Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Η νέα απαγόρευση συναθροίσεων και το Σύνταγμα

Χαράλαμπος Κουρουνδής, ΔΝ, υπότροφος μεταδιδακτορικός ερευνητής Νομικής ΑΠΘ, Δικηγόρος, Βασίλης Τσιγαρίδας, ΔΝ, Δικηγόρος

Η ελληνική κυβέρνηση έχει θέσει από τις 13 Ιανουαρίου σε δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου με τίτλο «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, Προστασία της Ακαδημαϊκής Ελευθερίας, Αναβάθμιση του Ακαδημαϊκού Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις»[1]. Το εν λόγω νομοσχέδιο έχει προκαλέσει τις αντιδράσεις σύσσωμης της πανεπιστημιακής κοινότητας, των φοιτητικών συλλόγων, των συλλόγων διδασκόντων, των Συγκλήτων των Ιδρυμάτων, ακόμα και των πρυτανικών αρχών. Αιχμή αυτών των αντιδράσεων αποτελεί η σύσταση Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακού Ιδρύματος (Ο.Π.Π.Ι.) που θα στελεχώνονται από κατώτερους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. και ειδικούς φρουρούς και οι οποίες θα είναι αρμόδιες για την άσκηση αστυνομικών καθηκόντων, όπως η αποτροπή τέλεσης αδικημάτων εντός των χώρων των Α.Ε.Ι., η πραγματοποίηση περιπολιών και η αντιμετώπιση της παραβατικότητας. Η σχετική πρόβλεψη έχει επικριθεί από τη συνταγματική θεωρία ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 16 του Συντάγματος που προβλέπει το «πλήρως αυτοδιοίκητο» των Πανεπιστημίων και προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία[2].

Η απάντηση της κυβέρνησης απέναντι στις συγκεντρώσεις που έχουν εξαγγελθεί για το συγκεκριμένο νομοσχέδιο είναι δυστυχώς μια αυταρχική «φυγή προς τα εμπρός». Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμ. 1029/8/18- κδ’ (ΦΕΚ Β΄ 242/25-1-2021) Απόφαση του Αρχηγού της ΕΛΑΣ, απαγορεύονται όλες οι δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις στο σύνολο της Επικράτειας, στις οποίες συμμετέχει πλήθος άνω των εκατό (100) ατόμων, από την Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021 και ώρα 6:00. Η εν λόγω Απόφαση –τρίτη κατά σειρά απόφαση απαγόρευσης δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων από την 14.11.2020 έως σήμερα- στερείται, όπως και οι προηγούμενες, του αναγκαίου συνταγματικού ερείσματος ενώ έρχεται σε τριβή με την αρχή της νομιμότητας για περισσότερους λόγους. Μάλιστα, τα προβλήματα που ανακύπτουν δεν αντιμετωπίζονται πειστικά ούτε από την αύξηση του ορίου των συμμετεχόντων σε εκατό άτομα.

 

  1. Η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 68 της από 20.03.2020 ΠΝΠ και της από 25.1.2021 Απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας εξαιτίας της επιβολής απαγόρευσης συναθροίσεων για λόγους που ανάγονται στην δημόσια υγεία.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 11 του Συντάγματος[3], η άσκηση της αρμοδιότητας της επιβολής απαγόρευσης δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων στην Αστυνομία διέρχεται της επιφύλαξης υπέρ του νόμου.  Είναι εξίσου προφανές ότι οι όποιοι περιορισμοί στο δικαίωμα στη συνάθροιση μπορούν να επιβληθούν μόνον για τους περιοριστικά αναφερόμενους στο Σύνταγμα λόγους και για κανέναν άλλον. Σε αυτούς, όμως, δεν περιλαμβάνεται η προστασία της δημόσιας υγείας την οποία επικαλείται η Απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. αλλά μόνον η δημόσια ασφάλεια και η σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής (παρ. 2). Αλυσιτελώς, εξάλλου, η Απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. επικαλείται το άρθρο 11 παρ. 2 της ΕΣΔΑ αφού αυτό δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για την δικαιολόγηση πρόσθετων περιορισμών στο δικαίωμα της συνάθροισης ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 53 της Σύμβασης που ορίζει ότι «Ουδεμία  των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δύναται να ερμηνευθή ως περιορίζουσα ή αναιρούσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίας  τα  οποία  τυχόν  αναγνωρίζονται  συμφώνως προς τους νόμους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών ή  προς  πάσαν  άλλην  σύμβασιν  την οποίαν ταύτα έχουν υπογράψει». Τέλος, στον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο, ο νομοθέτης δεν συμπεριέλαβε την προστασία της δημόσιας υγείας μεταξύ των λόγων που μπορεί να δικαιολογήσουν περιορισμό του δικαιώματος στη συνάθροιση (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 4703/2020) παρότι οι σχετικοί κανόνες δικαίου τέθηκαν σε ισχύ εν μέσω πανδημίας.

 

  1. Η αντισυνταγματικότητα της καθολικής απαγόρευσης συναθροίσεων σε ολόκληρη την Επικράτεια για μία εβδομάδα.

Ακόμη, όμως, και αν θεωρούνταν ότι η δημόσια υγεία αποτελεί λόγο απαγόρευσης συναθροίσεων, και πάλι η καθολική απαγόρευση όλων των συναθροίσεων που προστατεύονται από το άρθρο 11 του Συντάγματος και υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4703/2020 για μία ολόκληρη εβδομάδα αντίκειται στο Σύνταγμα. Σύμφωνα με τη συνταγματική θεωρία, η λέξη «γενικά» στο συνταγματικό κείμενο δεν ενεργοποιεί κάποια αρμοδιότητα της αστυνομικής αρχής να απαγορεύσει τις συναθροίσεις σε ολόκληρη την Επικράτεια για λόγους δημόσιας ασφάλειας αλλά αναφέρεται σε συγκεκριμένη, επικείμενη συνάθροιση, η οποία έχει εξαγγελθεί για ορισμένο τόπο και χρόνο[4]. Οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση, που αντιδιαστέλλει (με αμιγώς γεωγραφικά κριτήρια) την επίμαχη λέξη με την φράση «σε ορισμένη περιοχή», οδηγεί σε έμμεση πλήρη αναστολή του δικαιώματος στην συνάθροιση, η οποία, όμως, επιτρέπεται μόνον αν εφαρμοστεί το άρθρο 48 του Συντάγματος. Είναι κοινός τόπος, βέβαια, ότι για την αξιοποίηση της τελευταίας διάταξης προϋποτίθεται η τήρηση ειδικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας ενώ, σε κάθε περίπτωση, μία τέτοια ενέργεια θα ήταν αλυσιτελής αφού η προστασία της δημόσιας υγείας δεν περιλαμβάνεται στους λόγους θέσης της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας. Εν τω μεταξύ, αξίζει να σημειωθεί ότι το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. έχει ήδη διευκρινίσει ότι η Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας «δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε προγραμματισμένη συνάθροιση»[5].

 

  1. Η αντισυνταγματικότητα της από 25.1.2021 Απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας ενόψει της αρχής της αναλογικότητας.

Ως γνωστόν, οι όποιοι περιορισμοί των συνταγματικών δικαιωμάτων θα πρέπει να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 του Συντάγματος και σημαίνει ότι: (α) Το μέτρο που επιλέγεται για την επίτευξη των σκοπών που έχουν τεθεί να τελεί σε συνάφεια με αυτό, δηλαδή να είναι κατάλληλο και πρόσφορο για την εξυπηρέτησή του. (β) Το περιοριστικό μέτρο να είναι το αναγκαίο. Να μην μπορεί, δηλαδή, να εξυπηρετηθεί ο σκοπός του περιορισμού που επιβάλλεται στην άσκηση ενός δικαιώματος με άλλο ηπιότερο μέτρο. (γ) Οι περιορισμοί δεν θα πρέπει να καταργούν τον πυρήνα του ίδιου του δικαιώματος. Ο περιορισμός δεν μπορεί να είναι απεριόριστος σε έκταση και σε διάρκεια, ούτε να καταλήγει στην πρακτική απαγόρευση ενός δικαιώματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας είναι άμεση απόρροια της παραβίασης του πυρήνα του δικαιώματος στη συνάθροιση. Σε κάθε περίπτωση, από πουθενά δεν προκύπτει ότι το μέτρο της αναστολής των συναθροίσεων που υπάγονται στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 11 του Συντάγματος είναι όντως αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Σημειωτέον μάλιστα ότι η επιστημονική γνωμοδότηση που προηγήθηκε της από 23.1.2021 ΚΥΑ (ΦΕΚ 186Β΄) κατέληξε στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα, αφού το άρθρο 1, υπό α/α: 1 στον σχετικό Πίνακα της ΚΥΑ προέβλεψε ότι οι συναθροίσεις/δημόσιες ή κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως χώρου ιδιωτικού ή δημόσιου, εσωτερικού ή εξωτερικού τελούν σε αναστολή με την επιφύλαξη, όμως, των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ν. 4703/2020. Έτσι, ουδέποτε αξιολογήθηκε κατά πόσο ηπιότεροι περιορισμοί (π.χ. διενέργεια των συναθροίσεων με την τήρηση των προβλεπόμενων υγειονομικών μέτρων) θα επιτύγχαναν τον ίδιο σκοπό, μην καταλήγοντας σε απαγόρευση ενός συνταγματικού δικαιώματος. Τέτοιες δυνατότητες βρισκόντουσαν στη διάθεση του Αρχηγού της Αστυνομίας, ο οποίος όμως επέλεξε την παράνομη οδό της αναστολής του άρθρου 11 του Συντάγματος. Σημειωτέον, επίσης, ότι η ευρωπαϊκή νομολογιακή τάση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση σε σχέση με αυτήν που ακολούθησε ο Έλληνας κανονιστικός νομοθέτης. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Bundesverfassungsgericht, το οποίο αποδοκίμασε τους απόλυτους περιορισμούς συνταγματικών δικαιωμάτων και εξέδωσε αλλεπάλληλες αποφάσεις σε σχέση προς την απαγόρευση συναθροίσεων[6].

 

  1. Η μη τήρηση του ουσιώδους τύπου διαδικασίας κατά την έκδοση της από 25.1.2021 Απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας.

Το άρθρο 68 της από 20.03.2020 ΠΝΠ ορίζει ότι η Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας διά της οποίας επιβάλλεται απαγόρευση των συναθροίσεων εκδίδεται «μετά από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής προστασίας της Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 20 ΚΔΔ/σίας «1. Όπου ο νόμος, για την έκδοση διοικητικής πράξης, προβλέπει προηγούμενη γνώμη (απλή ή σύμφωνη) ή πρόταση άλλου οργάνου, η μεν γνώμη διατυπώνεται ύστερα από ερώτημα του οργάνου που έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, η δε πρόταση υποβάλλεται με πρωτοβουλία του προτείνοντος οργάνου. Η γνώμη ή η πρόταση, πρέπει να είναι έγγραφη, αιτιολογημένη και επίκαιρη κατά το περιεχόμενό της. (…) 4. Αν η απλή γνώμη δεν υποβληθεί μέσα στην προθεσμία που έχει ταχθεί προς τούτο από το νόμο ή από το αποφασίζον όργανο ή, σε κάθε περίπτωση, μέσα σε εύλογο χρόνο, η διοικητική πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς αυτήν.».

Ενόψει των διατάξεων του άρθρου 20 ΚΔΔ/σίας, όπως ερμηνεύονται παγίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, η πρόβλεψη χορήγησης γνώμης πριν την έκδοση πράξης δημιουργεί στο αποφασίζον όργανο την υποχρέωση να διατυπώσει ερώτημα στο γνωμοδοτικό όργανο άλλως η πράξη καθίσταται ακυρωτέα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας[7]. Πρόκειται, δε, για πλημμέλεια που, καταρχήν, δεν μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων καθ’ οιονδήποτε τρόπο[8]. Εξάλλου, προκειμένου να είναι νόμιμη η γνωμοδότηση, οφείλει να είναι πλήρως αιτιολογημένη αφού αποσκοπεί στην διαφώτιση του αποφασίζοντος οργάνου αλλά και επίκαιρη, δηλαδή να λαμβάνεται εντός του προβλεπόμενου χρόνου και όχι καθ’ υπέρβασή του[9]. Αυτονόητο είναι, τέλος, ότι η γνωμοδότηση οφείλει να αφορά στο ζήτημα για το οποίο καλείται να αποφασίζει το αποφασίζον όργανο ή, αλλιώς, στο αντικείμενο της (ατομικής ή κανονιστικής) πράξης και όχι σε διαφορετικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, είναι εμφανές ότι ο Αρχηγός της Αστυνομίας ούτε τη γνώμη της Επιτροπής ζήτησε, ούτε η γνώμη της Επιτροπής τέθηκε υπόψη του ούτε, εν πάση περιπτώσει, αξιοποιήθηκε οποιαδήποτε επίκαιρη γνωμοδότηση του αρμόδιου οργάνου προ της έκδοσης της από 25.1.2021 Απόφασης. Αντίθετα, ο Αρχηγός της Αστυνομίας επικαλέστηκε, στο προοίμιο της από 25.1.2021 Απόφασής του την από 22.1.2021 γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19, η οποία, όμως, είναι άσχετη με την πράξη που εξέδωσε. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τη γνωμοδότηση που λήφθηκε υπόψη προ της έκδοσης της από 23.1.2021 ΚΥΑ (ΦΕΚ 186Β΄) και έχει αντίθετο περιεχόμενο σε σχέση με την από 25.1.2021 Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας αφού, όπως ήδη σημειώθηκε, εξαίρεσε τις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις από την αναστολή. Εξάλλου, το μέλος της Επιτροπής καθηγητής Βατόπουλος δήλωσε ρητά ότι πριν από την από 25.1.2021 Απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. δεν υπήρξε σχετική εισήγηση της Επιτροπής[10].

 

  1. Το αναιτιολόγητο της από 25.1.2021 Απόφασης του Αρχηγού της Αστυνομίας

Στην ελληνική έννομη τάξη, οι κανονιστικές πράξεις δεν αιτιολογούνται εκτός αν τούτο προβλέπεται ρητά. Τέτοια άμεση ή έμμεση πρόβλεψη για αιτιολόγηση κανονιστικής πράξης, δηλαδή της πράξης με την οποία περιορίζεται το δικαίωμα στη συνάθροιση, περιλαμβάνει (i) το άρθρο 11 παρ. 2 Συντάγματος (βλ. ανωτέρω, υπό 2.β), (ii) το άρθρο 7 ν. 4703/2020, το οποίο, μάλιστα, μνημονεύει εξαντλητικά τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη προ της απαγόρευσης, αλλά και (iii) η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 68 της από 20.03.2020 ΠΝΠ. Ακόμη, δε, και αν η τελευταία ρύθμιση δεν κάνει ρητή μνεία στην υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασης, η τελολογία της και η σύμφωνη με το άρθρο 11 παρ. 2 Συντάγματος ερμηνεία της το επιτάσσει αφού πρόκειται για την μία από τις δύο συνταγματικές διατάξεις που απαιτούν ειδικά την αιτιολογία των κανονιστικών πράξεων που αφορούν στην απαγόρευση/τον περιορισμό των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων[11]. Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, ο Αρχηγός της Αστυνομίας παρέλειψε να αιτιολογήσει, με τρόπο που να πληροί τα κριτήρια της νομολογίας του ΣτΕ, την απόφασή του αλλά και την απόκλισή του από την από 22.1.2021 γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής.

Βέβαια, ελλείψει οιασδήποτε κρίσης των ειδικών, δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα καχύποπτος απέναντι στην εκτελεστική εξουσία για να θέσει το εξής ερώτημα: Με ποια κριτήρια επελέγη ο αριθμός «100» από τον Αρχηγό της Αστυνομίας; Οι παραδοξότητες στις οποίες καταλήγει η εφαρμογή της απόφασης είναι προφανείς: Η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση μοιάζει να θεωρεί ότι ο κίνδυνος διασποράς του ιού παραμένει αυτούσιος είτε οι εκατό άνθρωποι συγκεντρωθούν στην μικρή πλατεία επαρχιακής πόλης είτε συγκεντρωθούν σε κεντρική λεωφόρο της Αθήνας. Στην πραγματικότητα, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η επιλογή του πρώτου τριψήφιου ακέραιου αριθμού είναι εντελώς τυχαία και έχει μόνον συμβολικό χαρακτήρα. Δυστυχώς, αυτό είναι το κόστος της κακής και αυθαίρετης νομοθέτησης που αντί να λάβει υπόψη της, ως διδάσκει η διεθνής νομολογία, συγκεκριμένα δεδομένα προτού περιορίσει -σε ακραίο βαθμό που φτάνει έως την απαγόρευση- ένα συνταγματικό δικαίωμα εκκινεί από την θέση ότι εν καιρώ πανδημίας η άσκηση κάποιων συνταγματικών δικαιωμάτων, καταρχάς, απαγορεύεται.

 

Αντί επιλόγου

 

Οι ως άνω περιγραφόμενες υπερβάσεις του Συντάγματος δεν ήταν αρκετές για την κρατική εξουσία.

To add insult to injury, το Αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. έσπευσε να διευκρινίσει ότι η επίμαχη απόφαση «δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε προγραμματισμένη συνάθροιση, ενώ επίσης δεν αφορά στην παρουσία πολιτών σε εμπορικά σημεία, καταστήματα», οι δε κυβερνητικές πηγές ξεκαθάρισαν ότι το συγκεκριμένο μέτρο «αφορά αποκλειστικά στις συναθροίσεις και όχι στον συνωστισμό στα καταστήματα»[12]. Με αυτόν τον τρόπο, το Αρχηγείο της ΕΛΑΣ και οι κυβερνητικές πηγές κατάφεραν να γελοιοποιήσουν προληπτικά οποιονδήποτε θα τολμούσε να πάρει σοβαρά τον ισχυρισμό ότι η Απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. είχε οποιαδήποτε σχέση με την προστασία της δημόσιας υγείας. Τι υπαγορεύει τις αλλεπάλληλες απαγορεύσεις συναθροίσεων και την αλλοπρόσαλλη δικαιολόγησή τους; Ας το ξαναπούμε[13]: μια γυμνή, αδυσώπητη raison d’état, όχι βεβαίως με γνώμονα την κρατική μέριμνα για τη δημόσια υγεία αλλά την κρατική βούληση δραστικής συρρίκνωσης των ελευθεριών συλλογικής δράσης ώστε να εμποδίζεται η έκφραση των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Πρόκειται για την ίδια πολιτική που, εκκινώντας την διαδικασία θέσης σε ισχύ ενός νόμου ο οποίος συναντά την αντίδραση της συντριπτικής πλειοψηφίας των ενδιαφερομένων, αδιαφορεί επιδεικτικά για το πρόσφατο Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που κάλεσε τις εθνικές κυβερνήσεις «να απέχουν από την θέσπιση μέτρων με ισχυρό αντίκτυπο στα θεμελιώδη δικαιώματα» και τούτο «ιδίως σε μια κατάσταση όπου οι ανησυχίες για τη δημόσια υγεία δεν επιτρέπουν τη δέουσα δημοκρατική συζήτηση και την ασφαλή διαμαρτυρία»[14].

 

[1] Βλ. http://www.opengov.gr/ypepth/?p=5836.

[2] Βλ. ενδεικτικά αντί πολλών Ξ. Κοντιάδη, «Η αυτοπροστασία των πανεπιστημίων», https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/h-aytoprostasia-twn-panepistimiwn/ .

[3] Που ορίζει ότι «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει».

[4] Βλ. Α. Καϊδατζή, Αντισυνταγματική αναστολή της ελευθερίας συνάθροισης, Εφημερίδα των Συντακτών, 16.11.2020, Γ. Σωτηρέλη, Από την τοπική απαγόρευση στη γενική αναστολή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων: Συνταγματικά προβλήματα και (αχρείαστες) πολιτικές εντάσεις, σε www.constitutionalism.gr, τελευταία επίσκεψη: 26.1.2021, Κ. Χρυσόγονο/Σ. Βλαχόπουλο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 2019, σελ. 519.

[5] https://www.lifo.gr/now/greece/311235/dieykriniseis-tis-elas-gia-tin-apagoreysi-ton-synathroiseon, τελευταία επίσκεψη:26.1.2021.

[6] Βλ. ενδεικτικά BVerfG, Beschluss der 1.Kammer des Ersten Senats vom 15.April 2020 – 1 BvR 828/20 -,Rn. 14 και BVerfG, Beschluss der 1. Kammer des Ersten Senats vom 17. April 2020- 1 BvQ 37/20 -, Rn. 1-43.

[7] Ας μας επιτραπεί η παραπομπή σε Χ. Κουρουνδή/Β. Τσιγαρίδα, Το Σύνταγμα, οι συναθροίσεις και η Εθνική Επιτροπή προστασίας της δημόσιας υγείας, σε www.syntagmawatch.gr, τελευταία επίσκεψη: 26.1.2021.

[8] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 2746/2014, 1466/2010, 2162/2003, ΔΕφΑθ 1505/2014 κ.ο.κ.

[9] Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 4495/2011.

[10] https://www.ieidiseis.gr/eidiseis/ygeia/item/77585-vatopoulos-i-apagorefsi-synathroiseon-den-itan-protasi-tis-epitropis, τελευταία επίσκεψη: 26.1.2021.

[11] Β. Γκέρτσο/Ε. Πρεβεδούρου/Δ. Πυργάκη (-Β. Καψάλη), Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας-Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2019, σ. 567.

[12] https://www.lifo.gr/now/greece/311235/dieykriniseis-tis-elas-gia-tin-apagoreysi-ton-synathroiseon, τελευταία επίσκεψη: 26.1.2021.

[13] Χ. Κουρουνδή/Β. Τσιγαρίδα, ό.π..

[14] https://www.europarl.europa.eu/news/el/press-room/20201109IPR91118/na-uperischuoun-oi-europaikes-axies-akomi-kai-se-katastasi-ektaktis-anagkis, τελευταία επίσκεψη: 26.1.2021.

Α. Μεταξάς, Η Ποιοτική Ιδιαιτερότητα της Ενωσιακής Έννομης Τάξης, 2020, εκδ. Σάκκουλα.

Ποιος πλουραλισμός, χωρίς σαφή αξιολογικά – κανονιστικά όρια σε μια Ευρώπη με πλέον προδήλως αυταρχικά, αλλά και «εκλεγμένα» πολιτικά καθεστώτα στην καρδιά της; Πώς άραγε δομείται μια πλουραλιστική διαδικασία με δικαιοκρατικό πρόσημο στον εξελισσόμενο ευρωπαϊκό συνταγματισμό όταν εκλείπει το προς τούτο προϋποτιθέμενο βουλητικό στοιχείο; Ποιες οι συνέπειες της απονομιμοποίησης του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) σε μια χρονική συγκυρία που η Πολιτική έχει εν πολλοίς εναποθέσει τη διάσωση ακριβώς αυτού του ταυτοτικού ιστού της Ένωσης, ήτοι της δικαιοκρατικής υπόστασης της Ευρώπης, στο ΔΕΕ; Ποια πολιτική αλλά και δικαιοκρατική, άρα και δημοκρατική, ενσυναίσθηση εκπέμπει η επιλογή του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας να επιχειρήσει εδώ και τώρα, μάλιστα εν μέσω παγκόσμιας πανδημικής κρίσης, την «εκκοσμίκευση της οριακής σύγκρουσης» με το ΔΕΕ στο πλαίσιο της όλως πρόσφατης ιστορικής απόφασης Weiss; Τί δικαιολογεί τη βίαια διάρρηξη σε αυτή τη συγκυρία, πάντα βέβαια με τις απαραίτητες νομιμοποιητικές περιενδύσεις – ποια «ασφαλέστερη» άραγε νομιμοποιητική μεταμφίεση μιας κυριαρχικής εθνοκεντρικής αξίωσης από την επίκληση της προάσπισης της δημοκρατικής αρχής; -, των συγκερασμών ισχύος μεταξύ ΔΕΕ και εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων για τη διατύπωση του «τελικού» δικαιοδοτικού λόγου; Ποιες οι αναταράξεις του ευρωπαϊκού συνταγματισμού στην εποχή της «έκτακτης ανάγκης»; Με ποια μεθοδολογικά εργαλεία θα αναδιαταχθεί ο ρόλος της επιστήμης του ευρωπαϊκού δικαίου σε αυτά τα συμφραζόμενα;

Η προσδοκώμενη προσθετικότητα του ανά χείρας μονογραφικού, αλλά και συχνά διερωτηματικού κειμένου συνίσταται κατά κύριο λόγο στη συστηματική συναγωγή κάποιων τέτοιων θεμελιακών ερωτημάτων αλλά και τη διατύπωση προκαταρκτικών σκέψεων επί των εγειρομένων επιστημονικών ζητημάτων.

 

Καταχώρηση: 06-01-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω, Μεταίχμιο 2020

Βιβλιοπαρουσίαση: Γρηγόρης Αυδίκος, Διδάκτωρ Νομικής, Δικαστικός Πληρεξούσιος Νομικού Συμβουλίου του Κράτους

Από τον Γράμμο έως τον covid-19: οκτώ δεκαετίες με πετάγματα και εκτροχιασμούς, όλες ιδωμένες μέσα από ισάριθμες εικόνες που ο συγγραφέας ανακαλεί περισσότερο ως κεντρίσματα, παρά ως μαρτυρίες. Από την επίσκεψη του Αϊζενχάουερ στην Αθήνα (1959), σε μια συνάντηση στο αεροδρόμιο του Ορλί (1979) και μια δίκη στο Στρασβούργο (1999), στις σελίδες του προσωπικού αυτού αφηγήματος παρελαύνουν, εκτός από πρόσωπα –λιγότερο ή περισσότερο γνωστά– ιδέες και επιχειρήματα που τις συνδέει ένα νήμα: να προχωρήσουμε μπροστά, με μιαν Ελλάδα ευρωπαϊκή και ανοιχτή σε όλες τις μεγάλες προκλήσεις. Κάτι διόλου αυτονόητο σε μια χώρα που, κάθε 15-20 χρόνια, λες και βάζει στοίχημα με τον εαυτό της να πισωγυρίσει. Εξού και ο τίτλος Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω, παράφραση κάποιου άλλου, πολύ γνωστότερου βέβαια, που επιλέχτηκε για να δείξει ότι κάπου, γύρω στο 2035, κάποια άλλη απότομη στροφή μας παραμονεύει.

 

Bιβλιοπαρουσίαση: Γρηγόρης Αυδίκος

Δύο βήματα μπρος, ένα πίσω. Αυτό είναι το νέο βιβλίο του Νίκου Αλιβιζάτου.  Ήδη από την είδηση της επερχόμενης κυκλοφορίας του, το βιβλίο αναμένονταν από πολλούς, στους οποίους η πένα του Αλιβιζάτου ασκεί γοητεία. Πόσο μάλλον που το βιβλίο αυτό θα ήταν, όπως αναφέρει και ο ίδιος σε αυτό, «το πρώτο μη νομικό βιβλίο». Ήμουν, ακόμη και πριν την κυκλοφορία του, σχεδόν βέβαιος ότι το βιβλίο θα γίνει εκδοτική επιτυχία, σιγουρεύτηκα όμως πλήρως όταν αναμένοντας στην «Πολιτεία» να αγοράσω ένα αντίτυπο άκουσα ένα υπάλληλο εκεί να φωνάζει σε συνάδελφο του από μακριά «Παράγγειλε αρκετούς Αλιβιζάτους ακόμα!»

Το βιβλίο συνιστά ουσιαστικά την αυτοβιογραφία του Νίκου Αλιβιζάτου. Αντίθετα, όμως από πολλές αυτοβιογραφίες, το βιβλίο δεν έχει αμιγώς μια ευθύγραμμη πορεία. Διαρθρώνεται μεν στο κλασικό μοτίβο που ξεκινά από την αρχή της ζωής του εκάστοτε προσώπου και φθάνει μέχρι το παρόν, αξιοποιώντας ένα τέχνασμα διάρθρωσης σε κεφάλαια ανά θεματικές δεκαετίες, πλην όμως εντός των ίδιων αυτών κεφαλαίων η περιήγηση στον χώρο και τον χρόνο δεν είναι ευθύγραμμη. Ο συγγραφέας μεριμνά, δηλαδή, ώστε παράλληλα με μια ιστορική ευθύγραμμη εξέλιξη να διαρθρώνει σε θεματικές το έργο του.

Το βιβλίο όμως δεν είναι κλασσική αυτοβιογραφία και υπό την έννοια ότι σε αυτή, παράλληλα με την εξέλιξη, ο συγγραφέας διατυπώνει – ενίοτε εκτενώς – τις απόψεις του, σχολιάζοντας παράλληλα τις απόψεις άλλων, στα ζητήματα που πραγματεύεται. Προσωπικά, θα χώριζα το βιβλίο (το οποίο αποτελείται από εννέα κεφάλαια, που αντιστοιχούν σε 8+1 δεκαετίες) σε τρία μέρη.

Ως εκ τούτου, το πρώτο μέρος αποτελείται  από τα τρία πρώτα κεφάλαια,  τα οποία  είναι  πολύ ενδιαφέροντα,  καθώς αφορούν ένα κομμάτι της ζωής του συγγραφέα, άγνωστο στο ευρύ κοινό που έχει μια συγκεκριμένη εικόνα για τον Αλιβιζάτο, διαμορφωμένη από τις δημόσιες παρεμβάσεις του. Εξ αυτού όσα εξιστορούνται σ’ αυτό το μέρος του βιβλίου συνιστούν ελκυστική αφήγηση που ενισχύει τη σχέση του αναγνώστη με το κείμενο. Στο πρώτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας, καταγράφοντας τη ζωή του, φθάνει πίσω, μέχρι τη γενιά των παππούδων και έτσι αποκτά κανείς μια πανοραμική εικόνα εκατόν είκοσι και πλέον ετών. Σε αυτό αναδύεται  – δια μέσου της οικογένειας του συγγραφέα – η αστική οικογένεια στην Αθήνα του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Παρακολουθεί κανείς τους πρωταγωνιστές, τόσο λόγω κοινωνικής θέσης, όσο και λόγω τόπου κατοικίας, να βιώνουν μεγάλα ιστορικά γεγονότα και να έρχονται σε επαφή με πολλές σημαντικές ιστορικές φυσιογνωμίες. Αυτή η δυνατότητα αναδεικνύεται σε  σημαντικό προνόμιο για τον νέο και τη νέα, που αποκτούν από πολύ νωρίς εμπειρίες και πρωτόγνωρα ερεθίσματα για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Σε αντίθεση με αυτό το μοναδικό προνόμιο, τα περισσότερα παιδιά της εποχής του συγγραφέα δεν είχαν την τύχη να ζήσουν στο επίκεντρο της αστικής Αθήνας και να ζήσουν από κοντά μεγάλες στιγμές της Ελληνικής ιστορίας. Στο ίδιο πλαίσιο, στο δεύτερο κεφάλαιο, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή της δεύτερης δεκαετίας της ζωής του συγγραφέα, καθώς μέσα από την «ανέμελη» ζωή ενός εφήβου στην Αθήνα των δεκαετιών του 1950 και του 1960, αναδύεται η ζωή της αστικής Αθήνας που έχει τη δυνατότητα να ακολουθεί τη δική της διαδρομή της ευμάρειας, μέσα στο ευρύτερο – εγχώριο και διεθνές – ασταθές κλίμα, σε μια εποχή που η Ελλάδα επιχειρεί να ανακτήσει τον βηματισμό της, ύστερα από τις προηγηθείσες πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις. Στο τρίτο κεφάλαιο, η εξέλιξη αρθρώνεται γύρω από τη δικτατορία. Με ευκαιρία αυτή περιγράφονται, μεταξύ άλλων, η αντιδικτατορική δράση του συγγραφέα, η «ελληνική υπόθεση» στο Στρασβούργο, η μετάβαση του συγγραφέα στο Παρίσι και το κλίμα της εποχής εκεί, ιδίως σε ό,τι αφορά τις ζυμώσεις στην ελληνική και γαλλική αριστερά.

Το δεύτερο μέρος  εκτείνεται από το τέταρτο κεφάλαιο μέχρι το έβδομο (1979 – 2009), στο οποίο  αποτυπώνεται, κυρίως, η επιστημονική ζωή του συγγραφέα, η οποία είναι εν πολλοίς γνωστή. Ωστόσο, ο συγγραφέας σκηνοθετεί την αφήγησή του, επιλέγει και εστιάζει σε συγκεκριμένες στιγμές και αναμνήσεις, φωτίζοντας ιδιαίτερα  γνωστές ή και άγνωστες πτυχές αυτών. Ειδικότερα, στο τέταρτο κεφάλαιο, περιγράφεται, σε μεγάλο βαθμό, η πορεία του συγγραφέα μέχρι την εκλογή του στη Νομική της Αθήνας και στη συνέχεια αναδεικνύονται σημαντικές διχογνωμίες των συνταγματολόγων της εποχής, όπως στην περίπτωση των «υπερεξουσιών» του Προέδρου της Δημοκρατίας υπό την αρχική μορφή του Συντάγματος του 1975 και στην «ψήφο Αλευρά». Στο πέμπτο κεφάλαιο, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ρήξεις», έχει ένα ετερόκλητο – από άποψη θεμάτων που πραγματεύεται – χαρακτήρα και περιγράφει κυρίως τα έντονα γεγονότα του 1989 και τη δεκαετία που ακολούθησε, φθάνοντας μέχρι και τις αρχές νέας χιλιετίας. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον, για τους νομικούς και όχι μόνο, είναι το επόμενο κεφάλαιο στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει τις αναμνήσεις του από μια σειρά σημαντικών υποθέσεων που χειρίστηκε ως δικηγόρος, είτε σε εθνικό επίπεδο, είτε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο (υπόθεση Θλιμμένος, υπόθεση της βασιλικής περιουσίας). Ακόμη, ανιστορεί  τη θέση και εμπλοκή του στη γνωστή «υπόθεση των ταυτοτήτων», δηλαδή της απάλειψης του πεδίου του θρησκεύματος από το έντυπο της αστυνομικής ταυτότητας. Το κεφάλαιο κλείνει με αποτίμηση της θητείας του Κώστα Σημίτη στην πρωθυπουργία, από το 1996-2004. Το επόμενο, έβδομο κατά σειρά, κεφάλαιο με τον τίτλο «Ακινησία» συνοψίζει τη διαδρομή του συγγραφέα με άξονα το 2009. Συστατικά στοιχεία αυτού του κεφαλαίου είναι οι αναφορές στον  Δεκέμβρη του 2008 και την εκρηκτική κατάσταση που δημιουργήθηκε, όπως και η θητεία του συγγραφέα ως υπηρεσιακού υπουργού Εσωτερικών το 2004, η αποτίμηση της πενταετίας Καραμανλή (2004-2009), τον οποίο ο συγγραφέας χαρακτηρίζει ως ένα απογοητευτικό πρωθυπουργό, η θέση του συγγραφέα για την επιχειρούμενη την περίοδο εκείνη μεταρρύθμιση στον χώρο του πανεπιστημίου, το σύμφωνο συμβίωσης και φυσικά το θέμα των ημερών μας, το μεταναστευτικό.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου συναπαρτίζεται από τα δύο τελευταία κεφάλαια, που αρθρώνονται γύρω από τα γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος και  του παρόντος, καθώς και με όσα επίκεινται. Στο όγδοο κεφάλαιο (2019, κρίση) αναπτύσσονται πολλά θέματα που απασχόλησαν τον συγγραφέα την δεκαετία από του 2010, όπως η αστυνομική βία και η συμμετοχή του στη γνωστή επιτροπή που συστάθηκε από τον κ. Χρυσοχοϊδη, Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, η πρόσφατη συνταγματική αναθεώρηση, η Χρυσή Αυγή, η πολιτική βία, το τελευταίο του μάθημα στη Νομική κ.α. Στο τελευταίο κεφάλαιο, με το βλέμμα στο μέλλον, ο συγγραφέας με αναστοχαστική διάθεση κάνει μια μικρή αποτίμηση της πορείας της Ελληνικής Δημοκρατίας, υπογραμμίζει την ανάγκη εντοπισμένων συναινέσεων και διαβλέπει ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο προχωρώντας δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω, δηλαδή θα ακολουθήσει τελικά μια εξελικτική πορεία, χωρίς όμως να είναι ευθύγραμμη.

Είναι τελικά το πρώτο μη νομικό βιβλίου του Νίκου Αλιβιζάτου ένα καλό βιβλίο; Είναι ένα βιβλίο που σίγουρα είναι ευχάριστο και ενδιαφέρον. Σε αυτό ασφαλώς  θα αναγνωρίσει κανείς το γνώριμο ύφος γραφής του συγγραφέα, εύλογα ελαφρώς πιο απελευθερωμένο, καθώς το βιβλίο δεν είναι αμιγώς νομικό. Διαβάζεται ευχάριστα και κυλά γρήγορα, όπως ένα μυθιστόρημα, χωρίς να είναι τέτοιο. Προφανώς, ο αναγνώστης/τρια θα εντοπίσει  σε αυτό  αρκετά σημεία,  με τα οποία διαφωνεί με τον συγγραφέα. Και πώς θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει διαφορετικά όταν το βιβλίο εκτείνεται σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και καλύπτει τόσα πολλά θέματα, στα οποία ο συγγραφέας καταθέτει με ενάργεια την άποψή του και ενίοτε την κριτική του έναντι άλλων απόψεων, ή και προσώπων. Μια από αυτές, κατ’ εμέ, είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας προσέγγισε την τελευταία αναθεώρηση του 2019. Ορθά επιχειρηματολογεί ότι η δημοκρατία που εγκαθίδρυσε το Σύνταγμα του 1975 χρειάζεται υπεράσπιση και διαφύλαξη των κεκτημένων της, αλλά αυτό δεν πρέπει να αναιρεί την ανάγκη για σημαντικές αναγκαίες αλλαγές και μάλιστα προς δημοκρατικότερη  κατεύθυνση. Σε τελευταία όμως ανάλυση, ο Νίκος Αλιβιζάτος είτε συμφωνείς σε κάποια μαζί του, είτε διαφωνείς σε άλλα, ήταν και είναι ένας σημαντικός συνταγματολόγος, ένας από τους σημαντικότερους της γενιάς του και τα βιβλία του αποτελούν πάντα εκδοτικό σταθμό. Καλή ανάγνωση!

Tο κείμενο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών στις 02.01.2021

 

 

Καταχώρηση: 05-01-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Γ. Πινακίδης, Η συνταγματική οργάνωση της Διοικητικής Δικαιοδοσίας και οι συνέπειές της στη Διοικητική Δίκη, 2020, εκδ. Σάκκουλα.

Με την παρούσα μελέτη διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο ο συντακτικός νομοθέτης κατέστρωσε τη διοικητική δικαιοδοσία και οι κανονιστικές συνέπειες που απορρέουν από τις σχετικές συνταγματικές διατάξεις. Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στην ανάδειξη των νομικών ζητημάτων που έθεσε η μετάβαση, υπό το Σύνταγμα του 1975, των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα πολιτικά στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Ακολουθεί η αναζήτηση των κανονιστικών συνεπειών της συνταγματικής τυποποίησης της διοικητικής δικαιοδοσίας στα άρθρα 94 και 95 του Συντάγματος που παρουσιάζονται αναλυτικά στα δύο πρώτα μέρη.

Στη συνέχεια της μελέτης αναλύεται μια σειρά νομολογιακών εξελίξεων οι οποίες αποκαλύπτουν τη δυναμική της διοικητικής, ακυρωτικής κυρίως, δίκης και, βέβαια, παρουσιάζονται οι νέες εξουσίες με τις οποίες εξόπλισε ο ν. 4274/2014 τον ακυρωτικό δικαστή, διευρύνοντας σημαντικά το εύρος της δικαιοδοσίας του.

Τέλος, ερευνάται, το ζήτημα της πιθανής συγχώνευσης των υφιστάμενων εισαγωγικών ένδικων βοηθημάτων, καθώς και οι δυνατότητες διεύρυνσης του περιεχομένου τους, ιδίως της αίτησης ακύρωσης, στην κατεύθυνση παροχής πληρέστερης και ευχερέστερης για τον διοικούμενο δικαστικής προστασίας.

 

Καταχώρηση:     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ντίνος Ρόβλιας / Κώστας Σταφυλοπάτης, «Η Διαιτησία» των Δικηγόρων, Νομική Βιβλιοθήκη 2020

Το έργο «Η Διαιτησία» των Δικηγόρων των Ντίνου Ρόβλια και Κώστα Σταφυλοπάτη πραγματεύεται τον θεσμό της Διαιτησίας υπό την θεωρητική του προσέγγιση, αλλά και μέσα από τα νομοθετικά κείμενα και τη νομολογία, ταξινομημένη κατ’ άρθρο.

Τα κεφάλαια του έργου περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: τις διατάξεις περί Διαιτησίας του ΚΠολΔ και του ΑΚ, ειδικές διατάξεις όταν διαιτητές είναι δικαστικοί λειτουργοί και κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, τη Διαιτησία στα δημόσια έργα, τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία, τη Σύμβαση της Ν. Υόρκης του 1958, τη Διαιτησία του ΤΕΕ, τη Διαιτησία κατά τους κανόνες του ICC και την εξωδικαστική επίλυση διαφορών μέσω DAB. Το έργο απευθύνεται σε όλους τους εμπλεκόμενους στη διαδικασία της διαιτησίας (διαιτητές, δικηγόρους, διαδίκους, γραμματείς).

 

Καταχώρηση: 27-11-2020     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Το δικαίωμα ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς υπαλλήλους και η υποχρέωση πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας

Κωνσταντίνος Σ. Ρέμελης, Καθηγητής Νομικής Σχολής Θράκης
  1. Προδιάθεση – οριοθέτηση

Το δικαίωμα της συνάθροισης μαζί με το δικαίωμα συνένωσης («ελευθερίες του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» αντίστοιχα κατά την παραδοσιακή ορολογία) συνιστούν τα παλαιότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο1. Τα δικαιώματα αυτά από κοινού με τη συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας, έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα το ότι η άσκησή τους είναι δυνατή μόνο με τη σύμπραξη περισσότερων προσώπων. Το στοιχείο της σύμπραξης είναι εκείνο που πρωτίστως προσδίδει στα συγκεκριμένα δικαιώματα μια ιδιαίτερη δυναμική, καθώς η άσκησή τους μαζί με άλλους ενισχύει και πολλαπλασιάζει την αποτελεσματικότητά τους2.

Με δεδομένο ότι η διαρκής, αλλά και η προσωρινή ακόμη συνένωση προσώπων θεωρείται παραδοσιακά ως ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κρατική εξουσία, λόγω κυρίως των σκοπών που επιδιώκει3, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αντιμετωπίζονται συνήθως, όχι μόνο με δυσπιστία και αυστηρότητα, αλλά και με απόλυτη εχθρότητα4. Λογική συνέπεια της αντιμετώπισης αυτής είναι η ύπαρξη ενός μόνιμου πεδίου έντασης ανάμεσα στην ανάγκη τήρησης της δημόσιας τάξης από τη μία πλευρά και την ακώλυτη όσο και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος από την άλλη5. Παρά την μακρά πάντως ιστορική διαδρομή και τη μεγάλη συνταγματική ηλικία του δικαιώματος συνάθροισης, οι συζητήσεις γύρω από το είδος και την έκταση των περιορισμών του, όχι μόνο διατηρούν, αλλά και ενισχύουν το παραδοσιακό τους ενδιαφέρον. Πολιτική, νομοθέτης, θεωρία και νομολογία καλούνται όλο και συχνότερα να συμμετέχουν και να επαναδιατυπώνουν τις θέσεις τους σε ένα διαρκώς αναζωπυρούμενο διάλογο. Οι συζητήσεις αυτές μπορεί εύλογα ορισμένες φορές να χαρακτηρίζονται ως σισύφειο νομικό έργο6, αλλά αναμφίβολα επιβεβαιώνουν τον ζωντανό και δυναμικό χαρακτήρα του δικαιώματος. Οι ολοένα συχνότερες, αλλά και μονιμότερες καταστάσεις κρίσεων, η μοιραία ενίσχυση ακραίων πολιτικών μορφωμάτων, η ανάπτυξη νέων κινημάτων διαμαρτυρίας, οι νέες δημιουργικές εκφράσεις και οι τεχνολογικές εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, έρχονται, μεταξύ άλλων, να ενισχύσουν τον εν λόγω χαρακτήρα.

Η κρατική πάντως δυσπιστία απέναντι στην άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης φαίνεται να εντείνεται ακόμη περισσότερο στις περιπτώσεις που αστυνομικοί υπάλληλοι, δηλαδή αυτοί που παραδοσιακά είναι επιφορτισμένοι από το ίδιο το Σύνταγμα, όχι μόνο να επιτηρούν, αλλά και να περιορίζουν την άσκησή του, μετατρέπονται σε φορείς του δικαιώματος και αποδέκτες των περιορισμών. Μπορεί πλέον να μην αμφισβητείται η ανεπιφύλακτη αναγνώριση του δικαιώματος συνάθροισης και στο προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, όμως η ένστολη άσκησή του δεν γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή και έχει εγείρει διεθνώς, αλλά προσφάτως και στη χώρα μας, σοβαρές πολιτικές και νομικές αντιρρήσεις7.

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η γενικότερη προβληματική που αφορά στην ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας και τη συμβατότητά της με την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας του συγκεκριμένου προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό ερευνάται καταρχάς το ζήτημα της χρήσης της αστυνομικής στολής και η πειθαρχική αντιμετώπισή του από τον κοινό νομοθέτη. Ακολουθεί η προσέγγιση της συνταγματικής διάστασης του προβλήματος και ειδικότερα το κατά πόσο η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό προσωπικό εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος ή ο σχετικός περιορισμός δικαιολογείται από την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας. Η απάντηση αυτή επιχειρείται καταρχάς μέσα από την ιστορική, τελολογική και συστηματική ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ταυτάριθμου άρθρου της ΕΣΔΑ και ιδίως της § 2 του τελευταίου, που αναφέρεται στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος συνάθροισης. Ιδιαίτερη και εκτενής αναφορά γίνεται επίσης και στη γερμανική έννομη τάξη, όπου το δικαίωμα συνάθροισης κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (GG). Η συγκεκριμένη αναφορά κρίθηκε σκόπιμη, όχι τόσο λόγω του ότι το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διάταξης είναι παρεμφερές με αυτό του άρθρου 11 του ελληνικού Συντάγματος, αλλά πρωτίστως διότι γερμανική θεωρία και νομολογία, εκτός του ότι έχουν να επιδείξουν πολύ ενδιαφέρουσες γενικές προσεγγίσεις και αναπτύξεις σχετικά με το δικαίωμα συνάθροισης, διατυπώνουν πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις, που αφορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην ad hoc ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό ή το εν γένει στρατιωτικό προσωπικό.

  1. Η πρόβλεψη του πειθαρχικού νομοθέτη

Η περιβολή στολής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ως ειδική υποχρέωση του αστυνομικού προσωπικού. Ο τύπος της στολής καθορίζεται με κανονιστική απόφαση του αρμόδιου Υπουργού8. Περαιτέρω, ο Κανονισμός περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστυνομικού προσωπικού9, εκτός άλλων, ρυθμίζει ειδικότερα και τα ζητήματα που αφορούν στη στολή. Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει ότι οι αστυνομικοί υποχρεούνται να φέρουν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους την προβλεπόμενη από τις ισχύουσες διατάξεις στολή και με τον καθοριζόμενο από αυτές τρόπο. Η παράβαση των σχετικών με τη στολή ρυθμίσεων προβλέπεται ως πειθαρχικό παράπτωμα από τη διάταξη του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008, η τέλεση του οποίου επισύρει την ποινή του προστίμου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή του προστίμου είναι, ανάμεσα σε άλλα, και η αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας, καθώς και το αντικανονικό της στολής.

  1. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις περί στολής του αστυνομικού προσωπικού

Από τη διάταξη που παρατέθηκε, συνάγεται ευχερώς ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης προέβλεψε μεν ως αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα το «αντικανονικό» της στολής, χωρίς ωστόσο να προβεί σε σαφή περιγραφή του πειθαρχικού αδίκου, θεσπίζοντας ουσιαστικά μια «χωλή πειθαρχική διάταξη» για την κατανόηση και την εφαρμογή της οποίας είναι απαραίτητη η προσφυγή σε άλλες σχετικές ειδικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές συναντώνται στο άρθρο 64 της υπ’ αρ. 7012/6/103 απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Κανονισμός Στολής)10 με το οποίο ρυθμίζονται εκτενώς όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εμφάνιση και την παράσταση αστυνομικών με στολή, καθώς και του κανονικού της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω ρύθμιση ορίζει ότι: 1) οι προβλεπόμενες υπηρεσιακές στολές πρέπει να φέρονται κατά τρόπο άψογο (§ 1), 2) απαγορεύεται η χρήση ειδών στολής αντικανονικού τύπου, μη κανονικού μεγέθους, φθαρμένων ή αλλοιωμένων, καθώς και η αλλαγή του σχήματος ή της σύνθεσής τους (§ 2), 3) σε περιπτώσεις μεταβολών στη σύνθεση ή σε είδη στολών, η συμμόρφωση του προσωπικού πρέπει να είναι έγκαιρη και κανονική (§ 3) και 4) οι αστυνομικοί που φέρουν στολή και έχουν διαταχθεί ή όχι σε υπηρεσία απαγορεύεται: α) να φέρουν οποιοδήποτε κόσμημα με εξαίρεση δακτυλίδι (βέρα) και ωρολόγιο, β) να χρησιμοποιούν χάριν παιδιάς, αλυσίδες, κομπολόγια και παρεμφερή αντικείμενα, γ) να μεταφέρουν ογκώδη ή ακαλαίσθητα αντικείμενα, δ) να βαδίζουν σε δημόσιους χώρους με τα χέρια στα θυλάκια, ε) να περιεργάζονται ως αργόσχολοι προθήκες καταστημάτων, στ) να παρευρίσκονται με στολής σε δημόσιους χώρους, όπου διασκεδάζουν μεταμφιεσμένοι, με εξαίρεση αυτούς που έχουν διαταχθεί σε υπηρεσία, ζ) να συμμετέχουν σε παίγνια, εκτός εάν αυτά διενεργούνται σε αστυνομικές λέσχες, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις, η) να κυκλοφορούν σε δημόσιους χώρους ασκεπείς ή με το πηλίκιο στο χέρι ή στην μασχάλη, θ) να τρέφουν υπερβολική ή ατημέλητη κόμη, μύστακα ή παραγναθίδες καθώς και υπογένειο οι άνδρες και υπερβολική ή απεριποίητη κόμη και μη διακριτικό καλλωπισμό οι γυναίκες (§ 4).

  1. Η έλλειψη ρητής και σαφούς πρόβλεψης της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος

Από τη γραμματική διατύπωση των ρυθμίσεων που παρατέθηκαν, συνάγεται καταρχάς ότι η αστυνομική στολή δεν συνέχεται αποκλειστικώς και μόνον με την εκτέλεση υπηρεσίας, καθόσον οι προβλεπόμενοι στην εν λόγω διάταξη περιορισμοί και απαγορεύσεις αφορούν στους αστυνομικούς που φέρουν στολή, ανεξαρτήτως του εάν βρίσκονται σε διατεταγμένη ή όχι υπηρεσία. Περαιτέρω όμως, από την ίδια τη γραμματική διατύπωση των ως άνω διατάξεων ουδόλως προκύπτει η ρητή και σαφής αναγωγή σε πειθαρχικό παράπτωμα της συμμετοχής σε συγκέντρωση αστυνομικού με στολή. Ελλείπει δηλαδή η ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος. Η έλλειψη μάλιστα αυτή δεν καλύπτεται ούτε και από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 64 του Κανονισμού Στολής με αυτή του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008. Όπως δε γίνεται ομόφωνα δεκτό στην ελληνική θεωρία και νομολογία, τα πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές είναι δυνατό να αφορούν τόσο στην «ελευθερία» γενικά των υπαλλήλων, όσο και την περιουσία τους, δηλαδή το σύνολο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, η πρόβλεψη των παραπτωμάτων και η επιβολή των ποινών θα πρέπει πάντοτε να προβλέπεται και να προσδιορίζεται εξαντλητικά και με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, κατ’ επιταγή της δικαιοκρατικής αρχής και της συνακόλουθης αρχής της νομιμότητας11. Η θέση μάλιστα αυτή έχει αναχθεί σε αρχή συνταγματικής περιωπής και είναι χαρακτηριστικά αποτυπωμένη στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι αφενός «όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση» των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αφετέρου «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο…».

Είναι προφανές ότι την έλλειψη της ρητής αυτής πρόβλεψης από την πλευρά του πειθαρχικού νομοθέτη δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια έμμεση εν προκειμένω συναγωγή του πειθαρχικού αδίκου. Και τούτο διότι στο πλαίσιο της ίδιας πιο πάνω αρχής, σύμφωνα με τη θεωρία, αλλά και την πολύ αυστηρή άποψη της νομολογίας, οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων δεν επιβάλλονται ούτε μπορεί να συνάγονται μέσω διασταλτικής12 ή αναλογικής ερμηνείας13, αλλά θα πρέπει να προκύπτουν ad hoc από σαφή διάταξη νόμου14. Σε κάθε πάντως περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγνώριση του δικαιώματος διοργάνωσης συναθροίσεων και συμμετοχής σ’ αυτές, καθώς και της συνδικαλιστικής ελευθερίας και στο ένστολο αστυνομικό προσωπικό15, ήταν ήδη γνωστή στον πειθαρχικό κανονιστικό νομοθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ως άνω πειθαρχικού κανονιστικού πλαισίου. Εν τούτοις ουδεμία θέλησε να διαλάβει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του εν λόγω προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του διεκδικήσεων.

Ωστόσο, σε πρόσφατη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους16 υποστηρίζεται ότι η απαγόρευση ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης για τους αστυνομικούς συνάγεται και από το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. (Κανονισμός Στολής) «δεν έχει προβλεφθεί η δυνατότητα του αστυνομικού προσωπικού να φέρει στολή, όταν συμμετέχει σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες, στο πλαίσιο προβολής επαγγελματικών αιτημάτων, αν και ήταν, ήδη, γνωστό στον κανονιστικό νομοθέτη το επιτρεπτό της άσκησης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους». Κατά την γνώμη όμως της πολύ ισχυρής μειοψηφίας που διατυπώθηκε στην ίδια απόφαση «το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης ουδέποτε έχει θεσπίσει ρητή και συγκεκριμένη απαγόρευση ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι γνωρίζει ότι είναι προ πολλού επιτρεπτή η ελεύθερη άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους, οδηγεί στην παραδοχή, ότι οι αστυνομικοί που φέρουν στολή κατά τις κινητοποιήσεις προβολής επαγγελματικών αιτημάτων τους δεν διατελούν εν παρανομία. Η θέση αυτή επιρρωνύεται και από τη διαπίστωση ότι, κατά καιρούς, ο κανονιστικός νομοθέτης…, όπου και όταν ηθέλησε κατέγραψε με συγκεκριμένες και λεπτομερείς ρυθμίσεις τις δραστηριότητες και συμπεριφορές των αστυνομικών υπαλλήλων που θεώρησε ως απαγορευμένες, στις οποίες, όμως, απέφυγε να συμπεριλάβει και την αμφίεση αυτών κατά τις ως άνω κινητοποιήσεις». Συνεπώς, κατά την ίδια μειοψηφική άποψη «οι αστυνομικοί που φέρουν στολή, ενώ μετέχουν σε συγκεντρώσεις και πορείες των συνδικαλιστικών τους ενώσεων για την προβολή επαγγελματικών τους διεκδικήσεων, δεν ενεργούν παρανόμως, εφόσον, όμως, είναι άοπλοι».

Η, κατά τα ανωτέρω, θέση της πλειοψηφίας γεννά πολύ εύλογες αντιρρήσεις ως προς την ορθότητά της. Και τούτο διότι έρχεται καταρχάς σε αντίθεση με θεμελιώδη θέση της δογματικής των συνταγματικών δικαιωμάτων, που ασπάζονται και υιοθετούν παγίως θεωρία και νομολογία, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς. Όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζεται, η ρητή κατοχύρωση συγκεκριμένων δικαιωμάτων δεν έχει την έννοια της δημιουργίας νησίδων ελευθερίας σε μια θάλασσα ανελευθερίας. Αντίθετα, καθιερώνει τον γενικώς αποδεκτό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ό,τι δεν απαγορεύεται με ρητή διάταξη επιτρέπεται και δεν μπορεί να εμποδιστεί17. Τούτο σημαίνει ότι αν οι κείμενες διατάξεις δεν απαγορεύουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι ελεύθερη, όσο δυσάρεστη ή ανήθικη ή ανεπιθύμητη και αν εμφανίζεται για πολλούς, καθώς δεν μπορεί να συναχθεί απαγόρευσή της από το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει θεσπισθεί ρητή σχετική νομοθετική ρύθμιση που να την επιτρέπει18. Υπό αυτήν εξάλλου την έννοια γίνεται δεκτό ότι μπορεί να γίνει λόγος στο πεδίο των ατομικών και μόνο δικαιωμάτων (όχι των κοινωνικών ή πολιτικών δικαιωμάτων) για ένα τεκμήριο «in dubio pro libertate».19

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του αιτημάτων.

  1. Το δικαίωμα της συνάθροισης ως θεμελιώδες δικαίωμα συλλογικής δράσης. Γενική προσέγγιση

Όπως ήδη αναφέρθηκε η ελευθερία συνάθροισης κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος20 ως απόλυτο και ανεπιφύλακτο δικαίωμα (§1), ενώ σε επιφύλαξη υποβάλλεται μόνο η ειδικότερη ρύθμιση των περιορισμών του (§2). Υπό την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης, συνάθροιση θεωρείται η συγκέντρωση ιδιωτών με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν απόψεις ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλλουν γνώμες, πεποιθήσεις ή διεκδικήσεις και αιτήματα21. Ως περιεχόμενο δε της συγκεκριμένης ελευθερίας νοείται η ελευθερία οργανώσεως, διεξαγωγής, διευθύνσεως και προ πάντων συμμετοχής σε μια οιαδήποτε συνάθροιση χωρίς δυσμενείς συνέπειες22. Με το κανονιστικό εν λόγω περιεχόμενο το δικαίωμα συνάθροισης δεν συνιστά μόνο ένα δικαίωμα με ιδιαίτερη βαρύτητα και αυτοτελή αξία, αλλά δημιουργεί επίσης ένα πολύ γόνιμο έδαφος για την άσκηση πολλών από τα λοιπά ατομικά δικαιώματα23. Παράλληλα, τελεί τόσο σε ιστορική όσο και σε νομική στενή σχέση με άλλα συνταγματικά δικαιώματα, ιδίως με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12 § 1) και τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1).

Το δικαίωμα συνάθροισης βρίσκει τη ρητή κατοχύρωσή του και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από κοινού με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και της ίδρυσης και προσχώρησης σε συνδικάτα. Ειδικότερα, υπό τον τίτλο «ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» το άρθρο 11 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικά και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως με άλλους συνδικάτων και προσχωρήσεως σε συνδικάτα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του (§ 1). Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέραν αυτών που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Τέλος, ορίζεται ότι το παρόν άρθρο 11 δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων από τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους (§ 2).

Όπως χαρακτηριστικά έχει τονίσει η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ, το, κατά τα ανωτέρω, δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατική κοινωνία και, όπως το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης, συνιστά ένα από τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας24. Το δικαίωμα μάλιστα ελεύθερης έκφρασης βρίσκει την εξειδικευμένη συμπλήρωση και ολοκλήρωσή του μέσω των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Κατά τα πρότυπα δε του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ25 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ) τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση την συστηματική συνάφεια ανάμεσα στα δικαιώματα των άρθρων 10 και 11 της Σύμβασης, επισημαίνοντας ότι τα δικαιώματα του άρθρου 11 αποτελούν leges speciales σε σχέση με το δικαίωμα του άρθρου 1026.

Στη γερμανική έννομη τάξη, όπως ήδη αναφέρθηκε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ρυθμίζεται από το πολύ πρόσφατα αναθεωρηθέν άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (Versammlungsfreiheit)27 και τον εκτελεστικό νόμο περί συναθροίσεων (Versammlungsgesetz) του 195328. Η διάταξη της § 1 του εν λόγω άρθρου 8 αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση ή χορήγηση άδειας. Ειδικά ωστόσο, για τις υπαίθριες συγκεντρώσεις (“Versammlungen unter freiem Himmel”) η ρύθμιση της § 2 του ως άνω άρθρου προβλέπει ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι μπορεί να περιορίζεται επί τη βάσει νομοθετικής διάταξης. Tέλος, η προστεθείσα νέα § 3 προβλέπει μια πολύ αυστηρή αντιμετώπιση των συναθροίσεων που κρίνονται παράνομες. Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην πολύ βασική και γνωστή απόφασή του «Brokdorf» του 198529, πραγματεύτηκε για πρώτη φορά εκτενώς τη φύση και το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκε από μερίδα της θεωρίας30, χαρακτηρίζεται έως και σήμερα ως απόφαση «οδηγός» για τα ζητήματα που σχετίζονται με το εν λόγω δικαίωμα. Καταρχάς, κατά το Δικαστήριο, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ένα θεμελιώδες αμυντικό δικαίωμα και ως τέτοιο σκοπό έχει να εξασφαλίζει στους φορείς του τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και το περιεχόμενο της δημόσιας συγκέντρωσης, απαγορεύοντας συνάμα την ανάμιξη της κρατικής εξουσίας. Υπό αυτή τη σκοπιά το θεμελιώδες δικαίωμα του συνέρχεσθαι κατέχει ιδιαίτερη θέση σε ένα φιλελεύθερο κράτος, καθώς αποτελεί ισχυρή ένδειξη ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ωριμότητας των ευσυνείδητων πολιτών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο συμπυκνώνει την σημαντικότατη λειτουργία του δικαιώματος σε δύο βασικούς άξονες. Καταρχάς το δικαίωμα συνάθροισης θεωρείται μέρος μιας γνήσιας και μη χειραγωγούμενης δημοκρατίας, ενώ περαιτέρω αποτελεί τμήμα ενός έγκαιρου μηχανισμού προειδοποίησης του πολιτικού συστήματος ως προς εσφαλμένες λειτουργίες του31. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η νομολογία του από πολύ νωρίς είχε αναγνωρίσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της ελευθερίας της έκφρασης σε μια δημοκρατικά οργανωμένη έννομη τάξη. Μέσω αυτής επιτυγχάνεται η συνεχής ανταλλαγή απόψεων, γεγονός που συνιστά ζωτικό στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας32. Κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να ισχύει το ίδιο και για την ελευθερία των πολιτών να συνέρχονται ησύχως και να εκφράζουν με τον τρόπο αυτό συλλογικά την άποψή τους. Μάλιστα μέσω των συγκεντρώσεων οι πολίτες είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους με τη φυσική τους παρουσία, σε δημόσια θέα και χωρίς να απαιτείται η διαμεσολάβηση των μέσων ενημέρωσης.

Επιπλέον, η θεμελιώδης αξία του δικαιώματος του συνέρχεσθαι γίνεται ιδιαιτέρως εμφανής, αν συνυπολογίσει κανείς την ιδιαίτερη φύση των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων σε ένα δημοκρατικά οργανωμένο κράτος. Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση του σχετικά με την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων33 σε μια δημοκρατία θα πρέπει οι αποφάσεις να κατευθύνονται από το λαό προς τα κρατικά όργανα και όχι αντιστρόφως. Στη γερμανική θεωρία υποστηρίζεται χαρακτηριστικά ότι οι συγκεντρώσεις αποτελούν βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, καθόσον δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική τους, να αναλάβουν διάφορες πρωτοβουλίες και να προτείνουν τις δικές τους εναλλακτικές λύσεις34. Όπως τονίζει σε άλλη πολύ σημαντική παλαιότερη απόφασή του, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο35, χαρακτηριστικό του ελεύθερου δημοκρατικού συστήματος αποτελεί το γεγονός ότι οι κρατικές υποθέσεις υπάγονται μεν στην αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων, αλλά υπόκεινται και σε συνεχή κριτική από τους πολίτες. Προβάλλεται επί πλέον από σημαντική μερίδα της θεωρίας ότι στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι επιτελεί και μια σταθεροποιητική λειτουργία (stabilisierende Funktion). Επιτρέποντας στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική, τη δυσαρέσκεια ή ακόμη και την οργή τους, το συγκεκριμένο δικαίωμα λειτουργεί ως ένα σύστημα έγκαιρης πολιτικής προειδοποίησης που επισημαίνει στους κυβερνώντες τις ελλείψεις και τα μειονεκτήματα των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στη διόρθωσή τους36. Μάλιστα λόγω των ανωτέρω λειτουργιών του δικαιώματος συνάθροισης και ιδίως λόγω της στενής ιστορικής σχέσης του και με το δικαίωμα αναφοράς από την εποχή της γαλλικής επανάστασης37, έχει υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα θα πρέπει να θεωρείται και πολιτικό δικαίωμα, καθόσον εξασφαλίζει μια έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας38.

  1. Οι αστυνομικοί υπάλληλοι ως φορείς του δικαιώματος συνάθροισης

Η διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος δεν προβλέπει οιονδήποτε περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων, οι οποίοι καταρχήν είναι φορείς του δικαιώματος, όπως όλοι οι Έλληνες. Ωστόσο, ειδικούς περιορισμούς στην άσκησή του για τις ανωτέρω κατηγορίες εισάγει ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 29 § 3 εδ. α’, η οποία απαγορεύει απολύτως οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ των πολιτικών κομμάτων στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Όπως όμως γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί αυτοί ουδέποτε μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος. Σημειώνεται δε χαρακτηριστικά ότι αν δινόταν ευρεία ερμηνεία στους περιορισμούς του άρθρου 29 § 3, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι θα κινδύνευε να καταστεί ανενεργό για το σύνολο των εκεί αναφερόμενων προσώπων. Επομένως, η συγκεκριμένη απαγόρευση επιβάλλεται να ερμηνεύεται στενά39. Έτσι, υποστηρίζεται ότι στο πλαίσιο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταρχήν θεωρείται επιτρεπτή η διοργάνωση, η διεύθυνση και η συμμετοχή σε συναθροίσεις μη πολιτικού περιεχομένου, καθώς και η απλή συμμετοχή σε εκδηλώσεις και συλλαλητήρια με πολιτικό περιεχόμενο υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν παραμελούνται οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων προσώπων40.

Πέραν του εν λόγω πάντως ρητού περιορισμού, ζητούμενο είναι αν είναι δυνατοί περαιτέρω και επί πλέον περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο των ειδικών κυριαρχικών ή εξουσιαστικών σχέσεων (εκούσιων εν προκειμένω) ως αναγκαίοι για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία τους41. Όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αστυνομικοί υπάλληλοι τελούν σε ιδιαίτερο καθεστώς, αντίστοιχο με αυτό των ενόπλων δυνάμεων, το οποίο προσιδιάζει προς τον χαρακτήρα και την αποστολή της αστυνομικής υπηρεσίας, που αποβλέπει στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης έχει υποχρέωση να κατοχυρώνει σε υψηλό βαθμό, στο επίπεδο της στελέχωσης, οργάνωσης και λειτουργίας, την αστυνομική υπηρεσία, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, το κατάλληλο προς τούτο καθεστώς πειθαρχίας, η μη τήρηση του οποίου αποτελεί αιτία επιβολής πειθαρχικών ποινών από τα οικεία πειθαρχικά όργανα42. Όπως ορθά επισημαίνεται ακόμη και στην περίπτωση της ειδικής νομικής σχέσης που συνάπτεται εκουσίως (π.χ. σχέση δημόσιων, στρατιωτικών ή αστυνομικών υπαλλήλων με το κράτος) δεν μπορεί η εκούσια υπαγωγή στην εν λόγω σχέση να εκλαμβάνεται ως συγκατάθεση στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Και τούτο διότι η αρχή volenti non fit injuria δεν ισχύει, κατά κανόνα, επί ατομικών δικαιωμάτων και η εφαρμογή της γίνεται δεκτή μόνο στον περιορισμένο βαθμό που θεωρείται επιτρεπτή παραίτηση από συγκεκριμένη και χρονικά περιορισμένη άσκηση ορισμένου ατομικού δικαιώματος43. Η εν λόγω μάλιστα αρχή γίνεται ακόμη πιο σαφής στις περιπτώσεις των υποχρεωτικών ή αναγκαστικών σχέσεων, όπου ορθά η νομολογία, προκειμένου να θεωρήσει “νόμιμους” περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, απαιτεί τη συνδρομή πολύ αυστηρών προϋποθέσεων, ιδίως όταν πρόκειται για περιορισμούς που σχετίζονται με ατομικά δικαιώματα δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων δημόσιων οργανισμών44. Ειδικότερα, απαιτείται καταρχάς ο περιορισμός του ατομικού δικαιώματος και μέσα στο πλαίσιο της ειδικής κυριαρχικής σχέσης να προβλέπεται ειδικώς από τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, που είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και όχι να συνάγεται απλώς «εξ αυτής ταύτης της φύσεως της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως»45 (α’). Κατά δεύτερον ο περιορισμός δεν πρέπει να αφορά σε ατομικό δικαίωμα που δεν επιδέχεται οιονδήποτε περιορισμό (β’). Περαιτέρω, ο περιορισμός δεν πρέπει να οδηγεί στην αναίρεση της ουσίας, δηλαδή στον εκμηδενισμό46 (προσβολή του πυρήνα) του κρίσιμου δικαιώματος (γ’). Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία και με αφορμή περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης «δύναται μεν, καθ’ όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους και ειδικώτερον τους στρατιωτικούς, ευρισκομένους προς το κράτος εις ηθελημένην ειδικήν σχέσιν εξουσιάσεως, να επιβληθούν ωρισμένοι περιορισμοί, οι οποίοι όμως ουδέποτε δύνανται να οδηγήσουν εις την κατάργηση του αναφερθέντος δικαιώματος…»47. Άλλωστε η «εγγύηση» του κράτους υπό την οποία τελούν τα δικαιώματα του ανθρώπου, κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, έχει ως ελάχιστο και αναφαίρετο περιεχόμενο την απόλυτη κατοχύρωση, τουλάχιστο του πυρήνα των δικαιωμάτων αυτών, έναντι οιασδήποτε κρατικής προσβολής. Τέλος, ο κρίσιμος περιορισμός πρέπει να επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από το δημόσιο συμφέρον και να τελεί σε εύλογη σχέση αναγκαιότητας προς την ειδική κυριαρχική σχέση (αρχή αναλογικότητας), η οποία θα πρέπει να προκύπτει από την απαιτούμενη αιτιολογία48 (δ’). Εξάλλου η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει όρια στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο συμφέρον, ενώ η λειτουργία του θα έπρεπε να κινείται στην κατεύθυνση του «περιορισμού των περιορισμών», συνηθέστερη είναι στην πράξη η χρήση της έννοιας ή παρεμφερών εννοιών για την δικαιολόγηση επιβολής περιορισμών49. Άλλωστε και οι συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται ρητώς στην έννοια του γενικού50, του δημόσιου51 ή του εθνικού συμφέροντος52 ουδόλως επιβάλλουν την εξυπηρέτηση του «δημόσιου συμφέροντος» ως γενικής αρχής στην οποία θα πρέπει να υποτάσσονται τα επιμέρους συνταγματικά δικαιώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα και ιδίως τα ατομικά θα υποβαθμίζονταν και θα μετατρέπονταν σε απλά μέσα και εργαλεία που θα ήταν στη διάθεση της πολιτείας, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να υπηρετήσουν οιαδήποτε κρατική σκοπιμότητα53.

  1. Οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης στη νομολογία του ΕυρΔΔΑ

Σύμφωνα με την πάγια θέση των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης είναι επιτρεπτοί μόνο όταν προβλέπονται a priori νομοθετικώς54. Τούτο σημαίνει ότι οι περιορισμοί πρέπει αφενός να βρίσκουν έρεισμα στην εθνική νομοθεσία και αφετέρου να είναι αρκούντως σαφείς, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προσανατολίσουν εκ των προτέρων τη συμπεριφορά τους55. Περαιτέρω, οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να επιδιώκουν έναν από τους συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς που αναφέρονται στην § 2 εδ. 1 του άρθρου 11 και να είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν οι περιορισμοί του εδ. 2 της § 2, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν σε υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία ή σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία στις τρεις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων το κράτος διαθέτει ευρύτερες εξουσίες για την επιβολή περιορισμών σε ό,τι αφορά την άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης. Το γεγονός αυτό μπορεί κατά τη νομολογία να μειώνει τον εποπτικό ρόλο, αλλά ουδόλως αποκλείει ή καταργεί την εποπτεία από την πλευρά των οργάνων της Σύμβασης ως προς τον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης από τις εθνικές αρχές56. Το Δικαστήριο αρνείται να αναγνωρίσει την πλήρη αυτονόμηση της συγκεκριμένης διάταξης από τους γνωστούς «περιορισμούς των περιορισμών», θεωρώντας ότι η έννοια του «νόμιμου περιορισμού» ταυτίζεται με την έννοια της «νομιμότητας», όπως νοείται και προβλέπεται στις δεύτερες παραγράφους των άρθρων 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ57. Ειδικότερα το Δικαστήριο58 θεωρεί ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που απαγορεύει σε αστυνομικό υπάλληλο να γίνει μέλος πολιτικού κόμματος δεν παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης. Και τούτο διότι οι πολίτες ευλόγως θα πρέπει να θεωρούν ότι τα μέλη του αστυνομικού σώματος συμπεριφέρονται με γνώμονα την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας και της αμεροληψίας. Κατά την άποψη όμως της μειοψηφίας, η συγκεκριμένη απαγόρευση είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό και γίνεται ακόμη πιο άδικη αν ληφθεί υπόψη ότι ο σχετικός εθνικός νόμος προβλέπει το δικαίωμα των ίδιων υπαλλήλων να είναι υποψήφιοι πολιτικών κομμάτων σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο ή να παίρνουν μέρος σε δημοτικές εκλογές υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει προηγουμένως να ενημερώσουν τον επικεφαλής της αστυνομίας για την πρόθεσή τους αυτή και να παραμείνουν εκτός υπηρεσίας έως την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων59. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης σύμφωνη με το άρθρο 11 την απαγόρευση συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα αξιωματούχου της δημοτικής αστυνομίας, αναγνωρίζοντας στις εθνικές αρχές ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη ρύθμιση του υπηρεσιακού καθεστώτος και της σταδιοδρομίας κρατικών αξιωματούχων, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και ασκούν αρμοδιότητες που στοχεύουν για τη διαφύλαξη των κρατικών συμφερόντων με βάση το δημόσιο δίκαιο. Ο συγκεκριμένος περιορισμός δικαιολογείται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις περιπτώσεις διοικητικών οργάνων των οποίων η τοπική αρμοδιότητα επιτάσσει τη διαφύλαξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους πολίτες, που μπορεί να ενισχυθεί με την αποσύνδεση των συγκεκριμένων οργάνων από την πολιτική60.

Όπως πάντως επισημαίνουν θεωρία και νομολογία η δυνατότητα αυτή θέσπισης περιορισμών θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων δεν πρέπει να αναιρούν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος61. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 11 § 2 εδ. 2 ήταν αμφισβητούμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήδη όμως το Δικαστήριο ρητά διατυπώνει την απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί που προβλέπονται στο εδ. 2 της § 2 του άρθρου 11 για τις ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων πρέπει να τελούν σε εύλογη αναλογία και αναγκαιότητα προς την ειδική υπαλληλική σχέση62. Συμπερασματικά, οι ειδικοί περιορισμοί στους οποίους αναφέρεται η πιο πάνω διάταξη για τις συγκεκριμένες κατηγορίες κρατικών υπαλλήλων δεν αυτονομούνται, αλλά υπάγονται στα γνωστά κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία63.

Επίσης το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει εδώ και καιρό μια ευρεία έννοια της ερμηνείας των «περιορισμών» στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και υπάγει με τον τρόπο αυτό στον έλεγχό του ένα ευρύτατο φάσμα περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται από τις οικείες εθνικές αρχές. Έτσι, ως «επέμβαση» στο πεδίο άσκησης του δικαιώματος δεν νοείται μόνο η de jure και de facto απαγόρευση μιας συνάθροισης, αλλά και άλλα μέτρα που λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από την πραγματοποίηση της συνάθροισης, όπως λ.χ., ποινές ή κυρώσεις για τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη συνάθροιση. Το Δικαστήριο μάλιστα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε μέτρα που θεωρούνται ικανά να αποθαρρύνουν και να αποτρέπουν τους ενδιαφερόμενους από τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις ή πορείες διαμαρτυρίας κ.λπ64.

  1. Η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης

8.1. Έννοια, συμβολισμός και νομική αντιμετώπιση της στολής

Μολονότι δεν είναι πάντοτε βέβαιη η ταύτιση μιας στολής με μια συγκεκριμένη και σταθερή προς τα έξω εικόνα και λειτουργία, λόγω της ενδεχόμενης πολυσημίας της65, η αστυνομική στολή ταυτίζεται παραδοσιακά και, κατά κανόνα, με την άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Έτσι, γίνεται γενικώς δεκτό ότι η συγκεκριμένη στολή εκτός του ότι επιχειρεί να αποπνεύσει δύναμη και εξουσία, επιδιώκει κυρίως να προσδιορίσει ένα πρόσωπο ως επιφορτισμένο με κρατικές αρμοδιότητες για χρήση και άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Ανάλογα πάντως με την προσωπικότητα του κάθε πολίτη και τη συγκυρία, η θέα ενός αστυνομικού με στολή μπορεί να προκαλεί πολυποίκιλα συναισθήματα66, που κυμαίνονται από την υπερηφάνεια και τον σεβασμό έως τον φόβο ή τον θυμό67. Η στολή, εκτός άλλων, διασφαλίζει κυρίως ότι όσοι την φορούν είναι αφοσιωμένοι στην επίτευξη των σκοπών της ομάδας και επιδιώκει να υποδηλώσει την προσήλωση των μελών της στη νομιμότητα. Εκτός αυτού η εμφάνιση με στολή στοχεύει περαιτέρω τον σεβασμό προς ό,τι η τελευταία συμβολίζει και αποκλείει το ενδεχόμενο οιασδήποτε σύγχυσης από την πλευρά του κοινού, το οποίο μπορεί να είχε μια άλλη εικόνα για τους πρωταγωνιστές και τους συμμετέχοντες σε μια συνάθροιση68.

Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας, η υποχρέωση των αστυνομικών υπαλλήλων να φορούν τη στολή τους σε ώρα υπηρεσίας δικαιολογείται ιδίως από την ανάγκη να γίνεται σε όλους ορατή η νομιμοποίησή τους και η εξουσία τους για τη λήψη μέτρων αστυνομικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η στολή, εκτός του ότι συνιστά ένδειξη ότι ο φορέας της νομιμοποιείται και είναι εξοπλισμένος με την αστυνομική εξουσία, συμβολίζει την άσκηση της εν λόγω εξουσίας κατά τρόπο ουδέτερο, αντικειμενικό και αμερόληπτο69.

8.2. Η ειδικότερη θέση της θεωρίας και της νομολογίας

8.2.1. Η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης με στολή

Στην ελληνική θεωρία, αλλά και διεθνώς γίνεται γενικώς δεκτό ότι στολές και άλλα διακριτικά σήματα που φέρουν οι συναθροιζόμενοι είναι ασυμβίβαστα με την έννοια της «ήσυχης» συνάθροισης μόνο εάν είναι σύμβολα και διεγερτικά βίας70. Έτσι, λ.χ. μπορούν να θεωρηθούν ασύμβατες με το δικαίωμα συνάθροισης φασιστικές στολές ή οι κουκούλες των Κου-Κλουξ-Κλαν ή οι μάσκες τρομοκρατικών οργανώσεων – σε αντίθεση με τις στολές των προσκόπων ή των μεταμφιεσμένων σε συγκεκριμένες εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και οικολόγων διαδηλωτών που σκοπό έχουν απλώς την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού71.

Εάν εξαιρέσει κανείς την πολύ πρόσφατη και ήδη αναφερθείσα ανωτέρω γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. το ζήτημα της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς ή στρατιωτικούς υπαλλήλους ουδόλως έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα την εγχώρια θεωρία και νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω γνωμοδότηση δεν μπορούν, νομίμως, να φέρουν στολή οι συμμετέχοντες σε εκδηλώσεις προς προβολή των συνδικαλιστικών αιτημάτων τους (πορείες, συγκεντρώσεις κ.λπ.) αστυνομικοί υπάλληλοι, δεδομένου ότι δεν τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Με την ανωτέρω παραδοχή, κατά την ίδια άποψη δεν αναιρείται η συνδικαλιστική ελευθερία των εν λόγω υπαλλήλων. Κατά την άποψη πάντως της μειοψηφίας, υπό το φως των παρατεθεισών ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και αυτών των άρθρων 5 και 23 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται, οπωσδήποτε, η επιβολή δια νόμου συνταγματικώς ανεκτών περιορισμών στην άσκηση και του δικαιώματος συνάθροισης από μέλη του αστυνομικού σώματος. Επομένως, κατά την ίδια πάντοτε γνώμη, ενδεχόμενη ρητή νομοθετική απαγόρευση να φέρουν την υπηρεσιακή στολή οι συμμετέχοντες σε τέτοιες συναθροίσεις αστυνομικοί υπάλληλοι δεν θίγει, καταρχήν, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, που απορρέουν από τις διατάξεις του Συντάγματος και των οικείων διεθνών Συμβάσεων.

Σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη, το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με υπηρεσιακή στολή από αστυνομικούς και στρατιωτικούς, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων γερμανικών δικαστηρίων. Με μια ad hoc απόφαση που εκδόθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας από το Διοικητικό Δικαστήριο του Wiesbaden72 κρίθηκε καταρχάς ότι από τις σχετικές ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη δεν μπορεί να συναχθεί ότι αναγνωρίζεται ρητά ένα δικαίωμα του αστυνομικού υπαλλήλου να μπορεί να φέρει τη στολή του όταν συμμετέχει σε μια συγκέντρωση. Το Δικαστήριο εκτιμά κατά πρώτον ότι η αναγνώριση του δικαιώματος σε αστυνομικούς να συμμετέχουν με υπηρεσιακή στολή σε διαδήλωση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της υπηρεσίας. Περαιτέρω, θεωρεί ότι από το νομοθετικώς προβλεπόμενο δικαίωμα του αστυνομικού να μετακινείται ένστολος από και προς τον τόπο της εργασίας του δεν μπορεί να συναχθεί δικαίωμα να συμμετέχει ένστολος σε διαδήλωση. To Δικαστήριο για τη θεμελίωση της κρίσης του αυτής παραπέμπει στην από 8.12.1982 απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου73, σύμφωνα με την οποία από το δικαίωμα των στρατιωτών να φέρουν τη στολή τους και εκτός υπηρεσίας δεν απορρέει κανένα υποκειμενικό δικαίωμα να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις με στολή. Παραπέμπει επίσης και σε σχετική απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 7.4.198174 με την οποία είχε κριθεί ότι η απαγόρευση που τίθεται σε στρατιώτες να παρευρίσκονται ένστολοι σε πολιτικές συγκεντρώσεις δεν θίγει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης ούτε το δικαίωμα συνάθροισης και συνένωσης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι και οι δύο μνημονευόμενες αποφάσεις ασχολήθηκαν με τις οικείες διατάξεις περί καταστάσεως στρατιωτών (Soldatengesetz)75 σύμφωνα με τις οποίες οι στρατιώτες μπορούν μεν να φέρουν τη στολή τους εκτός υπηρεσίας (άρθρο 4a), αλλά δεν μπορούν να παρίστανται ένστολοι σε πολιτικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, με βάση την ρητή απαγόρευση του ίδιου νόμου (άρθρο 15 § 3). Ειδικότερα:

  1. i) Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, εν προκειμένω, με την κρίσιμη και παραπεμπόμενη απόφασή του προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα σε πολιτικές και μη συγκεντρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, από το αντικείμενο, τον σκοπό, την εξέλιξη και το περιεχόμενο μιας εκδήλωσης καθίσταται ορατό και αντιληπτό, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εάν πρόκειται για συλλογική πολιτική δραστηριότητα ή για δραστηριότητα που αφορά αμιγώς σε προβολή και προώθηση συνδικαλιστικών-επαγγελματικών αιτημάτων, οπότε δεν ισχύει η απαγόρευση του ως άνω άρθρου 15 § 3 του νόμου περί καταστάσεως στρατιωτών. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής κρίσιμες και ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις: α) ερμηνεύοντας την έννοια της πολιτικής συγκέντρωσης του ως άνω άρθρου 15, θεωρεί ότι η προώθηση και προβολή των εργασιακών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών ενός σωματείου, κατ’ άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου), δεν συνιστά πολιτική συγκέντρωση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου και β) η επίμαχη απόφαση του Υπουργείου Άμυνας περί απαγόρευσης στο στρατιωτικό προσωπικό να συμμετάσχει σε συγκέντρωση, κατά την ανωτέρω έννοια, ήταν παράνομη απέναντι στους προσφεύγοντες, καθόσον εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας της. Επομένως, όπως ορθά υποστηρίζεται, αποφασιστικό κριτήριο με βάση τα ανωτέρω για την ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης είναι το εάν η εκδήλωση στην οποία συμμετέχουν οι ένστολοι κρατικοί υπάλληλοι, που αποτελούν μέλη επαγγελματικής ένωσης έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων ή έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο και στοχεύει να προπαγανδίσει και να προωθήσει γενικές πολιτικές θέσεις και ιδέες. Μόνο στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να απαγορεύεται η συμμετοχή ένστολων κρατικών υπαλλήλων με βάση την υποχρέωσή τους περί πολιτικής ουδετερότητας και όχι όταν πρόκειται για συναθροίσεις που σκοπό έχουν την προβολή εργασιακών, επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων76.
  2. ii) Εκτός αυτού και η παραπεμπόμενη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου τονίζει με έμφαση ότι την εντονότερα προστατευόμενη πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι συνιστά η δραστηριότητα ενός σωματείου και των μελών του77, στο μέτρο που στοχεύει αποκλειστικά τη διεκδίκηση επαγγελματικών-κοινωνικών συμφερόντων. Το επίμαχο συλλαλητήριο, κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθόσον δεν ήταν εκδήλωση συνδικαλιστικού-επαγγελματικού περιεχομένου. Και τούτο διότι δεν στόχευε την προώθηση, προβολή και διεκδίκηση κλαδικών και κοινωνικών αιτημάτων – σκοποί για τα οποίους πρωτίστως ιδρύονται τα συνδικαλιστικά σωματεία – αλλά στόχευε αποκλειστικά τον προπαγανδισμό γενικών πολιτικών θέσεων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στο πλαίσιο επηρεασμού της λαϊκής βούλησης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή ένστολων αστυνομικών υπαλλήλων σε συνάθροιση που δεν έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο (δηλαδή προώθηση και προπαγανδισμό γενικών πολιτικών ιδεών και θέσεων), αλλά έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κλαδικών συμφερόντων, συνιστά νόμιμη δραστηριότητα και βρίσκει συνταγματικό έρεισμα, εκτός από τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1), και στο δικαίωμα της συνάθροισης (άρθρο 11 § 1). Μια ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στο αστυνομικό προσωπικό να διοργανώνει τέτοιες συναθροίσεις ή να συμμετέχει σ’ αυτές με στολή θα παραβίαζε τον πυρήνα του δικαιώματος συνάθροισης.

8.2.2. Το πρόβλημα της πολιτικής ουδετερότητας

Όπως στις περισσότερες εθνικές έννομες τάξεις των κρατών μελών της ΕΣΔΑ, η αρχή της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας και αμεροληψίας της διοικήσεως κατέχει σημαντική και περίοπτη θέση και στη δική μας έννομη τάξη. Η πολιτική και κομματική ουδετερότητα συνιστά μόνιμο στοιχείο της κρατικής οργανώσεως, δηλαδή συνδέεται άμεσα με την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος78. Σε αντίθεση με τη δικαιοδοτική λειτουργία που, μολονότι ασκείται σε ορισμένο πολιτικό περιβάλλον, οφείλει κατά το Σύνταγμα (άρθρο 87 §2) – ως επιδίωξη ισόρροπης ικανοποίησης αντιτιθέμενων συμφερόντων – να αποτελεί μια ουδέτερη πολιτικά εξουσία, η λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας και της Διοίκησης εμφανίζει πιο σύνθετα χαρακτηριστικά79. Και τούτο διότι σε πολλές περιπτώσεις η υποχρέωση αμεροληψίας και ουδετερότητας έρχεται να συγκρουσθεί με την υποχρέωση ικανοποίησης πιεστικών κρατικών αναγκών. Η θεραπεία δε των αναγκών αυτών μπορεί συνήθως να απαιτεί πολιτικές αποφάσεις με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να τίθεται ζήτημα στάθμισης συγκρουόμενων συμφερόντων80. Στο πλαίσιο αυτό καταρχάς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι ευρισκόμενοι στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας, δηλαδή η Κυβέρνηση81 και Υπουργοί διαμορφώνουν και κατευθύνουν τη γενική πολιτική της χώρας. Για το προσωπικό όμως – και ιδίως το ανώτερο και ανώτατο των διοικητικών υπηρεσιών – ισχύει αντιθέτως η αρχή της ουδετερότητας, η οποία, κατά την χαρακτηριστική διατύπωση της νομολογίας «εξασφαλίζει την σταθεράν και μόνιμον συνέχειαν εν τη λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας εν τω μέσω των πολιτικών εναλλαγών, αι οποίαι είναι συμφυείς με τον κομματικόν μηχανισμόν του κοινοβουλευτικού καθεστώτος», ενώ η ανάμιξη των δημόσιων υπαλλήλων στην ενεργή πολιτική θα «διετάρασσε την υπηρεσιακήν αυτών αντικειμενικότητα» και θα επέφερε «μείωσιν της εμπιστοσύνης, ην οι πολίται…, δέον να τρέφουν προς τους δημοσίους υπαλλήλους…»82.

Γίνεται γενικώς δεκτό περαιτέρω, ότι η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας θεωρείται ότι συνιστά εγγύηση της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του Συντάγματος τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Από τη γενική αυτή ρήτρα, θεωρία και νομολογία συνάγουν έμμεσα83 την υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας στο πλαίσιο ενός πολυκομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Υποστηρίζεται επίσης ότι η ίδια υποχρέωση απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 103 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θελήσεως του κράτους και υπηρετούν τον λαό. Κατά την γενικώς κρατούσα άποψη η αυστηρή υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας συνιστά μια βασική διάσταση της αρχής της αμεροληψίας84, η οποία βαρύνει όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και αποτυπώνεται σε μια δέσμη ειδικών νομοθετικών διατάξεων, όχι μόνο ως βασικής προϋπόθεσης της μονιμότητάς τους85, αλλά και ως ουσιαστικής προϋπόθεσης της ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος εναλλασσόμενων κυβερνήσεων86. Χαρακτηριστική είναι η ρύθμιση του άρθρου 27 § 3 ΥΚ, σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε διακρίσεις προς όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Όπως δε επισημαίνεται η επίτευξη των στόχων της ουδετερότητας και της αμεροληψίας δεν μπορεί καν να νοηθεί, αν η λειτουργία του υπαλλήλου προσδιορίζεται εμφανώς ή κρυφίως από τις πολιτικές και ιδίως τις κομματικές του προαιρέσεις87.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας των αστυνομικών υπαλλήλων, το ισχύον Σύνταγμα εισάγει την απόλυτη απαγόρευση οιασδήποτε εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, (αδιακρίτως εάν βρίσκονται εντός ή εκτός υπηρεσίας), όπως και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις. Παρά τις ουσιαστικές αλλαγές που επέφερε στο άρθρο 29 § 3 η αναθεώρηση του 2001, ο συντακτικός νομοθέτης διατήρησε την καθολική εν λόγω απαγόρευση με βάση την κρατούσα αντίληψη ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων είναι ενταγμένες στον «σκληρό πυρήνα του κράτους»88.

Ως προς τη νομολογιακή αντιμετώπιση της αρχής της ουδετερότητας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει να επιδείξει, όχι μόνο ιδιαίτερη αυστηρότητα ως προς την τήρηση και την εφαρμογή της από την πλευρά της διοικήσεως89, αλλά και καθοριστική συμβολή στην εξελικτική διαμόρφωση του σύγχρονου κανονιστικού περιεχομένου της. Στην κατεύθυνση πάντως αυτή είναι σαφείς οι επιρροές, κατά τα τελευταία ιδίως έτη, από τις σχετικές θέσεις των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ.

8.2.3. Ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης και υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας

Όπως για τη νομολογία του Στρασβούργου, το κριτήριο της πολιτικής ουδετερότητας αποτελεί το αποφασιστικότερο κριτήριο και για τη γερμανική διοικητική νομολογία, όταν καλείται να αντιμετωπίσει συναφή ζητήματα. Έτσι, προκειμένου να θεωρηθεί νόμιμη η απαγόρευση παραχώρησης συνέντευξης από συνδικαλιστή αστυνομικό, το διοικητικό δικαστήριο του Hessen90 τονίζει με έμφαση ότι, προ πάντων, θα πρέπει να αποτρέπεται ο κίνδυνος να συγχέεται η συνδικαλιστική με την αστυνομική δραστηριότητα, η οποία ως κλασική διοικητική δραστηριότητα επιβάλλεται να ασκείται με βάση τη δικαιοκρατική αρχή και την συνακόλουθη αρχή της πολιτικής ουδετερότητας. Το Δικαστήριο παραπέμπει εν προκειμένω στη γνωστή αυστηρή θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να προστατεύεται η διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ουδετερότητα και την αντικειμενικότητα των αστυνομικών υπαλλήλων και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να δημιουργείται η εντύπωση στους πολίτες ότι ταυτίζονται και συμπίπτουν συνδικαλιστική και διοικητική λειτουργία91. Κάτι τέτοιο θα είχε ως πιθανό αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβόλω η τήρηση των αρχών της ουδετερότητας και της αμεροληψίας από την πλευρά των αστυνομικών αρχών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο με την παραπεμπόμενη πολύ σημαντική απόφασή του είχε κληθεί να δώσει απάντηση στα παράπονα ενός συνδικαλιστικού σωματείου αστυνομικών, το οποίο το φθινόπωρο του 2002 οργάνωσε μια εκστρατεία στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Βεστφαλίας με σκοπό την ενίσχυση των αστυνομικών υπηρεσιών με πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκστρατείας, πέρα από τη διανομή φυλλαδίων στα οποία διατυπωνόταν τα προβλήματα των υπηρετούντων αστυνομικών, λόγω της έλλειψης προσωπικού, ζητείτο από τους πολίτες που επισκέπτονταν τα αστυνομικά τμήματα να δηλώνουν ότι είναι υποστηρικτές του συγκεκριμένου αιτήματος και να υπογράφουν σε ειδικά βιβλία-καταλόγους που είχαν ανοιγεί για τον σκοπό αυτό μέσα στους χώρους εργασίας. Το αρμόδιο όμως Υπουργείο Εσωτερικών του κρατιδίου της Ρηνανίας-Βεστφαλίας απαγόρευσε τις συγκεκριμένες ενέργειες εντός των αστυνομικών τμημάτων. Το ερώτημα που απασχόλησε κυρίως το Δικαστήριο αφορούσε στο εάν, ενόψει της συνταγματικά κατοχυρωμένης συνδικαλιστικής ελευθερίας92, το Υπουργείο θα έπρεπε να ανεχθεί τη δραστηριότητα αυτή του σωματείου. Τα μείζονα ζητήματα που καταρχάς τέθηκαν, ήταν από τη μια πλευρά η συνδικαλιστική ελευθερία και από την άλλη η υποχρέωση των διοικητικών οργάνων (αστυνομικών εν προκειμένω) να δρουν επί τη βάσει των αρχών της αμεροληψίας και της πολιτικής ουδετερότητας. Θα πρέπει, συνεπώς, μέσω της διαδικασίας της πρακτικής εναρμόνισης να επιτευχθεί στάθμιση του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος και του δημόσιου συμφέροντος, που καταρχάς φαίνεται να συγκρούονται. Κατά το Δικαστήριο η αρχή της νομιμότητας, η οποία απορρέει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και πάντοτε επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας. Οι πολίτες δεν θα πρέπει να αποκομίζουν την εντύπωση ότι τα αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν δρουν με στόχο το κοινό καλό, αλλά για την εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε πως η συγκεκριμένη δράση του συνδικάτου εντός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση στους πολίτες ότι όποιος έβαζε την υπογραφή του στη σχετική λίστα, ενδεχομένως θα ετύγχανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης στο μέλλον από τις αστυνομικές αρχές και θα μπορούσε να διεκπεραιώνει ταχύτερα και επιτυχέστερα τις υποθέσεις του. Από την άλλη πλευρά η απόφαση επισημαίνει ότι η πλέον πρόσφορη λύση θα ήταν η απλή μετατόπιση της δράσης του συνδικαλιστικού σωματείου εκτός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη ενέργεια απευθυνόταν στη κοινωνία και όχι στους συναδέλφους των αστυνομικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο, αφενός αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και αφετέρου δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία. Επομένως, κρίσιμο ζήτημα συνιστά για το Δικαστήριο το να μη δίδεται η εντύπωση στους πολίτες ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι αστυνομικοί δεν δρουν επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Ωστόσο, εκτός του χώρου εργασίας μπορούν να αναλαμβάνουν δράσεις που έχουν ως στόχο την προάσπιση και την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων.

Από την πιο πάνω θεμελιώδη θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς ότι οι αστυνομικοί δύνανται να ασκούν δραστηριότητες για την προώθηση και τη διεκδίκηση κλαδικών τους αιτημάτων εκτός του χώρου εργασίας και όχι εν ώρα υπηρεσίας. Όπως στην αναφερθείσα υπόθεση έτσι και στην περίπτωση της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης μόνο για την προβολή και τη διεκδίκηση των επαγγελματικών-κοινωνικών αιτημάτων των αστυνομικών διασφαλίζεται και η μείζων εν λόγω απαίτηση περί προστασίας της αρχής της ουδετερότητας και αμεροληψίας. Και τούτο διότι ουδείς κίνδυνος υφίσταται να παρανοηθεί ο ρόλος των αστυνομικών από το κοινό για δύο βασικούς λόγους: α) οι αστυνομικοί ναι μεν ενεργούν για ίδια επαγγελματικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά εκτός υπηρεσίας και β) η συγκεκριμένη ενέργειά τους δεν έχει κανένα πολιτικό χαρακτήρα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση της υποχρέωσης πολιτικής ουδετερότητας.

Με τον τρόπο αυτό αφενός δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία των αστυνομικών, οι οποίοι επιτυγχάνουν την αποστολή του μηνύματος προς τους κυβερνώντες και αφετέρου αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων, καθώς και η δημιουργία εσφαλμένης εικόνας για τα σώματα ασφαλείας. Επομένως, ένας περιορισμός της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, εφόσον δεν παραβιάζεται η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας από την πλευρά των αστυνομικών υπαλλήλων, παρίσταται ως μη αναγκαίος και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, πέραν των ήδη αναφερθέντων πιο πάνω χαρακτηριστικών και σημειολογικών στοιχείων της στολής, η τελευταία, πέραν της κοινωνικής93, επιτελεί εξ αντικειμένου και μια αδιαμφισβήτητη προσωπική λειτουργία, καθόσον στιγματίζει σε πολλά σημεία την προσωπική ζωή αυτού που παρέχει τις υπηρεσίες του προς το κράτος ένστολος. Και τούτο διότι η στολή πέραν του συμβολισμού, που ήδη αναφέρθηκε, έρχεται εκ των πραγμάτων να αποκαλύψει και να τονίσει το ποιος και, ιδίως, το τι είναι αυτός που την φορά. Σε κάθε δε περίπτωση, τέλος, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η σημειολογική και συμβολική διάσταση κάθε στολής θα πρέπει να κρίνεται κατά τον κρίσιμο χρόνο που γίνεται χρήση της και αφού ληφθούν υπόψη όλες οι συντρέχουσες περιστάσεις94.

Γίνεται γενικώς δεκτό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης έρχεται να διασφαλίσει και να εγγυηθεί όχι μόνο το «εάν» και το «πότε», αλλά και το «πως» θα ασκηθεί κάθε φορά ένα θεμελιώδες δικαίωμα95. Έτσι, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ανήκει αναπόσπαστα και η ελευθερία επιλογής και καθορισμού του χρόνου, του τόπου, αλλά και του τρόπου διεξαγωγής μιας συγκεκριμένης συνάθροισης. Πολύ εύστοχα δε σημειώνεται ότι, όπως και σε άλλα δικαιώματα, η τροπική διάσταση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, δηλαδή ο, υπό την ευρεία έννοια, τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης ελευθερίας αναδεικνύεται σε καθοριστικό στοιχείο της προστασίας της. Εξάλλου, εάν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει το «εάν» από το «πως» και να αποκλείσει τον τρόπο άσκησης από το προστατευτικό πεδίο του εκάστοτε δικαιώματος, τότε το δικαίωμα αυτό θα κατέληγε ουσιαστικά να είναι κενό περιεχομένου και απλώς θα περιέπιπτε στη γενική ελευθερία δράσης (allgemeine Handlungsfreiheit)96. Με άλλα λόγια, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα συνάθροισης θα χανόταν εξ αντικειμένου η ιδιαίτερη σημασία και αξία του, καθώς και οι ιδιαίτερες πτυχές που εμφανίζει, έναντι της γενικής ελευθερίας δράσης97. Η ιστορική, η τελολογική και η συστηματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 11 του Συντάγματος, καταδεικνύει ότι η ελευθερία του συνέρχεσθαι προστατεύει και περιλαμβάνει και όλες εκείνες τις ιδιαιτερότητες με τις οποίες πρόκειται να διοργανωθεί, να εκδηλωθεί και να πραγματοποιηθεί στο σύνολό της μια συνάθροιση. Οι ιδιαιτερότητες μάλιστα αυτές μπορεί να είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις πολύ χρήσιμες ή και απολύτως αναγκαίες για την επιτυχία της. Το δικαίωμα συνάθροισης, εκτός άλλων, συνιστά χωρίς αμφιβολία και ένα ειδικό «επικοινωνιακό» δικαίωμα που επιδρά ψυχολογικά όχι μόνο στους συμμετέχοντες, αλλά και σε άλλους που δεν συμμετέχουν98. Έτσι, οι διοργανωτές μιας συγκέντρωσης ή πορείας και οι όσοι παίρνουν μέρος σε αυτές θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να επιλέξουν όχι μόνο τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εξ ίσου και τα ειδικά «σκηνικά» στοιχεία, την ενδεχόμενη ηχητική «συνοδεία», καθώς και τη μορφή με την οποία θα εμφανισθούν, με σκοπό να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Συνεπώς, προκειμένου το δικαίωμα συνάθροισης να μπορεί να επιτυγχάνει τον σκοπό για τον οποίο έχει προορισθεί, στον πυρήνα του θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν και τα «εντυπωσιακά στοιχεία» της διοργάνωσης μιας συγκέντρωσης ή διαδήλωσης99, δηλαδή αυτά που στοχεύουν την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού. Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό στη θεωρία, στα στοιχεία αυτά αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν η συνολική παρουσία και η κοινή ακόμη ενδυματολογική εμφάνιση των συμμετεχόντων, στο βαθμό που μια τέτοια κοινή αμφίεση δεν συνιστά σύμβολο και διεγερτικό βίας, αλλά απλώς επιδιώκει να υπογραμμίσει την εσωτερική συνοχή και τον ψυχολογικό σύνδεσμο μεταξύ των συμμετεχόντων και την συναντίληψή τους σε σχέση με τον σκοπό της συνάθροισης100. Σ’ αυτή την κατηγορία κοινής αμφίεσης θεωρείται ότι θα πρέπει να ανήκει και η επαγγελματική (υπηρεσιακή) στολή κρατικών υπαλλήλων (λ.χ. αστυνομικών, πυροσβεστών κ.ά.), ιδίως όταν οι ένστολοι αυτοί υπάλληλοι συναθροίζονται με αποκλειστικό σκοπό την προβολή και τη διεκδίκηση κλαδικών αιτημάτων τους101.

Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι τα πιο πάνω στοιχεία που αφορούν στην τροπική εκδήλωση του δικαιώματος συνάθροισης επιτελούν ακόμη σημαντικότερο ρόλο στην περίπτωση των αστυνομικών υπαλλήλων, ενόψει του ότι οι τελευταίοι στερούνται ρητώς, κατά το Σύνταγμα, αφενός του δικαιώματος εκδήλωσης και έκφρασης των κομματικών τους πεποιθήσεων (άρθρο 29 § 3) και αφετέρου, του θεμελιώδους δικαιώματος της απεργίας (άρθρο 23 § 2). Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 29 § 3 του Συντάγματος, στο βαθμό που εισάγουν εξαίρεση από τις γενικές αρχές που καθιερώνονται από τα άρθρα 14 § 1 και 29 § 1 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται στενά102, δηλαδή να εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ρητώς και σαφώς αναφέρονται, καθόσον δεν νοείται διασταλτική ερμηνεία των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πάγια θέση θεωρίας και νομολογίας, οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει εκάστοτε το Σύνταγμα, ισχύουν μόνο για τα δικαιώματα για τα οποία προβλέπονται και δεν μπορούν να «μεταβιβασθούν» και να εφαρμοσθούν σε άλλα με τη μέθοδο της αναλογίας103.

  1. Συμπερασματικές διαπιστώσεις

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν συνάγεται καταρχάς ότι δεν υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς και να ανάγει σε πειθαρχικό παράπτωμα τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή όταν οι συναθροίσεις αυτές έχουν σκοπό την προβολή κλαδικών αιτημάτων.

Περαιτέρω, προκύπτει επίσης ότι η διοργάνωση ή η συμμετοχή σε δημόσιες συναθροίσεις του αστυνομικού προσωπικού με στολή εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, εφόσον οι συναθροίσεις αυτές έχουν ως στόχο την προβολή και τη διεκδίκηση επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων. Επομένως, μια ενδεχόμενη ρητή νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στους αστυνομικούς υπαλλήλους να διοργανώνουν τέτοιου είδους συναθροίσεις ή να συμμετέχουν σε αυτές θα παρίστατο ως μη αναγκαία και θα υπερακόντιζε τον επιδιωκόμενο σκοπό της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας. Υπό την έννοια αυτή ο περιορισμός ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης δεν θα συνιστούσε απλό διαδικαστικό περιορισμό104, δηλαδή περιορισμό που αφορά στη διαδικασία μόνο άσκησης του δικαιώματος, αλλά ουσιαστικό περιορισμό που θα παραβίαζε τον πυρήνα του.

Αναμφίβολα η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης θέτει μείζονα και δυσχερή νομικά προβλήματα. Η επιτυχής διαχείριση των προβλημάτων αυτών δεν αποτελεί μόνο τη λυδία λίθο105 για τη δημοκρατία, αλλά και μέτρο ποιοτικής λειτουργίας της. Αν όμως η προκρινόμενη λύση είναι η εισαγωγή, ολοένα και πιο αυστηρών περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος, κατά παράβαση της αρχής nulla restrictio sine lege constitutionale certa, τότε είναι βέβαιο ότι οι περιορισμοί αυτοί μεταστατικά θα επεκταθούν και θα συρρικνώσουν επικίνδυνα και τον ίδιο τον πυρήνα του.

 

1 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, 4η έκδ., 2012, σελ. 837, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 3η έκδ., 2006, σελ. 479. Για την ταυτόχρονη κατοχύρωσή τους στα άρθρα 10 και 11 αντίστοιχα του Συντάγματος του 1864, βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, τόμ. Γ’, τεύχ. Ι-ΙΙΙ, 2η έκδ., 2008, σελ. 16, Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλ­λικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, σελ. 71.

2 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698 επ., Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 479.

3 . Βλ. σχετ. Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, 1988, σελ. 99 και 123.

4 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

5 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, 8η έκδ., 2005, σελ. 500 επ.

6 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts: Konturierung des Schutz­be­reichs des Art. 8 Abs. 1 GG, ZJS 2011, σελ. 228.

7 Βλ. Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ. που έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 1029/8/12-β/7-4-2013 πράξη του Υ­πουρ­­­γού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Η γνωμοδότηση αυτή που σχολιάζεται κατωτέρω προκλήθηκε κυρίως από τις ένστολες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας των αστυνομικών κατά την περίοδο του Σεπτεμβρίου του 2012 και ζητήθηκε με το υπ’ αριθ. 1029/8/12/22-9-2012 έγγραφο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.

8 Άρθρο 34 § 1 ν. 1481/1984. Βλ. εκτενέστερα Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο: Η λειτουργική αρ­μο­δι­ό­­τητα του αστυνομικού προσωπικού της ελληνικής αστυνομίας. Έννοια, περιεχόμενο όρια, 2η έκδ., 2006, σελ. 144 επ.

9 Π.Δ. 538/1989.

10 . Φ.Ε.Κ. Β 1426/16-7-2009. Βλ. σχετ. Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο, όπ.π., σελ. 145 επ.

 

11 . Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, 2η έκδ., 2004, σελ. 960.

12 ΣτΕ 926/1995, ΕλλΔνη 1996, σελ. 782, ΣτΕ 2858/2003 Ολ., ΤοΣ 2003, σελ. 1191.

13 ΣτΕ 1444/1991 Ολ., ΕΔΔΔ 1991, σελ. 377

14 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 960, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 8 και 83.

15 Βλ. άρθρο 30Α ν. 1264/1982 όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 18 § 1 Ν. 3938/2011 (ΦΕΚ Α’ 61/31.3.2011).

16 Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ.

17 Πρβλ. άρθρο 5 της γαλλικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Η αρχή αυτή συνάγεται ότι καθιερώνεται στο ελληνικό δίκαιο από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 § 1, 50 και 87 § 2 του Συντάγματος. Βλ. σχετ. A. Μάνεσης, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙ­Ω­ΜΑΤΑ, τόμ. Α’, ατομικές ελευθερίες, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, 4η έκδ., 1982, σελ. 75. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 7.

18 ΣτΕ 4665/1988, ΤοΣ 1989, σελ. 305, ΣτΕ 3073/1992, Εφαρμ. 1993, 393. Βλ. σχετ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 7.

19 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, In dubio pro libertate, σε: www.constitutionalism.gr, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 7.

20 «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συν­έρχονται ή­συ­χα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες συναθροίσεις στην ύπαι­θρο μπορεί να πα­ρί­σταται η αστυνομία. Οι συναθροίσεις στην ύπαιθρο μπορούν να απαγορευθούν με αιτι­ολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή δια­τά­ραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως νόμος ορίζει».

21 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 701, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 480.

22 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708.

23 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

24 ΕυρΕπιτροπήΔΑ απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1979, Rassemblement Jurassien κατά Ελβετίας, αριθ. προ­σφυγής 819/78, Décisions et rapports 17, σελ. 105, παρ. 3. Βλ. και απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 5493/72, σειρά Α, παρ. 50. Βλ. σχετ. Th. Marauhn, σε: D. Ehlers (Hrsg.), Europäische Grundrechte und Grundfreiheiten, 3η έκδ., 2009, σελ. 139.

25 Βλ. σχετ. Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113.

26 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, σε: Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (Δ/νση έκδ. Λ. Σισιλιάνος), 2013, σελ. 434, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113 με παραπομπή στη σχετική νομολογία.

27 Στις δύο υφιστάμενες προστέθηκε τρίτη παράγραφος που ισχύει από 1ης Ιουνίου 2013.

28 Όπως τροποποιη­μέ­νος ισχύει σήμερα (τελευταία τροποποίηση στις 31 Ιουλίου 2013).

29 BVerfG 69, 315.

30 Βλ. σχετ. D. Walz/K. Eichen/S. Sohm, Soldatengesetz-Kommentar, 2010, σελ. 307.

31 Βλ. M. Bäuerle, Polizei und Verwaltungsrecht, σελ. 6, μελέτη δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα: http://www.uni-giessen.de/~g11003/versr.pdf. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη ανα­φο­ρά στο αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, τονίζει με έμφαση ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ήδη προ πολλού έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και, κατά συνέπεια, γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα που συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή. Βλ. σχετ. M. Quilisch, Die demokratische Versammlung, 1970, σελ. 36 επ., U. Schwäble, Das Grundrecht der Versammlungsfrei­heit, 1975, σελ. 17 επ.

32 Με παραπομπή σε: BVerfGE 7, 198 [208]; 12, 113 [125]; 20, 56 [97]; 42, 163 [169].

33 Urteil zur Parteienfinanzierung, BVerfGE 20, 56 [98 f.].

34 Βλ. D. Blumenwitz, Versammlungsfreiheit und polizeiliche Gefahrenabwehr bei Demonstrationen, σε: Festschrift für Samper, 1982, σελ. 132.

35 Γνωστή ως απόφαση «Spiegel» της 5ης Αυγούστου 1966 (BverfG 20, 162 [178]).

36 Τh. Blanke/D. Sterzel, Inhalt und Schranken der Demonstrationsfreiheit des Grundgesetzes, Vorgänge, 1983, σελ. 69 και τις εκεί παραπομπές.

37 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ.

38 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, 2010, σελ. 78 με παραπομπή σε M. Quilisch, Die demokratische Versammlung: Zur Rechtsnatur der Ordnungsgewalt des Leiters öffentlicher Versammlungen. Zugleich ein Beitrag zu einer Theorie der Versammlungsfreiheit, 1970, σελ. 42. Κατά την άποψη πάντως του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου το δικαίωμα συνάθροισης ανήκει μεν στην κατηγορία των συνταγματικών ελευθεριών, αλλά δεν διαθέτει αυτονομία, καθόσον αποτελεί μια όψη της ελευθερίας της έκφρασης (CC Décision n° 94-352 DC du 18 janvier 1995). Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500, P. Wachsmann, Libertés publiques, 5η έκδ., 2005, σελ. 583.

39 Γ. Κ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, Το Σύνταγμα της 11ης Ιουνίου 1975 και οι νεώτερες διεθνείς εξελίξεις, 1979, σελ. 88 επ.

40 Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, όπ.π., σελ. 52, Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, όπ.π., σελ. 113 επ. με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.

41 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 169 επ.

42 ΣτΕ 573/2005, 3356/2004, 1981/1986, 1013/1986, 780/1981.

43 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 170 και 174.

44 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ: Θεμελιώδη δικαιώματα, Γενικό Μέρος, 2012, σελ. 70. 64. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171.

45 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171 και ΔΕφΑθ 311/1980, ΤοΣ 1980, σελ. 234 επ.

46 Βλ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, όπ.π., σελ. 64.

47 ΣτΕ 780/1981, 2209/1977, ΤοΣ 1977, σελ. 636, ΔΕφΑθ 311/1980, όπ.π., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172, Α. Σβώλος/Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμ. Α’, 1954, σελ. 95, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 95.

48 ΣτΕ 3634/1978 Ολ., ΤοΣ 1979, σελ. 113. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172.

49 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 86.

50 Άρθρα 17 § 1, 106 § 1 εδ. α’ του Συντάγματος.

51 Άρθρο 24 § 1 εδ ε’ του Συντάγματος.

52 Άρθρα 4 § 3 εδ. β’ και 28 § 2 εδ. α’ και § 3 του Συντάγματος.

53 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 87.

54 Βλ. σχετ. Ch. Grabenwarter, Europäische Menschenrechtskonvention, 4η έκδοση, 2009 , σελ. 302 επ.

55 F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, σε: U. Karpenstein/F.-C. Mayer, EMRK – Konvention zum Schutz der Menschenrechte und Grundfreiheiten, Kommentar, 2012, σελ. 302 και την παρατιθέμενη νομολογία.

56 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Ιανουαρίου 1987, Council of Civil Service Unions, αρ. προσφυγής 11603/1985, DR 50, sel. 228 (241). Βλ. σχετ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 302, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 142.

57 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi κατά Ουγγαρίας, αρ. προσφυγής 25390/1994, παρ. 59. Βλ. σχετ. Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 455, N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, 2007, σελ. 204.

58 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi, όπ.π.

59 Βλ. σχετ. N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, όπ.π., σελ. 204.

60 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 10ης Απριλίου 2012, Strzelecki κατά Πολωνίας, αρ. προσφυγής 26648/03, παρ. 44-58.

61 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Demir & Baykara κατά Τουρκίας, αρ. προσφυγής 34503/1997, F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304.

62 Βλ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

63 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 464.

64 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Οκτωβρίου 2005, United Macedonian Organisation Ilinden, αριθ. προσφυγής 59489/2000. Βλ. εκτενέστερα Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 436.

65 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, 2010, σελ. 132.

66 A. Linke/M. Nussbaumer/P.-R. Portman, Linguistik, 1991, σελ. 19, 22 επ. και 27.

67 R. –R. Johnson, The psychological influence of the police uniform, μελέτη δημοσιευμένη στις 4-3-2005 στην ιστοσελίδα: http://www.policeone.com/police-products/apparel/undergear/articles/99417-The-psychological-influence-of-the-police-uniform.

68 N. Joseph/N. Alex, The Uniform: A Sociological Perspective, American Journal of Sociology 1972, σελ. 719 και 723.

69 BVerwG 2 C 3.05 απόφαση της 2-3-2006.

70 Βλ. σχετ. A. Carroll, Constitutional and Administrative Law, 5η έκδ., 2009, σελ. 519, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ., 136, C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ. , P. Wachsmann, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 580 επ., K. Hoerni, Das Versammlungsrecht in der Schweiz, 1938, σελ. 16 επ., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706.

71 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706 επ.

72 VG Wiesbaden, Beschl. v. 17.11.03 – 8 G 2745/03 (V), NJW 2004, σελ. 635.

73 BVerwGE 76, 30.

74 BVerfG; Beschluss vom 7. 4. 1981; BVerfGE 57,29.

75 Όπως ισχύει μετά την τελευταία πρόσφατη τροποποίησή του στις 11 Ιουνίου 2013.

76 S.-E. Wecker, Verbot des Tragens der Uniform bei Demonstrationen außerhalb des Dienstes?, Polizeispiegel, 2004, σελ. 16.

77 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου, ο οποίος με το άρθρο 9 κατοχυρώνει από κοινού το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τη συνδικαλιστική ελευθερία.

78 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 548, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 4η έκδ., 2013, σελ. 181 επ.,

79 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η έκδ., 2004, σελ. 24.

80 Η στάθμιση αυτή καθιστά επίκαιρη και πάλι τη συζήτηση γύρω από την αποφα­σιοκρατική αντίληψη του Carl Schmidt, σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι και δεν μπορεί τελικά να είναι απλώς ουδέτερος παρατηρητής και διαιτητής, αλλά η ουσία της ύπαρξής του έγκειται, ιδίως στο γεγονός, ότι οφείλει να λαμβάνει τις πολιτικές αποφάσεις. Βλ. σχετ. M. Fehling, Verwaltung zwischen Unparteilichkeit und Gestaltungsaufgabe, 2001, σελ. 1, υποσημ. 4.

81 Άρθο 82 § 1 του Συντάγματος.

82 Εκλογοδικείο 19/1964. Για την παραπομπή βλ. Α. Ράικος, Δικονομικόν εκλογικόν δίκαιον 192, σελ. 323, Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Γενικό δι­οι­κητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 24.

83 Βλ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548 με εκτενείς παραπομπές στη σχετική νομολογία.

84 Βλ. σχετ. Ι. Μαθιουδάκης, Η αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, 2008, σελ. 34. Βλ. και V. Kondylis, Le principe de neutralité dans la fonction publique, 1994, σελ. 9. Έχει υποστηριχθεί ωστόσο ότι υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Και τούτο διότι ενώ η ουδετερότητα καθορίζεται ως μη παρέμβαση του κράτους σε ορισμένη διαφορά, η αμεροληψία αναφέρεται στην υποχρέωση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς (P. Dagtoglou, Befangenheit und Funktionenhäufung in der Verwaltung, σε: Festgabe für E. Forsthoff zum 65 Geburtstag, 1967, σελ. 67). Βλ. και P. Kirchhoff, Die Bedeutung der Unbefangenheit für die Verwaltungsentscheidung, σε: VerwArch 1975, σελ. 370 επ., Ph. Kunig, Das Rechtsstaatsprinzip, 1986, σελ. 217.

85 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η εκδ., 2004, σελ. 221, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 183. Μ. Στασινόπουλος, ΥπΚ, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, 1951, σελ. 154, Π. Παπαδάκης, Ο περιορισμός της κομματικής ουδετερότητας των υπαλλήλων του κράτους και των ν.π.δ.δ., ΔιοικΔ, 1992, σελ. 506 επ.

86 Δ. Κόρσος, Υπάρχει εκ του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοι­κη­τικών υπαλλήλων προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων; ΤοΣ 1987, σελ. 235, Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 436.

87 Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, όπ.π., σελ. 181 επ.

88 Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, 2001, 5187 (Ε. Βενιζέλος). Βλ. σχετ. Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 303.

89 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 23 και 221 επ.

90 Hessischer VGH, Beschluss vom 31 August 2011, Az. 1 B 1413/11.

91 BVerfG, Beschluss vom 6. Februar 2007 – 1 BvR 978/05 -Juris-Umdruck Rn. 28.

92 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου.

93 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 130.

94 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 131.

95 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708 επ., Α. Δημη­τρό­πουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 152 επ.

96 T.-M. Spranger, Uniformverbot und Versammlungsfreiheit, Der Öffentliche Dienst (DÖD) 1999, σελ. 58 επ.

97 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, όπ.π., σελ. 126.

98 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, 2004, σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127, Δ. Καλτσώνης, Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, Ουτοπία, τεύχ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2007, σελ. 53 με περαιτέρω παραπομπές.

99 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, όπ.π., σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127.

100 Ch. Gusy, Art. 8 GG, σε: Ch. Starck, Kommentar zum Grundgesetz, τόμ. Ι, 6η έκδ. , 2010, σελ. 832 επ.

101 Βλ. H.-J. Blanke, Art. 8 GG, σε: K. Stern/F. Becker, Grundrechte-Kommentar, 2010, σελ. 819 επ., Ch. Gusy, Art. 8 GG, όπ.π., σελ. 832 επ., P. Kunig, σε: I. Von Münch/P. Kunig (Hrsg.), art. 8, Grundgesetz Kommentar, τόμ. I, 6η έκδ., 2012, αριθ. 35. Η γερμανική μάλιστα θεωρία στέκεται ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι στη ρύθμιση του άρθρου 3 § 1 του νόμου περί συναθροίσεων που απαγορεύει τις δημόσιες συναθροίσεις με στολή, με εξαρτήματα στολής ή κοινής εν γένει εμφάνισης ως μέσου έκφρασης κοινών πολιτικών πε­ποι­θήσεων. Για τη ratio της ρύθμισης και την όλη σχετική προβληματική βλ. αντί άλλων M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ.

102 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 155, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 302.

103 ΣτΕ 1444/1991, Ολ. ΤοΣ 1991, σελ. 381, με σχόλια Δ. Γρατσία, Θ. Αραβάνη, Θ. Παναγόπουλου. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ 155.

104 Για τη διάκριση μεταξύ ουσιαστικών και διαδικαστικών περιορισμών βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγ­μα­τικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 193 επ.

105 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts, όπ.π., σελ. 228.

 

Από την τοπική απαγόρευση στη γενική αναστολή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων: Συνταγματικά προβλήματα και (αχρείαστες) πολιτικές εντάσεις

Του Γ. Χ. Σωτηρέλη, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ανήκω σε αυτούς που έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η κρισιμότητα της κατάστασης, λόγω της πανδημίας, επιβάλλει όχι μόνον την μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση, ως προς την άσκηση δικαιωμάτων που συνεπάγονται κινδύνους για την δημόσια υγεία, αλλά και την επιβολή δραστικών μέτρων από την Πολιτεία, που να αποτρέπουν ή να περιορίζουν μια τέτοια άσκηση (Βλ. ενδεικτικά «Η Δημοκρατία απέναντι στην Πανδημία», Constitutionalism.gr, 12.4,2020). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια στάση πρέπει να οδηγεί σε μια άνευ ετέρου –πολύ δε περισσότερο σε μια άκριτη ή/και  απολογητική– αποδοχή οποιωνδήποτε μέτρων, με όποιον τρόπο και αν επιβάλλονται και ό,τι και αν προβλέπουν, όπως συνέβη με την γενική προληπτική απαγόρευση των συναθροίσεων για τον εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

 

  1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΣΤΟΧΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από την Κυβέρνηση ξεκίνησε, δυστυχώς, με μονομερείς και απόλυτα διατυπωμένες εξαγγελίες απαγόρευσης κάθε μορφής συνάθροισης, παραβλέποντας το ότι στην επέτειο του Πολυτεχνείου το εμβληματικό γεγονός δεν είναι η κρατική οργάνωση εκδηλώσεων –όπως συμβαίνει με τις εθνικές  επετείους των οποίων έγινε, κακώς, επίκληση– αλλά ένας παραδοσιακός «αγωνιστικός» εορτασμός, με επίκεντρο την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Στην συζήτηση στη Βουλή, που επακολούθησε, ο πρωθυπουργός κινήθηκε εν πολλοίς στο ίδιο μήκος κύματος, αποφεύγοντας να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες αλλαγής γραμμής πλεύσης, που του έδωσαν όλα σχεδόν τα κόμματα, προκειμένου να αναζητηθούν οι προσφορότερες δυνατές λύσεις (έστω και σε συμβολικό επίπεδο, λόγω της κρισιμότητας των προβλημάτων της πανδημίας).

Το αποτέλεσμα ήταν να επιβληθεί μια γενική προληπτική απαγόρευση των συναθροίσεων, από 15-18 Νοεμβρίου, με μια πολιτικά  άστοχη και συνταγματικά εκτεθειμένη απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας (1029/8/18 της 14-11-2020), η οποία κατά την άποψή μου διαστρεβλώνει το συγκεκριμένο συνταγματικό πλαίσιο του δικαιώματος του συνέρχεσθαι – ερμηνεύοντάς το μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που και αυτή δεν εφαρμόσθηκε– ενώ δεν λαμβάνει καν υπ’όψιν την αρχή της αναλογικότητας, που επιβάλλει την αναζήτηση των προσφορότερων κάθε φορά μέσων ως προς την εξειδίκευση και πραγμάτωση του επιδιωκόμενου περιορισμού.

Για να δικαιολογήσει δε την συγκεκριμένη απόφαση ο Αρχηγός της Αστυνομίας –σε τελευταία δε ανάλυση η Κυβέρνηση– επικαλείται το Σύνταγμα (και συγκεκριμένα την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 παρ. 4 και το οικείο άρθρο 11)  καθώς και την σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20.3.2020 («Κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, τη στήριξη της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης»),  η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020. Ωστόσο, η επίκληση αυτή για μεν το Σύνταγμα δεν νομίζω ότι ευσταθεί για δε την ΠΝΠ απλώς δεν επαρκεί. Ειδικότερα:

 

  1. Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΕΩΛΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Α. Αρχίζοντας από το Σύνταγμα, η επίκληση εν πρώτοις της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 5 παρ. 4  –που αναφέρεται κατά βάσιν στον περιορισμό της ελευθερίας της κίνησης με ατομικά διοικητικά μέτρα–  προδήλως δεν ευσταθεί και για τον λόγο αυτόν εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από την κυβερνητική επιχειρηματολογία. Παραδόξως όμως την υποστηρίζει ο Β. Βενιζέλος (Τα Νέα, 17.11.2020) υιοθετώντας ουσιαστικά μια ιδιότυπη ερμηνεία των περιορισμών του δικαιώματος του συνέρχεσθαι μέσω των περιορισμών της ελευθερίας της κίνησης (προφανώς για να μπορέσει να παρεισαχθεί η «δημόσια υγεία» ως ειδικός περιορισμός και των συναθροίσεων).

Β. Αλλά και η επίκληση του άρθρου 11 Σ, παρότι κατ’αρχήν εύλογη, είναι τουλάχιστον ατυχής, διότι καμία από τις προϋποθέσεις του δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη επίμαχη απόφαση, τόσο ως προς τον χώρο διεξαγωγής της συνάθροισης και το αποφασίζον την απαγόρευση όργανο όσο και ως προς τους ειδικότερους λόγους που επιτρέπουν μια τέτοια απαγόρευση.

Συγκεκριμένα, ενώ κατά το άρθρο 11 προβλέπεται η δυνατότητα απαγόρευσης μιας συγκεκριμένης συνάθροισης, με απόφαση του επικεφαλής της αστυνομικής αρχής που έχει την σχετική τοπική αρμοδιότητα και  για αυστηρά καθορισμένους λόγους («δημόσια ασφάλεια» και «σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοποικονομικής ζωής»), αυτό που αποφασίσθηκε, κατ’ουσίαν,  είναι η τετραήμερη αναστολή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, με απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Μια τέτοια αναστολή, όμως, δεν προβλέπεται στο Σύνταγμά μας παρά μόνο αν ενεργοποιηθεί το άρθρο 48 του Συντάγματος («κατάσταση πολιορκίας»)  και μόνον για συγκεκριμένους λόγους («σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος»), που δεν συντρέχουν εν προκειμένω (για τα ανωτέρω βλ. αναλυτικά Κ. Χρυσόγονου/Σπ. Βλαχόπουλου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2019, σ. 519 και πρβλ. τις από 15.11.2020 σχετικές Ανακοινώσεις  της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων  με τίτλο «Σύνταγμα και απαγόρευση συναθροίσεων», και της Ελληνικής Ένωσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τίτλο «Γενική απαγόρευση συναθροίσεων: Στις εξαιρετικές περιστάσεις είναι εξαιρετικά κρίσιμος ο πυρήνας των ελευθεριών» καθώς και Α. Καϊδατζή, Αντισυνταγματική αναστολή της ελευθερίας συνάθροισης, Εφημερίδα των Συντακτών, 16.11.2020).

Γ. Έχει διατυπωθεί πάντως, σε αντίθεση προς τα ανωτέρω, και η –υποστηρίξιμη σε κάθε περίπτωση– άποψη ότι ο όρος «γενικά» μπορεί να ερμηνευθεί σαν αναφερόμενος σε ολόκληρη την επικράτεια όταν πρόκειται για λόγο «δημόσιας ασφάλειας» (Βλ. Πρ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, Β΄, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2005 (2η έκδ.), σ. 995 επ., Β. Βενιζέλου, Συναθροίσεις και πανδημία, Τα Νέα 17/11, Χ. Ανθόπουλου, Η γενική απαγόρευση των δημόσιων συναθροίσεων, Θέμα 17/11 και Constitutionalism.gr, 17/11, Λ. Παπαδοπούλου, Δήλωση στo KEDENEWS.gr, 17/11, Αν.  Παυλόπουλου, Η γενική απαγόρευση συναθροίσεων ως ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, Constitutionalism.gr, 17/11).

Δ. Ακόμη και έτσι όμως, ακόμη δηλαδή και αν δεχθούμε ότι παρεισάγεται ένα είδος αναστολής του δικαιώματος χωρίς προσφυγή στο άρθρο 48 (προοπτική πάντως που αποκρούουν εντόνως, από θέση αρχής, οι Σβώλος/Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Β΄, Αθήνα 1955, σελ. 228), πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:

α. Κατ’αρχάς, μου φαίνεται πολύ παράξενο το ότι ο νομοθέτης, ο οποίος πριν από λίγους μήνες ψήφισε ειδικό νόμο για τις συναθροίσεις (4703/2020),  όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, δεν  προέβλεψε τίποτε ως προς μια τέτοια «γενική» εφαρμογή της απαγόρευσης, για λόγους «δημόσιας ασφάλειας». Ούτε βέβαια ανέθεσε την αρμοδιότητα οποιασδήποτε σχετικής με τις συναθροίσεις απόφασης στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Όλες οι προβλεπόμενες περιπτώσεις απαγόρευσης αφορούν συναθροίσεις σε ορισμένο τόπο (που μπορεί να είναι είτε «γενικώς» προσδιορισμένος -πχ ένας δήμος ή ένας νομός- για λόγους «δημόσιας ασφάλειας», είτε ειδικώς προσδιορισμένος –πχ μια πλατεία- για λόγους «σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Οι δε σχετικές αποφάσεις της αστυνομικής αρχής λαμβάνονται επίσης πάντα σε τοπικό επίπεδο, που μπορεί να φθάνει μέχρι έναν περιφερειακό διευθυντή.

Τι συνέβη λοιπόν; Είχε πλήρη άγνοια ο νομοθέτης για το τι λέει το Σύνταγμα; Προφανώς όχι. Απλώς όλοι –ακόμη και οι σκληροί οπαδοί του «νόμος και τάξη»– γνώριζαν ή έστω συναισθάνονταν την συνταγματική προβληματικότητα μιας τέτοιας γενικής απαγόρευσης και δεν την διανοούνταν καν. Και δεν αντέχω βέβαια στον πειρασμό να ρωτήσω: που ήταν οι υπεραμυνόμενοι σήμερα της άποψης περί συνταγματικότητας της γενικής προληπτικής απαγόρευσης, από τον χώρο της θεωρίας, όταν ψηφίζονταν οι σχετικές διατάξεις; Δεν βρέθηκε κανείς, παρότι είχε προηγηθεί το πρώτο στάδιο της πανδημίας, να επισημάνει την ανάγκη –ή να απορήσει, έστω, για  την «παράλειψη»– της εναρμόνισης του νόμου με το Σύνταγμα όταν συντρέχει λόγος «δημόσιας ασφάλειας»;

β. Στο σημείο αυτό, πάντως, θέλω να επισημάνω ότι ούτως ή άλλως θεωρώ παρατραβηγμένη και την άποψη ότι η «δημόσια υγεία» μπορεί να ενταχθεί στην «δημόσια ασφάλεια», με βάση το Σύνταγμά μας τουλάχιστον. Και τούτο διότι όπου το Σύνταγμα θέλησε να περιλάβει την δημόσια υγεία στους ειδικούς περιορισμούς, το έκανε ρητά, όπως πχ στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 παρ. 4 και στο άρθρο 22 παρ. 4. Άρα κάθε περαιτέρω διασταλτική ερμηνεία, για την χρήση της σαν ειδικού περιορισμού, μέσω της δημόσιας ασφάλειας, μοιάζει να είναι οψιγενής και «από το παράθυρο». Πολλώ δε μάλλον όταν καμία τέτοια σύνδεση  δεν γνωρίζω να έγινε κατά το πρώτο στάδιο της πανδημίας, όταν όλοι σχεδόν συμφωνούσαμε ότι σε όσα δικαιώματα δεν αναφέρεται ρητά η «δημόσια υγεία», ως ειδικός περιορισμός, είναι θεμιτό να θεωρηθεί ως καλυπτόμενη από  τουλάχιστον γενικούς περιορισμούς («δημόσιο συμφέρον» και «δικαιώματα των άλλων»). Χαρακτηριστική άλλωστε στο σημείο αυτό είναι και η προσωρινή διαταγή της Προέδρου του ΣτΕ Ειρ. Σαρπ (Απορρίπτουμε… διότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας…), η οποία βέβαια εκδόθηκε υπό το πρίσμα του άρθρου 52 του πδ 18/1989, όπως ισχύει, και δεν  σημαίνει ότι η επίμαχη απόφαση κρίθηκε συνταγματική, όπως έσπευσαν μερικοί να πανηγυρίσουν…

γ. Αποκρουστέα επίσης, είναι κατά την άποψή μου, είναι και η άποψη ότι η «δημόσια υγεία» μπορεί να παρεισαχθεί σαν ειδικός περιορισμός μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που υποστηρίζει ο Β. Βενιζέλος (Τα Νέα, 17/11). Θεωρώ ότι μια τέτοια ευκαιριακή προσέγγιση ανοίγει μια επικίνδυνη κερκόπορτα για να δεχθούμε και γενικότερα την ερμηνεία του Συντάγματος μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η οποία ενέχει τεράστιους κινδύνους για μια επιλεκτική σχετικοποίηση της προστασίας που παρέχουν τα συνταγματικά μας δικαιώματα. Και τούτο διότι είναι γνωστό ότι αυτά τα δικαιώματα, σχεδόν στο σύνολό τους, παρέχουν πληρέστερη προστασία από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, η οποία, ως προϊόν ποικίλων συμβιβασμών μεταξύ χωρών διαφορετικών ταχυτήτων, σε σχέση με την προστασία του κράτους δικαίου, περιλαμβάνει ευλόγως πολύ περισσότερους ειδικούς περιορισμούς. Κατά συνέπειαν, θα ήταν νομίζω μέγα λάθος να θεωρήσουμε αυτούς τους επιπλέον περιορισμούς σαν εξ ορισμού ισχύοντες και για την ερμηνεία του δικού μας Συντάγματος, αποδεχόμενοι τόσο την ερμηνευτική υποβάθμισή του  –δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ είναι υποσυνταγματικής ισχύος– όσο και τον άκριτο πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων για απίσχναση της προστασίας τους…

(Είναι άλλο ζήτημα βέβαια το να επικαλούμαστε την ΕΣΔΑ για τα ελάχιστα εκείνα συνταγματικά δικαιώματα των οποίων η προστασία υστερεί σε σχέση με την παρεχόμενη από αυτήν (χάρη στην νομολογία του ΕΔΔΑ), όπως συμβαίνει πχ με την εν πολλοίς «ελληνοχριστιανική» –νομοθετική, διοικητική και νομολογιακή– ανάγνωση των σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία διατάξεων…).

 

  1. Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΕΣΩ ΜΙΑΣ ΠΡΑΞΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ως προς την επίκληση της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιθέτως, πρέπει να δεχθούμε, κατ’αρχήν, ότι αυτή πράγματι παρέχει μια κάποια νομική βάση στην επίμαχη Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Ωστόσο αυτό από μόνο του προφανώς και δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί η συγκεκριμένη Απόφαση σύμφωνη με το Σύνταγμα.

Α. Εν πρώτοις, δεν νοείται ερμηνεία του Συντάγματος μέσω μιας ΠΝΠ, όπως κατ’ουσίαν προτείνει, μεταξύ άλλων, και ο Ν. Αλιβιζάτος («Καθημερινή, 16/11), ο οποίος, αφού εξέφρασε «την έκπληξή του για την ευκολία με την οποία, υπό τις σημερινές ειδικά συνθήκες, ορισμένοι συνάδελφοι, αλλά και δικαστικοί λειτουργοί,  έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την συγκεκριμένη απαγόρευση αντισυνταγματική», προέβαλε τα εξής επιχειρήματα υπέρ της συνταγματικότητας της επίμαχης Απόφασης: «1) Τη δυνατότητα απαγόρευσης δημόσιων συναθροίσεων σε ορισμένη περιοχή ή ακόμη και σε ολόκληρη τη χώρα, εξ αιτίας της τρέχουσας πανδημίας, επιτρέπει ρητά η πράξη νομοθετικού περιεχομένου του περασμένου Μαρτίου, την οποία έχει από καιρό κυρώσει η Βουλή (άρθρο 68§2 ν. 4683/2020). Αρκεί να έχει διατυπώσει γνώμη η Εθνική Επιτροπή Δημόσιας Υγείας. 2) Εν προκειμένω, εξ όσων πληροφορούμαι, η Εθνική Επιτροπή έχει διατυπώσει γνώμη, και μάλιστα ομόφωνη. 3) Εξ όσων γνωρίζω, εξ άλλου, κανένα δικαστήριο δεν έχει κηρύξει την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική» (στο ίδιος μήκος κύματος και οι δηλώσεις του Αντ. Μανιτάκη σε ραδιοτηλεοπτικά μέσα).

Από τα επιχειρήματα αυτά το δεύτερο δεν ισχύει, όπως θα δούμε παρακάτω. Τα δε άλλα δύο είναι κατά την άποψή μου τόσο απλουστευτικά, που αν τα προεκτείνουμε θα επιστρέψουμε στην παρωχημένη θεωρία του «τεκμηρίου συνταγματικότητας», το οποίο βέβαια καθιστά εντελώς περιττή κάθε κριτική συνεισφορά της θεωρίας στην συνταγματική αξιολόγηση αμφιλεγόμενων ρυθμίσεων: αρκεί να υπάρχει ένας οποιοσδήποτε νόμος που τις περιλαμβάνει και να μην έχουν κηρυχθεί έως τώρα αντισυνταγματικές από ένα Δικαστήριο… Πολλώ δε μάλλον, με την ίδια λογική, δεν νοείται κριτική περί αντισυνταγματικότητας, αν ένα Δικαστήριο έχει κρίνει την υπό κρίσιν ρύθμιση σύμφωνη με το Σύνταγμα…

Κατόπιν λοιπόν των ανωτέρω δικαιούμαι λοιπόν και εγώ, παραφράζοντας την δήλωσή του, να του επιστρέψω την «έκπληξη», για την ευκολία με την οποία χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη απαγόρευση αντισυνταγματική.

Β. Ωστόσο, αν κανείς απορρίπτει μια τέτοια αυτοκατάργηση της θεωρίας, δεν είναι δυνατόν να μην προβληματίζεται, τουλάχιστον, ως προς το ότι  μέσω της ΠΝΠ επιχειρείται μια ιδιότυπη ερμηνευτική στρέβλωση του Συντάγματος, ώστε να πολλαπλασιάζονται κατά το δοκούν οι περιπτώσεις αναστολής των δικαιωμάτων μέσω της επίκλησης γενικών περιορισμών τους, όπως το «δημόσιο συμφέρον» και «τα δικαιώματα των άλλων» (στα οποία όντως εντάσσεται η «δημόσια υγεία»).

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ή να παραγνωρισθεί το ότι τον Ιούλιο του 2020, δηλ. σχεδόν τέσσερις μήνες περίπου μετά από την έκδοση της ως άνω ΠΝΠ, έχει ψηφισθεί ειδικός νόμος για τις συναθροίσεις (ο ν. 4703/2020), ο οποίος –παρότι ακολούθησε, ένα μήνα μετά, και το σχετικό ΠΔ 73/2020– δεν περιέχει καμία ανάλογη πρόβλεψη,  που να δείχνει ότι θεωρεί θεμιτή μια τέτοια γενική προληπτική απαγόρευση, ειδικά για λόγους προστασίας της «δημόσιας υγείας» (πρβλ. Δ. Χριστόπουλου, Η απάντηση είναι ο νόμος, Εφημερίδα Συντακτών, 16.11.2020).

Προς επίρρωση, μάλιστα, αυτής της προσέγγισης, που είναι άκρως αποκαλυπτική, όπως είδαμε και γενικότερα,  για το πώς αντιλαμβάνεται τις διατάξεις του άρθρου 11 Σ ο νομοθέτης, εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες (6/11, και τροποποιήθηκε στις 10/11) μια Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία προέβλεψε μεν την απαγόρευση κάποιων συγκεντρώσεων, πλην όμως «με την επιφύλαξη των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ν. 4703/2020». Στην Απόφαση δε αυτήν γίνεται ρητή αναφορά στην «από 4.11.2020 εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19». Πρόκειται  όμως για την ίδια εισήγηση, την οποία λίγες μέρες μετά μνημονεύει, παραπλανητικά,  και η απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας, σαν «γνώμη» της Επιτροπής, προκειμένου να την εμφανίσει σαν ad hoc δικαιολόγηση της πρόσφατης  απόφασής του (όπως επιτάσσει το άρθρο 68 παρ. 2 της ΠΝΠ) και όχι της ΚΥΑ  της 6/11, όπως ισχύει στην πραγματικότητα.

Η επίκληση αυτή, βέβαια, καταλήγει σε ένα προφανές άτοπο: η ίδια εισήγηση της Επιτροπής εμφανίζεται από μεν την ΚΥΑ ορθά, ως δικαιολογητική βάση της εξαίρεσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων από τις απαγορεύσεις λόγω Covid 19 από δε την Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας, ψευδώς και εικονικά, σαν επί τούτω θεμελίωση της γενικής προληπτικής απαγόρευσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων…

 

  1. Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Πέραν πάντως όλων των ανωτέρω, η επίμαχη Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας παραβιάζει εμφανώς και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να είχαν αναζητηθεί όλοι οι πρόσφοροι δυνατοί τρόποι για την μερική και συμβολική έστω άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, προκειμένου να επιτευχθεί μια στοιχειώδης έστω εξισορρόπησή της προστασίας του με την προστασία του δικαιώματος στην ζωή και την υγεία. Χαρακτηριστική άλλωστε, στο σημείο αυτό, είναι η σχετική νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, η οποία θεώρησε υπέρμετρους, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ανάλογους απόλυτους περιορισμούς του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, επισημαίνοντας σε όλους τους τόνους την ανάγκη πολλαπλών και προσεκτικών σταθμίσεων (βλ. Holger Hestermeyer,  Coronavirus Lockdown-Measures before the German Constitutional Court, ConstitutionNet 30 April).

Είναι πχ απορίας άξιον γιατί δεν υπήρξε ούτε καν η στοιχειώδης ευελιξία ώστε να αξιοποιηθεί η ρητή δέσμευση τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δεν θα συμμετάσχει σε πορεία – επιλέγοντας να καταθέσει, με ολιγομελή αντιπροσωπία, στεφάνι στο ΕΑΤ ΕΣΑ– όσο και του ΜΕΡΑ 25 ότι θα αρκεσθεί σε κατάθεση στεφάνων και σε συμμετοχή στον εορτασμό εννέα μόλις στελεχών του. Εάν για παράδειγμα υπήρχε μια νέα ΠΝΠ, που θα περιόριζε τον αριθμό των δυναμένων να μετάσχουν στην πορεία σε εκατό εκπροσώπους κομμάτων και φορέων –πολλώ δε μάλλον αν επιλεγόταν αυτό να συνδυασθεί με την κατάθεση στεφάνων από τους αρχηγούς των κομμάτων, με επικεφαλής την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως πρότεινε, έστω εκ των υστέρων, ο Πρωθυπουργός– είναι βέβαιο ότι δεν θα εκδηλώνονταν οι έντονες διαμαρτυρίες και αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν, ενώ και το ΚΚΕ κατά πάσαν πιθανότητα  θα έκανε πίσω.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω και εύχομαι σήμερα (17/11) να επιδειχθεί  σοβαρή και υπεύθυνη στάση, αφ’ενός μεν από όλα τα κόμματα της Αριστεράς που συνυπέγραψαν τις σχετικές διαμαρτυρίες, ώστε  εν τέλει να εφαρμοσθεί de facto η αρχή της αναλογικότητας, με περιορισμένο (αλλά πάντως μεγαλύτερο των τριών…) αριθμό συμμετεχόντων στους εορτασμούς της επετείου, αφ’ετέρου δε από την κυβέρνηση, η οποία οφείλει να συνειδητοποιήσει το άτοπο και ανεφάρμοστο των επιλογών της και να μην καταφύγει σε μέτρα καταστολής εναντίον κομμάτων τα οποία, να μην το ξεχνούμε, δεν αποτελούν περιθωριακές και γραφικές πολιτικές δυνάμεις αλλά εκπροσωπούν, αθροιστικά, αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών από την κυβερνώσα ΝΔ…

*****

Θα ήθελα, κλείνοντας, να επισημάνω με έμφαση ότι, παρόλα ταύτα, ουδόλως δικαιολογούνται, κατά την άποψή μου, χαρακτηρισμοί που ακούσθηκαν μετά την έκδοση της επίμαχης Απόφασης. Τα περί «χούντας», «πραξικοπήματος»,  «πρακτικών άλλων εποχών» κλπ είναι απλώς παρωχημένες και υπερβολικές συνθηματολογίες, εντελώς αταίριαστες με την σημερινή πραγματικότητα. Πολλώ δε μάλλον όταν είναι γνωστές οι πολλαπλές πιέσεις  που δέχεται η σημερινή Κυβέρνηση αλλά και  οι αγωνίες της λόγω της κρισιμότητας των στιγμών. Ως εκ τούτου, προσωπικά θεωρώ ότι ναι μεν είναι θεμιτές και εύλογες οι προσπάθειές της να περιορίσει τις εκδηλώσεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου στο ελάχιστο δυνατό –συμβολικό– επίπεδο πλην όμως αυτό δεν την απαλλάσσει από τις βαριές ευθύνες της για τον τρόπο με τον οποίο το επιδίωξε, αφ’ενός μεν επιλέγοντας πρόχειρες, σπασμωδικές και μάλλον προκλητικές λύσεις, με έκδηλα συνταγματικά προβλήματα, αφ’ετέρου δε  υποτιμώντας –για μια ακόμη φορά– την ανάγκη υπεύθυνου και εποικοδομητικού διαλόγου με κόμματα και φορείς, στην κατεύθυνση μιας εθνικής συνεννόησης για την αναζήτηση ορισμένων κρίσιμων, και τόσο αναγκαίων σήμερα, κοινών τόπων…

 

Πραγματοποιήθηκε η διαδικτυακή εκδήλωση του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης» με θέμα: «Σύνταγμα και Πανδημία»

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου η διαδικτυακή εκδήλωση (live streaming) του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης» σε συνεργασία με την Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS, τις εκδόσεις Παπαζήση και τις εκδόσεις Ευρασία με θέμα: «Σύνταγμα και Πανδημία».

Συμμετείχαν τα μέλη του Ομίλου, Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ  και συγγραφέας του βιβλίου «Συνταγματικός μιθριδατισμός. Οι ατομικές ελευθερίες σε καιρούς πανδημίας» (εκδ. Ευρασία) και Απόστολος Παπατόλιας, δρ. Δημοσίου  Δικαίου, Μέλος ΑΣΕΠ και συγγραφέας του  βιβλίου «Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία» (εκδ. Παπαζήση). Στην πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε τις αρχικές τοποθετήσεις των συγγραφέων έγιναν  παρεμβάσεις από δύο ακόμη μέλη του Ομίλου, την Ιφιγένεια Καμτσίδου, αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ και το Γιώργο Καραβοκύρη, επικ. καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, ενώ την  εκδήλωση συντόνισε ο Νίκος Αλιβιζάτος ομ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ και τ. πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος  Μάνεσης». Αξιζει να σημειωθεί ότι η κατά γενική ομολογία υψηλού επιπέδου και ιδιαίτερα ζωηρή επιστημονική συζήτηση που διεξήχθη προσείλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού τηλεθεατών (περισσότεροι  από 3 χιλιάδες viewers). Όσοι θέλουν να παρακολουθήσουν αυτή την εκδήλωση έχουν στη διάθεσή τους τον ακόλουθο σύνδεσμο:

https://m.youtube.com/c/ianos/videos?disable_polymer=true&itct=CBAQ8JMBGAEiEwimxsLuiMTsAhWXSOAKHVLGAXU%3D.

Πολιτικό κόμμα-εγκληματική οργάνωση και η καταδικασθείσα πρωτοδίκως ηγεσία του. Τα πολιτικά τους δικαιώματα de lege ferenda

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος, Διδάσκων Ε.Α.Π.

  Ι

Η ανακοίνωση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών επιβεβαίωσε όσα έχει επικρατήσει να αποτελούν το κυρίαρχο γνώρισμα του πολιτικού προσωπικού της χώρας και, μοιραία, του πολιτικού συστήματος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τις περίπου πέντε δεκαετίες της ζωής της. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που απαρτίζουν το λεγόμενο, πλέον εν είδει πλεονασμού, δημοκρατικό τόξο, πανηγύρισε, εύλογα, την, εν πολλοίς προεξοφλημένη και παρά την αντίθετη πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, ετυμηγορία του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Ο Γενικός Γραμματέας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» και τα μέλη της ηγετικής του ομάδας, στο σύνολό τους πρώην βουλευτές, κρίθηκαν ένοχοι για την τέλεση του αδικήματος της συγκρότησης, της ένταξης και, εν γένει, της διεύθυνσης επιχειρησιακά δομημένης και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωσης, επιδιώκουσας την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων (άρθρο 187 ΠΚ).

Πριν όμως προλάβει καλά-καλά η πρόεδρος του δικάσαντος σχηματισμού να ολοκληρώσει την ανάγνωση της ετυμηγορίας του, εκπρόσωποι, ιδίως, των δύο κομμάτων εξουσίας θα αποδυθούν στη, συνήθη και με κάθε ευκαιρία, ανταλλαγή κατηγοριών για τα εκλογικά της επέκεινα. Η αδυναμία επιβολής στους καταδικασθέντες ως παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων «χρεώθηκε» από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην αξιωματική αντιπολίτευση, επειδή είχε σπεύσει να κυρώσει το νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019) τις παραμονές της διάλυσης της Βουλής τον Ιούνιο του 2019, καταργώντας την πάγια σχετική διάταξη. Οι «αιφνιδιασμένοι» κυβερνώντες δεσμεύτηκαν, δια του Υπουργού Δικαιοσύνης, στην επαναφορά της, λησμονώντας πάντως ότι τούτη, ακόμη και εάν είχε εισαχθεί εκ νέου κατά την τελευταία τροποποίηση του βασικού ποινικού νομοθετήματος (ν. 4637/2019) μερικές εβδομάδες μετά την κυβερνητική αλλαγή, δεν θα καταλάμβανε αναδρομικά και την επίδικη υπόθεση. Εξάλλου, ο, καθ’ ύλην αρμόδιος, Υφυπουργός Εσωτερικών έσπευσε να δεσμευτεί για την, εν καιρώ, εισαγωγή στην εκλογική νομοθεσία κωλυμάτων και ασυμβιβάστων στις εθνικές εκλογές, αν και αμφότερα, όπως είναι γνωστόν, κατοχυρώνονται περιοριστικά στο Σύνταγμα και μόνον η αναθεώρησή του μπορεί να τα εμπλουτίσει.

Με την κατάθεση τροπολογιών απάντησαν, επίσης, η «βαρυνόμενη» αξιωματική αντιπολίτευση, ζητώντας ουσιαστικά ότι εξήγγειλε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, και το Κίνημα Αλλαγής, προτείνοντας τον αποκλεισμό των καταδικασθέντων και του πολιτικού κόμματος από τις εκλογές. Την τύχη των πρωτοβουλιών τους καθόριζε εκ των προτέρων ο επικρατούν συσχετισμός των δυνάμεων στη Βουλή. Η απόρριψή τους ήταν πάντως επιβεβλημένη και μάλλον ορθή, λόγω της ρυθμιζόμενης σε αυτές ύλης, αλλά και επειδή η πρώτη τροπολογία δεν θα μπορούσε να εξοπλιστεί με αναδρομική ισχύ και η δεύτερη ήταν αναγκαίο να υποστεί προσεκτική επεξεργασία, καθώς αγγίζει λεπτά ζητήματα συνταγματικής τάξης που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη δημοκρατική αρχή.

 

ΙΙ

1. Σε μια μαραθώνια στην εξέλιξή της ακροαματική διαδικασία, η διάρκειά της με τις κατά καιρούς διακοπές ξεπέρασε τα πέντε έτη, και με την επιστήμη να έχει θέσει, εγκαίρως και αναλυτικά, τα βασικά διακυβεύματα της καταδικαστικής απόφασης, οι προτεινόμενες επιλογές για τη διασφάλισή τους επέβαλαν, κατά κανόνα, τη συνταγματική αναθεώρηση. (Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23· του ιδίου, Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της =www.constutionalism.gr/22.01.2014· Χ. Ανθόπουλου, Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015, σ. 13 και του ιδίου, Πολιτικά κόμματα και άμυνα της δημοκρατίας, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 3 Ιουλίου 2015, σ. 15). Η διάλυση ή η θέση εκτός νόμου πολιτικού κόμματος που παραβιάζει επιταγές απορρέουσες από τη δημοκρατική ρήτρα της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. βρέθηκε, προνομιακά, στο επίκεντρο. Πρόκειται ασφαλώς για την προσήκουσα θεσμική απάντηση κάθε βαλλόμενης δημοκρατικής πολιτείας στη ρητορεία και την πράξη ακραίων μορφωμάτων ενδεδυμένων το μανδύα του πολιτικού κόμματος.

Η συγκεκριμένη «κύρωση» δεν χωρεί επιτρεπτά, όπως γίνεται δεκτό από την κρατούσα και μάλλον ορθότερη άποψη, στη συνταγματική μας τάξη. (Βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ο κίνδυνος της ηρωοποίησης, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 27· Ιφ. Καμτσίδου, Τα όπλα της δημοκρατίας, εφημ. Τα Νέα, Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013, σ. 14 και Το κόμμα-εγκληματική οργάνωση και το Σύνταγμα =www.constitutionalism.gr/18.10.2013· Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23 και του ιδίου, «Μπορεί να απαγορευθεί η συμμετοχή της Χ.Α. στις εκλογές», εφημ. FREESUNDAY, Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, σ. 16-17). Το ίδιο ισχύει, κατά βάση, και ως προς τη θέσπιση νόμου για τα πολιτικά κόμματα, αφού θα απαιτούσε τη σιωπηρή αναγνώριση σχετικής επιφύλαξης υπέρ του νόμου. [Για την αντίθετη άποψη στα δύο ζητήματα, δηλαδή εκείνη που υποστηρίζει τη δυνατότητα τόσο της θέσης πολιτικού κόμματος εκτός νόμου όσο και της θέσπισης νόμου για τα πολιτικά κόμματα, βλ. Χ. Ανθόπουλου, Η προστασία της δημοκρατίας, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 13· του ιδίου, Υπάρχουν λόγοι για διάλυση, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 26· Γ. Σωτηρέλη, Απαγόρευση στα κόμματα που προσβάλλουν τη δημοκρατία, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 26· Χ. Ανθόπουλου, «Όπως ο λύκος μπαίνει στο μαντρί», εφημ. Έθνος, Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013, σ. 13· του ιδίου, Στην κρίση του Αρείου Πάγου τα συγκοινωνούντα δοχεία, εφημ. Έθνος, Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014, σ. 15· του ιδίου, Ο κίνδυνος του νεοναζισμού, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017, σ. 10 και του ιδίου, Χρυσή Αυγή: δεν αρκεί το Ποινικό Δίκαιο, εφημ. Τα Νέα, Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020, σ. 13, ειδικά για το δεύτερο ζήτημα, Γ. Σωτηρέλη, Ο αγώνας κατά του νεοναζισμού συνεχίζεται, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 10-11 Οκτωβρίου 2020, σ. 19, ενώ η Λ. Παπαδοπούλου (Η διαδικασία απαγόρευσης κόμματος, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013, σ. 11) δέχεται ότι η ιστορική ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης δεν επιτρέπει την απαγόρευση πολιτικού κόμματος, όμως η «λογικοσυστηματική και η τελολογική ερμηνεία, σε αρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής δημοκρατίας» δεν την αποκλείει].   

2. Η αναδιατύπωση και ο εμπλουτισμός της κρίσιμης συνταγματικής διάταξης, προς την πρώτη ή και τις δύο κατευθύνσεις, δεν περιλήφθηκαν ούτε στις προτάσεις αναθεώρησης τον Νοέμβριο του 2018, όχι μόνο σε όσες υποβλήθηκαν παραδεκτώς με την υπογραφή του απαιτούμενου αριθμού βουλευτών, ούτε και στη συμπληρωματική της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2019· έτσι αμφότερα τα ζητήματα δεν θα μας απασχολήσουν σοβαρά έως την επόμενη, όποτε εκδηλωθεί, αναθεωρητική πρωτοβουλία. Αντιθέτως, στη θνησιγενή όμοια τον Δεκέμβριο του 2014 η τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία πρότεινε να ανατεθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο η αρμοδιότητα αφενός να ελέγχει, κατά ουσιαστικό τρόπο και ως παραλήπτης της ιδρυτικής δήλωσης, εάν από τις καταστατικές διατάξεις προκύπτει επαρκής δέσμευση για την εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και αφετέρου να επιβάλει, όταν προδήλως, εμπράκτως και κατ’ εξακολούθηση συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα στρέφεται εναντίον της συνταγματικής δέσμευσης, τις κατάλληλες κυρώσεις (σημείο 6 της πρότασης). Ωστόσο, μια περίπου εβδομάδα μετά την κατάθεση της πρότασης η Βουλή θα διαλυθεί, συνεπεία της αδυναμίας της να αναδείξει τον διάδοχο του Κ. Παπούλια, και η αναθεωρητική διαδικασία θα διακοπεί βίαια πριν ακόμη ξεκινήσει.

Η ΗΗ Η πολιτική αντιπαράθεση που πυροδότησε η ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, έχει ήδη κλείσει και αναμένεται, όπως μας διδάσκει το παρελθόν, σύντομα να ξεχαστεί. Όσα ζητήματα όμως αναδείχθηκαν ως προς την εκλογική αντιμετώπιση του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης και της ηγετικής του ομάδας θα τα βρούμε, αργά ή γρήγορα, μπροστά μας ξανά, σίγουρα με την έκδοση της ετυμηγορίας στο δεύτερο βαθμό και, ιδίως, μετά τον αναιρετικό της έλεγχο, οπότε η ολοκλήρωσή του θα την καταστήσει και αμετάκλητη. Η, καθόλα αδικαιολόγητη, παράλειψη να αναθεωρηθεί η παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. για να επιτραπεί η στοιχειώδης απάντηση κάθε δημοκρατίας που προνοεί, καταλείπει υποχρεωτικά την ευθύνη της θεσμικής πρωτοβουλίας στον κοινό νομοθέτη. Έχοντας όμως στη διάθεσή του ένα πεπαλαιωμένο και, κατά βάση, ξεπερασμένο από μακρού συνταγματικό οπλοστάσιο, τα περιθώρια των διαθέσιμων επιλογών του διαγράφονται από ασφυκτικά έως ανύπαρκτα. Βέβαια, έχουν διατυπωθεί, κατά καιρούς, σχετικές προτάσεις από την επιστήμη και εντελώς πρόσφατα αναλήφθηκαν, γενικόλογες ή/και περισσότερο συγκεκριμένες, πολιτικές δεσμεύσεις. Ερευνητέο παραμένει, ποιες από αυτές ή και τυχόν όποιες άλλες θα μπορούσαν να απασχολήσουν σοβαρά και, εντέλει, να καταλήξουν στη νομοθέτηση.

 

ΙΙΙ

1. Ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» ιδρύθηκε το 1993. Πριν από την εκ μέρους του ανάληψη οποιασδήποτε δραστηριότητας υποχρεούνταν να υποβάλει τη «δήλωση νομιμοφροσύνης» (άρθρο 1 παρ. 2 του ν.δ. 59/1974). Δηλαδή, ο αρχηγός ή το συλλογικό όργανο διοίκησης να δηλώσει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι οι αρχές του αντιτίθενται σε κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στην κατάληψη με τη βία της εξουσίας ή στην ανατροπή του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πρωτόδικη καταδίκη του Γενικού Γραμματέα και των μελών της ηγετικής του ομάδας για το αδίκημα της συγκρότησης και της ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση και, εν γένει, τη διεύθυνσή της επιτρέπει, καταρχήν, να υποστηριχθεί η άποψη ότι η δράση του έπαυσε να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως αντιθέτως επιβάλλει η κατοχυρωμένη στην παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. δημοκρατική ρήτρα. Πρόκειται όμως για ένα καθόλα μαχητό τεκμήριο, το οποίο, ακόμη και όταν η ποινική ετυμηγορία καταστεί τελικά και σε βάθος χρόνου αμετάκλητη, δεν θα μπορούσε, ελλείψει συνταγματικού ερείσματος και καθορισμένης νομοθετικά διαδικασίας, να οδηγήσει στη θέση εκτός νόμου ή στη διάλυση του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης. Είναι άλλο το ζήτημα, εάν τα αρμόδια όργανά του αποφάσιζαν, εκουσίως και οικειοθελώς, τη διακοπή της παρουσία τους στην πολιτική ζωή.

2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ως αποδέκτης της «δήλωσης νομιμοφροσύνης» και μετά το 2002 της ιδρυτικής δήλωσης, ασκεί αμιγώς διοικητικά και όχι δικαιοδοτικά καθήκοντα. Περιορίζεται απλώς να διακριβώσει την υποβολή της και όσων άλλων εγγράφων προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του ν. 3023/2002). Η διαπίστωσή της πληρότητάς τους δεν βεβαιώνεται με την έκδοση σχετικής πράξης, γι’ αυτό και δεν είναι δυνατή η ανάκλησή της, όπως έχει προταθεί (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Χρυσή Αυγή και εκλογές, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020, σ. 60-61 και με το ίδιο περιεχόμενο, Χρυσή Αυγή: Οι συνταγματικές συνέπειες της καταδικαστικής απόφασης =www.constitutionalism.gr), προκειμένου το πολιτικό κόμμα-εγκληματική οργάνωση να αποκλειστεί των εκλογών.

Από την ίδρυσή του, σύμφωνα με νομοθετημένη διαδικασία, και για όσα χρόνο η οργάνωση και η λειτουργία του εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος το πολιτικό κόμμα δρα, νομίμως, στην κοινωνία και την πολιτεία. Δεδομένου ότι η παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ., δεν επιτρέπει, κατά την κρατούσα άποψη, τη διάλυση ή τη θέση του εκτός νόμου (βλ. αμέσως παραπάνω ΙΙ, 2), η απόφανση, ακόμη και με αμετάκλητη ετυμηγορία, για την παραβίαση της δημοκρατικής ρήτρας δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να θίξει το κύρος της ίδρυσης και, ιδίως, να επιφέρει τον εξοβελισμό από το πολιτικό γίγνεσθαι. Δυστυχώς, η ευκαιρία της πρόσφατης αναθεώρησης του Συντάγματος χάθηκε αδικαιολόγητα και, γι’ αυτό, θα αναμείνουμε υποχρεωτικά την επόμενη, η οποία θα εκκινήσει το νωρίτερο την 28η Νοεμβρίου 2024.

3. Αποτελώντας θεσμό διαμεσολάβησης και έκφρασης της λαϊκής θέλησης, το πολιτικό κόμμα διεκδικεί την προτίμηση των μελών του εκλογικού σώματος. Προς τούτο, στις γενικές βουλευτικές ή στις Ευρωπαϊκές εκλογές γνωστοποιεί στον Πρόεδρο της Βουλής και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το εκλογικό του όνομα και έμβλημα (άρθρο 37 του π.δ. 26/2012). Αν και ο τελευταίος δεν δικαιούται, υπό την ισχύουσα νομοθεσία, να ελέγξει και, ιδίως, να απαγορεύσει τη συμμετοχή στις εκλογές, δεν αποκλείεται ο κοινός νομοθέτης να προσδώσει εφεξής στην εκλογική δήλωση ουσιαστικό περιεχόμενο. Δηλαδή, να ορίσει το περιεχόμενό της στο πρότυπο της ιδρυτικής και να απαιτήσει τον έλεγχό του κατά την υποβολή της, καθιστώντας τον στην ουσία αναγκαίο όρο για τη συμμετοχή στις εκλογές.

Τότε η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και η καταδίκη της ηγεσίας πολιτικού κόμματος για την τέλεση του αδικήματος της ένταξης, της συμμετοχής και της, εν γένει, διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης θα επέτρεπαν τη μη αποδοχή της (εκλογικής δήλωσης) και, συνακόλουθα, τον αποκλεισμό από τις εκλογές. Προς αυτήν την κατεύθυνση, κινείται, κατά βάση, η πρόταση που είχε διατυπωθεί στο παρελθόν για την υποβολή, αντί της εκλογικής, της «δήλωσης δημοκρατικών φρονημάτων» (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23 και του ιδίου, «Μπορεί να απαγορευθεί η συμμετοχή της Χ.Α. στις εκλογές, εφημ. FREESUNDAY, Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, σ. 16-17).

4. Στις βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν μέρος συνδυασμοί υποψηφίων ενός ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων ή ανεξαρτήτων και μεμονωμένοι υποψήφιοι (άρθρο 32 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4648/2019). Οι συνδυασμοί καταρτίζονται από τα πολιτικά κόμματα (άρθρο 34 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 4648/2019) και, πλέον, θα υποβάλλονται σε ηλεκτρονική πύλη, η πρόσβαση στην οποία εξασφαλίζεται με τη χρήση ειδικών κωδικών, μεταβατικά δε και έως την έναρξη λειτουργίας του συστήματος θα κατατίθενται σε έντυπη μορφή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου· ο ρόλος του τελευταίου παραμένει όμως αμιγώς διεκπεραιωτικός (άρθρο 33 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 30 του ν. 4648/2019). Η μη χορήγηση κωδικών πρόσβασης, δηλαδή στην ουσία ο αποκλεισμός τους από τις εκλογές, σε πολιτικά κόμματα των οποίων η ηγεσία βαρύνεται με αμετάκλητη ποινική καταδίκη για συγκεκριμένα εγκλήματα, εάν προβλεφθεί ρητά στο νόμο ή και χωρίς νομοθέτηση στην κανονιστική απόφαση εξειδίκευσης των ορισμών του, θα «γεννήσει» διοικητική και μάλλον ακυρωτική διαφορά. Το διακύβευμά της επιβάλλει η δικαστική της επίλυση να ανατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας και να ολοκληρώνεται κατά προτεραιότητα.

Για τον αποκλεισμό πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης από τις εκλογές προτάθηκε και η νομοθετική κατοχύρωση της μη ανακήρυξης του εκλογικού του συνδυασμό (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της =www.constutionalism.gr/22.01.2014· του ιδίου, Ο αγώνας κατά του νεοναζισμού συνεχίζεται, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 10-11 Οκτωβρίου 2019, σ. 19 και Χ. Ανθόπουλου, Χρυσή Αυγή και εκλογές, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020, σ. 60-61, με το ίδιο περιεχόμενο Χρυσή Αυγή: Οι συνταγματικές συνέπειες της καταδικαστικής απόφασης =www.constitutionalism.gr). Ωστόσο, το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου ανακηρύσσει τους συνδυασμούς των υποψηφίων του σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια της χώρας (άρθρο 35 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 4648/2019). Συνεπώς, η προτεινόμενη ex lege απαγόρευση θα συνιστούσε στην ουσία εισαγωγή νέου κωλύματος εκλογιμότητας, το οποίο μάλιστα θα καταλάβει, συλλήβδην, όλους τους υποψηφίους του (συνδυασμού). Η σχετική πρωτοβουλία είναι μη επιτρεπτή συνταγματικά, εν γένει αλλά και επειδή δεν συνέχεται με το πρόσωπο συγκεκριμένου υποψηφίου, ερειδόμενη στο ποινικό παρελθόν του πολιτικού κόμματος υπό τη σημαία του οποίου θα διεκδικήσει την προτίμηση του εκλογικού σώματος.

5. Για να διασφαλίσει τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, εφόσον συντελεστεί ο νομοθετικός αποκλεισμός του, ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» δεν αποκλείεται να αναζητήσει διέξοδο στην ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Άλλωστε, το έχει ήδη πράξει, δίχως όμως να είναι γνωστές οι σχετικές λεπτομέρειες, ευθύς μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα και την εκκίνηση της διαδικασίας ποινικής δίωξης της ηγεσίας του, με την ίδρυση της «Εθνικής Αυγής». Οι εκλογικές και τυχόν άλλες συνέπειες της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης πρέπει να καταλάβουν, υποχρεωτικά για προφανείς λόγους, και τα δύο σχήματα, εάν στην ίδρυση του νέου είχαν συμμετάσχει ή εμπλακεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και οι καταδικασθέντες. Αντιθέτως, στην περίπτωση που λοιπά, πλην των τελευταίων, μέλη του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης επιχειρήσουν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ιδρύσουν άλλο φορέα, η πρωτοβουλία τους δεν μπορεί, εξ ορισμού, να θεωρηθεί απορριπτέα, πρέπει να εξεταστεί in concreto.

Τέλος, η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν έχει οποιαδήποτε νομική συνέπεια στα ζητήματα της κρατικής χρηματοδότησής του. Ήδη από το 2013 έχει ανασταλεί, συνεπεία της άσκησης δίωξης και της επιβολής προσωρινής κράτησης σε βάρος της ηγεσίας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή», η καταβολή της στο σύνολό των διακριτών συνιστωσών της. Δηλαδή, της τακτικής και της εκλογικής (χρηματοδότησης), καθώς επίσης της οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς. Τα αναλογούντα ποσά παρακρατούνται και θα του αποδοθούν, αναδρομικά και άτοκα, μόνον εάν και όταν εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση (άρθρο 7Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 23 του ν. 4203/2013).

 

IV

1. Η εκλογική αντιμετώπιση του Γενικού Γραμματέα και της ηγετικής ομάδας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» είναι συνταγματικά απολύτως ξεκάθαρη, νομοθετικά σαφώς απλούστερη και πολιτικά πρόσφορη σε προσχηματικές, εντέλει δε άγονες αντιπαραθέσεις. Φορέας του δικαιώματος της ψήφου, είναι όποιος διαθέτει τα θετικά (ελληνική ιθαγένεια και πολιτική ενηλικότητα) και δεν συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιο από τα αρνητικά (ανικανότητα για δικαιοπραξία, συνεπεία πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ή αμετάκλητη ποινική καταδίκη για ορισμένα εγκλήματα, οριζόμενα στον Ποινικό ή στο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα) προσόντα (άρθρα 51 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ., 4 και 5 του π.δ. 26/2012). Η νόμιμη ικανότητα του Έλληνα πολίτη να εκλέγει αποτελεί αναγκαίο όρο για την απόκτηση και τη διατήρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι (άρθρα 55 Συντ. και 29 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 του ν. 4648/2019). Στην προηγούμενη μορφή του ο εκλογικός νόμος όριζε, επιπλέον, ότι η απώλεια, για οποιοδήποτε λόγο, του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος δεν επιτρέπει την εκλογή στη Βουλή ή επιφέρει την αυτοδίκαιη έκπτωση και την απώλεια της αιρετής θέσης (άρθρο 29 παρ. 2 πρότ. 2 του π.δ. 26/2012).

2. Στον Ποινικό Κώδικα, όπως ίσχυσε έως την 1η Ιουλίου 2019, η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων αποτελούσε παρεπόμενη ποινή και ως τέτοια συνόδευε υποχρεωτικά την επιβολή συγκεκριμένων ποινικών κυρώσεων. Διακρινόταν σε αυτοδίκαιη και διαρκή, όταν επιβαλλόταν η θανατική ποινή έως την κατάργησή της το 1993 ή η ισόβια κάθειρξη (άρθρο 59 παρ. 1), σε δεκαετή για κάθειρξη αόριστης διάρκειας (άρθρο 59 παρ. 2), σε πρόσκαιρη δύο έως δέκα ετών για καταδίκη σε πρόσκαιρη κάθειρξη (άρθρο 60) ή για περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα, όταν η πράξη ήταν κακούργημα (άρθρο 62), σε ετήσια και έως πέντε έτη, όταν επιβαλλόταν στον καταδικασθέντα ποινή ενός τουλάχιστον έτους και η τέλεση της κολαζόμενης πράξης φανέρωνε από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσης και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη (άρθρο 61), καθώς επίσης για περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα, όταν η πράξη ήταν πλημμέλημα (άρθρο 62).

Από τη στιγμή που η καταδικαστική απόφαση καθίστατο αμετάκλητη, ο αποστερούμενος τα πολιτικά του δικαιώματα δεν μπορούσε να ψηφίσει ούτε να εκλεγεί στις πολιτικές (γενικές βουλευτικές και Ευρωπαϊκές) ή στις αυτοδιοικητικές εκλογές και έχανε το όποιο αιρετό αξίωμα κατείχε (άρθρο 63). Προβλεπόταν, επίσης η δυνατότητα της μερικής αποστέρησης σε περίπτωση φυλάκισης και εάν από το είδος της πράξης και τις λοιπές περιστάσεις αποκλειόταν το ενδεχόμενο να γίνει κατάχρηση όσων δικαιωμάτων διατηρούνταν (άρθρο 64). Επειδή η συγκρότηση και η ένταξη ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τριών ή περισσοτέρων προσώπων (εγκληματική) οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων τιμωρούνταν με πρόσκαιρη κάθειρξη έως δέκα ετών (άρθρο 187), ο καταδικασθείς αποστερούνταν πρόσκαιρα τα πολιτικά του δικαιώματα για χρονικό διάστημα από δύο έως δέκα έτη.

3. Ο νέος Ποινικός Κώδικας επανακαθόρισε τις παρεπόμενες ποινές (άρθρο 59). Από τις δύο διακριτές συνιστώσες-εκλογικές συνέπειες της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, παραμένει σε ισχύ μόνον η μία και μάλιστα η επιβολή της δεν θα είναι πλέον υποχρεωτική, καθώς ο δικάσας σχηματισμός εξοπλίζεται με διακριτική ευχέρεια. Συγκεκριμένα, η καταδίκη σε ποινή κάθειρξης του επιτρέπει να επιβάλει στον υπαίτιο ως παρεπόμενη ποινή την αποστέρηση της δημόσιας θέσης και του δημόσιου ή του αυτοδιοικητικού αξιώματος που κατέχει, όταν κρίνει ότι η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του (άρθρο 60 παρ. 1). Η απώλεια της θέσης ή του αξιώματος επέρχεται μόλις η απόφαση καταστεί αμετάκλητη (άρθρο 60 παρ. 2) και ανεξαρτήτως του απομένοντος χρόνου έως τη λήξη της αιρετής θητείας. Αντιθέτως, ο αμετακλήτως καταδικασθείς, ακόμη και όταν του επιβληθεί η παρεπόμενη ποινή, εξακολουθεί να είναι μέλος του εκλογικού σώματος και, συνεπώς, δεν κωλύεται η ανακήρυξή του ως υποψηφίου και, ιδίως, η εκλογή του σε αιρετή θέση. Έτσι, υπό την ισχύουσα ποινική ρύθμιση δεν στερείται, καταρχήν, και του πολιτικού δικαιώματος να ιδρύει και να συμμετέχει σε πολιτικό κόμμα, σύμφωνα πάντως με τους ορισμούς της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. και υπό τους όρους της νομοθετικής της εξειδίκευσης.

Η διατύπωση της νέας ποινικής διάταξης επιτρέπει, ακόμη και στον αμετακλήτως καταδικασθέντα, να εκλεγεί, να αναλάβει καθήκοντα και να τα ασκήσει. Και μπορεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές του πρώτου ή του δεύτερου βαθμού η αμετάκλητη ποινική καταδίκη του αυτουργού ή του συμμέτοχου για κακούργημα ή για άλλες ειδικά αναφερόμενες ποινικά κολάσιμες πράξεις, η οποία προκάλεσε την έκπτωσή τους από αιρετό αξίωμα, να αναγορεύεται σε κώλυμα εκλογιμότητας για την αμέσως επόμενη δημοτική ή περιφερειακή περίοδο (άρθρα 14 παρ. 3 και 117 παρ. 3, σε  συνδυασμό με το άρθρο 236 παρ. 1, του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 11, 50 και, αντίστοιχα, 128 του ν. 4555/2018), όμοια ή, έστω, ανάλογη ρύθμιση δεν συναντάται πάντως για τις γενικές βουλευτικές ή για τις Ευρωπαϊκές εκλογές. Τέλος, η συγκρότηση και η ένταξη ως μέλους σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων που επιδιώκει την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (άρθρο 187 παρ. 1), με κάθειρξη τιμωρείται, επίσης, και όποιος διευθύνει την εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παρ. 2).

Όταν το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ανακοίνωσε την ετυμηγορία του ούτε ο Γενικός Γραμματέας ούτε η πλειονότητα των μελών της ηγετικής ομάδας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» κατείχαν δημόσιο αξίωμα, αφού δεν εκπροσωπείται στη Βουλή που αναδείχθηκε από την αναμέτρηση της 7ης Ιουλίου 2019. Αντιθέτως, ένα μέλος της είναι εκλεγμένο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ένα ακόμη συμμετέχει στη σύνθεση του συμβουλίου στο δήμο της πρωτεύουσας. Η πρωτόδικη απόφαση δεν μπορεί ασφαλώς να έχει παρεπόμενες εκλογικές συνέπειες σε βάρος των καταδικασθέντων, αυτές θα ενεργοποιηθούν ευθύς μόλις καταστεί αμετάκλητη και θα περιοριστούν υποχρεωτικά, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, στη δυνητική επιβολή από το δικαστήριο της αποστέρησης του όποιου αξιώματος ενδεχομένως τότε να κατέχουν.

4. Προεξοφλώντας τη δικαστική κρίση σε μια δικαιοδοτική διαδικασία, η οποία θα εξελιχθεί σε δύο ακόμη βαθμούς και η αμετάκλητη ετυμηγορία της μπορεί απλώς να πιθανολογηθεί με σχετική πάντως βεβαιότητα, η κυβερνητική πλειοψηφία και η αξιωματική αντιπολίτευση αντάλλαξαν αλληλοκατηγορίες με οξείες, κατά κανόνα, διατυπώσεις. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσής τους βρέθηκε η πρώτη συνιστώσα-εκλογική συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, όπως προβλεπόταν μέχρι πρότινος. Δηλαδή, η απαγόρευση του καταδικασθέντος να ψηφίσει και να εκλεγεί στις πολιτικές (γενικές βουλευτικές και ευρωπαϊκές) ή τις αυτοδιοικητικές εκλογές, και η κατάργησή της από το νέο Ποινικό Κώδικα. Παραγνωρίζοντας ή, ενδεχομένως, αγνοώντας ότι πρόκειται για διάταξη του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, η οποία δεν επιτρέπεται ως επαχθέστερη να καταλάβει και εκκρεμείς δίκες, ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεσμεύτηκε, εν πολλοίς, να την επαναφέρει, εν καιρώ, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε σχετική προς τούτο τροπολογία.

Οποιαδήποτε πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμη και εάν εκδηλωνόταν την επαύριον της θέσης σε ισχύ των νέων άρθρων 59 και 60 ΠΚ, δεν θα αποκαθιστούσε αναδρομικά και στο σύνολο της τη «διχοτομηθείσα» παρεπόμενη ποινή. (Βλ. και Ευάγ. Βενιζέλου, Η δικαιοκρατούμενη δημοκρατία και η ευθύνη των πολιτών, εφημ. Τα Νέα, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020, σ. 16). Οποτεδήποτε σε βάθος χρόνου η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και τότε ένας ή περισσότεροι από τους καταδικασθέντες κατέχουν δημόσιο ή αυτοδιοικητικό αξίωμα, το ποινικό δικαστήριο υποχρεούται  να εφαρμόσει την ισχύουσα σήμερα διάταξη. Με άλλα λόγια, να κρίνει, ενεργώντας στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, εάν η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του και να αποφασίσει την επιβολή της αποστέρησης του αξιώματος. Αν και στις γνωστές συνθήκες του επίδικου πραγματικού μια τέτοια εξέλιξη διαγράφεται περίπου ως αναμενόμενη, ας μην προτρέξουμε να προδικάσουμε με βεβαιότητα τη δικαστική ετυμηγορία.

5. Ο συνταγματικός αναθέτει στον κοινό, ακριβέστερα στον εκλογικό, νομοθέτη να περιορίσει το δικαίωμα της ψήφου, επιτρέποντας την εξαίρεση από τις τάξεις του εκλογικού σώματος όσων έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για ορισμένα εγκλήματα (άρθρο 51 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ.). Στον εκλογικό νόμο διευκρινίζεται περαιτέρω ότι πρόκειται για εκείνα που ορίζονται στον Ποινικό και το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, τιμωρούμενα με τη στέρηση του βασικού πολιτικού δικαιώματος (άρθρο 5 περίπτ. β΄ του π.δ. 26/2012). Η περιπτωσιολογία τους έχει αφεθεί τις πολλές τελευταίες δεκαετίες να συγκεκριμενοποιείται από τον ποινικό νομοθέτη. Δεν αποκλείεται πάντως να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία και ο εκλογικός, ενεργώντας στο πλαίσιο ρητής συνταγματικής εξουσιοδότησης, πολλώ δε μάλλον όταν με τις ακατανόητες επιλογές του ο ποινικός νομοθέτης έχει οδηγήσει τα πράγματα σε αδιέξοδο. Υπό την έννοια αυτή, η δέσμευση του, καθ’ ύλην αρμόδιου, Υφυπουργού Εσωτερικών για αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία είναι, καταρχήν, συνταγματικά επιτρεπτή, η όποια πρωτοβουλία του δεν μπορεί όμως να εντοπιστεί σε κωλύματα και σε ασυμβίβαστα, όπως έσπευσε να δηλώσει. Οφείλει να περιοριστεί στον καθορισμό των ποινικών αδικημάτων, η τέλεση των οποίων θα επισύρει, δεσμευτικά ή μη θα το επιλέξει ελεύθερα ο εκλογικός νομοθέτης, την αποστέρηση του δικαιώματος της ψήφου.

Σε κάθε περίπτωση, η καταδικαστική απόφαση πρέπει να είναι αμετάκλητη και ο, συνεπεία της, αποκλεισμός από τις τάξεις του εκλογικού σώματος, συνακόλουθα δε και η απαγόρευση διεκδίκησης της εκλογής σε αιρετή θέση, θα καταλάβει υποχρεωτικά τις επόμενες της θέσπισης της διάταξης εκλογικές αναμετρήσεις. Έτσι, οι πρωτοδίκως καταδικασθέντες, δεδομένου ότι το αμετάκλητο της ποινικής ετυμηγορίας δεν αναμένεται νωρίτερα τουλάχιστον της τριετίας, δεν κωλύονται να πάρουν μέρος στην εκλογική διαδικασία όχι μόνον ως ψηφοφόροι αλλά και ως υποψήφιοι. Συνεπώς, δεν θα είναι συνταγματικά επιτρεπτό έως τότε να αποκλειστεί η συμμετοχή τους σε εκλογικό συνδυασμό ενός ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων και ανεξαρτήτων ή να διεκδικήσουν εκλογή ως μεμονωμένοι υποψήφιοι στις προσεχείς, τακτικές ή πρόωρες, γενικές βουλευτικές, καθώς επίσης στις αυτοδιοικητικές και, κατά πάσα, βεβαιότητα, στις Ευρωπαϊκές εκλογές. Ο κυρίαρχος σε κάθε δημοκρατία λαός θα καθορίσει, εντέλει, την τύχη τους. . .

 

V

Σε όποιον θα μπορούσε να αντιληφθεί όσα πυροδότησε το φθινόπωρο του 2013 η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της ηγεσίας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή», να τα προβάλει στο μέλλον και να πιθανολογήσει τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, η ετυμηγορία του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αποτελούσε τη μάλλον αναμενόμενη και πάντως την πιθανότερη κατάληξή τους. Τα διακυβεύματά της, τόσο για το πολιτικό κόμμα όσο και για την ηγεσία του, ήταν, γι’ αυτό, από τότε, κατά βάση, γνωστά και η αντιμετώπισή τους απαιτούσε τη θωράκιση του υφιστάμενου  θεσμικού οπλοστασίου και τον εμπλουτισμό του, στα σημεία που θα κρίνονταν απαραίτητο. Πρόκειται για τη στοιχειώδη υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας που προνοεί και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία της.

Ωστόσο, οι πολιτικές δυνάμεις, όπως παρατηρείται κατά κανόνα, ολιγώρησαν. Αν και γνώριζαν προ πολλού τι θα έπρεπε να γίνει και πως, περιορίστηκαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις, αναλώθηκαν σε στείρες αντιπαραθέσεις και απώλεσαν σπάνιες ευκαιρίες. Η συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε δίχως να την απασχολήσει η επικαιροποίηση της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. και οι νομοθετικές μεταβολές εξαντλήθηκαν σε σημειακές παρεμβάσεις, δέσμιες ιδεοληπτικών εμμονών, μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και  της ανεπάρκειας ή της αδυναμίας των αρμοδίων να διακρίνουν τα μείζονα από τα επουσιώδη. Έτσι, η ώριμη, μόνον όμως ηλικιακά, Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία αφέθηκε, με ευθύνη ιδίως του πολιτικού της προσωπικού, ανοχύρωτη στις ακραίες, συχνά παρά το νόμο, ρητορεία και εκδηλώσεις ενός μορφώματος ενδεδυμένου το μανδύα πολιτικού κόμματος, το οποίο γιγαντώθηκε από την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, διεκδίκησε ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητα και πέτυχε σε δύο διαδοχικές Βουλευτικές Περιόδους να βρεθεί τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη.

Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αποκάλυψε ανάγλυφα τις παραλείψεις, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος. Μια ακόμη συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε δίχως να κατοχυρωθεί ρητά η δυνατότητα και η διαδικασία θέσης πολιτικού κόμματος εκτός νόμου, όταν αποδειχθεί αμετάκλητα ότι η οργάνωση και η δράση του δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Έτσι, δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί, αφού και η οποία νομοθετική παρέμβαση δεν το αποτρέπει, ότι ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» δεν θα επιχειρήσει εωσότου η ποινική ετυμηγορία καταστεί αμετάκλητη, να συμμετάσχει στις εκλογές. Αλλά και ο Γενικός του Γραμματέας ή τα καταδικασθέντα πρωτοδίκως μέλη της ηγετικής του ομάδας θα μπορούν να ψηφίσουν εντός του σωφρονιστικού καταστήματος και, εφόσον το επιλέξουν, να εκτεθούν ως υποψήφιοι σε αιρετά αξιώματα στις προσεχείς γενικές βουλευτικές ή στις αυτοδιοικητικές και, κατά πάσα βεβαιότητα, στις Ευρωπαϊκές εκλογές.

Οι προσφερόμενες, περιορισμένες είναι η αλήθεια, νομοθετικές επιλογές που θα τους κλείσουν με ασφάλεια στο απώτερο πάντως μέλλον τον εκλογικό δρόμο πρέπει να προωθηθούν κατά προτεραιότητα. Πρωτίστως όμως επιβάλλεται να εξασφαλιστεί  η εφαρμογή τους. Άλλως μια ακόμη ευκαιρία, ίσως η τελευταία, θα χαθεί, όσα διαδραματίστηκαν πρόσφατα θα επαναληφθούν με τους αυτούς ή διαφορετικούς πρωταγωνιστές και ιδιότητες, το έδαφος για να αναδειχθούν το ίδιο ή περισσότερο ακραία μορφώματα θα αποδειχθεί εξαιρετικά γόνιμο και η επικράτησή τους θα βρίσκεται ίσως πιο κοντά από κάθε άλλη φορά. Ας προσπαθήσουμε, επιτέλους σοβαρά, να το αποτρέψουμε, υπάρχει, εάν πραγματικά το θελήσουμε, ακόμη χρόνος. Αρκεί οι πολιτικές δυνάμεις να ομονοήσουν στα μείζονα, να συμπράξουν απροκατάληπτα με εποικοδομητικές προτάσεις και να συμβάλουν δημιουργικά στη λήψη των επιβαλλόμενων αποφάσεων, αφήνοντας στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όποια και εάν είναι, την ευθύνη να τις εφαρμόσει.

Ο νέος πρόεδρος του ΕΔΔΑ Robert Spano και η Τουρκία

Αικατερίνα Παπανικολάου, Dr. Νομικής, Δικηγόρος, Μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών​.

Στις 20 Απριλίου 2020, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) εξέλεξε τον Rοbert Ragnar Spanο ως νέο Πρόεδρό του. Ο Spanó διαδέχτηκε τον  Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο, μετά τη λήξη της θητείας του τελευταίου, στις 17 Μαϊου. Η νέα προεδρία ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς και με πολλαπλώς αξιοσημείωτους συμβολισμούς: προερχόμενος ο Spanó, από την ευάριθμη πληθυσμιακά και ακριτική Ισλανδία, λίγο νεότερος από πενήντα ετών, πολυσχιδής νομικός, με ακαδημαϊκή προέλευση και συγγραφικό έργο στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, Συνήγορος του Πολίτη (Parliamentary Ombudsman) στη χώρα του, με κουλτούρα και εμπειρικές προσλαμβάνουσες στην εφαρμοσμένη προστασία των δικαιωμάτων – μερικές μόνο από τις πολλά υποσχόμενες ιδιότητές του.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ) μετρά ήδη ιστορία εβδομήντα χρόνων, από την υπογραφή της στις 4 Νοεμβρίου 1950, στη Ρώμη, μεταξύ των σαρανταεπτά χωρών – μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τη δεσμευτικότητα και τον εγγυητικό της χαρακτήρα διασφαλίζει πρωτίστως το ΕΣΔΑ, το οποίο επαγρυπνά ως δικαιοδοτικός μηχανισμός για την τήρηση των προστατευόμενων από τη σύμβαση δικαιωμάτων, κάθε φορά που τίθεται ζήτημα παραβίασης από τις χώρες – μέλη και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προηγουμένως εξαντληθεί τα εγχώρια ένδικα μέσα. Είναι αυταπόδεικτη η αξία αυτής της διαδικασίας ως ultimum refugium, όταν πια ο προσφεύγων εκτιμά ότι η εθνική έννομη τάξη έχει αποτύχει να αρθεί στο ύψος που επιτάσσουν οι κανόνες του κράτους δικαίου.

Στο διάστημα από 3 έως 5 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος Spanó πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία. Από τα ιδρυτικά μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, η προσχώρηση της Τουρκίας στη σύμβαση ανατρέχει στη 18η Μαϊου 1954. Στη διάρκεια της επίσκεψής του, ο Spanó έγινε δεκτός από τον Τούρκο Πρόεδρο, Recep Tayyip Erdoğan, καθώς επίσης και από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Abdulhamit Gül. Επίσης, ήταν κεντρικός ομιλητής σε εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμήν του, η Τουρκική Ακαδημία Δικαιοσύνης (ο ομόλογος θεσμός της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών), αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, ενώ ανέπτυξε το ζήτημα της ανοχής και της διαφορετικότητας ως βασικής διήκουσας του δικαιώματος στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, σε επίσημη εκδήλωση, στο Πανεπιστήμιο Arktulu, της πόλης Mardin.

Είναι γεγονός ότι για τα δεδομένα της εθιμοτυπικής agenda ενός προέδρου του ΕΔΔΑ, η επίσκεψη του Spanó έλαβε ασυνήθη δημοσιότητα – παραδόξως όχι ιδιαιτέρως στα καθ’ ημάς[1]. Ασυνήθης ήταν κυρίως, ο καταγγελτικός τόνος των δημοσιευμάτων τόσο ως προς την πρωτοβουλία της επίσκεψης, όσο και ως προς το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου του Spanó, στις επίσημες παρεμβάσεις που πραγματοποίησε[2]. Ιδιαιτέρως δε, επισημάνθηκε το γεγονός ότι στο εντατικό πρόγραμμα του προέδρου, δεν υπήρξε η παραμικρή πρόβλεψη για συναντήσεις με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, μη κυβερνητικές οργανώσεις ή άλλες αναγνωρισμένες ενώσεις των οποίων οι καταστατικοί σκοποί αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων.

Στη μακρά ιστορία της Τουρκίας, η σχέση της εξουσίας ακόμη και με τα minima του κράτους δικαίου δεν ήταν ποτέ ευθύγραμμη. Τουναντίον, υπήρξε ανέκαθεν μια δύσκολη υπόθεση. Ειδικότερα δε, μετά τα ταραχώδη γεγονότα, το καλοκαίρι του 2016, εξέλιπαν πλήρως τα προσχήματα: είναι εμφανές πλέον ότι η δημοκρατία στην Τουρκία δοκιμάζεται, με σκληρό και οδυνηρό τρόπο, σε βάρος απαράγραπτων δικαιωμάτων. Η ρευστή πολιτική επικαιρότητα και οι προεδρικές υπερεξουσίες, μετά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση καθιστούν το πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων έναντι της πολιτειακής εξουσίας εύθραστο, επισφαλές, σχεδόν χωρίς κόκκινες γραμμές.

Η ευγλωττία των αριθμών επιβάλλει τη δική της αλήθεια – που εν προκειμένω είναι και η μοναδική -: η Τουρκία είναι η δεύτερη, μετά τη Ρωσία, χώρα σε καταδικαστικές αποφάσεις από το ΕΔΔΑ, καθώς επίσης και η χώρα που προκλητικά αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό αποφάσεων του Στρασβούργου. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις του ακτιβιστή Osman Kavala,του συνταγματικού δικαστή AlparslanAltan, του πολιτικού Selahattin Demirtaş,των οποίων η αποφυλάκιση έχει διαταχθεί από το ΕΔΔΑ αντιστοίχως, από το Δεκέμβριο του 2019, τον Απρίλιο του 2019 και τον Νοέμβριο του 2018. Όλοι τους παραμένουν φυλακισμένοι, μέχρι σήμερα. Η Τουρκία είναι η χώρα, όπου πρόσφατα, λίγες μόλις εβδομάδες πριν την επίσκεψη του προέδρου Spanó, έχασε τη ζωή της η ακτιβίστρια δικηγόρος EbruTimtik, μετά από απεργία πείνας 238 ημερών, ενώ η επίσης, θαρραλέα ακτιβίστρια συγγραφέας Aslı Erdoğan, ζει μετά την αποφυλάκισή της, στο τέλος του 2016, άρρωστη και εξόριστη στην Ευρώπη. Είναι η ίδια χώρα, στις φυλακές της οποίας συνωθείται απροσδιόριστος αριθμός κρατουμένων –αριθμός που εκτιμάται σε πολλές δεκάδες, χιλιάδες -, στους οποίους ουδέποτε αποδόθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες. Επίσης, είναι η χώρα, όπου χιλιάδες δημόσιοι λειτουργοί – δικαστές, δάσκαλοι, ακαδημαϊκοί – παύθηκαν από την άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς συχνά, ούτε καν προσχηματική αιτιολογία, πέραν της στερεοτυπικής κατηγορίας για διασύνδεσή τους με το δίκτυο των γκιουλενιστών – ως μέλη ή απλώς φίλα προσκείμενοι -.

Το πρόβλημα είναι ότι εντός αυτής της εγνωσμένης δυστοπικής συνθήκης, ο Spanó στο πλαίσιο του δημόσιου ρόλου του, μοιάζει να λειτούργησε, ερήμην της πραγματικότητας:

(α) το θέμα που επέλεξε να αναπτύξει ενώπιον της Τουρκικής Ακαδημία Δικαιοσύνης αφορούσε τη δικαστική ανεξαρτησία ως ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου! Η σημειολογική αναγωγή του τίτλου στην τρέχουσα συνθήκη της τουρκικής δικαιοσύνης και των λειτουργών της θα προσέδιδε στην επιλογή του αξία μόνο υπό την εκδοχή της acontrarioπροσέγγισης. Κάτι όμως, που δεν έγινε. Η ανάπτυξη περιορίστηκε σε σχολικού τύπου παιδαγωγική ηθική.

(β) αποδέχθηκε την τιμητική αναγόρευσή του σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για το ίδιο πανεπιστήμιο, από το οποίοαπομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και παύθηκαν οριστικά δεκάδες ακαδημαϊκοί διδάσκοντες, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Ένας από αυτούς, ο Mehmet Altan, ο οποίος μάλιστα, υπήρξε επί δύο χρόνια κρατούμενος, υπενθύμισε πικρόχολα, σε ανοιχτή επιστολή του, προς τον πρόεδρο του ΕΔΔΑ, τα ακόλουθα: «Αυτοί από τους οποίους θα λάβετε τον τιμητικό τίτλο είναι ακριβώς οι ίδιοι που έπαυσαν εμένα και πολλούς άλλους από τα ακαδημαϊκά μας καθήκοντα»[3]. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Spanó αφιέρωσε την πανηγυρική ομιλία του, μετά την αναγόρευσή του, στην ακαδημαϊκή ελευθερία ως sinequanonτης δημοκρατίας!

(γ) Αντιστοίχως, αντιφατική εμφανίζεται και η επιλογή του Spanο να απευθυνθεί στο ακροατήριο του Πανεπιστημίου Arktulu, στην πόλη Mardin, εξαίροντας την ανοχή και τη διαφορετικότητα ως αυτονόητες ποιότητες του δικαιώματος στην ελευθερία της σκέψης και αδιάσπαστη προϋπόθεση της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο σημερινός συνωστισμός στις τουρκικές φυλακές είναι δυστυχώς αδιάψευστο τεκμήριο του τρόπου, με τον οποίο η χώρα αντιλαμβάνεται εν τοις πράγμασι, την άσκηση του δικαιώματος.

Στο πλαίσιο καλοπροαίρετου αντίλογου, θα μπορούσε να αποδοθεί στον πρόεδρο του ΕΔΔΑ η πρόθεση να συνετίσει με τις δημόσιες παρεμβάσεις του, τη συστηματικά αποκλίνουσα τουρκική εξουσία. Όμως, δεν πρόκειται δυστυχώς, περί αυτού. Οι διπλωματικές και ακροθιγείς αναφορές του Spanó σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ που αφορούν την Τουρκία, απέχουν πολύ από τη συγκλονιστική επικαιρότητα της χώρας. Το αληθινό πρόβλημα της Τουρκίας, εδώ και πολύ καιρό, αφορά τη συντριβή του κράτους δικαίου. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η κατήχηση με όρους πολιτικής ορθότητας δεν προσφέρει σπουδαίες υπηρεσίες, ούτε διαθέτει τη δυναμική να παιδαγωγήσει τους εκτροχιασμένους θεσμούς ή να ανατάξει τα δεδομένα.

Στη σκληρή κριτική που επιφύλαξαν στην πρωτοβουλία του Spanο εμβληματικοί τίτλοι, όπως ο Monde[4], παρατηρητήρια δικαιωμάτων, ανεξάρτητοι οργανισμοί κοκ, κοινός τόπος είναι η απομείωση του κύρους του δικαστηρίου, η επιλεκτική αποσιώπηση των ανοιχτών εκκρεμοτήτων της Τουρκίας και ασφαλώς, η παράλειψη εμφατικής ανάδειξης τής κατ’ εξακολούθηση παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Χειρότερο δε όλων: η διπλωματική ευπρέπεια του προέδρου και η αφηγηματική άμβλυνση των αναφορών του στα μεγάλα επίδικα της χώρας, νομιμοποίησε χωρίς υποσημειώσειςκαι επιφυλάξεις, το κρατούν statusquo. Εδώ, όμως είναι που ο διπλωματικός καθωσπρεπισμός παραβίασε το καθήκον αλληλεγγύης προς τη δοκιμαζόμενη χώρα, με την οποία επί της αρχής και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες. Η πάση θυσία προσπάθεια να περισωθούν ισορροπίες και συσχετισμοί είναι βέβαιο ότι στη δρώσα πολιτική, ωφελεί μόνο τους ισορροπιστές και τις ιδιωτικές τους ατζέντες. Αντιθέτως, επιφέρει έως και ανήκεστη βλάβη στα δικαιώματα και στους πολύπαθους φορείς τους καταδικάζοντάς τους σε μοναξιά και περιθωριοποίηση.

Το ελληνικό παράδειγμα είναι ενδεικτικό: η έξοδος από την περίοδο της ασφυκτικής, επτάχρονης δικτατορίας οφείλει πολλά στην πίεση που ασκήθηκε από τους μηχανισμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η συμβολική απονομιμοποίηση διεθνώς της τραγικής, πολιτειακής παρωδίας που είχαν επιβάλει στη χώρα οι συνταγματάρχες σήμανε την αρχή του τέλους του ανελεύθερου καθεστώτος, ενώ επιτάχυνε σημαντικά τη μετάβαση στη δημοκρατία.

Η δύναμη των συμβόλων είναι μέρος της προστιθέμενης αξίας των θεσμών, όταν οι τελευταίοι έχουν πλέον εμπεδωθεί στη συνείδηση των πολιτών και κατοχυρώσει διά της αξιοπιστίας τους αναγνωρίσιμο branding. Η εθιμοτυπία της επίσκεψης Spanο καθ’ υπαγόρευση μιας κανονικότητας πλήρως αναντίστοιχης προς την πραγματικότητα του επιχώριου κράτους δικαίου στην Τουρκία, αποδόμησε αυτό ακριβώς το θεσμικό brandingτου εμβληματικού δικαστηρίου.

Στον αντίποδα των αφορισμών του Φ. Πεσόα, η πολύτιμη και εύθραστη ισορροπία των θεσμών του κράτους δικαίου προϋποθέτει την ακεραιότητα των συμβόλων. Διαφορετικά «όλα αυτά είναι λάθος, όλα αυτά δε θέλουν να πουν τίποτα»[5].


[1]Βλ. ωστόσο, Ανθόπουλο (Χ.), «Η επίσκεψη του Προέδρου του ΕΔΔΑ στην Τουρκία», ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 13.09.2020 – διαθέσιμο εδώ. Βλ. επίσης εδώ.

[2]Βλ. ενδεικτικά, JÉGO (M.), “Le juge européen Robert Spano à Istanbul, entre flagornerie et esquive”, Le Monde, 10.09.2020 – διαθέσιμο εδώ. LEJEUNE (B.), «“Duplicité etmanipulation”: les dessous de la rencont re du président de la CED Havec Erdogan», Les valeurs actuelles, 09.09.2020 – διαθέσιμο εδώ.

[3]Βλ. εδώ .

[4]Op.cit, υποσ. 2.

[5]Fernando Pessoa, Ιστορίες του Αλμπέρτο Καεϊρο, Εισαγωγή – Μετάφραση Μ. Παπαδήμα, Αθήνα, Gutenberg, 2014, V., σελ.40.

 

Δημοσιεύθηκε στο Athens News 22.9.2020