοίνυν ς σα μέν πολιτεαι τό κοιν συμφέρον σκοποσιν, αται μέν ρθαί τυγχάνουσι οσαι κατά τό πλς δίκαιον, σαι δέ τό  σφέτερον μόνον τν ρχόντων μαρτημέναι πσαι καί  παρεκβάσεις τν ρθν πολιτειν. δεσποτικαί γάρ, δέ  πόλις κοινωνία τν λευθέρων στίν»[13].  Είναι φανερό ότι με αυτά τα στοιχεία, σύμφωνα με την διδασκαλία του Αριστοτέλους, το «κοιν συμφέρον» ισοδυναμεί με το «γενικό συμφέρον» ως συμφέρον των πολλών, το οποίο προκύπτει μέσ’ από μια «ιδεατή» σύνθεση των ατομικών συμφερόντων.

β) Ουσιωδώς διαφορετική υπήρξε στην Αρχαία Ρώμη, στο πλαίσιο της οργάνωσης και λειτουργίας της «Res Publica», η σύλληψη της έννοιας του «γενικού συμφέροντος», «αποστασιοποιούμενη» σαφώς από το κατ’ Αριστοτέλη «κοιν συμφέρον» και θέτοντας τις βάσεις για την καθιέρωση της έννοιας του «Δημόσιου Συμφέροντος».

β1)  Και τούτο διότι στο πλαίσιο της Ρωμαϊκής «Res Publica» η οργάνωση της κοινωνίας νοείται μόνον  ως συνύπαρξη και συμβίωση ατόμων, η οποία στηρίζεται στην μέσω του Δικαίου –ήτοι μέσω των κανόνων δικαίου, άρα μέσω του Νόμου- συμφωνία («juris consensus»). Κατά τούτο, εντός της «Res Publica» της «Ρωμαίων Πολιτείας» το «γενικό συμφέρον», ακόμη και ως υποθετικώς «κοιν συμφέρον», δεν νοείται αυτοτελώς. Υπό την έννοια ότι αποκτά θεσμική, επέκεινα δε και κανονιστική, υπόσταση μόνον αν και όταν η επιδίωξή του επιλέγεται ως πολιτειακής φύσης στόχος και σκοπός από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα της «Res Publica». Εξ αυτού δε του λόγου τελικώς το «γενικό συμφέρον» κατά το κλασικό Ρωμαϊκό Δίκαιο δεν εκλαμβάνεται ως απλό «κοιν συμφέρον», αλλά ως «Δημόσιο Συμφέρον». Με άλλα λόγια –και grosso modo- όχι  ως «συμφέρον των πολλών» αλλά, όλως αντιθέτως, ως «συμφέρον», το οποίο προσδιορίζεται και αναγνωρίζεται θεσμικώς ως τέτοιο μόνον όταν και στο μέτρο που περιβάλλεται με τον αντίστοιχο θεσμικό «μανδύα» της επιλογής του ως αμιγώς πολιτειακού και, συνακόλουθα, «δημόσιου σκοπού».

β2) Την υπό την ως άνω εκδοχή πεμπτουσία του «Δημόσιου Συμφέροντος», εντός της Ρωμαϊκής «Res Publica», «συμπύκνωσε» –μ’ έντονη την επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης των Στωικών, κατ’ εξοχήν αναφορικά με την επιδίωξη και εμπέδωση της ευδαιμονίας και ευημερίας του κοινωνικού συνόλου και των μελών του-  επιγραμματικώς ο Κικέρων[14].  Εκεί εκθέτει την θέση ότι το «Δημόσιο Συμφέρον» είναι «κοινό κτήμα» του Λαού, ο οποίος όμως δεν ορίζεται ως ένα σύνολο  ανθρώπων που συναντήθηκαν και ενώθηκαν τυχαίως, αλλά ως κοινωνία ομάδας ανθρώπων που ενώθηκαν με οργανωμένο τρόπο στην βάση μιας, μέσω κανόνων  δικαίου, συμφωνίας και θέτοντας ως απώτερο σκοπό την επιδίωξη και ευόδωση του «κοινού καλού»: «Est igitur, inquit Africanus, res publica res populi, populus autem non omnis hominum coetus quoquo modo  congregatus, sed coetus multitudinis iuris consensus et utilitatis communione sociatus».

  1. Είναι φανερό ότι, υπ’ αυτή την εκδοχή, κατ’ ουσία και κατά βάθος το κατά το ως άνω πνεύμα του Ρωμαϊκού Δικαίου «Δημόσιο Συμφέρον» σηματοδοτεί θεσμικώς και το «συμφέρον» της Πολιτείας, ως κανονιστικώς οργανωμένης οντότητας η οποία «υπέρκειται» θεσμικώς του κοινωνικού συνόλου που εξουσιάζει.

α) Η ιδιόμορφη αυτή ιεράρχηση σημαίνει, περαιτέρω, ότι το μεν κοινωνικό σύνολο είναι το θεμέλιο της νομιμοποίησης της Πολιτείας.

α1)  Πλην όμως η θεσμικώς οργανωμένη, μέσω  του Νόμου, Πολιτεία είναι εκείνη, η οποία δια των οργάνων της προσδιορίζει κυριάρχως τους σκοπούς -και τα μέσα επίτευξής τους- που πρέπει να επιδιωχθούν, προκειμένου και αυτή να «επιβιώσει» και να εξελιχθεί αλλά και το οικείο κοινωνικό σύνολο να διασφαλίσει την ομαλή διαμόρφωση των μεταξύ των μελών του κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων.

α2) Με άλλες λέξεις, και σύμφωνα πάντα με τα δεδομένα του Ρωμαϊκού Δικαίου, η «Res Publica» καθόριζε και τα όρια της «Δημόσιας Σφαίρας», απολύτως διακριτά -όπως θα διευκρινισθεί στην συνέχεια εκτενώς- από εκείνα της «Ιδιωτικής Σφαίρας», αναδεικνυόμενη έτσι σε «προάγγελο» της σύγχρονης διάκρισης μεταξύ «Πολιτικής Κοινωνίας» και «Κοινωνίας των Πολιτών».

β) Τα ως άνω βασικά χαρακτηριστικά της «Res Publica» φέρνουν στο φως και το ότι ήταν εκείνη η οποία αποτέλεσε το αρχικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο «κτίσθηκε» στην συνέχεια το «Δημόσιο Συμφέρον» ως στοιχείο οριοθέτησης αλλά και οιονεί «νομιμοποίησης» της δραστηριότητας του Κράτους στην σύγχρονη εποχή.  Με την επισήμανση πως η «νομιμοποίηση» αυτή συνίσταται στο ότι η συμφωνία της κρατικής δραστηριότητας με τις επιταγές του «Δημόσιου Συμφέροντος» αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κανονιστικού «πυρήνα» του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.  Υπό την έννοια ότι κάθε παρέκκλιση από την εξυπηρέτηση του «Δημόσιου Συμφέροντος» έχει ως αναγκαία κυρωτική συνέπεια την παρανομία των επιμέρους πράξεων των κρατικών οργάνων, και ιδίως εκείνων της Εκτελεστικής Εξουσίας.

 β1) Συγκεκριμένα, στην «Res Publica» οφείλεται, μερικώς βεβαίως,  η διαμόρφωση της σύγχρονης έννοιας του «Δημόσιου Συμφέροντος» ως θεσμικού «γνώμονα», με βάση τον οποίο αφενός κρίνεται η νομιμότητα κάθε κρατικής –και κυρίως διοικητικής- πράξης. Και, αφετέρου και συνακόλουθα, τ’ αρμόδια κρατικά όργανα, πρωτίστως δε τα δικαιοδοτικά, αποφασίζουν ως προς το αν και κατά πόσον οι πράξεις αυτές πάσχουν  «κατάχρηση εξουσίας».

β2) Το πώς και γιατί το σύγχρονο «Δημόσιο Συμφέρον» έχει τις ρίζες του και στον θεσμό της «Res Publica» συνάγεται, εν πολλοίς, και από το ότι, όπως επισημάνθηκε αναλυτικώς προηγουμένως, ο τελευταίος διαμορφώθηκε, στο πλαίσιο του Ρωμαϊκού Δικαίου, κατά μετεξέλιξη  -σ’ επίπεδο πολιτειακής οργάνωσης, γεγονός που επιτείνει την διαφοροποίησή του, κατά τ’ ανωτέρω,  από το Ελληνικής προέλευσης «γενικό συμφέρον», το οποίο ουδέποτε συνδέθηκε ευθέως με τον «δήμο»–  του επίσης Ρωμαϊκής καταγωγής θεσμού της «Res Populi».  Αυτό προκύπτει ευχερώς ιδίως από την κλασική, πολιτική και νομική, ανάλυση του Κικέρωνος[15].

γ) Κατά τον Κικέρωνα  -και εμβαθύνοντας στις εν προκειμένω θέσεις του όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω και καταδεικνύουν σαφώς  την επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης των Στωϊκών-  ως «Res Publica» νοείται η κοινή επιδίωξη των πολιτών -ήτοι των εχόντων την «Civitas Romana»– στο πλαίσιο της οποίας καθένας:

γ1)  Πρώτον, συμβάλλει ευθέως, δια της όποιας θεσμοθετημένης  δημοκρατικής οδού, στον προσδιορισμό του αντίστοιχου «δημόσιου σκοπού».  Εξ ου και είναι οιονεί «ιδιοκτήτης» του, γεγονός που δικαιολογεί την προσφυγή στον όρο «res», ο οποίος παραπέμπει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας.

γ2) Και, δεύτερον, είναι βεβαίως φορέας των δικαιωμάτων που πηγάζουν από την εκπλήρωση του «δημόσιου σκοπού».  Πλην όμως υποχρεούται, αυτοθρόως, ν’ αναγνωρίζει και να σέβεται στο ακέραιο τα δικαιώματα όλων των άλλων πολιτών, οι οποίοι συνέβαλαν εξ ίσου στον προσδιορισμό του αυτού «δημόσιου σκοπού». Κάπως έτσι εξηγείται η κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο υποχρέωση αλληλεγγύης μεταξύ των πολιτών, όπως περιγράφεται, μ’ εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο, από τον Τίτο Λίβιο και με την μορφή της «Caritas Rei Publicae», στο έργο του «Ab Urbe Condita».

  1. Ένα τέτοιο αμάλγαμα επιδίωξης «δημόσιου σκοπού», υπό όρους συνδυασμού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορεί να καταστεί πράξη μόνο με βάση την κατάλληλη θεσμική υποδομή. Αφού μόνον η υποδομή αυτή είναι σε θέση να διασφαλίσει, με τις απαιτούμενες εγγυήσεις καταναγκασμού -θεσμικής πάντοτε προέλευσης- την επέλευση των πρόσφορων κανονιστικών αποτελεσμάτων του αμαλγάματος τούτου. Κατά συνέπεια, αυτό το θεσμικό υπόστρωμα πρέπει να στηρίζεται σε κανόνες δικαίου κανονιστικού περιεχομένου, δηλαδή κανόνες δικαίου με γενικό και απρόσωπο ρυθμιστικό περιεχόμενο.

α) Και είναι ακριβώς αυτοί οι κανόνες δικαίου, πάνω στους οποίους θεμελιώνονται η έννοια και η ουσία της  -βασικής για την υπόσταση της «Res Publica»–  «juris consensus», η οποία κατά κάποιο τρόπο παραπέμπει και στην συναίνεση αλλά και στην αποδοχή των ως άνω κανόνων δικαίου.  Τούτο προκύπτει εκ του ότι η τελευταία υποδηλώνει και την σημασία της «Κοινωνίας των Πολιτών», ως προς την εμπέδωση του εφαρμοστέου δικαίου για την επιδίωξη του «Δημόσιου Συμφέροντος». Μάλιστα δε ανεξάρτητα από το ποιο είναι το πολιτειακό εκείνο όργανο το οποίο θεσπίζει το δίκαιο αυτό, άρα και την ωφέλεια («utilitas») που συνιστά τον πυρήνα της «Res Publica». Γι’ αυτό και, σε τελική ανάλυση, σύμφωνα με τον Κικέρωνα ο «Λαός» στην πραγματικότητα οργανώνεται ως η κοινωνία η οποία έχει συναντίληψη όχι αναφορικά με μιαν αφηρημένη σύλληψη της κοινής ωφέλειας. Αλλ’ αναφορικά μιαν αρκούντως συγκεκριμένη εικόνα για το κανονιστικό πλαίσιο που προσδιορίζει την ωφέλεια αυτή, έτσι ώστε -πάντοτε υπό την επιρροή αντίστοιχων θεωρήσεων της φιλοσοφικής σκέψης των Στωϊκών- να κατατείνει υπέρ της ευημερίας του πολιτειακώς οργανωμένου κοινωνικού συνόλου.

β) Τα όσα προεκτέθηκαν αναφορικά με την σύνδεση μεταξύ της «Res Publica» και του «Δημόσιου Συμφέροντος» επιτρέπουν και μιαν, έστω και συνοπτική, τελική συμπερασματική και ενισχυτική επεξήγηση του πώς αυτό προέκυψε -με τις προεκτάσεις του να φθάνουν πλέον στα θεσμικά «κράσπεδα» της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- ως στοιχείο της «Ρωμαίων Πολιτείας», σε πλήρη «αντίστιξη» προς το κατ’ Αριστοτέλη «κοιν συμφέρον» εντός της «Αθηναίων Πολιτείας».

β1)  Πρωταρχικής σημασίας εν προκειμένω είναι η -σύμφωνα και με την σύντομη αναφορά που προηγήθηκε στον οικείο τόπο- «ρεπουμπλικανική» προέλευση της «Res Publica», ως θεσμικού και πολιτικού «πυρήνα» της «Ρωμαίων Πολιτείας»«Ρεπουμπλικανική» προέλευση, η οποία διαμορφώθηκε εξελικτικώς μετά την κατάλυση της Βασιλείας και κορυφώθηκε όταν ο Οκταβιανός Αύγουστος συγκέντρωσε υπ’ αυτόν το σύνολο, σχεδόν, των πολιτειακών εξουσιών και κατέστη, κατά κάποιο τρόπο, «προσωποποίηση» της «Res Publica». Ήταν τότε, που τα «ρεπουμπλικανικά» χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο της «Ρωμαίων Πολιτείας», δίχως να εξαλειφθούν απέκτησαν μια νέα θεσμικοπολιτική μορφή, ανταποκρινόμενη πλέον στις αντίστοιχες ανάγκες της «Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας».

 β2) Αυτή η «ρεπουμπλικανική» ιδιοσυστασία της «Res Publica» εντός της «Ρωμαίων Πολιτείας» καλλιεργήθηκε μέσ’ από την ιδιομορφία της έννοιας του «Populus Romanus», η οποία οφείλεται  -σε πολύ μεγάλο βαθμό- στο ότι, αντίθετα προς το καθεστώς της Άμεσης Δημοκρατίας π.χ. στην Αρχαία Αθήνα, ο «Πολίτης» δεν νοείται ως θεμελιώδης «μονάδα» της πολιτειακής συγκρότησης του κοινωνικού συνόλου.  Γεγονός που, επέκεινα, σημαίνει από την μια πλευρά ότι δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ π.χ. «Αθηναίων», στο πεδίο της «Αθηναίων Πολιτείας» και «Ρωμαίων», στο πεδίο της «Ρωμαίων Πολιτείας». Και, από την άλλη πλευρά,  ότι οι Ρωμαίοι έμειναν ως «λαϊκό στοιχείο» κατά την πορεία της όλης Ρωμαϊκής Ιστορίας, όχι όμως και ως «σημείο αναφοράς» για την υπόσταση της δομής και της λειτουργίας της «Res Publica» και, κατά συνέπεια,  της «Ρωμαίων Πολιτείας».  Κατά θεσμική και πολιτική λογική ακολουθία, οι «Cives Romani» «απορροφήθηκαν»,  με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, από το θεσμικό σύνολο του «Populus Romanus».  Αφού μόνον μέσα σε αυτό ήταν νοητή, πάντοτε κατά τα δεδομένα της «Res Publica», η συμμετοχή τους στα «δρώμενα» της «Ρωμαίων Πολιτείας», συνήθως  ως μελών των κατά περίπτωση «Λαϊκών Συνελεύσεων» και υπό όρους μιας πρώιμης «αντιπροσώπευσης».  Και αυτό, ανεξάρτητα από τον βαθμό της κατά καιρούς «συγκέντρωσης» της πολιτικής εξουσίας είτε υπέρ της Συγκλήτου είτε, εν τέλει, υπέρ του Αυτοκράτορα.

β3)  Μέσα, λοιπόν, σε μια τέτοια «ρεπουμπλικανική» πολιτειακή δομή οι «Πολίτες» ενσωματώθηκαν, θεσμικώς και πολιτικώς, στο όλο εποικοδόμημα της «Ρωμαίων Πολιτείας», ενώ οι υποθέσεις στην διαχείριση των οποίων συμμετείχαν, και δη ανεξάρτητα από την ειδικότερη φύση τους -εμπράγματη, ενοχική, οικογενειακή, κληρονομική- αφορούσαν, ευθέως και οιονεί αποκλειστικώς, τα «δημόσια πράγματα». Εκείνα δηλαδή που ανάγονται στην σφαίρα της οργάνωσης και λειτουργίας του «πυρήνα» της «Res Publica», ήτοι αυτού που υπό σύγχρονους όρους αντιστοιχεί στο «Δημόσιο».  Όπως καθίσταται, λοιπόν, προφανές στην «Ρωμαίων Πολιτεία»  -και χωρίς να έχει ουσιώδη σημασία η έλλειψη ανάλογης ορολογίας, αφού το βαθύτερο νόημα των λοιπών όρων προδήλως αρκεί- οι υποθέσεις που συνδέονταν αρρήκτως με τα «δημόσια πράγματα» απέκτησαν, eo ipso, θεσμικώς αντίστοιχο «δημόσιο χαρακτήρα».  Περαιτέρω δε, και κατ’ ανάγκη, τα όργανα της «Ρωμαίων Πολιτείας»  που ασκούσαν τις εξουσίες τους εντός της «Res Publica»,  ακριβώς επειδή διαχειρίζονταν «δημόσιες υποθέσεις», κατά τεκμήριο υπηρετούσαν -ή όφειλαν να υπηρετούν- το συμφέρον του «Populus Romanus» ως λαϊκού θεμελίου της «Ρωμαίων Πολιτείας», άρα ένα είδος «Δημόσιου Συμφέροντος»«Συμφέροντος» το οποίο αποσυνδεόταν, οιονεί εκ φύσεως, από τα επιμέρους συμφέροντα των «Πολιτών» και αποκτούσε νόημα μόνον ως αποκλειστικός «δείκτης πορείας» των οργάνων του «Δημοσίου» στο πλαίσιο της «Res Publica», επέκεινα  δε στο ευρύτερο πλαίσιο της «Ρωμαίων Πολιτείας».

 

Β. «Ουμανιστικές» εκλάμψεις στο πεδίο της διάκρισης μεταξύ «Δημόσιας Σφαίρας» και «Ιδιωτικής Σφαίρας» ως προς την οργάνωση και λειτουργία της Ρωμαϊκής  «Res Publica»

Από τα όσα ήδη αναφέρθηκαν συνάγεται, μεταξύ άλλων, και ότι η ίδια η φύση της «Res Publica», μέσ’ από το θεσμικοπολιτικό σύμπλεγμα «Senatus Populusque Romanus», αναδεικνύει πως ο Ρωμαίος Πολίτης –ο κάτοχος της «Civitas Romana», που κατά τα προεκτεθέντα είχε αρχίσει να χορηγείται με ολοένα και μεγαλύτερη ευκολία, όσο εξαπλωνόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία- ανέπτυσσε την δραστηριότητά του σ’  ένα διπλό κανονιστικό περιβάλλον: Εκείνο του Ιδιωτικού Δικαίου («Jus Privatum»), που αφορούσε την ιδιωτική ζωή του ως μέλους του οικείου κοινωνικού συνόλου και κατ’ εξοχήν του «πυρήνα» του, της οικογένειας. Και εκείνο του Δημόσιου Δικαίου («Jus Publicum»), που αφορούσε την δημόσια ζωή του ως μέλους της Ρωμαϊκής «Πολιτικής Κοινωνίας», υπό σύγχρονους όρους. Κατά λογική ακολουθία, για τον Ρωμαίο Πολίτη στην Αρχαία Ρώμη υπήρχε σαφής διάκριση μεταξύ της «Ιδιωτικής Σφαίρας» και της «Δημόσιας Σφαίρας». Διάκριση, την οποία η «Res Publica» οριοθετούσε επακριβώς, με θεσμικοπολιτικές μάλιστα εγγυήσεις.

  1. Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ «Δημόσιας Σφαίρας» και «Ιδιωτικής Σφαίρας» στην Αρχαία Ρώμη δεν σημαίνει, κατ’ ουδένα τρόπο, ότι υπήρχε ένα είδος «ισοτιμίας» μεταξύ τους ως προς την θεσμική και πολιτική εμβέλειά τους.

α) Και τούτο διότι η «Δημόσια Σφαίρα», λόγω της «παντοδυναμίας» της κρατικής μηχανής και της εμφανούς παρουσίας της σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής ζωής -άρα και λόγω της ανάπτυξης ενός άκρως εκτεταμένου και πολύμορφου «κρατικού παρεμβατισμού» της εποχής, προσαρμοσμένου στις απαιτήσεις επιβίωσης και περαιτέρω εδραίωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας- ασκούσε ένα είδος καταλυτικής επικυριαρχίας επί της «Ιδιωτικής Σφαίρας».  Κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κράτος ήταν οιονεί «πανταχού παρόν». Και μάλιστα με ισχυρότατα μέσα επιβολής, μεταξύ των οποίων προέχουσα θέση κατείχαν τα μέσα καταστολής και καταναγκασμού. Ενός καταναγκασμού, του οποίου η εκτέλεση στην πράξη επενέβαινε, ορισμένες φορές,  σε μεγάλο μέρος της προσωπικότητας του πολίτη, φθάνοντας στα όρια της «capitis deminutio maxima». Το φαινόμενο τούτο έπαιρνε ευρύτατες διαστάσεις όταν, κυρίως σ’ έκτακτες περιστάσεις για την «Res Publica», τα όργανα της «Ρωμαίων Πολιτείας» μπορούσαν ν’ απαιτήσουν την παροχή κάθε μορφής υπηρεσιών και εισφορών, οικονομικών και μη, από τους «Cives Romani».

β) Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι προς την κατεύθυνση μιας τέτοιας  «επικυριαρχίας» της «Δημόσιας Σφαίρας» επί της «Ιδιωτικής Σφαίρας» έπαιξαν ρόλο τα «Προγονικά Ήθη»[16] («Mores Maiorum»). Τα οποία, όπως καταδεικνύει η ίδια η Ρωμαϊκή Ιστορία, «ενστάλαξαν» στην ζωή των Ρωμαίων πρότυπα συμπεριφοράς που ίσχυαν τόσο στην ιδιωτική ζωή όσο και στην δημόσια ζωή.  Πλην όμως κατά τα «Προγονικά Ήθη» ο επικεφαλής της «Ρωμαίων Πολιτείας» έπρεπε να συνδυάζει και να «συμπληρώνει», εν πάση περιπτώσει, τα πρότυπα αυτά -με κορυφαίο πρότυπο την «virtus», που αποτελεί την επιτομή ενός τέτοιου συνδυασμού, ως «αρετή» στον ιδιωτικό βίο και ως «ανδρεία» στον δημόσιο βίο- προκειμένου να εμπνέει στους Πολίτες της «Ρωμαίων Πολιτείας» τον σεβασμό και την συνακόλουθη έφεση υποταγής.  Εξ αυτής, ακριβώς, της λειτουργίας των «Mores Maiorum» απορρέει εν πολλοίς και η  «υπεροχή» της «Δημόσιας Σφαίρας» έναντι της «Ιδιωτικής Σφαίρας» στην Αρχαία Ρώμη.

  1. Κατ’ ιστορική, λοιπόν, ακρίβεια, η «Ιδιωτική Σφαίρα» ήταν, αντιστοίχως και αναλόγως, εξαιρετικά συρρικνωμένη στην Αρχαία Ρώμη.

α) Και αυτό διότι τα όριά της περιορίζονταν, όπως ήδη τονίσθηκε,  κυρίως στο στενό πεδίο των οικονομικών συναλλαγών -μέσω του, ιδιαιτέρως εξελιγμένου για τα δεδομένα της εποχής, Εμπράγματου Δικαίου αλλά και του  Ενοχικού Δικαίου στην συνέχεια- και, αρκετά λιγότερο, στο ακόμη πιο στενό πεδίο των οικογενειακών σχέσεων.  Αφού και σε αυτές υπήρχε έντονη «κρατική παρουσία», ενώ οι ειδικότερες κληρονομικές σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας δεν εξελίσσονταν πάντοτε ανεξαρτήτως των παρεμβάσεων κρατικών οργάνων, οι οποίες εμφανίζονταν αυθαιρέτως πέρα και έξω από την κείμενη νομοθεσία κατά τις, πολύ συχνές, περιόδους απολύτως αυταρχικής διακυβέρνησης στο πλαίσιο της «Ρωμαίων Πολιτείας».   Τέλος, το καθεστώς της δουλείας στην Αρχαία Ρώμη «εξανέμιζε», σε μεγάλο μέρος των σχέσεων μεταξύ ιδιωτών, οποιαδήποτε περαιτέρω «δυναμική»  της «Ιδιωτικής Σφαίρας».

β) Πρέπει, βεβαίως, να διευκρινισθεί ότι αυτός ο περιορισμός της «Ιδιωτικής Σφαίρας» υπέρ της «Δημόσιας Σφαίρας», κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο και στο πλαίσιο της «Res Publica», δεν σημαίνει πως στο πεδίο της Ρωμαϊκής Γραμματείας εκείνης της εποχής δεν υπήρξαν εκπρόσωποί της,  οι οποίοι  υπερασπίσθηκαν, και δη σθεναρώς, τον  Άνθρωπο ως «επίκεντρο» του ιδιωτικού βίου και με σημαντικές, μάλιστα,  επιπτώσεις σε ό,τι αφορά την λειτουργία  των πολιτειακών θεσμών στην Αρχαία Ρώμη.

β1)  Κλασσικό -και εξαιρετικά αντιπροσωπευτικό- παράδειγμα υπήρξε ο Κικέρων, με σημείο αναφοράς το έργο του «De Officiis». Έργο το οποίο, ως προς τα κατά τ’ ανωτέρω στοιχεία,  επηρεάσθηκε εμφανώς από το έργο του Έλληνα Στωικού φιλοσόφου Παναίτιου, «Περί Καθηκόντων». Όπως έχει ήδη διευκρινισθεί, σε ό,τι αφορά τις απόψεις του για τον Άνθρωπο, ο Παναίτιος υπερασπίσθηκε την έμφυτη τάση του για την πλήρη ανάπτυξη των δυνατοτήτων του κατά την φύση του αλλά και κατά τον χαρακτήρα του, αναδεικνύοντας έτσι την πεμπτουσία της ιδιοσυγκρασίας κάθε ανθρώπινου όντος.

β2)  Οι θέσεις αυτές του Παναίτιου ήταν εκείνες που επηρέασαν και τον Κικέρωνα  στο να υποστηρίξει ότι ναι μεν κάθε Άνθρωπος  διαθέτει την φύση εκείνη, η οποία είναι κοινή σε όλους τους Ανθρώπους. Όμως, και επιπλέον, κάθε Άνθρωπος έχει και ίδια φύση, προκειμένου να διαδραματίσει τον δικό του, ιδιαίτερο, ρόλο εντός του οικείου κοινωνικού συνόλου.

γ) Τούτο κατά τον Κικέρωνα παρέπεμπε -για να γίνει πιο κατανοητό το πλαίσιο ιδιαιτερότητας του κάθε Ανθρώπου- στους χαρακτήρες ενός έργου που «ανεβαίνει» στο θέατρο.

γ1)  Χαρακτήρες, οι οποίοι αποδίδονται με τον άκρως αντιπροσωπευτικό όρο «persona», που αναλογεί σε κάθε συγκεκριμένο ηθοποιό κατά τον ρόλο του.  Συνεπώς, και πάντα κατά τον Κικέρωνα, όπως το θεατρικό έργο το οποίο «ανεβαίνει» στην σκηνή δεν θα είχε νόημα και ουσία «μηνύματος» -εντελώς απαραίτητου στο αρχαίο θέατρο, και στην Αρχαία Αθήνα και στην Αρχαία Ρώμη- χωρίς τον ιδιόμορφο ρόλο κάθε ηθοποιού, έτσι και στο πλαίσιο του πολιτειακού συστήματος στην Αρχαία Ρώμη ο «Πολίτης», ήτοι εκείνος ο οποίος διαθέτει την «Civitas Romana», δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς τον δικό του ρόλο, κατά την φύση του αλλά και κατά τις επιμέρους προσωπικές του δυνατότητες.

γ2)  Η θεώρηση αυτή του Κικέρωνος, υπό την επιρροή του Παναίτιου, απηχεί για την εποχή εκείνη μια «πρώιμη» «ουμανιστική» νοοτροπία και αντίληψη για τον Άνθρωπο, την οποία συναντάμε και στο έργο άλλων Ρωμαίων Φιλοσόφων, όπως π.χ. ο Σενέκας, αλλά και στο έργο Ρωμαίων Ποιητών, όπως π.χ. ο Βιργίλιος και ο Οράτιος.  Και δεν συνιστά ούτε ιστορική υπερβολή ούτε, ακόμη περισσότερο, ιστορική ανακρίβεια η διαπίστωση ότι αυτή η, ρωμαϊκής καταγωγής, «ουμανιστική» προσέγγιση από την πλευρά των μεγάλων πνευματικών «μεγεθών» της Αρχαίας Ρώμης δείχνει πόσο το έργο τους είχε εντόνως -μάλλον δε και καθοριστικώς- επηρεασθεί από τις εν γένει φιλοσοφικές αντιλήψεις που είχαν καλλιεργηθεί προηγουμένως στην Αρχαία Ελλάδα.

 

Επίλογος

Από την ανάλυση που προηγήθηκε ευχερώς μπορούν να εξαχθούν και επαρκή συμπεράσματα για την έκταση αλλά και για το βάθος της γενικότερης επιρροής του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος, προεχόντως μέσω της φιλοσοφικής σκέψης των Στωικών και κυρίως του Παναίτιου και του Επικτήτου, στην ολοκληρωμένη διαμόρφωση βασικών θεσμών της Ρωμαϊκής «Res Publica».  Όπως ιδίως του Νόμου και του Κράτους, περαιτέρω δε του «Δημόσιου Συμφέροντος» καθώς και της «Δημόσιας Σφαίρας» και της «Ιδιωτικής Σφαίρας». Οι ως άνω διαπιστώσεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ιστορικό και όχι μόνο, αν ληφθεί υπόψη  ότι, πέραν της ratione materiae επιρροής της φιλοσοφικής σκέψης των Στωικών επί των συγκεκριμένων θεσμών της Ρωμαϊκής «Res Publica» και επί του Δημόσιου Ρωμαϊκού Δικαίου εν γένει,  μια τέτοια επιρροή υπήρξε εμφανής και στην όλη  προσωπικότητα και πορεία όχι μόνο σημαντικών φιλοσόφων και εν γένει δημόσιων ανδρών στην Αρχαία Ρώμη, αλλ’ ακόμη και κορυφαίων Αυτοκρατόρων.   Κάτι το οποίο  επιβεβαιώνει μ’ έμφαση η  ρήση του Λατίνου ποιητή Οράτιου, στις «Επιστολές»[17]: Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio. Υπό τα δεδομένα αυτά το παράδειγμα του Αδριανού είναι ίσως ο καλύτερος επίλογος της συνοπτικής μελέτης που προηγήθηκε:

Α.    Στις 11 Αυγούστου του 117 μ.Χ. ο Αδριανός αναδεικνυόταν Αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διαδεχόμενος τον Τραϊανό.  Ο τελευταίος είχε ετοιμάσει μεθοδικά -όπως έκανε για όλα τα δημόσια πράγματα- την διαδοχή του, εκπαιδεύοντας δίπλα του για χρόνια το νεαρό Αδριανό. Η εκπαίδευση του Αδριανού ήταν διπλή:  Από την μια πλευρά καλλιεργούσε την μόρφωσή του με τόσο έντονα να Ελληνικά της στοιχεία, ώστε οι σύγχρονοί του στην Ρώμη του έδωσαν το προσωνύμιο «Graeculus», «Μικρός Έλληνας».  Και, από την άλλη πλευρά, ολοκλήρωσε την στρατιωτική του παιδεία ακολουθώντας, σχεδόν πάντα, τον Τραϊανό στις εκστρατείες του εκτός Ρώμης.  Ιδίως δε κατά τα τελευταία χρόνια, όταν αυτός είχε επεκτείνει την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε τέτοιο βαθμό, ώστε ν’ αποκτήσει την μεγαλύτερη έκτασή της στην ιστορία της. Αυτή την κληρονομιά του Τραϊανού παρέλαβε ο Αδριανός, ένας Αυτοκράτορας πραγματικός «Ιανός», αφού στην όλη αυτοκρατορική προετοιμασία του μετείχε η Ρώμη, ως προς το «imperium» και η Αθήνα, ως προς την κλασική Παιδεία του.  Η όλη αυτοκρατορική του πορεία -πρωτίστως δε το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκε για την περαιτέρω επέκταση των ορίων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας- απέδειξαν ότι στον χαρακτήρα του Αδριανού επικράτησε η Αθήνα, ενώ η Ρώμη απλώς του προσέθεσε το θεσμικό «στίγμα» της υποδειγματικής θεραπείας της «Res Publica».

  1. Το Πνεύμα της Αρχαίας Αθήνας άφησε βαθειά τα σημάδια του στην προσωπικότητα του Αδριανού, ήδη από την εφηβική του ηλικία. Οι πρώιμες φιλοσοφικές του ανησυχίες τον προσανατόλισαν στον δρόμο των Στωϊκών, ακόμη δε και των Επικουρείων.  Τον επηρέασε όμως κατ’ εξοχήν ο Στωϊκισμός, μέσω της μελέτης του Επικτήτου. Και μάλλον ήταν η θέση του Επικτήτου, σύμφωνα με την οποία η πεμπτουσία της ελεύθερης βούλησης πρέπει να κατευθύνεται όχι στην επαύξηση αλλά στην πιο σώφρονα διαχείριση των κεκτημένων που, όπως προεκτέθηκε, τον οδήγησε να επιλέξει όχι την επέκταση των ορίων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά την πιο ορθολογική οργάνωσή της, με πυρήνα την «Res Publica». Ήταν αυτή η νοοτροπία του Αδριανού που ώθησε τον Σίλλερ να τον αποκαλέσει «πρώτο υπηρέτη της Αυτοκρατορίας». Κάπως έτσι ο Αδριανός έμεινε στην ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας περισσότερο ως ο «Princeps» που φρόντισε με ζήλο την εμπέδωση της ειρήνης, τον εξορθολογισμό της αυτοκρατορικής διοίκησης και τον εξωραϊσμό των πόλεων. Η, κάπως άγνωστη βέβαια, λογοτεχνική πτυχή του Αδριανού τονίζει ακόμη περισσότερο την Ελληνική – Αθηναϊκή του πλευρά. Έγραψε αρκετούς στίχους στα Ελληνικά και στα Λατινικά. Η ποίησή του στα Ελληνικά είναι σαφώς ανώτερη, από λογοτεχνικής πλευράς, εκείνης των λατινικών του στίχων. Ούτε αυτή όμως μπόρεσε να τον καταξιώσει τελικώς, αφού κατατάσσεται στους «ελάσσονες ποιητές» της εποχής του. Στο σημείο αυτό αξίζει να μνημονευθεί και τούτο: Η έντονη ενασχόλησή του με την ποίηση στα νιάτα του και ο κάπως ελεύθερος τρόπος ζωής του εκείνα τα χρόνια ανησύχησαν τους κύκλους της Ρώμης, μήπως τυχόν βρίσκονταν μπροστά σ’ ένα νέο «φαινόμενο Νέρωνα», ο οποίος είχε ήδη υποστεί τις συνέπειες της «damnatio memoriae». Η πορεία του Αδριανού στην συνέχεια διέψευσε, πανηγυρικά, όλους αυτούς τους φόβους. Και ο Αδριανός μπορεί να μην άφησε «όνομα» ως ποιητής, πλην όμως το όποιο λογοτεχνικό του τάλαντο έβαλε το δικό του «λιθάρι» στο οικοδόμημα της «απαστράψασας» εν τέλει ηγετικής του προσωπικότητας.
  2. Η μακρόχρονη παρουσία του στην Ελλάδα, κυρίως δε στην Αθήνα, επισφράγισε εμβληματικά την «Αθηναϊκή» όψη του «Αδριανού-Ιανού». Ο Αδριανός ήλθε, το φθινόπωρο του 124 μ.Χ.,στην Ελλάδα, προορισμό που πρέπει να είχε από την αρχή κατά νου, όταν ξεκίνησε τις περιοδείες του. Έφθασε εγκαίρως για την συμμετοχή του στα Ελευσίνια Μυστήρια. Και λίγους μήνες μετά, στις αρχές του 125 μ.Χ., μετέσχε στις εορτές των Διονυσίων. Κατά την διάρκεια του χειμώνα περιόδευσε στην Πελοπόννησο. Η ακριβής διαδρομή παραμένει ασαφής, ωστόσο ο Παυσανίας αναφέρει διάφορα σημάδια, όπως οι ναοί που έχτισε ο Αυτοκράτορας και το άγαλμά του, που κατασκεύασαν οι ευγνώμονες κάτοικοι της Επιδαύρου, ευχαριστώντας τον για τις ευεργεσίες του. Ο Αδριανός ήλθε πάλι στην Ελλάδα το 128 μ.Χ. Αυτή την φορά η περιοδεία του στην Ελλάδα πρέπει να επικεντρώθηκε στην Αθήνα και στην Σπάρτη. Ό Αδριανός μάλλον στόχευε σε μία Ελληνική «αναβίωση» μέσω ενός είδους «Δελφικής Αμφικτυονίας», αλλ’ αποφάσισε πλέον κάτι μεγαλεπήβολο: Το «Πανελλήνιον»επρόκειτο να είναι ένα Συμβούλιο που θα έφερνε κοντά τις Ελληνικές πόλεις, όπου και να βρίσκονταν γεωγραφικά. Το μέρος συνάντησης θα ήταν ο νέος ναός του Διός στην Αθήνα.
  3. Ο μετέπειτα θάνατος του Αντίνοου τον επηρέασε βαθιά. Σίγουρα όμως πέρασε τον χειμώνα του 131-132 στην Αθήνα και πιθανώς παρέμεινε περισσότερο στην Ελλάδα -ή και ανατολικότερα- εξαιτίας της νέας επανάστασης των Ιουδαίων, που ξέσπασε το 132 μ.Χ. Τις Ελληνικές -ιδίως δε «Αθηναϊκές»– ρίζες του Αδριανού μαρτυρούν ανά τους αιώνες τα έργα του στην Ελλάδα. Πλειάδα μνημείων της Αρχαίας Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς οφείλουν την «επιβίωσή» τους ανά τους αιώνες στις «πρόνοιες» του Αδριανού.  Ιδιαίτερης μνείας αξίζει η «Πύλη του Αδριανού», δια της οποίας ο Αδριανός θέλησε να οριοθετήσει το «σύνορο» μεταξύ της «Παλαιάς Αθήνας» που ολοκλήρωσε -με σημείο αναφοράς τον Ναό του Ολυμπίου Διός, ο οποίος δεν είχε περατωθεί από την εποχή του Πεισιστράτου  -και της «Νέας Αθήνας», προς την πλευρά της Ακρόπολης, που αποκατέστησε με τρόπο ο οποίος σεβάσθηκε, όσο ήταν πια εφικτό, την αρχετυπική της μορφή.  Υπό τα δεδομένα αυτά, η Πύλη του Αδριανού θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίσει έναν άλλο Αδριανό «Ιανό», εκείνον μεταξύ της Αθήνας πριν από την εποχή του και της Αθήνας μετά απ’ αυτόν. Επιπλέον, τα υπολείμματα από την «Αδριάνεια Βιβλιοθήκη» και από το «Αδριάνειο Υδραγωγείο» σώζονται στην Αθήνα ακόμη και σήμερα και υπενθυμίζουν το «ταμείο» της συνεισφοράς του για την διάσωση και την περαιτέρω ανάδειξη του μεγαλείου της Αρχαίας Ελλάδας. «Τύχη αγαθή», στην Ελλάδα φιλοτεχνήθηκε η προτομή που εκφράζει, με τον πιο ολοκληρωμένο τρόπο, το σύνθετο -και ιδίως Ελληνικό- πρότυπο του Αδριανού.  Αυτή η έξοχη μαρμάρινη προτομή του Αδριανού, την οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη το 1933 στην Λεωφόρο Συγγρού, αποκαλύπτει μ’ ενάργεια τα βασικά χαρακτηριστικά του: Αποστρέφεται τα επίγεια και έχει στραμμένο το βλέμμα και το νου προς τα υπερκόσμια.  Απεικονίζεται με γενειάδα φιλοσόφου και στεφανώνεται με στεφάνι από φύλλα βελανιδιάς, το οποίο κοσμεί ένας αετός, το έμβλημα του Διός που του προσδίδει την ιδιότητα του «Σωτήρα των Πολιτών».

Β.    Την «Ρωμαϊκή» όψη του «Αδριανού-Ιανού» συνθέτει κυρίως το θεσμικό του έργο.  Κατ’ εξοχήν δε η νομοθεσία του, το περιεχόμενο της οποίας όμως αναδεικνύει εμφανώς, και εδώ, την έντονη επιρροή της Αθήνας, με προεξάρχουσα την επιρροή του Στωϊκισμού. Δεν είναι υπερβολή να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο Αδριανός επιχείρησε ν’ αναβαπτίσει το «Imperium» και την «Res Publica» της Ρώμης στα «νάματα» της Ελληνικής Φιλοσοφίας -ιδίως δε της Στωϊκής- προσανατολίζοντας την «Εξουσία» στην εξυπηρέτηση του «Δημόσιου Συμφέροντος».  Αρκούν τα εξής δείγματα της νομοθετικής -και, εν γένει, της θεσμικής- κληρονομιάς του Αδριανού.

  1. Κορυφαία θέση στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις στου Αδριανού κατέχουν εκείνες που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της απονομής της Δικαιοσύνης.  Η, κατά τα προεκτεθέντα, τελειοποίηση της «Cognitio Extra Ordinem» και των εξ αυτής καταγόμενων γενικών ρητρών δίνει το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της συνεισφοράς του Αδριανού προς αυτή την κατεύθυνση. To, stricto sensu, νομοθετικό έργο του Αδριανού, εξαιρετικά εκτεταμένο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες των ιδιαιτεροτήτων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της περιόδου του, φέρει βαθιά τ’ ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά που απορρέουν από την Στωϊκή Φιλοσοφία, ιδίως δε από το έργο του Επικτήτου.  Ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά αυτής της νομοθετικής νοοτροπίας του Αδριανού είναι, μεταξύ άλλων φυσικά,  τα εξής:
  • Στο πεδίο του, lato sensu, Ποινικού Δικαίου, ο Αδριανός επέφερε βαθύτατες τομές με ανθρωπιστικό στίγμα, κυρίως καθιερώνοντας τον γνήσιο υποκειμενικό χαρακτήρα της ποινικής ευθύνης που, έως τις μέρες του, έφερε πολλά οιονεί αντικειμενικά χαρακτηριστικά, αφού αρκούσε για την επιβολή ποινής ακόμη και η απλή αμέλεια. Ο Αδριανός ήταν εκείνος που υιοθέτησε πρώτος την γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία πυρήνας της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος είναι ο δόλος. Και στις περισσότερες περιπτώσεις μάλιστα ο άμεσος δόλος πρώτου βαθμού.  Συνεπώς, από τον Αδριανό κατάγεται ο κανόνας που απαντάται στους Πανδέκτες[18].
  • Αλλά και στο πεδίο του Ιδιωτικού Δικαίου, πρωτίστως δε του Αστικού Δικαίου, του «Jus Civile», η νομοθεσία του Αδριανού διακρίνεται για την υιοθέτηση κανόνων δικαίου   που  στηρίζονται  στην  υπεράσπιση    του Ανθρώπου και των -στοιχειωδών βεβαίως ακόμη- ελευθεριών του στο πλαίσιο ρύθμισης των κατ’ ιδίαν κοινωνικών σχέσεων. Έτσι π.χ. επί Αδριανού θεσμοθετήθηκαν διατάξεις και προέκυψαν γενικές αρχές, οι οποίες επέβαλαν μια πιο ανθρώπινη μεταχείριση των δούλων,  κάθε είδους. Σειρά δε νομοθετημάτων  απέβλεψε  στην  ενίσχυση  των ασθενέστερων οικονομικώς αγροτών, μέσω της παραχώρησης σε αυτούς δικαιωμάτων επί των χέρσων αγρών.
  1. Αυτό το «διπολικό» Ελληνορωμαϊκό μέγεθος και αντίστοιχο κλασικό μεγαλείο της αυτοκρατορικής οντότητας του Αδριανού μπορούμε να το ανακαλύψουμε -ίσως μάλιστα καλύτερα, υπό ορισμένες επόψεις, και από τις ιστορικές πηγές- μέσ’ από την ανεπανάληπτα βαθυστόχαστη προσέγγιση της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ, στ’ «Απομνημονεύματα του Αδριανού».  Διαβάζοντάς τα γνωρίζει κανείς, σχεδόν από κοντά, τον Αδριανό «Ιανό» μεταξύ Αθήνας και Ρώμης.  Εκείνον που ακόμη και σήμερα συμβολίζουν, π.χ.:
  • Στο πεδίο της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Αρχαίου Κόσμου, το «πάντρεμα» του Ρωμαϊκής τεχνοτροπίας Πανθέου, που κατασκεύασε αρχικώς ο Αγρίππας και αποκατέστησε -μετά την καταστροφή του από πυρκαγιά, περί το 80 μ.Χ.- ο Αδριανός, με τον ανυπέρβλητο θόλο του να εμπνέει, αιώνες μετά, την αρχιτεκτονική παράδοση της Αναγέννησης. Αλλά και η έπαυλη του Tivoli, 20 χιλιόμετρα μακριά από την Ρώμη, που κτίσθηκε υπό την «άοκνη» επίβλεψη του Αδριανού, μεταξύ 126-134 μ.Χ. Και η οποία συνίσταται σε μιαν αρμονική σύνθεση μνημείων και τοπίων, που είχαν γοητεύσει τον Αδριανό κατά τις περιπλανήσεις του, ιδίως στην Αρχαία Ελλάδα. Ως προς την τελευταία παρατήρηση, τ’ «αποτυπώματα» της εκλεπτυσμένης παρέμβασης των Ελλήνων αρχιτεκτόνων, που συνέπραξαν στην κατασκευή της έπαυλης του Tivoli, μαρτυρούν με μιαν ανυπέρβλητη πειστικότητα πραγματικής Τέχνης.
  • Τέλος, στο πεδίο του Πνεύματος, μια λογοτεχνική έξαρση γνήσιου Ανθρωπισμού, στο πλαίσιο του οποίου κυριαρχεί -πάντοτε με την «καθοδήγηση» του Επικτήτου και της Στωϊκής, κυρίως, Φιλοσοφίας- από την μια πλευρά το μεγαλείο της βαθειάς συναίσθησης της ματαιότητας των εγκοσμίων.  Και, από την άλλη πλευρά -αλλά και συνακόλουθα- της διεκδίκησης της μόνης μορφής αιωνιότητας, στην οποία μπορεί ν’ αποβλέπει ο Άνθρωπος: Της αιωνιότητας που αντιστοιχεί στην υστεροφημία, την οποία διασφαλίζουν τα έργα του, lato sensu, Πνεύματος: Αυτά τα, ευδιάκριτα ανά τους αιώνες, ίχνη στην πορεία της Ανθρωπότητας, κατά την αέναη αναζήτηση του προορισμού της.  Ίχνη που και όταν σβήσουν, αφήνουν πίσω τους την κληρονομιά ενός, γόνιμου για την Παιδεία του Ανθρώπου, «μύθου».  Την ως άνω λογοτεχνική έξαρση συμπυκνώνουν, με ιδανικό τρόπο, οι εξής στίχοι που αποδίδονται στον Αδριανό, κατά την  «Παλατινή Ανθολογία» και την  «Historia Augusta», λίγο πριν αναπαυθεί:

«Animula, vagula, blandula,

      Hospes comesque corporis»

(«Μικρή ψυχή μου, περιπλανώμενη γητεύτρα,

      φιλοξενούμενη μαζί και σύντροφε του σώματος…»)

 

  1. Την πνευματική και θεσμική αίγλη του Αδριανού, η οποία τον οδήγησε στην κορυφή των Αυτοκρατόρων του Αρχαίου Κόσμου -και όχι μόνο της Ρώμης- ολοκλήρωσε η διαδοχή που ο ίδιος προετοίμασε, κατά το πρότυπο του προκατόχου του Τραϊανού.  Ο Αυτοκράτορας Αντωνίνος όχι μόνο σεβάσθηκε, αλλά πραγματικά εξύψωσε το πρότυπο του Αδριανού, εγκαινιάζοντας την εξίσου εμβληματική περίοδο των Αντωνίνων. Αυτό τον σεβασμό του Αντωνίνου επισφράγισε η αγωνιώδης, στην κυριολεξία, προσπάθεια που κατέβαλε προκειμένου να πείσει την Σύγκλητο ν’ αποφασίσει την «αποθέωση» του Αδριανού και να του χτίσει ομώνυμο Ναό στο Ρωμαϊκό «Πεδίον του Άρεως». Δύσκολη αποστολή, για μια Ρώμη που ακόμη και τότε αδυνατούσε να κατανοήσει το αυτοκρατορικό πρότυπο, το οποίο κληροδότησε ο Αδριανός της «πεφωτισμένης auctoritas» και του «ανθρωποκεντρικού imperium», ο «εχθρός» κάθε μορφής λαϊκισμού. Ας μην ξεχνάμε ότι, έως το τέλος της, η Ρωμαϊκή κοινωνία ουδέποτε μπόρεσε ν’ αποβάλει το σύνδρομο που τρεφόταν με «panem et circenses» («άρτον και θεάματα»).  Σύνδρομο το οποίο, κατά την ορθότερη ιστορικώς άποψη, οδήγησε -φυσικά μαζί με άλλα αίτια- στο λυκόφως της και στην τελική παρακμή της. Ο σεβασμός του Αντωνίνου προς τον Αδριανό υπήρξε μια από τις «αποσκευές» του για την αιωνιότητα, πέρα από τα δικά του «δίκαια» έργα. Διόλου τυχαίο ότι ο Αντωνίνος έμεινε στην Ιστορία, μεταξύ άλλων, ως «Pius», «Ευσεβής».

 

* Ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών, στο πλαίσιο του διαλόγου με θέμα «Ρωμαίων Πολιτεία, Ελλήνων Στοχασμός», 15.4.2024.

 

 [1] Βλ. Πρ. Παυλοπούλου, «Θεσμικά «κληροδοτήματα» της Ρωμαϊκής «Res Publica» στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία», εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2023, σελ. 13 επ.

[2] Βλ. Πρ. Παυλοπούλου, «Η διαχρονική «οφειλή» της Ευρώπης στην Ελλάδα.  Το «δάνειο-δωρεά» του Ελληνικού Πολιτισμού»,  εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2022, σελ. 78 επ.

[3] Περί Φύσεως, Diels-Kranz, απόσπασμα 44.

[4] Fr. 169 α, Πυθιόνικοι.

[5] Κατά Τιμάρχου, 178.

[6] Κατά Αριστογείτονος, Α 16.

[7] Ικέτιδες, κατά την προσθήκη Στοβαίου, Ι, Ανθολόγιον, Περί Νόμων και Εθών (XLIV, σελ. 171).

[8] Βλ. Πρ. Παυλοπούλου, «Θεσμικά “Κληροδοτήματα” της Ρωμαϊκής “Res Publica” στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία», όπ. παρ., σελ. 93 επ.

[9] «Όπως τα σώματά μας δίχως τον νου, έτσι και η Πολιτεία δίχως τον νόμο αδυνατεί να χρησιμοποιήσει τα μέρη και τα μέλη της: Οι άρχοντες υπόκεινται στον νόμο, οι δικαστές ερμηνεύουν τον νόμο, κατά τούτο δε εντέλει όλοι είμαστε υπηρέτες του νόμου και έτσι μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι».  (Κικέρων, Pro Cluentio, 53, 146, 66 π.X.)

[10] Βλ. Πρ. Παυλοπούλου, «Θεσμικά “Κληροδοτήματα” της Ρωμαϊκής “Res Publica” στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία», όπ. παρ., σελ. 122 επ.

[11] 1251a.

[12] «Πολιτικά», 1251a.

[13] «Πολιτικά», 1279a.

[14] De Re Publica, I, XXV, 39.

[15] βλ. π.χ. De Re Publica, I, XXV, 19.

[16] Βλ. Πρ. Παυλοπούλου, «Θεσμικά «κληροδοτήματα» της Ρωμαϊκής «Res Publica» στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία», εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2023, σελ. 13 επ.

[17] II, 1, 156: «Η κατακτημένη Ελλάδα κατέκτησε τον άγριο νικητή της και έφερε τις Τέχνες στο αγροτικό Λάτιο».

[18] Digesta, 48.8.1, «In maleficiis voluntas spectator, non exitus».

Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ενώπιον του ΕΔΔΑ – με αφορμή την απόφαση επί της υπόθεσης Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others v. Switzerland

Παναγιώτης Γαλάνης, Δικηγόρος, ΔΝ, Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ
  1. Οι αρχές της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής στο διεθνές δίκαιο περιβάλλοντος – ιδίως η αρχή της διαγενεακής ισότητας

            Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής στο διεθνές δίκαιο στηρίζεται σε ορισμένες βασικές αρχές, που ανιχνεύονται στις διεθνείς συμβάσεις και διακηρύξεις[1]. Η πρώτη θεμελιώδης αρχή που πηγάζει από το γράμμα του άρθρου 3 της Σύμβασης του 1992 είναι η διαγενεακή προοπτική στην προστασία του κλιματικού συστήματος.  Βάση της αρχής αυτής είναι η επισήμανση πως «περιβάλλον» και «φύση» δεν είναι έννοιες συνώνυμες, ούτε ταυτόσημες. Συνήθως προτάσσονται δύο αντιτιθέμενες (εν πολλοίς) οπτικές-άξονες για τη νομική έννοια του περιβάλλοντος: Αφενός η ανθρωποκεντρική οπτική, που συντείνει στην προστασία του ζωτικού χώρου των ατόμων λόγω των οικονομικών τους συμφερόντων, αφετέρου η οικολογική, που αποσκοπεί στη διαφύλαξη της ισορροπίας των οικοσυστημάτων και την εν γένει προστασία του περιβάλλοντος ως (συλλογικού) αγαθού έχοντος αξία καθαυτό αλλά και ως αναγκαίου παράγοντα για την επιβίωση και των μελλουσών γενεών[2], εντάσσοντάς το στη διαγενεακή προοπτική. Κατά την ανθρωποκεντρική αντίληψη, ο άνθρωπος κυριαρχεί ως ον στη φύση και διαθέτει συνείδηση, ώστε να διερευνά τις αιτίες της και να αποκαλύπτει τα μυστικά της και να έχει επίγνωση και μνήμη των ενεργειών, στις οποίες προβαίνει. Η διάδραση ανθρώπου και φύσης μεταβάλλεται κατά χρόνο και κατά τόπο.

Ιδίως δε στην περίπτωση της κλιματικής αλλαγής, η ερμηνεία του περιβάλλοντος καθίσταται συνθετότερη και μάλλον ταυτίζεται με την εκδοχή lato sensu, σύμφωνα με την οποία η ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής συνιστά και ταυτόχρονη προστασία του περιβάλλοντος [3].

Κατά την αρχή, λοιπόν, της διαγενεακής ισότητας (που αποδίδεται ως equity – ορθονομία/ευθυδικία[4]) και συνιστά βασικό ερμηνευτικό και μεθοδολογικό εργαλείο του όλου δικαίου του περιβάλλοντος και της κλιματικής αλλαγής, τα κράτη θα πρέπει να διαχειρίζονται το περιβάλλον, ώστε στα ωφελήματα από αυτό να μπορούν να έχουν πρόσβαση και οι μέλλουσες γενεές κατά το δυνατό  εξίσου. Ερείδεται δε αυτή στην έννοια καταπιστεύματος (trustee – στο common law)[5], σύμφωνα με το οποίο διαχειριζόμαστε,  ώστε να περάσει και στους επόμενους (υποχρέωση περιβαλλοντικής προστασίας και για το μέλλον)[6]. Η αρχή αυτή στο δίκαιο για την κλιματική αλλαγή συναντάται συχνότατα και στις λεγόμενες climate litigations (κλιματικές προσφυγές)[7].

Τον 20ο αι. με την εδραίωση της ανάγκης περιβαλλοντικής προστασίας, αναπτύχθηκαν οικολογικές και οικονομικές θεωρήσεις, χωρίς όμως να υπάρχει παράλληλη στέρεη πολιτική βούληση σε διεθνές επίπεδο[8].  Ως αντίπαλες δυνάμεις πολλάκις προβάλλονται η κοινωνική δικαιοσύνη και η οικολογική ισορροπία. Όπως επισημαίνεται, η δυσκολία για την ένταξη της οικολογικής δικαιοσύνης στη νομική συστηματική ερείδεται στο ότι η οικολογική δικαιοσύνη αναλύεται στους άξονες του χώρου (ευθύνη για το περιβάλλον) και του χρόνου (ευθύνη για τις μέλλουσες γενεές) και στην εγγενή δυσχέρεια ακριβούς χάραξης της περιβαλλοντικής ζημίας.  Βεβαίως, σημειωτέον πως το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έχει αναφερθεί ρητώς στην αρχή της διαγενεακής ισότητας,  προκειμένου να επιλύσει τις αγόμενες ενώπιόν του διαφορές. Η αρχή της διαγενεακής ισότητας εισάγει, όπως λέγεται χαρακτηριστικώς, ευθέως την ανθρώπινη παράμετρο στο διεθνές δίκαιο για την κλιματική αλλαγή. Η πρακτική της εφαρμογή οράται στο διάβα του χρόνου, ιδίως δε σε οριακές και σύνθετες περιπτώσεις, όπως η ανάγκη προστασίας ευάλωτων πληθυσμών, τα δικαιώματα του παιδιού ή των κλιματικών προσφύγων[9].

Ως αρχή, όμως, κατά την άποψη του γράφοντος,  ενέχει και συνταγματολογική αναφορά. Η αρχή αυτή βασίζεται στην ισότητα. Διευρύνει ως έναν βαθμό την αρχή της ισότητας, που αποτελεί πυρήνα των σύγχρονων δημοκρατικών πολιτευμάτων και ερμηνεύεται ως ισονομία, ήτοι ως ισότητα απέναντι στον νόμο[10]. Κατά τούτο, ειδικά στο δίκαιο για την κλιματική αλλαγή, η διαγενεακή ευθυδικία μεταθέτει την αρχή της ισότητας σε έναν όχι παροντικό, αλλά μελλοντικό χρόνο[11], αφού οι παρούσες γενεές καλούνται να συμπεριφέρονται (παντοιοτρόπως, στο πλαίσιο της ατομικής και επιχειρηματικής τους δραστηριότητας) κατά τρόπο που να μην παραβλάπτει τις μέλλουσες γενεές, οι οποίες θεωρούνται ως φέρουσες ίσα δικαιώματα στην απόλαυση των φυσικών πόρων και στην προστασία του περιβάλλοντος.

Η αρχή αυτή, όμως, ενέχει και μία άλλη δυναμική, στη συσχέτιση του περιβάλλοντος με την προστασία της υγείας – άμεσα και έμμεσα. Η υπερθέρμανση του πλανήτη δυνητικώς επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην τωρινή και μελλοντική ανθρώπινη υγεία.  Τα αποτελέσματα μπορεί να είναι σωρευτικά και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μη αναστρέψιμα.  Οι άνθρωποι που είναι σχετικά φτωχοί και ανίσχυροι είναι πιθανό να υποφέρουν ολοένα και περισσότερο. Ως ισόκυρα (συνταγματικά) έννομα αγαθά, το περιβάλλον και η υγεία συνιστούν μία αδιάσπαστη ολότητα, όπου το ένα συμπληρώνει και εξισορροπεί το άλλο. Δέον δε όπως συνερμηνεύονται στο πλαίσιο συγκεκριμένων σταθμίσεων[12]. Είναι γεγονός πως σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, κατά το μάλλον ή το ήττον, η λήψη συγκεκριμένων μέτρων ανασχέσεως της κλιματικής αλλαγής δύναται να θεωρηθεί επιβαλλόμενη ως εκ της ανάγκης προστασίας της ανθρώπινης υγείας (βλ. κάτωθι υπό το φως της αρχής της προφύλαξης). Επί παραδείγματι,  η υπερθέρμανση του πλανήτη μπορεί να επιταχυνθεί από τις  ξηρασίες και επακόλουθες αποτυχίες καλλιέργειας σε  ορισμένες τοποθεσίες, που οδηγούν σε απώλεια ζωών, φτώχεια και κακή διατροφή για τους ανθρώπους που διαβιούν εκεί, το οποίο με τη σειρά του μπορεί να αποδυναμώσει την υγεία εγκύων γυναικών σε αυτούς τους πληθυσμούς, των οποίων τα παιδιά είναι πιο πιθανό να αρρωστήσουν ήδη από την παιδική τους ηλικία[13]. Συνεπώς, ο σεβασμός της αρχής της διαγενεακής ευθυδικίας επιβάλλει – ώστε να μην εγκλωβιστούμε σε μία στενή της θέαση – την ισόρροπη προστασία περιβάλλοντος (κλίματος, εδώ) και υγείας και τη σφαιρική αντιμετώπιση των λοιπών ανισοτήτων, σύμφωνα και με τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης που έχει θέσει ο ΟΗΕ.

 

  1. Η σταδιακή ωρίμαση της climate change litigation

Η climate change litigation (η νομική αντιδικία για την αλλαγή του κλίματος, γνωστή και ως «δικονομία για το κλίμα») αντικρίζεται στη θεωρία ως ένα αναδυόμενο σώμα δικαστικών υποθέσεων για την περαιτέρω προσπάθεια μετριασμού της κλιματικής αλλαγής από δημόσιους φορείς, όπως κυβερνήσεις και εταιρείες, αλλά και ιδιώτες.

Ενόψει της αργής πολιτικής της κλιματικής αλλαγής που καθυστερεί τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, ακτιβιστές και νομικοί έχουν αυξήσει τις προσπάθειες να χρησιμοποιήσουν εθνικά και διεθνή δικαστικά συστήματα για να προωθήσουν την προσπάθεια[14]. Στο πλαίσιο αυτό, έχει προταθεί από τη θεωρία ο όρος «στρατηγική» προσφυγή στη δικαιοσύνη (strategic litigation) για την υπέρβαση των δικονομικών ορίων του forum και την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων[15].

Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα νομικά εργαλεία για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής διατίθενται ολοένα και περισσότερο μέσω της νομοθεσίας, και η νομολογία έχει αναδείξει τις σχετικές με το κλίμα νομικές προκλήσεις, που σχετίζονται με όλους τους κλάδους δικαίου. Πολλές από τις υποθέσεις και προσεγγίσεις έχουν επικεντρωθεί στην προώθηση των αναγκών της κλιματικής δικαιοσύνης και του κινήματος για το κλίμα της νεολαίας.

Η τελευταία ειδική έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τον στόχο 1,5 βαθμών καταλήγει, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι ο υφιστάμενος στόχος των 2 βαθμών θα είχε καταστροφικές και μη αναστρέψιμες συνέπειες: μόλις επιτευχθούν ορισμένα σημεία ανατροπής, τα φαινόμενα ντόμινο θα προκαλούσαν παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας, η οποία θα λάβει χώρα με ακόμη ταχύτερο ρυθμό από ό,τι συμβαίνει ήδη ως αποτέλεσμα των ανθρωπογενών εκπομπών. Σύμφωνα με την έκθεση, ο περιορισμός της υπερθέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 βαθμούς απαιτεί ριζική αλλαγή προσέγγισης και μάλιστα άμεση. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Η τελευταία έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας αναφέρει ότι οι παγκόσμιες εκπομπές CO2 εξακολουθούν να αυξάνονται αντί να μειώνονται. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και ο στόχος των 2 βαθμών αρχίζει να απομακρύνεται. Με τη θέρμανση να έχει ήδη φτάσει τον ένα βαθμό, οδεύουμε προς θέρμανση 3 ή και 4 βαθμών. Ως εκ τούτου, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αποφασίζουν να κινηθούν νομικά, αξιοποιώντας αρχικώς τα ένδικα βοηθήματα που οι έννομες τάξεις τους προβλέπουν.

Στον τομέα της climate change litigation, πληθαίνουν, λοιπόν, σταδιακώς οι προσφυγές στα δικαστήρια με επίκληση της κλιματικής αλλαγής. Κοινά χαρακτηριστικά αυτών των προσφυγών είναι[16]:

  • Ενάγοντες/προσφεύγοντες είναι αρκετές κατηγορίες προσώπων, π.χ. ομοσπονδιακές πολιτείες, Δήμοι, Περιφέρειες, ΜΚΟ, αγρότες, φυσικά πρόσωπα κλπ.[17]
  • Εναγόμενοι/καθού είναι τα κράτη (το Δημόσιο), οι Δήμοι, αλλά και ιδιώτες (βιομηχανίες – Carbon Majors[18])
  • Αφορούν όλες τις χώρες του πλανήτη, με αρκετά, ωστόσο, διαφορετικά γνωρίσματα η καθεμιά
  • Τα επιχειρήματά τους αντλούνται από τα εσωτερικά τους δίκαια, αλλά και το διεθνές δίκαιο
  • Τα δικονομικά ζητήματα που αναφύονται ομοιάζουν αρκετά μεταξύ τους
  • Ως αποδεικτικά τους μέσα προσάγουν συχνότατα επιστημονικά στοιχεία και εμπειρικά δεδομένα[19].

Ως προς την πρόσβαση των πολιτών (φυσικών προσώπων) και ΜΚΟ στη δικαιοσύνη[20]: Εξασφαλίζεται η διαφάνεια, η δημοκρατία, ο πλουραλισμός απόψεων και πραγματούται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (δικαίωμα κατοχυρωμένο στις εθνικές τάξεις, την ΕΣΔΑ, το Διεθνές Σύμφωνο, και την ενωσιακή δικαιοταξία). Πραγματώνονται οι προβλέψεις της Σύμβασης Άαρχους που απονέμει περιβαλλοντικά διαδικαστικά δικαιώματα στους πολίτες (στην οποία η ΕΕ είναι συμβαλλόμενο μέρος). Η δικαστική προστασία (ιδιωτών και ΜΚΟ) αφορά την ορθή πρόσβαση στην πληροφορία, την παραβίαση του δικαιώματος συμμετοχής και της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Επίσης, δίνεται έμφαση στην αρχή αποκατάστασης των περιβαλλοντικών προσβολών και της «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη παρέχει πλήρη προστασία (οριστική και προσωρινή) και το προσιτό κόστος της, αλλά και η αποτελεσματικότητα (βλ. και το άρθρο 19 ΣΕΕ) των ενδίκων βοηθημάτων συν τω χρόνω. Ως προς την πρόσβαση των ΜΚΟ στη δικαιοσύνη, οι τελευταίες διαθέτουν τη σαφή τεχνογνωσία, το ενδιαφέρον και το έννομο συμφέρον, ανά πεδίο δραστηριότητας[21].

Κοινά προβλήματα για τους ιδιώτες και ΜΚΟ είναι επίσης:

  1. το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος: Διανοίγεται, ωστόσο, υπέρμετρα το έννομο συμφέρον, σε βαθμό που προσομοιάζει της actio popularis, ενώ ενίοτε το κόστος είναι de facto απαγορευτικό. Τα εθνικά δικαστήρια είναι εξαιρετικά σημαντικά στην εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας και ελέγχουν τη νομιμότητα των πράξεων. Δύνανται δε να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο ΔΕΕ, με το οποίο διεξάγεται ειλικρινής διάλογος (βλ. και αρχή της θεσμικής και διαδικαστικής αυτονομίας)
  2. το ζήτημα της νομικής βάσης (βλ. π.χ. Connecticut κ. American Electric Power[22])
  3. το ζήτημα ορθής ερμηνείας των σχετικών περιβαλλοντικών νόμων (βλ. Greenpeace Nordic Association κ. Ministry of Petroleum and Energy)[23]
  4. το ζήτημα έκτασης και έντασης δικαστικού ελέγχου, όπως και το ζήτημα της διάκρισης των εξουσιών (ο Δικαστής ως προστάτης του πλανήτη;)
  5. τα δικονομικά απαράδεκτα που συχνά αναφύονται (βλ. Juliana and others κ. USA)[24] το ζήτημα του είδους των προσβαλλομένων πράξεων και το αν – σε ενωσιακό επίπεδο – αφορούν άμεσα και ατομικά (ρήτρα Plaumann-Peoples’ Climate Case του ΔΕΕ)[25].

 

  1. Οι σχετικές υποθέσεις ενώπιον του ΕΔΔΑ

Το ΕΔΔΑ ανακοίνωσε τις αποφάσεις του στις 9-4-2024 για τις τρεις υποθέσεις[26]:

  1. Η πρώτη απόφαση αφορά την προσφυγή μιας ελβετικής ένωσης, των «Ηλικιωμένων για την προστασία του κλίματος», στην οποία συμμετέχουν 2.500 γυναίκες ηλικίας 73 ετών κατά μέσο όρο. Καταγγέλλουν “την αδυναμία των ελβετικών αρχών να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής”, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες στις συνθήκες ζωής τους και την υγεία τους. Επιδιώκουν το ΕΔΔΑ να αναγκάσει τη Βέρνη να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα ορυκτά καύσιμα πιο γρήγορα από όσο έχει σχεδιάσει. Η υπόθεση Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others v. Switzerland αφορούσε ειδικότερα καταγγελία τεσσάρων γυναικών και μιας ελβετικής ένωσης, της Verein KlimaSeniorinnen Schweiz, τα μέλη της οποίας ανησυχούν για τις συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη στις συνθήκες διαβίωσης και στην υγεία τους. Θεωρούν ότι οι ελβετικές αρχές δεν λαμβάνουν επαρκή μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
  1. Η δεύτερη υπόθεση αφορά την προσφυγή το 2020 έξι νεαρών Πορτογάλων – ηλικίας 12 με 24 ετών– οι οποίοι κατηγορούν συνολικά 32 χώρες στην Ευρώπη που εκλύουν τη μεγαλύτερη ποσότητα αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου ότι απέτυχαν να αποτρέψουν την καταστροφική υπερθέρμανση του πλανήτη, με αποτέλεσμα να απειλείται η ζωή τους. Δεν ζητούν αποζημίωση, αλλά από το ΕΔΔΑ να αναγκάσει τις κυβερνήσεις να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές των αερίων αυτών. Η υπόθεση Duarte Agostinho και άλλοι κατά Πορτογαλίας και 32 Άλλοι αφορούσε τις τρέχουσες και μελλοντικές σοβαρές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, τις οποίες οι αιτούντες αποδίδουν στα εναγόμενα κράτη και τις οποίες ισχυρίζονται ότι επηρεάζουν τη ζωή, την ευημερία, την ψυχική τους υγεία και την ειρηνική απόλαυση των σπιτιών τους. Όσον αφορά την εξωεδαφική δικαιοδοσία των εναγόμενων κρατών εκτός της Πορτογαλίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν λόγοι στη Σύμβαση για επέκταση της εξωεδαφικής δικαιοδοσίας τους με τον τρόπο που ζήτησαν οι αιτούντες. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν ακολουθήσει καμία νομική οδό στην Πορτογαλία σχετικά με τις καταγγελίες τους, η καταγγελία των προσφευγόντων κατά της Πορτογαλίας ήταν επίσης απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτες τις προσφυγές που κατατέθηκαν κατά της Πορτογαλίας και των άλλων κρατών για το θέμα της κλιματικής αλλαγής.
  2. Τέλος, στην τρίτη υπόθεση ο Νταμιέν Καρέμ, πρώην δήμαρχος της πόλης Γραντ- Σινθ στη βόρεια Γαλλία, προσέφυγε κατά της άρνησης του Παρισιού να λάβει πιο φιλόδοξα μέτρα για να περιορίσει την κλιματική αλλαγή. Η υπόθεση Carême κατά Γαλλίας αφορούσε μια καταγγελία από έναν πρώην κάτοικο και δήμαρχο του δήμου Grande-Synthe, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Γαλλία δεν έχει λάβει επαρκή μέτρα για να αποτρέψει την υπερθέρμανση του πλανήτη και ότι αυτή η αποτυχία συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή και του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.

Ειδικότερα, τούτων λεχθέντων, επισκοπείται εγγύτερα μια σειρά από αποφάσεις για ζητήματα κλιματικής αλλαγής που έχουν απασχολήσει το ΕΔΔΑ:

 

αα) Duarte Agostinho και άλλοι κατά Πορτογαλίας και 32 άλλων κρατών (αρ. 39371/20)

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2020 έξι νεαροί Πορτογάλοι υπέβαλαν προσφυγή στο ΕΔΔΑ κατά 33 χωρών. Με την προσφυγή ισχυρίζονται ότι αυτές παραβίασαν τα ανθρώπινα δικαιώματα,  αποτυγχάνοντας να λάβουν επαρκή μέτρα για την κλιματική αλλαγή και ζητείται δικαστική εντολή που απαιτεί να αναλάβουν πιο φιλόδοξα μέτρα.

Η προσφυγή βασίζεται στα άρθρα 2, 8 και 14 της ΕΣΔΑ, τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και το δικαίωμα να μην υφίστανται τα άτομα διακρίσεις. Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι το δικαίωμά τους στη ζωή απειλείται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Πορτογαλία, όπως οι δασικές πυρκαγιές, ότι το δικαίωμά τους στην ιδιωτική ζωή περιλαμβάνει τη σωματική και ψυχική τους ευεξία, η οποία απειλείται από τους καύσωνες που τους αναγκάζουν να περνούν περισσότερο χρόνο σε εσωτερικούς χώρους και ότι ως νέοι άνθρωποι θα βιώσουν τις χειρότερες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής[27].

Η υπόθεση ασκείται κατά των κρατών μελών της ΕΕ (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κύπρος, Τσεχία, Γερμανία, Ελλάδα, Δανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Κροατία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Λετονία, Μάλτα, την Ολλανδία, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία, τη Σλοβακική Δημοκρατία, τη Σλοβενία, την Ισπανία και τη Σουηδία) καθώς και τη Νορβηγία, τη Ρωσία, την Ελβετία, την Τουρκία, την Ουκρανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι ερωτηθέντες δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποτυγχάνοντας να συμφωνήσουν σε μειώσεις εκπομπών που θα διατηρήσουν την άνοδο της θερμοκρασίας στους 1,5 βαθμούς Κελσίου, όπως προβλέπεται από τη Συμφωνία των Παρισίων.

Στις 30 Νοεμβρίου 2020 το ΕΔΔΑ κοινοποίησε την υπόθεση σε 33 αντίδικες χώρες, ζητώντας από αυτές να απαντήσουν έως τα τέλη Φεβρουαρίου 2021. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Δίκτυο Νομικής Δράσης (GLAN), το οποίο υποστηρίζει την περίπτωση, μόνο μια ελάχιστη μειοψηφία υποθέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου παρακολουθούνται και κοινοποιούνται γρήγορα.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2021 το Δικαστήριο απέρριψε μια πρόταση των εναγόμενων κυβερνήσεων που ζητούσαν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την ταχεία απόφασή του. Οι κυβερνήσεις είχαν ζητήσει από το Δικαστήριο να ανατρέψει την εξέταση κατά προτεραιότητα της υπόθεσης και να ακούσει επιχειρήματα μόνο για το παραδεκτό της υπόθεσης. Το Δικαστήριο έστειλε επιστολή στα μέρη με την οποία απέρριψε αυτές τις προτάσεις και έδωσε στους κατηγορούμενους προθεσμία έως τις 27 Μαΐου 2021,  για να υποβάλουν υπεράσπιση τόσο για το παραδεκτό όσο και για την ουσία της υπόθεσης.

Το Δικαστήριο επέτρεψε επίσης μέχρι τις 6 Μαΐου 2021 παρεμβάσεις τρίτων. Μεταξύ άλλων επτά παρεμβάσεων τρίτων, στις 5 Μαΐου 2021 η Διεθνής Αμνηστία παρενέβη στην υπόθεση και υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις στο ΕΔΔΑ. Ο ισχυρισμός υποστηρίζει τη θέση των εναγόντων, παρέχοντας νομικά επιχειρήματα στο Δικαστήριο,  για να αποδείξει ότι το διεθνές δίκαιο απαιτεί από τα κράτη να μην βλάπτουν και να μην επιτρέπουν σε εταιρείες εντός της δικαιοδοσίας τους να βλάπτουν τα ανθρώπινα δικαιώματα των ανθρώπων εκτός των συνόρων τους.

Στις 19 Μαΐου 2021 έγινε νέα παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  που υπέβαλε τις γραπτές της παρατηρήσεις στο ΕΔΔΑ. Σημειώνοντας τον έντονο αντίκτυπο της περιβαλλοντικής υποβάθμισης και της κλιματικής αλλαγής στα ανθρώπινα δικαιώματα, ο Επίτροπος υποστηρίζει ότι τα διεθνή νομοθετήματα για το περιβάλλον και τα δικαιώματα των παιδιών θα πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του πεδίου της υποχρέωσης των κρατών να αποτρέπουν τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκαλούνται από περιβαλλοντική βλάβη. Η Επιτροπή στηρίζει την υπεράσπιση της πολιτικής της ΕΕ στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος σε ορθή νομική αιτιολογία και επιστημονικά τεκμήρια. Ο όρος «κλιματική έκτακτη ανάγκη» εκφράζει την πολιτική βούληση για εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία των Παρισίων. Ο Επίτροπος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «ο αυξανόμενος αριθμός αιτήσεων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή παρέχει στο Δικαστήριο μια μοναδική ευκαιρία να συνεχίσει να χαράσσει τη νομική οδό προς την πληρέστερη εφαρμογή της Σύμβασης και να προσφέρει προστασία της ζωής σε άτομα που πλήττονται από περιβαλλοντική υποβάθμιση και κλιματική αλλαγή.

Στις 14 Αυγούστου 2021 οι προσφεύγοντες έλαβαν τις αντίστοιχες προτάσεις των κυβερνήσεων. Ωστόσο, μετά από νομική συμβουλή, οι ενάγοντες αποφάσισαν να μην τις δημοσιοποιήσουν. Οι προσφεύγοντες έχουν προθεσμία έως τις 12 Ιανουαρίου 2022, για να ανταποκριθούν στις υπερασπίσεις των κυβερνήσεων.

Στις 30 Ιουνίου 2022 το Τμήμα του ΕΔΔΑ παραιτήθηκε από τη δικαιοδοσία υπέρ του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως. Η υπόθεση εξετάστηκε από το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως του ΕΔΔΑ που αποτελείται από 17 δικαστές λόγω του γεγονότος ότι η υπόθεση εγείρει ένα σοβαρό ερώτημα που επηρεάζει την ερμηνεία της Σύμβασης (άρθρο 30 ΕΣΔΑ)[28].

Σύμφωνα με την κρίση από 9 Απριλίου 2024, όσον αφορά την εξωεδαφική δικαιοδοσία των εναγόμενων κρατών εκτός της Πορτογαλίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν λόγοι στη Σύμβαση για επέκταση της εξωεδαφικής δικαιοδοσίας τους με τον τρόπο που ζήτησαν οι αιτούντες. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες δεν είχαν ακολουθήσει καμία νομική οδό στην Πορτογαλία σχετικά με τις καταγγελίες τους, η καταγγελία των προσφευγόντων κατά της Πορτογαλίας ήταν επίσης απαράδεκτη λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτες τις προσφυγές που κατατέθηκαν κατά της Πορτογαλίας και των άλλων κρατών για το θέμα της κλιματικής αλλαγής.

 

αβ) Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others κατά Ελβετίας (αρ. 53600/20)[29]

Το 2016 μια ομάδα ηλικιωμένων γυναικών κατέθεσε δικόγραφο κατά του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου, του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Περιβάλλοντος Μεταφορών, Ενέργειας και Επικοινωνιών (DETEC), του Ομοσπονδιακού Γραφείου για το Περιβάλλον και του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ενέργειας, ισχυριζόμενες ότι αυτοί οι φορείς της ελβετικής Κυβέρνησης δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ελβετικό Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, καθώς δεν έθεσαν την Ελβετία σε μια τροχιά μείωσης των εκπομπών που συνάδει με τον στόχο της διατήρησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας πολύ κάτω από τους 2ºC πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα[30].

Συγκεκριμένα, οι αναφέρουσες ισχυρίστηκαν ότι η κυβέρνηση παραβίασε τα άρθρα 10 (δικαίωμα στη ζωή), 73 (αρχή της βιωσιμότητας) και 74 (προστασία του περιβάλλοντος) του ελβετικού Συντάγματος και τα άρθρα 2 και 8 της ΕΣΔΑ. Ισχυρίστηκαν ότι η δημογραφική τους ομάδα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη στους καύσωνες που αναμένεται να προκύψουν από την κλιματική αλλαγή. Πρόκειται για μια σημαντική απόφαση, όπου αναδεικνύονται οι φυλετικές και ηλικιακές προβληματικές δικαιωμάτων έναντι της κλιματικής αλλαγής.

Κάλεσαν το ελβετικό κοινοβούλιο και τις αρμόδιες ομοσπονδιακές υπηρεσίες να αναπτύξουν μια ρυθμιστική προσέγγιση σε διάφορους τομείς που θα επιτύχει μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 25% κάτω από τα επίπεδα του 1990 έως το 2020 και τουλάχιστον 50% κάτω από τα επίπεδα του 1990 έως το 2050. Η αναφορά επέκρινε τόσο τους στόχους που συζητούνταν τότε στο κοινοβούλιο (20% έως το 2020 και 30% έως το 2030) όσο και τα μέτρα με τα οποία η κυβέρνηση θα επιδίωκε αυτούς τους στόχους. Η αναφορά απορρίφθηκε από την DETEC στις 25 Απριλίου 2017. Η DETEC διαπίστωσε ότι οι αναφέρουσες δεν είχαν νομιμοποίηση,  επειδή τα δικαιώματά τους δεν θίγονταν,  όπως απαιτείται από το άρθρο 25α παρ. 1 APA (Νόμος περί διοικητικής διαδικασίας, Verwaltungsverfahrensgesetz, VwVG).

Η DETEC διαπίστωσε ότι οι αναφέρουσες επεδίωξαν ρύθμιση των παγκόσμιων εκπομπών CO2 μέσω γενικών κανονισμών, αντί να αναζητήσουν αποκατάσταση για παραβίαση των ειδικών νόμιμων δικαιωμάτων τους. Η DETEC διαπίστωσε περαιτέρω ότι οι αναφέρουσες δεν είχαν την ιδιότητα του θύματος σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, επειδή επεδίωκαν να υπηρετήσουν το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον της υιοθέτησης νομοθετικής μεταρρύθμισης για τη μείωση των εκπομπών CO2. Οι αναφέρουσες άσκησαν έφεση στις 26 Μαΐου 2017. Στις 27 Νοεμβρίου 2018, το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Ελβετίας απέρριψε την έφεση, κρίνοντας ότι οι Ελβετές γυναίκες άνω των 75 ετών δεν επηρεάζονται αποκλειστικά από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής (συμφωνώντας έτσι με τον ισχυρισμό της DETEC ότι η ζημία και η αποκατάσταση αυτής δεν ήταν εξειδικευμένες αμιγώς για τις αιτούσες).

Το 2019 υπέβαλαν έφεση κατά της απόφασης στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ελβετίας. Στις 20 Μαΐου 2020 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι τα προβεβλημένα δικαιώματα των εναγουσών δεν είχαν επηρεαστεί με επαρκή ένταση και ότι η προσφυγή που επιδιώκουν πρέπει να επιτευχθεί με πολιτικά και όχι νομικά μέσα.

Στις 26 Νοεμβρίου 2020 έχοντας εξαντλήσει όλα τα διαθέσιμα ένδικα μέσα στην Ελβετία, οι ενάγουσες υπέβαλαν προσφυγή στο ΕΔΔΑ.

Τα επιχειρήματα της αντιδίκου πλευράς περιλαμβάνουν τις σκέψεις ότι το πρόσωπο που ασκεί το ένδικο βοήθημα δεν μπορεί να είναι θύμα βάσει της ΕΣΔΑ, καθώς είναι νομικό πρόσωπο που δεν απολαμβάνει ανθρώπινα δικαιώματα, η υπόθεση επιχειρεί να παρακάμψει τη Συμφωνία των Παρισίων,  απαιτώντας από την Ελβετία να μειώσει τις εκπομπές της με δικαστικά μέσα, θέτοντας την ΕΣΔΑ εκτός της αρμοδιότητάς της η οποία είναι αποκλειστικά να αποφασίσει για τη Σύμβαση και πως αυτή η αιτιώδης συνάφεια δεν έχει αποδειχθεί από τις προσφεύγουσες μεταξύ των παραλείψεων της καθού χώρας και των επιπτώσεων της θερμότητας στα δικαιώματα των αιτουσών ή ότι η κλιματική αλλαγή τις θέτει σε άμεσο κίνδυνο· και κατά την επικύρωση της Συμφωνίας των Παρισίων και τον καθορισμό δεσμεύσεων για μείωση των εκπομπών στην NDC της Ελβετίας, η αντίδικος πλευρά λαμβάνει εύλογα και κατάλληλα μέτρα για την προστασία αυτών των δικαιωμάτων.

Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απαίτηση χορήγησης δικαιώματος στα θύματα θα πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ώστε να αναγνωρίζονται συλλογικά θύματα. Η Συμφωνία των Παρισίων δεν υπονομεύει τις υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα επιστημονικά στοιχεία που υποβλήθηκαν καταδεικνύουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των δικαιωμάτων του αιτούντος και ότι η συμμετοχή πολλών κρατών στην κλιματική αλλαγή δεν αποκλείει τη μερική ευθύνη της αντιδίκου πλευράς.  Ότι η NDC της Ελβετίας δεν συνάδει με τον στόχο των 1,5°C,  όπως ισχυρίζεται και ότι υπάρχουν περαιτέρω μέτρα ανοιχτά στον εναγόμενο, συμπεριλαμβανομένης της πρόληψης εκπομπών που συμβαίνουν στο εξωτερικό, τα οποία βρίσκονται άμεσα ή έμμεσα στον έλεγχο της αντιδίκου πλευράς.

Έχουν επίσης κατατεθεί παρεμβάσεις τρίτων από τη Διεθνή Επιτροπή Νομικών και το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Δικτύων Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Σύμβαση περιλαμβάνει το δικαίωμα αποτελεσματικής προστασίας από τις κρατικές αρχές από τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη ζωή, την υγεία, την ευημερία και την ποιότητα ζωής. Ωστόσο, έκρινε ότι οι τέσσερις μεμονωμένοι αιτούντες δεν πληρούσαν τα κριτήρια της κατάστασης του θύματος σύμφωνα με το άρθρο 34 της Σύμβασης και έκρινε τις καταγγελίες τους απαράδεκτες. Η αιτούσα ένωση, αντίθετα, είχε το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Σύμβασης και ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ελβετική Συνομοσπονδία δεν είχε συμμορφωθεί με τα καθήκοντά της («θετικές υποχρεώσεις») βάσει της Σύμβασης σχετικά με την κλιματική αλλαγή.

Το Δικαστήριο ξεκίνησε σημειώνοντας ότι θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα ζητήματα που προκύπτουν από την κλιματική αλλαγή μόνο εντός των ορίων της άσκησης των αρμοδιοτήτων του σύμφωνα με το άρθρο 19 (Σύσταση του Δικαστηρίου) της ΕΣΔΑ, η οποία είναι να διασφαλίσει την τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει τα Μέρη της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της. Ταυτόχρονα, είχε υπόψη του ότι η ανεπαρκής κρατική δράση για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής επιδείνωσε τους κινδύνους επιβλαβών συνεπειών και εγείρει επακόλουθες απειλές για την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – απειλές που έχουν ήδη αναγνωριστεί από κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο. Επομένως, η τρέχουσα κατάσταση περιλάμβανε επιτακτικές για τη σημερινή εποχή συνθήκες, επιβεβαιωμένες από επιστημονικές γνώσεις, τις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει στον ρόλο του ως δικαστικού οργάνου επιφορτισμένου με την επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι γεγονός ότι υπάρχουν επαρκώς αξιόπιστες ενδείξεις ότι

Η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή υπάρχει, ότι αποτελεί σοβαρή τρέχουσα και μελλοντική απειλή για την απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διασφαλίζονται βάσει της Σύμβασης, ότι τα κράτη το γνωρίζουν και είναι σε θέση να λάβουν μέτρα για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του, ώστε οι σχετικοί κίνδυνοι να προβλεφθούν χαμηλότεροι, εάν η άνοδος της θερμοκρασίας περιοριστεί σε 1,5 oC πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και εάν ληφθούν επειγόντως μέτρα. Σημείωσε ότι οι τρέχουσες παγκόσμιες προσπάθειες μετριασμού δεν επαρκούν για την επίτευξη αυτού του στόχου. Σημείωσε επίσης ότι, ενώ οι νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη βάσει της Σύμβασης επεκτείνονται και σε αυτά τα άτομα επί του παρόντος εν ζωή, οι οποίοι, σε δεδομένη χρονική στιγμή, εμπίπτουν στη δικαιοδοσία ενός δεδομένου συμβαλλόμενου μέρους, είναι σαφές ότι οι μελλοντικές γενιές είναι πιθανό να φέρουν ένα όλο και πιο σοβαρό βάρος των συνεπειών του παρουσιάζουν αποτυχίες και παραλείψεις για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ιδιότητας του θύματος των μεμονωμένων αιτούντων, το δικαίωμα της αιτούσας ένωσης να υποβάλει υπόθεση σε δικαστήριο (locus standi) και η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 2 και 8 της Σύμβασης.

Προκειμένου να διεκδικήσει την ιδιότητα του θύματος βάσει του άρθρου 34 της Σύμβασης στο πλαίσιο καταγγελιών σχετικά με την κλιματική αλλαγή, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι μεμονωμένοι αιτούντες πρέπει να αποδείξουν ότι  επηρεάζονται προσωπικά και άμεσα από την κυβερνητική δράση ή αδράνεια.  Αυτό εξαρτάται από δύο κλειδιά κριτήρια: (α) υψηλή ένταση έκθεσης του αιτούντος στις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και (β) επιτακτική ανάγκη να εξασφαλιστεί η ατομική προστασία του αιτούντος. Το Δικαστήριο τόνισε ότι το όριο για τον καθορισμό του καθεστώτος του θύματος σε περιπτώσεις κλιματικής αλλαγής είναι ιδιαίτερα υψηλό, και η Σύμβαση δεν αποδέχεται καταγγελίες  γενικού δημόσιου συμφέροντος (actio popularis). Έχοντας εξετάσει προσεκτικά τη φύση και το εύρος των καταγγελιών των μεμονωμένων αιτούντων και το υλικό που υποβλήθηκε από αυτούς, τον βαθμό πιθανότητας ή/και πιθανότητας των δυσμενών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στον χρόνο, τον συγκεκριμένο αντίκτυπο στη ζωή, την υγεία ή την ευημερία κάθε αιτούντος, το μέγεθος και τη διάρκεια των επιβλαβών επιπτώσεων, το εύρος του κινδύνου (τοπικό ή γενικό) και τη φύση του κινδύνου ευπάθειας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι τέσσερις μεμονωμένοι αιτούντες δεν πληρούσαν την κατάσταση του θύματος σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 34 της Σύμβασης. Ως εκ τούτου, κήρυξε τις προσφυγές τους απαράδεκτες.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι σε περιβαλλοντικές όπως και σε άλλες περιπτώσεις, προκειμένου να διεκδικήσει την ιδιότητα του θύματος παραβίασης της ΕΣΔΑ κατά την έννοια του άρθρου 34, καταρχήν, πρέπει να έχει «επηρεαστεί άμεσα» (βλ., για παράδειγμα, Lambert and Others κ. Γαλλίας [GC], 2015, 89)[31]. Με άλλα λόγια, για τους σκοπούς του άρθρου 34, η λέξη «θύμα» σημαίνει το πρόσωπο άμεσα επηρεάζονται από την επίμαχη πράξη ή παράλειψη (Balmer-Schafroth and Others κ. Ελβετίας, 1997, παρ. 26[32]). Σύμφωνα με τη γενική νομολογία του άρθρου 34, οι πλησιέστεροι συγγενείς προσώπου που έχει πεθάνει σε συγκεκριμένο περιβαλλοντικό πλαίσιο μπορεί να ισχυριστούν ότι είναι θύματα παραβίασης του άρθρου 2. Ωστόσο, το Δικαστήριο αποδέχεται σε κάποιο βαθμό την έννοια του «δυνητικού θύματος». Έτσι ο αιτών μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι θύμα κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης, εάν προσκομίσει εύλογες και πειστικές αποδείξεις για την πιθανή πραγματοποίηση παραβίασης που προσωπικά τον επηρεάζουν (βλ. Πρακτικό Οδηγό για τα Κριτήρια Αποδοχής, παρ. 30-31). Το Δικαστήριο εφάρμοσε αυτά τα κριτήρια στις υποθέσεις Asselbourg and Others κ. Λουξεμβούργου (αποφ.), 1999 και Aly Bernard et 47 autres personnes physiques ainsi que l’association Greenpeace-Luxembourg κ. Λουξεμβούργου (δ.), 1999).

Το γεγονός και μόνο να τεθεί τέλος σε μια περίπτωση ρύπανσης ή περιβαλλοντικής διαταραχής είναι ανεπαρκές για να στερήσει από τα άτομα που εκτίθενται σε αυτήν την ιδιότητα του θύματός τους (López Ostra κ. Ισπανίας, 1994, παρ. 42; Martínez και Pino Manzano κ. Ισπανίας, 2012, παρ. 28). Ομοίως, το γεγονός ότι ένας ντόπιος κάτοικος είχε μετακομίσει για να γλιτώσει από τη ρύπανση ή την ενόχληση από το περιβάλλον ήταν ανεπαρκής για να του στερήσει την ιδιότητα του θύματος (López Ostra κ. Ισπανίας, 1994, παρ. 42; Yevgeniy Dmitriyev κ. Ρωσίας, 2020, παρ. 37). Για να απωλέσει κάποιος την ιδιότητά του ως θύματος, οι εγχώριες αρχές πρέπει να έχουν βρει παραβίαση και λήψη απόφασης που συνιστά επαρκή αποκατάσταση για την εν λόγω παράβαση. Η ιδιότητα του αιτούντος ως θύματος μπορεί να εξαρτάται από την αποζημίωση που επιδικάζεται σε εθνικό επίπεδο βάσει των γεγονότων για τα οποία παραπονείται προηγουμένως το Δικαστήριο και σχετικά με το εάν οι εθνικές αρχές έχουν αναγνωρίσει, είτε ρητά είτε εμμέσως παραβίαση της Σύμβασης. Το Δικαστήριο επανέλαβε το γεγονός αυτό στην υπόθεση Murillo-Saldias κλπ. κ. Ισπανίας (dec.), 2006, όπου συγγενής θυμάτων από κατολίσθηση λάσπης είχε παραπονεθεί για παραβίαση των άρθρων 2, 6 παρ. 1 και 13 της Σύμβασης. Αποφάνθηκε ότι ο αιτών δεν μπορούσε πλέον να ισχυριστεί ότι είναι θύμα αυτών των παραβιάσεων δεδομένου ότι το εθνικό δικαστήριο του είχε επιδικάσει ένα εύλογο ποσό αποζημίωση για τους θανάτους των συγγενών του, αφού θεωρούσε τις αρχές υπεύθυνες για το ατύχημα. Η προληπτική απόδοση της ιδιότητας του θύματος λαμβάνει χώρα σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου ο κίνδυνος ή η πιθανότητα επέλευσής του είναι υψηλός.

Όσον αφορά τη θέση των ενώσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κλιματικής αλλαγής ως κοινή ανησυχία της ανθρωπότητας και την ανάγκη προώθησης της κατανομής των βαρών μεταξύ των γενεών κατέστησε σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η προσφυγή σε νομικές ενέργειες από ενώσεις στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής. Ο αποκλεισμός των καταγγελιών γενικού δημοσίου συμφέροντος (actio popularis) στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ απαιτεί, ωστόσο, ότι, προκειμένου η αιτούσα ένωση να έχει το δικαίωμα να ενεργήσει για λογαριασμό ιδιωτών και να υποβάλει αίτηση λόγω της εικαζόμενης παράλειψης ενός κράτους να λάβει επαρκή μέτρα για την προστασία τους από τις βλαβερές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη ζωή τους και στην υγεία τους, πρέπει να συμμορφώνεται με ορισμένες προϋποθέσεις που περιγράφονται στην απόφαση. Το δικαίωμα ένωσης να ενεργεί για λογαριασμό των μελών της ή άλλων επηρεαζόμενων ατόμων εντός της δικαιοδοσίας δεν υπόκειται σε χωριστή απαίτηση από εκείνους για λογαριασμό των οποίων έχει εκδοθεί η υπόθεση, εφόσον  θα πληρούσαν οι ίδιοι τις απαιτήσεις κατάστασης θύματος για τα άτομα. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αιτούσα ένωση εκπλήρωσε τις προϋποθέσεις και τα σχετικά κριτήρια και είχε το αναγκαίο κύρος για να ενεργήσει για λογαριασμό των μελών της σε αυτή την περίπτωση. Επίσης

έκρινε ότι το άρθρο 8 είχε εφαρμογή στην καταγγελία της. Ενόψει της διαπίστωσής του ότι το άρθρο 8 εφαρμόζεται στην καταγγελία της αιτούσας ένωσης, το Δικαστήριο αποφάσισε να μην εξετάσει την υπόθεση από την οπτική γωνία του άρθρου 2. Σημείωσε ωστόσο ότι οι αρχές που αναπτύσσονται βάσει του εν λόγω άρθρου είναι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, παρόμοια με εκείνα που αναπτύχθηκαν βάσει του άρθρου 8.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το άρθρο 8 της Σύμβασης περιλαμβάνει δικαίωμα των ιδιωτών στην αποτελεσματικότητα της προστασίας από τις κρατικές αρχές από τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη ζωή τους, στην υγεία, ευεξία και ποιότητα ζωής τους.  Στο πλαίσιο αυτό, το κύριο καθήκον ενός συμβαλλόμενου κράτους είναι να υιοθετεί και να εφαρμόζει στην πράξη, κανονισμούς και μέτρα ικανά να μετριάσουν τις υπάρχουσες και δυνητικά μη αναστρέψιμες, μελλοντικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Αυτή η υποχρέωση απορρέει από την αιτιώδη σχέση μεταξύ της κλιματικής αλλαγής και της απόλαυσης των δικαιωμάτων της Σύμβασης, και το γεγονός ότι το αντικείμενο και ο σκοπός της Σύμβασης, ως  μέσο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απαιτεί να ερμηνεύονται οι διατάξεις της και να  εφαρμόζονται έτσι ώστε να διασφαλίζονται πρακτικά και αποτελεσματικά δικαιώματα. Το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι μόνο αρμόδιο για την ερμηνεία των διατάξεων της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της. Ωστόσο, σημείωσε ότι ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει τα κράτη μέλη, κυρίως στο πλαίσιο της Σύμβασης Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC) και τη Συμφωνία των Παρισίων του 2015 και υπό το φως των συναρπαστικών επιστημονικών συμβουλών που παρέχονται, ειδικότερα, από την

Διακυβερνητική Ομάδα για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), τα κράτη πρέπει να λάβουν τα μέτρα που στοχεύουν στην αποτροπή αύξησης των συγκεντρώσεων GHG στη Γη και την αποτροπή της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας πέρα από τα επίπεδα που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές και μη αναστρέψιμες δυσμενείς επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με το άρθρο 8. Ο αποτελεσματικός σεβασμός αυτών των δικαιωμάτων απαιτεί από τα κράτη να λάβουν μέτρα για τη μείωση των επιπέδων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με σκοπό την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας, καταρχήν εντός των επόμενων τριών δεκαετιών. Από αυτή την άποψη, τα κράτη πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή σχετικούς στόχους και χρονοδιαγράμματα, τα οποία πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εγχώριου ρυθμιστικού πλαισίου, ως βάση για μέτρα μετριασμού. Όσον αφορά την καταγγελία της αιτούσας ένωσης σε σχέση με την Ελβετία, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν κρίσιμα κενά στη διαδικασία θέσπισης του σχετικού εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένης της αποτυχίας των ελβετικών αρχών να ποσοτικοποιήσουν, μέσω προϋπολογισμού άνθρακα ή εθνικών στόχων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG). Επιπλέον, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Ελβετία είχε αποτύχει στο παρελθόν να επιτύχει τους προηγούμενους στόχους μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Οι ελβετικές αρχές δεν είχαν ενεργήσει έγκαιρα και με τον κατάλληλο τρόπο για να επινοήσουν και να εφαρμόσουν τη σχετική νομοθεσία και τα μέτρα σύμφωνα με τις θετικές υποχρεώσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 8 της Συνθήκης, οι οποίες ήταν συναφείς στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής. Ως εκ τούτου, η Ελβετική Συνομοσπονδία είχε υπερβεί τη διακριτική της ευχέρεια («περιθώριο εκτίμησης») και παρέλειψε να συμμορφωθεί με τα καθήκοντά της ως προς αυτό. Ως εκ τούτου, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης εφαρμόζεται στην καταγγελία της αιτούσας ένωσης, στο μέτρο που αφορούσε την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων μετριασμού σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, επαναλαμβάνοντας την ιδιαίτερη σημασία της συλλογικής δράσης στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής.  Ο αιτών σύλλογος είχε την ιδιότητα του θύματος σύμφωνα με αυτή τη διάταξη, ενώ, για λόγους παρόμοιους με εκείνους της αξιολόγησης βάσει του άρθρου 8, οι μεμονωμένοι αιτούντες δεν είχαν αυτή την ιδιότητα. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων είχαν επιδιώξει να διακρίνουν το ζήτημα της ατομικής προστασίας από καταγγελίες γενικού δημόσιου συμφέροντος (actio popularis), όπως ότι μόνο η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων ήταν εγγυημένη σύμφωνα με το άρθρο 25α του ομοσπονδιακού νόμου για τη διοικητική διαδικασία. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόρριψη της νομικής αγωγής της αιτούσας ένωσης, πρώτα από μια διοικητική αρχή, την DETEC, και στη συνέχεια από τα εθνικά δικαστήρια σε δύο επίπεδα δικαιοδοσίας, ισοδυναμούσε με παρέμβαση στο δικαίωμα πρόσβασής τους σε δικαστήριο. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν είχαν παράσχει πειστικούς λόγους και κατάφεραν να δεχτούν λαμβάνοντας υπόψη τα επιτακτικά επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την κλιματική αλλαγή και δεν είχε λάβει τα σοβαρά παράπονα του συλλόγου. Καθώς δεν υπήρχαν περαιτέρω νομικοί δρόμοι ή διασφαλίσεις στη διάθεση της αιτούσας ένωσης, ή μεμονωμένων αιτούντων/μελών της ένωσης, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης.

Το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητο να τονίσει τον βασικό ρόλο που διαδραματίζουν τα εθνικά δικαστήρια στην κλιματική αλλαγή και τόνισε τη σημασία της πρόσβασης στη δικαιοσύνη σε αυτόν τον τομέα. Επιπλέον, δεδομένου των αρχών ης κοινής ευθύνης και της επικουρικότητας, εναπόκειτο κυρίως στις εθνικές αρχές, μεταξύ των οποίων τα δικαστήρια, για να εξασφαλίσουν την τήρηση των υποχρεώσεων της Σύμβασης.

 

αγ) Carême κατά Γαλλίας (αρ. 7189/21)

Αυτή η υπόθεση αφορά μια καταγγελία από έναν κάτοικο και πρώην δήμαρχο του δήμου Grande-Synthe, ο οποίος υποστηρίζει ότι η Γαλλία δεν έχει λάβει επαρκή μέτρα για να αποτρέψει την κλιματική αλλαγή και ότι αυτή η αποτυχία συνεπάγεται παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή (άρθρο 2 της Σύμβασης) και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 της Σύμβασης). Η αίτηση κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 2021. Το Τμήμα στο οποίο είχε ανατεθεί η υπόθεση παραιτήθηκε από τη δικαιοδοσία του υπέρ του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως στις 31 Μαΐου 2022[33].

Το Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτη την αίτηση, με την αιτιολογία ότι ο αιτών δεν είχε την ιδιότητα του θύματος κατά την έννοια του άρθρου 34 της Σύμβασης.

 

  1. Συνοπτικά συμπεράσματα

Συμπεραίνεται ευκόλως ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ για ζητήματα κλιματικής αλλαγής τελεί υπό σαφή ωρίμαση. Η κλιματική αλλαγή θίγει δικαιώματα των προσφευγόντων, όπως η ζωή, η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή κλπ.[34] Οι αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή υπόκεινται σε εκθετική αύξηση ανάλογα με τον βαθμό της κλιματικής αλλαγής που τελικά λαμβάνει χώρα. Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι μηχανισμοί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (οι ειδικές διαδικασίες, τα όργανα της Συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και η Παγκόσμια Περιοδική Αναθεώρηση) και το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα προσπάθησαν να επιστήσουν εκ νέου την προσοχή στα ανθρώπινα δικαιώματα και την κλιματική αλλαγή μέσω σειράς ψηφισμάτων, εκθέσεων και δραστηριοτήτων σχετικά με το θέμα, και υποστηρίζοντας μια προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα για την κλιματική αλλαγή, η οποία διέπεται από ολιστικό πνεύμα, με τη θεώρηση του πλανήτη ως ενιαίου συστήματος[35]. Το προοίμιο της Συμφωνίας των Παρισίων στη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή καθιστά σαφές ότι όλα τα κράτη «θα πρέπει, όταν αναλαμβάνουν δράση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, να σέβονται, να προωθούν και να λαμβάνουν υπόψη τις αντίστοιχες υποχρεώσεις τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα». Όπως τόνισε το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι ζωτικής σημασίας να εφαρμοστεί μια προσέγγιση βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα για τη διαμόρφωση και υλοποίηση παγκόσμιων πολιτικών και μέτρων που έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής[36].

Όπως υποστηρίζει ο A. Giddens, δεν διαθέτουμε ακόμα μια ενδελεχή ανάλυση για τις πολιτικές καινοτομίες των κρατών για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης, στη βάση και της ενίσχυσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Καταρχάς, εκκινεί από τη σκέψη πως και η έννοια του «κράτους» περιλαμβάνει πολλαπλά επίπεδα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων, των περιφερειών και των τοπικών κυβερνήσεων (π.χ. στις ΗΠΑ). Η έννοια του «προοπτικού σχεδιασμού» έχει ενταχθεί στη σκέψη του, καθώς και η ιδέα του «διασφαλίζοντος κράτους»[37]. Ωστόσο, όλα τα σενάρια αναγκαστικά λαμβάνουν υπόψη την αβεβαιότητα και το ρίσκο.

Οι έννοιες «οικολογική σοφία», «κοινωνική δικαιοσύνη», «συμμετοχική δημοκρατία», «βιωσιμότητα», «σεβασμός στην ποικιλότητα» έχουν ανάγκη από σαφή εξειδίκευση στο πεδίο της κλιματικής αλλαγής. Έτσι, η περιβαλλοντική βιωσιμότητα εξειδικεύεται επί τη βάσει πέντε στοιχείων: της κατάστασης οικολογικών συστημάτων, των πιέσεων των στοιχείων, της επίδρασης αυτής της σύγκρουσης στην ανθρώπινη κοινωνία και της ικανότητας ανάπτυξης διαχειριστικών μηχανισμών των παγκόσμιων δημόσιων αγαθών. Η κλιματική αλλαγή μπορεί να ιδωθεί ως «πολιτικό συμβόλαιο», που απαιτεί, όμως, τη γενίκευση σε όλα τα κράτη για να ευδοκιμήσει.

Αλλά ανεξαρτήτως της διεθνούς πολιτικής, εξίσου σημαίνουσα αναδεικνύεται και η εγχώρια πολιτική, με την υιοθέτηση μιας προσέγγισης ερειδόμενης στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τα βασικά χαρακτηριστικά μιας προσέγγισης που βασίζεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και που κατά την παρούσα πρόταση μπορούν να υιοθετηθούν και από το ΕΔΔΑ είναι ότι, καθώς διαμορφώνονται πολιτικές και προγράμματα, ο κύριος στόχος πρέπει να είναι η εκπλήρωση του περιεχομένου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ώστε όλοι να τα απολαμβάνουν. Τούτο προϋποθέτει τη διέλευση από τα κάτωθι στάδια:

  1. Πρέπει να προσδιοριστούν οι φορείς δικαιωμάτων και τα κατ’ ιδίαν δικαιώματά τους, καθώς και οι αντίστοιχοι υπεύθυνοι και οι υποχρεώσεις τους, προκειμένου να βρεθούν τρόποι ενίσχυσης των ικανοτήτων των κατόχων δικαιωμάτων να υποβάλουν τις αξιώσεις τους και των δικαιούχων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Αντιστρόφως, πρέπει να προσδιοριστούν και οι φορείς υποχρεώσεων[38].
  2. Οι αρχές και τα πρότυπα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – ιδίως η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και οι βασικές παγκόσμιες συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα πρέπει να καθοδηγούν όλες τις πολιτικές και τον προγραμματισμό σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας.
  3. Τα επιμέρους λαμβανόμενα και υλοποιούμενα μέτρα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής πρέπει να συμμορφώνονται με τις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  4. Εγκυμονούνται ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν σχετικά με τον βαθμό στον οποίο η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή αποτελεί η ίδια παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[39].
  5. Είναι πλέον γενικά αποδεκτό ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα επιβάλλουν την υποχρέωση στα κράτη όχι μόνο να σέβονται αυτά τα δικαιώματα αλλά και να τα προστατεύουν και να τα εκπληρώνουν, παρέχοντας έναν υψηλό βαθμό περιβαλλοντικής προστασίας[40]. Για να παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, δεν είναι απαραίτητο το ίδιο το κράτος να παρεμβαίνει στα δικαιώματα των ανθρώπων μέσω των δικών του ενεργειών: καταρχήν, μια παραβίαση μπορεί επίσης να συμβεί, εάν το κράτος δεν εκπληρώσει το καθήκον του να προστατεύσει τους ανθρώπους από παραβιάσεις τρίτων. Οι Κατευθυντήριες Αρχές του ΟΗΕ για τις Επιχειρήσεις και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα επιβεβαιώνουν ότι τα κράτη έχουν καθήκον να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα από απειλές από οικονομικούς παράγοντες, ενώ οι οικονομικοί φορείς (ιδιωτικοί φορείς) έχουν καθήκον να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα[41]. Επιπλέον, ενδέχεται να γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης, εάν τα ανθρώπινα δικαιώματα παραβιάζονται από τις ενέργειες των οικονομικών παραγόντων, πάντοτε με την κατάφαση της ζημίας και του απαιτούμενου αιτιώδους συνδέσμου.
  6. Η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής σε διεθνές επίπεδο με μέσα του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς διπλωματίας δεν απαλλάσσει το κράτος από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει ατομικά, ιδωμένο ως μονάδα[42].
  7. Τα δικαιώματα στο δίκαιο της κλιματικής αλλαγής αποκτούν μία διαχρονική, διαγενεακή διάσταση, η οποία είναι αυξημένη σε σχέση με το κλασικό συνταγματικό δίκαιο των θεμελιωδών ελευθεριών.

Κομβική παραμένει στη σχετική βιβλιογραφία η έμπνευση άλλων αποφάσεων από τη νομολογία του ΕΔΔΑ γενικώς περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η λεγόμενη απόφαση Urgenda (συναντάται συχνά και ως Urgenta)[43] μνημονεύεται από πληθώρα πηγών, άρθρων, μελετών και συγγραμμάτων σχετικών με την κλιματική αλλαγή.

Η Ολλανδία είχε δεσμευτεί να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από τα επίπεδα του 1990 κατά 49% έως το 2030 με διάφορους ενδιάμεσους στόχους. Ωστόσο, η Ολλανδική Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Αξιολόγησης έκρινε ότι η χώρα δεν θα κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους της για το 2020. Το 2012 ο Ολλανδός δικηγόρος Roger Cox τάχθηκε υπέρ της δικαστικής παρέμβασης για την αναγκαστική δράση κατά της κλιματικής αλλαγής. Το 2013 το Ίδρυμα Urgenda, με 900 συνενάγοντες, κατέθεσε αγωγή κατά της κυβέρνησης της Ολλανδίας «για τη μη λήψη επαρκών μέτρων για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν επικίνδυνη κλιματική αλλαγή». Το 2015 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Χάγης αποφάσισε ότι η κυβέρνηση της Ολλανδίας πρέπει να προβεί σε περαιτέρω θετικές ενέργειες,  για να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, προκειμένου να προστατεύσει τους πολίτες της από την κλιματική αλλαγή (υπόθεση Urgenda). Περιγράφηκε ως «κρίση που δημιούργησε νομολογιακό προηγούμενο» και ως «η πρώτη υπόθεση για την κλιματική ευθύνη στον κόσμο»[44].

Επί της ουσίας, το Δικαστήριο δέχεται ότι απαιτούνται προληπτικά μέτρα, ακόμα και αν η υλοποίησή τους κρίνεται αβέβαιη. Κάθε χώρα είναι υπεύθυνη για το δικό της μερίδιο, επανεξετάζεται η πολιτική του κράτους και αυτή εξευρίσκεται ανεπαρκής από το Δικαστήριο.  Το Supreme Court δέχεται παραβίαση των άρθρων 2 και 8 της ΕΣΔΑ. Η απόφαση συνιστά βάση για παραβίαση θετικού καθήκοντος, εντάσσεται δε στην κοινή ερμηνευτική μέθοδο του ΕΔΔΑ.

Στο πλαίσιο, όμως, του culture justification, το δικαστήριο δεν διευκρίνισε ακριβώς το ποσοστό που πρέπει να μειωθούν οι εκπομπές των αερίων.

Σημαντικό, ωστόσο, παραμένει πως νομολογήθηκε ότι θεμελιώνονται θετικές υποχρεώσεις των κρατών να αναλάβουν συγκεκριμένη δράση για την κλιματική αλλαγή. Η απόφαση αυτή στη νομική θεωρία αλλού επικροτήθηκε και αλλού κατακρίθηκε, αφού το δικαστήριο πραγματοποιεί σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Σημαίνον είναι και το ζήτημα των ορίων του δικαστικού ελέγχου, που διατρέχει όλο το δίκαιο για την κλιματική αλλαγή[45].

Σύμφωνα με τον James Thornton, διευθύνοντα σύμβουλο της Client Earth, «Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι βασίζεται στην ουσία στην καθιερωμένη επιστήμη και την αρχαία αρχή του καθήκοντος φροντίδας μιας κυβέρνησης. Αυτή η συλλογιστική ισχύει σε οποιοδήποτε νομικό σύστημα και σίγουρα θα χρησιμοποιηθεί από τα δικαστήρια σε άλλες χώρες»[46], ρήση που αποδείχτηκε προφητική.

Το 2019 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ολλανδίας επικύρωσε την απόφαση επί της έφεσης. Έτσι, επιβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση πρέπει να μειώσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 25% από τα επίπεδα του 1990 έως το τέλος του 2020, με βάση την αυτονόητη θεώρηση ότι η κλιματική αλλαγή ενέχει κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

Το Εφετείο της Χάγης αποφάσισε υπέρ των προσφευγόντων και διέταξε την ολλανδική κυβέρνηση να λάβει πιο αποτελεσματικά μέτρα για την κλιματική αλλαγή. Η απόφαση απαιτεί από την κυβέρνηση να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 25% έως το 2020.

Το πιο σημαντικό σημείο στην υπόθεση Urgenda είναι η νομική βάση της απόφασης του δικαστηρίου, που δεν ήταν άλλη από το επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας του κράτους: Το δικαστήριο θεώρησε ότι ο ανεπαρκής μετριασμός της κλιματικής αλλαγής αποτελεί επικίνδυνη παραβίαση αυτού του καθήκοντος. Ένα ιδιαίτερα αξιοσημείωτο σημείο είναι ότι το δικαστήριο θεώρησε ότι η τρέχουσα κατάσταση της έρευνας για το κλίμα επιβάλλει στο κράτος συγκεκριμένες (θετικές) υποχρεώσεις για δράση[47]. Θεώρησε ότι, από νομική άποψη, το καθήκον της κυβέρνησης να αποτρέψει τις κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν τη ζωή και την υγεία υπαγορεύει την υιοθέτηση μιας οδού μείωσης των εκπομπών,  προσαρμοσμένης στον στόχο δύο βαθμών που καθορίζει η IPCC. Η απόφαση ελήφθη πριν από τη δημοσίευση της Ειδικής Έκθεσης της IPCC που συνιστά ξεκάθαρα στόχο 1,5 βαθμού. Διερωτάται, λοιπόν, ευλόγως κανείς: Αν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχε προχωρήσει η απόφαση ακόμη παραπέρα;[48]

Η απόφαση είναι σημαντική,  καθώς καταδεικνύει πώς ένα δικαστήριο μπορεί να καθορίσει τις ευθύνες ενός μεμονωμένου κράτους, παρά το γεγονός ότι η κλιματική αλλαγή προκαλείται από πολλούς άλλους παράγοντες που μοιράζονται την ευθύνη για τις επιβλαβείς επιπτώσεις της. Σε όλο τον κόσμο εξαπλώνεται μία κίνηση κατάθεσης δικογράφων για τη δικαστική αναγνώριση της νομικής ευθύνης στους φορείς που συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή. Η απόφαση Urgenda, η οποία έχει θεωρηθεί ως η «ισχυρότερη» από όλες, καθιστά σαφές ότι το γεγονός πως ένα κράτος συνεισφέρει σε μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με πολλούς άλλους παράγοντες δεν αποκλείει την ατομική του ευθύνη. Η απόφαση περιέχει σημαντικές προτάσεις στις οποίες μπορούν να βασιστούν οι προσφεύγοντες και τα δικαστήρια σε παρόμοιες υποθέσεις.

Η διαδικασία σε όλες τις περιπτώσεις διέπεται από τον ολλανδικό αστικό κώδικα και τον ολλανδικό κώδικα πολιτικής δικονομίας. Επιπλέον, οι διατάξεις του ολλανδικού συνταγματικού δικαίου σχετικά με την επίδραση του διεθνούς δικαίου στην εσωτερική έννομη τάξη ήταν πολύ σημαντικές. Η απόφαση αναδεικνύει και το ιδιωτικό δίκαιο της κλιματικής αλλαγής που τελεί σε αλληλεξάρτηση με το δημόσιο-συνταγματικό. Τονίζουμε τρεις σχετικές πτυχές αυτού του ολλανδικού νομικού πλαισίου:

Πρώτον, η Urgenda είχε το δικαίωμα να υποβάλει αξίωση συλλογικής αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 3:305 του ολλανδικού Αστικού Κώδικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι τα συμφέροντα των κατοίκων της Ολλανδίας σε σχέση με την κλιματική αλλαγή είναι επαρκώς πανομοιότυπα και μπορούν να «ομαδοποιηθούν», έτσι ώστε η νομική προστασία με συλλογική αγωγή να είναι πιο αποτελεσματική. Διαπίστωσε ότι αυτό υποστηρίχθηκε επίσης από τη Σύμβαση του Άαρχους.

Δεύτερον, σύμφωνα με τους κανόνες του ολλανδικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τα δικαστήρια θα μπορούσαν να θεωρήσουν δεδομένα εκείνα τα γεγονότα στα οποία συμφωνούν οι διάδικοι και γεγονότα που παρουσιάζονται από το ένα μέρος και δεν αμφισβητούνται (επαρκώς) από το άλλο. Δεδομένου ότι το ολλανδικό κράτος συμφώνησε με την Urgenda πως η κλιματική αλλαγή παρουσίαζε σοβαρούς κινδύνους, τα δικαστήρια δεν χρειάστηκε να λάβουν απόφαση για αυτά τα γεγονότα.

Τρίτον, σε όλη τη διαδικασία το διεθνές δίκαιο διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Βάσει του άρθρου 93 του ολλανδικού Συντάγματος, διατάξεις του διεθνούς δικαίου οι οποίες μπορεί να είναι «δεσμευτικές για κάθε πρόσωπο» εφαρμόζονται άμεσα στην εθνική έννομη τάξη. Το Εφετείο και το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισαν την άμεση επίδραση της ΕΣΔΑ, στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί και η Urgenda. Άλλοι κανόνες που ενέπνευσαν το Δικαστήριο περιελάμβαναν τη Σύμβαση Πλαίσιο του 1992, τη Συμφωνία των Παρισίων του 2015, την υποχρέωση άσκησης δέουσας επιμέλειας για την πρόληψη σημαντικών διασυνοριακών ζημιών και την αρχή της προφύλαξης.

 

[1] Βλ. γενικώς, Π. Γαλάνη, Δίκαιο για την κλιματική αλλαγή, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2023, 231 επ.

[2] Βλ. ενδεικτικά ΟλΣτΕ 1672/2005.

[3] Υπό την επήρεια μεταξύ άλλων και του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης, όπου το αντίστοιχο ιδεολογικό τρίπτυχο είναι σαφώς παρεμφερές: «προστασία-ανάπτυξη-συνοχή» Στην περίπτωση της αειφόρου ανάπτυξης διαφαίνεται ότι το μεν αξιακό-ποιοτικό και «φαντασιακό» ρεύμα ευνοεί τη θεώρησή της ως στόχο ή κατευθυντήριο κανόνα, ενώ το επιστημονικό-ποσοτικό και «συμβολικό» ευνοεί τη θεώρησή της ως sui generis νομικής αρχής. Όπως πάντως και να έχει το θέμα, η αειφόρος ανάπτυξη συνιστά αναντίρρητα μια αιχμηρή πρόκληση για το δίκαιο και ιδιαίτερα τη θεωρία που συνοδεύει τη νομική πλαισίωση του περιβαλλοντικού προβλήματος, από την αντιμετώπιση εξάλλου του οποίου θα κριθεί τελικώς η αξία της.

[4] L. Sohn, E. Brown Weiss. “Intergenerational Equity in International Law.” Proceedings of the Annual Meeting (American Society of International Law), vol. 81, 1987, 126-133. JSTOR, www.jstor.org/stable/25658355. Accessed 1 May 2021.

[5] Αντλούμενο και από άλλους κλάδους δικαίου, λ.χ. το Κληρονομικό Δίκαιο.

[6] Η θεώρηση του public trust για τα περιβαλλοντικά ζητήματα δικαιολογεί το συναφές ευρύτατο έννομο συμφέρον που δέχεται πολλάκις η εθνική και ενωσιακή νομολογία, Κ. Manahan, “The Constitutional Public Trust Doctrine” Environmental Law, vol. 49, no. 1, 2019, 263-305. JSTOR, www.jstor.org/stable/26794285. Accessed 23 Apr. 2021.

[7] L. Sohn, E. Brown Weiss, ό.π., 130.

[8] Βλ. ΕΔΔΑ, Hatton and others κ. Ηνωμένου Βασιλείου, 8.7.2003 (αρ. προσφ. 36022/97)

[9] Ε. Gibbons, “Climate Change, Children’s Rights, and the Pursuit of Intergenerational Climate Justice.” Health and Human Rights, vol. 16, no. 1, 2014, 19-31. JSTOR, www.jstor.org/stable/healhumarigh.16.1.19. Accessed 29 Apr. 2021., A. Dupont, “The Strategic Implications of Climate Change”, Survival, vol. 50, issue 3, 2008, 46.

[10] Ε.Κ. Αναστοπούλου, Π. Γαλάνης, Δ. Μπατσούλας, Επιλεγμένα Θέματα Συνταγματικών Δικαιωμάτων, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 2021, 32.

[11] M.E. Guy, S.A. McCandless. “Social Equity: Its Legacy, Its Promise.” Public Administration Review, vol. 72, 2012, S5-S13., www.jstor.org/stable/41688032. Accessed 6 May 2021.

[12] Πρβλ. στην παρ’ ημίν νομολογία τις: ΣτΕ 1525-1541/1981, 2242/1994 κλπ.

[13] K. Vibhute ENVIRONMENT, PRESENT AND FUTURE GENERATIONS : INTERGENERATIONAL EQUITY, JUSTICE AND RESPONSIBILITY. Journal of the Indian Law Institute, 39(2/4), 281-288.

[14] Βλ. και Π. Πικραμμένο, Η Κλιματική Δίκη: Μια καθοριστική εξέλιξη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής σε: Το Βιώσιμο Κράτος, Τιμ. Τόμος Κ. Σακελλαροπούλου, εκδ. Σάκκουλα, 2022.

[15] Μ. Γαβουνέλη σε: Κλιματική Κρίση και Δίκαιο, 2022, εκδ. Σάκκουλα, 31.

[16] M. Dellinger, See you in court: Around the World in Eight Climate Change Lawsuits, William and Mary Environmental Law and Policy Review, 42, 525-551.

[17] Ε. Δούση, Διεθνές δίκαιο και διπλωματία της κλιματικής αλλαγής, 2020, εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη, 114.

[18] Carbon Majors θεωρούνται οι Μεγάλοι Ρυπαίνοντες.

[19] J. Setzer, C. Higham, Global Trends in climate change litigation, 2021 snapshot, London, Gratham Research Institute on Climate Change and the Environment and Centre for Climate Change Economics and Policy, LSE, 2021.

[20] Β. Καραγεώργου, Κλιματική αλλαγή και ανθρώπινα δικαιώματα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων: Μια νέα εντεινόμενη τάση ως αφετηρία για καινοτομικές προσεγγίσεις, σε: Τιμ. Τόμος Κ. Σακελλαροπούλου, Το Βιώσιμο Κράτος, εκδ. Σάκκουλα, 2022.

[21] C. Pandey, “Managing Climate Change: Shifting Roles for NGOs in the Climate Negotiations.” Environmental Values, vol. 24, no. 6, 2015, 799-824. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/43695280. Accessed 13 Aug. 2022.

[22] American Electric Power Co. v. Connecticut, https://www.oyez.org/cases/2010/10-174.

[23]Greenpeace Nordic and others v. USA, http://climatecasechart.com/non-us-case/greenpeace-nordic-assn-and-nature-youth-v-norway-ministry-of-petroleum-and-energy/.

[24] Juliana v. USA, http://climatecasechart.com/case/juliana-v-united-states/.

[25] ΔΕΕ, Υπόθ. C-565/19P, Απόφ. της 25ης Μαρτίου 2021, ECLI:EU:C:2021:252.

[26] https://www.echr.coe.int/w/grand-chamber-rulings-in-the-climate-change-cases. Press release: Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others v. Switzerland, Press release: Carême v. France, Press release: Duarte Agostinho and Others v. Portugal and 32 Others.

[27] Duarte Agostinho and others v. Portugal et. al., http://climatecasechart.com/non-us-case/youth-for-climate-justice-v-austria-et-al/.

[28] ΕΔΔΑ, Duarte Agostinho and Others κ. Πορτογαλίας κλπ. (αρ προσφ. 39371/20).

[29] ΕΔΔΑ, Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others κ. Ελβετίας (αρ. προσφ. 53600/20).
[30] Association of Swiss Senior Women for Climate Protection v. Federal Department of the Environment Transport, Energy and Communications (DETEC) and Others, Απόφαση της 5/5/2020, http://climatecasechart.com/non-us-case/union-of-swiss-senior-women-for-climate-protection-v-swiss-federal-parliament/.
[31] ΕΔΔΑ, Lambert και λοιποί κ. Γαλλίας, 24.8.1998 (αρ. προσφ. 23618/94).

[32] ΕΔΔΑ, Balmer-Schafroth and Others κ. Ελβετίας, 26.8.1997 (αρ. προσφ. 22110/93).

[33] ΕΔΔΑ, Carême κ. Γαλλίας (αρ. προσφ. 7189/21).

[34] D. Shelton, What Happened in Rio to Human Rights? – Yearbook of International Environmental Law (1992) 3 (1): 75-93 doi:10.1093/yiel/3.1.75, http://yielaw.oxfordjournals.org.

[35] RAND Corporation. Systemic Risk: It’s Not Just in the Financial Sector. RAND Corporation, 2020. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/resrep24271. Accessed 4 Aug. 2022.

[36] S. Roos, “Climate Change and Human Rights: What Follows for Corporate Human Rights Responsibility?” Climate Change: International Law and Global Governance: Volume I: Legal Responses and Global Responsibility, edited by Oliver C. Ruppel et al., 1st ed., Nomos Verlagsgesellschaft mbH, 2013, 299-322. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/j.ctv941w8s.15. Accessed 13Aug. 2022.

[37] A. Giddens, Η πολιτική των κλιματικών αλλαγών, εκδ. Μεταίχμιο, 2009, 56-58.

[38] Μ. Robinson, “Justice, Human Rights, and Climate Change.” The Fletcher Forum of World Affairs, vol. 39, no. 2, 2015, 9-12. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/45290144. Accessed 6 Aug. 2022.

[39] J. Gallen. “Between Rhetoric and Reality: Ten Years of the United Nations Human Rights Council.” Irish Studies in International Affairs, vol. 27, 2016, 125-43. JSTOR, https://doi.org/10.3318/isia.2016.27.2. Accessed 9 Aug. 2022. Βλ. για την Ελλάδα την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα της διαΝΕΟσις για την κλιματική αλλαγή/κρίση στην Ελλάδα, https://www.dianeosis.org/research/climate_change/, Έκθεση του Green Tank με τίτλο «Ο ρόλος της νεολαίας στη Δίκαιη Μετάβαση: Η περίπτωση της Δυτικής Μακεδονίας», Οκτώβριος 2022, https://thegreentank.gr/wp-content/uploads/2022/10/202210_TheGreenTank_YouthReport_EL.pdf, Accessed 10 October 2022.

[40] Πρβλ. και το άρθρο 191 ΣΛΕΕ, που καθιερώνει ως γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου περιβάλλοντος ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος.

[41] S. Nanthini, T. Nair, Framing Climate Change: The Need for a Human Security Perspective. S. Rajaratnam School of International Studies, 2021. JSTOR, http://www.jstor.org/stable/resrep36218. Accessed 6 Aug. 2022.

[42] Α. Ηλιάδου σε: Εταιρεία Διοικητικών Μελετών, ό.π., 22.

[43] State of the Netherlands v. Urgenda Foundation, ECLI:NL:HR:2019:200.

[44] De Graaf, J. H. Jans. “The Urgenda Decision: Netherlands Liable for Role in Causing Dangerous Global Climate Change.” Journal of Environmental Law, vol. 27, no. 3, 2015, 517-27.

[45] Κ. Καλλικάκη, Απόφαση “URGENTA”: Μια νέα προοπτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής; ΠερΔικ 2/2017, 213.

[46] S. Roy, “Urgenda II and Its Discontents.” Carbon & Climate Law Review, vol. 13, no. 2, 2019, 130-41.

[47] De Jong, R. Elbert, “Dutch State Ordered to Cut Carbon Emissions.” European Journal of Risk Regulation, vol. 6, no. 3, 2015, 448-53.

[48] M. Zemel, “THE RISE OF RIGHTS-BASED CLIMATE LITIGATION AND GERMANY’S SUSCEPTIBILITY TO SUIT.” Fordham Environmental Law Review, vol. 29, no. 3, 2018, 484-527.

Το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο για την Κλιματική Κρίση. Μια ιδιαίτερα θετική εξέλιξη της πρόσφατης νομολογίας του ΕΔΔΑ

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος*

 Η Επιστημονική Κοινότητα επισήμανε εγκαίρως ότι πολύμορφες και πολυσύνθετες ανθρωπογενείς παρεμβάσεις, κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, έχουν προκαλέσει μιαν, επίσης ανθρωπογενούς προέλευσης, ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση του Κλίματος, σηματοδοτώντας  ταυτοχρόνως την επικίνδυνη μετάβαση από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση. Συγκεκριμένα, «προφητικά» ο Svante Arrhenius[1] υπολόγισε, περί τα τέλη του 19ου αιώνα, ότι τυχόν διπλασιασμός του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα του Πλανήτη θα οδηγούσε στο φαινόμενο της «Θερμής Οικίας» («Hot House»), κατά το οποίο η μέση θερμοκρασία σε αυτή θ’ αυξηθεί περισσότερο από 2 βαθμούς Κελσίου.  Κατά τον 20ό αιώνα η ως άνω θεωρία ονομάσθηκε «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου».  Kαι έχει ήδη αποδειχθεί ότι τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα -που είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες του θερμορυθμιστικού συστήματος της Γης- έχουν αυξηθεί περισσότερο από 25%.  Η τάση δε αυτή, παγκοσμίως, παραμένει ανησυχητικώς αυξητική. Ο Καθηγητής Paul Crutzen[2] ονόμασε την προμνημονευόμενη περίοδο «Ανθρωπόκαινο» (Anthropocène»). Λέξη  σύνθετη,  την οποία συναποτελούν οι επιμέρους λέξεις «άνθρωπος» και «καινός» και η οποία σημαίνει, κατ’ ουσία, την «πρόσφατη περίοδο»[3].  Κατά την περίοδο αυτή η συχνότητα εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων εντείνεται μ’ εντυπωσιακό ρυθμό, εξ ου και η «επιβαρυντική μετάβαση» από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση. Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι οποίες έχουν αρχίσει να διεξάγονται με αξιόπιστο τρόπο από το 1850, ο Πλανήτης έζησε κατά την τελευταία δεκαετία τα πέντε πιο θερμά έτη της μεταβιομηχανικής εποχής, με το 2023 να είναι το θερμότερο όλων.  Τις μετρήσεις αυτές επιβεβαίωσε και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής «Copernicus»[4].  Παρά την κατά τα προεκτεθέντα έγκαιρη προειδοποίηση της Επιστημονικής Κοινότητας, η θεσμική αντιμετώπιση της «προ των πυλών» Κλιματικής Κρίσης καθυστέρησε δραματικά, δοθέντος ότι εν προκειμένω και η Διεθνής Κοινότητα και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν μάλλον ακολουθήσει μια –βεβαίως με τις μεταξύ τους διαφορές- τακτική «Επιμηθέων». Ειδικότερα:

 

  1. I. Tα δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου για το Περιβάλλον[5]

Έως την δεκαετία του  ΄70, τα θέματα του Περιβάλλοντος γενικότερα, και κατ’ εξοχήν εκείνα της Κλιματικής Αλλαγής στην πορεία της προς την Κλιματική Κρίση, δεν είχαν απασχολήσει, από πλευράς θεσμικής-κανονιστικής ρύθμισης, την Διεθνή Κοινότητα.  Κατά συνέπεια, το εν γένει Διεθνές Δίκαιο τα «αγνοούσε»[6]. Αυτό οφείλεται στο ότι τα έως τότε τα περιβαλλοντικά ζητήματα εθεωρούντο, διαχρονικώς, τοπικά ή και περιφερειακά, ως εμφανιζόμενα μόνο σε περιοχές μ’ έντονη βιομηχανική δραστηριότητα και ανάπτυξη[7],[8].

  1. Το πρώτον η Διεθνής Κοινότητα ασχολήθηκε θεσμικώς με θέματα περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος στο τέλος της δεκαετίας του ΄60, κατά την «Διάσκεψη για την Βιόσφαιρα»[9], η οποία διοργανώθηκε υπό την αιγίδα της UNESCO και τα συμπεράσματά της εντάχθηκαν στην έκθεση με τίτλο «Προβλήματα του Ανθρωπογενούς Περιβάλλοντος»,  που δημοσιεύθηκε το 1969. Επρόκειτο για την πρώτη σοβαρή προειδοποίηση για τον επερχόμενο κίνδυνο της βαθιάς περιβαλλοντικής κρίσης, η αντιμετώπιση του οποίου έπρεπε να γίνει χωρίς χρονοτριβή[10]. Σημαντικός επόμενος σταθμός ήταν η έκθεση της «Λέσχης της Ρώμης» για τα όρια της ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύθηκε το 1972 και ήταν η πρώτη τεκμηριωμένη αναφορά ως προς την ευθεία σύνδεση της Παγκόσμιας Οικονομίας με την ραγδαία υποβάθμιση του Περιβάλλοντος[11]. Την ίδια χρονιά, και για πρώτη φορά ύστερα από πρωτοβουλία του ΟΗΕ, συνήλθε, μεταξύ 5.6-16.6.1972, η Διάσκεψη της Στοκχόλμης, με την συμμετοχή 113 Κρατών[12],[13]. Η Διάσκεψη της Στοκχόλμης κατέληξε σε μια διακήρυξη 26 αρχών που βασίζονται στο ότι η Προστασία του Περιβάλλοντος αντιμετωπίζεται εφεξής ως «ζέον» ζήτημα διεθνούς ενδιαφέροντος και χρήζει ανάλογης κανονιστικής ρύθμισης από πλευράς Διεθνούς Δικαίου.  Το κείμενο αυτό -το οποίο συνέθεταν ειδικό σχέδιο δράσης και 106 συστάσεις- καίτοι μη δεσμευτικό αποτέλεσε την «αντηρίδα» για το μετέπειτα πλέγμα των κανόνων Διεθνούς Δικαίου αναφορικά με το Περιβάλλον[14].
  2. Η πρώτη συστηματική και αρκούντως πλήρης προσπάθεια κανονιστικής παρέμβασης μέσω του Διεθνούς Δικαίου για την αποτελεσματική μείωση των επιπτώσεων της Κλιματικής Κρίσης καταβλήθηκε το 1990 όταν και θεσμοθετήθηκε, με πρωτοβουλία του ΟΗΕ, η «Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος». Με την σύνταξη της πρώτης, μόλις, Έκθεσης της Επιτροπής αυτής, το 1990, συγκλήθηκε δύο χρόνια μετά, το 1992, η «Σύνοδος Κορυφής της Γης» στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Ήταν τότε που υπογράφηκε εκεί η «Σύμβαση-Πλαίσιο» του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή, ενώ αμέσως μετά ακολούθησαν «Συνεδριάσεις των Μερών» για την πρόοδο εφαρμογής της και για την περαιτέρω θέσπιση νέων, επιτακτικών, περιβαλλοντικών στόχων.  Στην τρίτη «Συνεδρίαση των Μερών», το 1997, υιοθετήθηκε το «Πρωτόκολλο του Κιότο», το οποίο συνιστά και την πρώτη, περισσότερο δεσμευτική, συμφωνία για την μείωση των εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου». Ύστερα από πολλές διακυμάνσεις και παλινωδίες, το «Πρωτόκολλο του Κιότο» υιοθετήθηκε και νομικώς στην «Σύνοδο του Μαρακές», το 2001. Το 2009 οι «Συνεδριάσεις των Μερών» κατέληξαν στο «Σύμφωνο της Κοπεγχάγης», το οποίο καλλιέργησε κάποιες, έστω και περιορισμένες, προσδοκίες. Το σπουδαιότερο όμως είναι ότι το «Σύμφωνο» αυτό προετοίμασε το «Σύμφωνο των Παρισίων», του 2016[15]. Πρόκειται για το πιο σημαντικό κείμενο Διεθνούς Δικαίου αναφορικά με την προστασία του Περιβάλλοντος σε ό,τι αφορά την  Κλιματική Κρίση, δοθέντος μάλιστα ότι έγινε αποδεκτό από 196 ηγέτες Κρατών-Μελών της Διεθνούς Κοινότητας.  Το κεκτημένο του «Συμφώνου των Παρισίων» του 2016  έγκειται στο ότι είναι σήμερα το μόνο νομικώς δεσμευτικό -έστω και σε περιορισμένη, κατά τα προεκτεθέντα, έκταση- σύνολο διατάξεων του Διεθνούς Δικαίου[16]. Σε γενικές γραμμές το «Σύμφωνο των Παρισίων» συνιστά ένα παγκόσμιας εμβέλειας σχέδιο δράσης για τον περιορισμό  της υπερθέρμανσης του Πλανήτη, άρα αποτελεσματικής αντιμετώπισης του «Φαινομένου του Θερμοκηπίου». Επιπλέον, αποτελεί μέρος της Σύμβασης του ΟΗΕ[17] για την Κλιματική Αλλαγή που στοχεύει στην, σε μακροπρόθεσμη βάση, σταθεροποίηση της ανόδου της θερμοκρασίας του Πλανήτη σ’ επίπεδα κάτω των δύο βαθμών Κελσίου.
  3. Τα όσα προεκτέθηκαν καταδεικνύουν ότι και το Διεθνές Δίκαιο του Περιβάλλοντος -όπως και το Διεθνές Δίκαιο εν γένει[18] – παρουσιάζει, από την έποψη της κανονιστικής ισχύος του, σημαντικές ελλείψεις σε ό,τι αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή του στην πράξη. Κάτι το οποίο καθιστά ακόμη περισσότερο δυσοίωνη την προοπτική επαρκούς σεβασμού και των κανόνων εκείνων, οι οποίοι επιδιώκουν την σε παγκόσμια κλίμακα αντιμετώπιση της Κλιματικής Κρίσης. Το κυριότερο μειονέκτημα της κατά τ’ ανωτέρω μειωμένης κανονιστικής «αξιοπιστίας» του Διεθνούς Δικαίου -άρα και του Διεθνούς Δικαίου του Περιβάλλοντος- συνίσταται στην  μειωμένη κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των κανόνων του, ανεξάρτητα από την μορφή που φέρει το κείμενο -π.χ. συμφωνία, συνθήκη κλπ.- εντός του οποίου αυτοί περιλαμβάνονται. Και η μειωμένη αυτή κανονιστική εμβέλεια και επάρκεια των διεθνών κανόνων δικαίου έχει την πιο διαβρωτική ρίζα της στην έλλειψη επαρκών δικαιοδοτικών κυρωτικών μηχανισμών, ικανών να εγγυηθούν εμπράκτως το κανονιστικό κύρος τους, και μάλιστα erga omnes. Υπό το φως των δεδομένων αυτών το Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται, από πλευράς θεσμικής και κανονιστικής «ευρωστίας», σε σαφώς πιο μειονεκτική θέση έναντι του Εθνικού Δικαίου αλλά ακόμη και έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του Εθνικού Δικαίου και, οπωσδήποτε σε μεγάλο βαθμό, του Ευρωπαϊκού Δικαίου, οι αντίστοιχες Έννομες Τάξεις συντίθενται από κανόνες δικαίου, οι οποίοι έχουν όλα τα κανονιστικά χαρακτηριστικά των leges perfectae, ιδίως ως προς την αποτελεσματικότητα των κυρωτικών μηχανισμών. Όλως αντιθέτως, είναι, όπως ήδη τονίσθηκε, η έλλειψη αντίστοιχων κυρωτικών μηχανισμών στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου, η οποία καθιστά, σε μεγάλη κλίμακα, τους κανόνες δικαίου που το συνθέτουν σχεδόν leges minus quam perfectae ή, ακόμη χειρότερα, leges  imperfectae. Αυτή την «αχίλλειο πτέρνα» του Διεθνούς Δικαίου δεν έχει, καθ’ όλη την ιστορική διαδρομή του, θεραπεύσει η παρέμβαση του Διεθνούς Δικαστή, οιαδήποτε μορφή και αν έχει το ad hoc όργανο του συστήματος Διεθνούς Δικαιοσύνης, το οποίο επιλαμβάνεται για την in concreto εφαρμογή του οικείου κανόνα δικαίου. Για την ακρίβεια, κανένα δικαιοδοτικό όργανο στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου -είτε πρόκειται για stricto sensu δικαστήριο είτε για διαιτητικό όργανο- δεν έχει συμβάλει αποδοτικά σε μιαν άξια λόγου μεταστροφή αυτής της τάσης κανονιστικής απομείωσης του Διεθνούς Δικαίου. Και σε αυτό συνέτεινε και το ότι εκτός από την, μοιραία, γενικότητα και ασάφεια[19] των κανόνων του, τα κατά τ’ ανωτέρω δικαιοδοτικά όργανα δεν εξοπλίζονται, από τους οικείους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που καθορίζουν την οργάνωση και την λειτουργία τους, με την δικαιοδοτική εκείνη «πανοπλία», η οποία θα μπορούσε αφενός να υποχρεώσει τα αντιδικούντα στο διεθνές γίγνεσθαι μέρη να προστρέξουν υποχρεωτικώς σε αυτά. Και, αφετέρου, να θωρακίσει τις αποφάσεις τους με πραγματική δύναμη δεδικασμένου. Τούτο δε ισχύει ακόμη και ως προς τα κορυφαία όργανα του δικαιοδοτικού συστήματος του Διεθνούς Δικαίου, όπως είναι π.χ. το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Έτσι όμως η ευόδωση της αποστολής του Διεθνούς Δικαίου συνιστά μέγεθος οριακό, με την έννοια ότι η τελική διαμόρφωση μιας Διεθνούς Κοινότητας, η οποία λειτουργεί και δρα υπό συνθήκες σταθερής Ειρήνης και πλήρους σεβασμού της Διεθνούς Νομιμότητας, φαίνεται, τουλάχιστον με τα δεδομένα της εποχής μας, εξαιρετικά δυσχερής, κατά την γνώμη δε πολλών ως και «ουτοπική». Και όμως, ακριβώς μέσα σε αυτό το δυσοίωνο τοπίο, πρέπει να υπερασπισθούμε το Διεθνές Δίκαιο, κυρίως όταν έχει ν’ αντιμετωπίσει τεράστιας σημασίας νέες προκλήσεις για το σύνολο της Ανθρωπότητας, όπως είναι και οι προκλήσεις της Κλιματικής Κρίσης.
  1. Παρήγορο «οιωνό» δυναμικής ενεργοποίησης των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου για την προστασία του Ανθρώπου από τις επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης συνιστά η εντελώς πρόσφατη απόφαση –της 9ης Απριλίου 2024- του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «Verein KlimaSeniorinnen Schweiz and Others v. Switzerland» (application no 53600/20). Με την απόφαση αυτή, η οποία λήφθηκε με μεγάλη πλειοψηφία (16 προς 1), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δέχθηκε την προσφυγή μιας Ελβετικής Ένωσης «Ηλικιωμένων Γυναικών για την Προστασία του Κλίματος» -2.500 γυναικών ηλικίας 73 ετών κατά μέσον όρο- εναντίον της Ελβετίας, ως Κράτους-Μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις κατά το Διεθνές Δίκαιο υποχρεώσεις του ως προς την ποσοτικοποίηση των  εθνικών περιορισμών μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η προαναφερόμενη απόφαση είναι κλασικό δείγμα «arrêt de principe» του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δοθέντος ότι είναι η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται ότι η  παραβίαση, εκ μέρους Κράτους-Μέλους του Συμβουλίου της Ευρώπης, των υποχρεώσεών του, οι οποίες απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο για την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση, επιφέρει και παραβίαση συγκεκριμένων διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην προκείμενη περίπτωση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η προμνημονευόμενη παράλειψη της Ελβετίας επιφέρει ευθεία παραβίαση, από την πλευρά της, και των διατάξεων του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τον σεβασμό της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής.
  2. II. To Ευρωπαϊκό Δίκαιο για το Περιβάλλον

Σε προφανή «αντίστιξη» προς το Διεθνές Δίκαιο, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο εμπεριέχει πλειάδα επαρκών, από πλευράς κανονιστικού περιεχομένου, διατάξεων  -μολονότι και αυτές θεσπίσθηκαν με καθυστέρηση-  για το Περιβάλλον και, επομένως, για την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση, ενώ την εφαρμογή τους εγγυάται, καθοριστικώς, ο δικαιοδοτικός μηχανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μ’ επικεφαλής το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).  Επιπροσθέτως, τις ως άνω ρυθμίσεις του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου εξειδικεύουν και προσαρμόζουν διαρκώς στην τρέχουσα πραγματικότητα οι ρυθμίσεις του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου.  Αυτές τις ρυθμίσεις έχουν θεσπίσει οι διατάξεις της «Συνθήκης για την Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και της «Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (ΣΛΕΕ)[20].

  1. Ιδιαιτέρως ενδεικτικές αλλά και αντιπροσωπευτικές εν προκειμένω είναι ορισμένες από τις διατάξεις του άρθρου 3 της ΣΕΕ, οι οποίες καθορίζουν τους σκοπούς ενόψει των οποίων οργανώνεται και λειτουργεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως αυτοτελής νομική οντότητα αλλά και ως σύνολο των Κρατών-Μελών της. Και το εξαιρετικό ενδιαφέρον αυτών των διατάξεων του άρθρου 3 της ΣΕΕ εντοπίζεται στο ότι συνδέουν, αρρήκτως, την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης με την διασφάλιση της αειφόρου ανάπτυξης, και μάλιστα τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και διεθνώς. Τούτο αναδεικνύει και την αποφασιστική στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να σεβασθεί, στο ακέραιο, τις κατά τ’ ανωτέρω ρυθμίσεις του Διεθνούς Δικαίου για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση –άλλωστε, όπως ήδη επισημάνθηκε, είναι συμβαλλόμενο μέρος σε όλα τα προμνημονευόμενα σχετικά Διεθνή «Σύμφωνα»– αλλά και την δυνατότητά της να διαδραματίσει εμπράκτως, εφόσον το θελήσει πραγματικά, τον πλανητικό ρόλο που της αναλογεί σ’ ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα για το μέλλον της Ανθρωπότητας[21]. Προς την ίδια κατεύθυνση, και μ’ εκτενέστερες ρυθμίσεις, κινούνται και οι διατάξεις της ΣΛΕΕ, οι οποίες αφορούν την προστασία του Περιβάλλοντος και κυρίως την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση. Κατ’ ακρίβεια δε οι μεν διατάξεις του άρθρου 11 της ΣΛΕΕ προσδιορίζουν τις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας[22].  Οι δε διατάξεις του άρθρου 191 της ΣΛΕΕ στην μεν παρ. 1 καθορίζουν τους στόχους της εν γένει περιβαλλοντικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης[23]. Και στην παρ. 2 προσδιορίζουν τις γενικές γραμμές της πολιτικής επίτευξης των στόχων τούτων[24]. Τέλος, η εμπέδωση υψηλού επιπέδου προστασίας του Περιβάλλοντος καθιερώνεται ως θεμελιώδης αρχή του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου και μέσω της διάταξης του άρθρου 37 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[25]. «Αξιοποιώντας», στις 18.11.2008, τις διατάξεις αυτές της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ η τότε Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνώρισε  -με ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή-  την ύπαρξη «Περιβαλλοντικού Κεκτημένου» στο πλαίσιο της έννομης τάξης της ΕΟΚ. Υπό την έννοια ότι οι νέες ρυθμίσεις του παράγωγου Κοινοτικού Δικαίου  -σήμερα Ευρωπαϊκού Δικαίου-  για το Περιβάλλον είναι συμβατές με το πρωτογενές Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον όταν διατηρούν ή ευνοούν περαιτέρω, σε σχέση με το υφιστάμενο θεσμικό καθεστώς, την προστασία του[26]. Στο ίδιο θεσμικό πλαίσιο εντάσσεται και η νομολογία των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίων  -και κυρίως του ΔΕΕ-  με πλειάδα αποφάσεων που επιβεβαιώνουν αυτή την τάση ερμηνείας και εφαρμογής  των διατάξεων της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ για το Περιβάλλον.  Τούτο δε συνάγεται ευχερώς π.χ. και από την σχετικώς πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ κυρίως κατά την ερμηνεία των διατάξεων για την υποχρέωση υποβολής και για τον τρόπο σύνταξης των «Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων», προκειμένου περί σημαντικών, για την ποιότητα του εν γένει Περιβάλλοντος, ανθρωπογενών παρεμβάσεων σε αυτό[27].
  2. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδείξει εμπράκτως, μ’ εφόδιο και το νομικό «οπλοστάσιο» του Ευρωπαϊκού Δικαίου, ότι είναι διατεθειμένη να σεβασθεί πλήρως και τις κατά το Διεθνές Δίκαιο υποχρεώσεις της για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Κρίσης, και πρωτίστως τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το κατά τα προεκτεθέντα «Σύμφωνο των Παρισίων» του 2016. Χαρακτηριστικώς ενδεικτική ως προς το τούτο είναι η απόφαση για την «Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία», η οποία θεσπίσθηκε, ύστερα από εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά την Σύνοδο του Δεκεμβρίου -12 έως 13- του 2019 και τείνει προς την κατεύθυνση της «Κλιματικής Ουδετερότητας»[28] μέχρι το 2050, μέσω μέτρων που θέτουν σε τροχιά την «Πράσινη Μετάβαση». Αρχικώς υιοθετήθηκε ο στόχος της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ποσοστό 40% έως το 2030, ενώ τον Δεκέμβριο του 2020, και ύστερα από νέα εισήγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο «αναβάθμισε» την προαναφερόμενη συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τουλάχιστον 55%[29]. Σημειωτέον, ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε θέσει τον «πήχη» στο επίπεδο του 65% ή, έστω, του 60%, δοθέντος ότι η Επιστημονική Κοινότητα έχει κρίνει μάλλον ανεπαρκή τον προμνημονευόμενο στόχο του 55% για την συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας του Πλανήτη στον 1,5 βαθμό Κελσίου[30].
  3. Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται προφανές ότι η Ευρωπαϊκή Έννομη Τάξη οπωσδήποτε εμπεριέχει πλειάδα διατάξεων για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση, ενώ τα κορυφαία όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δείξει εμπράκτως την βούλησή τους να τις εφαρμόσουν πλήρως και με τον δέοντα σεβασμό προς τις εν προκειμένω επιταγές του Διεθνούς Δικαίου. Πλην όμως τα ίδια αυτά όργανα θέτουν, όταν πρόκειται για  την Διεθνή Σκηνή, την Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέση «ουραγού».  Με την έννοια πως μολονότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει, κατά τα όσα ήδη διευκρινίσθηκαν,  καταστήσει το Διεθνές Δίκαιο για την Κλιματική Αλλαγή και για την Κλιματική Κρίση αναπόσπαστο μέρος του «Ευρωπαϊκού Κεκτημένου», τα όργανα αυτά διστάζουν να «χαράξουν» την διεθνώς προσανατολισμένη πολιτική εκείνη, η οποία θ’ αντιστοιχούσε στον «πλανητικό» ρόλο που της αναλογεί προς αυτή την κατεύθυνση.  Πολλώ μάλλον όταν ο Ανθρωπισμός, ο οποίος πλήττεται καιρίως από την Κλιματική Αλλαγή και από την Κλιματική Κρίση, συνιστά καίριο μέρος του «πυρήνα» του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.  Άρα η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει, χωρίς αμφιβολία και χωρίς δισταγμούς, να εκπληρώσει, έστω και ακολουθώντας μια μοναχική και επίπονη πορεία, την αποστολή η οποία αρμόζει στην ιστορία της και στην όλη πολιτισμική της παράδοση: Αξιοποιώντας όλα τα μέσα, θεσμικά και μη, τα οποία είναι διαθέσιμα με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μπορεί και πρέπει να πρωταγωνιστήσει στον αγώνα για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης, επέκεινα δε στον αγώνα για την υπεράσπιση του Ανθρώπου και του Πλανήτη, θέτοντας άλλα μεγάλα Κράτη προ των ευθυνών τους για την ολιγωρία τους και τους μικροπολιτικούς υπολογισμούς τους όταν πρόκειται να εκπληρώσουν τις δικές τους αντίστοιχες υποχρεώσεις. Και μάλιστα όταν η «συμβολή» τους στην επιδείνωση της Κλιματικής Κρίσης είναι αυταπόδεικτη.

Επίλογος

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ισχύον Σύνταγμα του 1975 είναι το πρώτο, σε διεθνή κλίμακα, το οποίο συμπεριέλαβε -μέσω των διατάξεων του άρθρου 24, όπως αυτό συμπληρώθηκε κανονιστικώς ιδίως με την αναθεώρηση του 2001- πλήρες πλέγμα ρυθμίσεων για την προστασία του Περιβάλλοντος.  Τούτο απέβη σημαντικό «κεκτημένο» για την Ελληνική Έννομη Τάξη γενικώς, επειδή όχι μόνο διευκόλυνε την θέσπιση και εφαρμογή μιας εξαιρετικά εκτεταμένης και λεπτομερούς εκτελεστικής νομοθεσίας για την προστασία του Περιβάλλοντος, η οποία επιπλέον επέτρεψε στην Ελλάδα να προσαρμοσθεί πλήρως στις κατά το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο υποχρεώσεις της. Αλλά και, πρωτίστως, διευκόλυνε την Δικαστική Εξουσία, με «πρωτεργάτη» το Συμβούλιο της Επικρατείας, να διαμορφώσει μια «πρωτοπόρα» ολοκληρωμένη νομολογία για τον έλεγχο της συνταγματικότητας όλων των σχετικών διατάξεων,  από τον τυπικό νόμο έως τις κοινές διοικητικές πράξεις κανονιστικού περιεχομένου. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η Ελλάδα διέθετε και διαθέτει ένα σημαντικό προβάδισμα και πλεονέκτημα ως προς τις δυνατότητες της θεσμικής, τουλάχιστον, αντιμετώπισης των δυσμενών επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και της Κλιματικής Κρίσης.  Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος εγγυώνται ένα «γνήσιο» μικτό δικαίωμα -με την αναγκαία προσθήκη ότι υπό τα σύγχρονα νομικά δεδομένα όλα, σχεδόν, τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα είναι από κανονιστική άποψη ουσιαστικώς μικτά-  ήτοι δικαίωμα το οποίο[31] είναι, ταυτοχρόνως, «αμυντικό» αλλά και «παροχικό», υπό την έννοια της υποχρέωσης του Κράτους να προβαίνει και σε συγκεκριμένες θετικές ενέργειες για την προστασία του Περιβάλλοντος υπέρ των εκάστοτε δικαιούχων[32]. Επιπλέον δε και από το ότι η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας[33] έχει καθιερώσει, πριν μάλιστα από την νομολογία του ΔΕΕ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, «Περιβαλλοντικό Κεκτημένο» αντίστοιχο προς εκείνο, το οποίο κατά τα προεκτεθέντα ισχύει στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης.

 

[1] Βλ., π.χ., ιδίως την μελέτη του «On the influence of Carbonic Acid in the Air upon the Temperature of the Ground», The London, Edinburgh and Dublin Philosophical Magazine and Journal of Science, 1896, Series  5, Vol. 41, σελ. 237-276.

[2] Βλ.,π.χ., Jan Zalasiewicz, Mark Williams, Will Steffen, Paul Crutzen, «The New World of Anthropocène», Environmental Science and Technology, 2010, 44(7), σελ. 2228-2231.

[3] Ας σημειωθεί ότι η Επιστημονική Κοινότητα καίτοι αποδέχεται το μέγεθος και το βάθος της «μετάβασης» από την Κλιματική Αλλαγή στην Κλιματική Κρίση, δεν εμφανίζεται ενιαία ως προς την θέση και πρόταση να ονομασθεί επισήμως η παρούσα γεωλογική περίοδος της Γης «Ανθρωπόκαινος».  Και τούτο διότι ένα μέρος της εμμένει στην άποψη ότι δεν έχουμε φθάσει ακόμη στο τέλος της «Ολοκαίνου» περιόδου, η οποία έχει ξεκινήσει πριν από 11.700 χρόνια με την υποχώρηση των πάγων και «διαδέχθηκε» την προηγούμενη εποχή των παγετώνων, την αποκαλούμενη επιστημονικώς «Πλειστόκαινο».

[4] Κατά την υπηρεσία αυτή η μέση θερμοκρασία του Πλανήτη ξεπέρασε κατά 1,48 βαθμούς Κελσίου τα επίπεδα του 19ου αιώνα, πλησιάζοντας πλέον «απειλητικά» τον στόχο της «Διάσκεψης των Παρισίων», του 2015-2016, ήτοι τον στόχο να μην ξεπεράσει μια τέτοια άνοδος της θερμοκρασίας τους 1,5 βαθμούς Κελσίου.

[5] Αντί άλλης παραπομπής βλ. Martin Dixon, Robert McCorquodale, Sarah Williams, «Cases and Materials on International Law», έκδ. Oxford University Press, 6η έκδ., 2016, σελ. 450 επ., με περαιτέρω παραπομπές ιδίως στην θεωρία.

[6] Είναι χαρακτηριστικό ότι για τα θέματα αυτά ουδεμία ρητή αναφορά υπήρχε στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.

[7] Π.χ. Δυτική Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.

[8] Σημειωτέον ότι και η Παγκόσμια Διάσκεψη του 1948, την οποία προκάλεσε ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρι Τρούμαν και πραγματοποιήθηκε στην Νέα Υόρκη  -με την συμμετοχή εμπειρογνωμόνων από 50 Χώρες και 640 επιστημόνων-  αφορούσε την μέριμνα υπέρ των φυσικών πόρων ως μείζον διακύβευμα για την εμπέδωση της Ειρήνης παγκοσμίως.  Τα θέματά της σχετίζονταν πρωτίστως με την προστασία του εδάφους, των υδάτων, των δασών, της άγριας ζωής, των θαλάσσιων πόρων, του πετρελαίου, της ενέργειας και του ορυκτού πλούτου.

[9] Στο Παρίσι, το 1968.

[10] Προς αυτή την κατεύθυνση συνέτεινε και το ότι, κατά τ’ ανωτέρω, η Επιστημονική Κοινότητα είχε πλέον καταλήξει, εν είδει «νέου παραδείγματος», ότι το «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου» είναι επιστημονικώς τεκμηριωμένο γεγονός και ότι γι’ αυτό ευθύνονται ιδίως οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά την καύση στερεών, υγρών και αερίων  -πλην του υδρογόνου-  καυσίμων.

[11] Βλ. Donella Meadows, Dennis Meadows, Jørgen Randers, William Behrens, «The Limits to Growth», εκδ. Potomac Associates, 1972.

[12] Έκτοτε η 5η Ιουνίου καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος.

[13] Οι προσπάθειες διοργάνωσης της Διάσκεψης αυτής είχαν αρχίσει την 13η Δεκεμβρίου 1967, με πρόταση του Σουηδού Μόνιμου Αναπληρωτή Γραμματέα προς την Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

[14] Επιπροσθέτως, κατά την Διάσκεψη της Στοκχόλμης αποφασίσθηκε η θεσμοθέτηση ειδικού οργάνου του ΟΗΕ, του «United Nations Environment Programme» («UNEP»), με έδρα την πρωτεύουσα της Κένυας Ναϊρόμπι.

[15] Υπογράφηκε στις 22.4.2016. Κυρώθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 5.10.2016. Έως τον Μάιο του 2021, το «Σύμφωνο των Παρισίων» έχει κυρωθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από τα 196 Κράτη, που «ευθύνονται» για το 97% των παγκόσμιων εκπομπών «αερίων του θερμοκηπίου».

[16] Πρέπει να επισημανθεί ότι το «Σύμφωνο των Παρισίων»  του 2016, παρά την κανονιστική πρόοδο που επέφερε αμφισβητήθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του.  Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των ΗΠΑ, επί κυβέρνησης Ντόναλντ Τραμπ, δοθέντος ότι αυτή κατέθεσε, στις 4.8.2017,  ειδοποίηση «αποχώρησης»  από το «Σύμφωνο των Παρισίων»,  ενώ στις 4.11.2019 άρχισε η διαδικασία αποχώρησης και ένα χρόνο αργότερα οριστικοποιήθηκε.  Ευτυχώς, αμέσως μόλις ορκίσθηκε Πρόεδρος των ΗΠΑ ο Τζο Μπάϊντεν υπέγραψε, στις 20.1.2021, διάταγμα  επανένταξης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 19.2.2021.

[17] «UNFCC» («United Nations Framework Convention on Climate Change»), που συνήφθη τον Μάιο του 1992 και άρχισε να ισχύει τον Μάρτιο του 1994.

[18] Βλ. Prokopios Pavlopoulos, «Let us defend International Law, Address at the opening of the 15ht annual Conference of the European Society of International Law», Nomiki Bibliothiki, Athens, 2019 και «Verteidigen wir das Internationale Recht», Europäische Zeitschrift des öffentlichen Rechts, vol. 31, no 4/2019, σελ. 1113 επ.

[19] Η ασάφεια αυτή του Διεθνούς Δικαίου πλήττει περισσότερο τις σύγχρονες διεθνείς συνθήκες με μεγάλο αριθμό συμβαλλόμενων μερών και είναι το «τίμημα», για να υπάρξει όσο το δυνατό ευρύτερη αποδοχή τους στο πλαίσιο  της Διεθνούς Κοινότητας. Εκτός από το Διεθνές Δίκαιο του Περιβάλλοντος, ένα άλλο ανάλογο παράδειγμα «δημιουργικής ασάφειας» των κανόνων της παρέχει η Σύμβαση του Montego Bay του 1982 για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ («UNCLOS»). Βλ., π.χ., Prokopios Pavlopoulos, «The status of the Maritime Zones of Greece according to the International Law of the Sea («Montego Bay Convention», 1982)», έκδ. AHEPA HELLAS, Athens, 2021.

[20] Ας σημειωθεί ότι θεσμική «μήτρα» της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ υπήρξε η Συνθήκη του Μάαστριχτ (7.2.1992), η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση δια της μετατροπής της ΕΟΚ σε ΕΕ.  Ακολούθησαν η Συνθήκη του Άμστερνταμ, το 1997 και η Συνθήκη της Νίκαιας, το 2001, ενώ η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, υπήρξε το «θεσμικό θεμέλιο» της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ,  άρα και των διατάξεων του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγου, για το Περιβάλλον, την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση.

[21] Τα όσα προαναφέρθηκαν τεκμηριώνονται ευθέως, σε ό,τι αφορά την ΣΕΕ, κατ’ εξοχήν από τις διατάξεις του εδ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 3 της ΣΕΕ, κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση: «Εργάζεται για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και την σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την κοινωνική πρόοδο και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του Περιβάλλοντος» .  Αλλά και από τις διατάξεις του εδ. β΄ της παρ. 5 του άρθρου 3 της ΣΕΕ, κατά τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση: «Συμβάλλει στην ειρήνη, στην ασφάλεια, και στην αειφόρο ανάπτυξη του πλανήτη, στην αλληλεγγύη και στον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των λαών, στο ελεύθερο και δίκαιο εμπόριο, στην εξάλειψη της φτώχειας και στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ιδίως δε των δικαιωμάτων του παιδιού καθώς και στην αυστηρή τήρηση και ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου και, ιδίως, στον σεβασμό των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

[22] «Οι απαιτήσεις της περιβαλλοντικής προστασίας πρέπει να ενταχθούν στον καθορισμό και στην εφαρμογή των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, ιδίως προκειμένου να προωθηθεί η αειφόρος ανάπτυξη».

[23] «Την διατήρηση, προστασία και βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος, την προστασία της υγείας του ανθρώπου, την συνετή και ορθολογική χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων και την προώθηση, σε διεθνές επίπεδο, μέτρων για την αντιμετώπιση των περιφερειακών ή παγκόσμιων περιβαλλοντικών προβλημάτων, και ιδίως την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος».

[24] «Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του Περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης.  Στηρίζεται στις αρχές της  προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει»Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη-μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης».

[25] «Το υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και η βελτίωση της ποιότητάς του πρέπει να ενσωματώνονται στις πολιτικές της Ένωσης και να διασφαλίζονται σύμφωνα με την αρχή της αειφόρου ανάπτυξης».

[26] «Το περιβαλλοντικό κεκτημένο είναι ευρύ και φιλόδοξο και καλύπτει θέματα όπως η κλιματική αλλαγή, η ποιότητα της ατμόσφαιρας, η διαχείριση αποβλήτων, η προστασία των υδάτινων πόρων και της βιοποικιλότητος, οι έλεγχοι χημικών ουσιών και η εκτίμηση του περιβαλλοντικού αντικτύπου.  Το κεκτημένο αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα τεχνικών, όπως είναι τα πρότυπα προϊόντων, οι σχετικοί με την κατάσταση του περιβάλλοντος στόχοι, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί, τα οικονομικά μέσα, οι χαρακτηρισμοί ευαίσθητων περιοχών, τα σχέδια και προγράμματα καθώς οι διατάξεις για την συμμετοχή  και την ενημέρωση του κοινού.»

[27] Βλ., ενδεικτικώς,  τις αποφάσεις του ΔΕΕ:  C-431/92 «Commission v. Federal Republic of Germany, Grosskrotzenburg thermal power station»,  C-133/94 «Commission v. Belgium»,  C-72/95 «Kraaijeveld BV and Others v. Gedeputeerde Staten van Zuid-Holland (The Netherlands)», C-117/02 «Commission v. Portugal»,  C-508/03 «Commission v. United Kingdom».

[28] Η «Κλιματική Ουδετερότητα» σηματοδοτεί την επίτευξη του στόχου της εκπομπής στην ατμόσφαιρα  μόνον όσων «αερίων του θερμοκηπίου» μπορούν ν’  απορροφηθούν μέσω αμιγώς φυσικών διαδικασιών, δηλαδή κατ’ ουσία μέσω των ωκεανών, του εδάφους και των δασών.

[29] «Fit for 55». Το σχετικό «Ευρωπαϊκό Νομοθέτημα για το Κλίμα» εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2021, τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο του 2021 και έκτοτε αποτελεί βασική συνιστώσα της «Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας».

[30] Έχει π.χ. υποστηριχθεί επιστημονικώς ότι ναι μεν ο θεσμοθετημένος πλέον στόχος φθάνει στο 55%. Πλην όμως ο πραγματικός αντίκτυπος σε ρυπογόνα αέρια φθάνει μόνο το 52,8%, αφού το υπόλοιπο 2,2% έως το 55% υποτίθεται ότι θ’  απορροφάται από «φυσικές καταβόθρες», κάτι το οποίο δεν είναι επιστημονικώς πλήρως τεκμηριωμένο.

[31] Βλ. π.χ. τις αποφάσεις του ΣτΕ 3478/2000, 613/2002 και 3219/2010.

[32] Δικαίωμα το οποίο, κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, «τριτενεργεί» και έναντι ισχυρών οικονομικώς φορέων που οι ενέργειές τους μπορούν να βλάψουν το Περιβάλλον.

[33] Βλ. π.χ. τις αποφάσεις 247/1980, 3756/2000, 451/2003, 123/2007, 3500/2009.

* Ομιλία στο πλαίσιο του 9ου Οικονομικού Forum των Δελφών, 12.4.2024, με θέμα «Παρατηρήσεις επί των ρυθμίσεων του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου για την Κλιματική Αλλαγή και την Κλιματική Κρίση»

 

Ιδιωτικά Α.Ε.Ι.: Μια διευκρίνιση και κάποια ερωτήματα

Ακρίτας Καϊδατζής, Αν. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Σε πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Βασίλης Σκουρής προσάπτει όψιμο και επιλεκτικό συνταγματικό πατριωτισμό σε όσους θεωρούν ότι ο νόμος 5094/2024, κατά το μέρος που επιτρέπει την εγκατάσταση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων μέσω της ίδρυσης ‘νομικών προσώπων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης’ (ν.π.π.ε), αντίκειται στο άρθρο 16 του Συντάγματος[1]. Με το παρόν σημείωμα δεν σκοπεύω βεβαίως να αντιπαρατεθώ με όσα αναπτύσσει ο καθηγητής Σκουρής. Θα σταθώ μόνο στο τελευταίο σημείο της κριτικής του, αναφορικά με την επίκληση του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, γιατί νομίζω πως οφείλεται σε παρανόηση (υπό Ι). Θεωρώ αναγκαία τη διευκρίνιση, διότι έχω την αίσθηση πως, μολονότι δεν κατονομάζομαι[2], το σημείο αυτό αναφέρεται σε μένα. Αν δεν κάνω λάθος, είμαι ο μόνος που έχει επικαλεστεί τη συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη ως έρεισμα της αντίδρασης στο νομοσχέδιο για τα ν.π.π.ε.[3]. Και θα κλείσω με ορισμένα ερωτήματα που νομίζω –επίσης αν δεν κάνω λάθος– πως δεν έχουν μέχρι τώρα τεθεί στο διάλογο που έχει ανοίξει και που, για το λόγο αυτόν, ελπίζω πως τον προάγουν (υπό ΙΙ).

 

Ι.

Ο καθηγητής Σκουρής ισχυρίζεται ότι «[σ]την απόλυτή του μορφή ο συνταγματικός πατριωτισμός» εμφανίζεται, «όταν μεταξύ των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί υπέρ της συνεχούς και συνεπούς απαγόρευσης μη κρατικών πανεπιστημίων χρησιμοποιείται το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος (!), προκειμένου να αποτραπεί η κατάλυσή του μέσω της ψήφισης του  νόμου για την εγκατάσταση στην Ελλάδα παραρτημάτων ξένων αει». Με την επίκληση της ακροτελεύτιας διάταξης του Συντάγματος «καλούνται οι πολίτες να αποσοβήσουν τον κίνδυνο της βίαιης κατάλυσης της συνταγματικής τάξης, η οποία κατά τους οπαδούς της άποψης αυτής απειλείται, αν επιβληθούν εκπτώσεις στην απαγόρευση ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων!»[4]. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε βεβαίως «η επίκληση της διάταξης εκμέρους ορισμένων συναδέλφων που αντιδρούν στην ερμηνευτική συρρίκνωση του άρθρου 16 είναι τουλάχιστον αμήχανη και οπωσδήποτε υπερβολική. Η ενεργοποίησή της –με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη μορφή και την ένταση της απαιτούμενης αντίστασης– προϋποθέτει την απόπειρα  βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος, οπότε απαιτείται μεγάλη φαντασία για να υποθέσουμε ότι τέτοιος κίνδυνος υφίσταται, όταν προτείνεται μία νέα και διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση της προβλεπόμενης στο άρθρο 16 απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων»[5]. Διότι βέβαια, ακόμη κι αν  υποτεθεί ότι υπάρχει πράγματι αντίθεση στο γράμμα του άρθρου 16, «απόπειρα κατάλυσης πάντως δεν συνιστά η πρόταση περιορισμού της θεσπιζόμενης για τα μη κρατικά αει απαγόρευσης ίδρυσής τους. … Και οπωσδήποτε αποτελεί μνημείο παραδοξότητας η ιδέα ότι η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων εξισούται με μία προσπάθεια βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος, την οποία λόγω του άρθρου 120 παρ. 4 δικαιούνται και υποχρεούνται να αποκρούσουν οι Έλληνες πολίτες»[6].

Φοβάμαι ότι στο σημείο αυτό διατυπώνεται ένα ‘επιχείρημα αχυρανθρώπου’ (strawman fallacy). Ο ισχυρισμός ότι η ψήφιση ενός αντισυνταγματικού νόμου ισοδυναμεί με απόπειρα κατάλυσης, και μάλιστα βίαιης, του Συντάγματος είναι τόσο εξωφρενικός, ώστε παρέλκει οποιαδήποτε αντίκρουσή του: συνιστά αυταπόδεικτο παραλογισμό. Δεν γνωρίζω κανέναν/καμιά που να ισχυρίστηκε στα σοβαρά ή έστω να υπονόησε πως η ψήφιση του νόμου 5094/2024 συνιστά απόπειρα βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος. Και πάντως τέτοια νύξη ή έστω υπαινιγμός δεν υπάρχει στο δικό μου άρθρο, όπου αναφέρομαι αποκλειστικά στην αντισυνταγματικότητα του νομοσχεδίου και την τήρηση του Συντάγματος και όχι βεβαίως σε οποιαδήποτε απόπειρα κατάλυσής του –πόσω μάλλον, προς Θεού, βίαιης κατάλυσης– και το δικαίωμα αντίστασης που αυτή ενεργοποιεί.

Η ευσύνοπτη διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος αποτελείται από δύο προτάσεις, μία κύρια και μία αναφορική, που χωρίζονται μεταξύ τους με κόμμα: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται  να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Το πρώτο μέρος της διάταξης αποδίδει μιαν από τις παλαιότερες αρχές του ελληνικού συνταγματισμού. Διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο ψήφισμα ΚΘ΄/1823 με το οποίο τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα του Άστρους και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, για να γίνει λαϊκό σύνθημα και σύμβολο δημοκρατικών αγώνων (‘Ένα – Ένα – Τέσσερα’) ως άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952: «Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων». Με το Σύνταγμα του 1975, και υπό το βάρος της εμπειρίας της απριλιανής δικτατορίας, η διάταξη εμπλουτίστηκε με τη δεύτερη πρόταση. Η πρόταση αυτή συνιστά προσθήκη. Διευκρινίζει κάτι που εμπεριεχόταν μεν στο κανονιστικό νόημα της πρώτης πρότασης, αλλά πλέον διακηρύσσεται απερίφραστα και πανηγυρικά: το δικαίωμα αντίστασης σε κάθε απόπειρα βίαιης κατάλυσης του πολιτεύματος. Πρακτικά, το δικαίωμα αντίστασης με κάθε μέσο, ακόμα και με τη βία, απέναντι σε πραξικόπημα. Όμως η δεύτερη αυτή πρόταση, το δικαίωμα αντίστασης, όσο κι αν αποτελεί την κορυφαία έκφανσή της, πάντως δεν εξαντλεί το κανονιστικό περιεχόμενο της διάταξης, δεν στερεί από κάθε άλλο κανονιστικό νόημα την πρώτη πρόταση –η οποία αλλιώς δεν θα είχε λόγο ύπαρξης.

Ο καθηγητής Σκουρής κάνει μιαν εξαιρετικής σημασίας παρατήρηση. Αποδίδοντας τη σκέψη του Peter Häberle, γράφει: «το προνόμιο της ερμηνείας του Συντάγματος δεν ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο ‘συνταγματολόγων’, αλλά στην ανοικτή κοινωνία, δηλαδή σε όλους εκείνους που συμβάλλουν ή επιθυμούν να συμβάλουν στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων»[7]. Αυτή ακριβώς η ιδέα αποτυπώνεται στην κύρια πρόταση του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος. Το Σύνταγμα δεν είναι προνόμιο των ειδικών. Λόγο και άποψη για το Σύνταγμα δικαιούται να έχει κάθε πολίτης. Στο πλαίσιο αυτό, δικαιούται να έχει άποψη και για την αντισυνταγματικότητα νόμου που συζητιέται ή ψηφίστηκε από τη Βουλή. Ο καθηγητής Σκουρής γράφει πως, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως υπάρχει πράγματι αντίθεση στο άρθρο 16, «έχουμε να διαχειρισθούμε ένα κλασικό ζήτημα αντισυνταγματικότητας που θεραπεύεται με τα οριζόμενα στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος κλασικά εργαλεία αντιμετώπισης του φαινομένου»[8]. Όμως, εφόσον η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αυτό κατ’ ανάγκη σημαίνει πως η τήρηση του Συντάγματος δεν διασφαλίζεται αποκλειστικά και μόνο με τον εκ μέρους των δικαστηρίων έλεγχο της αντισυνταγματικότητας των νόμων. Ο δικαστικός έλεγχος της αντισυνταγματικότητας είναι στο σύστημά μας κατασταλτικός, ασκείται μετά την εφαρμογή του νόμου. Μέχρι τότε, τον έλεγχο της εξουσίας που ενεργεί αντισυνταγματικά τον ασκεί με πολιτικά μέσα ο λαός, δηλαδή οι πολίτες, και οι αντιπρόσωποι του λαού, οι βουλευτές.

Όσοι θεωρούν αντισυνταγματική ορισμένη πολιτειακή πράξη δικαιούνται να εκφράζουν την άποψή τους, να διαμαρτύρονται, να διαδηλώνουν, να ασκούν πολιτική και κοινοβουλευτική πίεση για τη μη θέσπιση ή τη μη εφαρμογή της. Κατά το μέρος που όλα αυτά συνιστούν μέσα ελέγχου της εξουσίας προκειμένου να αποτραπεί η εφαρμογή αντισυνταγματικής πολιτειακής πράξης, έχουν ως συνταγματικό έρεισμα την πρώτη πρόταση του άρθρου 120 παρ. 4. Όπως επίσης, άλλωστε, και η ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 100 του Κανονισμού της Βουλής. Πρόκειται σε κάθε περίπτωση για πολιτικά μέσα ελέγχου τήρησης του Συντάγματος, που μπορούν να φτάσουν, το πολύ και υπό προϋποθέσεις, μέχρι την πολιτική ανυπακοή. Οτιδήποτε πέραν αυτών συνιστά αντίσταση και βρίσκει έρεισμα στη δεύτερη πρόταση του άρθρου 120 παρ. 4, δηλαδή προϋποθέτει απόπειρα βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος.

Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς είναι δυνατόν να προκλήθηκε η εντύπωση πως με το άρθρο μου καλώ τους πολίτες «να αποσοβήσουν τον κίνδυνο της βίαιης κατάλυσης της συνταγματικής τάξης»[9]. Πόσω μάλλον που υπήρξα ιδιαίτερα προσεκτικός, ακριβώς επειδή το άρθρο απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό, να διακρίνω τη δεύτερη πρόταση του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, δηλαδή «τις οριακές στιγμές όπου ενεργοποιείται το δικαίωμα αντίστασης», από την πρώτη πρόταση, με την οποία «εκδηλώνεται στην πολιτική καθημερινότητα ο πατριωτισμός των Ελλήνων ως εγγύηση τήρησης του Συντάγματος»[10]. Και, για να μη μένει οποιαδήποτε αμφιβολία, προσπάθησα να περιγράψω τις πολιτικές ενέργειες που μπορούν να στεγαστούν υπό την πρώτη αυτή πρόταση[11]. Που, βεβαίως, διακρίνονται απολύτως από την αντίσταση σε πραξικόπημα. Και που, πάντως, περιγράφονται στο πρώτο τμήμα του άρθρου μου, το οποίο αναφέρεται αφηρημένα στο άρθρο 120 παρ. 4, χωρίς (ακόμα) να το συσχετίζει με το άρθρο 16 του Συντάγματος. Οι δυο συνταγματικές διατάξεις συσχετίζονται μόνο στην κατακλείδα του άρθρου μου, όπου το μόνο μέσο ενεργοποίησης του άρθρου 120 παρ. 4 που προτείνω για την τήρηση του άρθρου 16 είναι η πολιτική δήλωση της αντιπολίτευσης ότι θα καταργήσει τον αντισυνταγματικό νόμο όταν έρθει στην εξουσία[12].

 

ΙΙ.

Ο συνταγματικός πατριωτισμός στον οποίον αναφέρεται ο καθηγητής Σκουρής είναι «[ο] συνταγματικός πατριωτισμός απέναντι στις επιταγές του δικαίου της ΕΕ»[13]. Είναι δηλαδή συνταγματικός αντιευρωπαϊσμός. Παρότι δεν αποκλείεται να εμφανίζεται και μ’ αυτή τη μορφή, ο συνταγματικός πατριωτισμός έχει πολλές άλλες εκδοχές. Και κυρίως, ας μη το ξεχνάμε, είναι συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 120 παρ. 2 του Συντάγματος διακηρύσσει: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Εκτός από τον αντιευρωπαϊκό, υπάρχει και ο συνταγματικός πατριωτισμός όσων έχουν γνήσια έγνοια για τη διαφύλαξη της κανονιστικότητας του Συντάγματος. Το Σύνταγμα υπάρχει για να θέτει όρια, έστω ελάχιστα, στο τί μπορεί να πράξει η κρατική εξουσία. Μέσω της συνταγματικής ερμηνείας η κρατική εξουσία μπορεί πράγματι να ‘παρακάμψει’ κάποια από τα όρια που της τίθενται. Όχι όμως όλα. Υπάρχουν όρια, έστω απώτατα, και στην ερμηνευτική ευρηματικότητα. Αυτός ο συνταγματικός πατριωτισμός αντιτίθεται στον ερμηνευτικό βολονταρισμό, δηλαδή στην ιδέα ότι, όσο δεν υπάρχει κάποιος να την εμποδίσει αποτελεσματικά, η εξουσία μπορεί να ερμηνεύει κατά βούληση το Σύνταγμα.

Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νομοσχεδίου που αποτέλεσε το νόμο 5094/2024 έχει συζητηθεί ευρύτατα. Πολλοί/ές ισχυρίστηκαν ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός και άλλοι/ες αντέκρουσαν τον ισχυρισμό. Οι περισσότερες από τις σχετικές συμβολές έχουν συγκεντρωθεί σε ξεχωριστό φάκελο αυτού του φιλόξενου ιστότοπου[14]. Δεν προτίθεμαι να επανέλθω στο θέμα, καθώς έχω διατυπώσει τη γνώμη μου σε μια σειρά από άρθρα. Στο υπόλοιπο αυτού του κειμένου θα ήθελα όμως να συνεισφέρω μια πρόσθετη σκέψη: Ο νόμος 5094/2024 προκαλεί ανυπέρβλητη, φοβάμαι, αναστάτωση στην έννομη τάξη. Μοιάζει με παρά φύση μόσχευμα που ο οργανισμός θα αναγκαστεί να αποβάλει. Θα εξηγήσω τί εννοώ μέσα από κάποια, ενδεικτικά, ερωτήματα.

Ένα ζήτημα που δεν έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς είναι αν τα ‘νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης’ του νόμου 5094/2024 αποτελούν ‘ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα’ και ‘πανεπιστήμια’ κατά την έννοια που έχουν οι όροι αυτοί στο Σύνταγμα και τη σύμφωνη με αυτό νομοθεσία. «Μάλλον ναι» θα έλεγε –νομίζω, όχι χωρίς κάποιο δισταγμό– όποιος/α ερωτώταν. Όμως, κατά το Σύνταγμα, στα α.ε.ι. ή πανεπιστήμια διδάσκουν καθηγητές που έχουν την ιδιότητα δημόσιου λειτουργού. Η ιδιότητα των καθηγητών πανεπιστημίου ως δημόσιων λειτουργών συνεπάγεται, καταρχάς, αυτό που λέει το άρθρο 16 παρ.  6 του Συντάγματος στο τέταρτο εδάφιό του: δεν μπορούν να παυθούν παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που ισχύουν για δικαστικούς λειτουργούς και μόνο με απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς. Έχει όμως κι άλλες συνέπειες, όπως θα δούμε αμέσως, κάποιες εκ των οποίων προβλέπονται στο ίδιο το Σύνταγμα, ενώ άλλες έχουν προστεθεί στην κοινή νομοθεσία.

Στο ερώτημα αν οι καθηγητές των ν.π.π.ε. του νόμου 5094/2024 έχουν την ιδιότητα δημόσιου λειτουργού νομίζω πως η απάντηση, αν δεν είναι «Σίγουρα όχι», θα είναι «Σχεδόν σίγουρα όχι». Δεδομένου ότι ο νόμος δεν προβλέπει οτιδήποτε σχετικά, δεν έχουμε καμιάν απολύτως ένδειξη ότι οι καθηγητές των ν.π.π.ε. θα συνδέονται μ’ αυτά κατά τρόπο διαφορετικό απ’ ό,τι οι απασχολούμενοι σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση: δηλαδή είτε με σύμβαση εργασίας είτε με σύμβαση έργου (‘μπλοκάκι’). Οι συνέπειες που έχει το καθεστώς απασχόλησής τους στην ακαδημαϊκή ελευθερία τους είναι ένα μεγάλο θέμα. Υπάρχουν κι άλλα.

Στη σύνθεση τριών από τα ανώτατα ειδικά δικαστήρια που έχουμε –Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100, δικαστήριο αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99, ειδικό δικαστήριο (μισθοδικείο) του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος– συμμετέχουν και δύο ή τρεις «τακτικοί καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας», που ορίζονται με κλήρωση. Η ratio της ανάθεσης καθηκόντων ανώτατων δικαστών σε καθηγητές πανεπιστημίου είναι προφανής: ακριβώς επειδή είναι δημόσιοι λειτουργοί, δεν έχουν καμία θεσμική εξάρτηση, ούτε καν απέναντι σ’ αυτόν που τους μισθοδοτεί, το Δημόσιο. Θα συμμετάσχουν άραγε στην κλήρωση και καθηγητές νομικών σχολών ν.π.π.ε.; Θα μπορούσε κάποιος/α να απαντήσει αρνητικά, με την (εύλογη) σκέψη ότι τα παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων δεν είναι πανεπιστήμια «της χώρας». Θα μπορούσε ωστόσο να αντιταχθεί πως τα ν.π.π.ε. ιδρύονται στην Ελλάδα με πράξη ελληνικών αρχών και, από την άποψη αυτή, είναι «της χώρας». Τότε όμως πώς αντιπαρερχόμαστε το γεγονός ότι οι καθηγητές τους είναι έμμισθοι των σχολαρχών που τους προσέλαβαν και επομένως εξαρτημένοι από αυτούς; Δεν πρόκειται για θεωρητική άσκηση επί χάρτου. Το ζήτημα θα τεθεί όταν επινοητικοί και φιλέριδες συνήγοροι αρχίσουν να υποβάλλουν ενστάσεις για κακή σύνθεση του δικαστηρίου ή, ακόμα χειρότερα, αρχίσουν να αμφισβητούν τις σε βάρος των πελατών τους αποφάσεις για το λόγο αυτό.

Το άρθρο 89 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει ότι επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στους δικαστικούς λειτουργούς «να εκλέγονται μέλη … του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων». Και εδώ η ratio είναι προφανής και είναι η ίδια: η ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου δεν είναι ασύμβατη με τη δικαστική ανεξαρτησία, ακριβώς επειδή, ως δημόσιοι λειτουργοί, οι καθηγητές δεν έχουν θεσμικές εξαρτήσεις. Εδώ δεν υπάρχει ο περιορισμός σε πανεπιστήμια «της χώρας». Αν τα ν.π.π.ε. είναι α.ε.ι., σημαίνει άραγε αυτό ότι θα έρθει η ώρα να δούμε δικαστικό λειτουργό να εκλέγεται καθηγητής ν.π.π.ε. και, άρα, να είναι έμμισθος κάποιου σχολάρχη; Αν πάλι το οικείο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο απορρίψει σχετικό αίτημα δικαστικού λειτουργού, θα σημαίνει η κρίση του αυτή πως τα ν.π.π.ε. δεν είναι α.ε.ι. κατά την έννοια του Συντάγματος; Τότε όμως τί ακριβώς είναι;

Το άρθρο 56 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι από τα κωλύματα εκλογιμότητας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου «εξαιρούνται οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων». Ούτε εδώ υπάρχει ο περιορισμός σε πανεπιστήμια «της χώρας». Αν τα ν.π.π.ε. είναι α.ε.ι., σημαίνει άραγε αυτό ότι καθηγητές τους θα μπορούν να ανακηρύσσονται υποψήφιοι και να εκλέγονται βουλευτές, παρότι έχουν κάποια από τις ιδιότητες της παρ. 1; Αν πάλι δεν ανακηρυχθούν ή αν η εκλογή τους ακυρωθεί από το εκλογοδικείο, θα σημαίνει αυτό πως τα ν.π.π.ε. δεν είναι α.ε.ι;

Τα ερωτήματα θα μπορούσαν να συνεχιστούν επί μακρόν, αν επεκταθούμε στην πλειάδα διατάξεων της κοινής νομοθεσίας που είτε προβλέπουν συμμετοχή καθηγητών α.ε.ι. σε όργανα της διοίκησης είτε θέτουν ευνοϊκές υπέρ αυτών ρυθμίσεις. Δεν χρειάζεται. Αρκεί να σκεφτούμε τις δεκάδες διοικητικές επιτροπές σε διαγωνιστικές διαδικασίες με μαζική συμμετοχή, από διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ μέχρι τις πανελλαδικές εξετάσεις, στις οποίες προβλέπεται συμμετοχή καθηγητών α.ε.ι. Το νόημα του σχολίου είναι πως, τόσο με συνταγματικές όσο και με πολλαπλάσιες νομοθετικές διατάξεις, η έννομη τάξη μας έχει συνδέσει ως αυτονόητη την ιδιότητα του καθηγητή πανεπιστημίου με αυτή του δημόσιου λειτουργού. Η υπαγωγή των καθηγητών ν.π.π.ε. (αν υποθέσουμε ότι είναι α.ε.ι.) στις διατάξεις αυτές, παρότι δεν έχουν την ιδιότητα δημόσιου λειτουργού, αν δεν ανατρέψει, πάντως θα προκαλέσει μείζονα αναστάτωση σε πλείστες ρυθμίσεις. Πέραν από την αντισυνταγματικότητα, επομένως, υπάρχουν κι άλλες ισχυρές ενδείξεις πως ο θεσμός των ν.π.π.ε. του νόμου 5094/2024 είναι ένα μόσχευμα ασύμβατο με την έννομη τάξη μας.

 

[1] Β. Σκουρής, Υπεράσπιση του άρθρου 16 του Συντάγματος: Όψιμος και επιλεκτικός συνταγματικός πατριωτισμός, σε: constitutionalism.gr, 2.4.2024.

[2] Ο καθηγητής Σκουρής διευκρινίζει πως η απουσία ονομαστικών αναφορών οφείλεται στον –εύλογο, θα προσέθετα– φόβο ότι «μπορεί κάποιους να παραλείψ[ει] ή να μην τους κατατάξ[ει] ορθά στις υποκατηγορίες που έχουν σχηματισθεί, αφού δεν εκφράζουν όλοι τις ίδιες ακριβώς θέσεις και ασφαλώς εμφανίζουν αποχρώσεις στις τοποθετήσεις τους» (ό.π., υποσημ. 1).

[3] Ακρ. Καϊδατζής, Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, σε: verso.gr, 1.3.2024, αναδημοσίευση: constitutionalism.gr, 6.3.2024.

[4] Σκουρής, Υπεράσπιση του άρθρου 16, ό.π., παρ. 14 (η έμφαση προστέθηκε).

[5] Ό.π., παρ. 15 (η έμφαση προστέθηκε).

[6] Ό.π., παρ. 16 (η έμφαση προστέθηκε).

[7] Ό.π., παρ. 12.

[8] Ό.π., παρ. 16.

[9] Ό.π., παρ. 14.

[10] Καϊδατζής, Η τήρηση του Συντάγματος, ό.π.

[11] Ό.π.: «Ποιες είναι αυτές οι πολιτικές ενέργειες; Η πιο απλή: οι πολίτες μπορούν να ασκούν πίεση στους αντιπροσώπους τους προκειμένου, για παράδειγμα, να καταψηφίσουν ένα νομοσχέδιο που θεωρούν αντισυνταγματικό ή να υπερψηφίσουν την κατάργηση ενός νόμου που θεωρούν αντισυνταγματικό. Επίσης, το δικαίωμα της ψήφου: οι πολίτες μπορούν να καταψηφίσουν όσους θεωρούν ότι ενήργησαν αντισυνταγματικά ή να υπερψηφίσουν όσους υπόσχονται να αποκαταστήσουν τη συνταγματική νομιμότητα. Περαιτέρω, οι πολίτες μπορούν να ενεργούν όχι μόνο μέσω των θεσμών αντιπροσώπευσης, αλλά και άμεσα: Ασκώντας το δικαίωμα αναφοράς ή το δικαίωμα συνάθροισης, με διαμαρτυρίες, συγκεντρώσεις, πορείες και με κάθε άλλο νόμιμο μέσο. Οι πολίτες μπορούν να προσφεύγουν ακόμα και σε πιο δραστικές μορφές λαϊκής αντιπολίτευσης που υπερβαίνουν την τυπική νομιμότητα (πολιτική ανυπακοή, κατάληψη δημόσιων κτιρίων, άσκηση συμβολικής βίας) –αποδεχόμενοι βεβαίως στην περίπτωση αυτή το ενδεχόμενο να υποστούν τις έννομες συνέπειες».

[12] Ό.π.

[13] Σκουρής, Υπεράσπιση του άρθρου 16, ό.π., παρ. 13.

[14] Φάκελος «Ιδιωτικά Α.Ε.Ι. και Σύνταγμα», σε: https://www.constitutionalism.gr/category/idiotika-aei-syntagma/.

Ποινική ευθύνη υπουργών: «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι»

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Το κύριο χαρακτηριστικό της ρύθμισης του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των υπουργών, είναι ότι αναθέτει την ποινική τους δίωξη στη Βουλή. Βέβαια, το 1880 ο Ιωάννης Αραβαντινός στην πραγματεία του «περί ευθύνης των ηγεμόνων και των υπουργών» υποστήριζε ότι η ανάθεση της ποινικής κατηγορίας στη Βουλή «είναι απλούν και ιστορικώς ευεξήγητον φαινόμενον της πολιτικής ιστορίας»  και ότι «δεν πρέπει να επιτραπή εις πάντα πολίτην η ενάσκησις του προς κατηγορίαν των υπουργών δικαιώματος». Από τότε όμως και από την εποχή των ηγεμόνων έχουν περάσει περίπου 150 χρόνια. Πρόδρομος της ποινικής ευθύνης των υπουργών υπήρξε ο θεσμός του impeachment στην Αγγλία, σε μια εποχή όπου δεν είχε καθιερωθεί ακόμη η κοινοβουλευτική ευθύνη των υπουργών. Από τη στιγμή ωστόσο που εδραιώθηκε η κοινοβουλευτική ευθύνη, η εμπλοκή της Βουλής των Κοινοτήτων στην αναζήτηση της υπουργικής ποινικής ευθύνης απώλεσε το ιστορικό δικαιολογητικό της θεμέλιο, με αποτέλεσμα να εφαρμοσθεί για τελευταία φορά το 1804 και οι υπουργοί να δικάζονται κατά τις κοινές διατάξεις (όπως και στην Ιρλανδία). Στη Γερμανία, ο Θεμελιώδης Νόμος της Βόννης δεν περιέχει ειδική διάταξη για την ποινική ευθύνη των ομοσπονδιακών υπουργών. Στην Ισπανία οι διατελέσαντες υπουργοί διώκονται κατά τις κοινές διατάξεις, εκτός ορισμένων περιπτώσεων πολιτικών εγκλημάτων. Στη Γαλλία, η ποινική δίωξη χωρεί πλέον χωρίς άδεια της Βουλής, ενώ στην Ιταλία η ποινική δίωξη ασκείται από τη δικαστική εξουσία και ο ρόλος του Κοινοβουλίου περιορίζεται στη δυνατότητα να σταματήσει τη διαδικασία σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η εκδίκαση των υπουργικών αδικημάτων από τα κοινά ποινικά δικαστήρια ισχύει και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σε Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρο, Λετονία, Μάλτα, Ουγγαρία, Σλοβακία και Τσεχία.

Υποστηρίζεται, από την άλλη πλευρά, ότι η κατηγορία κατά υπουργών δεν έχει μόνο νομικό αλλά και πολιτικό χαρακτήρα και, συνεπώς, θα πρέπει να συμμετέχει και ένα πολιτικό όργανο. Η συλλογιστική αυτή πάσχει διότι ναι μεν η άσκηση ποινικής δίωξης κατά ενός υπουργού μπορεί να έχει συνέπειες για την πολιτική ζωή της χώρας, η κρίση ωστόσο για το εάν κάποιος παραβίασε τους ποινικούς νόμους είναι αμιγώς νομική. Με άλλες λέξεις, ο έλεγχος της συνδρομής των προϋποθέσεων ενός ποινικού αδικήματος από έναν υπουργό δεν είναι πολιτικό ζήτημα. Απλά γίνεται πολιτικό επειδή εμπλέκεται ένα πολιτικό όργανο, η Βουλή. Όπως παρατηρούσε ήδη από το 1891 ο Χαρ. Τρικούπης ενώπιον της Βουλής: «Κατηγορούμενος θα είμαι ενώπιον της δικαστικής αρχής. Ενώπιον υμών είμαι βουλευτής και ως βουλευτής ήλθον».

Για όλους αυτούς τους λόγους και επειδή μάλλον κανείς δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι το ισχύον σύστημα πέτυχε, επιβάλλεται η ανάθεση της αρμοδιότητας της άσκησης της ποινικής δίωξης στην τακτική δικαιοσύνη, σε ανώτερους δικαστικούς λειτουργούς. Επειδή επίκειται η νέα έναρξη της νέας συνταγματικής αναθεώρησης, είναι μια ευκαιρία να αποδοθούν επιτέλους «Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Δηλαδή τα πολιτικά ζητήματα στα πολιτικά όργανα και τα νομικά ζητήματα στους δικαστές. Είμαστε όμως έτοιμοι για ριζικές αλλαγές που θα εμπεδώνουν το αίσθημα ισονομίας στους πολίτες;

 

Δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής», 7 Απριλίου 2024           

Επιλεκτική ανάγνωση

Αντώνης Μεταξάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ και επισκ. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου.

“Η επιλεκτική επίθεση “αγάπης” προς την Ευρώπη και την έννομή της τάξη ήταν όλως εφήμερη και, φοβούμαι, εργαλειακή. Διήρκεσε όσο “χρειάστηκε”, για να συναχθούν δήθεν υποβοηθητικά “επιχειρήματα” στο θέμα της ίδρυσης μη κρατικών ΑΕΙ.
Το τελευταίο διάστημα, ο καταγγελτικός λόγος κατά ευρωπαϊκών οργάνων, από το Ευρωκοινοβούλιο μέχρι την επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προβληματίζει διττά: Στηρίζεται σε μια σαφώς πλημμελή, ελπίζω ακούσια, ανάγνωση και κατανόηση κρίσιμων παραμέτρων του ευρωπαϊκού δικαίου και της επενέργειας που εξασκεί στις έννομες τάξεις των κρατών μελών ειδικώς επί θεμάτων προστασίας του Κράτους Δικαίου, αλλά και παραπέμπει σε σταθερά αντανακλαστικά που παρουσιάζει ο αυταρχικός λαϊκισμός που ενδημεί σε διάφορα κράτη μέλη (πολυσυζητημένα και χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της Ουγγαρίας και της Πολωνίας).

Αυτά τα αντανακλαστικά έχουν το εξής βασικό χαρακτηριστικό: Είναι καλή και άκρως ευπρόσδεκτη η δαψιλής οικονομική ενίσχυση από την ΕΕ, αλλά όχι και ο έλεγχος που ασκούν σε θέματα κράτους δικαίου και προστασίας του τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Ο παλιός “αντιμνημονιακός” λαϊκισμός επανήχησε με φορείς αυτή τη φορά τους κατεξοχήν, ως αποδεικνύεται μάλλον καιροσκοπικούς, τότε “κατηγόρους” του: Δεν δεχόμαστε ευρωπαίους «κομισάριους», «δερβέναγες», δεν είμαστε “αποικία” και άλλα συναφή. Αντιθέτως και ταυτοχρόνως, ο Πρωθυπουργός, στο πλαίσιο συνάντησής του με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς την ΕΕ για τη γενναιόδωρη διάθεση στη χώρα μας πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, γεγονός που «είναι σημαντικό να αναδεικνύουμε απέναντι στις φωνές του λαϊκισμού και του στείρου ευρωσκεπτικισμού…”.
Ας είμαστε σαφείς: Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ένα ανεξάρτητο όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιο να ερευνά, να διώκει και να παραπέμπει ενώπιον της Δικαιοσύνης πιθανά εγκλήματα σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ. Η ΕΕ είχε χρηματοδοτήσει το έργο της τηλεδιοίκησης για το ελληνικό σιδηροδρομικό δίκτυο, έργο που αν είχε ολοκληρωθεί, η τραγωδία των Τεμπών θα είχε κατά πάσα πιθανότητα αποφευχθεί. Συνεπώς προφανώς και υφίσταται αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνήσει σε βάθος το τί εν τέλει συνέβη με τους ενωσιακούς πόρους που διετέθησαν. Η ύπαρξη του εξόχως προβληματικού (για να το διατυπώσουμε ηπίως) εθνικού μας νομοθετικού πλαισίου για τη διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων τελεί, εκτός όλων των άλλων, σε σχέση προβληματικής συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο, κατεξοχήν δε όταν τυγχάνει επίκλησης για να συσταλεί η δυνατότητα διερεύνησης πιθανής διαφθοράς σχετικά με τη διαχείριση ενωσιακών πόρων. Σε διαφορετική περίπτωση κάθε κράτος μέλος θα ηδύνατο να θεσπίζει και να επικαλείται κατά το δοκούν εθνικές του κανονιστικές ρυθμίσεις παρέχουσες “θωράκιση” στο εγχώριο πολιτικό προσωπικό σε περιπτώσεις πιθανής διασπάθισης ενωσιακών πόρων.

Κλείνω μ’ ένα συμπέρασμα από σχετική συζήτηση με φοιτητές μας σε τελευταία πανεπιστημιακή παράδοση: μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς εναποθέτει τις ελπίδες του για τη θωράκιση έναντι θεσμικών παρεκκλίσεων στον τόπο μας σε ευρωπαϊκά όργανα. Ας χαρούμε μεν με αυτήν την πρόσληψη της συμμετοχής μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αλλά και ας προβληματιστούμε δε για την εγχώρια θεσμική μας αποτελεσματικότητα.

Δημοσιεύθηκε στο ΤΟ ΒΗΜΑ, 31.03.2024

Το δικαίωμα στην οξεία κριτική

Μιχάλης Πικραμένος, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Στη σύγχρονη δημοκρατία τα όργανα των πολιτειακών λειτουργιών υπόκεινται στην αρχή της λογοδοσίας σύμφωνα με την οποία υπέχουν ευθύνη για τη συμπεριφορά, τις πράξεις και εν γένει τον τρόπο άσκησης των από το Σύνταγμα προβλεπόμενων καθηκόντων τους. Ειδικά για τους δικαστές ο συνδυασμός δικαστικής ανεξαρτησίας και λογοδοσίας επιβάλλει να δικάζουν τις διαφορές με γνώμονα το Σύνταγμα και τη συνείδησή τους εκδίδοντας, χωρίς καθυστέρηση, αποφάσεις με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Η λογοδοσία των δικαστών προσλαμβάνει τις εξής μορφές : α) Η πρώτη μορφή  αφορά τη δυνατότητα του διαδίκου να αμφισβητεί την ορθότητα της δικαστικής απόφασης με ένδικα μέσα. Στο κράτος δικαίου ο έλεγχος των δικαστικών αποφάσεων από δικαστήρια, ανώτερα και ανώτατα, είναι θεμελιώδες στοιχείο απονομής της δικαιοσύνης, β) δεύτερη μορφή είναι η «επεξηγηματική λογοδοσία» και αφορά τη δημόσια συνεδρίαση, την αιτιολογία των αποφάσεων και τη δημοσίευσή τους. Με τη δημοσιότητα των συνεδριάσεων και τη δημοσίευση των αποφάσεων οι διάδικοι και η κοινωνία παρακολουθούν τη δίκη, τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων και γνωρίζουν την αιτιολόγηση των κρίσεων η οποία συνιστά τη νομιμοποίηση της δικαστικής λειτουργίας στη δημοκρατία, γ) τρίτη μορφή είναι η περιοδική αξιολόγηση των δικαστών με κριτήρια ποσοτικά και ποιοτικά που αποβλέπει στη βελτίωση της υπηρεσιακής απόδοσης. Η αξιολόγηση οδηγεί σε απόλυση όταν διαπιστώνεται υπηρεσιακή ανεπάρκεια, δ) τέταρτη μορφή είναι η «κυρωτική λογοδοσία» η οποία αφορά την πειθαρχική και την ποινική ευθύνη των δικαστών όταν υποπίπτουν σε πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα. Ειδική περίπτωση αποτελεί η αστική ευθύνη των δικαστών που ρυθμίζεται με διαφορετικά συστήματα στα ευρωπαϊκά κράτη, ε) σύγχρονη μορφή λογοδοσίας συνιστά η σύνταξη από τους δικαστές κωδίκων δεοντολογίας με τους οποίους καθορίζονται πρότυπα συμπεριφοράς για την υπηρεσιακή και την εξωϋπηρεσιακή δραστηριότητά τους, με σκοπό την υποβοήθηση των δικαστών σε κρίσιμα ζητήματα για το κύρος της δικαιοσύνης, όπως η χρήση μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει διακηρύξει την εξέχουσα θέση της δικαιοσύνης σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η δικαιοσύνη ως εγγυητής της δημοκρατικής νομιμότητας και του κράτους δικαίου πρέπει να διαθέτει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Εμπιστοσύνη που εξαρτάται από το βαθμό ανταπόκρισης των λειτουργών της στις σύνθετες (ποιοτικές και ποσοτικές) απαιτήσεις του σημαντικού πολιτειακού έργου που τους έχει ανατεθεί.

Στο δημοκρατικό πολίτευμα είναι επιτρεπτή η κριτική της δικαιοσύνης, των λειτουργών και των  δικαστικών αποφάσεων από οποιονδήποτε, με περιορισμούς που δεν αναιρούν το πυρήνα του δικαιώματος αλλά διασφαλίζουν το κύρος της δικαιοσύνης. Οι εκπρόσωποι των άλλων πολιτειακών λειτουργιών έχουν δικαίωμα να εκφέρουν κριτική για τη δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της, με την αναγκαία αυτοσυγκράτηση λόγω αφενός της θέσης τους στο πολίτευμα και αφετέρου του ρόλου της δικαιοσύνης.

Για τους εκπροσώπους των ΜΜΕ και τους πολίτες ο δημόσιος λόγος μπορεί να είναι οξύς και επιθετικός κατά της δικαιοσύνης, ως αναγκαίο αντιστάθμισμα στην εξουσία των λειτουργών της, χωρίς να χρησιμοποιεί υβριστικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς και να μην εξαντλείται σε απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Η στοιχειώδης, τουλάχιστον, επιχειρηματολογία από τους εκφραστές του δημοσίου λόγου είναι αναγκαία όταν αμφισβητείται ιδίως η ορθότητα νομικών κρίσεων, οι οποίες από τη φύση τους δεν είναι εύκολα κατανοητές από πρόσωπα μη εξοικειωμένα με τα όρια και τις τεχνικές του δικαστικού ελέγχου.

Το Δικαστήριο του Στρασβούργου έχει δεχθεί ότι ο δικαστής δεν είναι στο απυρόβλητο και πρέπει να ανέχεται την επιθετική κριτική, έστω και αν χρησιμοποιούνται εναντίον του οξείες διατυπώσεις. Η δυσχερής θέση στην οποία περιέρχεται ο δικαστής από τις επιθέσεις είναι συνέπεια της λειτουργίας της δημοκρατίας και για τούτο οφείλει να μην απαντά επιδεικνύοντας ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση.

Το πολιτειακό λειτούργημα αποτελεί τιμή για τα πρόσωπα που το αναλαμβάνουν καθώς συνεπάγεται άσκηση κρατικής εξουσίας και ταυτόχρονα ανάληψη ευθύνης απέναντι στην κοινωνία και την πολιτεία. Η εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη  οικοδομείται  με τήρηση όλων των μορφών λογοδοσίας από τους λειτουργούς της καθώς και με τη διεξαγωγή δημοσίου διαλόγου χωρίς συνθηματολογικές εξάρσεις, αφορισμούς και μονομέρειες αλλά με  τεκμηριωμένο κριτικό λόγο που προάγει το επίπεδο της κοινωνίας και την ποιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος.

 

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 31.1.2024

 

 

 

Υπεράσπιση του άρθρου 16 του Συντάγματος: Όψιμος και επιλεκτικός συνταγματικός πατριωτισμός

Βασίλης Σκουρής, ομ. Καθηγητής ΑΠΘ, πρώην Πρόεδρος Δικαστηρίου ΕΕ

Ι. Το πρόβλημα

[1] Στη συζήτηση για την (αντι)συνταγματικότητα του νόμου 5094/2024 κατά το μέρος που ρυθμίζει την εγκατάσταση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων μέσω μη κρατικών «Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης» εξακολουθούν να πυκνώνουν οι φωνές όσων υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία στον τομέα αυτό προϋποθέτει την αναθεώρηση του αυστηρά διατυπωμένου άρθρου 16 του Συντάγματος και άρα (θα) έπρεπε τουλάχιστον να αναβληθεί, μέχρι να κινηθεί και να ολοκληρωθεί η αναθεωρητική διαδικασία. Το δε επιχείρημα ότι η απαγόρευση ίδρυσης και λειτουργίας μη κρατικών αει στην Ελλάδα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε λόγω της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου πρέπει να βρεθεί μία λύση στο επίπεδο της εθνικής έννομης τάξης, απορρίπτεται λόγω της κατηγορηματικής διατύπωσης της ενλόγω (εθνικής) απαγόρευσης. Προκαλεί μάλιστα εντύπωση ότι δεν λείπουν και οι προειδοποιήσεις ότι αν επιχειρηθεί μία παράκαμψη του Συντάγματος στο θέμα των μη κρατικών πανεπιστημίων με την επίκληση του ενωσιακού δικαίου, αλλοιώνονται τα βασικά χαρακτηριστικά του καταστατικού μας χάρτη, ενώ παράλληλα ανοίγει ο επικίνδυνος δρόμος για «κρυφές» αναθεωρήσεις του Συντάγματος πέρα και έξω από τις προβλεπόμενες διαδικασίες[1].

ΙΙ. Σύγκρουση με το δίκαιο της ΕΕ

[2] Οι έντονες αυτές αντιδράσεις αποπνέουν και συντηρούν ένα «συνταγματικό πατριωτισμό», δεν δίδουν όμως λύση στο πρόβλημα. Ότι υπάρχει πολλαπλή σύγκρουση του άρθρου 16 του Συντάγματος με το δίκαιο της ΕΕ προκύπτει με σαφήνεια από μία πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, η οποία συνδέει την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών ιδρθμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αφενός με τις κλασικές και θεμελιώδεις ελευθερίες που διέπουν  την εγκαθίδρυση της (ενιαίας) εσωτερικής αγοράς (ελεύθερη εγκατάσταση επιχειρήσεων, ελεύθερη προσφορά υπηρεσιών από ιδιώτες και επιχειρήσεις) και αφετέρου με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ (ελευθερία της τέχνης και της επιστήμης, ακαδημαϊκή ελευθερία, ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, επιχειρηματική ελευθερία), ενώ σημαντικός ρόλος αποδίδεται στις υποχρεώσεις που απορρέουν και για την Ελλάδα από τη συμμετοχή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου[2]. Τις σοβαρές διαστάσεις του θέματος αναδείξαμε με τον Ευάγγελο Βενιζέλο στην πρόσφατη γνωμοδότησή μας με τίτλο «Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 16 παρ. 5 και 8 του Συντάγματος και τα περιθώρια ανάληψης νομοθετικών μέτρων στο πεδίο της μη κρατικής ανώτατης εκπαίδευσης» που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Σάκκουλα.

[3] Αν λοιπόν έχουμε ως υπόθεση εργασίας ότι όντως υπάρχει αντίθεση του Συντάγματος με πλείστες όσες εγγυήσεις του ενωσιακού δικαίου, επιβάλλεται να αναζητήσουμε και να εντοπίσουμε την ενδεικνυόμενη λύση. Η νομική επιστήμη μας παρέχει τα εργαλεία εκείνα που μας επιτρέπουν να εξομαλύνουμε και όχι να διατηρούμε – ή και να επιτείνουμε – τις αντιθέσεις μεταξύ δύο κανόνων και, όπου διαπιστώνουμε ότι υπάρχει σύγκρουση, η κατάληξη δεν μπορεί να είναι άλλη παρά ο παραμερισμός ενός από τους δύο. Η διατήρηση μίας παρόμοιας εκκρεμότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς λύση είναι τουλάχιστον ανορθόδοξη.

ΙΙΙ. Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 16 του Συντάγματος

[4] Με τον Ευάγγελο Βενιζέλο προτείναμε τη διέξοδο της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 16. Μας αντιτάσσεται ότι οι σχετικές με τα αει ρυθμίσεις είναι σαφείς και κατηγορηματικές και δεν αφήνουν περιθώρια για ερμηνεία. Ωστόσο όσοι επίμονα χαρακτηρίζουν τις ενλόγω συνταγματικές ρυθμίσεις σαφείς και ανεπίδεκτες ηπιότερης και προσαρμοστικής ερμηνείας, δεν επιδεικνύουν την ίδια ευαισθησία σε άλλες περιπτώσεις που ανήκουν και αυτές στο κεφάλαιο για τα συνταγματικά και κοινωνικά δικαιώματα και έχουν προσλάβει στη διάρκεια του χρόνου ισχύος του Συντάγματος διαφορετικό περιεχόμενο λόγω ακριβώς της επίδρασης του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου.

  1. Κάμψεις άλλων διατάξεων του Συντάγματος ενόψει του δικαίου της ΕΕ: Άρθρα 4 παρ. 4, 15 παρ. 2 και 14 παρ.9

[5] Είναι άραγε λιγότερο σαφής η μη υποκείμενη σε αναθεώρηση διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4[3], σύμφωνα με την οποία «μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες, εκτός από τις εξαιρέσεις που εισάγονται με ειδικούς νόμους» και ποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι ο αποκλεισμός Ευρωπαίων πολιτών από θέσεις του δημόσιου τομέα ισχύει και σήμερα στην αρχική και αυστηρή μορφή του; Είναι ή δεν είναι ακριβές ότι έχει επικρατήσει μία άκρως συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 4 παρ. 4, για να αποφευχθεί η ρήξη με το ενωσιακό πλέγμα των θεμελιωδών ελευθεριών; Ακριβώς επειδή εδώ δεν υπάρχει η επιλογή της αναθεώρησης, πρέπει να βρεθεί άλλη λύση και αυτή δεν μπορεί παρά να είναι η γενναία συρρίκνωση της εμβέλειας του άρθρου 4 παρ. 4, ώστε ως «Έλληνες» να νοούνται κατά κανόνα οι Ευρωπαίοι πολίτες και μόνο κατ΄εξαίρεση να αποτελεί η ελληνική ιθαγένεια θεμιτό κριτήριο για διορισμό σε θέση του δημόσιου τομέα. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα ήταν αντίθετη με τις θεμελιώδεις ελευθερίες που κατοχυρώνουν οι ευρωπαϊκές Συνθήκες[4], όπως αυτές έχουν κατ΄επανάληψη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο της ΕΕ[5].

[6] Πέρα από το άρθρο 4 παρ. 4, ποια είναι η θέση των οπαδών της αυστηρής ερμηνείας του άρθρου 16 για το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος που σε πείσμα των εξελίξεων εξακολουθεί να ορίζει (επίσης κατηγορηματικά!) ότι η «ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους»; Υπάρχει κάποιος που υποστηρίζει ότι το Κράτος (και μάλιστα με κεφαλαίο Κάπα!) ασκεί έλεγχο (και μάλιστα άμεσο!) στο σημερινό ραδιοτηλεοπτικό πεδίο; Ποιο είναι ακριβώς το καθεστώς που διέπει τις (ραδιο)τηλεοπτικές άδειες; Και πόσοι αναλογίζονται ότι τις πρώτες (προσωρινές) άδειες που έλαβαν ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί είχε χορηγήσει η κυβέρνηση Τζανετάκη το καλοκαίρι του 1989 με πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου που αγνόησαν εντελώς τις προβλέψεις του άρθρου 15 του Συντάγματος και στηρίχθηκαν αποκλειστικά (!)  στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ; Με άλλες λέξεις, θεωρεί κανείς ότι και στις ημέρες μας η ραδιοτηλεόραση λειτουργεί υπό τον άμεσο έλεγχο του Κράτους ή μήπως χωρίς  καθόλου ή μόνο με στοιχειώδη έλεγχο; Υπενθυμίζω εδώ ότι, όταν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 φούντωσε στη χώρα μας η συζήτηση για την κατάργηση του ραδιοτηλεοπτικού μονοπωλίου που όντως τότε κατείχε και ασκούσε το κράτος, σπουδαίο ρόλο  πάλι έπαιξε το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο με την Οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα[6], ενώ στην ίδια την εξέλιξη του δικαίου της Ένωσης συνέβαλε το προδικαστικό ερώτημα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης του 1989 που οδήγησε στην απόφαση του ΔΕΕ της 18/6/1991, γνωστής ως «ΕΡΤ»[7].

[7] Τέλος: Δεν αποτελεί άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα η περιπέτεια του «βασικού μετόχου» με την αναθεωρημένη ρύθμιση του άρθρου 14 παρ. 9 και την ερμηνευτική συρρίκνωσή της από το Δικαστήριο της ΕΕ και στη συνέχεια από το Συμβούλιο της Επικρατείας; Σε ποιον βαθμό μπόρεσε εδώ ο συνταγματικός νομοθέτης να υλοποιήσει την πρόθεσή του για την επιβολή αυστηρού ασυμβιβάστου μεταξύ της ιδιότητας «του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης μέσων ενημέρωσης» με την ιδιότητα  «του ιδιοκτήτη, του εταίρου, του βασικού μετόχου ή του διευθυντικού στελέχους επιχείρησης που αναλαμβάνει έναντι του Δημοσίου ή νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα την εκτέλεση έργων ή προμηθειών ή την παροχή υπηρεσιών»[8]; Έχουμε επίσης συνειδητοποιήσει επαρκώς ότι η υποχώρηση του Συντάγματος οφείλεται εδώ στην αντίθεσή του όχι με το πρωτογενές δίκαιο της ΄Ένωσης, αλλά με τις Οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις[9];

  1. Ποια είναι η ιδιαιτερότητα του άρθρου 16;

[8] Έχοντας υπόψη τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα το ερώτημα για ποιον λόγο οι ερμηνευτικές αυτές λύσεις (και διέξοδοι) έγιναν δεκτές για το άρθρο 4 παρ. 4, το άρθρο 14 παρ. 9 και το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος χωρίς ουσιαστικές διαμαρτυρίες και αντιδράσεις, ενώ στο πλαίσιο του άρθρου 16 προβάλλονται ισχυρές και ηχηρές αντιστάσεις; Είναι βέβαιο ότι τόσο η νομολογία, όσο και η θεωρία κατέβαλαν φιλότιμες και επιτυχημένες προσπάθειες, ώστε να συμβαδίσουν τα άρθρα 4 παρ. 4, 14 παρ. 9 και 15 παρ. 2 με τις νεώτερες εξελίξεις και τις ανάγκες της εποχής, χωρίς να αναζητηθεί η προηγούμενη αναθεώρησή τους. Καλό θα ήταν λοιπόν να χαμηλώσουν οι τόνοι και να παύσει ο «υπέρ πάντων αγώνας» για τη διατήρηση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση.

[9] Φαίνεται καθαρά ότι το ζήτημα της απαγόρευσης ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα μας δεν αντιμετωπίζεται κυρίως με νομικούς, αλλά με  ιδεολογικούς όρους. Όσοι υποστηρίζουν την αδυναμία της ερμηνευτικής προσαρμογής του άρθρου 16 του Συντάγματος, διακατέχονται από ένα ιδιότυπο «συνταγματικό πατριωτισμό» και θέλουν στην πραγματικότητα να αμφισβητήσουν – αν όχι και να αποτινάξουν – την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού έναντι του εθνικού δικαίου, τουλάχιστον όταν εμπλέκεται – και άρα μπορεί να θιγεί – το εθνικό Σύνταγμα. Είναι όμως ανεδαφικό να επανερχόμαστε σε θέματα που έχουν διευθετηθεί ήδη στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, στηρίζονται σε πάγια και αδιατάρακτη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ και συμπυκνώνονται στην αρχή ότι το σύνολο του ενωσιακού δικαίου υπερέχει του συνόλου του εθνικού δικαίου[10].

  1. Υπεροχή του δικαίου της ΕΕ έναντι του εθνικού δικαίου

[10] Η αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου είναι μία κατάκτηση του νομικού πολιτισμού μας που επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «ένωσης δικαίου»[11]. Δεν νοείται λοιπόν εξαίρεση υπέρ του Συντάγματος, οπότε η ενδεχόμενη σύγκρουση ενωσιακών και εθνικών συνταγματικών κανόνων δεν θα αρθεί εις βάρος του ενωσιακού δικαίου, αλλά με υποχώρηση του Συντάγματος, που θα επιτευχθεί είτε με την κίνηση (και ολοκλήρωση!) της διαδικασίας αναθεώρησης, είτε με τη χρήση των ερμηνευτικών εργαλείων που έχουμε στη διάθεσή μας. Ασφαλώς η προτεραιότητα ανήκει στην εξάντληση όλων των διαθέσιμων ερμηνευτικών εργαλείων για την άμεση διευθέτηση του ζητήματος. Η σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος λειαίνει τη σύγκρουση και λειτουργεί αμέσως, διασφαλίζοντας την αρμονική και αδιατάρακτη συμβίωση και του Συντάγματος και του δικαίου της ΕΕ. Όμως στον βαθμό που η συνύπαρξη αυτή είναι πράγματι αδύνατη, τότε ο εφαρμοστής του δικαίου οφείλει να ακολουθήσει τον κρίσιμο κανόνα του ενωσιακού δικαίου και αντίστοιχα να παραμερίσει την επίμαχη συνταγματική διάταξη. Αν στην περίπτωση αυτή η εναρμόνιση ολοκληρωθεί (και) με ρητή αναθεώρηση του Συντάγματος, είναι θέμα του εθνικού δικαίου και εξαρτάται από τους κανόνες και τους ρυθμούς, στους οποίους υπακούει η αναθεώρηση. Πάντως, δεν νοείται να ανασταλεί, έστω και προσωρινά, η εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να συντελεσθεί η (ενδεχόμενη) αναθεώρηση, διότι σ΄αυτό ακριβώς το σημείο έγκειται η σημασία της «υπεροχής» του δικαίου της ΕΕ.

  1. Συνταγματικός πατριωτισμός

[11] Τότε τι είναι αυτό που εμποδίζει να διευθετήσουμε με ανάλογο και ειρηνικό τρόπο τη σύγκρουση του άρθρου 16 του Συνάγματος με το ενωσιακό δίκαιο; Ένας όψιμος και επιλεκτικός συνταγματικός πατριωτισμός[12]. Είναι όψιμος, διότι παρουσιάζεται με «χρονοκαθυστέρηση»  και με απότομο τρόπο 43 έτη μετά την προσχώρηση της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Και είναι επιλεκτικός, διότι όπως είδαμε, ο παραμερισμός των περιοριστικών ρητρών που εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο σώμα των άρθρων 4 παρ. 4, 14 παρ. 9 και 15 παρ. 2 του Συντάγματος χάριν της επικράτησης του δικαίου της ΕΕ δεν είχε κινητοποιήσει τα συνταγματικά αντανακλαστικά συναδέλφων, που φαίνονται να ανέχονται την (άτακτη;) υποχώρηση της κανονιστικής εμβέλειας των ενλόγω διατάξεων, ενώ την αρνούνται για το άρθρο 16.

α) Μετρήσεις και αναμετρήσεις: Η ανοικτή κοινωνία των συνταγματολόγων

[12] ‘Ένα πρώτο στοιχείο που κυριαρχεί στην καλλιέργεια μίας αίσθησης συνταγματικής αυταρέσκειας είναι η δημιουργία ενός κλίματος αναμέτρησης μεταξύ των «συνταγματολόγων» που υπερασπίζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή, δηλαδή την πιστή τήρηση των απαγορεύσεων που προβλέπονται στο άρθρο 16 ή την πρόταση προσαρμογής των συνταγματικών διατάξεων στα δεδομένα του δικαίου της Ένωσης. Χρησιμοποιώ δε τον όρο «αναμέτρηση», διότι παρατήρησα ότι από οπαδούς της συνταγματικής καθαρότητας επιχειρείται η μέτρηση των δύο ομάδων και επισημαίνεται ότι είναι περισσότεροι όσοι ανήκουν στις τάξεις τους. Δεν έχω καμία διάθεση ούτε λόγο να αμφισβητήσω τις μετρήσεις που με κατατάσσουν στη μειοψηφία. Εντυπωσιάζομαι όμως με την αγωνιώδη προσπάθεια αυτών που υποστηρίζουν  την άτεγκτη εφαρμογή των απαγορεύσεων του άρθρου 16 να μετρήσουν – κυριολεκτικά – δυνάμεις, διότι μέχρι σήμερα πίστευα – μάλλον αφελώς – ότι η επιστημονική αλήθεια σε εριζόμενα ζητήματα δεν είναι κτήμα της πλειοψηφίας, αλλά αποτέλεσμα της αξίας και της πειθούς των επιχειρημάτων της κάθε πλευράς[13]. Θυμούμαι δε ότι ένας πολύ αξιόλογος Γερμανός καθηγητής, ο Peter Häberle, είχε δημοσιεύσει στα μέσα της δεκαετίας του 1970 μία εξαιρετική μελέτη υπό τον εύγλωττο τίτλο «η ανοικτή κοινωνία των ερμηνευτών του Συντάγματος»[14], όπου ακριβώς υποστήριζε ότι το προνόμιο της ερμηνείας του Συντάγματος δεν ανήκει σε ένα κλειστό κύκλο «συνταγματολόγων», αλλά στην ανοικτή κοινωνία, δηλαδή σε όλους εκείνους που συμβάλλουν ή επιθυμούν να συμβάλουν στην ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων.

β) Προνομιακή μεταχείριση του Συντάγματος 

[13] Ο συνταγματικός πατριωτισμός απέναντι στις επιταγές του δικαίου της ΕΕ εκφράζεται στη συνήθη του μορφή, όταν ναι μεν αναγνωρίζεται η υπεροχή του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού με την εξαίρεση όμως του Συντάγματος ή τουλάχιστον των βασικών αρχών του. Επειδή έχω αναλυτικά εκφρασθεί στο θέμα αυτό, δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα επιχειρήματά μου, αλλά περιορίζομαι να υπογραμμίσω ότι δεν νοείται μερική και à la carte υπεροχή, διότι η σύγκριση γίνεται μεταξύ του (συνόλου του) ενωσιακού δικαίου και του (συνόλου του) εθνικού δικαίου και καταλήγει στη θέση ότι η ενωσιακή έννομη τάξη προηγείται και υπερέχει της εθνικής έννομης τάξης χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς διακρίσεις και χωρίς εκπτώσεις[15]. Η προνομιακή μεταχείριση του Συντάγματος (ή βασικών τμημάτων του) δεν δικαιολογείται και δεν στηρίζεται σε πειστικά επιχειρήματα, ενώ ενισχύει την επιστημονική εσωστρέφεια και εκμηδενίζει τις προοπτικές αρμονικής συμβίωσης του εθνικού Συντάγματος με το δίκαιο της ΕΕ.

γ) Αντίσταση κατά της βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος;

[14] Στην απόλυτή του μορφή ο συνταγματικός πατριωτισμός κάνει την – ομολογώ: απροσδόκητη – εμφάνισή του στο πλαίσιο του άρθρου 16, όταν μεταξύ των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί υπέρ της συνεχούς και συνεπούς απαγόρευσης μη κρατικών πανεπιστημίων χρησιμοποιείται το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος (!), προκειμένου να αποτραπεί η κατάλυσή του μέσω της ψήφισης του  νόμου για την εγκατάσταση στην Ελλάδα παραρτημάτων ξένων αει. Κινητοποιείται δηλαδή η ιστορικά και συναισθηματικά φορτισμένη ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος και καλούνται οι πολίτες να αποσοβήσουν τον κίνδυνο της βίαιης[16] κατάλυσης της συνταγματικής τάξης, η οποία κατά τους οπαδούς της άποψης αυτής απειλείται, αν επιβληθούν εκπτώσεις στην απαγόρευση ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων!

[15] Με το άρθρο 120 παρ. 4 η «τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται  να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Όπως εύστοχα σημειώνει ο Φίλιππος Σπυρόπουλος «κατάλυση του Συντάγματος είναι η de facto απώλεια της ισχύος του, που επέρχεται, όταν εκμηδενισθεί η αποτελεσματικότητά του»[17]. Τότε όμως η επίκληση της διάταξης εκμέρους ορισμένων συναδέλφων που αντιδρούν στην ερμηνευτική συρρίκνωση του άρθρου 16 είναι τουλάχιστον αμήχανη και οπωσδήποτε υπερβολική. Η ενεργοποίησή της – με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη μορφή και την ένταση της απαιτούμενης αντίστασης – προϋποθέτει την απόπειρα  βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος, οπότε απαιτείται μεγάλη φαντασία για να υποθέσουμε ότι τέτοιος κίνδυνος υφίσταται, όταν προτείνεται μία νέα και διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση της προβλεπόμενης στο άρθρο 16 απαγόρευσης ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων.

[16] Ακόμη και αν δεχόμασταν ότι και η παραμικρή μετακίνηση από το γράμμα του άρθρου 16 δεν επιτρέπεται, διότι διακυβεύονται (δυσδιάκριτα) ύψιστα αγαθά, απόπειρα κατάλυσης πάντως δεν συνιστά η πρόταση περιορισμού της θεσπιζόμενης για τα μη κρατικά αει απαγόρευσης ίδρυσής τους. Αν μάλιστα υποθέσουμε ότι η ερμηνευτική άμβλυνση του άρθρου 16 συντελείται πράγματι και στη συνέχεια κρίνεται αντισυνταγματική, πάλι δεν βρισκόμαστε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 120 παρ. 4, αλλά έχουμε να διαχειρισθούμε ένα κλασικό ζήτημα αντισυνταγματικότητας που θεραπεύεται με τα οριζόμενα στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος κλασικά εργαλεία αντιμετώπισης του φαινομένου. Και οπωσδήποτε αποτελεί μνημείο παραδοξότητας η ιδέα ότι η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων εξισούται με μία προσπάθεια βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος, την οποία λόγω του άρθρου 120 παρ. 4 δικαιούνται και υποχρεούνται να αποκρούσουν οι Έλληνες πολίτες.

ΙV. Επίμετρο

[17] Κλείνοντας, για να είμαι ειλικρινής, μπορώ να κατανοήσω μέχρι ένα βαθμό – χωρίς φυσικά να την ασπάζομαι – την αντίδραση στην ερμηνευτική συρρίκνωση του άρθρου 16 του Συντάγματος ως προς την ίδρυση και λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η διατύπωση των σχετικών απαγορεύσεων στο Σύνταγμα γίνεται με αυστηρό τρόπο, οπότε για να επιτευχθεί η (επιβαλλόμενη) κάμψη τους απαιτείται ερμηνευτική ευρηματικότητα.  Θεωρώ όμως απολύτως αβάσιμη κάθε σκέψη να επιστρατευθεί το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος ως μέσο αντίστασης κατά της εξέλιξης αυτής. Τέτοιου είδους ερμηνευτικές ακροβασίες μέσω της ενεργοποίησης ενός (όψιμου και εκλεκτικού) συνταγματικού πατριωτισμού εμποδίζουν την ενεργό συμμετοχή μας στον θεσμικό διάλογο που διεξάγεται στον ευρωπαϊκό και γενικότερα στον διεθνή χώρο και μας καταδικάζουν σε ένα στείρο επαρχιωτισμό. Είναι πραγματικά κρίμα να εθελοτυφλούμε αγνοώντας την έκταση της διεθνοποίησης του εθνικού δικαίου[18], να περιχαρακώνουμε παρωχημένες συνταγματικές επιλογές που είναι αντίθετες με το ενωσιακό δίκαιο, να διαιωνίζουμε άσκοπες και καταδικασμένες σε αποτυχία συγκρούσεις και να ξοδεύουμε πνευματικές δυνάμεις σε μάχες οπισθοφυλακής.

 

 

[1] Ας μου συγχωρήσουν οι συνάδελφοι την απουσία ονομαστικών αναφορών που οφείλονται στον φόβο ότι μπορεί κάποιους να παραλείψω ή να μην τους κατατάξω ορθά  στις υποκατηγορίες που έχουν σχηματισθεί, αφού δεν εκφράζουν όλοι τις  ίδιες ακριβώς θέσεις και ασφαλώς εμφανίζουν αποχρώσεις στις τοποθετήσεις τους. Απολογούμαι επίσης σε εκείνους, με τους οποίους μοιραζόμαστε συναφείς απόψεις, διότι επίσης δεν τους αναφέρω ονομαστικά. Σκοπός μου δεν είναι να πείσω επικαλούμενος ηχηρά ονόματα, αλλά παρουσιάζοντας επιχειρήματα.

[2] Βλ. ιδίως ΔΕΕ, Απόφαση της 6/10/2020, υπόθεση C-66/18, Επιτροπή/Ουγγαρία, ECLI:EU:C:2020:792.

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υπόκειται σε αναθεώρηση, μεταξύ άλλων, και το άρθρο 4 παρ. 4.

[4] Η βασική γραμμή του ΔΕΕ είναι ότι αποκλεισμοί Ευρωπαίων πολιτών χωρούν μόνο, όταν η επίμαχη θέση συνδέεται άμεσα με άσκηση δημόσιας εξουσίας: Βλ. τις παρατηρήσεις του Γ. Ζιάμου, εις: Β. Σκουρή, Συνθήκη της Λισσαβώνας. Ερμηνεία κατ΄άρθρον, 2020, άρθρο 45 ΣΛΕΕ, αρ. περ. 42 με παραδείγματα από τη νομολογία.

[5] Στη μονογραφία της «Εθνικό Σύνταγμα και κοινοτικό δίκαιο: Το ζήτημα της υπεροχής», 2009,  η Λίνα Παπαδοπούλου παραθέτει χαρακτηριστικά «παραδείγματα σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας και σιωπηρής τροποποίησης του Συντάγματος μέσω του κοινοτικού δικαίου», ξεκινώντας ακριβώς με το άρθρο 4 παρ. 4: Βλ. την ανάπτυξη και τις παραπομπές στις σελ. 454-458.

[6] Οδηγία του Συμβουλίου 89/552/ΕΟΚ της 3/11/1989 «για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων» που επικράτησε να αποκαλείται «Τηλεόραση χωρίς σύνορα». Για την κατάσταση που επικρατούσε μέχρι το 1990 βλ. τη μελέτη μου «Άρθρο 15 του Συντάγματος: Μία ελευθερία υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους;», που δημοσιεύθηκε στην ΕΕΕυρΔ 1989, σελ. 93-206 και αναδημοσιεύθηκε στη συλλογή μελετών «Προσανατολισμοί στο δημόσιο δίκαιο Ι», 1996, σελ. 189-202, όπου υπάρχουν παραπομπές στη βιβλιογραφία της εποχής.

[7] ΔΕΕ, Απόφαση της 18/6/1991, υπόθεση  C-269/89, ΕΡΤ ΑΕ, ECLI:EU:C:1991:254. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση αυτή παραπέμπεται σε νεώτερες αποφάσεις του ΔΕΕ ως απόφαση-σταθμός για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου πριν από τη θέση σε ισχύ του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (βλ. ιδίως σκέψεις 41-45).

[8] Όταν μάλιστα η απαγόρευση καταλαμβάνει και κάθε είδους παρένθετα πρόσωπα, όπως συζύγους, συγγενείς, οικονομικά εξαρτημένα άτομα ή εταιρείες!

[9] Βλ. τις συμβολές των Αντώνη Μανιτάκη, Η προτεραιότητα εφαρμογής του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του Συντάγματος, η εναρμονισμένη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία του και η τεχνική της αναλογικότητας (με αφορμή το τέλος του βασικού μετόχου), εις: Το Δικαστήριο της ΕΕ: Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Τόμος προς τιμήν του Β. Σκουρή, 2016, σλ. 97-142, και Χρήστου Ράμμου, Ο Αντώνης Μανιτάκης, η δικαστική περιπέτεια του Βασικού Μετόχου και οι σχέσεις εθνικού και ευρωπαϊκού Δικαίου, εις: Το Σύνταγμα εν εξελίξει, Τιμητικός Τόμος για τον Αντώνη Μανιτάκη, 2019, σελ. 529-554.

[10] Βλ. τη μελέτη μου «Η υπεροχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης έναντι του εθνικού δικαίου», ΕΕΕυρΔ 2021, σελ. 463 επ., που κυκλοφόρησε και στα γερμανικά υπό τον τίτλο „Der Vorrang des europäischen Unionsrechts vor dem nationalen Recht. Unionsrecht bricht nationales Recht“, Europarecht 2021, σελ. 3 επ.

[11]  Βλ. ιδίως το σύγγραμμα του Ιωάννη Σαρμά, Η Ένωση δικαίου. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2022, καθώς και τη μελέτη μου « L’Union européenne en tant que communauté des valeurs. L’exemple de l’Etat de droit», in : L’exigence de justice.  Mélanges en l’honneur de Robert Badinter, Dalloz 2016, σελ. 701 επ.

[12] Ο όρος δεν είναι νέος και έχει τύχει προσοχής κυρίως στη Γερμανία αρχής γενομένης από τον Dolf Sternberger, πρώτα σε άρθρο του στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung της 27/1/1970 και στη συνέχεια στο έργο του Verfassungspatriotismus, Insel, Frankfurt a.M., 1990. Για τη σύγχρονη σημασία του συνταγματικού πατριωτισμού και τη σχέση του με το δίκαιο της ΕΕ βλ. τη μελέτη μου „Die mitgliedstaatlichen Verfassungen nach fünfzig Jahren europäischer Integration – Bemerkungen am Beispiel des Grundgesetzes“, εις:  K. Stern, 60 Jahre Grundgesetz. Das Grundgesetz für die Bundesrepublik Deutschland im Europäischen Verfassungsverbund, C.H.Beck, München 2009, σελ. 38 (47 επ.).

[13] Για τον λόγο αυτό δεν μπορώ να μην σχολιάσω την εμφάνιση δήλωσης με υπογραφές συνταγματολόγων που αντιτίθενται στη μεταρρύθμιση και συνυπογράφουν ενιαίο κείμενο θέσεων ή τη δημοσίευση ψηφίσματος επιστημονικού σωματείου με ευρωπαϊκό πρόσημο και με αντίστοιχο περιεχόμενο.

[14] Die offene Gesellschaft der Verfassungsinterpreten. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Juristenzeitung, 1975, σελ. 297-305 και 178, και αναδημοσιεύθηκε στον ογκώδη τόμο «Verfassung als öffentlicher Prozess. Materialien zu einer Verfassungstheorie der offenen Gesellschaft», 1996, Schriften zum öffentlichen Recht, Band 353, 2η εκδ., Duncker & Humblot, Berlin, 1996, σελ. 155 -181. Σημειώνω ακόμη ότι ο Peter Häberle είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

[15] Η πάγια νομολογία του ΔΕΕ συγκροτείται από τις εμβληματικές αποφάσεις Costa/Enel, Internationale Handelsgesellschaft και Simmenthal, για τις οποίες βλ. τη μελέτη μου που αναφέρεται στην υποσημ.7, σελ. 464-465.

[16] Αν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς ότι απειλείται κατάλυση του Συντάγματος λόγω της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, είναι ακόμη δυσκολότερο να θεμελιωθεί η θέση ότι αυτή η κατάλυση γίνεται με  «βίαιο» τρόπο.

[17] Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, 1987, σελ. 51. Βλ. επίσης την πρωτότυπη προσέγγιση του Αντώνη Μανιτάκη, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ.. 4 του Συντάγματος. Μεταξύ ηθικοπολιτικού δικαιώματος, πραγματικού γεγονότος και  εκδήλωσης συνταγματικού πατριωτισμού, ΝοΒ 2004, σελ. 905 επ.

[18] Για την εξέλιξη αυτή βλ. το άρθρο μου με τίτλο «Η διεθνοποίηση του εθνικού δικαίου: καταληκτική ομιλία στο Συνέδριο της Νομικής Σχολής (Θεσσαλονίκης) με αφορμή τα 90 χρόνια λειτουργίας της». ΕΕΕυρΔ 2021, σελ. 1-4.

Ανεξάρτητη Αρχή Εκλογών;

Απόστολος Ι. Παπατόλιας, δρ. δημοσίου δικαίου, πρ. νομάρχης

Το κυβερνητικό αφήγημα για το «σκάνδαλο Ασημακοπούλου» συνοψίζεται στο ότι τα προσωπικά δεδομένα χιλιάδων ψηφοφόρων διέρρευσαν κατά τους δύο μήνες θητείας μιας υπηρεσιακής υπουργού, επειδή κάποια στελέχη του κυβερνώντος κόμματος περίμεναν αυτό το «παράθυρο ευκαιρίας» για «να κάνουν τη λαδιά τους». Αντί σχολίων για τον βαθμό πειστικότητας αυτής της επιχειρηματολογίας, αξίζει να εστιάσουμε στο ουσιαστικό ζήτημα που φέρνει στο φως η υπόθεση της διαρροής. Αυτό δεν είναι άλλο από το πολυσύνθετο φαινόμενο της «κομματικοποίησης του κράτους», είτε πρόκειται για τη χωρίς όρους και όρια αλληλοδιείσδυση δημόσιας σφαίρας και οργανωμένων κομματικών συμφερόντων είτε για την ανεξέλεγκτη δράση κομματικών παρα-συστημάτων που λυμαίνονται τον δημόσιο χώρο, εξασφαλίζοντας ποικίλα ωφελήματα. Έχει σημασία να αντιληφθούμε ότι το πραγματικό διακύβευμα των διαρροών δεν εξαντλείται σε κάποια μεμονωμένα «παράθυρα ευκαιρίας» (για «λαδιές» και «αρπαχτές») που δήθεν ανοίγουν διάπλατα όταν αναλαμβάνουν υπηρεσιακές ή εκλογικές κυβερνήσεις. Είναι σύμπτωμα μιας γενικότερης νοσηρότητας που αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα του μοντέλου διακυβέρνησης στη χώρα μας, το οποίο, ελλείψει σοβαρών θεσμικών και κοινωνικών αντιβάρων, ενθαρρύνει και τις πρακτικές της πελατειακής λαφυραγώγησης και τα κυκλώματα κομματικής παρα-εξουσίας.

Το μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» που ίσως ανοίγει μετά τις τελευταίες εξελίξεις είναι αυτό των αναγκαίων θεσμικών μεταρρυθμίσεων για τη θωράκιση του ανόθευτου εκλογικού ανταγωνισμού. Είναι γεγονός ότι μετά τα Τέμπη, το σκάνδαλο της διαρροής των μαίιλς επαναφέρει πιεστικά στο προσκήνιο τα θέματα της ποικιλοτρόπως νοούμενης «ασφάλειας» ζωτικών αγαθών και δικαιωμάτων, καθώς και της επάρκειας των δημόσιων εγγυήσεων για την προστασία τους.

Παράλληλα, ωριμάζει η ιδέα ότι το Κράτος, υπό τη σημερινή του μορφή, θα συνεχίσει να γεννά πρακτικές διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας, όσο δεν διδασκόμαστε από τις καλές πρακτικές του εξωτερικού και δεν εμπιστευόμαστε σε μια πραγματικά Ανεξάρτητη Αρχή την όλη ευθύνη διεξαγωγής των εκλογών. Η θεσμική αυτή διέξοδος αυτή αποτελεί ίσως μονόδρομο, όταν η δημόσια ζωή υπονομεύεται τόσο καίρια -ιδίως εν όψει της μεταρρύθμισης της επιστολικής ψήφου- στα ευαίσθητα πεδία της μυστικότητας και της γνησιότητας της εκλογικής διαδικασίας.

Ας αναλογιστούμε ότι, χάρη σε αντίστοιχες θεσμικές εγγυήσεις, η επιστολική ψήφος εφαρμόζεται αδιατάρακτα σε πολλά δημοκρατικά κράτη για περισσότερο από 50 περίπου χρόνια, ενώ και η ηλεκτρονική ψήφος ευδοκιμεί (σε λιγότερες χώρες) χωρίς ιδιαίτερες περιπλοκές. Είναι πράγματι θλιβερή η διαπίστωση ότι την ίδια στιγμή στη χώρα μας παλεύουμε ακόμη για τα αυτονόητα.

Επειδή η αξιοπιστία των εκλογών έχει «πυρηνική» σημασία για τη λειτουργία της δημοκρατίας, κόμματα και κυβέρνηση οφείλουν ως τάχιστα να συνεννοηθούν για να υιοθετήσουν εδώ και τώρα μέτρα και παρεμβάσεις που δεν θα επιτρέψουν στο εγγύς μέλλον καμία αμφισβήτηση της γνησιότητας της εκλογικής διαδικασίας. Η θεσμοθέτηση Ανεξάρτητης Αρχής αρμόδιας για τη διαχείριση όλων των θεμάτων σχετικά με τις εκλογές είναι το πρώτο και το πιο ουσιαστικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Βήμα που φαντάζει ακόμη πιο αναγκαίο εν όψει και της περίεργης «αφωνίας» της διακομματικής επιτροπής, που υποτίθεται ότι ασκούσε ουσιαστικό ρόλο ως προς την πολιτική εποπτεία της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης.

 

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ 28.3.2024

 

 

Η σύσταση και λειτουργία Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων από Κοινωφελή Ιδρύματα

Μιχαήλ Εμμ.Βροντάκης, επίτιμος Αντιπρόεδρος ΣτΕ

Ι.1. Αποτελεί στη δημόσια συζήτηση «σημείον αντιλεγόμενον» το κατά πόσον είναι συμβατή με το Σύνταγμα η σύσταση και λειτουργία Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων από Κοινωφελή Ιδρύματα.

  1. Η εν προκειμένω υποστηριζόμενη θέση είναι ότι το Σύνταγμα δεν την αποκλείει a priori, αλλά την εξαρτά εν πρώτοις εκ του κατά πόσον αυτή θα καταστεί νομοθετικώς επιτρεπτή, και περαιτέρω, εφ’ όσον συμβαίνει τούτο, από την συμμόρφωση προς τους ορισμούς του Νόμου αναφορικά προς τις επιπλέον επιβαλλόμενες συνταγματικώς να τεθούν προς τούτο νομοθετικώς και ισχύουσες προϋποθέσεις και όρους, η οποία συμμόρφωση συνιστά αναγκαίο προαπαιτούμενο για την επιπροσθέτως αξιούμενη συνταγματικώς διοικητική αδειοδότηση.

 

ΙΙ.1. Το Σύνταγμα δεν περιέχει διάταξη που να αποκλείει expressis verbis τη σύσταση και λειτουργία Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων από Κοινωφελή Ιδρύματα. Εκείνο που αποκλείει ρητώς είναι «η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες», ως τοιούτων νοουμένων των συνιστωμένων από ιδιώτες Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ως φορέων επιχειρηματικής δραστηριότητος με αντίστοιχο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών, δραστηριότητος δηλαδή αποσκοπούσης και επιδιωκούσης την επίτευξη και πορισμό εξ αυτής κερδών, όπως κατωτέρω εκτίθεται.

  1. Το επιχείρημα του οποίου γίνεται ευρέως επίκληση προς υποστήριξη της θέσεως ότι δεν είναι συμβατή προς το Σύνταγμα η σύσταση εν γένει μη κρατικών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των συνιστωμένων από Κοινωφελή Ιδρύματα, είναι το προβαλλόμενο ως συναγόμενο a contrario από τη διατύπωση της παρ.5 του άρθρου 16 Συντ., που ορίζει ότι : «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση…», εκλαμβανομένου ως εντεύθεν συναγομένου ότι αυτή η συνταγματική διάταξη νοεί σιωπηρώς ως αποκλειόμενο contrarium, σε σχέση με τη ρητώς θεσπιζόμενη ρύθμιση, τη σύσταση μη κρατικών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων εν γένει.
  2. Με δεδομένο ότι, ως προς τη μεθοδολογία της ερμηνείας του Δικαίου, το argumentum a contrario είναι το λιγότερο ασφαλές νομικό επιχείρημα, εκείνο που επιβάλλεται να ερευνηθεί επισταμένως εν προκειμένω συνιστά το ποίο είναι το όντως αποκλειόμενο σιωπηρώς από τη διάταξη της παρ.5 του άρθρου 16 Συντ. contrarium, σε αντιπαραβολή προς τη ρητώς θεσπιζόμενη με τη διάταξη αυτή ρύθμιση.

Είμαι της γνώμης ότι αυτό το αποκλειόμενο contrarium δεν είναι τα μη κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και εκείνων που συνιστώνται από Κοινωφελή Ιδρύματα. Και τούτο διότι, αν θεωρηθεί, καθ’ υπόθεσιν, ότι κατά τη βούληση του Συνταγματικού Νομοθέτη το οριζόμενο σιωπηρώς ως αποκλειόμενο contrarium με τη θέσπιση της διατάξεως της παρ.5 του άρθρου 16 Συντ., εν όψει του περιεχομένου της διατάξεως αυτής, ήταν εν γένει τα μη κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα στο σύνολό τους, τότε δεν έχει λογικά κανένα νόημα ο expressis verbis οριζόμενος ακολούθως, επαναληπτικώ δήθεν τω τρόπω, αποκλεισμός στην παρ.8 του ιδίου άρθρου εκείνων των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων που συνιστώνται, εξ όλων των μη κρατικών υποκειμένων δικαίου, συγκεκριμένως από ιδιώτες. Ο Νομοθέτης εν γένει, αλλά και κατ’ εξοχήν ο Συνταγματικός Νομοθέτης δεν φλυαρεί, ώστε να αποκλείει εκ νέου ρητώς ό,τι υποτίθεται ότι όντως έχει σιωπηρώς εξ αντιδιαστολής αποκλείσει ως contrarium σε τεθείσα ρύθμιση, προβαίνοντας σε δύο παραγράφους του ιδίου μάλιστα άρθρου στη θέσπιση αλληλοκαλυπτομένων, έστω και εν μέρει, ρυθμίσεων. Μία παραδοχή ότι μία τέτοια αλληλοεπικάλυψη ρυθμίσεων ανταποκρίνεται αληθώς στη βούληση του Συνταγματικού Νομοθέτη δεν θα μπορούσε να γίνει λογικώς αποδεκτή, καθ’ ότι θα συνιστούσε καταφανώς ένα absurdum!

 

III.1. Εν όψει των προεκτεθέντων, αναζητητέο και ερευνητέο τυγχάνει το ποίο είναι εκείνο το contrarium που ορίζεται σιωπηρώς ως αποκλειόμενο με τη θεσπιζόμενη στην παρ.5 του άρθρου 16 Συντ. ρύθμιση. Προς τούτο επιβάλλεται να χρησιμοποιηθούν τα ερμηνευτικά εργαλεία που προσφέρει η μεθοδολογία της ερμηνείας του Δικαίου, κατ’ εξοχήν η συστηματική ερμηνεία και παραπληρωματικά η τελολογική ερμηνεία, για να διαγνωσθεί ποίο είναι στο σύνολό του το θεσπιζόμενο με τη διάταξη του άρθρου 16 Συντ., σκοπουμένη συνολικά και όχι αποσπασματικά, σύστημα ρυθμίσεως, με ειδικότερο συνεκτικό προσδιορισμό τής καθ’ όλου διαρθρώσεως του συστήματος τούτου.

  1. Η παρ.1 του άρθρου 16 Συντ. διαλαμβάνει μία θεσμική-ουσιαστική εγγύηση με αντικείμενο την κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, αποκλείοντας έτσι κρατικές παρεμβάσεις περιοριστικές αυτών των ελευθεριών, υπό την αυτονόητη ρητώς οριζόμενη, ως συμφυή προς την εν λόγω συνταγματική κατοχύρωση, προϋπόθεση ότι η κατοχυρούμενη ακαδημαϊκή ελευθερία και ελευθερία διδασκαλίας δεν απαλλάσουν από το καθήκον υπακοής στο Σύνταγμα.

Η παρ.2 του ιδίου άρθρου ορίζει ώς συνταγματικής περιωπής κρατικό σκοπό, με τον χαρακτηρισμό του μάλιστα ως βασικής κατά το Σύνταγμα αποστολής του Κράτους, την παροχή παιδείας εν γένει στο κοινωνικό σύνολο, διαλαμβάνοντας κατά λογική ακολουθία μία συνταγματική επιταγή για την σύσταση, οργάνωση και λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών παροχής παιδείας. Ορίζει δε περαιτέρω συγκεκριμένα τους επιδιωκτέους με την παροχή παιδείας από το Κράτος στόχους, που τους κατονομάζει ως ειδικότερους κατά το Σύνταγμα σκοπούς.

Οι παρ.3 έως και 7 του άρθρου 16 Συντ. σχετίζονται απολύτως και αναφέρονται μονοσημάντως στην εκπλήρωση της εν λόγω βασικής κατά το Σύνταγμα αποστολής του Κράτους, την παροχή δηλαδή παιδείας όλων των βαθμίδων στο κοινωνικό σύνολο, τόσο της εγκυκλίου παιδείας, όσο και της ανώτερης-επαγγελματικής παιδείας καθώς και της Ανωτάτης Παιδείας. Ειδικότερα οι παρ.5 και 6 αναφέρονται στην παροχή από το Κράτος Ανωτάτης Παιδείας.

Πλέον συγκεκριμένα, ο Συνταγματικός Νομοθέτης, στο άρθρο 16 Συντ., με την παρ.5, αναφορικά με την παροχή από το Κράτος Ανωτάτης Παιδείας, δεν αρκείται στην διαλαμβανόμενη στην παρ.1 του άρθρου 16 Συντ. θεσμική-ουσιαστική εγγύηση της ελευθερίας της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας που συνιστούν τον πυρήνα της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αλλά, προς μείζονα και πλέον δραστική κατοχύρωση των ελευθεριών τούτων, διαλαμβάνει περαιτέρω επιπλέον μία οργανωτικής μορφής εγγύηση, πέραν δηλαδή της ήδη τεθημένης θεσμικής-ουσιαστικής εγγυήσεως. Και τούτο, προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας αυτής, με την αποτροπή του έξωθεν επηρεασμού ως προς την λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Συνάμα δε, στην παρ.6, διαλαμβάνει εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας των ακαδημαϊκών διδασκάλων, τους οποίους χαρακτηρίζει ως «δημόσιους λειτουργούς», σε αντιπαραβολή προς τους δημοσίους υπαλλήλους.

Ειδικότερα, η παρ.5 του άρθρου 16 Συντ. διαλαμβάνει ρύθμιση η οποία προσδιορίζει την κατά το Σύνταγμα επιβαλλόμενη από απόψεως οργανωτικής μορφής συγκρότηση των κρατικών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ως κρατικών δομών που, υπό την οριζόμενη για αυτά ως υποχρεωτική οργανωτική μορφή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, απολαύουν εκτεταμένη και συνταγματικώς εγγυημένη καθ’ ύλην αυτοδιοίκηση, ορίζοντας συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη εκτεθεί, ότι: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους … και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους».

Εν όψει της συγκεκριμένης εγγυήσεως οργανωτικού χαρακτήρα αποκλείεται εν πρώτοις, ως contrarium προς την προπαρατεθείσα συνταγματική ρύθμιση, τα κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα να διαμορφωθούν από οργανωτικής απόψεως, (όπως συμβαίνει λ.χ. με τις δημόσιες υπηρεσίες που παρέχουν εγκύκλιο παιδεία), ως δημόσιες υπηρεσίες άμεσα ενταγμένες στην υπό στενή έννοια δομή του Κράτους. Οι άμεσα ενταγμένες στην υπό στενή έννοια δομή του Κράτους δημόσιες υπηρεσίες συγκροτούνται από υπηρεσιακές ιεραρχίες, ο κατά περίπτωση επικεφαλής των οποίων, (κατά κανόνα ο Προϊστάμενος ανά Υπουργείο-Υπουργός) έχει την εξουσία να διατυπώνει και απευθύνει με εγκυκλίους στους ιεραρχικώς υφισταμένους του υποδείξεις αλλά και διαταγές ως προς τον τρόπο ενεργείας αυτών, είτε σε σχέση με την κατά την αντίληψή του προσήκουσα διοικητική ερμηνεία του Νόμου είτε σε σχέση με τον υποδεικνυόμενο ως τον πλέον πρόσφορο, κατά την αντίληψή του, για το δημόσιο συμφέρον τρόπο ασκήσεως της εχούσης παραχωρηθεί σε αυτούς διακριτικής ευχέρειας. Υφίσταται δε κατ’ αρχήν υπηρεσιακή υποχρέωση συμμορφώσεως των ιεραρχικώς υφισταμένων προς αυτές τις απευθυνόμενες σε αυτούς εγκυκλίους.

Αν μία τέτοια οργανωτική μορφή δεν είχε αποκλεισθεί συνταγματικώς για τα κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και αυτή είχε τυχόν επιλεγεί σε επίπεδο νομοθετικής ρυθμίσεως, θα ήταν επιβεβλημένο αδιαλείπτως, σε κάθε περίπτωση απευθυνομένης προς αυτά υπουργικής εγκυκλίου να ερευνάται, ως προαπαιτούμενο συμμορφώσεως σε αυτήν, κατά πόσον αυτή δεν έρχεται σε σαφή και αναντίλεκτη αντίθεση προς την θεσμική-ουσιαστική εγγύηση των ακαδημαϊκών ελευθεριών που κατοχυρώνονται με την παρ.1 του άρθρου 16 Συντ. Τούτο βεβαίως θα αποτελούσε μία προβληματική συνθήκη αναφορικά με την εύρυθμη λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Και ασφαλώς θα συνιστούσε κατ’ ουσίαν μία απολύτως ασυμβίβαστη συνθήκη λειτουργίας των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων προς αυτήν την ίδια την, διηνεκώς έτσι τιθέμενη σε δοκιμασία, συνταγματική κατοχύρωση στην παρ.1 του άρθρου 16 Συντ. της θεμελιώδους εγγυήσεως της ακαδημαϊκής ελευθερίας.

Και ασφαλώς μία τέτοια δυστοπική κατάσταση αποκλείεται ab initio με την συνταγματικώς επιβαλλόμενη επιπρόσθετη οργανωτικής μορφής εγγύηση της παρ.5 του άρθρου 16 Συντ., κατά την οποία, όπως εξετέθη, : «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση», με μόνη επιτρεπτή συνταγματικώς, προς διασφάλιση της τηρήσεως του Συντάγματος και του Νόμου κατά τη λειτουργία τούτων, την άσκηση εποπτείας εκ μέρους του Κράτους.

Κατά δεύτερο λόγο, εκείνο που ωσαύτως αποκλείεται ως contrarium προς την προπαρατεθείσα συνταγματική ρύθμιση είναι η, σε επίπεδο νομοθετικής ρύθμισεως, επιλογή από τον κοινό Νομοθέτη για τα κρατικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της απαντωμένης συχνότερα τους τελευταίους καιρούς οργανωτικής μορφής του κρατικού νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, οργανωτικής μορφής κατ’ αρχήν επιτρεπτής συνταγματικώς, επιλεγομένης δε νομοθετικώς χάριν της διασφαλίσεως μείζονος διαχειριστικής ευελιξίας, για δημόσιες υπηρεσίες Παροχικής Διοικήσεως (δηλαδή για δημόσιες υπηρεσίες που μεριμνούν για την παροχή στο κοινωνικό σύνολο κρισίμων αγαθών και βασικών υπηρεσιών). Πέραν άλλωστε της αποκλειούσης τούτο αδιαστίκτου διατυπώσεως της παρ.5 του άρθρου 16 Συντ., μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση θα ήταν δυσχερώς συμπορευόμενη και συμβατή με τις εξαιρετικές εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας των ακαδημαϊκών διδασκάλων, που διαλαμβάνει η παρ.6 του εν λόγω άρθρου.

 

IV.1. Αναφορικά με την εν γένει μη παρεχόμενη από το Κράτος Παιδεία διαλαμβάνει ρύθμιση αποκλειστικώς και μόνον η διάταξη της παρ.8 του άρθρου 16 Συντ., που ορίζει ότι : «Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης αδείας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σε αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. Η σύσταση ανωτάτων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται».

Η εμπεριεχόμενη στη διάταξη αυτή επιφύλαξη υπέρ του Νόμου προς ρύθμιση καταλαμβάνει, εν όψει της αδιαστίκτου διατυπώσεώς της, όλες τις βαθμίδες της Παιδείας, δηλαδή και εκείνη της Ανωτάτης Παιδείας, που ωσαύτως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως, όπως άλλωστε συνάγεται και από τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της διατάξεως αυτής, δοθέντος ότι κατά τη διαλαμβανόμενη στο εδάφιο τούτο εξαιρετική ρύθμιση αποκλείεται verbatim η σύσταση Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, εξ όλων των μη κρατικών υποκειμένων δικαίου, ειδικώς και μόνον από «ιδιώτες». Επομένως, καταλαμβάνει και την, μη ρητώς αποκλειόμενη συνταγματικώς, σύσταση Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων από Κοινωφελή Ιδρύματα και εξαρτά το επιτρεπτόν αυτής  της συστάσεως και λειτουργίας τούτων κατ’ αρχήν από αντίστοιχη νομοθετική πρόβλεψη, ακολούθως δε και περαιτέρω από την πλήρωση των δυνάμει της παρεχομένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, της οποίας επιβάλλεται συνταγματικώς η χρήση, νομοθετικώς καθοριζομένων προϋποθέσεων και όρων, που συνιστούν προαπαιτούμενα για τη χορήγηση της συνταγματικώς αξιουμένης προς τούτο διοικητικής αδείας.

  1. Πλέον συγκεκριμένα, εκείνο που η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.8 του άρθρου 16 Συντ. αποκλείει ρητώς είναι η «σύσταση ανωτάτων εκπαιδευτικών σχολών από ιδιώτες», ως τοιούτων κατά κοινή αντίληψη νοουμένων κατά το απολύτως σύνηθες συμβαίνον αναφορικά με την δράση των ιδιωτών στο πεδίο της οικονομικού ενδιαφέροντος δραστηριότητος, των συνιστωμένων από ιδιώτες ως φυσικά πρόσωπα, καθώς και από ιδρυόμενες και λειτουργούσες από εκείνους ως instrumentum actionis εμπορικές εταιρείες, Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών Ανώτατης Παιδείας, ως επιχειρηματικής δραστηριότητας αποσκοπούσης στην επίτευξη και πορισμό κέρδους.

Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ.8 του άρθρου 16 Συντ., ως περιοριστική μιας in abstracto δυνητικώς λογιζομένης ως συνταγματικής ελευθερίας, εν προκειμένω της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών Ανώτατης Παιδείας, επιβάλλεται να τύχει απολύτως στενής γραμματικής ερμηνείας ως προς την έννοια των «ιδιωτών», τούτων νοουμένων ως ανωτέρω εκτίθεται κατά κοινή αντίληψη, και δεν μπορεί να τύχει ευρείας, πολύ δε περισσότερο διασταλτικής ερμηνείας, ώστε να συμπεριλάβει και άλλα ουδόλως κατονομαζόμενα υποκείμενα δικαίου, εν προκειμένω τα Κοινωφελή Ιδρύματα, τα οποία περιβάλλονται, ως προς τη σύσταση και λειτουργία τους, με τις συνταγματικές εγγυήσεις του άρθρου 109 Συντ. που αποκλείουν την ανάμειξη του Κράτους στην εκ μέρους τούτων επιλογή του τρόπου επιδιώξεως του κοινωφελούς τους σκοπού. Μία άλλωστε κατ’ επέκταση συμπερίληψη στην απαγορευτική διάταξη και των Κοινωφελών Ιδρυμάτων θα ήταν όλως ασυμβίβαστη προς την βασική ερμηνευτική αρχή η οποία διέπει την ερμηνεία διατάξεων που διαλαμβάνουν περιορισμούς ελευθεριών, κατά την οποία ερμηνευτική αρχή : “In dubio pro libertate”!

  1. Όπως ακριβώς συμβαίνει στις περιπτώσεις παραγωγής και παροχής υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο εκ μέρους δημοσίων υπηρεσιών της Παροχικής Διοικήσεως (με ρητή όμως εξαίρεση διαλαμβανόμενη στην παρ.4 του άρθρου 16 Συντ., στη συνέχεια προηγηθείσης το πρώτον σε νομοθετικό επίπεδο εξαιρέσεως το 1964, αναφορικά με την παροχή εκ μέρους του Κράτους υπηρεσιών Παιδείας), οι οποίες δημόσιες υπηρεσίες δικαιούνται να αξιώνουν, για τις παρεχόμενες κατά εξατομικευμένο τρόπο υπηρεσίες, την καταβολή αντιτίμου, είτε ως συμβατικής μορφής αντιτίμου, είτε ως κανονιστικώς καθοριζομένου και εξουσιαστικώς αξιουμένου ανταποδοτικού τέλους, αντιστοίχως και τα Κοινωφελή Ιδρύματα δικαιούνται ωσαύτως κατ’ αρχήν να αξιώνουν την καταβολή αντιτίμου για τις παρεχόμενες στο κοινωνικό σύνολο κατά εξατομικευμένο τρόπο υπηρεσίες (εν προκειμένω υπό τη μορφή διδάκτρων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες Παιδείας).

Όμως, όπως μετ’ επιτάσεως επισημαίνεται και για τις δύο περιπτώσεις, αυτό το αντίτιμο αποσκοπεί αποκλειστικώς και μόνον, κατά την παγίως απαντώμενη στη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας διατύπωση, στην κάλυψη του κατά κοινή αντίληψη κόστους παραγωγής της παρεχόμενης υπηρεσίας από ένα ορθολογικά οργανωμένο και λειτουργούντα φορέα παραγωγής αυτής της υπηρεσίας και δεν δύναται κατ’ ουδέν να υποκρύπτει την επιδίωξη πορισμού κέρδους.

Ασφαλώς δε η Διοίκηση, κατά την άσκηση της κατά την παρ.8 του άρθρου 16 Συντ. διοικητικής εποπτείας, έχει την εξουσία να διερευνά και, συντρεχούσης περιπτώσεως, να απαγορεύει και να καταστέλλει με την επιβολή νομίμων κυρώσεων την ενδεχόμενη επιδίωξη εισπράξεως αντιτίμου υπερκαλύπτοντας το κόστος παραγωγής της παρεχόμενης υπηρεσίας και υποκρύπτοντος την είσπραξη κέρδους, αξιώνοντας προφανώς προς τούτο την πλήρη διαφάνεια τιμολογήσεως, δοθέντος άλλωστε ότι η επιδίωξη κέρδους είναι εντελώς ασυμβίβαστη ex definitione προς αυτή την ίδια τη φύση και υπόσταση ενός Κοινωφελούς Ιδρύματος.

  1. Ο συνταγματικώς επιβαλλόμενος, βάσει της παρ.8 του άρθρου16 Συντ., καθορισμός της υπηρεσιακής καταστάσεως ως προς το διδακτικό προσωπικό των συνιστωμένων από Κοινωφελή Ιδρύματα Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων πρέπει να διασφαλίζει απολύτως την ακαδημαϊκή ελευθερία τούτων, κατά τρόπον ώστε να κατοχυρώνονται πλήρως και στα εν λόγω Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα οι ελευθερίες της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας, περί των οποίων διαλαμβάνει εν είδει γενικής διακηρύξεως εγγύηση η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 16 Συντ.

 

Το τέλος του κρατικού μονοπωλίου στα ΑΕΙ

Λίνα Παπαδοπούλου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Δύο βασικές επιστημονικές απόψεις διατυπώθηκαν σχετικά με το αν και κατά πόσο επιτρέπεται η αναγνώριση ων «ακαδημαϊκών» τίτλων των πτυχίων «ιδιωτικών Πανεπιστημίων», καθώς ως επαγγελματικό προσόν οι τίτλοι αυτοί αναγνωρίζονται ήδη, βάσει της ελευθερίας κυκλοφορίας και εγκατάστασης του εργαζομένων εντός της ΕΕ.

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, που τεκμηριώθηκε από τους εγνωσμένου και αναμφισβήτητου κύρους Καθηγητές Βενιζέλο, Σκουρή (πρώην Πρόεδρο του ΔΕΕ) και Μανιτάκη, το αντικείμενο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών τριτοβάθμιας ρυθμίζεται πλέον από το ενωσιακό δίκαιο, και δη την GATS (Γενική Συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών), ως μέρους του δικαίου της ΕΕ, που έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα στην εμπορική πολιτική. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από την απόφαση του ΔΕΕ C-66/18 (Επιτροπή κατά Ουγγαρίας). Έτσι, είναι πολύ πιθανό, σε τυχόν δικαστική κρίση, μέσω προδικαστικού ερωτήματος που θα πρέπει να υποβάλει το ΣτΕ, το ΔΕΕ να καταλήξει ότι πρέπει να επιτρέπονται, πλέον, και κερδοσκοπικά Πανεπιστήμια, εφόσον και καθόσον η εκπαίδευση μπορεί να παρέχεται όχι μόνον με διασυνοριακή παροχή της ή μετακίνηση φυσικών προσώπων αλλά και με εμπορική παρουσία στην Ελλάδα. Η χώρα μας, παρά την επιφύλαξη ως προς το τελευταίο, η οποία καταγράφηκε και ως επιφύλαξη της ΕΕ κατά τη σύναψη της GATS, δεν θα μπορούσε, πάντως, εύκολα να αποδείξει ότι ο αποκλεισμός των κερδοσκοπικών παραρτημάτων υπηρετεί τη «δημόσια τάξη» ή επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως οι γενικές αυτές ρήτρες εξαίρεσης από την ελευθερία εγκατάστασης ερμηνεύονται, συσταλτικά, από το ΔΕΕ και ότι δεν προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητα (βλ και Οδηγία 2006/123/ΕΚ).

Ο Ν.5094/2024, στον βαθμό που θέτει μία μακρά σειρά προϋποθέσεων για μετεγκατάσταση ξένου ΑΕΙ ως «μη κερδοσκοπικού» φαίνεται να μην ερείδεται στην παραπάνω, αλλά σε μία δυναμική και εξελικτική ερμηνεία (υποστηριζόμενη από συνταγματολόγους όπως ο έγκριτος Αλιβιζάτος αλλά και νεώτεροι, πχ Παπατόλιας), που συνάδει με το ά 16 Σ, εφόσον δεν χορηγεί ούτε δικαίωμα ίδρυσης ανώτατων σχολών σε ιδιώτες, καθώς αυτό θα σήμαινε έλεγχο μόνον τυπικών προϋποθέσεων για ίδρυση σχολών – και όχι για εγκατάσταση παραρτημάτων Πανεπιστημίων. Έτσι, τα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης συνιστούν διφυή νομικά πρόσωπα, μετέχοντα τόσο του δημοσίου, εφόσον δεσμεύονται σε μεγάλο βαθμό από τις προϋποθέσεις και τους ελέγχους του νόμου, όσο και του ιδιωτικού δικαίου.

Ορθότερο, θα ήταν βέβαια, ως ΝΠΠΕ να δομηθούν πλέον και τα δημόσια ελληνικά ΑΕΙ, στα οποία δίνεται, μεν η δυνατότητα να συμμετέχουν σε ή να συνιστούν ΝΠΠΕ, αλλά αυτό μάλλον θα επιτείνει τη γραφειοκρατία. Με βάση αυτή την ερμηνεία του νέου νόμου σύμφωνα με το Σύνταγμα, που θέλει μία κάποια μορφή ΝΠΠΔ για όλα ανεξαιρέτως τα ΑΕΙ, οι ρυθμίσεις για τα ΝΠΠΕ θα διαφοροποιούνταν βάσει λειτουργικών στοιχείων και ιδίως της  κρατικής τους ή μη χρηματοδότησης. Η δε ακαδημαϊκή ελευθερία, που, πέραν της υποκειμενικής, εκφαίνεται -και σε ευρωπαϊκό επίπεδο- και μέσω της θεσμική-οργανωσιακής συνιστώσας της αυτοδιοίκησης, θα πρέπει να είναι εγγυημένη για όλα τα ΝΠΠΕ, ιδιωτικά ή δημόσια. Ομοίως, ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί πρέπει να αναγνωρίζονται και οι καθηγητές των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, όπως, εξάλλου, και οι δικηγόροι, ακριβώς επειδή αμφότεροι (θα) επιτελούν δημόσια λειτουργία.

Περαιτέρω, το ά64 Ν 5094/2024 επιτρέπει, πλέον, σε συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Λισαβόνας για την Αναγνώριση των Προσόντων στην Ανώτατη Εκπαίδευση, που αναμένεται να κυρωθεί σύντομα, να εγγράφονται στα ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών των δημόσιων ΑΕΙ και φοιτητές ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων. Αυτή η δυνατότητα θα πρέπει πάντως να αναγνωριστεί και σε Έλληνες που ασκώντας την ελευθερία μετακίνησής τους διένυσαν χρόνο σπουδών στο αλλοδαπό ίδρυμα, και όχι μόνον σε αλλοδαπούς κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 101 Ν. 4957/2022.

Πολιτικά μιλώντας, πάντως, το τέλος του κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που έχει από καιρό επέλθει, δεν συνιστά καμία μείζονα μεταρρύθμιση. Τέτοια θα ήταν η απελευθέρωση και η πραγματική ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης, από την προσχολική μέχρι τα διδακτορικά.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ στις 17 Μαρτίου 2024

Ο συνταγματικός λόγος του Ηλία Ηλιού: από τις προτάσεις «για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα» στα Ιουλιανά και τη Μεταπολίτευση

Παναγιώτης Μαντζούφας, καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ, ΣΕΠ ΕΑΠ

[1]  Ο Ηλίας Ηλίου υπήρξε αναμφίβολα μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες του νομικού και πολιτικού κόσμου της χώρας. Σ’ αυτό το άρθρο δεν έχουμε τη φιλοδοξία να επεκταθούμε σε όλες τις πτυχές της πολύπλευρης συνεισφοράς του στη μεταπολεμική πολιτική σκηνή του τόπου μας[2]. Έχουμε ως στόχο μας να αναδείξουμε τη συμβολή του Ηλιού στη διαμόρφωση και την εφαρμογή του Συντάγματος σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής Ιστορίας κατά τις οποίες τέθηκαν επί τάπητος οι θεμελιώδεις συντεταγμένες της πολιτειακής διαρρύθμισης της χώρας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, προσπαθούμε να φωτίσουμε τις βασικές κατευθύνσεις της συστηματικής ενασχόλησής του με το Σύνταγμα από τον εμφύλιο πόλεμο ως τη μεταπολίτευση, που συνδύασε την κριτική νομική σκέψη του με τα προτάγματα των φορέων της Αριστεράς στους οποίους συμμετείχε, επιτυγχάνοντας τη μετουσίωση των τελευταίων σε συνταγματικό λόγο[3].  Έτσι, παρουσιάζουμε τις παρεμβάσεις του κατά την περίοδο 1946-1947 και 1951, όταν το συνταγματικό μέλλον της Ελλάδας συζητούνταν εν μέσω εμφυλίου πολέμου και αμέσως μετά το τέλος του αντίστοιχα, κατά την κρίση των Ιουλιανών το 1965 και κατά τη διαμόρφωση του ισχύοντος Συντάγματος το 1975. Αυτή η προσέγγιση μας οδηγεί καταληκτικά σε κάποιες συμπερασματικές σκέψεις οι οποίες, χωρίς να υποτιμούν τις διαφορές ανάμεσα στις εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες ή τη διανοητική εξέλιξη του Ηλιού, επιμένουν περισσότερο στους κοινούς βασικούς πυλώνες και στη συνέχεια της συνταγματικής σκέψης του, η οποία σε κάθε περίπτωση αξίζει να τύχει ενδελεχούς περαιτέρω μελέτης.

 

Οι συνταγματικές προτάσεις του Ηλιού στο κατώφλι του εμφυλίου πολέμου και η κριτική του στο Σύνταγμα του 1952

Ο Ηλίας Ηλιού δεν συμμετείχε στην πρώτη μεταπολεμική Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 1946[4]. Όπως είναι γνωστό, όλα τα κόμματα της αριστεράς (με κύρια δύναμη το ΚΚΕ) και μέρος των δυνάμεων του Κέντρου απείχαν από αυτές τις εκλογές καταγγέλλοντας τις συνθήκες «λευκής τρομοκρατίας» που καθιστούσαν αδύνατη τη γνήσια έκφραση της λαϊκής βούλησης[5]. Ωστόσο, η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή, όπως αυτοχαρακτηρίστηκε[6], εξέδωσε στις 12 Ιουνίου 1946 το Β΄ Ψήφισμά της, με το οποίο συγκρότησε τη 40μελή «Επιτροπή Αναθεωρήσεως του Συντάγματος» που ξεκίνησε τις συζητήσεις για τη διαμόρφωση του νέου Συντάγματος[7]. Σ’ αυτές τις συνθήκες, ο Ηλιού ανέλαβε, ως μέλος τότε του ΚΚΕ, να διατυπώσει τις θέσεις του κόμματος για το συνταγματικό μέλλον της χώρας, με παρεμβάσεις που αναγκαστικά ήταν εξωτερικές. Έτσι, οι προτάσεις «για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα» αποτυπώθηκαν σε μια σειρά τεσσάρων άρθρων του, που δημοσιεύτηκαν στο θεωρητικό όργανο του ΚΚΕ, την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ), στα τεύχη του Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 1946 και Μαρτίου 1947.

Το πρώτο άρθρο ξεκινούσε διαχωρίζοντας την περίπτωση της Ελλάδας, όπου η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή κινούνταν σε αυταρχική κατεύθυνση, από εκείνες της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ανατολικών χωρών, που συνέτασσαν τους «λαϊκοδημοκρατικούς» θεσμούς τους, κι έπειτα ανέλυε τη νομική, κοινωνική και ιστορική σημασία των Συνταγμάτων από μαρξιστική σκοπιά[8]. Το δεύτερο αντιμετώπιζε τον συνταγματισμό ως ιστορικό φαινόμενο, τοποθετώντας τον στο πλαίσιο του αγώνα της αστικής τάξης αρχικά απέναντι στη φεουδαρχία και κατόπιν απέναντι στην εργατική τάξη[9]. Το τρίτο έκανε μια αναδρομή στη συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, από το σχέδιο Συντάγματος του Ρήγα μέχρι τη συμφωνία της Βάρκιζας[10]. Αυτή η διαδρομή παρουσιάζεται υπό το πρίσμα της «θεωρίας των σταδίων» που είχε υιοθετήσει το ΚΚΕ από τη δεκαετία του ’30 και ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τις επεξεργασίες του τη δεκαετία του ’20[11]. Έτσι, ο Ηλιού εμφανίζει την αγροτική μεταρρύθμιση και την εργατική νομοθεσία του Ελευθερίου Βενιζέλου ως «ολότελα επιφανειακά» μέτρα, με γνώμονα μάλλον να μην διαταραχθεί το σχήμα του ΚΚΕ που έθετε ακόμα (το 1946) ως επίκαιρο στόχο-στάδιο την ολοκλήρωση του αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας[12].

Το τέταρτο άρθρο ήταν το σημαντικότερο διότι τοποθετούνταν για τη συνταγματική εκκρεμότητα που ταλάνιζε ακόμα την Ελλάδα σκιαγραφώντας τις βασικές κατευθύνσεις που θα έπρεπε να έχει ένα «λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα»[13]. Η Λαϊκή Δημοκρατία περιγράφεται ως ένας νέος τύπος πολιτεύματος. Όπως ανέφερε ο Ηλιού, επικαλούμενος τις σχετικές θέσεις του Νίκου Ζαχαριάδη, «το πολίτευμα αυτό δεν μεταβάλλει την αστική διάρθρωση της κοινωνίας. Επιδιώκει τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό, την κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων και της εξάρτησης από το ξένο κεφάλαιο». Ως προς την οργάνωση των εξουσιών, το άρθρο προσδιόριζε ως βασικές αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας την καθολική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών για την ανάδειξη της Βουλής[14], την εκλογή της κυβέρνησης από τη Βουλή και τη δημοκρατική (δηλαδή αβασίλευτη) μορφή πολιτεύματος. Ειδικότερα, οι προτάσεις προέβλεπαν την ενίσχυση της Βουλής, η οποία αναδεικνυόταν σε αποκλειστικό νομοθετικό όργανο του κράτους καθώς απαγορευόταν στον Ανώτατο Άρχοντα η άσκηση βέτο απέναντι σε ψηφισμένους νόμους. Επιπλέον, απαγόρευαν την ιδιοποίηση της νομοθετικής λειτουργίας από την εκτελεστική εξουσία μέσω των νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων, ενώ για τη ρύθμιση έκτακτων αναγκών που θα προέκυπταν όταν η Βουλή δεν βρισκόταν σε σύνοδο όριζαν ότι θα έπρεπε να ασκεί τη νομοθετική εξουσία μια επιτροπή αποτελούμενη από 40-50 βουλευτές[15]. Στο ίδιο πλαίσιο, η θέσπιση δευτερευόντων ή λεπτομερειακών κανόνων απονεμόταν στις κοινοβουλευτικές επιτροπές ή και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αντίστοιχα, η νομοθετική πρωτοβουλία θα ανήκε κατά κύριο λόγο στους βουλευτές, αλλά και στις μαζικές οργανώσεις των εργαζομένων και στους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ακόμα, οι προτάσεις προέβλεπαν την αναγνώριση του δικαιώματος του εκλέγειν από τα 18 χρόνια και του εκλέγεσθαι από τα 23 χρόνια, καθώς και την καθιέρωση της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος. Στην εκτελεστική εξουσία επρόκειτο να είναι αφιερωμένο το επόμενο άρθρο, το οποίο όμως δεν δημοσιεύτηκε ποτέ διότι μεσολάβησε η εκτόπιση του Ηλιού και η παύση της «Κομμουνιστικής Επιθεώρησης».  Ο άλλος βασικός άξονας που χάρασσαν οι προτάσεις για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα ήταν η κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας. Έτσι, απαγόρευαν την είσοδο ή παραμονή ξένων στρατευμάτων στη χώρα επιτρέποντας εξαιρέσεις μόνο υπό τον όρο της αμοιβαιότητας και για την εξυπηρέτηση των σκοπών του ΟΗΕ. Επίσης, όριζαν ότι κάθε διεθνής σύμβαση πρέπει να κυρώνεται από τη Βουλή, όπως και ότι κανένα όργανο της εκτελεστικής εξουσίας δεν μπορούσε να δεσμεύσει τη χώρα. Εξίσου μεγάλη σημασία απέδιδαν οι προτάσεις και στην κατοχύρωση της οικονομικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, προβλέποντας την κατάργηση των προνομίων του μεγάλου ξένου κεφαλαίου.

Οι εν λόγω προτάσεις σκιαγραφούν ένα πολίτευμα το οποίο στόχευε στο να καταστήσει δημοκρατικότερο τον κοινοβουλευτισμό και να διευρύνει τα θεμελιώδη δικαιώματα χωρίς να υπερβαίνει τα όρια του υφιστάμενου κοινωνικού καθεστώτος. Η μετριοπάθειά τους αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η προβλεπόμενη σ’ αυτές οργάνωση των εξουσιών δεν διαφέρει πολύ από εκείνην που καθιέρωσαν τότε τα Συντάγματα της Γαλλίας και της Ιταλίας. Ενώ όμως σ’ εκείνες τις χώρες τα Κομμουνιστικά Κόμματα συμμετείχαν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς ως το Μάρτιο του 1947, στην Ελλάδα η ταξική και πολιτική πόλωση είχε κορυφωθεί και δεν άφηνε περιθώρια συμβιβασμού όπως απέδειξε η σύντομη εμπειρία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας το φθινόπωρο του 1944 και η σύγκρουση των Δεκεμβριανών[16]. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις του Ηλιού, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν από τις δυνάμεις που κυριαρχούσαν στη Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή.

Σε κάθε περίπτωση, μετά από πολλές περιπέτειες, το σχέδιο της νέας επιτροπής που συγκρότησε η Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή το 1949 κατατέθηκε τελικά στη Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές του 1951 και ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους[17]. Η αριστερά συμμετείχε στην εν λόγω Βουλή με δέκα βουλευτές που εκλέχθηκαν με το ψηφοδέλτιο της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), στους οποίους συγκαταλεγόταν και ο Ηλιού ως βουλευτής Λέσβου[18].

Οι θέσεις της αριστεράς εκφράστηκαν και πάλι δια στόματος του Ηλία Ηλιού, ο οποίος σε σειρά άρθρων του στην προσκείμενη στην ΕΔΑ εφημερίδα «Δημοκρατική» άσκησε οξεία πολεμική απέναντι στο νέο Σύνταγμα χαρακτηρίζοντάς το ως «λίμπρο ντ’ όρο της ολιγαρχίας»[19]. Ο Ηλιού αμφισβήτησε τη νομιμοποίηση της Βουλής του 1951 να ψηφίσει το νέο Σύνταγμα, αλλά πρόσθεσε ότι η Αριστερά ήταν διατεθειμένη να δεχθεί ένα Σύνταγμα που θα ήταν προϊόν συμβιβασμού και θα περιείχε ένα κατώτατο όριο εγγυήσεων και «τη δυνατότητα για μια προοδευτική, εξελικτική αλλαγή με νόμιμα μέσα». Απέρριπτε όμως το σχέδιο της Επιτροπής του ΞΗ΄ Ψηφίσματος ως καρπό της «μονόπλευρης και έξαλλης Βουλής του εμφυλίου πολέμου», εφόσον περιόριζε την ελευθεροτυπία και το συνδικαλισμό, επέβαλε «αντιορθολογιστικά ιδανικά» στην παιδεία, καθιέρωνε τον έλεγχο του φρονήματος των δημοσίων υπαλλήλων και προστάτευε προνομιακά τα κεφάλαια του εξωτερικού. Με τέτοιες προβλέψεις, το Σύνταγμα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα «dictat», μια απλή «διακήρυξη των όρων κατοχής του ελληνικού λαού από την ολιγαρχία». Ο Ηλιού, ο οποίος έγραψε αυτή τη σειρά άρθρων ευρισκόμενος σε καθεστώς διοικητικής εκτόπισης, θεωρούσε πάντως ότι «η μεταπελευθερωτική ακολασία με τις 114 Συντακτικές πράξεις και με τα 73 ψηφίσματα», όπως περιγράφει γλαφυρά το παρασύνταγμα[20], είχε φτάσει στη λήξη της. Η αναφορά του στο «συνταγματικό καθεστώς που τερματίζεται με το τέλος αυτού του χρόνου» [του 1951] δείχνει πως ο εξόριστος συγγραφέας εκείνων των άρθρων μάλλον αγνοούσε το δεύτερο άρθρο του Ψηφίσματος που έθετε σε ισχύ το Σύνταγμα και προέβλεπε τη ρύθμιση με ειδικό ψήφισμα του κύρους των μεταπελευθερωτικών Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισμάτων[21]. Τούτο το ειδικό ψήφισμα δημοσιεύτηκε στις 29 Απριλίου 1952 και έμελλε να διατηρηθεί σε ισχύ μέχρι το 1975…

 

Ο Ηλιού στα Ιουλιανά του 1965

Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Ηλίας Ηλιού εκλέχθηκε επανειλημμένα βουλευτής με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ (1956, 1958, 1961, 1963, 1964) και διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος. Πολλές από τις αγορεύσεις του έχουν μείνει στην ιστορία με σημαντικότερη, ίσως, εκείνην της 23ης Ιουνίου 1965 στην οποία προφητικά αναφέρθηκε στον Γεώργιο Παπαδόπουλο ως ενδεχόμενο οργανωτή μελλοντικού πραξικοπήματος[22]. Ως προς τα συνταγματικά ζητήματα όμως, κορυφαίες υπήρξαν οι τοποθετήσεις του κατά τη διάρκεια των Ιουλιανών του 1965. Αυτή τη φορά, οι παρεμβάσεις του ήταν εσωτερικές, διατυπώθηκαν (και) από το βήμα της Βουλής και άσκησαν ευρύτερη επίδραση.

Στην αρχή της κρίσης, ο Ηλιού σχολίασε καυστικά τις τρεις επιστολές του βασιλιά Κωνσταντίνου προς τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, εστιάζοντας κυρίως την κριτική του στην έλλειψη προσυπογραφής τους από τον δεύτερο, στο γεγονός ότι ο βασιλιάς θεωρούσε ότι είχε δικαίωμα πολιτικής διαφωνίας με τον πρωθυπουργό «όχι σαν επίκληση έστω δυσαρμονίας προς την ενεστώσα λαϊκή θέληση, αλλά εξ ιδίου δικαίου» και στην παραβίαση της αρχής της δεδηλωμένης[23]. Κατά την παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της δεύτερης κυβέρνησης των «αποστατών» με πρωθυπουργό τον Ηλία Τσιριμώκο, ο Ηλιού ζήτησε την άμεση διενέργεια εκλογών με ευθύνη υπηρεσιακής κυβέρνησης, λόγω δυσαρμονίας ανάμεσα στο λαό και τη σύνθεση της Βουλής[24]. Επισήμανε μάλιστα ότι αυτή η λύση θα ήταν ενδεδειγμένη ακόμα και αν η κυβέρνηση λάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα ερχόταν σε αντίθεση με το αποτέλεσμα των εκλογών του 1964[25].

Τα Ιουλιανά, όμως, σε αντίθεση με τις μοναρχικές παρεμβάσεις που είχαν πραγματοποιηθεί το 1955 και το 1963[26], χαρακτηρίστηκαν από μια τεράστια κοινωνική κινητοποίηση ενάντια στις αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις του Στέμματος. Στη σχετική αναφορά του από το βήμα της Βουλής, ο Ηλιού τόνισε ότι «[έ]γιναν 400 εν υπαίθρω δημόσιαι εκδηλώσεις, δύο απ’ αυτάς υπερέβησαν εις συμμετοχήν τας εκατοντάδας χιλιάδας λαού, η γνωστή διαδρομή του κ. Παπανδρέου και η κηδεία του Σωτήρη Πέτρουλα»[27]. Τούτη η λαϊκή κινητοποίηση, που έχει χαρακτηριστεί ακόμα και ως «ελληνικός Μάης του 68»[28], αποδοκιμάστηκε έντονα από τις δυνάμεις της ΕΡΕ και του Παλατιού ως «οχλοκρατική». Σ’ αυτές τις αιτιάσεις απάντησε ο Ηλιού εκφράζοντας διαχρονικά αξιοσημείωτες σκέψεις για τη θεωρία της αντιπροσώπευσης και την αξία των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης[29]. Συγκεκριμένα, επέκρινε την αντίληψη που περιορίζει την λαϊκή κυριαρχία στην εκλογή των βουλευτών και την οποία είχε επικαλεστεί ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ Π. Κανελλόπουλος για να δικαιολογήσει την «αποστασία» μερίδας βουλευτών της Ενώσεως Κέντρου. Απέναντι στη θεωρία της ελεύθερης ή αντιπροσωπευτικής εντολής (mandat représentatif), ο Ηλιού αντέταξε όχι μόνο τον Ρουσσώ αλλά και τη σύγχρονη συνταγματική θεωρία. Έτσι, επικαλέστηκε τον Carré de Malberg, σύμφωνα με τον οποίο η προσέγγιση της εκλογής ως εκδήλωσης απεριόριστης εμπιστοσύνης προς τον αντιπρόσωπο ισοδυναμούσε με την παραδοχή ότι η εκλογή δεν αποτελεί εκ μέρους των εκλογέων πράξη άσκησης αλλά εγκατάλειψης της κυριαρχίας. Επίσης, αναφέρθηκε στους Barthélemy και Duez, που είχαν τονίσει ότι η αντιπροσωπευτική εντολή μετατρέπει τη Βουλή σε κυβερνώσα ολιγαρχία και πως τουλάχιστον οι εκλογείς έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν πίεση στους αντιπροσώπους τους μέσω του Τύπου, των σωματείων, των συγκεντρώσεων και των δημόσιων εκδηλώσεων. Ακόμα, ο Ηλιού παρουσίασε τις θέσεις του Vedel, ο οποίος επέκρινε τη θεωρία της αντιπροσωπευτικής εντολής και επισήμανε ότι η εξέλιξη του κομματικού φαινομένου, που έχει καταστήσει τις εκλογές μέσο επιλογής πολιτικής, έχει δημιουργήσει σχετική νομική πεποίθηση σε εκλογείς και βουλευτές. Εκτεταμένη ήταν η αναφορά του Ηλιού και στην ελληνική συνταγματική θεωρία, ιδίως στα έργα των Σβώλου, Σγουρίτσα και Μάνεση, που υποστήριζαν την ανάγκη εναρμόνισης των αντιπροσώπων με τη βούληση των εκλογέων και προσδιόριζαν ως μέσα επίτευξης αυτού του σκοπού τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και την άσκηση κριτικής δια του Τύπου. Έτσι, υπογράμμισε χαρακτηριστικά, «όχι πεζοδρόμιο, όχι αναρχία, όχι οχλοκρατία, αλλά, κατά τους πολιτικούς και συνταγματολόγους, μοναδικό μέσο για την πραγμάτωση της υπεροχής της λαϊκής κυριαρχίας αποτελεί η άσκηση όλων των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι, του διαδηλώνειν, του συνεταιρίζεσθαι, του τύπου, της απεργίας, του αναφέρεσθαι, προς τον σκοπό να διατηρή ο εντολοδόχος-βουλευτής, σύμφωνα με τους στοιχειωδέστερους κανόνες της πολιτικής ηθικής και της πολιτικής συνεπείας, την γραμμή της εκτελέσεως των διακηρύξεών του, της συμμορφώσεως προς την εντολή που πήρε».

Από την άλλη πλευρά, η υπεράσπιση του «πεζοδρομίου» από τον Ηλιού είχε όρια. Στο πλαίσιο του κινήματος των Ιουλιανών, οι κινήσεις του Θρόνου προκάλεσαν κοινωνικές αντιδράσεις οι οποίες έφτασαν στο σημείο να διατυπωθεί μαζικά στα συλλαλητήρια το αίτημα για «Δημοψήφισμα»[30], που αμφισβητούσε ευθέως τον βασιλικό θεσμό ως τέτοιο. Ο Ηλιού, όμως, τόνισε με έμφαση ενώπιον της Βουλής ότι «[ο] λαός διαμόρφωσε το σύνθημα του δημοψηφίσματος […] Η ΕΔΑ δεν το υιοθέτησε»[31]. Τούτη η τοποθέτησή του απηχούσε τις θέσεις του κόμματος της αριστεράς, που αρνήθηκε να ανταποκριθεί στην πίεση του «πεζοδρομίου» και να θέσει «πολιτειακό» ζήτημα, αποδίδοντας τις ενέργειες του βασιλιά στις ολέθριες υποδείξεις των συμβούλων του[32] και αυτοπεριοριζόμενο στην περιφρούρηση του συνταγματικού status quo[33].

 

Ο Ηλιού στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή

Το κύκνειο άσμα των συνταγματικών παρεμβάσεων του Ηλία Ηλιού υπήρξε αναμφίβολα η θητεία του στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή η οποία διαμόρφωσε το Σύνταγμα του 1975[34]. Η εν λόγω Βουλή προέκυψε από τις εκλογές του 1974, στις οποίες η «Ενωμένη Αριστερά» (ΚΚΕ, ΚΚΕ εσωτερικού και ΕΔΑ) εξέλεξε οκτώ βουλευτές λαμβάνοντας ποσοστό 9,47%. Ο Ηλιού συμμετείχε στον διάλογο και τις αντιπαραθέσεις που συνόδευσαν τη διαδικασία κατάρτισης του Συντάγματος, τόσο με αγορεύσεις στη Βουλή, όσο και με την αρθρογραφία του.

Μετά από τη διαρροή της πρώτης εκδοχής του κυβερνητικού σχεδίου Συντάγματος στις 23 Δεκεμβρίου 1974 ο Ηλιού δημοσίευσε τέσσερα πρωτοσέλιδα άρθρα κριτικής του στην «Αυγή»[35], ενώ μετά τη δημοσίευση του επίσημου κυβερνητικού σχεδίου στις 8 Ιανουαρίου 1975 τοποθετήθηκε στην προ ημερησίας διατάξεως στη Βουλή που διεξάχθηκε την επόμενη μέρα[36]. Ο Ηλιού επισήμανε ότι στο κυβερνητικό σχέδιο υπήρχαν πολλές σωστές διατάξεις και τόνισε την προθυμία της παράταξής του να συμβάλλει εποικοδομητικά στο συνταγματικό διάλογο, χαρακτήρισε όμως το κυβερνητικό σχέδιο γενικά ως «αναχρονιστικό». Ειδικότερα, άσκησε κριτική στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και στην ταυτόχρονη αποδυνάμωση της Βουλής, επισημαίνοντας ότι τα άρθρα 44 παρ. 1 και 48 παρ. 1 έδιναν επικίνδυνες εξουσίες στον ΠτΔ και υπενθυμίζοντας την εμπειρία του Συντάγματος της Βαϊμάρης[37]. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στη διατήρηση του παρασυντάγματος και στους περιορισμούς των συνταγματικών ελευθεριών, στη διάταξη για τη θέση κομμάτων εκτός νόμου και στην ειδική προστασία του ξένου κεφαλαίου. Ακόμα, επέκρινε τις διατάξεις για την παιδεία και τους δημοσίους υπαλλήλους, υποστηρίζοντας πως η διατύπωσή τους άφηνε περιθώρια διαιώνισης των διακρίσεων με κριτήριο την «εθνικοφροσύνη». Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην ομιλία του υποστήριξε ότι «[ε]άν η Άκρα Αριστερά διέθετε την εξουσίαν, θα επέβαλε Σύνταγμα ολοκληρωτικόν. Σύνταγμα το οποίον θα αφαιρούσε και τας ατομικάς και πολιτικάς ελευθερίας των Ελλήνων. Και θα το επέβαλε, διά να είναι συνεπής προς την ιδεολογίαν της», ο Ηλιού απάντησε στη δευτερολογία του διακηρύσσοντας την πίστη της αριστεράς στον πολυκομματισμό και στην εναλλαγή των κυβερνήσεων[38].

Σημαντική υπήρξε επίσης η συμβολή του στο αντισχέδιο Συντάγματος που κατέθεσαν το ΚΚΕ εσ και η ΕΔΑ στη Βουλή στις 21 Ιανουαρίου 1975[39]. Αναφορικά με τα δικαιώματα, το αντισχέδιο δεν διατηρούσε βεβαίως σε ισχύ το παρασύνταγμα, αλλά πρόσθετε νέα δικαιώματα και θεσμικές εγγυήσεις όπως η γενική ελευθερία της συνείδησης, ο εκδημοκρατισμός και ο έλεγχος των ΜΜΕ, το αναφαίρετο της ιθαγένειας, η προστασία της ιδιωτικής ζωής και προέβλεπε την πληρέστερη κατοχύρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Στο οργανωτικό μέρος του, το αντισχέδιο περιόριζε σε συμβολικές εξουσίες τον ΠτΔ, ενώ όριζε ότι η εκλογή του θα γινόταν από ένα διευρυμένο σώμα που θα απαρτιζόταν από τους τριακόσιους βουλευτές και ισάριθμους εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επίσης, προέβλεπε την πρωτοκαθεδρία της Βουλής και τη σύσταση μόνιμων εξεταστικών επιτροπών της με τη συμμετοχή όλων των κομμάτων χωρίς να αποκλείονται τα θέματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, πρότεινε την κατοχύρωση του δεύτερου βαθμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το διαχωρισμό της χώρας σε περιφέρειες με εκλεγμένα όργανα, την πολιτική, διοικητική και οικονομική αυτονομία των ΟΤΑ, αλλά και τη δυνατότητα ίδρυσης επιχειρήσεων από τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Από νομοτεχνική άποψη, το αντισχέδιο του ΚΚΕ εσ συνιστούσε ένα ολοκληρωμένο εναλλακτικό Σύνταγμα που διέθετε ακρίβεια και εσωτερική συνοχή[40]. Ταυτόχρονα ήταν το μετριοπαθέστερο σε σχέση με τα άλλα αντισχέδια που προήλθαν από δυνάμεις της αριστεράς[41], καθώς δεν αρνούνταν την πρόβλεψη περιορισμών ακόμα και στα ατομικά δικαιώματα συλλογικής δράσης[42].

Οι τοποθετήσεις του Ηλιού στη Συνταγματική Επιτροπή κινήθηκαν στις κατευθύνσεις που χάραζε το εν λόγω αντισχέδιο και χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερα ήπιο τόνο[43]. Έτσι, σε αντίθεση με την υπόλοιπη αντιπολίτευση (ΕΚ-ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ), χαιρέτισε την πρόβλεψη του κυβερνητικού σχεδίου για τη διαίρεση της Βουλής σε τμήματα υποστηρίζοντας ότι ανταποκρινόταν στην ανάγκη επίσπευσης της νομοθετικής εργασίας[44]. Η επιχειρηματολογία του έμοιαζε πολύ με εκείνη της πλειοψηφίας, αφού επικαλέστηκε την πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής, την αύξηση της κρατικής παρέμβασης και την ανάγκη ψήφισης νόμων που απαιτούν τεχνικές γνώσεις[45]. Αξιοσημείωτη υπήρξε, επίσης, η αντίθεσή του με την τροπολογία που πρότειναν βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για τη στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι από πρόσωπα που συνέπραξαν στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος[46]. Ο Ηλιού υποστήριξε ότι η τροπολογία ήταν πολύ εκτεταμένη υπογραμμίζοντας ότι «δεν ημπορούμε να τους βάλωμεν όλους, όσους κατά τον έναν ή άλλον τρόπον συνέπραξαν, εις το ίδιο τσουβάλι»[47]. Αυτή η αντιπαράθεση απηχούσε τη διάσταση απόψεων εντός της αριστεράς σε σχέση με την αναγκαία έκταση της κάθαρσης του κρατικού μηχανισμού από τους συνεργάτες της δικτατορίας. Η ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσ υποστήριζαν ότι το αίτημα μιας ευρείας «αποχουντοποίησης» αποτελούσε «ανιστόρητο παρατσούκλι της “αποαστικοποίησης”», την οποία δεν θεωρούσαν επίκαιρη στη δεδομένη συγκυρία[48].

Στην Ολομέλεια της Βουλής, η σημαντικότερη αγόρευση του Ηλιού πραγματοποιήθηκε στις 28 Μαρτίου 1975[49]. Ο Ηλιού επισήμανε τα θετικά σημεία του κυβερνητικού σχεδίου, επιμένοντας κυρίως στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας και της προστασίας του περιβάλλοντος, στη διαίρεση της Βουλής σε τμήματα, στην καθιέρωση των νόμων-πλαίσιο και στην κατοχύρωση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης. Από την άλλη πλευρά, επέκρινε τη χρήση της έννοιας του έθνους στο Σύνταγμα, θεωρώντας ότι άφηνε περιθώρια για τη διαιώνιση της μετεμφυλιακής «εθνικοφροσύνης», καθώς και στις «υπερεξουσίες» του ΠτΔ τις οποίες απέδιδε σε προσωπικές βλέψεις του Κ. Καραμανλή για τον προεδρικό θώκο. Επιπλέον, επέμεινε πολύ στη σημασία των διαδηλώσεων, σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι οι «αστικές ελευθερίες» έχουν αυτοτελή ουσία και αξία[50]. Ιδιαίτερη σημασία έδωσε, επίσης, στη βελτίωση των προβλέψεων για τον οικονομικό προγραμματισμό (που τελικά αποτυπώθηκαν στο άρθρο 106 του Συντάγματος), στον έλεγχο των μονοπωλίων και στην απάλειψη της αυξημένης προστασίας των κεφαλαίων εξωτερικού. Συνολικά, ο Ηλιού τήρησε απέναντι στις κυβερνητικές προτάσεις μια πιο μετριοπαθή στάση σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ, εναρμονιζόμενος με τη γενικότερη γραμμή του ΚΚΕ εσ για Εθνική Αντιδικτατορική Δημοκρατική Ενότητα (ΕΑΔΕ)[51]. Τούτη η στάση του συμπυκνώθηκε γλαφυρά στην αποστροφή της ομιλίας του στην οποία τόνισε ότι θα πρέπει «να μη σκοτώσουμε την χρυσοτόκο όρνιθα» του κοινοβουλευτισμού καθώς η προβολή των μειονεκτημάτων του θα ευνοούσε τους νοσταλγούς της δικτατορίας[52].

 

Αντί επιλόγου

Ο Ηλίας Ηλιού ανέλαβε να διατυπώσει θέσεις για τη διαμόρφωση του Συντάγματος, οι οποίες αποτύπωσαν ευρύτερες τοποθετήσεις για τη θεσμική ταυτότητα που θα έπρεπε να έχει το κράτος σε μακρό χρόνο, σε κρίσιμες περιόδους. Ωστόσο, τα δεδομένα κάθε εποχής διέφεραν πολύ μεταξύ τους. Έτσι, τα άρθρα του το 1946-1947 δεν διατυπώθηκαν από το βήμα της Βουλής αλλά δημοσιεύθηκαν στον κομματικό Τύπο και μάλιστα σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά ευνοούσαν τον νηφάλιο διάλογο για το περιεχόμενό τους. Στη συγκυρία των Ιουλιανών, ο Ηλιού αγόρευε ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ, η οποία δεν αποτελούσε πλέον μια απομονωμένη και στοχοποιημένη δύναμη, όπως κατά την ίδρυσή της, αλλά αναπόσπαστη συνιστώσα ενός τεράστιου λαϊκού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο ρόλος που επέλεξε να παίξει ήταν αφενός μεν να υπερασπιστεί τη μαζική κινητοποίηση, αφετέρου όμως να την ελέγξει ώστε να μην υπερβεί συγκεκριμένα όρια και προκαλέσει την αντίδραση του μετεμφυλιακού πλέγματος εξουσίας[53]. Η περίπτωση της συμμετοχής του στις εργασίες διαμόρφωσης του μεταπολιτευτικού Συντάγματος ήταν διαφορετική σε σχέση με αμφότερες τις προηγούμενες. Ο Ηλιού δεν εκπροσωπούσε πλέον στη Βουλή το σύνολο της αριστεράς αλλά μόνο το ΚΚΕ εσ και την ΕΔΑ. Επιπλέον, η κριτική του όχι μόνο δεν έπαιρνε τον χαρακτήρα πολεμικής, όπως στην προδικτατορική περίοδο, αλλά διαρκώς υπογράμμιζε τον προσανατολισμό του στη βελτίωση του κοινοβουλευτισμού και στον εκδημοκρατισμό του πολιτικού συστήματος ώστε να περιλαμβάνει και την αριστερά[54].

Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους όμως, οι παραπάνω κομβικές στιγμές της συνταγματικής σκέψης του Ηλία Ηλιού παρουσιάζουν επίσης και κάποια θεμελιώδη κοινά γνωρίσματα. Έτσι, ως προς την οργάνωση των εξουσιών, ο Ηλιού σε όλες τις περιόδους παρουσίασε συγκεκριμένες προτάσεις που έτειναν στην αναμόρφωση του κοινοβουλευτισμού, παρότι θεωρητικά υποστήριζε την ανάγκη υπέρβασής του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, τάχθηκε υπέρ της θεσμικής πρωτοκαθεδρίας της Βουλής σε σχέση με την εκτελεστική εξουσία και ιδίως σε σχέση με τον Ανώτατο Άρχοντα ανεξάρτητα από το εάν αυτός ήταν μονάρχης ή Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αναφορικά με τις συνταγματικές ελευθερίες, ο Ηλιού υπήρξε διαχρονικά υπέρμαχος της αναγνώρισής τους χωρίς πολιτικές ή άλλες προϋποθέσεις και βέβαια χωρίς διαχωρισμό των πολιτών σε κατηγορίες με βάση το φρόνημά τους. Επιπλέον, ιδιαίτερα επέμεινε στην ανάδειξη των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης, τα οποία θεωρούσε ότι αποτελούν κοινωνικό αντίβαρο απέναντι στην ελεύθερη εντολή. Αυτοί οι άξονες υπήρξαν και οι πυλώνες της συνταγματικής σκέψης του, που συνιστούν μια γόνιμη παρακαταθήκη σε μια εποχή που επιστρέφουν τα ερωτήματα τόσο για τη φύση και τα όρια της αντιπροσώπευσης όσο και για τη σημασία και τη λειτουργία των συνταγματικών δικαιωμάτων.

 

[1] Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα», τχ 160-161 και θα αποτελέσει συμβολή των συγγραφέων στον Τιμητικό Τόμο που θα εκδοθεί προς τιμήν της καθηγήτριας Ισμήνης Κριάρη-Κατράνη.

[2] Για μια συνολική παρουσίαση του έργου του Ηλιού βλ. αντί άλλων τη μελέτη του Η. Νικολακόπουλου, Ηλίας Ηλιού. Πολιτική βιογραφία, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2017.

[3] Μ’ αυτό το πρίσμα προσέγγισε το έργο του Ηλία Ηλιού ο Ν. Αλιβιζάτος, Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι. Πολιτικοί, διανοούμενοι και η πρόκληση της εξουσίας, Πόλις, Αθήνα 2015, σελ. 437-445.

[4] Για τις εκλογές του 1946 βλ. Η. Νικολακόπουλου, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Πατάκη, Αθήνα 2010, σελ.  67-85.

[5] Για τη στάση των δυνάμεων της αριστεράς εκείνη την περίοδο βλ. Μ. Λυμπεράτου, Στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου: Κοινωνική πόλωση, Αριστερά και αστικός κόσμος στη μεταπολεμική Ελλάδα. Από τη Βάρκιζα στον εμφύλιο, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006.

[6] Όπως επισήμανε ο Α. Μανιτάκης, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Ι΄, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 271- 272, ο εν λόγω αυτοχαρακτηρισμός έγινε επειδή οι κυρίαρχες στην Δ΄ Αναθεωρητική Βουλή πολιτικές δυνάμεις ήθελαν να αποτυπώσουν με σαφή τρόπο τη συνέχεια στη μορφή του πολιτεύματος και του κοινωνικού καθεστώτος.

[7] Η εν λόγω επιτροπή διαμόρφωσε όντως σχέδιο Συντάγματος και το κατέθεσε στη Βουλή στις 15 Ιουνίου 1948. Βλ. το σχέδιο σε Κ. Μαυριά, Α. Παντελή, Συνταγματικά κείμενα, τ. 1, δ΄ εκδ., Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2007, σελ. 165-192.

[8] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Το Κράτος και το Σύνταγμα», ΚΟΜΕΠ, τχ 10/1946, σελ. 572-577.

[9] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Ιστορική τοποθέτηση», ΚΟΜΕΠ, τχ 11/1946, σελ.  627-634.

[10] Βλ. Η. Ηλιού, «Για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα. Η ιστορία μας», ΚΟΜΕΠ, τχ 12/1946, σελ. 665-670. Και τα τρία αυτά άρθρα αναδημοσιεύθηκαν μεταπολιτευτικά σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σελ. 73-136, όχι όμως και το τέταρτο για το οποίο γίνεται αναλυτικά λόγος παρακάτω.

[11] Βλ. επ’ αυτού την κριτική του πρώτου γενικού γραμματέα του ΚΚΕ Π. Πουλιόπουλου, Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2006 [1934].

[12] Αξίζει να σημειωθεί ότι στην επανέκδοση του άρθρου του το 1975, ο Ηλιού επισήμανε ότι δεν θεωρούσε πλέον αυτά τα μέτρα ως ολότελα επιφανειακά· βλ. τη σχετική σημείωση σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 131.

[13] Βλ. Η. Ηλιού, «Σκέψεις για ένα λαϊκοδημοκρατικό Σύνταγμα», ΚΟΜΕΠ, τχ 3/1947, σελ. 118-124.

[14] Το Σύνταγμα του 1952 προέβλεψε τη δυνατότητα απόδοσης πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες με την ερμηνευτική δήλωση επί του άρθρου 70 που όριζε λακωνικά ότι «[ν]όμος δύναται να ορίση τα της ασκήσεως παρά των γυναικών του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι». Λίγο αργότερα πάντως εκδόθηκε ο σχετικός νόμος (ν. 2159/1952) και οι γυναίκες άσκησαν τα δικαιώματά τους, πρώτα σε αναπληρωματικές εκλογές της Θεσσαλονίκης το 1953 κι έπειτα σε πανεθνικό επίπεδο στις εκλογές του 1956· βλ. αναλυτικά Μ. Παντελίδου-Μαλούτα, Μισός αιώνας γυναικείας ψήφου, μισός αιώνας γυναίκες στη Βουλή, β΄ εκδ., Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007, σελ. 36-44.

[15] Η συγκεκριμένη πρόταση μοιάζει πολύ με τη ρύθμιση του άρθρου 35 του Συντάγματος του 1952. Γι’ αυτήν βλ. Α. Μάνεση, «Η έκτακτος νομοθετική διαδικασία (Συμβολή εις την ερμηνείαν του άρθρου 35 παρ. 2-5 του Συντάγματος)» [1955] στου ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και πράξη (1954-1979), Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 182-243.  

[16] Βλ. γενικά Δ. Μαριόλη, Η αδύνατη ταξική ανακωχή. Η πολιτική του ΕΑΜ στα υπουργεία Οικονομικών, Εργασίας και στα συνδικάτα μέχρι τα Δεκεμβριανά, ΚΨΜ, Αθήνα 2015 και την ειδικότερη μελέτη του Π. Μαντζούφα, «Ο Αλέξανδρος Σβώλος ως μέλος της ΠΕΕΑ και της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου (1944), σε Γ. Κασιμάτη, Γ. Αναστασιάδη (επιστ. επιμ.), Αλέξανδρος Σβώλος. Ο συνταγματολόγος, ο πολιτικός, ο οραματιστής, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, Αθήνα 2009, σελ. 223-240.

[17] Για το ιστορικό της κυοφορίας του Συντάγματος του 1952 βλ. αναλυτικά Ν. Καλτσόγια-Τουρναβίτη, Προβληματική της σύγχρονης ελληνικής συνταγματικής ιστορίας 1935-1975 (Προσπάθεια οριοθετήσεως), διδ. Διατριβή Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1981, σελ. 134-151.

[18] Η εκλογή του, όπως και όλων των άλλων βουλευτών που εξελέγησαν με τα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ, ακυρώθηκε επειδή ήταν φυλακισμένοι ή εξόριστοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του Α. Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τ. ΙΙ΄, Αφοί Π. Σάκκουλα, Αθήναι-Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 215, σημ. 26, η διάταξη του άρθρου 35 του ν. 1878/1951 στην οποία θεμελίωσε το Εκλογοδικείο την απόφασή του για την ακύρωση της εκλογής τους ήταν «αναμφίβολα αντισυνταγματική», καθώς παραβίαζε την καθολικότητα του δικαιώματος του εκλέγεσθαι.

[19] Βλ. Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 51-71.

[20] Για το παρασύνταγμα βλ. αναλυτικά Νίκου Αλιβιζάτου, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, γ΄ εκδ., Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, σελ. 451-523.

[21] Από αυτήν την άποψη, εφόσον γίνει δεκτό ότι ο Ηλιού δεν είχε υποπτευθεί τη διαιώνιση των έκτακτων μέτρων με την επιγενόμενη εγκαθίδρυση του παρασυντάγματος, φαντάζει άδικη η προσέγγιση του Γ. Δρόσου, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1996, σελ. 487, ο οποίος χαρακτήρισε ως «οξεία και μονοκόμματη» την κριτική του Ηλιού και υποστήριξε ότι ο ηγέτης της αριστεράς δεν ανέδειξε στα άρθρα του την αντίφαση μεταξύ Συντάγματος και παρασυντάγματος. Από την άλλη πλευρά, είναι εύστοχη η παρατήρηση του Δρόσου (σελ. 488) ότι τα επόμενα χρόνια «η Αριστερά και οι Αριστεροί στήριξαν την μάταιη προσπάθειά τους να κατακτήσουν το ίδιο έδαφος νομιμότητας με όλους τους άλλους» στο συγκεκριμένο Σύνταγμα.

[22] Βλ. Λ. Καλλιβρετάκη, «Το “σαμποτάζ” του Έβρου χωρίς ζάχαρη. Μια απόπειρα αναψηλάφισης», Αρχειοτάξιο, τ. 12/2010, σελ. 142-144 και γενικότερα σελ. 132-160.

[23] Βλ. Η. Ηλιού, «Γύρω από τρεις νομικοπολιτικές διατριβές», Αυγή, 18 Ιουλίου 1965 και στου ίδιου, Η κρίση εξουσίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1966, σελ. 180-186.

[24] Βλ. Βουλή των Ελλήνων, Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, Περίοδος Η΄ – Έκτακτος Σύνοδος, Εν Αθήναις 1965, σελ. 122, 125.

[25] Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως όταν η κυβέρνηση που σχημάτισε ο Στέφανος Στεφανόπουλος έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης, το κόμμα της Αριστεράς εκτίμησε πως ήταν μία νόμιμη κυβέρνηση παρά τις πολιτικές και ηθικές επικρίσεις που άσκησε εναντίον της· βλ. τη συνέντευξη του Η. Ηλιού σε Επίκαιρα, 414/1976, σελ. 16.

[26] Βλ. Ν. Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία 1800-2010, Πόλις, Αθήνα 2011, σελ. 381-384.

[27] Βλ. Η. Ηλιού, Η κρίση εξουσίας, ό.π., σελ. 229.

[28] Βλ. Χ. Βερναρδάκη, Γ. Μαυρή, Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα, Εξάντας, Αθήνα 1991, σελ. 239-267.

[29] Βλ. Η. Ηλιού, «Περί “πεζοδρομίου και οχλοκρατίας”», στου ίδιου, Η κρίση εξουσίας, ό.π., σελ. 187-204.

[30] Για το σύνθημα του δημοψηφίσματος και την περιγραφή των διαδηλώσεων των Ιουλιανών βλ. αντί άλλων τις αυτοβιογραφικές περιγραφές των Δημήτρη Λιβιεράτου, «Το χρονικό του Ιουλίου 1965» στο Κ. Πίττα (επιμ.), Ιουλιανά 1965, Μαρξιστικό βιβλιοπωλείο, Αθήνα 2005, σελ. 31-61, Στ. Κατσαρού, Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης, γ΄ εκδ., Ισνάφι, Ιωάννινα 2008, σελ. 50-75 και Φ. Λάδη, Ιουλιανά 1965. 100 μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα, β΄ εκδ.,  Καστανιώτη, Αθήνα 1985.

[31] Βλ. Αυγή, 28 Ιουλίου 1965.

[32] Βλ. ενδεικτικά Δ. Μέξη, «Τα βασιλικά πραξικοπήματα των Γλύξμπουργκ (1864-1965). Συνταγματική άποψη», Σύγχρονα Θέματα, 16/1965, σελ. 407, κατά τον οποίο «η επίκληση των “βασιλικών προνομίων” και η καταχρηστική άσκησή τους, είναι σκοτεινό έργο της Αυλής».

[33] Για «ευκαμψία» και «μετριοπαθή στάση» της ΕΔΑ έκανε λόγο ο J. Meynaud, Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, τ. Β΄, β΄ εκδ., μτφρ. Π. Μερλόπουλος, Σαββάλας, Αθήνα 2002 [1972], σελ. 90.

[34] Για τη διαμόρφωση του Συντάγματος του 1975 βλ. Χ. Κουρουνδή, Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο Σύνταγμα του 1975,  Νήσος, Αθήνα 2018, σελ. 157-270.

[35] Βλ. Η. Ηλιού, «Ο πρόεδρος που νομοθετεί», Αυγή, 29 Δεκεμβρίου 1974, του ίδιου, «Οι ανελεύθεροι ορισμοί», Αυγή, 31 Δεκεμβρίου 1974, του ίδιου, «Απαραίτητες προσθήκες», Αυγή, 1 Ιανουαρίου 1975, του ίδιου, «Η λαϊκή συμμετοχή», Αυγή, 3 Ιανουαρίου 1975. Τα εν λόγω άρθρα δημοσιεύθηκαν έπειτα και σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα και η αναθεώρησή του, ό.π., σελ. 21-36.

[36] Βλ. την ομιλία του σε Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Προεδρευομένης Δημοκρατίας – Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων της Ολομελείας της Βουλής των συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1975 (:Ολομέλεια Βουλής), σελ. 13-15.

[37] Λίγες μέρες αργότερα, παρόμοιες επικρίσεις διατύπωσε ο Φ. Βεγλερής, «Το αυταρχικό συνταγματικό κράτος», Βήμα, 19 Ιανουαρίου 1975, σελ. 1, 12 (ομοίως και στου ίδιου, Υπόμνημα για ένα Σύνταγμα του ελληνικού λαού. Το συνταγματικό χρονικό της δικτατορίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1975, σελ. 167-177), σύμφωνα με τον οποίο το άρθρο 44 παρ. 1 θύμιζε τα «διατάγματα ανάγκης» του άρθρου 48 του Συντάγματος της Βαϊμάρης, «των οποίων η εντατική χρήση τίναξε στον αέρα – μαζί με άλλους βέβαια και βαθύτερους παράγοντες – την πρώτη γερμανική δημοκρατία».

[38] Βλ. Ολομέλεια Βουλής, σελ. 21-22. Η επίθεση του Κ. Καραμανλή προκάλεσε επίσης τη δηκτική ειρωνεία του Μποστ: «Δυο πράγματα δεν έχω συναντήσει εις την ζοήν μου. Αριστερόν χοροφύλακα κε προθυπουργόν Έλληνα που να έχη καλήν ιδέαν διά τους αριστερούς. Προσπαθόντας ο κ. Καραμανλής να απαντήση στον κ. Ηλιού κατά την συζήτηση του Συντάγματος, είπε ότι “αν η Άκρα Αριστερά του κ. Ηλιού ή η άλλη αριστερά πάρη την εξουσία, θα κατασκεβάση σύνταγμα ολοκληροτικόν”. Κε ύστερα σου λέγουν μερικοί ότι ο κ. Προθυπουργός ήλθεν ανανεομένος κε δεν είνε ο παλαιός που εγνορίζαμε, διότι η πάροδος των ετών εις την Γαλίαν τον έκανε άλλον άνθρωπον. Αφτά είνε ανοησίε.», Αυγή, 12 Ιανουαρίου 1975.

[39] Βλ. «Αντισχέδιο Συντάγματος του ΚΚΕ εσωτερικού και της ΕΔΑ», Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική [:ΚΟΘΕΠ], 1/1975, σελ. 23-85. Όπως εξήγησε ο Ηλιού, «το χαρακτηρίσαμεν αντισχέδιον, διότι φθάνει σε 96 τροπολογίες και προσθήκες»· βλ. Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Προεδρευομένης Δημοκρατίας – Σύνοδος Α΄, Πρακτικά των συνεδριάσεων των Υποεπιτροπών της επί του Συντάγματος 1975 Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1975 (:Πρακτικά υποεπιτροπών), σελ. 25.

[40] Βλ. A. Pantélis, Les grands problèmes de la nouvelle Constitution hellénique, LGDJ, Paris 1979, σελ. 150-152.

[41] Βλ. το αντισχέδιο του ΚΚΕ σε Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή, Σύνταγμα 1975. Διάταξις κατ’ άρθρον επισήμων σχεδίων – τροπολογιών ψηφισθέντος τελικού κειμένου, εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι 1976, σελ. 635-638 και του ΠΑΣΟΚ σε  Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, Σύνταγμα για μια Ελλάδα δημοκρατική. Εισηγήσεις της ομάδας Επιστημόνων του ΠΑΣΟΚ, Κέδρος, Αθήνα 1975.

[42] Έτσι π.χ. το αντισχέδιο των ΚΚΕ εσ και ΕΔΑ προέβλεπε τη δυνατότητα απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων αν από αυτές «επίκειται κατάδηλος κίνδυνος εις την δημοσία τάξιν».

[43] Αξίζει όμως να σημειωθεί και το επεισόδιο της 30ης Ιανουαρίου, όταν ο Η. Ηλιού, Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 21 δήλωσε ότι με τους ρυθμούς συζήτησης που επέβαλλε η πλειοψηφία το νέο Σύνταγμα «θα το βλέπουμε και θα το συχαινόμαστε όλοι», προκαλώντας τις αντιδράσεις των βουλευτών της συμπολίτευσης.

[44] Βλ. Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 25-26.

[45] Βλ. Πρακτικά Υποεπιτροπών, σελ. 48.

[46] Η πρόταση διατυπώθηκε από τον Ι. Κουτσοχέρα· βλ. Βουλή των Ελλήνων, Ε΄ Αναθεωρητική, Περίοδος Α΄ – Σύνοδος Α΄, Επίσημα εστενογραφημένα πρακτικά συνεδριάσεων της Ολομελείας της Επιτροπής του Συντάγματος 1975, Προεδρία Κωνσταντίνου Δ. Τσάτσου, Αθήναι 1975 (:Ολομέλεια Επιτροπής), σελ. 146. Ο Α. Κακλαμάνης, Ολομέλεια Επιτροπής, σελ. 147 συγκεκριμενοποίησε τις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να έχει εφαρμογή μια τέτοια διάταξη, περιλαμβάνοντας τους αντιβασιλείς, πρωθυπουργούς, υπουργούς, γενικούς γραμματείς, νομάρχες, μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής, ιδρυτικά μέλη του ΕΠΟΚ και τους δημάρχους της εποχής της δικτατορίας.

[47] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Επιτροπής, σελ. 148.

[48] Βλ. Γ. Καρρά, «Οι δίκες των βασανιστών και η εσωτερική λογική τους», Ο Πολίτης, 2/1976, σελ. 8-15.

[49] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 49-57.

[50] Ο Ηλιού ανέδειξε λίγο αργότερα με ακόμα πιο έντονα χρώματα τη διεθνή διάσταση της ανάγκης προστασίας αλλά και της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, υπογραμμίζοντας ότι «αντί έντιμης και ειλικρινούς προσπάθειας παριστάμεθα σε μια διελκυστίνδα ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, ποιος να φορτώσει στον άλλο τις παραβιάσεις, ποιος να εκφοβίσει και να περιαγάγει σε σιγή όσους τόλμησαν να επισημάνουν προσβολές ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο δικό τους στρατόπεδο»· βλ. Η. Ηλιού, Οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Ερμείας, Αθήνα 1977, σελ. 7-8.

[51] Για τον προσδιορισμό αυτής της κατεύθυνσης κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για το Σύνταγμα βλ. Μπ. Δρακόπουλου, «Η πολιτική της εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας για την πρόοδο στις σημερινές συνθήκες», ΚΟΘΕΠ, 3/1975, σελ. 5-20.

[52] Βλ. Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 52. Η θέση του προκάλεσε αντιπαράθεση στους κόλπους της αριστεράς· βλ. την κριτική που του ασκήθηκε σε Ριζοσπάστης, 30 Μαρτίου 1975 και την απάντησή του σε Η. Ηλιού, Το Σύνταγμα…, ό.π., σελ. 232.

[53] Επ’ αυτού βλ. Δ. Χαραλάμπη, Στρατός και πολιτική εξουσία. Η δομή της εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Εξάντας, Αθήνα 1985, σελ. 222-241.

[54] Βλ. ενδεικτικά σε Η. Ηλιού, Ολομέλεια Βουλής, σελ. 55 την επίκλησή του στην εκτίμηση του Ντε Γκωλ για τον Τωρέζ και στο σχετικό σχόλιο του Duverger ότι «δεν είναι στη φύση του κομμουνιστικού κόμματος να απομονώνεται από το Έθνος».

Πρόσφατες εξελίξεις της Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως  Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος *

Αποτελεί πια κοινή πεποίθηση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος, ιδίως στους, παγκοσμίως, ταραγμένους καιρούς μας ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά, συνδυάζοντας αρμονικά πρωτίστως τις κατά την Ιστορία της και τον Πολιτισμό της αρχές του Ανθρωπισμού και της Δικαιοσύνης και την ανάγκη διασφάλισης  των συνόρων της  -και, άρα, των συνόρων των Κρατών-Μελών της-  και το προσφυγικό ζήτημα καθώς και το εν γένει ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης. Όπως επίσης οφείλει, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να θωρακίσει και τ’ αναφαίρετα σχετικά Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου,  τα οποία απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο και από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Τούτο σημαίνει, μεταξύ άλλων, και ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χρέος από την μια πλευρά να φέρεται στους πρόσφυγες και στους παράνομους μετανάστες με όρους πλήρους σεβασμού της αξίας του Ανθρώπου, συνακόλουθα δε πλήρους σεβασμού όλων, ανεξαιρέτως, των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων τους.  Και, από την άλλη πλευρά, να εγγυάται αποτελεσματικώς τα σύνορά της αλλά και να επιβάλλει την κατά το δυνατόν αναλογικώς δίκαιη κατανομή των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών μεταξύ των Κρατών-Μελών.  Διότι το μείζον αυτό διακύβευμα αφορά το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν νοείται, από την σκοπιά της καθοριστικής σημασίας αρχής της αναλογικής Iσότητας, διαχείρισή του αποκλειστικώς με αυθαίρετα, σε πολλές περιπτώσεις,  γεωγραφικά κριτήρια.

Ι.  Το αρχικό «Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο» του 2008   

Προς την κατεύθυνση αυτή κινήθηκε, βεβαίως με πολλές ελλείψεις και ανάλογα κενά, το  αρχικό «Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο», του 2008.  Το εν λόγω Σύμφωνο στηρίχθηκε σε πέντε θεσμικούς «κίονες», οι οποίοι συνδέονταν αναποσπάστως μεταξύ τους:

Α.  Ο πρώτος «κίονας» αφορούσε από την μια πλευρά την οργάνωση της νόμιμης μετανάστευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις προτεραιότητες, τις ανάγκες και τις δυνατότητες υποδοχής κάθε Κράτους-Μέλους.  Και, από την άλλη πλευρά, την ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των νόμιμων μεταναστών μέσω των κατάλληλων κοινωνικών και οικονομικών πολιτικών, φυσικά με την ενεργό συμβολή της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Αφού μόνο μέσω αυτής θα ήταν εφικτό να θεσμοθετηθούν τα κατάλληλα κοινά μέσα και να εξευρεθούν αλλά και να κατανεμηθούν δικαίως οι στοιχειωδώς απαιτούμενοι προς τούτο πόροι.

Β.  Ο δεύτερος «κίονας» αφορούσε την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.  Πρώτη και βασική προτεραιότητα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η εξασφάλιση της λειτουργίας των μηχανισμών εκείνων, δια των οποίων θα καθίστατο δυνατή η προβλεπόμενη και ασφαλής επιστροφή των παράνομων μεταναστών στην Χώρα καταγωγής τους ή σε Χώρα διέλευσής τους, χωρίς να θίγονται η αξία, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Γ.   Ο τρίτος «κίονας» αφορούσε την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των συνοριακών ελέγχων. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στους ελέγχους που θα έπρεπε να διενεργούνται στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης  -άρα και στα σύνορα των επιμέρους Κρατών-Μελών-  με κινητήριο μοχλό προεχόντως τον Οργανισμό «FRONTEX», οπωσδήποτε με την προοπτική ταχείας μετεξέλιξής του σε ολοκληρωμένο Ευρωπαϊκό Οργανισμό κατά το πρότυπο της «EUROPOL».  Και τούτο διότι κατά τις ρυθμίσεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, θεσμικώς τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τα σύνορα των Κρατών-Μελών, όπως οριοθετούνται κυριάρχως από αυτά.

Δ.  Ο τέταρτος «κίονας» αφορούσε την συγκρότηση της Ευρώπης ως όσο το δυνατόν «Ενιαίου Χώρου Ασύλου», εντός του οποίου εφαρμόζονται, στο ακέραιο,  οι παραδοσιακές Ευρωπαϊκές αρχές του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης και της προάσπισης της Δημοκρατίας, μ’ επίκεντρο τον σεβασμό των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και κατά το Διεθνές Δίκαιο.

Ε.  Και ο πέμπτος «κίονας» αφορούσε την δημιουργία διαύλων και μέσων ολοκληρωμένης σύμπραξης με τις Χώρες καταγωγής και διέλευσης προκειμένου να ευνοείται, σε σταθερή βάση, η συνέργεια –άρα και η θετική αλληλεπίδραση- μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης. Διότι είναι ευνόητο πως, χωρίς την διασφάλιση της σταθερής αναπτυξιακής πορείας των Χωρών καταγωγής και διέλευσης, η εν γένει διαχείριση της μετανάστευσης συνιστά μια μορφή «ουτοπίας», η οποία δεν συνάδει και προς την ενδεδειγμένη  πολιτική αξιοπιστία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

ΙΙ. Προς ένα νέο «Σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο»

Δυστυχώς, οι προαναφερόμενοι πέντε «κίονες» της Ευρωπαϊκής Μεταναστευτικής Πολιτικής δεν εφαρμόσθηκαν εμπράκτως στον απαιτούμενο βαθμό αποτελεσματικότητας.  Πρέπει δε να επισημανθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κυρίως αφενός λόγω της ασυνεννοησίας μεταξύ των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, αφετέρου, της ολιγωρίας αλλά και της μη αποφασιστικής δράσης των κορυφαίων αρμόδιων οργάνων της.  Συγκεκριμένα:

Α.  Ως προς τον πρώτο «κίονα», κατά κανόνα δεν λήφθηκε, στο πεδίο  διαμόρφωσης της γενικότερης Ευρωπαϊκής Μεταναστευτικής Πολιτικής εντός του πλαισίου εφαρμογής του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο», σοβαρά υπόψη η πραγματική δυνατότητα «απορρόφησης» μεταναστών από την πλευρά του κάθε Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με αποτέλεσμα οι αντίστοιχες ροές να προσανατολίζονται, κατά προφανή παραβίαση και της αρχής της Αλληλεγγύης, μονομερώς στον Ευρωπαϊκό Νότο, όπως εξηγείται αναλυτικότερα στην συνέχεια. Ενώ η ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης των μεταναστών προσέκρουσε στο, δήθεν, εμπόδιο της «έλλειψης πόρων» ως προς την οργάνωση και εφαρμογή των προς τούτο κατάλληλων ορθολογικών και αποδοτικών πολιτικών.

Β.  Ως προς τον δεύτερο «κίονα», η Ευρωπαϊκή Ένωση, έως την «κορύφωση» του μεταναστευτικού ζητήματος σε όλη του την ένταση και έκταση, υποτίμησε το αυτονόητο: Ήτοι την ανάληψη σοβαρών, γενικευμένων, πρωτοβουλιών σύναψης συμφωνιών επανεισδοχής,   αφήνοντας στα επιμέρους Κράτη-Μέλη την σχετική ευθύνη.

  1. Τούτο είχε ως μοιραία συνέπεια οι κανόνες του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» να μένουν, στην ουσία, γράμμα κενό περιεχομένου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο των «Συμφωνιών» με την Τουρκία, η οποία αποτελούσε και αποτελεί πάντα την μεγαλύτερη και πιο αντιδραστική, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου, «πηγή» προώθησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση -και ιδίως στην Ελλάδα- παράνομων μεταναστών. Οι «Συμφωνίες» αυτές, οι οποίες επιπροσθέτως ουδέποτε απέκτησαν τυπικό -και επομένως πλήρως δεσμευτικό- χαρακτήρα, θεσμοθετήθηκαν την 23η Σεπτεμβρίου 2015 και επαναβεβαιώθηκαν μετέπειτα, με κομβικό σημείο την «ΔήλωσηΣυμφωνία» Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016. Έως και σήμερα μάλιστα η Τουρκία κωλυσιεργεί ή και αρνείται να εκπληρώσει έστω και στοιχειωδώς τις υποχρεώσεις της, καταφεύγοντας συχνά και σε τακτικές ευτελούς αλλά και απροκάλυπτου εκβιασμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και τούτο μολονότι η Ελλάδα την έχει επισήμως αναγνωρίσει, για τις ανάγκες των «Συμφωνιών» αυτών, ως «ασφαλή Χώρα».
  2. Επιβεβαίωση των κατά τ’ ανωτέρω αρνητικών δεδομένων συνιστά και η πρόσφατη απόφαση ΣτΕ(Ολ.) 177/2023, η οποία απηύθυνε, μεταξύ άλλων,  και το εξής σχετικό προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς το αν και κατά πόσον η Τουρκία μπορεί να χαρακτηρισθεί πλέον ως «ασφαλής Χώρα», υπό την εξής εκδοχή:  «α) Το άρθρο 38 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, ερμηνευόμενο σε  συνδυασμό με το άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική (κανονιστική) ρύθμιση, με την οποία χαρακτηρίζεται ως γενικώς ασφαλής για ορισμένες κατηγορίες αιτούντων διεθνή προστασία τρίτη χώρα, η οποία έχει μεν αναλάβει την νομική υποχρέωση να επιτρέπει την επανεισδοχή στο έδαφός της των εν λόγω κατηγοριών αιτούντων διεθνή προστασία, προκύπτει, όμως, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (που στην συγκεκριμένη περίπτωση υπερβαίνει τους είκοσι μήνες) η χώρα αυτή αρνείται την επανεισδοχή και δεν προκύπτει ότι ερευνήθηκε το ενδεχόμενο να μεταβληθεί η στάση της χώρας στο προσεχές μέλλον;».   Επιπλέον, η Τουρκία όχι μόνο δεν κάνει ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα αλλά συχνά διευκολύνει, και δη κατά τρόπο απροκάλυπτο, τους διακινητές  -σύγχρονους απεχθείς «δουλεμπόρους»-   να μεταφέρουν παράνομους μετανάστες στην Ελλάδα.  Και στο σημείο αυτό καθίσταται κάτι παραπάνω από προφανές ότι οι ευθύνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των αρμόδιων οργάνων της καθίστανται ακόμη περισσότερο εμφανείς και συγκεκριμένες, δοθέντος ότι απέφυγαν, τουλάχιστον κατά κανόνα, ν’ αντιδράσουν εγκαίρως και δυναμικώς εις βάρος της Τουρκίας, επιβάλλοντάς της το σύνολο των προβλεπόμενων, για τέτοιες παραβάσεις του Διεθνούς Δικαίου και του Ευρωπαϊκού Δικαίου,  κυρώσεων.

Γ.   Ως προς τον τρίτο «κίονα», οι συνοριακοί έλεγχοι ουδέποτε απέκτησαν  τις βάσεις εκείνες, οι οποίες θα ήταν εφικτό  να εγγυηθούν την δέουσα και lege artis διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης, προεχόντως έναντι των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δέχονταν -και εξακολουθούν να δέχονται-  τον μεγαλύτερο όγκο παράνομων μεταναστών.

  1. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο για τους ελέγχους στα θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού ο «FRONTEX», λόγω ανεπαρκούς δομής και λειτουργίας -ακόμη δεν έχει αποκτήσει status ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Οργανισμού τύπου «EUROPOL»-μάλλον έχει έως και τώρα συμβολική παρουσία στο πεδίο αντιμετώπισης τόσο των διογκωμένων ροών των παράνομων μεταναστών. Όσο και –αυτό δε είναι το σπουδαιότερο εν προκειμένω- των «δουλεμπόρων», οι οποίοι αποτελούν μάστιγα για την αξία του Ανθρώπου και, άρα, πραγματικό στίγμα για τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Με την εκ νέου υπενθύμιση ότι γι’ αυτό η κύρια και καίρια ευθύνη βαρύνει, αναμφιβόλως, την Τουρκία. Βεβαίως, ελπίδες για το μέλλον καλλιέργησε η θέσπιση του «Οργανισμού Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» (Κανονισμός 1896/2019, με έναρξη ισχύος την 14η Δεκεμβρίου 2019), ο οποίος στοχεύει στην ολοκληρωμένη διαχείριση των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην αποτελεσματικότερη εφαρμογή της πολιτικής επιστροφών, με βασικό επιχειρησιακό «βραχίονα» το μόνιμο σώμα 10.000 συνοριοφυλάκων που προβλέπεται να επιλεγούν και να προσληφθούν έως το 2027.  Στον «Οργανισμό Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» ενσωματώθηκε το «EUROSUR» και διευρύνθηκε το πεδίο εφαρμογής του, με παράλληλη κατάργηση του προγενέστερου Κανονισμού 1052/2013.
  2. Πρέπει όμως να τονισθεί μ’ έμφαση ότι ναι μεν ο «Οργανισμός Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής» αποσκοπεί στην ουσιαστική ενδυνάμωση του «FRONTEX» -κάτι το οποίο ούτως ή άλλως απομένει ν’ αποδειχθεί στην πράξη-  πλην όμως δεν τον διαφοροποιεί εκ βάθρων.  Αυτό οφείλεται στο ότι ο «FRONTEX»  διατηρεί πάντα την ίδια νομική προσωπικότητα και, επομένως, την ίδια γενική δομή και λειτουργία οι οποίες, όπως τονίσθηκε, απέχουν ακόμη πολύ από την δομή και λειτουργία της «EUROPOL», που έχει φθάσει στο επίπεδο ενός πραγματικού και ικανοποιητικώς ολοκληρωμένου Ευρωπαϊκού Οργανισμού.

Δ.  Ως προς τον τέταρτο «κίονα», και με την επισήμανση ότι η πλήρης εμπέδωσή του προϋποθέτει την θέσπιση ενός «Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» όπου ο σχετικός χαρακτηρισμός των in concreto δικαιούχων αφορά όλα τα Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο μηχανισμός του Ευρωπαϊκού Ασύλου υπολειτούργησε  -και εξακολουθεί, παρά τις κάποιες βελτιώσεις, να υπολειτουργεί-  όταν μάλιστα οι πολεμικές επιχειρήσεις  εξαπλώθηκαν ταχύτατα ιδίως στις περιοχές της Μέσης Ανατολής.

  1. Και τούτο διότι η «λογική» της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ» (Κανονισμός 343/2003) -που είχε επανειλημμένως αμφισβητηθεί τόσο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και από αυτό τούτο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως με την απόφασή του της 21ης Δεκεμβρίου 2011- «φόρτωνε» όλα, σχεδόν, τα βάρη του Ασύλου στις Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου.  Αυτό συνάγεται εκ του ότι οι ως άνω Χώρες,  προεχόντως δε η Ελλάδα, συνιστούν, κατά κανόνα, πύλη πρώτης εισόδου των αιτούντων άσυλο, καθιστώντας έτσι την διαχείριση του αντίστοιχου ζητήματος από άκρως δυσχερή έως κυριολεκτικώς αδύνατη.  Με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται ως προς την όλη εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τον σεβασμό της αξίας του Ανθρώπου και τις εγγυήσεις  των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του.  Εξ ου και, όπως ήδη αναφέρθηκε, εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης -με «πρωταγωνιστές» το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αλλά και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης-  αναγνωρίσθηκε  πριν από καιρό η επιτακτική ανάγκη αναθεώρησης της Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙ».
  2. Άλλωστε, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙ» αντικαταστάθηκε (Κανονισμός 604/2013, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014), από την Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙΙ», οι ρυθμίσεις της οποίας «φιλοδοξούν» -δυστυχώς όχι με μεγάλη επιτυχία έως σήμερα- να καθιερώσουν ένα πιο  δίκαιο και αποδοτικό «Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου», που κατά τα προεκτεθέντα θα ήταν η μόνη ασφαλής και δίκαιη λύση εν προκειμένω.  Οι κυριότερες βελτιώσεις  -βεβαίως και αυτές «διστακτικές» και εν πολλοίς ανεπαρκείς-  σε σχέση με την Συνθήκη  «Δουβλίνο ΙΙ» της νέας Συνθήκης «Δουβλίνο ΙΙΙ» εντοπίζονται στην κατάργηση  του αυθαίρετου κριτηρίου της πρώτης Χώρας υποδοχής και στην υιοθέτηση ενός συνδυασμού κριτηρίων για τον καθορισμό της «υπεύθυνης Χώρας», όπως είναι ιδίως τα οικογενειακά κριτήρια, το κριτήριο της πρόσφατης κατοχής θεώρησης ή άδειας διαμονής σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και το κριτήριο του αν και κατά πόσον ο αιτών εισήλθε νομίμως ή παρανόμως σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ε.  Και ως προς τον πέμπτο «κίονα», η συνέργεια μεταξύ μετανάστευσης και ανάπτυξης μοιάζει με «πουκάμισο αδειανό»,  κατά τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη.

  1. Διότι, όπως αποδείχθηκε ευχερώς στην πράξη, από το 2008 έως πριν λίγες ημέρες –ιδίως δε μετά την δραματική επιδείνωση της οικονομικής κρίσης- δύσκολα μπορούσε να διακρίνει κανείς κάποια ίχνη ουσιαστικής Ευρωπαϊκής αναπτυξιακής σύμπραξης με τις Χώρες καταγωγής και διέλευσης μεταναστών, πρωτίστως δε με τις δεινώς χειμαζόμενες Χώρες της Αφρικής.  Εξ ου και, όπως φαίνεται με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, το μεγαλύτερο ζήτημα που αντιμετωπίζουν  -και θ’ αντιμετωπίσουν περισσότερο στο άμεσο μέλλον-  οι Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου συνίσταται στην ραγδαία διόγκωση των μεταναστευτικών ροών από τις ως άνω Χώρες της Αφρικής.  Είναι δε μάλλον αυτή η δραματική εξέλιξη η οποία «αφύπνισε», επιτέλους, την Ευρωπαϊκή Ένωση να συνάψει εντελώς προσφάτως σχετική Συμφωνία με την Αίγυπτο, για την οποία γίνεται λόγος αμέσως στην συνέχεια.
  2. Την κατά τα προαναφερόμενα αποδυνάμωση, κατά την επιεικέστερη εκδοχή, του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» του 2008 επιβεβαίωσε στην πράξη η, έστω και καθυστερημένη, έναρξη της διαδικασίας ευρείας αναθεώρησής του πριν λίγους μήνες, συγκεκριμένα δε την 20ή Δεκεμβρίου 2023, με στόχο την θέσπιση νέου «Συμφώνου». Το «Σύμφωνο» αυτό θα εμπεριέχει  αρκετές, θετικές, διαφοροποιήσεις σε σχέση με το αρχικό, μεταξύ άλλων και προκειμένου οι ρυθμίσεις του να συνδυασθούν με την κατά τα προμνημονευόμενα Συνθήκη «Δουβλίνο ΙΙΙ». Και τούτο έστω και αν ο προβλεπόμενος «Μηχανισμός Αλληλεγγύης» είναι ελλιπής, αφού αφήνει περιθώρια άρνησης σε Κράτη-Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβουν αναλογικό αριθμό αιτούντων και να προσφέρουν οικονομικό αντάλλαγμα στις Χώρες πρώτης εισόδου.   Εξαιρετικά ενημερωτικό ως προς τ’ ανωτέρω είναι το από 8 Φεβρουαρίου 2024 Δελτίο Τύπου για την έγκριση, από τους Αντιπροσώπους των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της κατά τα ήδη επισημανθέντα προσωρινής συμφωνίας της 20ής Δεκεμβρίου 2023, και το οποίο αναφέρει τ’ ακόλουθα ως προς τους πέντε βασικούς νόμους που θα μεταρρυθμίσουν το «Σύστημα Ασύλου και Μετανάστευσης» της Ευρωπαϊκής Ένωσης:   «Οι πέντε Ενωσιακοί νόμοι του Συμφώνου αφορούν όλα τα στάδια διαχείρισης του ασύλου και της μετανάστευσης.  Η επικαιροποίηση του Κανονισμού για το Eurodac (τη βάση δεδομένων δακτυλικών αποτυπωμάτων) θα κάνει δυνατή την καλύτερη αντιμετώπιση παράτυπων μετακινήσεων και την παρακολούθηση της πορείας των αιτούντων άσυλο και των προσώπων που βρίσκονται σε αντικανονική κατάσταση σε ολόκληρη την ΕΕ.  Στόχος του Κανονισμού για τον έλεγχο διαλογής είναι να ενισχυθούν οι έλεγχοι των προσώπων στα εξωτερικά σύνορα. Διασφαλίζει επίσης ταχύ προσδιορισμό της ορθής διαδικασίας — όπως επιστροφή στη Χώρα καταγωγής τους ή έναρξη διαδικασίας ασύλου — όταν ένα πρόσωπο εισέρχεται στην ΕΕ χωρίς να πληροί τις κατάλληλες προϋποθέσεις εισόδου.  Ο Κανονισμός για τη διαδικασία ασύλου θεσπίζει κοινή διαδικασία, την οποία πρέπει να ακολουθούν τα Κράτη-Μέλη όταν υποβάλλεται αίτηση διεθνούς προστασίας. Εξορθολογίζει τις διαδικαστικές ρυθμίσεις και θέτει πρότυπα για τα δικαιώματα του αιτούντος άσυλο. Θεσπίζει υποχρεωτική διαδικασία στα σύνορα, προκειμένου να αξιολογείται ταχέως στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ εάν οι αιτήσεις ασύλου είναι αβάσιμες ή απαράδεκτες.  Ο Κανονισμός για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης θα αντικαταστήσει τον ισχύοντα Κανονισμό του Δουβλίνου. Θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν ποιο Κράτος-Μέλος είναι υπεύθυνο για την εξέταση μιας αίτησης ασύλου. Για να εξισορροπηθεί το ισχύον σύστημα, σύμφωνα με το οποίο λίγα Κράτη-Μέλη είναι υπεύθυνα για τη συντριπτική πλειονότητα των αιτήσεων ασύλου, θα θεσπισθεί ένας νέος μηχανισμός αλληλεγγύης. Οι νέοι κανόνες συνδυάζουν υποχρεωτική αλληλεγγύη για τη στήριξη των Κρατών-Μελών που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στον αριθμό των αντικανονικών αφίξεων στο έδαφός τους, με ευελιξία για τα Κράτη-Μέλη όσον αφορά την επιλογή των συνεισφορών τους.  Το πέμπτο σκέλος του Συμφώνου είναι ένας νέος Κανονισμός,  με τον οποίο θεσπίζεται πλαίσιο που επιτρέπει στα Κράτη-Μέλη να αντιμετωπίζουν καταστάσεις κρίσης στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης. Θα τους επιτρέπεται να αναπροσαρμόζουν ορισμένους κανόνες, για παράδειγμα όσον αφορά την καταχώριση των αιτήσεων ασύλου ή τη διαδικασία ασύλου στα σύνορα. Αφετέρου, οι Χώρες αυτές θα μπορούν να ζητούν μέτρα αλληλεγγύης και στήριξης από την ΕΕ και τα Κράτη-Μέλη της.»

 

Επίλογος

Έστω και τώρα ας ελπίσουμε ότι το εν λόγω «Σύμφωνο», όταν και στο μέτρο που θα οριστικοποιηθεί, θα εφαρμοσθεί αποτελεσματικώς στην πράξη.  Έχοντας πάντα μπροστά μας την ορατή προοπτική γιγάντωσης της παράνομης μετανάστευσης κυρίως από τις Χώρες της Κεντρικής και της Βόρειας Αφρικής, καθώς και από Χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμες ζώνες  -με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα εκείνες της Μέσης Ανατολής-   οφείλουμε, όλοι οι Εταίροι εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, να κατανοήσουμε την κρισιμότητα του «Ευρωπαϊκού Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο» και να προσηλωθούμε στην μελλοντική πιστή εφαρμογή του αλλά και στην συνεπή «επικαιροποίηση» και βελτίωσή του, εφόσον και όποτε κάτι τέτοιο καταστεί αναγκαίο.  Πολλώ μάλλον όταν αυτή η στάση μπορεί να θωρακίσει την Ευρωπαϊκή Ένωση
-και μάλιστα υπό όρους Ανθρωπισμού, Δημοκρατίας και Πολιτισμού- από ακραία φαινόμενα και ανάλογες κρίσεις που δεν ταιριάζουν στις ιδρυτικές αρχές και αξίες της, οι οποίες ήταν και πρέπει να είναι προσηλωμένες κατ’ εξοχήν στον σεβασμό του Ανθρωπισμού, της Δικαιοσύνης και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η τρέχουσα επικαιρότητα φαίνεται να γεννά κάποιες ελπίδες για το άμεσο και απώτερο μέλλον προς αυτή την κατεύθυνση, μετά την υπογραφή στο Κάιρο, την 17η Μαρτίου 2024, της «Συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου».  Πρόκειται για μια «Συνολική και Στρατηγική Εταιρική Σχέση» έξη θεσμικών και οικονομικών «πυλώνων», η οποία έχει ως βασική στόχευση την ανακοπή του μεγάλου όγκου ροών παράνομων μεταναστών, κυρίως από την Αίγυπτο, προς τις Χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, ύστερα μάλιστα από τις δυσοίωνες προοπτικές των πολυαίμακτων πολεμικών επιχειρήσεων στην Γάζα μετά την αδιανόητη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο έδαφος του Κράτους του Ισραήλ.  Η προαναφερόμενη «Συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Αιγύπτου» προβλέπει, μεταξύ άλλων, και ενίσχυση ύψους 7,4 δις ευρώ για την στήριξη της χειμαζόμενης Οικονομίας της Αιγύπτου.  Και μόνο το παράδειγμα αυτό είναι αρκετό για ν’ αποδείξει, με αδιάσειστα τεκμήρια,  πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα σήμερα αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αποφύγει ευθύς εξ αρχής την μετέπειτα «επιμηθεϊκή» τακτική εφαρμογής του «Συμφώνου για την Μετανάστευση και το Άσυλο», του  2008, και είχε ειλικρινώς αφοσιωθεί στον  πλήρη σεβασμό των ρυθμίσεών της.  Υπό τα ως άνω δεδομένα η Συμφωνία  αυτή «δείχνει τον δρόμο» και για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται εφεξής η Ευρωπαϊκή Ένωση στα παγκοσμίως κορυφαία και άκρως ευαίσθητα σχετικά  ζητήματα, όχι μόνο για να δράσει αποτελεσματικώς υπέρ των Κρατών-Μελών της και, συνακόλουθα, υπέρ της εσωτερικής της συνοχής.  Αλλά και προκειμένου να διαδραματίσει, και στο συγκεκριμένο πεδίο,  τον «πλανητικό» ρόλο,  ο οποίος της αναλογεί κατά την Ιστορία της και κατά τον Πολιτισμό της.

 

 * Ομιλία στην εκδήλωση που οργάνωσαν την 26η Μαρτίου 2024 το «Μεσογειακό Κέντρο Πολιτικών Μετανάστευσης  και Ασύλου» («MedMA»)   και ο «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου» («EPLO»)

 

Ενάμισι εκατομμύριο υπογραφές δείχνουν τον δρόμο της συνταγματικής αναθεώρησης

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α. Το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών είναι αναμφίβολα ένα εξαιρετικά πολυσήμαντο γεγονός. Και αυτό δεν αφορά μόνο την τεράστια συγκίνηση που προκάλεσε, λόγω του τρόπου που συνέβη, των παραλείψεων που το προκάλεσαν και του πρωτοφανούς αριθμού των θυμάτων. Εξ ίσου εντυπωσιακές είναι και οι πολλαπλές   αναταράξεις που προκάλεσε στο πολιτικό επίπεδο και ιδίως στην σημερινή κυβέρνηση, η οποία έως τώρα, παρά τις επανειλημμένες θεσμικές παρεκτροπές της, φαινόταν άτρωτη, χάρη στον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί, μέσω της διαπλοκής, στο πεδίο της ενημέρωσης (βοηθούσης βέβαια και της απουσίας ισχυρής αντιπολίτευσης…).

Στο σημείο αυτό θέλω να επιμείνω ιδιαίτερα. Η προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών δεν είναι η μόνη σοβαρή παραβίαση του κράτους δικαίου που στιγματίζει την σημερινή κυβέρνηση. Κάθε άλλο μάλιστα. Από την ασφυκτική χειραγώγηση των ΜΜΕ μέχρι την υπονόμευση των Ανεξάρτητων Αρχών και από τις υποκλοπές μέχρι την παραβίαση του Συντάγματος για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, κοινός παρονομαστής της πολιτικής του σημερινού καθεστώτος είναι η προκλητική αγνόηση ή παράκαμψη των συνταγματικών κανόνων και η απροκάλυπτη παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, στην υπόθεση των Τεμπών υπήρξαν δύο απρόβλεπτοι παράγοντες. Ήταν τόση η θλίψη που σκέπασε την χώρα αλλά και τόσο γενναία και αξιοπρεπής η στάση των οικείων των τραγικών θυμάτων, που υπερκέρασαν τελικά τους συνήθεις μηχανισμούς συγκάλυψης και παραπλάνησης. Όπως δείχνουν οι σχετικές δημοσκοπήσεις, οι πολίτες, στην συντριπτική τους πλειονότητα, αμφισβητούν έντονα τις προθέσεις, τους χειρισμούς και τα προσχήματα της κυβέρνησης ενώ πολλοί από αυτούς έσπευσαν να συστρατευθούν ενεργά με τους συγγενείς των θυμάτων μέσω της συλλογής υπογραφών, που έφτασαν αισίως στο ενάμισι σχεδόν εκατομμύριο. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη και τα καθεστωτικά  ΜΜΕ της διαπλοκής να αναγκασθούν να αναδιπλωθούν και να ψελλίσουν κάποια κριτική, που επέτεινε τους τριγμούς της κυβέρνησης, διότι ως γνωστόν τα εξ οικείων βέλη πονούν περισσότερο …

Β. Η σημασία των κινητοποιήσεων των πολιτών, πάντως, δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί απλώς σαν μία ακόμη ρωγμή του σημερινού  καθεστώτος, το οποίο ήδη κλυδωνίζεται μετά από τις αλλεπάλληλες καταδίκες του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι ενάμισι εκατομμύριο υπογραφές συνιστούν, παράλληλα, μία σημαντική λαϊκή πρωτοβουλία, η οποία τυπικά μεν θα μπορούσε να απευθυνθεί μόνο στην νομοθετική εξουσία της Βουλής – αν είχε ψηφισθεί ο εκτελεστικός νόμος της σχετικής συνταγματικής τροποποίησης του 2019 (άρθρο 73 παρ. 6) που την προβλέπει…– πλην όμως έχει ιδιαίτερη σημασία, έστω και ατύπως, και για την αναθεωρητική διαδικασία, που μπορεί (και πρόκειται όπως φαίνεται) να ξεκινήσει μέσα στο 2024. Με άλλα λόγια, η λαϊκή αυτή πρωτοβουλία (η οποία ξεκίνησε και εξελίχθηκε ερήμην των κομμάτων), πέρα από την πίεση που ασκεί στην σημερινή κυβέρνηση, έχει και μία πρόσθετη ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδεικνύει από τώρα στον αναθεωρητικό νομοθέτη την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθεί, σε τέσσερα τουλάχιστον σημεία:

α. Πρώτον και κύριον, στην ολοκλήρωση της  αναθεώρησης του άρθρου 86 του Συντάγματος. Η κατάργηση της παραγραφής, που αποφασίσθηκε το 2019, είναι φανερό πλέον ότι δεν αρκεί. Η πρόσφατη άρνηση σύστασης προανακριτικής επιτροπής για την τραγωδία των Τεμπών δείχνει εύγλωττα ότι απαιτείται όντως να γίνει και το επόμενο βήμα, δηλαδή η πλήρης κατάργηση της ανάμιξης της Βουλής στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών. Πρόκειται για αρμοδιότητα που όταν ξεκίνησε ήταν μια σημαντική κοινοβουλευτική κατάκτηση (impeachment) αλλά σήμερα έχει πλέον εγκαταλειφθεί ακόμη και στις κοιτίδες του κοινοβουλευτισμού, την Αγγλία και την Γαλλία. Για όσους δε ανησυχούν ότι θα υπάρχει κίνδυνος άσκησης καταχρηστικών διώξεων κατά υπουργών, η απάντηση είναι απλή. Πρέπει να προβλεφθεί, παράλληλα, ως ασφαλιστική δικλείδα, η ειδική δωσιδικία των υπουργών, ώστε η  αρμοδιότητα για την άσκηση ποινικής δίωξης να περιέλθει σε ένα συλλογικό δικαστικό σώμα με μείζονες εγγυήσεις, (όπως, πχ, η Ολομέλεια των Εφετών της Αθήνας), που θα διηθεί με προσοχή όλες τις κατηγορίες.

Αντίθετα, ως προς την ασυλία των βουλευτών νομίζω ότι οι αναθεωρημένες το 2019 σχετικές διατάξεις (άρθρο 62) είναι επαρκείς και δεν χρειάζονται περαιτέρω τροποποίηση.

Β. Ολοκλήρωση όμως της προηγηθείσας συνταγματικής αναθεώρησης, του 2019, δεν απαιτείται μόνο για την ποινική δίωξη των υπουργών αλλά και για τις εξεταστικές επιτροπές. Η ορθή επιλογή να τροποποιηθεί το άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος και να επιτραπεί πλέον η σύσταση εξεταστικής επιτροπής ακόμη και με τα 2/5 των βουλευτών (120) κινδυνεύει να μείνει χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα, αν δεν ανατεθεί, ταυτόχρονα, η αρμοδιότητα της σύνταξης ενός μόνο πορίσματος σε πρόσωπα εκτός Βουλής και συγκεκριμένα σε τρεις μέχρι πέντε  προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους. Αυτές θα επιλέγονται από την ίδια την εξεταστική επιτροπή με αυξημένη πλειοψηφία (3/5 ή 4/5) και θα δεσμεύονται να καταθέσουν το πόρισμα σε τακτή προθεσμία, βάσει των ευρημάτων της εξεταστικής επιτροπής (των οποίων, πάντως, θα μπορούν να ζητήσουν συμπλήρωση). Μόνο έτσι θα σταματήσει η θεσμική παρωδία των πολλών και πολιτικά προκατειλημμένων πορισμάτων.

Γ. Ένα τρίτο σημείο, στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση με βάση την προεκτεθείσα λαϊκή πρωτοβουλία, είναι η κατάργηση της αρμοδιότητας του υπουργικού συμβουλίου να επιλέγει την ηγεσία των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας. Η θλιβερή πείρα των τελευταίων ετών και ιδίως η ολοένα και ενεργότερη εμπλοκή της δικαστικής εξουσίας στις προσπάθειες συγκάλυψης σειράς κυβερνητικών σκανδάλων, με αποκορύφωμα τις υποκλοπές, καθιστά πλέον επιτακτική την ανάγκη να κοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας και να αναζητηθεί, με οργανωμένο διάλογο και με πολλή περίσκεψη, ένας άλλος τρόπος ανάδειξης των ηγεσιών των ανώτατων δικαστηρίων, με πρωταγωνιστικό πλέον τον ρόλο των ίδιων των δικαστών. Αν μάλιστα αυτό συνοδευόταν και από την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου,  η αναθεώρηση θα ήταν πληρέστερη,  διότι τα υφιστάμενα Ανώτατα Δικαστήρια δυστυχώς δεν έχουν δείξει έως τώρα το απαιτούμενο σθένος ως προς την άσκηση του ελέγχου  συνταγματικότητας, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην φέρνουν σε δύσκολη θέση την εκτελεστική εξουσία για κρίσιμα ζητήματα… (ελπίζω πάντως να διαψευσθώ στην υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων…).

Δ. Τέλος, παρά το ότι τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης δεν αποτόλμησαν για την τραγωδία των Τεμπών πλήρη  επιβολή της ομερτά, όπως συνέβη με τις υποκλοπές,  το πρόβλημα της συγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια μιας δράκας ολιγαρχών και της συνακόλουθης καταθλιπτικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης προς την κατεύθυνση που αυτοί επιθυμούν, παραμένει ένα από τα μείζονα προβλήματα της ελληνικής δημοκρατίας, που πρέπει να επιλυθεί μέσω μιας νέας συνταγματικής ρύθμισης. Η αποτυχία της προηγούμενης προσπάθειας («βασικός μέτοχος»)», μέσω ποικίλων μεθοδεύσεων, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται εσαεί σαν άλλοθι για την μη ανάληψη σχετικής αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, διότι η διασφάλιση του πλουραλισμού στην ενημέρωση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματός μας…

 

Εχέγγυα κατά της κακοδιοίκησης: Ο Bentham για την ελευθερία του Τύπου, των δημοσίων συζητήσεων και της πληροφόρησης

Φιλήμων Παιονίδης, Καθηγητής Ηθικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας ΑΠΘ
  1. Τον Οκτώβριο του 1824 δημοσιεύτηκε σε τέσσερα φύλλα των Ελληνικών Χρονικών (αρ. 80, 81, 82, 83) το δοκίμιο του Ιερεμία Μπένθαμ Περί δημοσιότητος.[1] Πρόκειται για το τρίτο κεφάλαιο ενός βιβλίου του φιλοσόφου που πρωτοκυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1816 (αν και η πρώτη, γραμμένη στα αγγλικά, εκδοχή του χρονολογείται από το 1791) από τον συνεργάτη του, τον Etienne Dumont (1759-1829), και φέρει τον τίτλο Τακτική των νομοθετικών συνελεύσεων, η οποία ακολουθείται από μια πραγματεία περί πολιτικών σοφισμάτων. Τη μετάφραση την είχε επιμεληθεί, κατά τα φαινόμενα ύστερα από προτροπή του Stanhope, ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, ο οποίος στο εισαγωγικό σημείωμά του θα εξάρει τη σημασία της δημοσιότητας για το ελληνικό έθνος με το σκεπτικό ότι είναι αναγκαία για να μαθαίνει κάθε μέλος του «να εκτιμά το πολίτευμα, και τας πράξεις των δημοσίων ανθρώπων, εις όσους εμπιστεύεται την τύχην του, και από τους οποίους ελπίζει την ευδαιμονίαν του».[2] Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το δοκίμιο αυτό αποτελεί κομμάτι μιας γενικότερης φιλοσοφικής προσέγγισης του Μπένθαμ, η οποία αναπτύσσεται σε διάφορα κείμενα και σε διάφορες περιόδους της διανοητικής σταδιοδρομίας του, με αποτέλεσμα να μην είναι απολύτως κατανοητή, ιδίως για τον σημερινό αναγνώστη, η σημασία και η θέση που κατέχει στο ευρύτερο πλέγμα των ιδεών του, το οποίο είμαστε πλέον σε θέση να γνωρίζουμε σε μεγάλο βαθμό. Έτσι σε μια προσπάθεια ανάδειξης και σφαιρικότερης αντιμετώπισης αυτού του κειμένου θα επιχειρήσω συνοπτικά να ανασυγκροτήσω τη γενικότερη θεώρηση του φιλοσόφου για την ελευθερία του Τύπου και των δημοσίων συζητήσεων στην οποία εντάσσεται και η συγγενής συζήτηση περί της δημοσιότητας των νομοθετικών συνελεύσεων.
  1. Ως σημείο εκκίνησης της συζήτησης μπορούμε να θέσουμε το δοκίμιο της ωριμότητας του Μπένθαμ «Η ελευθερία του Τύπου και της δημόσιας συζήτησης».[3] Πρόκειται για μια σειρά τεσσάρων επιστολών που έστειλε ο φιλόσοφος στον Ισπανό φιλελεύθερο εκδότη και θαυμαστή του José Joaquin de Mora (1783-1864) στα τέλη του 1820, με σκοπό τη ματαίωση της ψήφισης ενός νομοσχεδίου της ισπανικής κυβέρνησης που φίμωνε την ελευθερία του Τύπου. Οι επιστολές έφθασαν κατόπιν εορτής, αλλά τα επιχειρήματα που διατυπώνονται σε αυτές διατηρούν την αξία τους, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις της συγγραφής τους.

Η ελευθερία του Τύπου και η ελευθερία της δημόσιας συζήτησης  εντάσσονται στα εχέγγυα κατά της κακοδιοίκησης[4] (securities against misrule) ή της ακραίας καταπίεσης (ultra oppression).[5] Ο όρος «κακοδιοίκηση» αναφέρεται σε κυβερνητικές ενέργειες κατά της ζωής και της ελευθερίας συγκεκριμένων πολιτών, στη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος, στη διεξαγωγή άδικων πολέμων, στην παρακώλυση της επικοινωνίας των πολιτών όταν αναζητούν το κοινό αγαθό, και στην εξασθένηση της άμυνας του πολιτικού σώματος ενάντια σε διάφορες  επιβουλές και κινδύνους που το απειλούν.[6] Η «ακραία καταπίεση» εννοείται ως ενδημική καταπίεση, στοιχείο της οποίας αποτελεί η «παρακώληση της διανοητικής επικοινωνίας». Αυτή περιλαμβάνει «κάθε καταπιεστικό ή κατασταλτικό μέτρο που αφορά τη δημόσια συζήτηση, ή τη χρήση της πένας ή του Τύπου, σχετικά με πολιτικά πρόσωπα και πράγματα· ή την επιστολική επικοινωνία γι’ αυτά τα ζητήματα ή την αλληλεπίδραση των προσώπων ανεξαρτήτως αριθμού».[7] Προφανώς, η κακοδιοίκηση και η παρακώλυση της διανοητικής επικοινωνίας συνιστούν δεινά που παρεμποδίζουν την επίτευξη της μεγαλύτερης δυνατής ευτυχίας για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό πολιτών και θα πρέπει να καταπολεμηθούν με την κατοχύρωση και τον αδιάλειπτο σεβασμό αυτών των δύο ελευθεριών.

Ξεκινώντας από την ελευθερία του Τύπου, από τα κείμενα προκύπτει ότι για τον Μπένθαμ αυτή γενικά νοείται ως η ελευθερία να στρέφεται κανείς δημόσια -και χωρίς (εκ πρώτης όψεως) την απειλή νομικών κυρώσεων- εναντίον συγκεκριμένων αξιωματούχων ή της πολιτικής που ακολουθεί μια κυβέρνηση.[8] Η ελευθερία αυτή είναι αναγκαία, στο γενικότερο πλαίσιο καταπολέμησης της κακοδιοίκησης και της ακραίας καταπίεσης για δύο βασικούς λόγους: (α) γιατί οδηγεί στη δίωξη διεφθαρμένων ή ανίκανων αξιωματούχων και (β) γιατί διευκολύνει τη δυνατότητα αντικατάστασης της κυβέρνησης, την οποία διαθέτει ο λαός σε ένα μη δεσποτικό πολίτευμα.[9] Όσον αφορά την πρώτη λειτουργία της, αυτήν της επιβολής κυρώσεων σε συγκεκριμένα πρόσωπα που κατέχουν θέσεις ευθύνης, η ελευθερία του Τύπου λειτουργεί και προληπτικά, καθώς οι δημόσιοι λειτουργοί γνωρίζουν ότι οποιαδήποτε απόκλιση από την ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων τους είναι πιθανό να γίνει αντιληπτή και να επηρεάσει αρνητικά τη σταδιοδρομία τους.

Η ελευθερία αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά ο Μπένθαμ μεριμνά να υπάρχουν οι λιγότεροι δυνατοί δικαιολογημένοι περιορισμοί της. Εναντιώνεται πρωτίστως στην εσκεμμένη ή από μη συγγνωστή παράλειψη συκοφαντική δυσφήμηση, καθώς και στο να παρουσιάζει κανείς σαν αληθή, γεγονότα που είναι γνωστό ότι είναι ανυπόστατα, έχοντας την πρόθεση να εξαπατήσει. Όσον αφορά την πρώτη υποστηρίζει ότι:

«Για τη δυσφήμηση [δεν πρέπει να υπάρχει] καμία ποινή, εκτός εάν η κατηγορία είναι ψευδής και αβάσιμη. Αλλά και πάλι ο ψευδής ισχυρισμός ή ο υπαινιγμός [πρέπει] να είναι αποτέλεσμα μιας αυτόβουλης επιθυμίας ψευδολογίας, η οποία θα συνοδεύεται από τη γνώση του ανυπόστατου του περιεχομένου τους, ή θα προέρχεται από ασύγγνωστη αμέλεια [διακρίβωσής του].[10]

Από αυτό συνάγεται ότι η διαπίστωση της αλήθειας των ισχυρισμών ενός ατόμου που κατηγορείται για δυσφήμηση αξιωματούχων αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του. Επιπροσθέτως, ο φιλόσοφος δεν απορρίπτει μόνο την ψευδολογία που έχει δυσφημιστικό περιεχόμενο, αλλά αντιτάσσεται γενικά και στην εκφορά ψευδών ισχυρισμών με στόχο την εξαπάτηση των αποδεκτών τους.[11] Αυτό επιβεβαιώνεται και από την Εισαγωγή στις αρχές της ηθικής και της νομοθεσίας (1789) όπου εισάγει την κατηγορία των αδικημάτων που διαπράττονται δια της ψευδολογίας (offences by falsehood).[12] Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα απλά ψεύδη με το ακόλουθο σκεπτικό: «Η χρήση του λόγου (discourse) εστιάζεται στο να επηρεάζει την πεποίθηση με τέτοιον τρόπο, ώστε να κάνει τους άλλους να κατανοούν τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν. Τα ψεύδη, οποιασδήποτε μορφής, συγκλίνουν στο εξής: προσφέρουν στους άλλους μια κατανόηση των πραγμάτων που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα».[13] Τέλος, καταδικάζει τα εκφρασιακά ενεργήματα με τα οποία παρακινούνται τρίτοι να παρανομήσουν. «Ο καθένας θα είναι υπόλογος για την υποκίνηση άλλων στην τέλεση αδικημάτων, ανάλογα με το αδίκημα».[14] Είναι άξιο προσοχής ότι ο φιλόσοφος με το να θέτει ελάχιστους εύλογους και συγκεκριμένους περιορισμούς της ελευθερίας του Τύπου αποφεύγει τη γνωστή κριτική ότι οι ωφελιμιστές δεν αναγνωρίζουν σταθερές καθοδηγητικές αξίες (συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας της έκφρασης) αλλά πάντα ανάγουν τις ηθικές κρίσεις σε έναν κατά περίσταση υπολογισμό κόστους και οφέλους.[15]

Σε αυτήν την υπεράσπιση μπορούν να προστεθούν ακόμα δύο επιχειρήματα, τα οποία εντοπίζονται σε ένα πρώιμο -γραμμένο στα γαλλικά- κείμενό του, την «Επιστολή ενός Άγγλου προς τον Κόμη Mirabeau αναφορικά με το ζήτημα που ετέθη υπόψη στους προκρίτους το 1788». Η μακροσκελής αυτή επιστολή, η οποία συντάχθηκε με αφορμή την επικείμενη σύγκληση της Συνέλευσης των Τριών Τάξεων, ολοκληρώνεται με μια οκτασέλιδη ενότητα για τον ελεύθερο Τύπο.[16] Εκεί γίνεται λόγος για ένα πλεονέκτημα που έχει ο γραπτός πολιτικός λόγος, ακόμα και εάν ρέπει προς την ακρότητα και την υπερβολή, κάτι που δεν ισχύει για τον αντίστοιχο προφορικό λόγο. Το κέρδος είναι ότι η ανάγνωση επιτρέπει την άσκηση μεγαλύτερου αυτοέλεγχου από τον αποδέκτη ενός μηνύματος απ’ ό,τι η έκθεσή του στον προφορικό λόγο. «Στη σιωπή του γραφείου», επισημαίνει χαρακτηριστικά, μπορεί κανείς «με τη συνδρομή του αναστοχασμού και της τάξης που επικρατεί, να προσδώσει στις απόψεις του ένα στοιχείο σταθερότητας, το οποίο επαρκεί για να τον διασφαλίσει από τις επιθέσεις μιας ύπουλης ευγλωττίας».[17]

O Μπένθαμ ήταν ένας συγγραφέας που σπάνια αναφερόταν στις οφειλές του σε άλλους ομοτέχνους του, αλλά η ομοιότητα του ανωτέρω παραθέματος με ένα από τα επιχειρήματα που ανέπτυξε ο Χιουμ στο δοκίμιό του «H ελευθερία του Τύπου» το 1742 είναι τόσο έντονη, ώστε μπορούμε εύλογα να κάνουμε λόγο για άμεση επιρροή.

«Ένας άνθρωπος διαβάζει ένα βιβλίο ή φυλλάδιο μόνος και ψυχρά. Δεν είναι κανείς παρών από τον οποίο μπορεί να κολλήσει το πάθος. Δεν ξεσηκώνεται από τη δύναμη και την ενέργεια της πράξης. Και εάν ποτέ δεν παρασύρεται προς μια τόσο στασιαστική διάθεση, δεν του παρουσιάζεται επίσης καμία βίαια απόφαση, με την οποία μπορεί να δώσει αμέσως διέξοδο στο πάθος του. Επομένως, η ελευθερία του Τύπου, όπως και να γίνει κατάχρησή της, σπάνια μπορεί να διεγείρει λαϊκές ταραχές ή ανταρσία.»[18]

Τέλος, δεν λείπουν από την φαρέτρα του φιλοσόφου και επιχειρήματα που αποσκοπούν στο να αναδείξουν τα δεινά της λογοκρισίας. Πρόκειται για ένα σύστημα που προάγει μόνο την υποτέλεια και τη δουλοπρέπεια, ακόμα και για τον ίδιο τον λογοκριτή, ενώ προκαλεί σοβαρότατες δυσχέρειες ακόμα και σε ανθρώπους που διάκεινται φιλικά προς τις πολιτικές αρχές. Ο λόγος είναι ότι ποτέ δεν ξέρει κανείς με ποιον έχει να κάνει, ούτε πώς θα εκληφθούν αυτά που λέει.[19]

  1. Ο Μπένθαμ, ωστόσο, δεν ικανοποιείται με έναν Τύπο που απλώς θα λειτουργεί ελεύθερος από κυβερνητικές παρεμβάσεις. Σε αυτόν τον Τύπο θα ανήκε δυνητικά και μια εφημερίδα που θα αναλώνεται σε κουτσομπολιά και άλλα ελαφρά μη πολιτικά ζητήματα, κάτι που, κατά τη γνώμη μου, θα επέσυρε την αποδοκιμασία του φιλοσόφου. Ο Τύπος πρέπει να είναι ελεύθερος προκειμένου να επιτελέσει τις προαναφερθείσες λειτουργίες του, και γι’ αυτόν τον λόγο οφείλει να διαδραματίζει έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο. Θα πρέπει να αποτελεί τον υλικό φορέα ή το όχημα ενός βασικού άτυπου θεσμού που αποκαλείται το Δικαστήριο της Κοινής Γνώμης (Public Opinion Tribunal). Στο παρακάτω απόσπασμα μάς δίδεται μια αρκετά σαφής εικόνα της σημασίας αυτού του μπενθαμιανού όρου:

«Εάν θεωρήσουμε ότι ο  συνολικός αριθμός των μελών μιας πολιτικής κοινότητας συνιστά το συνολικό σώμα, οι κυβερνητικοί λειτουργοί κάθε βαθμίδας είναι αυτοί που ενεργούν για λογαριασμό αυτού του σώματος, και  αποκτούν αυτή την ιδιότητα είτε διαμέσου της ψήφου των υπολοίπων σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία είτε λόγω καταγωγής ή περιορισμένης ψηφοφορίας σε άλλες μορφές διακυβέρνησης. Και στις δύο περιπτώσεις, όλοι αυτοί που αντιλαμβάνονται τα δημόσια ζητήματα μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτούν το Δικαστήριο της Κοινής Γνώμης, δηλαδή ένα είδος Επιτροπής του συνολικού σώματος, η οποία συγκροτείται όπως μια Επιτροπή της Αγγλικής Βουλής των Κοινοτήτων […]» [η έμφαση δική μου].[20]

Πώς, όμως, μπορεί να λειτουργήσει αυτό το Δικαστήριο, το οποίο έχει το μειονέκτημα ότι δεν μπορεί να συνεδριάσει λόγω του μεγέθους του, όπως συνεδριάζει ένα τακτικό δικαστήριο; Για τον Μπένθαμ ο υλικός φορέας, και μάλιστα ο μοναδικός, της λειτουργίας του είναι οι εφημερίδες. Εκεί δημοσιεύονται οι γνώμες των πολιτών για τα δημόσια ζητήματα, και μάλιστα με αμεροληψία, πράγμα που σημαίνει ότι οι εκδότες αποδίδουν (ή οφείλουν να αποδίδουν) την ίδια βαρύτητα στην καταγραφή αντιτιθέμενων απόψεων. Εκεί μπορούν να καταθέτουν οι κυβερνητικοί λειτουργοί τις θέσεις τους και να εξηγούν τα πεπραγμένα τους, ενημερώνοντας το πολιτικό σώμα. Και βέβαια η κανονικότητα και η μεγάλη συχνότητα με τις οποίες εκδίδονται, σε συνδυασμό με τη χαμηλή τιμή τους, τις καθιστούν, σε αντίθεση με τα βιβλία και άλλες δημοσιεύσεις, προσιτές σε μια μεγάλη μερίδα του πολιτικού σώματος που ενδιαφέρεται για τα κοινά.[21]

Έτσι, διαμέσου των εφημερίδων, το πολιτικό σώμα ασκεί τις δύο βασικές ελεγκτικές λειτουργίας του επί της κυβέρνησης, απαιτώντας είτε την επιβολή κυρώσεων εναντίον συγκεκριμένων αξιωματούχων είτε την αλλαγή ολόκληρης της κυβέρνησης. Παράλληλα, οι αρχές λαμβάνουν από το πολιτικό σώμα τα μηνύματα που αυτό επιθυμεί να τους στείλει και (στην καλύτερη των περιπτώσεων) συμμορφώνονται με αυτά. Προφανώς, τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να συμβεί, εάν οι αρχές ελέγχουν τον Τύπο εφαρμόζοντας κάποια μορφή λογοκρισίας, κάτι που μπορεί να συμβεί και στις καλύτερες των κυβερνήσεων, όπως αυτή των ΗΠΑ.[22]

Ομολογουμένως, όλα αυτά να φαντάζουν ρομαντικά και εξωπραγματικά στα μάτια ενός σύγχρονου αναγνώστη που αντιλαμβάνεται διαφορετικά τον πραγματικό ρόλο των ΜΜΕ. Αυτό είναι ίσως ένα από λίγα σημεία όπου ο φιλόσοφος αποκλίνει από τον «ανελέητο ρεαλισμό» του. Στην πραγματικότητα το Δικαστήριο αυτό θα μπορούσε να εκπληρώσει τους στόχους του, μόνο εάν ένας πολύ μεγάλος αριθμός πολιτών έγραφε στις εφημερίδες και υπήρχε ένα υπερμέγεθες αναγνωστικό κοινό που θα διέθετε τον χρόνο να διαβάσει όλο αυτό το πλήθος των απόψεων. Ωστόσο, εκείνο που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε είναι η συνειδητοποίηση από πλευράς Μπένθαμ ότι η θεσμοθετημένη γραπτή δημόσια αντιπαράθεση και ανταλλαγή απόψεων είναι απαραίτητη σε μια δημοκρατία (και όχι μόνο), προκειμένου να διαμορφώσουν οι πολίτες πληροφορημένες και λελογισμένες θέσεις, οι οποίες θα μεταφράζονται σε εύλογα ή δίκαια αιτήματα προς τους φορείς της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Παράλληλα, σε μια εποχή κατά την οποία δεν υπάρχουν οργανωμένες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, είναι απαραίτητο για τους φορείς αυτών των δύο εξουσιών να διαθέτουν τη δυνατότητα να επικοινωνούν με κάποιον τρόπο με το πολιτικό σώμα που ενδιαφέρεται για τα κοινά, αφενός αντλώντας χρήσιμες πληροφορίες για τις διαθέσεις του, αφετέρου κάνοντας γνωστή την πολιτική που ακολουθούν και τους λόγους που υπόκεινται αυτής. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα ο ελεύθερος Τύπος φαινόταν πως μπορούσε να επιτελέσει αυτόν τον διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων.

  1. Όσον αφορά τη δεύτερη ελευθερία για την οποία γίνεται εδώ λόγος, την ελευθερία της δημόσιας (γραπτής ή προφορικής) συζήτησης, η υποστήριξη που λαμβάνει από τον Μπένθαμ δεν είναι τόσο ένθερμη όσο η ελευθερία του Τύπου. Εκείνο που τον ανησυχεί περισσότερο σε αυτό το πλαίσιο είναι η ελευθερία να ομιλεί κανείς σε έκτακτες πολιτικού χαρακτήρα συγκεντρώσεις και συνελεύσεις, πράξη που λογίζεται ως δυνητικά επικίνδυνη και ως ανεπίδεκτη ισότιμης εφαρμογής.[23] Τι είναι, όμως, αυτό που ενοχλεί τον φιλόσοφο; Εάν εστιάσουμε την προσοχή μας στην προαναφερθείσα επιστολή στον κόμη Mirabeau, θα δούμε ότι σε αυτήν εκφράζει τον φόβο του για τα αποτελέσματα που μπορεί να παραγάγει μια συνέλευση, ανεξαρτήτως του αριθμού των μελών της, έχοντας βέβαια κατά νου την επικείμενη Συνέλευση των Τριών Τάξεων. Η εμπαθής και ακραία ρητορεία που ενδέχεται να κυριαρχήσει κατά τη διάρκεια των σχετικών συζητήσεων μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία «εκείνων των ψευδαισθήσεων που οδηγούν σε σκληρούς και βίαιους νεωτερισμούς».[24] Αυτό για τον Μπένθαμ εκείνης της περιόδου είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια κυβέρνηση. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ο γραπτός λόγος δεν έχει αυτή την άμεσα διεγερτική και υποκινητική λειτουργία, και ευνοεί τη λήψη μετριοπαθέστερων και λελογισμένων αποφάσεων.

Ωστόσο, ο Μπένθαμ, παρά τις επιφυλάξεις που έχει για την πρακτική εφαρμογή της ελευθερίας της δημόσιας συζήτησης, θα αντιταχθεί σε κάθε προσπάθεια φίμωσης και ελέγχου των πολιτικών συγκεντρώσεων και συνελεύσεων από τις κυβερνητικές αρχές.[25] Στο προαναφερθέν δοκίμιό του για την ελευθερία του Τύπου και της δημόσιας συζήτησης, θα στηλιτεύσει το νομοσχέδιο της ισπανικής κυβέρνησης για τις πολιτικές συγκεντρώσεις με το σκεπτικό ότι δίνει τόσες εξουσίες στις αρχές, ώστε να προστατεύουν επιτυχώς τα νώτα τους από κάθε κριτική και φέρνει τους Ισπανούς πολίτες στο ίδιο επίπεδο με τους κατοίκους του Μαρόκου.[26] Για τον φιλόσοφο, οι πολίτες πρέπει να είναι ελεύθεροι να «συναντώνται οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιοδήποτε μέρος, εκτός εάν τίθεται θέμα ιδιοκτησίας, προκειμένου να εκφράσουν ελεύθερα την άποψή τους για τον χαρακτήρα και τη διαγωγή αυτών που τους κυβερνούν», συμπεριλαμβανομένων των αιρετών αντιπροσώπων τους.[27] Οι εξαιρέσεις που αναγνωρίζει αφορούν μόνο τις ιδιαιτερότητες του χώρου της συνάντησης, λ.χ. είναι εύλογο να απαγορευτεί να παρευρίσκονται σε αυτή περισσότερα άτομα από όσα χωράει η αίθουσα στην οποία θα πραγματοποιηθεί, ή τον τρόπο με τον οποίο θα προσέλθουν, λ.χ. μπορεί να μην επιτραπεί στους συγκεντρωνόμενους να φέρουν όπλα.[28]

  1. O Μπένθαμ είχε ακόμα αντιληφθεί ότι δεν αρκεί κάποιος να ομιλεί ελεύθερα, δηλαδή χωρίς τον φόβο των αρχών, για πολιτικά πρόσωπα και πράγματα. Εάν δεν έχει επαρκή και ορθή πληροφόρηση, αυτά που θα πει μπορεί να είναι εσφαλμένα, ενδεχομένως και επιβλαβή. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι απαραίτητο να υπάρχει και ελευθερία πληροφόρησης. Ο φιλόσοφος δεν χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο που είναι μεταγενέστερος, αλλά ανάγει τη λογικά συγγενή αρχή της δημοσιότητας (publicity) των νομοθετικών συνελεύσεων σε θεμελιώδες εχέγγυο κατά της κακοδιοίκησης.[29] Τους λόγους που επιβάλλουν το αίτημα να έχουν οι πολίτες λεπτομερή πρόσβαση στο τι διαμείβεται στις κοινοβουλευτικές αίθουσες τούς εξηγεί διεξοδικά στο κείμενο που δημοσιεύτηκε στα Ελληνικά Χρονικά.[30] Συγκεκριμένα, η δημοσιότητα των συνεδριάσεων επιβάλλεται:

α. «Για να αναγκάζονται τα μέλη της συνέλευσης να επιτελούν το καθήκον τους.»

β. «Για να εξασφαλίζεται η εμπιστοσύνη του λαού και η συγκατάθεσή του ως προς τα μέτρα που λαμβάνει το νομοθετικό σώμα.»

γ. «Για να δίδεται η δυνατότητα στους κυβερνώντες να πληροφορούνται τις επιθυμίες των κυβερνωμένων.»

δ. «Για να δίδεται η δυνατότητα στους εκλέκτορες μιας αιρετής συνέλευσης να ενεργούν μετά λόγου γνώσεως.»

ε. «Για να προσφέρονται στη συνέλευση τα μέσα να επωφελείται από την πληροφόρηση που λαμβάνει από το κοινό.»

στ. Για την αυξημένη ικανοποίηση που αισθάνεται το έθνος από την εφαρμογή αυτού του μέτρου.[31]

Η δημοσιότητα εξασφαλίζεται με τη δημοσίευση λεπτομερών πρακτικών, τη χρήση στενογράφων που καταγράφουν τις αγορεύσεις και τις ερωταποκρίσεις, την ανοχή ως προς διάφορες ανεπίσημες δημοσιεύσεις που αναφέρονται στα πεπραγμένα των συνελεύσεων, και την παρουσία κοινού στις συνεδριάσεις.[32] Η όλη συζήτηση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο φιλόσοφος διατυπώνει ενδιαφέρουσες ιδέες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Περιορίζομαι στην pace Μάντισον θέση του, ότι οι αιρετοί αντιπρόσωποι δεν είναι από πολιτικής απόψεως ούτε τα πλέον πεφωτισμένα ούτε τα πλέον ικανά άτομα σε ολόκληρη την επικράτεια.[33] Αυτό που τους φέρνει στο Κοινοβούλιο είναι συνήθως ο πλούτος και η αριστοκρατική καταγωγή τους. Γι’ αυτό έχουν πολλά να διδαχθούν από το πολιτικό σώμα.[34] Επίσης, αξιοσημείωτη είναι η παρατήρησή του ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει το πραγματικό κοινό ως προς την ευθυκρισία του, καθώς οι βουλευτές χωρίζονται σε αντιτιθέμενες ομάδες με τις δικές τους θέσεις και η επερχόμενη πόλωση τούς καθιστά αναξιόπιστους κριτές.[35]

Ο Μπένθαμ αντιλαμβάνεται ότι η εγγενής επισφάλεια των πολιτικών πραγμάτων δεν επιτρέπει την τήρηση μιας απόλυτης στάσης στο ζήτημα της δημοσιότητας των συνελεύσεων. «Οι κανόνες θεσπίζονται για καταστάσεις όπου επικρατεί ηρεμία και ασφάλεια», γράφει χαρακτηριστικά, «δεν αφορούν τον κίνδυνο και την αναταραχή». Με αυτό το πνεύμα κρίνει ότι η μυστικότητα είναι σκόπιμη, όταν η δημοσιότητα ευνοεί τις επιδιώξεις του εχθρού, όταν μπορεί να αποδειχθεί επιβλαβής για τους αθώους και όταν μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά αυστηρές ποινές για τους ενόχους.[36]

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι με αυτό το κείμενο ο Μπένθαμ δεν προβάλλει απλώς μια γενική θεωρία για τον τρόπο λειτουργίας των νομοθετικών συνελεύσεων, αλλά καταφέρεται και εναντίον του κανονισμού της Βουλής των Κοινοτήτων, ο οποίος επέβαλλε τη μυστικότητα των συνεδριάσεων και απαγόρευε αυστηρά οποιαδήποτε δημοσίευση των πεπραγμένων της, χωρίς προηγούμενη έγκριση.[37]

  1. Θα πρέπει καταλήγοντας να επισημάνω ότι από το γεγονός ότι η ελευθερία του Τύπου και των γραπτών ή προφορικών δημοσίων συζητήσεων αποτελούν για τον Μπένθαμ εχέγγυα ενάντια στην κακοδιοίκηση δεν συνάγεται ότι οι ελευθερίες αυτές είναι απαραίτητο να διατυπωθούν και να κατοχυρωθούν συνταγματικά με τη μορφή ατομικών δικαιωμάτων. Αυτό προκύπτει από την κριτική που άσκησε ο φιλόσοφος στο άρθρο 11 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789, το οποίο έχει ως εξής:

«Η ελεύθερη κοινοποίηση σκέψεων και απόψεων αποτελεί ένα από τα πλέον πολύτιμα δικαιώματα του ανθρώπου. Επομένως, κάθε πολίτης δύναται να ομιλεί, να γράφει και να τυπώνει ελεύθερα, υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι υπόλογος σε περίπτωση κατάχρησης αυτής της ελευθερίας όπως ο νόμος ορίζει.»

Στο πλέον επικριτικό για τα φυσικά δικαιώματα έργο του που πρωτοδημοσιεύτηκε σε γαλλική μετάφραση το 1816, το Ανοησίες πάνω σε πατερίτσες, ο Μπένθαμ θα απορρίψει  το εν λόγω άρθρο ως παραπλανητικό και σε, σε τελική ανάλυση, αντιφατικό.[38] Πρώτον, δεν βρίσκει καμιά εννοιολογική διαφορά μεταξύ «σκέψεων» και «απόψεων» και κατά συνέπεια φρονεί ότι η αναφορά στις «απόψεις» θα ήταν αρκετή. Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα που παρουσιάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι διατυπωμένο, αφού από τη μια φαίνεται να επιτρέπει να λέγονται τα πάντα και από την άλλη αναιρεί αυτή την ελευθερία με έναν ιδιαίτερα ύπουλο τρόπο. «Τι σημαίνει κατάχρηση ελευθερίας;» θα αναρωτηθεί· «είναι η άσκηση μιας ελευθερίας, όποια κι αν είναι αυτή, την οποία δεν εγκρίνει» αυτός που την περιγράφει ως καταχρηστική.[39] Η διατύπωση αυτή, θα υποστηρίξει, δίνει στους νομοθέτες τη δυνατότητα να κρίνουν κατά το δοκούν την καταχρηστική χρήση αυτής της ελευθερίας και αυτό προφανώς δεν είναι κάτι που ευνοεί την προστασία της. Ο Μπένθαμ φαίνεται να θεωρεί πως θα ήταν προτιμότερη μια τακτική νομοθετική διάταξη, η οποία θα έθετε με σαφή τρόπο τις τρεις εξαιρέσεις που, όπως αναφέρθηκε, ο ίδιος αποδέχεται ως προς την ελευθερία της δημόσιας κοινοποίησης απόψεων, δηλαδή την ψευδολογία, την εσκεμμένη ή από μη συγγνωστή παράλειψη συκοφαντική δυσφήμιση και την υποκίνηση στην τέλεση εγκληματικών ενεργειών.

  1. Συμπερασματικά, θα ενέτασσα τη θεώρηση του Μπένθαμ στη γενικότερη «ηρωική» προσπάθεια ανάδειξης της ελευθερίας της έκφρασης που λαμβάνει χώρα κατά τον 18ο αιώνα και έχει ως στόχο αφενός -και ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες πολιτικές περιστάσεις- να πείσει αυταρχικές και δεσποτικές κυβερνήσεις να αποδεχτούν την έκφραση ενός κριτικού προς αυτές λόγου, αφετέρου να αναδείξει την αδιαπραγμάτευτη σημασία της για την εύρυθμη λειτουργία της πρωτοεμφανιζόμενης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, την οποία ο φιλόσοφος θα υποστηρίξει ένθερμα και ανέκκλητα από το 1808 και εφεξής.[40] Εκείνο που τον ξεχωρίζει είναι η προσπάθειά του να εντάξει την ελευθερία του Τύπου και της δημόσιας συζήτησης στη δική του ωφελιμιστική πολιτική φιλοσοφία και να καταστήσει την άσκηση της πρώτης όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματική μέσω του θεσμού του Δικαστηρίου της Κοινής Γνώμης. Ακόμα, του πιστώνεται ότι ανέδειξε την αναγκαία διασύνδεση μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και ελευθερίας της πληροφόρησης μέσω της τεκμηρίωσης της σημασίας του δημόσιου χαρακτήρα των κοινοβουλευτικών συνελεύσεων (και όχι μόνον), αμφισβητώντας την επίσημη βρετανική πρακτική. Μιλώντας από μια ιστορική προοπτική, θα έλεγε κανείς σχηματικά ότι με τον Μπένθαμ φαίνεται να κλείνει εκείνη η περίοδος στην ιστορία της εξέλιξης της έννοιας της ελευθερίας της έκφρασης, η οποία εστιάζεται κατά κύριο λόγο στην προστασία του πολιτικού λόγου από τις παρεμβάσεις της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν παρήχθησαν μεταγενέστερα σημαντικά έργα προς αυτήν την κατεύθυνση. Η επόμενη περίοδος έχει να επιδείξει τον διασημότερο των μαθητών του φιλοσόφου, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο οποίος θα εδράσει την ελευθερία της σκέψης και της συζήτησης στη συνεισφορά της στην εύρεση, την τεκμηρίωση και εδραίωση της αλήθειας.[41] Το γεγονός ότι ένα κομμάτι της μπενθαμιανής θεώρησης μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις οκτώ χρόνια μετά την αρχική δημοσίευσή του είναι αφ’ εαυτού σημαντικό, ακόμα και αν η έλλειψη δημοσιότητας δεν φαίνεται να αποτελούσε ως επί το πλείστον πρόβλημα για τις Εθνοσυνελεύσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. [42]

 

[1] Αναδημοσιεύεται στο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου (επ.), Ο Ιερεμίας Μπένθαμ και η Ελληνική Επανάσταση, εισ.-επίμετρο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου και Φιλήμων Παιονίδης, μετ.-σχολ. Φιλήμων Παιονίδης, Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου, Ανδρέας Τάκης και Γιάννης Τασόπουλος, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2012, σσ. 143-154.

[2] Αυτ., σ. 143

[3] On the Liberty of the Press, and Public Discussion, and other Legal and Political Writings for Spain and Portugal, Catherine Pease-Watkin & Philip Schoffield (επ.), Oxford University Press, Oxford 2012, σσ. 3-51.

[4] A Fragment on Government, J. H. Burns & H. L. A. Hart (επ.), Cambridge University Press, Cambridge 1988, σσ. 87-88.

[5] Securities against Misrule and other Constitutional Writings for Tripoli and Greece, Philip Schofield (επ.), Clarendon Press, Oxford 1990, σ. 119.Βλ. και Michael Quinn, Bentham, Polity, Cambridge 2022, κεφάλαιο 7.

[6] Αυτ., σσ. 26-27.

[7] Αυτ., σσ. 118-119.

[8] A Fragment, ό.π., σσ. 97-98 και σε πολλά άλλα σημεία του έργου του.

[9] On the Liberty of the Press, ό.π., σσ. 14,29.

[10] Αυτ., σ. 12. Για να κατανοήσει κανείς τη βαρύτητα και τον ρηξικέλευθο χαρακτήρα αυτής τη θέσης θα πρέπει να την αντιπαραβάλει με την κρατούσα την εποχή εκείνη τοποθέτηση του πλέον έγκριτου Άγγλου νομομαθούς του 18ου αιώνα, του William Blackstone (1723-1780). Σύμφωνα με τον τελευταίο: «Κάθε ελεύθερος άνθρωπος διαθέτει το αδιαφιλονίκητο δικαίωμα να εκθέτει στο κοινό τις απόψεις που επιθυμεί. Το να απαγορεύσουμε την άσκησή του ισοδυναμεί με καταστρατήγηση της ελευθερίας του Τύπου. Ωστόσο, εάν αυτός δημοσιεύσει κάτι που είναι ανάρμοστο, φαύλο ή παράνομο θα πρέπει να υποστεί τις επιπτώσεις της απερισκεψίας του. […] Το να τιμωρούμε (όπως ορίζει τώρα ο νόμος) κάθε επικίνδυνο ή προσβλητικό κείμενο, για το οποίο, όταν κυκλοφορήσει, θα αποφασιστεί στο πλαίσιο μιας δίκαιης και αμερόληπτης δίκης ότι εκφράζει ολέθριες τάσεις, είναι κάτι το απαραίτητο για τη διατήρηση της ειρήνης, της ευταξίας, της κυβέρνησης και της θρησκείας που συνιστούν τα μοναδικά στέρεα θεμέλια της πολιτικής ελευθερίας. […] Η διάδοση ή η δημοσιοποίηση των κακών απόψεων αποτελεί αδίκημα, το οποίο η κοινωνία διορθώνει.» Sir William Blackstone, Commentaries on the Laws of England in Four Books, τόμος 4, Philadelphia 1893 [1768], σσ. 151-152. Είναι πρόδηλο πως αυτή η αντιμετώπιση της ελευθερίας του Τύπου είναι υποκριτική, καθώς στην ουσία δίνει στους κρατούντες τη δυνατότητα να ποινικοποιούν την έκφραση απόψεων που απλώς δεν τους είναι αρεστές. Ο Μπένθαμ στο Σπάραγμα περί διακυβέρνησης (1776) θα καταφερθεί εναντίον του συνολικού έργου του Blackstone με το σκεπτικό ότι απλώς περιγράφει την υπάρχουσα έννομη τάξη αντί να την αντιμετωπίζει κριτικά.

[11] Rights, Representation, and Reform: Nonsense upon Stilts and other Writings on the French Revolution, Philip Schofield, Catherine Pease-Watkin & Cyprian Blamires (επ.), Clarendon Press, Oxford 2002, σ. 363.

[12] Επίσης, στον Συνταγματικό κώδικα επισημαίνει ότι στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρέπει να προβλέπονται εχέγγυα ενάντια στην εξαπάτηση που μπορεί να προέλθει από ψευδείς καταθέσεις.Constitutional Code, τόμος 1, F. Rosen & J. H. Burns (επ.), Oxford University Press, Oxford 1983, σ. 98.

[13] An Introduction to the Principles of Morals and Legislation, J. H. Burns & H. L. A. Hart (επ.), Oxford University Press, Oxford 1996, σ. 203. Για μια παρόμοια αντίληψη, πρβλ. John Stuart Mill, Περί ελευθερίας, μετ. Ξενοφών Μπαμιατζόγλου, ΚΕΦιΜ, Αθήνα 2020, σσ. 77-78.

[14] Securities, ό.π., σ. 81. Ως προς το ζήτημα των περιορισμών της ελευθερίας του Tύπου, ο Μπένθαμ συμπλέει σε γενικές γραμμές με τον συνεργάτη του James Mill, μόνο που ο δεύτερος προχωρεί σε μια πολύ πιο λεπτολόγο προσέγγιση των περιπτώσεων επιτρεπτής και μη επιτρεπτής δυσφήμησης. Βλ. James Μill, Political Writings, Terence Ball (επ.), Cambridge University Press, Cambridge 1992, σσ. 97-135 και Filimon Peonidis, Philosophical Perspectives on Freedom of Expression, Academia, Baden-Baden 2024, σσ. 11-18.

[15] Peter Niesen, «Speech, Truth and Liberty: Bentham to John Stuart Mill», Journal of Bentham Studies 18 (2019): 4.

[16] Rights, ό.π., σσ. 54-61.

[17] Αυτ., σ. 55.

[18] David Hume, Δοκίμια: Φιλολογικά-ηθικά- πολιτικά, εισ.-μετ.-σχολ. Ε. Π. Παπανούτσου, Εστία, Αθήνα χ.χ., σ. 246.

[19] Rights, ό.π., σ. 56.

[20] Securities, ό.π., σ. 28. Βλ. σχετικά Philip Schofield, Utility and Democracy: The Political Thought of Jeremy Bentham, Oxford University Press, Oxford 2006, σσ. 259-263 και James E. Crimmins, Utilitarian Philosophy and Politics: Bentham’s Later Years, Continuum, London 2011, σσ. 152-156.

[21] Αυτ., σσ. 44-50.

[22] Constitutional Code, ό.π., σσ. 86-87. Ο Μπένθαμ αναφέρεται στους περιοριστικούς  της ελευθερίας του Τύπου νόμους, γνωστούς ως Νόμους  περί Αλλοδαπών και Εξέγερσης, τους οποίους θέσπισε το 1798 ο Πρόεδρος Adams και κατάργησε ο Πρόεδρος Jefferson, όταν ανήλθε στην εξουσία. Εκεί διαβάζουμε ότι απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο κοινοποίηση «ψευδών, σκανδαλωδών και κακόβουλων κειμένων, τα οποία στρέφονται εναντίον της κυβέρνησης των ΗΠΑ ή εναντίον οποιουδήποτε εκ των δύο σωμάτων του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Προέδρου των ΗΠΑ, με πρόθεση τη δυσφήμηση όλων αυτών ή του καθενός ξεχωριστά, ή την απαξίωση ή τη μείωση της υπόληψής τους». Για τον Μπένθαμ, όπως προαναφέρθηκε, τα «σκανδαλώδη και κακόβουλα» κείμενα εναντίον των αρχών είναι απολύτως αποδεκτά υπό την προϋπόθεση ότι δεν περιέχουν ψευδείς ισχυρισμούς.

[23] On the Liberty of the Press, ό.π., σ. 14.

[24] Αυτ., σ. 55.

[25] Παρατηρώντας το πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα σε σχέση με αυτό το ζήτημα στη Βρετανία, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Μπένθαμ ήταν με τη σωστή πλευρά της ιστορίας. Από το 1758 έως το 1834  καταγράφεται μια κατακόρυφη αύξηση των δημόσιων «εριστικών συγκεντρώσεων» (contentious gatherings), η οποία συνέβαλε τα μέγιστα στον εκδημοκρατισμό αυτής της χώρας. Charles Tilly, «The Rise of the Public Meeting in Great Britain 1758-1834», Social Science History 34 (2010): 291-299.

[26] Αυτ., σ. 24 κ.ε.

[27] Αυτ., σσ. 16-17.

[28] Securities, ό.π., σ. 83.

[29] Αυτ., σ. 25. Το αίτημα δημοσιότητας δεν περιορίζεται φυσικά μόνο στα πεπραγμένα των πολιτικών συνελεύσεων. Όπως επισημαίνει ο Postema: «Ο Μπένθαμ επιχείρησε να υπαγάγει κάθε είδους κυβερνητική δράση -νομοθετική, διοικητική, εφαρμοστική, δικαστική- κάτω από την ομπρέλα της δημοσιότητας» και «για την εκπλήρωση αυτού του στόχου επιστράτευσε κάθε είδους επινόηση και υποδομή.» Gerald J. Postema, «The Soul of Justice: Bentham on Publicity, Law, and the Rule of Law» στο Xiaobo Zhai & Michael Quinn (επ.), Bentham’s Theory of Law and Public Opinion, Cambridge University Press, Cambridge 2014, σ. 46.

[30] Oι παραπομπές γίνονται από την έκδοση των Απάντων του Μπένθαμ, η οποία βασίζεται στην αγγλική έκδοση του εν λόγω κειμένου του 1843 που επιμελήθηκε ο Richard Smith και είναι γνωστή με τον τίτλο Πολιτική τακτική. Political Tactics, Michael James, Cyprian Blamires & Catherine Pease-Watkin (επ.), Oxford University Press, Oxford 1999, σσ. 29-44.

[31] Αυτ., σσ. 29-34.

[32] Αυτ., σσ. 38-40.

[33] «Ο Locke, o Νεύτωνας, ο Hume, o Adam Smith και πολλές άλλες ιδιοφυΐες δεν είχαν ποτέ έδρα στο Κοινοβούλιο» θα γράψει χαρακτηριστικά (αυτ., σ. 33).

[34] Αυτ., σ. 33.

[35] Αυτ., σ. 30. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ειδικά στην Αγγλία των τελών του 18ου αιώνα, οι αντιτιθέμενες πολιτικές ομάδες που δημιουργούνταν στην Βουλή των Κοινοτήτων δεν συνεπέφεραν αναγκαστικά και τον χωρισμό της πλειονότητας του πολιτικού σώματος σε αντίστοιχες πολιτικές συσσωματώσεις, όπως συμβαίνει με τα σύγχρονα κόμματα. Για τις διαφορετικές από το σήμερα νοηματοδοτήσεις και αξιoλογικές προσεγγίσεις του όρου «κόμμα» (party) στη Βρετανία του 18ου αιώνα, βλ. Max Skjönsberg, The Persistence of Party: Ideas of Harmonious Discord in Eighteenth-Century Britain, Cambridge University Press, Cambridge 2021, σσ. 12-39.

[36] Αυτ., σ. 39. Να σημειωθεί ότι το έργο αυτό πυροδότησε συζητήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της ιστορίας των πολιτικών ιδεών και θεσμών. Χαρακτηριστικά αναφέρω τη μελέτη του Jon Elster, Securities Against Misrule: Juries, Assemblies, Elections [Cambridge University Press, Cambridge 2013] στην οποία, με αφετηρία τις θέσεις του Μπένθαμ, εξετάζονται οι παράγοντες που διαστρεβλώνουν τις αποφάσεις των μελών των πολιτικών συνελεύσεων, των ενόρκων και των εκλογέων. Ως προς το ζήτημα των εξαιρέσεων που επιδέχεται η αρχή της δημοσιότητας, ο Elster μάς καλεί να αναλογιστούμε ότι η δημοσιότητα ειδικά των συντακτικών συνελεύσεων ενδέχεται να οδηγήσει τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες να λαμβάνουν αποφάσεις όχι με κριτήριο το ορθό και το δίκαιο αλλά τον φόβο να υποστούν την αποδοκιμασία ή την επιθυμία να απολαύσουν την επιδοκιμασία ενός πιεστικού και παρεμβατικού κοινού (αυτ., σσ. 228-232).

[37] Political Tactics., ό.π., σ. 41. Οι σχετικοί κανόνες θεσπίστηκαν το 1711 και καταργήθηκαν επίσημα το 1845. Ωστόσο, από τα τέλη του 18ου αιώνα κυκλοφορούσαν ελεύθερα πολλά δημοσιεύματα σχετικά με τα κοινοβουλευτικά τεκταινόμενα, καθώς το ενδιαφέρον του κοινού για τα πολιτικά ζητήματα αυξανόταν όλο και περισσότερο. Στην επικράτηση αυτής της λογικής ατιμωρησίας των κατά νόμον υπευθύνων συνέβαλε το 1771 και ο διαβόητος ριζοσπάστης δημοσιογράφος και πολιτικός John Wilkes (1725-1797), όταν αντιτάχθηκε επιτυχώς με την ιδιότητα του αξιωματούχου του Δήμου του Λονδίνου στη σύλληψη και τη φυλάκιση τυπογράφων που δημοσίευαν κοινοβουλευτικές συζητήσεις. Από το 1803 ένας μικρός αριθμός δημοσιογράφων μπορούσε επ’ αμοιβή να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις, ενώ την ίδια περίοδο ο εκδότης William Cobett άρχισε να εκδίδει ανεπίσημα Πρακτικά, τα οποία και εμπορευόταν. Η έκδοση αυτή πέρασε το 1812 στα χέρια του Thomas Hansard, το όνομα του οποίου χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως τίτλος των επίσημων Πρακτικών όχι μόνο της Βουλής των Κοινοτήτων αλλά και της Βουλής των Λόρδων. Βλ. Philip Salmon, «The House of Commons 1801-1911» στο Clyve Jones (επ.), A Short History of Parliament, The Boydell Press, Woodbridge 2009, σσ. 258-262 και Robin Eagles, «John Wilkes, Parliament and the Freedom of the Press 1771-2021» https://archives.blog.parliament.uk/2021/03/29/john-wilkes-parliament-and-the-freedom-of-the-press-1771-2021/

[38] Rights, ό.π., σσ. 361-364.

[39] Αυτ., σ. 362.

[40] Επ’ αυτού βλ. ενδεικτικά Filimon Peonidis, «Jeremy Bentham’s ‘Unusually Liberal’ Representative Democracy», History of European Ideas 37 (2011): 446-453.

[41] Περί ελευθερίας, ό.π., κεφάλαιο 2. Ωστόσο, η περίοδος αυτή είχε εγκαινιαστεί με έναν προγενέστερο του Μιλ διανοητή, τον ξεχασμένο σήμερα Samuel Bailey (1791-1870). Ο Bailey πίστευε ότι η αναζήτηση της αλήθειας συνιστά ύψιστο κοινωνικό στόχο, αλλά από τη στιγμή που κανένα άτομο, ομάδα ή τάξη δεν κατέχει την αλήθεια ή είναι περισσότερο επιρρεπές στην πλάνη, δεν θα πρέπει να υπάρχει κανενός είδους άνωθεν επιβαλλόμενος περιορισμός και αποκλεισμός από τις σχετικές με αυτήν την αναζήτηση συζητήσεις. Βλ. Samuel Bailey, Essays on the Formation and Publications of Opinions and on Other Subjects, the third edition, revised and enlarged, London 1837, σσ. 93-157 και Greg Conti, «Before – and Beyond – On Liberty: Samuel Bailey and the Nineteenth-century Theory of Free Speech» στο Robert G. Ingram, Jason Peacey & Alex W. Barber (επ.), Freedom of Speech 1500-1800, Manchester University Press, Manchester 2020, σσ. 211-235. Και στον Μπένθαμ υπάρχουν σποραδικές αναφορές στην αξία της αλήθειας, η οποία, για παράδειγμα, είναι άφθαρτη σε σχέση με τoν σύντομo βίο της πλάνης (Political Tactics, ό.π., σ. 36), και οφείλει να χαρακτηρίζει τις νομοθετικές συνελεύσεις (αυτ., σ. 19). Πρβλ. ακόμα την οιονεί «μιλιανή» θέση του για την ανάγκη διαρκούς υπεράσπισης των επωφελών θεσμών στο A Fragment, ό.π., σ. 10. Ωστόσο, βλέποντας συνολικά το έργο του, δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με τον Schofield ως προς το γεγονός ότι ο φιλόσοφος «δεν βασιζόταν άμεσα σε κάποιο επιχείρημα για την ανακάλυψη ή τη διατήρηση της αλήθειας κατά τη συνηγορία του υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης». Philip Schofield, «Jeremy Bentham on Freedom of the Press, Public Opinion, and Good Government», Scandinavica 58 (2019): 52.

[42] Μόνο σε σχέση με την Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου συναντάμε στοιχεία μυστικότητας ανάλογα με τα ισχύοντα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Στο άρθρο 22 του κανονισμού λειτουργίας της αναφέρεται ότι «αι Συνελεύσεις γίνονται με κλεισμένην θύραν», ενώ στο 23 ότι «δεν επιτρέπεται εις κανένα να ανακαλύπτει όσα λέγονται εντός της Συνελεύσεως, ειμή όταν εγκριθή παρά της Συνελεύσεως η κοινοποίησις». Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας 1821-1832, τόμος 3, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1971, σ. 18. Ωστόσο, στις Εθνοσυνελεύσεις του Άστρους και της Τροιζήνας η μυστικότητα ήταν πρακτικά ανέφικτη, καθώς διεξήχθησαν σε υπαίθριους χώρους. Επιπροσθέτως, τα επίσημα Πρακτικά και των τεσσάρων Εθνοσυνελεύσεων είδαν το φως της δημοσιότητας, αν και μπορεί να μην ήταν τόσο εκτενή όσο θα ήθελε ο Μπένθαμ. Κατά τη γνώμη μου, η δημοκρατική νομιμοποίηση και οι συνεχείς διχαστικές εσωτερικές έριδες ήταν πολύ πιο σημαντικά προβλήματα για τις Εθνοσυνελεύσεις του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Βλ. σχετικά, Φιλήμων Παιονίδης, Πόσο  δημοκρατικός ήταν ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας; : Το ζήτημα της εκλογής των μελών των τριών πρώτων Εθνικών Συνελεύσεων, Οκτώ, Αθήνα 2022. Μια εκδοχή του κειμένου αυτού παρουσιάστηκε στη διημερίδα Το 1821 στην πρώτη σελίδα: Η Ελληνική Επανάσταση στον διεθνή και εγχώριο Τύπο, Αθήνα 29-30 Ιανουαρίου 2024. Οφείλω ευχαριστίες στους Δημήτρη Κόκορη, Βαγγέλη  Σακκά και Ελπίδα Βόγλη για τις χρήσιμες υποδείξεις τους.