Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Προκόπιος Παυλόπουλος, Τα συνταγματικά θεμέλια του νεότερου Ελληνικού Κράτους, εκδόσεις Ευρασία, 2021, σελ. 223

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκοπίου Παυλοπούλου, που έχει τίτλο «Τα συνταγματικά θεμέλια του Νεότερου Ελληνικού Κράτους», εκδ. «Ευρασία», σελ. 223.

Α. Στο νέο σύγγραμμά του ο κ. Παυλόπουλος κάνει μια περιεκτική ιστορική αναδρομή στις συνταγματικές ρίζες, πάνω στις οποίες βασίσθηκε η ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το 1830 με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου.  Ξεκινάει από κείμενα του Ρήγα Φεραίου, που υπενθυμίζουν το «συνταγματικό όραμά» του και   ακολουθούν αναλύσεις για τα κείμενα των «Τοπικών Πολιτευμάτων», δηλαδή των «τοπικών συνταγμάτων» της Σάμου, της Ανατολικής και της Δυτικής «Χέρσου Ελλάδος», της Πελοποννησιακής Γερουσίας και της Κρήτης.  Τέλος, εκτενέστερη αναφορά γίνεται στα «προσωρινά» Συντάγματα της Επιδαύρου (1822) και του Άστρους (1823), ιδίως δε στο οριστικό Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, στο λεγόμενο «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Β. Εκτενέστερες αναλύσεις είναι αφιερωμένες στην διακυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια, και ιδίως στην στάση του ν’ αναστείλει την εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του 1827, λόγω των τότε συνθηκών.  Ο συγγραφέας αιτιολογεί την στάση του Ιωάννη Καποδίστρια, απέναντι σε εκείνους που κατηγόρησαν τον «Πρώτο Κυβερνήτη» για δικτατορικές τάσεις.  Και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αν το εγχείρημα της διακυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια είχε επιτύχει και αν είχε αποφευχθεί η δολοφονία του, τότε μάλλον δεν θα είχαμε καταλήξει στην λύση της Μοναρχίας.

Το νέο βιβλίο του κ. Παυλοπούλου συμπληρώνεται από ένα διπλό παράρτημα.  Το πρώτο αφορά το έργο του Ιωάννη Κοκκώνη «περί Πολιτειών», που κατά τον συγγραφέα είναι ο πρόδρομος της Γενικής Πολιτειολογίας στην Ελλάδα.  Και το δεύτερο περιλαμβάνει όλα τα συνταγματικά κείμενα της περιόδου εκείνης, από τα κείμενα του  Ρήγα ως το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827.

 

Καταχώρηση: 23-06-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Η ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ. Κριτικές σκέψεις με αφορμή το βιβλίο του Προκόπη Παυλόπουλου «Το “μετέωρο βήμα” της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας» (Gutemberg, Αθήνα  2021)

Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α. Είναι πανθομολογούμενο πλέον ότι η σύγχρονη Δημοκρατία διέρχεται μια βαθιά και παρατεταμένη κρίση, στην βάση της οποίας βρίσκονται οι ραγδαίες εξελίξεις που σηματοδοτήθηκαν από την έκρηξη της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Αυτό το αναγνωρίζουν πλέον ακόμη και εκείνοι οι οποίοι, στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, όχι μόνον «δεν ήκουσαν την βουήν των επερχόμενων γεγονότων», περιχαρακωμένοι στα θεωρητικά στερεότυπα του παρελθόντος, αλλά και αντιμετώπισαν με υπεροψία όσους έκρουαν από τότε τον κώδωνα του κινδύνου και ζητούσαν την δραστική και αποτελεσματική αντίδραση της πολιτικής απέναντι στις νεοφιλελεύθερες ακρότητες της παγκοσμιοποίησης (που συνοψίζονται με τους όρους «αχαλίνωτος καπιταλισμός» και «φονταμενταλισμός των αγορών»). Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης, από το σύνολο σχεδόν της θεωρίας του Συνταγματικού Δικαίου,  ήταν η νομικοπολιτική συζήτηση για την ευρεία πλην «άτολμη» και «άχρωμη» συνταγματική αναθεώρηση του 2001. Πράγματι, η αναθεώρηση αυτή, παρά το ότι είχαν ήδη αναδειχθεί ανάγλυφα τα σχετικά προβλήματα (βλ. ιδίως Αρ. Μάνεση, Το Σύνταγμα στο κατώφλι του 21ου αιώνα, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη ΙΙ, Εκδ. Σάκκουλα, 2007, σ. 113 επ., Γ. Σωτηρέλη, Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, Αντ. Σάκκουλας, 2000), κινήθηκε τελικά ερήμην των νέων δεδομένων, με αποτέλεσμα να αποδειχθεί πλήρως αναντίστοιχη με τις προκλήσεις των καιρών.

Β. Στην συνειδητοποίηση της νέας πραγματικότητας, ως προς τους συνθέμελους κλυδωνισμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την νέα παγκόσμια οικονομική πραγματικότητα, συντέλεσαν ιδιαίτερα στην χώρα μας οι δύο αλλεπάλληλες κρίσεις που συνδέονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την παγκοσμιοποίηση. Η πρώτη, απότοκος της ασυδοσίας των τραπεζικών αγορών, είναι η οικονομική κρίση του 2008, η οποία έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα την χώρα μας, όχι μόνον λόγω των αναμφισβήτητων εσωτερικών μας παθογενειών αλλά και λόγω της ανάλγητης, υποκριτικής και άκριτα ενδοτικής,  απέναντι στις γερμανικές πιέσεις,  στάσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σταδιακά δε αποδείχθηκε μια συνολική κρίση τόσο του ελληνικού κράτους όσο και του εν γένει κοινωνικού μας σχηματισμού. Η δεύτερη, ακόμη και αν δεν οφείλεται κατά κάποιον τρόπο στην παγκοσμιοποίηση, επηρεάζεται πολλαπλώς από αυτήν. Πρόκειται για την κρίση της πανδημίας, η οποία ταλανίζει εδώ και καιρό ολόκληρη την ανθρωπότητα, ξεκινώντας μεν (για λόγους που ακόμη ερευνώνται) σαν υγειονομική κρίση αλλά προσλαμβάνοντας, στην συνέχεια, πολλά νέα χαρακτηριστικά, που την καθιστούν επίσης συνολική κρίση, τόσο διεθνώς όσο και στην χώρα μας.

Γ. Ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της θεωρίας του Δημοσίου Δικαίου που επηρεάσθηκε εντόνως από την οικονομική κρίση -και εν συνεχεία από την κρίση της πανδημίας- είναι ο τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος. Παρότι η διεύρυνση των ενδιαφερόντων του προς ζητήματα που άπτονται κατ’εξοχήν του Συνταγματικού Δικαίου είχε ξεκινήσει -ευδοκίμως- ήδη από την δεκαετία του ’90 και εντάθηκε με αφορμή την πρωταγωνιστική ενασχόλησή του, ως πολιτικού πλέον, με την αναθεώρηση του 2001, έπρεπε να ξεσπάσει η οικονομική κρίση του 2008 για να συνειδητοποιήσει το εύρος των νέων προβλημάτων και στην συνέχεια για να ενστερνισθεί πλήρως τις αγωνίες και τους προβληματισμούς ως προς τις δυσμενείς επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στο ευρωπαϊκό συνταγματισμό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κρίση αυτή αποτελεί ένα σημείο τομής στο έργο  του. Όχι μόνον διότι ο προσανατολισμός του είναι πλέον κατά βάσιν το Συνταγματικό και όχι το Διοικητικό σκέλος του Δημοσίου Δικαίου αλλά και διότι σταδιακά εμβαθύνει ιδιαίτερα σε κρίσιμα πεδία του, αφ’ενός εμπλουτίζοντας και βελτιώνοντας θεαματικά τον θεωρητικό του προβληματισμό και αφ’ετέρου ριζοσπαστικοποιώντας την κριτική του απέναντι στις νέες πηγές διακινδύνευσης τόσο των φιλελεύθερων όσο και των κοινωνικών θεμελίων της σύγχρονης Δημοκρατίας.

Στα ζητήματα αυτά, μάλιστα, επανέρχεται με νέα ορμή μετά την λήξη της θητείας του, ως Προέδρου. Παρότι στην πραγματικότητα δεν είχε εγκαταλείψει τον θεωρητικό προβληματισμό ούτε κατά την διάρκεια της θητείας του, η ενασχόλησή του με τα κρίσιμα συνταγματικά ζητήματα του παρόντος είναι πλέον σχεδόν ακτιβιστική. Τα συνταγματικά αντίβαρα («αντηρίδες» όπως αρέσκεται να τα αποκαλεί), τα βαλλόμενα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, οι συνταγματικές επιπτώσεις της πανδημίας, η ένταση στις σχέσεις εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου, η ποιότητα και η αντοχή των δημοκρατικών θεσμών είναι αντικείμενα συνεχούς και προσεκτικής θεωρητικής επεξεργασίας, στην οποίας κυριαρχεί πλέον το αμυντικό στοιχείο, η υπεράσπιση δηλαδή των κεκτημένων του εθνικού και ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Δ. Την σύνοψη αλλά και συνάμα την ολοκλήρωση αυτού του θεωρητικού προβληματισμού αποτελεί αναμφισβήτητα το έργο του «Το “μετέωρο βήμα” της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας», στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται πλέον συνολικά η κρίση της σύγχρονης Δημοκρατίας. Ειδικότερα:

Το Πρώτο Μέρος της μελέτης του ο συγγραφέας το αφιερώνει στην μαχητική υπεράσπιση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, της οποίας εμφανίζεται εκ προοιμίου  ένθερμος θιασώτης. Η όλη επιχειρηματολογία του κινείται κατά βάσιν σε τρεις άξονες. Κατ’αρχάς επιχειρεί την θεωρητική πλαισίωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με πλούσιες αναφορές σε μια ευρύτατη γκάμα συγγραφέων, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Κατά δεύτερον αναδεικνύει τις ιστορικές καταβολές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με προσεκτική αναγωγή  σε συγκεκριμένους κρίσιμους σταθμούς των ευρωπαϊκών συνταγματικών εξελίξεων. Τέλος, επιδίδεται σε μια αναλυτική συγκριτική αξιολόγηση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, σε σχέση με την άμεση, αποδίδοντας αρκετά μειονεκτήματα στην  δεύτερη σε όλα τα επίπεδα άσκησης της εξουσίας και προστασίας των δικαιωμάτων.

Το ισχυρό σημείο αυτού του Πρώτου Μέρους είναι αναμφίβολα το εύρος των γενικότερων  γνώσεων σε συνδυασμό με την συνθετική ικανότητα του συγγραφέα, ο οποίος συνδιαλέγεται με άνεση -αλλά και με αδογμάτιστα εκλεκτικιστικό πνεύμα- με ένα ευρύτατο φάσμα ετερόκλητων θεωρητικών και ιστορικών στοιχείων, καταφέρνοντας να τα ενσωματώσει τελικά, έστω και με κάποιους δολιχοδρομικούς πλατειασμούς, σε έναν στέρεο νομικό συλλογισμό. Αντίθετα, ανοιχτή στην κριτική είναι μια γενικευμένη και μάλλον σχηματική ωραιοποίηση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Ασφαλώς έχει δίκιο να θεωρεί αναμφίβολη την υπεροχή της, σε σχέση με την άμεση, όταν έχουμε να κάνουμε με εδαφικές επικράτειες που υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες των πόλεων-κρατών της αρχαίας Ελλάδας. Το ίδιο ισχύει και ως προς την  προστασία των ατομικών δικαιωμάτων από την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, στο ευρύτερο πλαίσιο του σύγχρονου κράτους δικαίου, που της δίνει όντως ένα ακόμη σαφές και αναμφισβήτητο συγκριτικό πλεονέκτημα. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι το να αναγορεύεται η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία σε εξ ορισμού και εξ υπαρχής φρουρό και εγγυητή της εν γένει ελευθερίας, η απόσταση είναι μεγάλη και οι παρανοήσεις αναπόφευκτες. Ας δούμε γιατί:

Το πρώιμο  συνταγματικό κράτος, όπως αποκρυσταλλώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα, με την λήξη των ναπολεόντειων πολέμων, δεν καθιέρωνε την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, όπως φαίνεται να πιστεύει ο συγγραφέας, αλλά μια αντιπροσωπευτική ολιγαρχία, στην οποία δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής είχε μόνο το 10-20% των ανδρών (καθώς ψήφιζαν, με «τιμηματικά» -δηλαδή περιουσιακά και εισοδηματικά- κριτήρια, μόνο οι έχοντες και κατέχοντες της εποχής). Από αυτή την άποψη, η πολιτική συμμετοχή είχε παρόμοιους αποκλεισμούς με αυτούς των αρχαίων πόλεων-κρατών(στα οποία αποκλείονταν οι δούλοι και οι γυναίκες). Ακόμη όμως και ως προς την ατομική ελευθερία, το πρώιμο συνταγματικό κράτος δεν ήταν φιλελεύθερο αλλά αστικοφιλελεύθερο, αφού κατοχυρώνονταν μόνο τα οικονομικά δικαιώματα (δηλαδή αυτά που συνδέονταν με την επικράτηση της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής) καθώς και εκείνα που είχαν αποκλειστικά ατομικιστικό χαρακτήρα και αποτελούσαν την αναγκαία βιόσφαιρα των οικονομικών (εξ ού και ο συνειδητός αποκλεισμός των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, καθώς και της ελευθερίας του Τύπου). Απόρροια δε μιας τέτοιας αντίληψης ήταν και το ότι στο πρώιμο συνταγματικό κράτος η αντιπροσωπευτική αρχή δεν συνδέθηκε ούτε με εργασιακά ούτε με κοινωνικά δικαιώματα. Χρειάσθηκε μια ακόμη μεγάλη ευρωπαϊκή επανάσταση, του 1848, και στην συνέχεια μακρόχρονοι κοινωνικοπολιτικοί διεκδικητικοί αγώνες για να διευρυνθεί σταδιακά η αρχική κολοβή και ταξικά προσδιορισμένη ελευθερία και να φθάσουμε (ολοκληρωτικά μόνο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο) στην κατοχύρωση μιας πραγματικής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με καθολική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά (ισοπολιτεία) και με κατοχυρωμένα πλήρως τόσο τα ατομικά δικαιώματα (συμπεριλαμβανομένων πλέον και των «επικίνδυνων» για την «καθεστηκυία τάξη» δικαιωμάτων ομαδικής δράσης) όσο και τα  κοινωνικά δικαιώματα. Με άλλα λόγια, ιστορικά δεν υπήρξε μια Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ως «εκ γενετής» εγγυητής της ελευθερίας, όπως τονίζει με κάθε ευκαιρία ο συγγραφέας, αλλά ένα συνταγματικό κράτος στο οποίο, για πολλά χρόνια, το αντιπροσωπευτικό σύστημα ήταν ταυτισμένο με την επιβολή των θελήσεων και των συμφερόντων της -θριαμβεύσασας μετά την Γαλλική Επανάσταση- αστικής τάξης. Η συνάντηση της Δημοκρατίας με το αντιπροσωπευτικό σύστημα ήρθε πολύ αργότερα, και για να ακριβολογούμε επιβλήθηκε από το παγκόσμιο δημοκρατικό κίνημα, το οποίο επέβαλε πλήρως τελικά, με τα Συντάγματα της μεταπολεμικής περιόδου (και με καθυστέρηση 30 χρόνων στη χώρα μας), έναν δύσκολο αλλά αναμφισβήτητο θεσμικό μετασχηματισμό. Την αντικατάσταση της «αστικής» ή «φιλελεύθερης» από την (απλώς) συνταγματική -και βεβαίως  αντιπροσωπευτική- Δημοκρατία, η οποία πράγματι έχει εξ ορισμού (και άρα χωρίς κανένα ταξικό ή ιδεολογικό πρόσημο) δημοκρατικό, φιλελεύθερο και  κοινωνικό χαρακτήρα.

Κλείνω την παρουσίαση του Πρώτου Μέρους με την ειλικρινή απορία μου για  την προσπάθεια του συγγραφέα να υποστηριχθεί η συμπόρευση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με τις βασικές αρχές της χριστιανικής διδασκαλίας, τόσο γενικώς όσο και, ειδικότερα, ως προς την -κοινή- προάσπιση της ελευθερίας. Γνωρίζω και σέβομαι τις θρησκευτικές ευαισθησίες του αλλά η προσπάθειά του αυτή είναι οφθαλμοφανώς ατυχής (αλλά και εμφανώς αποκομμένη από την όλη λογική του βιβλίου). Όχι μόνον λόγω του ότι στην μακραίωνη πορεία του τόσο ο λόγος όσο και η πράξη των επίσημων Εκκλησιών των χριστιανικών δογμάτων ταυτίσθηκαν συχνά με θεοκρατικά («ελέω Θεού») αλλά και δικτατορικά καθεστώτα αλλά και διότι ακόμη και στο εσωτερικό της Εκκλησίας κάποιοι στοιχειωδώς δημοκρατικοί αντιπροσωπευτικοί θεσμοί για την ανάδειξη των επισκόπων εγκαταλείφθηκαν προ πολλού. Ακόμη δε και η ρήση που αποδίδεται στον Χριστό («Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν…») και δείχνει πράγματι μια προτροπή για ελεύθερη επιλογή, υπονομεύθηκε προκλητικά και εν τέλει αναιρέθηκε από όλες τις επίσημες Εκκλησίες που βρέθηκαν σε θέση ισχύος, λόγω της ταύτισής τους με την κρατική εξουσία. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς την στάση της δικής μας επίσημης Εκκλησίας απέναντι στο μάθημα των θρησκευτικών, που ταυτίζεται με τον υποχρεωτικό κατηχητισμό, για να καταδειχθεί ευχερώς ότι τέτοιοι ισχυρισμοί, για την συμπόρευση του σημερινού «υπαρκτού Χριστιανισμού» με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ως προς την προάσπιση της ελευθερίας, είναι απλώς ευσεβείς πόθοι…

Εν κατακλείδι, θεωρώ αστήρικτη την άλλοτε ρητώς εκφρασμένη και άλλοτε υποβόσκουσα στο έργο αντίληψη ότι η πορεία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας συνδέεται άρρηκτα τόσο με τον καπιταλισμό όσο και με τον Χριστιανισμό. Αμφότεροι συνυπήρξαν άνετα -και εξακολουθούν να συνυπάρχουν- με αυταρχικά ή ημιαυταρχικά καθεστώτα, τα οποία μάλιστα δείχνουν, με τους επίσημους φορείς τους, μάλλον να τα προτιμούν, διότι διασφαλίζουν την εκ των άνω και χωρίς φραγμούς επικράτησή τους. Απλώς ιστορικά αποδέχθηκαν εκόντες άκοντες, μετά από σκληρούς κοινωνικοπολιτικούς αγώνες, ο μεν πρώτος (ο καπιταλισμός) την μεικτή οικονομία και τον κοινωνικό και δημοκρατικό έλεγχο της αγοράς ο δε δεύτερος (ο Χριστιανισμός) τον χωρισμό Κράτους – Εκκλησίας. Και είναι βέβαιο, όπως αποδείχθηκε με την οικονομική παγκοσμιοποίηση, γενικώς, και με την στάση της δικής μας επίσημης Εκκλησίας, ειδικότερα, ότι μόλις βρουν ευκαιρία φροντίζουν να αποτινάξουν τα «δεσμά» και να επιβάλουν τις επιλογές τους, αδιαφορώντας τόσο για την Δημοκρατία όσο και για την ελευθερία.

Με αυτά τα δεδομένα, ούτε ο Χριστιανισμός ούτε ο καπιταλισμός είναι συστατικά στοιχεία της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Εκείνο που όντως συνδέεται άρρηκτα με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία είναι αφ’ενός μεν η θρησκευτική ελευθερία -σε συνδυασμό πάντως  με τον σεβασμό των θρησκευτικών παραδόσεων κάθε κράτους αλλά και της Ευρώπης συνολικά- αφ’ετέρου δε ο οικονομικός πλουραλισμός, ο οποίος συνεπάγεται μεν την ύπαρξη αγοράς και τον ελεύθερο ανταγωνισμό όχι όμως κατ’ανάγκην και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, που είναι απλώς μία εκδοχή τους. Και ναι μεν αυτή η εκδοχή επικράτησε ιστορικά, άλλοτε εχθρικά ή ανταγωνιστικά και άλλοτε συμβατά προς την Δημοκρατία, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έχει καταστεί «φυσικός νόμος» που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Πολλώ δε μάλλον όταν στην σημερινή μετάλλαξή του, που συνδέεται με γιγαντιαία διεθνή ολογοπώλια, όχι μόνον αντιστρατεύεται τον οικονομικό πλουραλισμό αλλά και έχει μετατραπεί σε έναν νέο (ιδιωτικό) Λεβιάθαν, που απειλεί το σύνολο των ελευθεριών και των δημοκρτικών κατακτήσεων, σύμφωνα με τις εύστοχες σχετικές αναλύσεις του Κωνσταντίνου Τσουκαλά.

 

Το Δεύτερο Μέρος της Μελέτης είναι αφιερωμένο αφ’ενός μεν στην  ανάδειξη των προβλημάτων που στοιχειοθετούν την κρίση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αφ’ετέρου δε στην διατύπωση προτάσεων για την αντιμετώπισή τους.

Ως προς το πρώτο σκέλος οι τοποθετήσεις του συγγραφέα είναι κατά βάσιν εύστοχες και εστιάζονται, δικαιολογημένα, στην προϊούσα αναδιάταξη του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στο πολιτικό στοιχείο, που υποχωρεί, και στο οικονομικό, που επελαύνει, κινούμενο ουσιαστικά εκτός ελέγχου στην γκρίζα ζώνη της σημερινής υπερεθνικής οικονομικής πραγματικότητας. Εκκινώντας από αυτήν την θεωρητική αφετηρία, ο συγγραφέας διαπιστώνει δικαιολογημένα -και πολλαπλώς τεκμηριωμένα- την σταδιακή διάβρωση των θεμελιωδών βάσεων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας,  ξεκινώντας από το Κράτος Δικαίου -με ιδιαίτερη έμφαση στην αποδυνάμωση του κανόνα δικαίου από τους διαβρωτικούς ανέμους της παγκοσμιοποίησης και την απορρύθμιση κρίσιμων τομέων της κοινωνική συμβίωσης- και φθάνοντας στο Κοινωνικό Κράτος, με εύστοχες επισημάνσεις για την έκρηξη των οικονομικών ανισοτήτων και την συνεχή αμφισβήτηση του κοινωνικού κεκτημένου (για το οποίο πάντως δεν προβάλλει ιδιαίτερες επιφυλάξεις ως προς τυχόν προβληματικές πλευρές του, λόγω συντεχνιακών παρεκτροπών). Ιδιαίτερη σημασία επίσης έχουν, ως προς τον φωτισμό των αιτιών της κρίσης, οι σκέψεις του για τις αρνητικές επιπτώσεις της αλόγιστης χρήσης της τεχνολογίας καθώς και οι  αναλύσεις του αφ’ενός μεν για την υπέρμετρη διεύρυνση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος -μέσω ιδίως του λεγόμενου «δημοσιονομικού» συμφέροντος- αφ’ετέρου δε για τις ευθύνες των σύγχρονων ΜΜΕ ως προς την υπονόμευση του πλουραλισμού.

β. Στο δεύτερο σκέλος, των προτάσεων, υπάρχουν επίσης πολλά αξιοπρόσεκτα σημεία, με επίκεντρο την ανάγκη ταυτόχρονης ενεργοποίησης, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο του νομοθέτη όσο και του δικαστή, προκειμένου να αντιστραφεί η ως άνω διαβρωτική πορεία. Στο σημείο αυτό είναι εμφανές ότι η  βαθιά γνώση του συγγραφέα για την λειτουργία της νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας του επιτρέπει να υπεισέλθει σε πράγματι ενδιαφέρουσες και συγκεκριμένες προσεγγίσεις, ως προς  τον ιδιαίτερο ρόλο που αυτές μπορούν να διαδραματίσουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Ως κομβικό δε σημείο της όλης προσπάθειας θεωρεί την ταυτόχρονη θεσμική και λειτουργική τους αναβάθμιση, την οποία θεωρεί απαρέγκλιτη προϋπόθεση τόσο για την αποκατάσταση του κύρους του κανόνα δικαίου όσο και για την εμπέδωση της κοινωνικής συνοχής, μέσω θεσμών που θα εγγυώνται γενικώς μεν μια νέα -διευρυμένη και επεξεργασμένη- εφαρμογή της αρχής της ισότητας, ως υποβάθρου της κοινωνικής δικαιοσύνης, ειδικότερα δε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ως πρώτη γραμμή άμυνας του κοινωνικού κράτους.

Για να τονίσει την ανάγκη επιστροφής της πολιτικής και λήψης μέτρων που θα αποκαθιστούν την τραυματισμένη εικόνα του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους, ο συγγραφέας εντάσσει στην μελέτη του, με περισσότερη πλέον έμφαση στο πεδίο των προτάσεων, ορισμένες θέσεις που είχε ήδη διατυπώσει με αφορμή την εμφάνιση και την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι θέσεις αυτές τον οδηγούν στην πεποίθηση ότι οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις για το κράτος και το δίκαιο έχουν αποδειγμένα χρεοκοπήσει και ότι η μόνη λύση που μπορεί να αναστηλώσει το κύρος της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι η επανασύνδεσή της με κεϋνσιανού χαρακτήρα επιλογές (σαν αυτές που υιοθέτησε πρόσφατα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Joe Biden), που θα αποκαταστήσουν την ισορροπία του πολιτικού με το οικονομικό και θα αντιμετωπίσουν την επαπειλούμενη ολιγαρχία των αγορών, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση, προς αυτήν την κατεύθυνση,  της κοινωνίας των πολιτών (στην οποία επίσης αποδίδει -και ορθώς- ιδιαίτερη σημασία).

Θα μπορούσαμε πάντως να εντοπίσουμε και κάποιες ελλείψεις στην εν γένει προσέγγιση του συγγραφέα ως προς τα αίτια και συνακόλουθα ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης. Η πρώτη έλλειψη νομίζω πως είναι απόρροια της ωραιοποιημένης, κατά τα ανωτέρω, εικόνα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Διότι μόνο έτσι θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς το ότι δεν το απασχολεί σχεδόν καθόλου αυτό που στην κοινή συνείδηση αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος  της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δηλαδή η παρατεταμένη κρίση νομιμοποίησης που αντιμετωπίζει, λόγω της ολοένα και μεγαλύτερης απομάκρυνσης των πολιτών από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων και της αίσθησης ότι η πολιτική συμμετοχή τους εξαντλείται με τις εκλογές σε τακτά διαστήματα.  Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι πρέπει να στραφούμε γενικώς σε «αμεσοδημοκρατικές» λύσεις, οι διότι αυτό,  όπως ορθώς υποστηρίζει, δεν είναι συμβατό με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Ωστόσο, και παρά την τραυματική εμπειρία του δημοψηφίσματος που διεξήχθη κατά την διάρκεια της θητείας του συγγραφέα στον θώκο του Προέδρου Δημοκρατίας, καμία σοβαρή συζήτηση για την αντιμετώπιση του «δημοκρατικού ελλείμματος» -που ορθά εντοπίζει- δεν μπορεί να γίνει αν δεν εμπεριέχεται στις σχετικές προτάσεις, λελογισμένα και με προσεκτικό σχεδιασμό, αφ’ενός μεν η συμμετοχική αναζωογόνηση των κουρασμένων αντανακλαστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αφ’ετέρου δεν η απομάκρυνση των σύγχρονων Δημοκρατιών από την λογική των «τεχνικών της εξουσίας», που αποφασίζουν μεν «στο όνομα του λαού» αλλά κατά κανόνα ερήμην του. Προς αυτήν την κατεύθυνση, άλλωστε, κινείται ο σχετικός προβληματισμός σε όλα τα προηγμένα δημοκρατικά κράτη, με σημείο αιχμής την ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής ως προς το νομοθετείν, την οργάνωση νέων θεσμών λογοδοσίας και πολιτικού ελέγχου και γενικότερα την τόνωση της δημοκρατικής αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος.

Επειδή δε η τελευταία στην χώρα μας συνδέεται άρρηκτα και με την οργάνωση σταθερού και δίκαιου εκλογικού συστήματος -που θα σέβεται προεχόντως την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου αλλά θα συνυπολογίζει και την επίτευξη κυβερνητικής σταθερότητας και διοικητικής αποτελεσματικότητας- αυτό το βιβλίο είναι νομίζω μια ακόμη χαμένη ευκαιρία του συγγραφέα για οφειλόμενη αυτοκριτική, καθώς  είχε την αντικειμενική ευθύνη, με την ιδιότητα του αρμόδιου υπουργού, για δύο νομοθετικές επιλογές εκλογικών συστημάτων -σε βουλευτικές και δημοτικές εκλογές- οι οποίες δεν διεκδικούν δάφνες ούτε συνταγματικότητας ούτε δημοκρατικότητας…

Η δεύτερη έλλειψη αφορά την ίδια την προσέγγιση των συνταγματικών επιπτώσεων της νέας οικονομικής πραγματικότητας. Στις  αναλύσεις του δεν περιλαμβάνεται, παρά  μόνον ακροθιγώς ή από τα συμφραζόμενα, η κρισιμότερη ίσως αλλαγή που σχετίζεται με τον ρόλο των σύγχρονων συνταγματικών κρατών. Πρόκειται για την ανάδειξη, υπό το κέλυφος υπερεθνικών ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων, τεράστιων και πανίσχυρων ιδιωτικών κέντρων ισχύος, που όχι μόνον επιβάλλουν τις θελήσεις τους στα σύγχρονα συνταγματικά κράτη -περισφίγγοντάς τα σαν ιστός αράχνης και χρησιμοποιώντας, σαν μακρά χείρα τους, τους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς- αλλά και νοσφίζονται εξουσίες που έως τώρα ήταν αποκλειστικά ταυτισμένες με τα εθνικά κράτη (χρησιμοποιώντας πλέον υπερεθνικούς κατασταλτικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς καθώς και τεράστιας εμβέλειας μηχανισμούς παρακολούθησης). Αυτά τα κέντρα, μάλιστα, αποτελούν ίσως τις πλέον επικίνδυνες πηγές διακινδύνευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, κάτι που συνεπάγεται, ως αναγκαία αντίδραση, όχι απλώς την ενίσχυση της τριτενέργειας, την οποία ορθώς προτείνει ο συγγραφέας, αλλά συνολική αλλαγή παραδείγματος σε σχέση με την οργάνωση των αμυντικών προγεφυρωμάτων των ατομικών δικαιωμάτων.

Συμπερασματικά, η μελέτη του Προκόπη Παυλόπουλου για την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πόνημα, που δονείται από το πάθος για την υπεράσπιση των θεμελιωδών βάσεων και των μειζόνων κατακτήσεων του ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ο καθηγητής του Διοικητικού Δικαίου έχει πλέον δώσει, εν πολλοίς, τη θέση του σε έναν θεωρητικό του Συνταγματικού Δικαίου, ο οποίος, συνδυάζοντας εποικοδομητικά και συχνά ευρηματικά τις ποικίλες εμπειρίες του ως προς την κατάστρωση, την οργάνωση και την λειτουργία της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αναζητεί εναγώνια λύσεις-αντίδοτα στην προϊούσα κρίση της, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρέπει δε να υπογραμμισθεί το ότι τόσο η ανάδειξη των προβλημάτων όσο και η διατύπωση των προτάσεων γίνεται με τρόπο ιδιαίτερα απλό και κατανοητό, ώστε να είναι σε θέση να παρακολουθήσει την σχετική σύνθετη επιχειρηματολογία όχι μόνον ο νομικός αλλά ακόμη και ο μέσος αναγνώστης. Ένα μεγάλο μάλιστα πλεονέκτημα του βιβλίου είναι το ότι ο συγγραφέας δεν ξεχνάει σε κανένα σημείο των αναλύσεών του την ακαδημαϊκή του ιδιότητα, επεξηγώντας αναλυτικά όλα τα κρίσιμα θεσμικά ζητήματα που άπτονται των προβληματισμών του, με αποτέλεσμα πολύ συχνά να έχει κανείς την αίσθηση ότι διαβάζει , σε δεύτερο επίπεδο, ένα εύληπτο και χρηστικό εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου. Αυτό καθιστά την μελέτη πολύ ενδιαφέρουσα και για φοιτητές, οι οποίοι, διαβάζοντάς την, θα μπορέσουν εύκολα να καταλάβουν γιατί η πλέον αναμφίλεκτη προσφορά του Προκόπη Παυλόπουλου στην δημόσια ζωή είναι αυτή του  πανεπιστημιακού δασκάλου.

Δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα  ieidiseis.gr, 16.6.2021

 

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Το Πολιτικό στη σκια της Πανδημίας. Εκδ. Καστανιώτη, 2021

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής ΕΚΠΑ

Τίποτε πια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Η πανδημία έχει καταστήσει δυσχερέστερη τη διάσταση ανάμεσα σε έναν μύχιο κόσμο που βάλλεται από παντού και στα δύσκολα προβλήματα που έχει να λύσει η πολιτική εξουσία. Είμαστε αναγκασμένοι να αναθεωρούμε ακόμα και τις πιο εμπεδωμένες απόψεις μας για τα «εγγενή όρια» του πολιτικού. Καλούμαστε να σκεφθούμε από την αρχή τις θεμελιώδεις κατηγορίες με τις οποίες έχουμε συνηθίσει να αποκωδικοποιούμε έναν ολοένα και πιο περίπλοκο κόσμο.

θα ήμουν ευτυχής αν το βιβλίο αυτό, που γεννήθηκε στη διάρκεια ενός παρατεταμένου εγκλεισμού, συμβάλει στην παραγωγή κάποιων νέων σκέψεων, επιφυλάξεων και αμφισβητήσεων του «κοινού νου», με τον ίδιο τρόπο που τόσοι άνθρωποι και τόσα άλλα βιβλία συνήργησαν στη δική του αναπάντεχη γέννηση.

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς

 

 

 

Η επιστροφή της πολιτικής στα χρόνια της πανδημίας –
Η βαθυστόχαστη «ματιά» του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Bιβλιοπαρουσίαση: Γιώργος Σωτηρέλης, Καθηγητής συνταγματικού δικαίου, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ποιες είναι οι επιπτώσεις της πανδημίας στην σύγχρονη πραγματικότητα; Πολλά και ενδιαφέροντα έχουν γραφεί έως τώρα και ασφαλώς ακόμη περισσότερα θα γραφούν στο μέλλον, διότι είναι αναμφισβήτητο ότι η πανδημία θα αποτελέσει ένα ορόσημο στην ιστορία του εικοστού αιώνα. Περίοπτη δε θέση, ανάμεσα σε αυτά,  κατέχει αναμφίβολα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, με τίτλο «Το πολιτικό στην σκιά της πανδημίας».

Ο συγγραφέας φυσικά δεν χρειάζεται συστάσεις. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους  -διαχρονικά- διανοούμενους στη χώρα μας, με εξαιρετική ακαδημαϊκή πορεία και πλουσιότατο συγγραφικό έργο, το οποίο επηρέασε βαθιά ολόκληρες γενιές επιστημόνων (μεταξύ των οποίων και τον γράφοντα, παρότι διαφορετικού γνωστικού αντικειμένου). Ωστόσο το βιβλίο του αυτό δεν είναι όπως τα άλλα, ούτε ως προς τον όγκο ούτε ως προς την γραφή. Είναι μια συνοπτική και εύληπτη παρέμβαση, με την οποία ο συγγραφέας απευθύνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, προκειμένου να μοιρασθεί μαζί του τις αγωνίες και τις ανησυχίες του για το μέλλον του κόσμου μας μετά την πανδημία.

Για να το κάνει αυτό, όμως, ξεκινά από ορισμένες βασικές διαπιστώσεις, ως προς το τι συνέθετε την προ πανδημίας  «κανονικότητα», συνοψίζοντας επιγραμματικά τις σημαντικότερες θέσεις που έχει αναπτύξει με τα παλαιότερα βιβλία του, πρώτον ως προς την ιδεολογική επικυριαρχία των αγοραίων αντιλήψεων και δεύτερον ως προς την ανάδειξη πανίσχυρων διεθνών ιδιωτικών εξουσιών, που κινούνται ασύδοτα στην γκρίζα ζώνη μιας νέας υπερεθνικής οικονομικής πραγματικότητας, περιορίζοντας ξανά τα κράτη στον ρόλο του «νυκτοφύλακα» και του διαχειριστή μια αλόγιστης και πολλαπλά καταστροφικής, τόσο για τον άνθρωπο όσο και για το περιβάλλον, «μεγέθυνσης» της οικονομίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας διατυπώνει με ενάργεια την βασική του θέση, σύμφωνα με την οποία η πανδημία αποτέλεσε μια απότομη και αναπάντεχη τομή, μέσα στην καταθλιπτική και αδιατάρακτη συνέχεια της «κανονικότητας», η οποία όχι μόνον ταρακούνησε συνθέμελα όλες τις αυτάρεσκες βεβαιότητες της προηγούμενης περιόδου αλλά και επανέφερε επιτακτικά στο προσκήνιο τον ρόλο της πολιτικής, ως της μόνης «αρμόδιας» για την επίλυση δυσχερών και ακανθωδών προβλημάτων που άπτονται της υγείας, της ζωής αλλά και της εν γένει κοινωνικής συμβίωσης.

Αυτή η επιστροφή της πολιτικής, βέβαια, δεν έγινε σε συνθήκες θερμοκηπίου αλλά υπό την πίεση μιας «κατάστασης ανάγκης», η αντιμετώπιση της οποίας συχνά προκάλεσε επιφυλάξεις και προβληματισμούς ως προς τις παρεμβάσεις της κρατικής εξουσίας. Παρά ταύτα, όμως, η «επιστροφή της πολιτική» είναι ένα γεγονός αναμφισβήτητο και κατά βάσιν θετικό, καθώς συνοδεύεται από την  αναζωοογόνηση και εν δυνάμει τον αναπροσανατολισμό του δημόσιου χώρου, ως εγγυητή τόσο της ατομικής ελευθερίας όσο και της κοινωνικής συνοχής. Αρκεί βέβαια η επιστροφή αυτή να μην αποδειχθεί πρόσκαιρη αλλά να σηματοδοτήσει μια διαρκή και ανθεκτική στον χρόνο αναοριοθέτηση των σχέσεων μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, στην οποία προσβλέπει ο συγγραφέας, αναλύοντας διεισδυτικά τους όρους και τις προϋποθέσεις για την επίτευξή της.

Δεν σκοπεύω βέβαια να επεκταθώ στις επί μέρους προσεγγίσεις και αναπτύξεις του βιβλίου, διότι σε αυτές προτρέπω να εντρυφήσουν ενδελεχώς όσοι προβληματίζονται σοβαρά για αυτά τα θέματα, με την πεποίθηση ότι θα έχουν πολλά να αποκομίσουν από έναν λόγο εμβριθή, σύνθετο αλλά και συνάμα κατανοητό. Θα αρκεσθώ απλώς να κλείσω με την ακροτελεύτια επισήμανση του συγγραφέα: «Το μόνο που μπορούμε να ελπίσουμε είναι ότι η έκρηξη της πανδημίας θα σηματοδοτήσει την έλευση μιας νέας γενιάς, που θα επιχειρήσει να πάρει την ζωή της, και μαζί με αυτήν την μοίρα της οικουμένης, στα χέρια της».

 

Δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών», 12.6.2021

 

Καταχώρηση: 03-06-2021     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Βασιλική Κ. Βρετού, Περιβαλλοντική Διακυβέρνηση, Ombudsman & Μελλοντικές Γενεές. Εκδ. Μπαρμπουνάκη, 2021

Η Βασιλική Κ. Βρετού στο παρόν βιβλίο καταγράφει αναλυτικά την πορεία για την ανάδειξη της έννοιας της διαγενεακής ισότητας και της προστασίας των μελλοντικών γενεών μέσα από κείμενα του διεθνούς δικαίου, εθνικών Συνταγμάτων και πρωτοπόρων δικαστικών αποφάσεων. To παρόν βιβλίο είναι προϊόν μακροχρόνιας επιστημονικής έρευνας και βασίζεται στο υλικό που επεξεργάστηκε η συγγραφέας κατά την εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής της στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Βασικό ερώτημα αποτελεί η αναζήτηση του θεσμού που θα μπορέσει να διαχειριστεί τα συμφέροντα των μελλοντικών γενεών, κυρίως στο άκρως επίκαιρο θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος. Ο θεσμός του Ombudsman αναλύεται και γίνεται συγκριτική αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του ως Ombudsman για τις μελλοντικές γενεές (Ombudsman for future generations) σε χώρες της Ευρώπης που ήδη υπάρχει και λειτουργεί. Επίσης, καταγράφονται και αναλύονται οι πιο σημαντικοί θεωρητικοί που έθεσαν τις βάσεις για την συζήτηση περί δικαιωμάτων ή συμφερόντων των μελλοντικών γενεών, όπως οι Christopher Stone, John Rawls, Edith Brown Weiss.

Εκτός όμως του θεσμικού πλαισίου καταγράφεται αναλυτικά και το νομικό πλαίσιο, το οποίο κάνει αναφορά στα συμφέροντα των μελλοντικών γενεών, είτε αυτό αποτυπώνεται ως soft law είτε ως hard law είτε αναφέρεται σε διατάξεις των εθνικών συνταγμάτων. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να απουσιάζει η αναφορά σε σχετική νομολογία που συνδέεται με τις μελλοντικές γενιές, αναφέροντας και τις πιο πρόσφατες αποφάσεις δικαστηρίων που δέχονται τις αγωγές που έχουν καταθέσει ανήλικοι τόσο στο όνομά τους όσο και στο όνομα των μελλοντικών γενεών.

Το παρόν βιβλίο θεωρούμε ότι αφορά τον νομικό και δικαστικό κόσμο, τους φοιτητές αλλά και κάθε ενημερωμένο και ευαισθητοποιημένο αναγνώστη. Κάθε ευαισθητοποιημένο πολίτη που θέλει να γνωρίσει τόσο την θεωρία όσο και την πρακτική αλλά και την πρόσφατη εξέλιξη των θεμάτων που αφορούν το δίκαιο περιβάλλοντος, τη φιλοσοφία του δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα  και το αναδυόμενο θέμα των μελλοντικών γενεών.

Προλογίζουν η Καθηγήτρια Νέδα-Μαρία Κανελλοπούλου και η Αντιπρόεδρος του ΣτΕ Μαρία Καραμανώφ.

https://www.barbounakis.com/product/perivallontiki-diakyvernisi-ombudsman-mellontikes-genees/

 

 

Καταχώρηση:     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ (4782/2021) ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Ντίνος Χρ. Ρόβλιας, Δικηγόρος

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε πρώτα με μια γενική θεώρηση του νέου νόμου για τις δημόσιες συμβάσεις (4782/2021) και εν συνεχεία με ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία και κατευθύνσεις αυτού (συγκεκριμένα άρθρα), εξαιρουμένων των διατάξεων που αφορούν τις συμβάσεις του Υπουργείου Άμυνας.

Ο νέος νόμος επέφερε τροποποιήσεις και αντικαταστάσεις σε 130 άρθρα του προηγούμενου νόμου (4412/2016), προσθήκες σε 24 άρθρα αυτού και  καταργήσεις σε 11 άρθρα του. Δηλαδή το νέο νομοθέτημα (4782/2021) παρεμβαίνει στο 50% περίπου του προηγούμενου νομοθετήματος (4412/2016). Πρόκειται για μια εκτεταμένη παρέμβαση, στα όρια της αντικατάστασης του προηγούμενου νόμου από τον νέο. Σημειωτέον δε ότι ο προηγούμενος νόμος, ήταν ένας σχετικά νέος νόμος, μόλις πενταετίας, ο οποίος μάλιστα είχε ήδη υποστεί 404 (!) τροποποιήσεις λόγω αστοχιών και προσαρμογών.

Τέτοια ριζική τροποποίηση ενός πρόσφατου νόμου μπορεί να σημαίνει είτε ότι ο προηγούμενος νόμος ήταν ένας νόμος μη λειτουργικός, που δημιούργησε προβλήματα και δυσχέρειες στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, είτε ότι οι αλλαγές που ψηφίστηκαν με τον νέο νόμο αναμένεται να ανταποκρίνονται στις ανάγκες μιας νέας εποχής, ανεξαρτήτως της ποιότητας του προηγούμενου νόμου. Πάντως, η επιχειρηματική και η νομική κοινότητα δεν είχε ασκήσει γενικευμένη αρνητική κριτική στον προηγούμενο νόμο.

Επειδή τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος, σε μερικά χρόνια από σήμερα (και αν στο μεταξύ δεν αλλάξει και πάλι ο νέος νόμος) θα μπορούμε – τότε – να κρίνουμε αν οι νέες διατάξεις έδωσαν λύση στα χρόνια προβλήματα των δημοσίων συμβάσεων ή εάν προσέθεσαν καινούργια. Σε μερικά χρόνια από σήμερα θα μπορούμε να δούμε εάν αντιμετωπίστηκαν οι υπερβολικές εκπτώσεις, που νοθεύουν τον υγιή ανταγωνισμό, καθώς και εάν επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων. Προς το παρόν θα επισημάνουμε τα θετικά και τα αρνητικά του νέου νόμου με βάση την μέχρι τώρα εμπειρία.

Το σίγουρο είναι ότι για να αρχίσει να λειτουργεί και να τεθεί επί της ουσίας σε εφαρμογή ο νέος νόμος, θα πρέπει κάποιοι να εργαστούν πολύ εντατικά ώστε να εκδοθεί, το συντομότερο δυνατό, ένας μεγάλος αριθμός από τις ογδόντα (80) υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα που προβλέπονται στο άρθρο 139 του νόμου. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι αρκετές από αυτές τις υπουργικές αποφάσεις αναφέρονται και αντιστοιχούν στον πυρήνα νέων αντιλήψεων και πολιτικών, τις οποίες εισάγει ο ν. 4782/2021. Συνεπώς η έκδοσή τους είναι κρίσιμη και για την, επί της ουσίας, εφαρμογή των νέων πολιτικών που προβάλλονται.

Ειδικότερα αναφερόμαστε ενδεικτικά και κυρίως:

– στην απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών για τον Κανονισμό Αναλυτικών και Περιγραφικών Τιμολογίων Εργασιών ανάλογα με την κατηγορία και το μέγεθος των έργων και την προσβασιμότητα της περιοχής εκτέλεσης (άρθρο 139, παρ. 20)

– στην απόφαση του ίδιου Υπουργού για τον Κανονισμό Προεκτιμώμενων Αμοιβών Μελετών και Τεχνικών Υπηρεσιών (άρθρο 139, παρ. 22)

– στην απόφαση του ίδιου Υπουργού για τον καθορισμό ορίου έκπτωσης άνω του οποίου απαιτείται πρόσθετη εγγύηση καλής εκτέλεσης (άρθρο 139, παρ. 26)

– στις υπουργικές αποφάσεις για τον προσδιορισμό των ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών κλπ (άρθρο 139, παρ. 37)

– στην απόφαση του ίδιου Υπουργού για την απαιτούμενη πιστοποίηση του Ιδιωτικού Φορέα Επίβλεψης (ΙΦΕ) για την διαδικασία πρότασης, ορισμού και εγκατάστασης του ΙΦΕ στο έργο, για τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του ΙΦΕ κλπ (άρθρο 139, παρ. 42)

– στην απόφαση του ίδιου Υπουργού για τον καθορισμό των κριτηρίων, των βαθμών ανά κριτήριο, των τεχνικών χαρακτηριστικών λειτουργίας του, της διαδικασίας καταχώρησης κλπ του ψηφιακού αρχείου βαθμολόγησης – βαθμονομίου (άρθρο 139, παρ 45)

– στην κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Υποδομών και Μεταφορών και Ψηφιακής Διακυβέρνησης για τη σύσταση, οργάνωση και διοίκηση της Εταιρείας Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών (άρθρο 139, παρ. 54)

– στην απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών για την μετάβαση στο Ενιαίο Σύστημα Τεχνικών Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών (άρθρο 139, παρ. 55)

– στην κοινή απόφαση των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών και Δικαιοσύνης για τον καθορισμό της αποθετήριας αρχής για την δημοσίευση πληροφοριών στις διαδικασίες διαιτητικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 139, παρ 62).

 

Εάν οι πιο πάνω υπουργικές αποφάσεις δεν εκδοθούν κατά προτεραιότητα και άμεσα, ούτε ο νόμος θα λειτουργεί, επί της ουσίας, σε κρίσιμα σημεία του, ούτε θα υπάρχει απόδειξη για την πραγματική βούληση υλοποίησης όσων νέων πολιτικών αντιλήψεων αυτός ευαγγελίζεται. Νέων πολιτικών αντιλήψεων όπως αυτές που έχουν να κάνουν, κυρίως, με την μετατόπιση κρίσιμων υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων της διοίκησης σε ιδιώτες (επίβλεψη, έλεγχος μελέτης του έργου, επιμετρήσεις εργασιών – άρθρα 57, 59 και 70), με την βαθμολόγηση των επιχειρήσεων που εκτελούν δημόσια έργα (άρθρο 61) και με την καθιέρωση Ενιαίου Συστήματος Τεχνικών Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών (άρθρο 84), θέματα που θα αναλύσουμε πιο κάτω, από την νομική τους μόνο σκοπιά.

Ένας μεγάλος αριθμός των νέων ρυθμίσεων αρχίζουν να ισχύουν από 1-6-2021. Οι περισσότερες αλλαγές που αφορούν στα θέματα εκτέλεσης των έργων θα εφαρμόζονται σε συμβάσεις που θα συναφθούν με διαγωνισμούς που θα προκηρυχθούν μετά την 1-9-2021. Σχετικό εκτενή πίνακα έχει επιμεληθεί και δημοσιεύσει στον ιστότοπό της η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων. Αν λάβουμε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δημοπράτησης και ανάθεσης των έργων, είναι προφανές ότι η πληθώρα των νέων ρυθμίσεων, που αφορά στην εκτέλεση των έργων, θα αρχίσει να εφαρμόζεται περί τα τέλη του 2022 και μετά. Σε περιπτώσεις δε σοβαρών δικαστικών εμπλοκών στη φάση ανάθεσης, θα έχουμε συμβάσεις με πλήρη εφαρμογή του νέου νόμου από το 2024 και μετά, αναλόγως και του χρόνου δημοσίευσης της προκήρυξης. Άρα τα συμπεράσματα από την εφαρμογή των νέων διατάξεων μάλλον θα καθυστερήσουν…

Ειδικότερα, αξίζουν προσοχής τα επόμενα άρθρα του νέου νόμου (μέσα σε παρένθεση αναφέρονται τα άρθρα του προηγούμενου ν. 4412/2016, τα οποία τροποποιούνται ή στα οποία προστίθενται οι νέες διατάξεις):

  1. Άρθρο 21 (72): Θέμα κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής συμμετοχής λόγω υποβολής «μη κατάλληλης» προσφοράς.

Στην παρ. 2ε προβλέπεται η κατάπτωση της εγγυητικής συμμετοχής στο διαγωνισμό αν ο διαγωνιζόμενος υπέβαλε «μη κατάλληλη» προσφορά, με την έννοια της περ. 46, της παρ. 1 του άρθρου 2. Η περ. 46 ορίζει ότι, «ως μη κατάλληλη νοείται μια προσφορά όταν δεν σχετίζεται με την σύμβαση και αδυνατεί προδήλως, χωρίς ουσιώδη τροποποίηση, να ανταποκριθεί στις ανάγκες και τις απαιτήσεις της αναθέτουσας αρχής, όπως προσδιορίζονται στα έγγραφα της σύμβασης».

Ο ορισμός της μη κατάλληλης προσφοράς διατηρείται από τον προηγούμενο νόμο, ο οποίος όμως δεν προέβλεπε την ποινή της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής συμμετοχής.

Κατά την άποψή μας ο πιο πάνω ορισμός της «μη κατάλληλης» προσφοράς εμπεριέχει μεγάλα περιθώρια παρερμηνειών και κατά συνέπεια αυθαιρεσιών ή διευκολύνσεων, για ένα θέμα μάλιστα ιδιαίτερης σπουδαιότητας και σοβαρών συνεπειών (κατάπτωση εγγυητικής επιστολής).

  1. Άρθρο 32 (88): Προσδιορισμός ασυνήθιστα χαμηλών προσφορών.

Στην παρ. 5α ορίζεται ότι, «Στις δημόσιες συμβάσεις έργων, μελετών, παροχής τεχνικών και λοιπών συναφών επιστημονικών υπηρεσιών, ως ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές, σε κάθε περίπτωση, τεκμαίρονται προσφορές που υποβάλλονται σε διαγωνισμό και εμφανίζουν απόκλιση μεγαλύτερη των δέκα (10) ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο του συνόλου των εκπτώσεων των παραδεκτών προσφορών που υποβλήθηκαν. Η αναθέτουσα αρχή δύναται να κρίνει ότι συνιστούν ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές και προσφορές με μικρότερη ή καθόλου απόκλιση από το ως άνω όριο.».

Για ένα τόσο σοβαρό θέμα (υπερβολικές εκπτώσεις που πλήττουν τον υγιή ανταγωνισμό και θίγουν την ποιότητα των έργων, μελετών κλπ) επελέγη μια εύκολη ρύθμιση. Αν όμως ένας προϋπολογισμός δημοπράτησης είναι διογκωμένος ή περιορισμένος (συμπιεσμένος), σε σχέση με το πραγματικό κόστος της σύμβασης, ο μέσος όρος των εκπτώσεων δεν προσδιορίζει το εύλογο ή μη μιας προσφοράς, ούτε το ασυνήθιστα χαμηλό ύψος αυτής. Πολύ περισσότερο ουδόλως το προσδιορίζει εάν ορισμένοι ή όλοι οι διαγωνιζόμενοι έχουν αντιληφθεί την απόκλιση. Αλλά και υπό ομαλές συνθήκες, που ο προϋπολογισμός αντιστοιχεί στο πραγματικό κόστος, τίθεται το ερώτημα γιατί επελέγη το 10% αντί του 15% ή του 20%; Προέκυψε από στατιστικά στοιχεία; Δεν θα έπρεπε, αν υπάρχουν, να αναφέρονταν στην αιτιολογική έκθεση του νόμου; Αλλά και περαιτέρω, η δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να κρίνει ότι συνιστούν ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές και προσφορές με μικρότερη ή καθόλου απόκλιση από το 10%, χωρίς προϋποθέσεις ή κριτήρια, παρέχει έδαφος αυθαιρεσίας και εξυπηρετήσεων λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η κρίση της αυτή δεν προβλέπεται ότι θα γίνεται πριν την υποβολή των προσφορών. Θα μπορούσε να απαιτείται τουλάχιστον η σύμφωνη γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου.

Αξίζει να σημειώσουμε εν προκειμένω και την άποψη της Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ), επί του νομοσχεδίου (και ήδη ν. 4782/2021), η οποία για το συγκεκριμένο θέμα παρατηρεί ότι η ρύθμιση του 10% δεν μπορεί μόνη της να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και προτείνει «… να ληφθούν υπόψη οι πραγματικές συνθήκες στην αγορά, ώστε να αναμορφωθούν, ενδεχομένως οι τιμές των περιγραφικών τιμολογίων των έργων και οι προεκτιμώμενες αμοιβές των μελετών και οι σχετικοί προϋπολογισμοί των δημοπρατούμενων συμβάσεων να καταρτίζονται από τις αναθέτουσες αρχές με βάση στοιχεία που θα προσεγγίζουν τις πραγματικές τιμές της αγοράς.».

  1. Άρθρο 57 (136): Θέματα ιδιωτικής επίβλεψης.

Με την παρ. 3 προβλέπεται η δυνατότητα παρακολούθησης, ελέγχου και διοίκησης (επίβλεψης) των έργων από πιστοποιημένους ιδιωτικούς φορείς επίβλεψης (ΙΦΕ). Πρόκειται για δυνατότητα μεταφοράς αρμοδιοτήτων της διοίκησης σε ιδιώτες, που έχει εφαρμοστεί στις συμβάσεις παραχώρησης, αλλά που για πρώτη φορά προβλέπεται σε συμβάσεις αμιγώς δημοσίων έργων. Όμως, παράλληλα με την ιδιωτική επίβλεψη, διατηρούνται αρμοδιότητες της διοίκησης σχετικά με την επίβλεψη του έργου, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα πλέγμα σχέσεων μεταξύ αναδόχου, ιδιωτικής επίβλεψης, δημόσιας επίβλεψης (διευθύνουσας υπηρεσίας) και Προϊσταμένης Αρχής, το οποίο κατά την άποψή μας θα αυξήσει τις διαδικασίες επίλυσης τυχόν διαφωνιών και ίσως επιφέρει καθυστερήσεις στην πρόοδο των έργων. Συναφώς, η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων παρατηρεί ότι είναι ασαφές το ποιος έχει την «τελική ευθύνη» για την ορθή εκτέλεση της σύμβασης: διευθύνουσα υπηρεσία ή ΙΦΕ.

Με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 προβλέπεται ότι με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών θα καθοριστούν τα θέματα που συνάπτονται με τον ΙΦΕ (πιστοποίηση αυτού, προσόντα του, διαδικασία πρότασης, ορισμού και εγκατάστασης του ΙΦΕ στο έργο, διαδικασία σύναψης σύμβασης ΙΦΕ και αναδόχου, καθήκοντα και υποχρεώσεις του ΙΦΕ, αμοιβή, εγγυήσεις αμεροληψίας του ΙΦΕ, λόγος αντικατάστασής του κλπ). Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής, στην έκθεσή της επί του νομοσχεδίου, παρατηρεί επί του θέματος αυτής της υπουργικής απόφασης, έλλειψη αναφοράς των βασικών αρχών και κατευθύνσεων που διέπουν τα κριτήρια απόκτησης και διατήρησης επαγγελματικής επάρκειας του ΙΦΕ, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 43 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο η νομοθετική εξουσιοδότηση πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, να περιγράφει δε τις βασικές αρχές και κατευθύνσεις στο πλαίσιο των οποίων οφείλει να κινηθεί η διοίκηση κατά την κανονιστική ρύθμιση.

  1. Άρθρο 59 (138): Θέματα ελέγχου της μελέτης δημοπράτησης του έργου από τον ανάδοχο, μετά την υπογραφή της σύμβασης.

Η παρ. 2 προβλέπει υποχρέωση του αναδόχου να ελέγξει την μελέτη δημοπράτησης του έργου μετά την υπογραφή της σύμβασης και πριν την εγκατάστασή του στο εργοτάξιο. Αν ο ανάδοχος προτείνει τροποποιήσεις της μελέτης και η Προϊσταμένη Αρχή, μετά από γνωμοδότηση του Τεχνικού Συμβουλίου, κρίνει τις τροποποιήσεις ουσιώδεις και δαπανηρές (ουσιώδη αύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος), η σύμβαση διαλύεται, ο ανάδοχος αποζημιώνεται και προτείνεται στον επόμενο κατά σειρά μειοδότη να εκτελέσει το έργο με την υφιστάμενη μελέτη και με την (ακριβότερη) προσφορά του που υπέβαλε στο διαγωνισμό. Δηλαδή η διοίκηση διαλύει μια σύμβαση λόγω της μελέτης και αποζημιώνει τον ανάδοχο, ύστερα δε συνεχίζει τη σύμβαση με την αρχική μελέτη και με ακριβότερο ανάδοχο!…

Η παρ. 18 ορίζει ότι ο ανάδοχος δεν μπορεί να εγείρει αξιώσεις αν αυτές αφορούν αποκλειστικά αστοχίες της μελέτης τις οποίες δεν επικαλέστηκε.

Η ρύθμιση αυτή κατ’ αρχήν θα καθυστερεί την έναρξη των εργασιών κατά 5 μήνες τουλάχιστον, βάσει των προθεσμιών που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο και λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων ανταπόκρισης της διοίκησης. Περαιτέρω, ο έλεγχος της μελέτης είναι πρακτικά έως αδύνατος πριν την έναρξη των εργασιών όταν πρόκειται για υπόγεια έργα ή υποθαλάσσια ή έργα σε περιοχές με αρχαία κλπ (ομοίως και η άποψη ΕΑΑΔΗΣΥ). Άρα η παρ. 18 θα έρχεται σε αντίθεση με τις πραγματικές δυνατότητες σε πολλές περιπτώσεις. Όμως το χειρότερο είναι ότι η ρύθμιση αυτή δυνατόν να αποτελέσει εργαλείο για να «μεταβιβάζεται» το έργο από τον πρώτο στο δεύτερο (ακριβότερο) μειοδότη, και μάλιστα με εμπλοκή της διοίκησης, αφού είναι αυτή που θα αποφασίζει για την ουσιώδη ή μη αύξηση του εργολαβικού ανταλλάγματος εξ αιτίας των προτεινόμενων τροποποιήσεων της μελέτης από τον αρχικό ανάδοχο, που είναι και η αιτία (η ουσιώδης αυτή αύξηση) για την λύση της σύμβασης και την αποζημίωση του αρχικού αναδόχου!

Είναι αντιληπτή η πρόθεση του νομοθέτη να αντιμετωπίσει τις τροποποιήσεις της μελέτης που επιχειρούνται κατά την εκτέλεση του έργου. Αντί όμως να λύσει το χρόνιο πρόβλημα, ανοίγει ένα νέο (και μάλιστα με χειρότερες επιπτώσεις) που εμφανίζεται πριν την έναρξη των εργασιών, με ενδεχόμενες συνέπειες την καθυστέρηση, την αποζημίωση και την αύξηση του οικονομικού ανταλλάγματος.

Επί του θέματος η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής επισημαίνει ότι η ρύθμιση θέτει ενδεχομένως ερωτηματικά ως προς την εναρμόνισή της με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αναδόχου.

Για το ίδιο θέμα η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) αναφέρει ότι, «… οι εν λόγω διατάξεις εισαγάγουν σημαντικές καθυστερήσεις πριν από την έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών, απροσδιόριστες δαπάνες αποζημιωτικού χαρακτήρα, εγείρουν σημαντικές επιφυλάξεις ως προς την τήρηση των αρχών  της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης, καθώς η αναθέτουσα αρχή συνδιαλέγεται με τους οικονομικούς φορείς μετά την ολοκλήρωση της  διαδικασίας, ενώ ευνοούνται  οι συνθήκες  ανάπτυξης φαινομένων συμπαιγνίας μεταξύ των συμμετεχόντων στις σχετικές διαδικασίες.».

Τέλος, στο θέμα της αποζημίωσης του αναδόχου αν η σύμβαση λυθεί λόγω των παρατηρήσεων στη μελέτη, προβλέπεται ότι ο ανάδοχος «αποζημιώνεται μόνο για τις αποδεδειγμένες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την συμμετοχή του στον διαγωνισμό και μέχρι τη διάλυση της σύμβασης» και εν συνεχεία ότι, με απόφαση της Προϊσταμένης Αρχής κατόπιν γνωμοδότησης του τεχνικού συμβουλίου, «κρίνεται το εύλογο της δαπάνης για την αποζημίωση». Είναι προφανής η έλλειψη συμβατότητας μεταξύ των λέξεων «αποδεδειγμένες δαπάνες» και «εύλογο της αποζημίωσης». Εφόσον αποζημιώνονται οι «αποδεδειγμένες δαπάνες» (αυστηρός προσδιορισμός της αποζημίωσης) παρέλκει η χρήση του όρου «το εύλογο της δαπάνης», ο οποίος χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις αδυναμίας πλήρους απόδειξης του ύψους της.

  1. Άρθρο 61 (142): Καθιέρωση βαθμονομίου.

Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ψηφιακό αρχείο βαθμολόγησης (βαθμονόμιο) όλων των τεχνικών εταιρειών που εκτελούν δημόσια έργα. Γιατί καθιερώνεται το βαθμονόμιο και σε τι θα χρησιμεύει, δεν αναφέρεται. Η παρ. 5 παραπέμπει τον καθορισμό των κριτηρίων, των βαθμών ανά κριτήριο, τα τεχνικά χαρακτηριστικά λειτουργίας, τη διαδικασία καταχώρησης σ’ αυτό και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, σε απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών. Ούτε εδώ αναφέρεται ή υπονοείται ο σκοπός και η χρήση του βαθμονομίου! Διερωτώμεθα τι είδους “βαθμονόμιο” είναι αυτό, που δεν γνωρίζουμε σε τι και πως θα χρησιμεύει.

Η πιο πάνω παρ. 5 προσκρούει ευθέως στο άρθρο 43 παρ. 2 εδ. α’ του Συντάγματος αφού αναθέτει εν λευκώ στον Υπουργό να καθορίσει τα πάντα χωρίς νομοθετικές αρχές και κατευθύνσεις.

Χαρακτηριστικά, η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) επισημαίνει ότι, «… οι ρυθμίσεις του προτεινόμενου άρθρου είναι γενικόλογες, ατελείς και ανώριμες, δεν είναι συνεκτικές με τις λοιπές ρυθμίσεις του νόμου και ιδίως με τις διατάξεις του π.δ/τος 71/2019, στις οποίες προβλέπονται τα Μητρώα των εργοληπτικών επιχειρήσεων και εγείρουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς τη συμβατότητά τους με τις λοιπές διατάξεις του ν. 4412/2016 και ιδίως με διατάξεις ενωσιακής προέλευσης, με κίνδυνο να καταστούν εξ αρχής ανεφάρμοστες και να δημιουργήσουν σοβαρά ζητήματα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή τους.».

Δυστυχώς, η πρόχειρη νομοτεχνική αποτύπωση του θέματος, αν δεν αναδιατυπωθεί πλήρως, θα δημιουργήσει σοβαρές νομικές εμπλοκές ή θα «εξαφανιστεί» σιωπηρά ή ρητά, όπερ και το πιθανότερο…

  1. Άρθρο 65 (146): Καθιέρωση ηλεκτρονικού ημερολογίου σε ελεύθερο λογισμικό ευρείας χρήσης.

Είναι από τις θετικές και πρωτοποριακές ρυθμίσεις του νέου νόμου. Στις λεπτομέρειες όμως πάλι κρύβονται προβλήματα… Δεν διευκρινίζεται, όπως θα έπρεπε, ότι οι πράξεις του προϊσταμένου της διευθύνουσας υπηρεσίας σε σχέση με το περιεχόμενο του ημερολογίου, όπως οι απορρίψεις εγγραφών ή οι εντολές για επιπλέον εγγραφές (παρ. 3), δεν αποτελούν βλαπτικές πράξεις. Και επειδή δεν διευκρινίζεται (και μέχρι να διευκρινιστεί), η νομική συμβουλή είναι να ασκούνται κατ’ αυτών ενστάσεις, για να μην απολεστούν δικαιώματα.

  1. Άρθρο 66 (147): Αναστολή προθεσμιών λόγω ανωτέρας βίας.

Η παρ. 7 ορίζει ότι οι προθεσμίες της σύμβασης αναστέλλονται λόγω γεγονότων ανωτέρας βίας, αλλά ότι η αναστολή δεν μπορεί να υπερβεί το ένα δέκατο (1/10) της συνολικής συμβατικής προθεσμίας! Τι γίνονται στη συνέχεια τα τυχόν συνεχιζόμενα γεγονότα ανωτέρας βίας; Δεν εμποδίζουν τη συνέχιση του έργου; Οι προθεσμίες θα «τρέχουν» παρότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση των εργασιών; Σε ποια δικαστική κρίση θα αντέξει αυτή η ιδέα που αποτυπώθηκε σε νομοθετικό κείμενο;

Τέλος, με την παρ. 4, αυξάνεται η οριακή προθεσμία αποπεράτωσης του έργου από το άθροισμα «συμβατική πλέον 1/3 αυτής» στο άθροισμα «συμβατική πλέον 1/2  αυτής», χρονικό διάστημα που ο ανάδοχος δεσμεύεται να συνεχίζει την κατασκευή του έργου.

  1. Άρθρο 70 (151): Επιμετρήσεις συνοδευόμενες από δήλωση περί της αληθείας αυτών.

Με το άρθρο αυτό αλλάζει ριζικά ο τρόπος ελέγχου των επιμετρήσεων. Οι επιμετρήσεις δεν ελέγχονται από την υπηρεσία όταν υποβάλλονται, αλλά θεωρούνται κατ’ αρχήν αληθείς, συνοδευόμενες από δήλωση του αναδόχου περί της αληθείας αυτών. Η υπηρεσία υποχρεούται να ελέγξει οποτεδήποτε το 40% αυτών. Μέχρι τότε, καθώς και μέχρι τον έλεγχο της τελικής επιμέτρησης, γίνονται οι τμηματικές πληρωμές (μηνιαίοι λογαριασμοί) του αναδόχου βάσει της δήλωσης περί της αληθείας των επιμετρήσεων. Κατά την άποψή μας, η ρύθμιση δημιουργεί ένα καθεστώς αβεβαιότητας και εκκρεμοτήτων που διαιωνίζεται, καλλιεργώντας έδαφος πρόσφορο για αυθαιρεσίες ή εξυπηρετήσεις.

Είναι πιθανό το ενδεχόμενο ο έλεγχος που θα γίνει στο τέλος, να ανατρέψει (ορθά ή εσφαλμένα) τα μέχρι τότε δεδομένα, να επιφέρει ακόμα και με μεγάλες μεταβολές και να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες (αρνητικός λογαριασμός μεγάλου ύψους, ποινικές ρήτρες, ενδεχόμενη κατάπτωση εγγυητικών επιστολών κλπ). Αν δε αυτές οι αρνητικές μεταβολές προκύπτουν από ενδεχόμενα εσφαλμένες διορθώσεις, θα έχει δημιουργηθεί μια όψιμη και ανεπίκαιρη δραματική ανατροπή της μέχρι τότε εξέλιξης της σύμβασης, η οποία θα ισχύει μέχρι να αποφανθούν τα δικαστήρια. Αλλά και αντίθετα, μέχρι να ελεγχθεί το 40%, καθώς και η τελική επιμέτρηση του έργου, υπάρχει κίνδυνος διόγκωσης (και αντίστοιχης πληρωμής) των ποσοτήτων διαφόρων εργασιών που (δεν) εκτελέστηκαν. Για να προστατεύσει ο νομοθέτης το δημόσιο συμφέρον σ’ αυτή τη περίπτωση, προέβλεψε (παρ. 5) ειδική ποινική ρήτρα (3%) επί του τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού όταν αυτό αποκαλυφθεί, χωρίς όμως ρητή σχετική αναφορά και σε τόκους υπερημερίας από την είσπραξη έως την επιστροφή των ποσών των λογαριασμών που βασίστηκαν στις διογκωμένες επιμετρήσεις.

Πρόβλημα παρουσιάζεται περαιτέρω σχετικά με τον προσδιορισμό των «ανακριβών» επιμετρήσεων και των «εκ προθέσεως ανακριβών» επιμετρήσεων, αφού για τις δεύτερες υπονοείται και ποινική αντιμετώπιση (τελευταίο εδάφιο της παρ. 6). Πραγματικά, ο ορισμός που δίδεται στην παρ. 4 για τις ανακριβείς και τις εκ προθέσεως ανακριβείς επιμετρήσεις αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και υποκειμενικής κρίσης. Συγκεκριμένα, ως «ανακριβείς» επιμετρήσεις θεωρούνται όσες φέρουν προφανή υπολογιστικά σφάλματα ή παραλείψεις ή αναφορά λανθασμένου άρθρου του τιμολογίου και δεν μπορούν να αποδοθούν σε πρόθεση του αναδόχου να εξαπατήσει την υπηρεσία, ως «εκ προθέσεως αναληθείς» επιμετρήσεις νοούνται οι επιμετρήσεις που εκ προθέσεως περιέχουν αναληθή επιμετρητικά στοιχεία. Δυσδιάκριτα τα όρια της πρόθεσης… Ομοίως τοποθετείται και η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ) εκτιμώντας ότι θα δημιουργηθεί πλήθος ερμηνευτικών ζητημάτων και προβλημάτων εφαρμογής.

  1. Άρθρο 81 (165): Επαναφορά της δυνατότητας σύστασης κατασκευαστικής κοινοπραξίας.

Πρόκειται για μια θετική ρύθμιση του νέου νόμου που επιτρέπει τη συμμετοχή στην εκτέλεση του έργου επιχειρήσεων που έχουν τα προσόντα να το αναλάβουν και να το εκτελέσουν, σε κοινοπραξία με τον ανάδοχο. Άλλωστε θα μπορούσαν να συμμετάσχουν ούτως ή άλλως στην εκτέλεσή του και ως υπεργολάβοι. Με την είσοδό τους στην κοινοπραξία κατασκευής, ως μέλη αυτής, ευθύνονται σε ολόκληρο για το σύνολο του έργου, οπότε η αναθέτουσα αρχή διασφαλίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό, με περισσότερους υπεύθυνους για το έργο.

  1. Άρθρο 84 (170): Καθιέρωση Ενιαίου Συστήματος Τεχνικών Προδιαγραφών και Τιμολόγησης Τεχνικών Έργων και Μελετών (ΕΣΤΕΠ – ΤΙΜ – ΤΕΜ) και Ηλεκτρονικού Συστήματος Προσδιορισμού Κόστους Συντελεστών Παραγωγής Τεχνικών Έργων (ΗΣΠΚΣΠΤΕ).

Πρόκειται επίσης για μια από τις θετικές ρυθμίσεις του νέου νόμου, αρκεί να συσταθεί σύντομα ο φορέας λειτουργίας και να εκδοθούν οι απαιτούμενες υπουργικές αποφάσεις (παρ. 3, 5 και 6).

Μέσω της ρύθμισης αυτής θα επιχειρηθεί να αντιμετωπιστεί το μεγάλο και χρόνιο πρόβλημα των εσφαλμένων προϋπολογισμών δημοπράτησης, που οδηγεί στις υπερβολικές εκπτώσεις, που με τη σειρά τους οδηγούν σε καθυστερήσεις και σε ποιοτικές υποβαθμίσεις των έργων. Και αυτά γιατί τα χρησιμοποιούμενα τιμολόγια είναι παρωχημένα, δεν ανταποκρίνονται στα σημερινά κοστολόγια και δεν είναι συμβατά με τις σύγχρονες τεχνικές προδιαγραφές. Επιτέλους μπορεί να ξεκινήσει ο εκσυγχρονισμός του συστήματος παραγωγής δημοσίων έργων.

  1. Άρθρο 87 (174): Ένσταση κατά βλαπτικών πράξεων σε βάρος του αναδόχου.

Επιχειρείται απλοποίηση της διαδικασίας υποβολής της Ένστασης (με ηλεκτρονική αποστολή), αλλά παράλληλα δημιουργούνται δύο θέματα που χρήζουν νομοθετικής ρύθμισης. Πρώτον, δεν κατονομάζεται το όργανο στο οποίο απευθύνεται η Ένσταση. Η παρ. 1α αναφέρει ότι η Ένσταση απευθύνεται στο, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αρμόδιο όργανο. Απαιτείται διευκρίνιση. Δεύτερον, καθιερώνεται ασφυκτική και ανατρεπτική προθεσμία 60 ημερών για την έκδοση απόφασης επί της Ένστασης. Μετά την παρέλευση των 60 ημερών η διαφωνία μπορεί να επιλυθεί μόνο από το Δικαστήριο. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται ατυχής διότι στερεί από το αρμόδιο όργανο (συνήθως τον Υπουργό) το δικαίωμα να αποφανθεί αργότερα επί της Ένστασης (ως συνήθως γίνεται). Θα έπρεπε να προβλέπεται η δυνατότητα να αποφανθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, οπότε να αυξηθεί η πιθανότητα να περατωθεί ενδεχομένως η υπόθεση διοικητικά, χωρίς απασχόληση των Δικαστηρίων. Γιατί θα πρέπει η απόφαση να εκδοθεί εντός 60 ημερών; Αυτό το ζήτημα καλό θα ήταν να επανεκτιμηθεί όταν θα έρθει η ώρα της πρώτης τροποποίησης – διόρθωσης του νόμου, που δεν θα αργήσει, δεδομένου ότι υπάρχουν αβλεψίες και εσφαλμένοι αριθμοί παραγράφων σε παραπομπές κλπ, όπως τις επισημαίνουν τόσο η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, όσο και η Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων (ΕΑΑΔΗΣΥ).

  1. Άρθρο 88 (176): Διαιτητική επίλυση διαφορών.

Με τον νέο νόμο προβλέπεται η δυνατότητα της διαιτησίας όχι μόνο στις νέες συμβάσεις, αλλά και σε όσες ήδη εκτελούνται. Πρόκειται για θετική ρύθμιση, δια της οποίας θα επιταχυνθεί η επίλυση των διαφωνιών και θα μειωθεί ο όγκος απασχόλησης των Δικαστηρίων.

Δυστυχώς όμως, ο νέος νόμος δεν διόρθωσε (παρότι είχε την ευχέρεια και την ευκαιρία) την νομοτεχνικά άκρως προβληματική διάταξη που ίσχυε βάσει του άρθρου 176 του ν. 4412/2016 (το οποίον σημειωτέον ουδέποτε εφαρμόστηκε). Ειδικότερα:

Η παρ. 2 ορίζει ότι η διαιτησία διέπεται από τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για τις διαιτησίες του Δημοσίου. Η διαιτησία του Δημοσίου συναντάται στο άρθρο 49 του Εισαγωγικού Νόμου του ΚΠολΔ, στο οποίο ορίζεται ότι το Δημόσιο μπορεί να συνομολογήσει συμφωνία διαιτησίας μόνο εγγράφως, ύστερα από γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) και απόφαση (ΚΥΑ) του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού, με τον ίδιο δε τρόπο ορίζει τους διαιτητές του. Ερωτάται λοιπόν: Για κάθε προκήρυξη που θα εμπεριέχει ρήτρα διαιτησίας θα πρέπει προηγουμένως να έχει γνωμοδοτήσει επί της ρήτρας η Ολομέλεια του ΝΣΚ και να έχει εκδοθεί ΚΥΑ;

Το ίδιο ερώτημα αφορά και τις διαιτησίες της παρ. 6, ήτοι συμφωνίες διαιτησίας που επιτρέπεται να συναφθούν εκ των υστέρων, για συμβάσεις που ήδη εκτελούνται. Θα πρέπει η συμφωνία διαιτησίας γι’ αυτές να υποβάλλεται για γνωμοδότηση στην Ολομέλεια του ΝΣΚ και να εκδίδεται ΚΥΑ; Και γιατί θα πρέπει το ΝΣΚ να γνωμοδοτήσει ακόμα και για ρήτρες διαιτησίας που δεν αφορούν το Δημόσιο αλλά Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (π.χ. ΕΡΓΟΣΕ, ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ, ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ κλπ) που έχουν αυτοτελείς νομικές υπηρεσίες;

Η παραπομπή στις διατάξεις για τις διαιτησίες του Δημοσίου ήταν ατυχής και άσκοπη, μόνο προβλήματα δε θα δημιουργήσει.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις διαφωνίες για τις οποίες έχει ήδη ασκηθεί Προσφυγή στο Δικαστήριο, αλλά δεν έχει εκδικαστεί η υπόθεση. Κατά την άποψή μας δεν εμποδίζεται η υπαγωγή σε διαιτησία εφόσον υποβληθεί παραίτηση από το δικόγραφο της Προσφυγής μετά την υπογραφή της συμφωνίας διαιτησίας.

Προβληματική όμως είναι και η ρύθμιση της παρ. 4, που εξακολουθεί να ισχύει, σύμφωνα με την οποία η διεξαγωγή της διαιτησίας υπόκειται στον «Κανονισμό Διαφάνειας στις δυνάμει Συνθήκης Διαιτησίες Επενδυτών – Κρατών» (Rules on Transparency in Treaty based Investor – State Arbitration) της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο (UNCITRAL). Έχουμε αναζητήσει τον Κανονισμό στα Ελληνικά, αλλά η αναζήτηση απέβη άκαρπη. Δηλαδή γίνεται παραπομπή σε κείμενο, για το οποίο δεν υπάρχει επίσημη (ή έστω γενικώς αποδεκτή) μετάφρασή του στα Ελληνικά. Προς τι η επιλογή (από τον προηγούμενο κατ’ αρχήν νομοθέτη) ενός κειμένου που δεν χρησιμοποιείται παρά ελάχιστα παγκοσμίως και που – εξ όσων γνωρίζουμε – ουδέποτε έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι σήμερα σε διαιτησίες στην Ελλάδα; Δεν επαρκούσαν άραγε οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που είναι επαρκέστατες και αναλυτικότατες; Kι αν δεν ικανοποιούσαν αυτές οι διατάξεις, δεν ικανοποιούσαν άραγε ούτε οι κανόνες του ICC που ευρέως χρησιμοποιούνται;

Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι η παρ. 4 εξακολουθεί να ορίζει ότι οι διατάξεις του πιο πάνω Κανονισμού κατισχύουν των κανόνων διαιτησίας που καθορίζονται «σύμφωνα με την παρ. 3». Επειδή η παρ. 3 αναφέρεται στην απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, πιθανολογούμε ότι εννοεί σύμφωνα με την παρ. 2. Δηλαδή οι ρυθμίσεις του πιο πάνω Κανονισμού θα υπερισχύουν των κανόνων της διαιτησίας που προβλέπονται στα συμβατικά τεύχη, με τα οποία δημοπρατήθηκε το έργο, αλλά οι όροι, όμως, των οποίων σύμφωνα με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ (ενδεικτικά ΣτΕ Ολ. 1667/2011) δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ακόμα κι αν αντίκεινται σε διατάξεις της κοινής νομοθεσίας, του Συντάγματος ή του Κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, θα πρέπει να επέλθει διόρθωση και στο σημείο αυτό.

  1. Άρθρο 108 (221): Κατάργηση της επιλογής των μελών επιτροπών με κλήρωση.

 Με τον ν. 4024/2011 (άρθρο 26) καθιερώθηκε η επιλογή των μελών των επιτροπών με κλήρωση προκειμένου να διασφαλίζεται, με τρόπο τυχαίο, η συμμετοχή στις επιτροπές διαγωνισμού ή παραλαβής, στα γνωμοδοτικά όργανα κλπ, με διαφάνεια και χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις. Στο εξής η αναθέτουσα αρχή (ή η προϊσταμένη αρχή – βλ. τροποποιημένο άρθρο 172 περί της παραλαβής του έργου) θα επιλέγει τα πρόσωπα των επιτροπών. Δεν θα λέγαμε ότι είναι ένα θετικό βήμα. Επί δε της δικαιολογίας ότι η κλήρωση επέφερε καθυστερήσεις, αντιτείνεται ότι μάλλον αλλού θα πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες των καθυστερήσεων.

  1. Άρθρο 138 (372): Αίτηση Αναστολής και Αίτηση Ακύρωσης στη φάση της διαγωνιστικής διαδικασίας.

 Είναι μια ρύθμιση προς τη σωστή κατεύθυνση, δια της οποίας επιχειρείται επιτάχυνση των διαδικασιών ανάθεσης δια της μείωσης των καθυστερήσεων στη φάση των δικαστικών εμπλοκών. Προβλέπεται η άσκηση της Αίτησης Αναστολής και της Αίτησης Ακύρωσης με το ίδιο δικόγραφο, η προθεσμία για την άσκηση του οποίου και η άσκησή του κωλύουν την σύναψη της σύμβασης. Επίσης κωλύεται η πρόοδος της διαδικασίας για 15 ημέρες από την άσκηση της Αίτησης. Δηλαδή, σε γενικές γραμμές, η απόφαση επί της Αίτησης Αναστολής δεν είναι επί της ουσίας αναγκαία για την αναστολή της σύναψης της σύμβασης, αλλά είναι αναγκαία για την αναστολή της προόδου της διαδικασίας του διαγωνισμού πέραν των 15 ημερών. Με τον τρόπο αυτό θα περιοριστεί σημαντικά η απασχόληση των Δικαστηρίων και της διοίκησης για την Αίτηση Αναστολής. Εφόσον δε τηρηθούν οι προβλεπόμενες προθεσμίες (εντός 60 ημερών προσδιορισμός δικασίμου της Αίτησης Ακύρωσης και έκδοση του διατακτικού της απόφασης εντός 15 ημερών από την συζήτηση ή από την προθεσμία για υποβολή υπομνημάτων) τότε η ρύθμιση θα αποδειχθεί θετική διότι σε συντομότατο χρονικό διάστημα θα έχουμε αμετάκλητη κρίση επί της Αίτησης Ακύρωσης, προς την οποία κρίση η διοίκηση θα είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί, ενώ μέχρι τώρα δεν ήταν υποχρεωμένη να συμμορφωθεί προς το σκεπτικό της απόφασης επί της Αίτησης Αναστολής και σε μεγάλο αριθμό διαγωνισμών ανέμενε την κρίση επί της Αίτησης Ακύρωσης, η οποία καθυστερούσε αναλόγως του φόρτου των αρμοδίων Δικαστηρίων.

Μια τελευταία σχετική παρατήρηση: προσοχή στον αριθμό των σελίδων του δικογράφου διότι με τον ν. 4786/2021, άρθρο 24 (προσθήκη παραγράφου 6 στο άρθρο 17 του πδ 18/1989) τα εισαγωγικά δικόγραφα ενώπιον του ΣτΕ δεν επιτρέπεται πλέον να υπερβαίνουν τις 30 σελίδες!

  1. Άρθρο 140 παρ. 8: Πλασματική αυτοδίκαιη παραλαβή έργων που αφορούν υποδομές δικαστηρίων.

 Πρόκειται για μια (τουλάχιστον) πρωτότυπη ρύθμιση που αναφέρεται σε έργα υποδομών δικαστηρίων. Αυτά λοιπόν τα έργα, εάν περατώθηκαν προ 10 τουλάχιστον ετών από την δημοσίευση του νόμου (9-3-2021) και έχουν δοθεί προς χρήση στον φορέα κατασκευής ή/και στο κοινωνικό σύνολο (υπονοεί προφανώς και περιπτώσεις για τις οποίες δεν έχει καν διενεργηθεί διοικητική παραλαβή προς χρήση κατ’ άρθρο 72 του ν. 3669/2008), αλλά δεν έχουν παραληφθεί πραγματικά ή αυτοδίκαια, θεωρείται ότι έχουν παραληφθεί αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου (!), επιστρέφονται δε άμεσα (ή παύουν να ισχύουν) οι εγγυητικές επιστολές καλής εκτέλεσης.

Πραγματικά είναι μια ρύθμιση που δημιουργεί απορίες αφού φαίνεται να τακτοποιεί έργα που χρησιμοποιούνται από το κοινωνικό σύνολο χωρίς ενδεχομένως να έχει καν προηγηθεί παραλαβή προς χρήση και για τα οποία είναι ανέφικτη ακόμα και η αυτοδίκαιη παραλαβή τους μετά από σχετική όχληση του αναδόχου, όπως προβλέπει ο νόμος.

Η προϋπόθεση που τίθεται για την εφαρμογή της ρύθμισης («εφόσον δεν υφίστανται δικαστικές εκκρεμότητες της αναθέτουσας αρχής κατά του αναδόχου») είναι ατελέσφορη διότι η αναθέτουσα αρχή δεν στρέφεται δικαστικά κατά του αναδόχου, αλλά ο ανάδοχος είναι αυτός που στρέφεται δικαστικά κατά πράξεων της υπηρεσίας. Άρα, ως προϋπόθεση θα έπρεπε να είχε τεθεί το ότι δεν υφίστανται δικαστικές εκκρεμότητες του αναδόχου κατά της αναθέτουσας αρχής κατά πράξεων ή παραλείψεων αυτής και των αρμοδίων οργάνων της και υπηρεσιών της, τουλάχιστον για θέματα που σχετίζονται με την ποιότητα και την ασφάλεια των έργων αυτών.

Σημειώνεται τέλος ότι η διάταξη αυτή δεν υπήρχε στο κείμενο του νομοσχεδίου που ετέθη στη δημόσια διαβούλευση.

Παρά τις σοβαρές επιμέρους επιφυλάξεις μας για κρίσιμες ρυθμίσεις του νέου νόμου 4782/2021, ευχόμαστε πραγματικά να αποτελέσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την απορρόφηση των κονδυλίων που αναμένονται να διατεθούν, με σκοπό την αντιμετώπιση των βαρύτατων οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Ίσως στο σημείο αυτό θα μπορούσε ο νέος νόμος να είναι πιο δραστικός εάν συνέδεε ευθέως την επιλογή των αναδόχων, μεταξύ άλλων, και προς κριτήρια που σχετίζονται με τις ανάγκες και τις προοπτικές επιχειρήσεων, εργαζομένων και κράτους στην, μετά την πανδημία, εποχή. Ανάγκες και προοπτικές που αναφέρονται στη διατήρηση και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, στον ψηφιακό μετασχηματισμό, στην επίτευξη στόχων για την αντιμετώπιση της απειλής της κλιματικής αλλαγής, στην χρηματοοικονομική διευκόλυνση του κράτους κλπ. Θα μπορούσε να πριμοδοτηθεί και αξιοποιηθεί περισσότερο η σχέση κράτους – ιδιώτη μέσα από καθοριστικά κριτήρια – κίνητρα, που επιλέγει το κράτος, υπηρετεί ο ιδιώτης και ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κρίσιμης περίστασης.

(Δημοσιεύτηκε στον ΣΥΝΗΓΟΡΟ, τεύχος 144/2021)

Αποχαιρετισμός στον Γεράσιμο Θεοδόση

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» εκφράζει τη βαθύτατη οδύνη του για την αδόκητη απώλεια του μέλους του Γεράσιμου Θεοδόση, η οποία βύθισε σε θλίψη τόσο την ακαδημαϊκή όσο και την λογοτεχνική κοινότητα.

Ο Γεράσιμος Θεοδόσης άφησε πίσω του πλούσιο επιστημονικό έργο, με ιδιαίτερη έμφαση στο κράτος δικαίου και στα ατομικά δικαιώματα, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε ευδόκιμα και με την άλλη μεγάλη του αγάπη, την λογοτεχνία.

Δημιουργικός και ευαίσθητος, με υψηλό ήθος και με κριτική και ανήσυχη σκέψη,  τίμησε την επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου και υπήρξε αγαπητός συνάδελφος και αφοσιωμένος δάσκαλος.

Ο Όμιλος εκφράζει τα πιο θερμά του συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του.

Το πρότυπο του «Μέντορος» στην εποχή μας

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στους χαλεπούς καιρούς που βιώνουμε, και ιδίως στο πλαίσιο της Πανεπιστημιακής μας Κοινότητας, τίθεται και το εξής ζήτημα: Αρκεί η μετάδοση της γνώσης από τους διδάσκοντες στους διδασκόμενους ή απαιτείται, επιπλέον, ο διδάσκων –ο «Δάσκαλος»– να υπηρετεί και ένα πρότυπο επιστήμης και ζωής, προκειμένου να επιτελεί την αποστολή του στο ακέραιο; Με άλλες λέξεις, έχουμε σήμερα ανάγκη από «Μέντορες»; Η ειδικότερη αναφορά στην Πανεπιστημιακή μας Κοινότητα δικαιολογείται και από το ότι στη Χώρα μας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 5 και 6 του Συντάγματος, ακολουθούμε, διαχρονικώς, το κλασικό ευρωπαϊκό πρότυπο της «σωματειακού» –και όχι «ιδρυματικού», κατά την αγγλοσαξονική παράδοση, κατ’ εξοχήν δε στις ΗΠΑ– χαρακτήρα οργάνωσης του Πανεπιστημίου. Ητοι της οργάνωσης που ανταποκρίνεται στην αρχή της «Universitas Magistrorum et Scholarium», δηλαδή της ένωσης διδασκόντων και διδασκομένων. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επιβάλλει μια σύντομη ανασκόπηση, αφενός, ως προς το ποιες είναι οι ρίζες του όρου «Μέντωρ». Και, αφετέρου, ως προς το αν εντός του πεδίου της σύγχρονης Μάθησης νοείται μια μορφή «Μέντορος» και τι μπορεί τούτο να συμβολίζει.

Ι. Μέντωρ: Από τον Μύθο στην Ιστορία

Πίσω στις ρίζες λοιπόν, κάμποσες χιλιετίες πριν, με οδηγό τα Ομηρικά Επη.

Α. Φεύγοντας από την Ιθάκη, για να συμμετάσχει στον Τρωικό Πόλεμο, ο Οδυσσέας αφήνει «στο πόδι του» τον επιστήθιο φίλο του, τον Μέντορα τον Ιθακήσιο, για να φροντίζει «τα του οίκου» του και, πρωτίστως, ν’ ασκεί καθήκοντα ενός είδους «οδηγού» του γιου του, του Τηλεμάχου.

1. Κατά τη Μυθολογία, η θεά Αθηνά έπαιρνε τη μορφή του Μέντορος και συνόδευε τον Τηλέμαχο, σε αναζήτηση του πατέρα του, του Οδυσσέα. Οπως, επίσης, συμπαρίστατο στον Τηλέμαχο, όταν αυτός έσπευδε σε βοήθεια του πατέρα του, π.χ. κατά τη διάρκεια της «μνηστηροφονίας».

2. Είναι φανερό πως, ήδη από τότε, με τη «μετάβαση» από τον αυθεντικό Μέντορα τον Ιθακήσιο στη θεά Αθηνά, προστάτιδα και οδηγό του Τηλεμάχου ώς τον γυρισμό του Οδυσσέα, έχουμε τα πρώτα δείγματα της συμβολικής μετουσίωσης του Μέντορος.

Β. Πολλές και πολυπρισματικές υπήρξαν, στη συνέχεια, οι αναφορές στον ρόλο του Μέντορος. Για να έλθουμε στη δική μας εποχή, μάλλον πρέπει να σταθούμε σε μια κρίσιμη περίοδο που συμπυκνώνει, με σχεδόν ιδανικό τρόπο, την ιστορία και τη λογοτεχνία. Πρόκειται για την περίοδο μεταξύ 1693 και 1694, όταν ο François de Salignac de la Mothe Fénelon συνέγραψε το περίφημο εκπαιδευτικό του μυθιστόρημα-πραγματεία, με τίτλο «Les aventures de Télémaque» («Οι περιπέτειες του Τηλεμάχου»).

1. Ο Fénelon ήταν σπουδαίος θεολόγος αλλά και, γενικότερα, άνθρωπος των γραμμάτων, με εξαιρετικά φιλελεύθερες για την εποχή του απόψεις ως προς την εκπαίδευση. Το κατά τ’ ανωτέρω εκπαιδευτικό του μυθιστόρημα, «Οι περιπέτειες του Τηλεμάχου», γράφτηκε ως μια μορφή οδηγού για την εκπαίδευση του νεαρού δούκα της Βουργουνδίας, στον οποίο ο Fénelon έδωσε τη μορφή του Τηλεμάχου, με τη θεά Αθηνά να τον συμβουλεύει για την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής του. Για την ιστορική ακρίβεια, «Οι περιπέτειες του Τηλεμάχου» ασκούσαν δριμύτατη κριτική στη γενικότερη εκπαιδευτική πολιτική της Γαλλίας, όπως αυτή διαμορφωνόταν σύμφωνα με τα άκρως συντηρητικά –απολύτως αναχρονιστικά, κατά τον Fénelon– πρότυπα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και της αυλής του. Το έργο του Fénelon είχε και πρωτοφανή απήχηση στην τότε Ευρώπη, μεσ’ από πολλές μεταφράσεις.

2. Δεν είναι, κατά συνέπεια, υπερβολή να δεχθούμε πως ο ρόλος και οι συμβολισμοί του «Μέντορος» στη δική μας εποχή ανάγονται, κατ’ εξοχήν, στις «περιπέτειες του Τηλεμάχου» του Fénelon και αναδεικνύουν το μέγεθος του «εκπαιδευτή-συμβούλου», ο οποίος μπορεί να εμπνεύσει, πρωτίστως ως πρότυπο, έναν νέο άνθρωπο, προκειμένου αυτός να ολοκληρώσει, μέσ’ από τη μόρφωσή του και την αντίστοιχη στάση ζωής, την όλη προσωπικότητά του.

ΙΙ. Ο σύγχρονος «Μέντωρ»

Μπορούμε, άραγε, ιδίως στο πλαίσιο της κατά τ’ ανωτέρω Πανεπιστημιακής μας Κοινότητας, να δεχθούμε ότι ο ρόλος του «Μέντορος», μέσα στο πεδίο της μαθησιακής διαδικασίας –υπό τη διπλή, βεβαίως συμπληρωματική, διάσταση της έρευνας και της διδασκαλίας–, είναι δυνατό να λειτουργήσει;

Α. Πιστεύω πως στο κρίσιμο αυτό ερώτημα η απάντηση πρέπει να είναι καταφατική, υπό τις εξής όμως, αμφιδρόμως λειτουργούσες εν προκειμένω, προϋποθέσεις:

1. Πρώτον, ότι ο «Μέντωρ» εκπροσωπεί και εκφράζει ένα αυθεντικό πρότυπο μιας ολοκληρωμένης, στο δικό του πεδίο του επιστητού –αλλ’ ακόμη και πέρα από αυτό, με την έννοια του ότι οφείλει να αντιπροσωπεύει ένα minimum «κοσμοθεωρίας» ως προς την αποστολή της μάθησης–, προσωπικότητας. Και, δεύτερον, ότι ο «Μέντωρ» δεν επιβάλλει, σ’ εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται, το δικό του πρότυπο, όσο και αν είναι πεπεισμένος για την πληρότητά του. Αλλά, πολύ περισσότερο, ανοίγει σε αυτούς νέους δρόμους, αφήνοντάς τους ν’ ασκήσουν ελεύθερα το δικαίωμα της επιλογής, a fortiori δε και της αμφισβήτησης των κατεστημένων αντιλήψεων.

2. Και για να γίνω κάπως σαφέστερος: Ο σύγχρονος «Μέντωρ» μπορεί να διεκδικήσει αυτό τον ρόλο στο πλαίσιο της μαθησιακής διαδικασίας –ιδίως δε σ’ εκείνο που αφορά την Πανεπιστημιακή μας Κοινότητα– όταν, πριν απ’ όλα, ο ίδιος έχει φθάσει σ’ ένα αρκούντως πλήρες επίπεδο μόρφωσης. Και μάλιστα μιας μόρφωσης που, οπωσδήποτε, εκτείνεται όσο το δυνατόν στο σύνολο του επιστητού, μέσα στο οποίο κινείται η εξειδίκευσή του. Πλην όμως, ταυτοχρόνως, το υπερβαίνει, κατ’ ανάγκην, και παρέχει τα εχέγγυα μιας στέρεης γενικότερης «κοσμοθεωρίας» μάθησης, πολλώ μάλλον όταν η σύγχρονη Μεθοδολογία των Επιστημών καταδεικνύει πως δεν υπάρχουν απόλυτα στεγανά μεταξύ τους.

3. Ο σύγχρονος «Μέντωρ» πρέπει να είναι ο «Δάσκαλος», ο οποίος εμπνέει τον διδασκόμενο «Τηλέμαχο» να του μοιάσει, όχι μόνο με την έννοια του να τον φθάσει ως προς τη μόρφωση. Αλλά και με την έννοια του να μιμηθεί τον εν γένει τρόπο ζωής του και δημιουργίας του. Και τούτο προσθέτει στους ώμους του σύγχρονου «Μέντορος» το ακόλουθο βάρος: Τότε μόνο μπορεί να εμπνεύσει τον διδασκόμενο ως πρότυπο, υπό την κατά τ’ ανωτέρω έννοια, όταν, επιπλέον, ασκώντας στην πράξη την Επιστήμη του, το πράττει χωρίς καμία «έκπτωση» ως προς την πιστή τήρηση της κοινώς αποδεκτής επιστημονικής δεοντολογίας. Και ακόμη περισσότερο, το πράττει υπό όρους που δείχνουν ότι και αυτή η άσκηση της Επιστήμης στην πράξη, έχει ως πρώτιστο στόχο την επιβεβαίωση και την αναγκαία προώθησή της κατά την αποστολή της. Μια τέτοια στάση, κυρίως εκ μέρους των μελών της Πανεπιστημιακής μας Κοινότητας, είναι τόσο περισσότερο σημαντική για το ίδιο το Πανεπιστήμιο, όσο συνιστά, επιπλέον, μια έμπρακτη και γενναία απάντηση στην «μικρόψυχη» μισθολογική του αντιμετώπιση εκ μέρους της Πολιτείας, η οποία αρνείται να κατανοήσει, ιδίως στη σημερινή συγκυρία, ακόμη και το νόημα της κατά Ματθαίον (δ΄,4) ρήσης: «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

Β. Πέραν τούτων όμως, ο σύγχρονος «Μέντωρ» δικαιολογεί τους αντίστοιχους συμβολισμούς της οντότητάς του μόνον όταν, ως «Δάσκαλος», μένει πιστός στα στοιχειώδη προτάγματα της διδασκαλίας και της μάθησης, όπως αυτά πηγάζουν από τα δεδομένα της εν γένει επιστημονικής μεθοδολογίας.

1. Προς αυτή την κατεύθυνση το πρώτιστο μέλημά του είναι να κατανοεί ότι η μετάδοση της μάθησης, διά της διδασκαλίας, επ’ ουδενί σημαίνει την επιβολή, προς τον διδασκόμενο, των επιστημονικών αντιλήψεων που ενστερνίζεται ως διδάσκων. Κατά συνέπεια, ο σύγχρονος «Μέντωρ» δεν διδάσκει, κατά το «αυτός έφα», μέσ’ από ένα «Ιερό Βιβλίο». Αντιθέτως, οφείλει να είναι απέναντι σε κάθε «δόγμα», άρα απέναντι σε κάθε είδους κατεστημένες αντιλήψεις. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ωθεί τον διδασκόμενο να τον αμφισβητήσει και να τον ξεπεράσει, υπό όρους ευγενούς άμιλλας, στο πεδίο της επιστημονικής δημιουργίας.

2. Τούτο, άλλωστε, προκύπτει αβιάστως και από τις επιταγές της σύγχρονης Μεθοδολογίας των Επιστημών. Δοθέντος ότι, κατά γενική παραδοχή και ομολογία, η Επιστήμη προάγεται και οδηγείται στην οριακή της καταξίωση μόνο μέσ’ από την επιλάθευση των εκάστοτε δεδομένων της. Ολως αντιθέτως, η εμμονή με μια, δήθεν «παραδεδεγμένη», θέση ισοδυναμεί με καταστροφική επιστημονική υποχώρηση και υπαναχώρηση, η οποία μας φέρνει πίσω στις μακρινές προκαταλήψεις της «αυθεντίας» και του «δόγματος». Προκαταλήψεις, τις οποίες πρώτοι «γκρέμισαν» οι Προσωκρατικοί, ενώ το τελικό «χτύπημα» μάλλον οφείλεται, φυσικά μεταγενεστέρως –περί το 170 π.Χ. και ύστερα–, στον Καρνεάδη τον Κυρηναίο. Ο οποίος, ολοκληρώνοντας την προηγούμενη διδασκαλία του Αρκεσίλαου του Πιταναίου –καταγόμενου από την Πιτάνη της Μικρασιατικής Αιολίδας–, διατύπωσε την άποψη ότι η «απόλυτη γνώση» είναι απλώς ψευδαίσθηση, αφού ο άνθρωπος δεν κατέχει, ούτε μπορεί να κατέχει, την απόλυτη και «αιώνια» αλήθεια.

3. Τα προαναφερόμενα εξηγούν αλλά και αιτιολογούν, όπως νομίζω, το ότι για να οριοθετήσουμε τον ρόλο του «Μέντορος» στην εποχή μας, και ιδίως στο πεδίο της Πανεπιστημιακής μας Κοινότητας –που οφείλει να κινείται, πάντα, και μέσα στο πλαίσιο του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού–, πρέπει να γυρίσουμε πίσω στις ρίζες της ουσιαστικής Μάθησης. Τις ρίζες, δηλαδή, που προσδιορίζουν και αναδεικνύουν το νόημα και την αποστολή της Μάθησης και της μαθησιακής διαδικασίας, ως αποστολής που έχει βασικό στόχο την ολοκλήρωση της προσωπικότητας του Ανθρώπου, κατά τον προορισμό του.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι προηγηθείσες θέσεις, αναφορικά με το πρότυπο του σύγχρονου «Μέντορος», ίσως «ηχούν», ώς ένα σημείο, με τρόπο που «αποπνέει» έναν ρομαντισμό, ο οποίος αγγίζει τα όρια της ουτοπίας. Ομως η, όποια, τεκμηριωμένη εξιδανίκευση του προτύπου του σύγχρονου «Μέντορος» όχι μόνο δεν είναι ουτοπική αλλά, όλως αντιθέτως, υπηρετεί εκείνο το οποίο το πρότυπο αυτό οφείλει να εκφράζει και να εκπροσωπεί, κατ’ εξοχήν στην περίπλοκη και ταραγμένη εποχή μας, όταν οι προκλήσεις για τον Ανθρωπο και την Ανθρωπότητα γίνονται ολοένα και πιο ορατές, ολοένα και πιο επώδυνες και, επέκεινα, επικίνδυνες. Οσο για την περί ρομαντισμού κριτική που θα μπορούσε να μου ασκηθεί, την αποδέχομαι πλήρως. Με την έννοια ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ρομαντισμός εν γένει –άρα και στον τομέα της Μάθησης– υπήρξε ένα πραγματικά «επαναστατικό» κίνημα του Πνεύματος, προορισμένο να σπάσει τα δεσμά της συντήρησης του «δόγματος» και της «αυθεντίας». Και, όπως ήδη τονίσθηκε, τέτοια δεσμά δεν ταιριάζουν, κατ’ ουδένα τρόπο, στην πραγματική Μάθηση, ούτε, κατά λογική ακολουθία, στο πρότυπο του σύγχρονου «Μέντορος», όπως προσπάθησα να το περιγράψω.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο “Τέχνες και Γράμματα” της Εφημερίδας “Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” της Κυριακής 25 Απριλίου 2021, σελ. 12.

Οι απαρχές της Γενικής Πολιτειολογίας στην Ελλάδα: Η συνεισφορά του Ιωάννη Κοκκώνη στο έργο του «Περί Πολιτειών» (1828-1829)

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επίτιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα ερμηνευτικά σχήματα της ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας

Χαράλαμπος Κουρουνδής, Διδάκτορας Νομικής, υπότροφος μεταδιδακτορικός ερευνητής

Η Συνταγματική Ιστορία αποτελεί ένα μετεωριζόμενο επιστημονικό πεδίο. Η δύσκολη, σύμφωνα με μια χαρακτηριστική έκφραση του Νίκου Αλιβιζάτου, αυτοεπιβεβαίωσή της ανάμεσα στον νομικό δογματισμό και την πολιτική ιστορία, παραμένει στοιχείο της υπαρξιακής της ταυτότητας. Ωστόσο, η μελέτη της εξέλιξης, της οργάνωσης και της άσκησης της κρατικής εξουσίας, όπως αυτή αποκρυσταλλώθηκε στους συνταγματικούς θεσμούς, έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό κατοχυρωθεί ως αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο. Το παρόν άρθρο προσπαθεί να περιγράψει σε αδρές γραμμές τα ερμηνευτικά σχήματα της ελληνικής Συνταγματικής Ιστορίας, που φέρουν ανεξίτηλα τη σφραγίδα της εποχής στην οποία αρθρώθηκαν.

Οι αφετηρίες

Η θέση της συνταγματικής ιστορίας κατά την πρώτη εκατονταετία του ελληνικού κράτους ήταν στα εισαγωγικά κεφάλαια των εγχειριδίων του Συνταγματικού Δικαίου. Η σημασία τους δεν ήταν αμελητέα. Το έργο του Ιωάννη Αραβαντινού περιέχει λεπτομερέστατες αναφορές των γεγονότων, με εξαντλητική μνεία ονομάτων, ημερομηνιών και αριθμών, καθώς και μακροσκελείς συγκριτικές αναφορές, έχει όμως σε μεγάλο βαθμό περιγραφικό χαρακτήρα. Σε παρόμοιο μήκος κύματος κινείται και ο ΝΝ Σαρίπολος, ο οποίος παρουσιάζει τις μεταβολές των πολιτευμάτων κυρίως ως ακολουθία γεγονότων, η κατάληξη των οποίων ήταν το εκάστοτε ισχύον συνταγματικό πλαίσιο. Δεν ήταν τυχαίο. Ο νομικός θετικισμός διεκδικούσε τη στεγανοποίηση της νομικής επιστήμης από τα συγγενή επιστημονικά πεδία και ως εκ τούτου δεν ευνοούσε την επικοινωνία της με την Ιστορία.

Η πρώτη αμφισβήτηση αυτής της θεώρησης προήλθε από τον Αλέξανδρο Σβώλο, ο οποίος όχι μόνο ενέταξε τη συνταγματική ιστορία στην εν γένει πολιτική ιστορία αλλά και την συνέδεσε, μέσω της περίφημης κοινωνιολογικής μεθόδου του, με την «ακριβή απεικόνισιν της κοινωνικής εξελίξεως, από την οποίαν προσδιορίζεται κατά βάσιν και το πολίτευμα». Το ερμηνευτικό σχήμα του κορυφαίου έλληνα συνταγματολόγου του μεσοπολέμου δίνει έμφαση στον αγώνα ανάμεσα στις δημοκρατικές και φιλελεύθερες αντιλήψεις του ελληνικού λαού και τις απολυταρχικές τάσεις που εκφράζονταν μέσα από το θεσμό της μοναρχίας. Έτσι, τα επαναστατικά Συντάγματα και οι εξεγέρσεις του 1843 και του 1862 θεωρούνται ως στιγμές αυτής της πάλης, η οποία με τη σειρά της συμπίπτει με τις απαρχές «της δημιουργίας αστικού οικονομικού πολιτισμού». Η σταδιακή αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας κατά τον 20ο αιώνα αποτελεί, κατά τον Σβώλο, το υπόβαθρο της κατάλυσης της μοναρχίας το 1923, αφού η ισχυροποίηση της αστικής τάξης και η ανάπτυξη της εργατικής τάξης στέρησαν τη μοναρχία από τα κοινωνικά της ερείσματα. Το σχήμα του θεμελιώνεται αφενός στη σημασία των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων για τη διαμόρφωση του «υπαρκτού» συνταγματισμού κάθε εποχής και αφετέρου σε μια βαθιά πίστη στην εξελικτική πορεία της ιστορίας προς την πρόοδο και της δημοκρατίας προς τον εμπλουτισμό της με κοινωνικό περιεχόμενο.

Η μετεμφυλιακή οπισθοδρόμηση

Στα χρόνια της «εθνικοφροσύνης», οι περιγραφικές αναφορές των εγχειριδίων του Συνταγματικού Δικαίου στη συνταγματική ιστορία εξακολουθούν να αποτελούν τον κανόνα, ενώ οι όποιες παρεκκλίσεις μάλλον συνιστούν οπισθοδρόμηση από τα προπολεμικά κεκτημένα. Έτσι, ακόμα και οι παραβιάσεις του Συντάγματος του 1844 από τον Όθωνα θεωρούνται ότι έγιναν «εξ αγάπης προς τον λαόν του» ο οποίος ήταν «πολιτικώς ουχί ώριμος» (Κυριακόπουλος). Αυτές οι αξιολογικές διατυπώσεις δεν συγκροτούν βέβαια κάποιο ερμηνευτικό σχήμα, αν και το υπονοούν. Η αντίληψη μιας φωτισμένης απολυταρχίας, που συναντά διαρκώς εμπόδια στο μεταρρυθμιστικό της έργο από την απαιδευσία του λαού, ήταν δύσκολο να υποστηριχθεί expressis verbis ακόμα και κατά την μετεμφυλιακή περίοδο. Διαφορετική ήταν η προσέγγιση του Γεωργίου Δασκαλάκη ο οποίος, ακολουθώντας την Ιστορική Σχολή του Δικαίου, εστίαζε το ενδιαφέρον του στην ήττα μετά το 1821 της κοινοτικής παράδοσης, που απηχούσε τις γνήσιες λαϊκές μορφές εννοιολογικής πρόσληψης του δικαίου, άρα και του Συντάγματος. Έτσι, απέδιδε τις πολιτειακές δυσλειτουργίες στην επιβολή ξενόφερτων θεσμών, μη ανταποκρινόμενων στην ιδιοσυγκρασία των ελλήνων.

Η παρακαταθήκη του Σβώλου βρήκε άξιο συνεχιστή στο πρόσωπο του Αριστόβουλου Μάνεση, ο οποίος αντιπαρέβαλε στο σχήμα της πολιτικής ανωριμότητας του λαού μια εναλλακτική αφήγηση, θεμελιωμένη στη δημοκρατική αρχή. Κατά τον Μάνεση, η εναλλαγή ομαλών και ανώμαλων περιόδων θα έπρεπε να εξηγηθεί με βάση την εφαρμογή (ή μη) της δημοκρατικής αρχής, η παραβίαση της οποίας, ιδίως από τους κρατούντες, αποτελούσε τη βασική αιτία φθοράς του ελληνικού συνταγματισμού. Ιδιαίτερη έμφαση έδινε ο Μάνεσης και στην ανάδειξη των συστηματικών παραβιάσεων του Συντάγματος από το Στέμμα, στοιχείο που σχετιζόταν βεβαίως και με τη συγκυρία των Ιουλιανών του 1965. Η απροκάλυπτη παραβίαση του Συντάγματος από τον βασιλιά Κωνσταντίνο ερμηνεύτηκε από τον Μάνεση όχι ως κεραυνός εν αιθρία ή ως νεανική επιπολαιότητα αλλά ενταγμένη στο υπεραιωνόβιο αντιδημοκρατικό συνεχές της ελληνικής μοναρχίας.

Αξιοσημείωτο είναι και το χρονικό της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας το οποίο δημοσίευσε το 1963 η «Αυγή» με τον εύγλωττο τίτλο «Τα ελληνικά Συντάγματα στόχος της κοτζαμπάσικης ολιγαρχίας». Σ’ αυτό, από τη μια πλευρά βρίσκεται διαχρονικά η ολιγαρχία και οι πολιτικές εκφράσεις της, που συμβιβάζονται με τη δημοκρατία μόνο για σύντομα χρονικά διαστήματα. Από την άλλη τοποθετείται ο λαός και τα προοδευτικά στοιχεία της αστικής τάξης, που επέτυχαν τις δημοκρατικές κατακτήσεις οι οποίες αποτυπώθηκαν στα Συντάγματα του 1864, του 1911 και του 1927. Το σχήμα απηχούσε την αντίληψη της ΕΔΑ (και του ΚΚΕ) για τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της αστικοδημοκρατικής επανάστασης και ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο με τις επεξεργασίες του ΣΕΚΕ και του ΚΚΕ τη δεκαετία του ’20.

Η μεταπολιτευτική τομή

Η άνθιση της συνταγματικής ιστορίας ήρθε στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Εμβληματικό υπήρξε το έργο του Ν. Αλιβιζάτου «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974», που δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηριστεί το έργο αναφοράς μέσω του οποίου η ελληνική συνταγματική ιστορία κατέκτησε την αυτοτέλειά της. Το ερμηνευτικό σχήμα του Αλιβιζάτου θεμελιώνεται στη μελέτη των κρίσεων από το μεσοπόλεμο μέχρι τη δικτατορία ως ιστορία των επιβουλών της εξουσίας –ιδίως της εκτελεστικής– απέναντι στη δημοκρατία. Οι παραβιάσεις των συνταγματικών δικαιωμάτων προσεγγίζονται ως αναγκαία συνέπεια των αυθαίρετων μεθόδων άσκησης της εξουσίας. Το σχήμα αυτό συνδύαζε την παρακαταθήκη του Σβώλου και του Μάνεση με τις τότε προτεραιότητες της Αριστεράς, ιδίως εκείνου του κομματιού της που έθετε ως προτεραιότητα την εδραίωση των κοινοβουλευτικών θεσμών. Ταυτόχρονα, επικοινωνούσε με τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό που διεκδικούσε ελευθερίες αυτόνομης έκφρασης και συλλογικής δράσης.

Παράλληλα, ο ίδιος ο Αριστόβουλος Μάνεσης εμβάθυνε το ιστορικό έργο του, επισημαίνοντας στις παραδόσεις της «Πολιτικής Ιστορίας» του (1978) ότι η μελέτη της «παρουσιάζει όλες τις δυσχέρειες που είναι συμφυείς με την ιστορική έρευνα». Αυτή η ευαισθησία απέναντι στην πολυπλοκότητα των ιστορικών φαινομένων αντικατοπτρίζεται στον τρόπο με τον οποίο ανέλυσε τη διαδρομή των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών του Ηνωμένου Βασιλείου καταφέρνοντας να αποφύγει τις υπερβολικές σχηματοποιήσεις και απλουστεύσεις. Η «μεγάλη αφήγηση» του Μάνεση για την εξέλιξη των πολιτικών θεσμών στην Ελλάδα γράφεται, πάντως, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Σε αυτήν χαρακτηρίζει την περίοδο από το 1843 ως το 1950 ως έναν αιώνα κοινωνικής εξέλιξης με πολιτικές μεταπτώσεις, αναφέρεται στα χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου ως το 1963 με άξονα την οικονομική «απογείωση» σε απαρχαιωμένα πολιτικά πλαίσια και εξηγεί την περίοδο 1963-1974, με επίκεντρο την αποτυχία της προσπάθειας πολιτικού εκσυγχρονισμού και την επιβολή της δικτατορίας, ως απόγειο της κρίσης νομιμοποίησης της κατεστημένης εξουσίας. Η εν λόγω περιοδολόγηση του Μάνεση αποστασιοποιείται από την κλασσική διάκριση με βάση τη μορφή του πολιτεύματος και χρησιμοποιεί «μεικτά» κριτήρια που εξηγούν τις αλλαγές (ή μη) των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών σε συνάρτηση με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και τις πολιτικές συγκρούσεις κάθε εποχής.

Την ίδια περίοδο, εμφανίζονται επεξεργασίες που γονιμοποιούν σε πολλαπλές κατευθύνσεις αυτήν την κληρονομιά. Χαρακτηριστική υπήρξε η συμβολή του Γιώργου Σωτηρέλη, ο οποίος διαφοροποιήθηκε από προσεγγίσεις που αντιμετώπιζαν την καθολική ψηφοφορία στην Ελλάδα του 19ου αιώνα σαν θεσμό ενός «ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού» αλλά και υποβάθμιζαν, γενικότερα, την δημοκρατική και κοινοβουλευτική μας παράδοση. Ο Σωτηρέλης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα μεγάλα ποσοστά συμμετοχής των πολιτών στις εκλογές, στο επίπεδο του Τύπου, στις υψηλού επιπέδου αγορεύσεις στην Βουλή και στις μορφές πολιτικοποίησης των μαζών για να αντιπαρατεθεί με τις θεωρίες υπανάπτυξης (Μουζέλης) ή ατροφίας της κοινωνίας πολιτών (Τσουκαλάς) και να αναδείξει το ότι η χώρα μας μετά το 1862 –που ήταν το ελληνικό 1848– βρέθηκε για πάνω από μισόν αιώνα στην πρωτοπορία του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, όχι μόνον στην θεωρία αλλά και στην πράξη. Σημαντική πρωτοτυπία του Σωτηρέλη είναι ότι θεμελίωσε αυτό το ερμηνευτικό σχήμα σε μια πλούσια έρευνα των πρωτογενών πηγών, που περιλάμβαναν από τις εφημερίδες και τα άλλα έντυπα της εποχής μέχρι την νομολογία για τον έλεγχο του κύρους των εκλογών –που ασκείτο τότε από τη Βουλή– και τις  εκθέσεις δικαστικών αντιπροσώπων. Έτσι, κατάφερε να προσεγγίσει τη Συνταγματική ιστορία του 19ου αιώνα όχι μόνο με τις μεθόδους των νομικών αλλά και με τα εργαλεία των ιστορικών, δίνοντας στο έργο του το αναγκαίο διεπιστημονικό βάθος.

Η αξιοποίηση των πρωτογενών πηγών, ιδίως μάλιστα των πιο περιφρονημένων όπως ο Τύπος, εμφανίζεται και στα έργα του Γιώργου Αναστασιάδη και του Παύλου Πετρίδη. Η ρηξικέλευθη ματιά του Αναστασιάδη ανέδειξε με ευαισθησία τη σημασία των εφημερίδων και της λογοτεχνίας ως πηγών της Συνταγματικής ιστορίας και δεν δίστασε να προχωρήσει στη σύνδεση της εθνικής ιστορίας με την τοπική, με έμφαση στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη. Και η δική του οπτική βέβαια συμβάδιζε με την εποχή της, όπως φαίνεται στο έργο του για την αρχή της δεδηλωμένης την οποία προσέγγισε όχι μόνο υπό το πρίσμα των μοναρχικών επιβουλών αλλά και με το βλέμμα στραμμένο στην υποψία κατάχρησης των «υπερεξουσιών» που απέδιδε το Σύνταγμα του 1975 στον ΠτΔ από τον τότε νεοεκλεγέντα Κ. Καραμανλή.

Η αναθεώρηση

Η αναθεώρηση του κυρίαρχου μεταπολιτευτικού σχήματος προήλθε από τον ίδιο τον Ν. Αλιβιζάτο ο οποίος αντιμετωπίζει πλέον τη συνταγματική ιστορία σαν μια μάχη ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τον λαϊκισμό, που μαίνεται από το 1821 έως σήμερα («Θεσμοί και λαϊκισμός», 1989). Εμβαθύνοντας σ’ αυτή τη διάκριση το 2011, ο Αλιβιζάτος προσδιορίζει ως φίλους του Συντάγματος τους εκσυγχρονιστές που κοιτάζουν προς τη Δύση. Από την άλλη πλευρά, διακηρυγμένοι εχθροί του Συντάγματος υπήρξαν βεβαίως λίγοι (οι οπαδοί δικτατορικών αντικοινοβουλευτικών λύσεων), αλλά στους «μη φίλους» του συγκαταλέγονται και οι εσωστρεφείς δυνάμεις, από τους προεστούς μέχρι τους σύγχρονους δημαγωγούς που παραβιάζουν το Σύνταγμα για μικροκομματικά οφέλη. Το σχήμα που βασίζεται στο δίπολο εκσυγχρονισμός/λαϊκισμός αντιστοιχεί βέβαια σε διαφορετικά πολιτικά προτάγματα από εκείνα της πρώιμης μεταπολίτευσης και εμφανίζει σημαντικές αντιφάσεις. Ενδεικτικά, η προσέγγιση της 21ης Απριλίου ως επικράτησης των λαϊκιστών παραβλέπει ότι το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στρεφόταν ενάντια στον «λαϊκισμό» του Γ. Παπανδρέου και στο πεζοδρόμιο του Ανένδοτου Αγώνα και των Ιουλιανών που, σύμφωνα με τον «αντιλαϊκιστή» Κ. Καραμανλή, είχαν προβεί σε «κατάχρηση της δημοκρατίας» καθιστώντας αναγκαία μια ελεγχόμενη εκτροπή.

Η νέα τάση ενθάρρυνε προσεγγίσεις που επιχειρούν να ανασκευάσουν παλιότερες ερμηνείες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των πρωθυπουργικών θητειών του Κ. Καραμανλή, εκ των οποίων η πρώτη (1955-1963) είχε συνδεθεί μεταπολιτευτικά με τον αυταρχισμό του μετεμφυλιακού κράτους ενώ η δεύτερη (1974-1980) με τον εκδημοκρατισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Ο Αλιβιζάτος αποστασιοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη θεωρία του «διπλού Καραμανλή», αποδεχόμενος εν μέρει την προσέγγιση του Ευάνθη Χατζηβασιλείου ο οποίος αντιμετωπίζει ως κατεξοχήν εκσυγχρονιστική την προδικτατορική οκταετία του Κ. Καραμανλή. Έτσι, ο δομικά αυταρχικός χαρακτήρας της «βαθείας τομής» του 1963 αμφισβητείται με το επιχείρημα ότι ταυτόχρονα με τον περιορισμό των ελευθεριών επεδίωκε την ενίσχυση του δημοκρατικά νομιμοποιημένου πόλου της εκτελεστικής εξουσίας (της κυβέρνησης), παρόλο που αυτή γινόταν σε βάρος της Βουλής και όχι του Στέμματος.

Την ίδια περίοδο πάντως, η ζωντάνια της συνταγματικής ιστορίας αποτυπώνεται και στα εγχειρίδια του συνταγματικού δικαίου, που δεν την αντιμετωπίζουν πλέον περιγραφικά και διεκπεραιωτικά αλλά εμβαθύνοντας στο αντικείμενό της και συνδυάζοντάς την με επίκαιρους κοινωνικούς και πολιτικούς προβληματισμούς (Χρυσόγονος, Μαυριάς). Παράλληλα, η εμβέλειά της επεκτείνεται και στο συγκριτικό επίπεδο (Γεραπετρίτης, Κεσσόπουλος). Επίσης, η ματιά της αξιοποιείται και σε άλλα πεδία, όπως η συνταγματική θεωρία (Δρόσος), στην ιστορική μελέτη θεσμών όπως ο δικαστικός έλεγχος των νόμων (Καϊδατζής), ενώ στο έδαφός της αναπτύσσεται και ένας πρωτότυπος διάλογος μεταξύ του Συνταγματικού δικαίου και της ιστορικής επιστήμης (Βλαχόπουλος-Χατζηβασιλείου).

Η συνταγματική ιστορία ως πεδίο μάχης

Τα ερμηνευτικά σχήματα της συνταγματικής ιστορίας εντάσσονται στο πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής στην οποία αρθρώθηκαν. Έτσι, η καθυστερημένη κατάκτηση της επιστημονικής της αυτοτέλειας στη μεταπολίτευση έφερε τη σφραγίδα των ελπίδων και των διαψεύσεων εκείνης της περιόδου. Τούτο επιβεβαιώνει την παλιά αλήθεια του Ε. Καρ ότι για να εκτιμήσει κανείς το έργο ενός ιστορικού πρέπει να αντιληφθεί τη σκοπιά από την οποία έχει προσεγγίσει το θέμα του, η οποία με τη σειρά της έχει ως υπόβαθρο την εποχή του ίδιου. Η συγκεκριμένη εκτίμηση ισχύει ακόμα περισσότερο για τη συνταγματική ιστορία, η οποία πάντα διατηρεί τον ομφάλιο λώρο της με το, κατεξοχήν «πολιτικό», Συνταγματικό Δίκαιο. Τα ερμηνευτικά σχήματα της συνταγματικής ιστορίας μοιάζουν με σημαίες καρφωμένες στον πολιτικό χάρτη κάθε εποχής και δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Αυτή η διαπίστωση δεν (πρέπει να) συνιστά όμως συνηγορία υπέρ της ιδεολογικής χρήσης της αλλά υπενθύμιση της ανάγκης για κριτική αυτοκατανόησή της. Η συνταγματική ιστορία έχει ακόμα πολλά να προσφέρει, τόσο αυτοτελώς, όσο και σαν διεπιστημονική γέφυρα μεταξύ του συνταγματικού δικαίου, της πολιτικής ιστορίας και της πολιτικής επιστήμης. Αρκεί να μείνει πιστή στον εαυτό της, ως επιστημονική γνώση που διαρκώς αναστοχάζεται τις αλήθειες της και αρνείται να γίνει απλός παραγωγός ιδεολογίας για τις τρέχουσες ανάγκες των πολιτικά ισχυρών.

  • Στη μνήμη του Γιώργου Αναστασιάδη που μου μετέδωσε την αγάπη του στη Συνταγματική Ιστορία 
  • Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασμένη και εμπλουτισμένη μορφή άρθρου που είχε δημοσιευθεί στην Κυριακάτικη Αυγή της 19ης Απριλίου.

 

Συζήτηση: “Ευρωπαϊκή ταυτότητα και πολιτισμική ετερότητα: συνταγματικά ζητήματα της συνύπαρξης”

Ο Όμιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης” και το Κέντρο Jean Monnet ΑΠΘ “Ευρωπαϊκός Συνταγματισμός και Θρησκεία/ες”, οργανώνουν συζήτηση με θέμα:

“Ευρωπαϊκή ταυτότητα και πολιτισμική ετερότητα: συνταγματικά ζητήματα της συνύπαρξης”

Τετάρτη 7 Απριλίου 2021, 7μμ.

Δείτε το εδώ

Συνομιλούν οι:

Δημήτρης Ζακαλκάς, Δικηγόρος, Δρ Συνταγματικού Δικαίου, Συγγραφέας του βιβλίου “Η πρόσβαση των μεταναστών στην ελληνική ιθαγένεια και το στοίχημα της πραγματικής ένταξης”

Ελένη Καλαμπάκου, Δ.Ν. Συνταγματικού Δικαίου

Ιωάννης Παπαδόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Φιλοσοφίας και Ευρωπαϊκών Πολιτικών, Διευθυντής του Εργαστηρίου Κέντρο Έρευνας Δημοκρατίας και Δικαίου (ΚΕΔΗΔ)

Θεμιστοκλής Ραπτόπουλος, Δρ. Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Panthéon-Assas (Paris II)

 

Συντονίζει η Λίνα Παπαδοπούλου
Αν. Καθ. Νομικής Σχολής, Συντονίστρια Κέντρου Αριστείας Jean Monnet ΑΠΘ