Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Το δικαίωμα ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς υπαλλήλους και η υποχρέωση πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας

Κωνσταντίνος Σ. Ρέμελης, Καθηγητής Νομικής Σχολής Θράκης
  1. Προδιάθεση – οριοθέτηση

Το δικαίωμα της συνάθροισης μαζί με το δικαίωμα συνένωσης («ελευθερίες του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» αντίστοιχα κατά την παραδοσιακή ορολογία) συνιστούν τα παλαιότερα δικαιώματα συλλογικής δράσης στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο1. Τα δικαιώματα αυτά από κοινού με τη συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας, έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα το ότι η άσκησή τους είναι δυνατή μόνο με τη σύμπραξη περισσότερων προσώπων. Το στοιχείο της σύμπραξης είναι εκείνο που πρωτίστως προσδίδει στα συγκεκριμένα δικαιώματα μια ιδιαίτερη δυναμική, καθώς η άσκησή τους μαζί με άλλους ενισχύει και πολλαπλασιάζει την αποτελεσματικότητά τους2.

Με δεδομένο ότι η διαρκής, αλλά και η προσωρινή ακόμη συνένωση προσώπων θεωρείται παραδοσιακά ως ιδιαίτερα επικίνδυνη για την κρατική εξουσία, λόγω κυρίως των σκοπών που επιδιώκει3, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αντιμετωπίζονται συνήθως, όχι μόνο με δυσπιστία και αυστηρότητα, αλλά και με απόλυτη εχθρότητα4. Λογική συνέπεια της αντιμετώπισης αυτής είναι η ύπαρξη ενός μόνιμου πεδίου έντασης ανάμεσα στην ανάγκη τήρησης της δημόσιας τάξης από τη μία πλευρά και την ακώλυτη όσο και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος από την άλλη5. Παρά την μακρά πάντως ιστορική διαδρομή και τη μεγάλη συνταγματική ηλικία του δικαιώματος συνάθροισης, οι συζητήσεις γύρω από το είδος και την έκταση των περιορισμών του, όχι μόνο διατηρούν, αλλά και ενισχύουν το παραδοσιακό τους ενδιαφέρον. Πολιτική, νομοθέτης, θεωρία και νομολογία καλούνται όλο και συχνότερα να συμμετέχουν και να επαναδιατυπώνουν τις θέσεις τους σε ένα διαρκώς αναζωπυρούμενο διάλογο. Οι συζητήσεις αυτές μπορεί εύλογα ορισμένες φορές να χαρακτηρίζονται ως σισύφειο νομικό έργο6, αλλά αναμφίβολα επιβεβαιώνουν τον ζωντανό και δυναμικό χαρακτήρα του δικαιώματος. Οι ολοένα συχνότερες, αλλά και μονιμότερες καταστάσεις κρίσεων, η μοιραία ενίσχυση ακραίων πολιτικών μορφωμάτων, η ανάπτυξη νέων κινημάτων διαμαρτυρίας, οι νέες δημιουργικές εκφράσεις και οι τεχνολογικές εξελίξεις που επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, έρχονται, μεταξύ άλλων, να ενισχύσουν τον εν λόγω χαρακτήρα.

Η κρατική πάντως δυσπιστία απέναντι στην άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης φαίνεται να εντείνεται ακόμη περισσότερο στις περιπτώσεις που αστυνομικοί υπάλληλοι, δηλαδή αυτοί που παραδοσιακά είναι επιφορτισμένοι από το ίδιο το Σύνταγμα, όχι μόνο να επιτηρούν, αλλά και να περιορίζουν την άσκησή του, μετατρέπονται σε φορείς του δικαιώματος και αποδέκτες των περιορισμών. Μπορεί πλέον να μην αμφισβητείται η ανεπιφύλακτη αναγνώριση του δικαιώματος συνάθροισης και στο προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας, όμως η ένστολη άσκησή του δεν γίνεται ανεπιφύλακτα δεκτή και έχει εγείρει διεθνώς, αλλά προσφάτως και στη χώρα μας, σοβαρές πολιτικές και νομικές αντιρρήσεις7.

Αντικείμενο της παρούσας μελέτης αποτελεί η γενικότερη προβληματική που αφορά στην ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας και τη συμβατότητά της με την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας του συγκεκριμένου προσωπικού. Στο πλαίσιο αυτό ερευνάται καταρχάς το ζήτημα της χρήσης της αστυνομικής στολής και η πειθαρχική αντιμετώπισή του από τον κοινό νομοθέτη. Ακολουθεί η προσέγγιση της συνταγματικής διάστασης του προβλήματος και ειδικότερα το κατά πόσο η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό προσωπικό εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος ή ο σχετικός περιορισμός δικαιολογείται από την υποχρέωση πολιτικής και κομματικής ουδετερότητας. Η απάντηση αυτή επιχειρείται καταρχάς μέσα από την ιστορική, τελολογική και συστηματική ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ταυτάριθμου άρθρου της ΕΣΔΑ και ιδίως της § 2 του τελευταίου, που αναφέρεται στους νόμιμους περιορισμούς του δικαιώματος συνάθροισης. Ιδιαίτερη και εκτενής αναφορά γίνεται επίσης και στη γερμανική έννομη τάξη, όπου το δικαίωμα συνάθροισης κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (GG). Η συγκεκριμένη αναφορά κρίθηκε σκόπιμη, όχι τόσο λόγω του ότι το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διάταξης είναι παρεμφερές με αυτό του άρθρου 11 του ελληνικού Συντάγματος, αλλά πρωτίστως διότι γερμανική θεωρία και νομολογία, εκτός του ότι έχουν να επιδείξουν πολύ ενδιαφέρουσες γενικές προσεγγίσεις και αναπτύξεις σχετικά με το δικαίωμα συνάθροισης, διατυπώνουν πολύ ενδιαφέρουσες θέσεις, που αφορούν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην ad hoc ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης από το αστυνομικό ή το εν γένει στρατιωτικό προσωπικό.

  1. Η πρόβλεψη του πειθαρχικού νομοθέτη

Η περιβολή στολής προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ως ειδική υποχρέωση του αστυνομικού προσωπικού. Ο τύπος της στολής καθορίζεται με κανονιστική απόφαση του αρμόδιου Υπουργού8. Περαιτέρω, ο Κανονισμός περί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστυνομικού προσωπικού9, εκτός άλλων, ρυθμίζει ειδικότερα και τα ζητήματα που αφορούν στη στολή. Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Κανονισμού προβλέπει ότι οι αστυνομικοί υποχρεούνται να φέρουν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους την προβλεπόμενη από τις ισχύουσες διατάξεις στολή και με τον καθοριζόμενο από αυτές τρόπο. Η παράβαση των σχετικών με τη στολή ρυθμίσεων προβλέπεται ως πειθαρχικό παράπτωμα από τη διάταξη του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008, η τέλεση του οποίου επισύρει την ποινή του προστίμου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή του προστίμου είναι, ανάμεσα σε άλλα, και η αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας, καθώς και το αντικανονικό της στολής.

  1. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις περί στολής του αστυνομικού προσωπικού

Από τη διάταξη που παρατέθηκε, συνάγεται ευχερώς ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης προέβλεψε μεν ως αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα το «αντικανονικό» της στολής, χωρίς ωστόσο να προβεί σε σαφή περιγραφή του πειθαρχικού αδίκου, θεσπίζοντας ουσιαστικά μια «χωλή πειθαρχική διάταξη» για την κατανόηση και την εφαρμογή της οποίας είναι απαραίτητη η προσφυγή σε άλλες σχετικές ειδικές διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές συναντώνται στο άρθρο 64 της υπ’ αρ. 7012/6/103 απόφασης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας (Κανονισμός Στολής)10 με το οποίο ρυθμίζονται εκτενώς όλα τα ζητήματα που αφορούν στην εμφάνιση και την παράσταση αστυνομικών με στολή, καθώς και του κανονικού της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω ρύθμιση ορίζει ότι: 1) οι προβλεπόμενες υπηρεσιακές στολές πρέπει να φέρονται κατά τρόπο άψογο (§ 1), 2) απαγορεύεται η χρήση ειδών στολής αντικανονικού τύπου, μη κανονικού μεγέθους, φθαρμένων ή αλλοιωμένων, καθώς και η αλλαγή του σχήματος ή της σύνθεσής τους (§ 2), 3) σε περιπτώσεις μεταβολών στη σύνθεση ή σε είδη στολών, η συμμόρφωση του προσωπικού πρέπει να είναι έγκαιρη και κανονική (§ 3) και 4) οι αστυνομικοί που φέρουν στολή και έχουν διαταχθεί ή όχι σε υπηρεσία απαγορεύεται: α) να φέρουν οποιοδήποτε κόσμημα με εξαίρεση δακτυλίδι (βέρα) και ωρολόγιο, β) να χρησιμοποιούν χάριν παιδιάς, αλυσίδες, κομπολόγια και παρεμφερή αντικείμενα, γ) να μεταφέρουν ογκώδη ή ακαλαίσθητα αντικείμενα, δ) να βαδίζουν σε δημόσιους χώρους με τα χέρια στα θυλάκια, ε) να περιεργάζονται ως αργόσχολοι προθήκες καταστημάτων, στ) να παρευρίσκονται με στολής σε δημόσιους χώρους, όπου διασκεδάζουν μεταμφιεσμένοι, με εξαίρεση αυτούς που έχουν διαταχθεί σε υπηρεσία, ζ) να συμμετέχουν σε παίγνια, εκτός εάν αυτά διενεργούνται σε αστυνομικές λέσχες, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις, η) να κυκλοφορούν σε δημόσιους χώρους ασκεπείς ή με το πηλίκιο στο χέρι ή στην μασχάλη, θ) να τρέφουν υπερβολική ή ατημέλητη κόμη, μύστακα ή παραγναθίδες καθώς και υπογένειο οι άνδρες και υπερβολική ή απεριποίητη κόμη και μη διακριτικό καλλωπισμό οι γυναίκες (§ 4).

  1. Η έλλειψη ρητής και σαφούς πρόβλεψης της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος

Από τη γραμματική διατύπωση των ρυθμίσεων που παρατέθηκαν, συνάγεται καταρχάς ότι η αστυνομική στολή δεν συνέχεται αποκλειστικώς και μόνον με την εκτέλεση υπηρεσίας, καθόσον οι προβλεπόμενοι στην εν λόγω διάταξη περιορισμοί και απαγορεύσεις αφορούν στους αστυνομικούς που φέρουν στολή, ανεξαρτήτως του εάν βρίσκονται σε διατεταγμένη ή όχι υπηρεσία. Περαιτέρω όμως, από την ίδια τη γραμματική διατύπωση των ως άνω διατάξεων ουδόλως προκύπτει η ρητή και σαφής αναγωγή σε πειθαρχικό παράπτωμα της συμμετοχής σε συγκέντρωση αστυνομικού με στολή. Ελλείπει δηλαδή η ρητή και σαφής νομοθετική πρόβλεψη της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με στολή ως πειθαρχικού αδικήματος. Η έλλειψη μάλιστα αυτή δεν καλύπτεται ούτε και από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 64 του Κανονισμού Στολής με αυτή του άρθρου 13 § 1 περ. γ’ του π.δ. 120/2008. Όπως δε γίνεται ομόφωνα δεκτό στην ελληνική θεωρία και νομολογία, τα πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές είναι δυνατό να αφορούν τόσο στην «ελευθερία» γενικά των υπαλλήλων, όσο και την περιουσία τους, δηλαδή το σύνολο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Έτσι, η πρόβλεψη των παραπτωμάτων και η επιβολή των ποινών θα πρέπει πάντοτε να προβλέπεται και να προσδιορίζεται εξαντλητικά και με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, κατ’ επιταγή της δικαιοκρατικής αρχής και της συνακόλουθης αρχής της νομιμότητας11. Η θέση μάλιστα αυτή έχει αναχθεί σε αρχή συνταγματικής περιωπής και είναι χαρακτηριστικά αποτυπωμένη στο άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι αφενός «όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση» των δικαιωμάτων του ανθρώπου και αφετέρου «οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο…».

Είναι προφανές ότι την έλλειψη της ρητής αυτής πρόβλεψης από την πλευρά του πειθαρχικού νομοθέτη δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια έμμεση εν προκειμένω συναγωγή του πειθαρχικού αδίκου. Και τούτο διότι στο πλαίσιο της ίδιας πιο πάνω αρχής, σύμφωνα με τη θεωρία, αλλά και την πολύ αυστηρή άποψη της νομολογίας, οι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων δεν επιβάλλονται ούτε μπορεί να συνάγονται μέσω διασταλτικής12 ή αναλογικής ερμηνείας13, αλλά θα πρέπει να προκύπτουν ad hoc από σαφή διάταξη νόμου14. Σε κάθε πάντως περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναγνώριση του δικαιώματος διοργάνωσης συναθροίσεων και συμμετοχής σ’ αυτές, καθώς και της συνδικαλιστικής ελευθερίας και στο ένστολο αστυνομικό προσωπικό15, ήταν ήδη γνωστή στον πειθαρχικό κανονιστικό νομοθέτη κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ως άνω πειθαρχικού κανονιστικού πλαισίου. Εν τούτοις ουδεμία θέλησε να διαλάβει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του εν λόγω προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του διεκδικήσεων.

Ωστόσο, σε πρόσφατη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους16 υποστηρίζεται ότι η απαγόρευση ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης για τους αστυνομικούς συνάγεται και από το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. (Κανονισμός Στολής) «δεν έχει προβλεφθεί η δυνατότητα του αστυνομικού προσωπικού να φέρει στολή, όταν συμμετέχει σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις και πορείες, στο πλαίσιο προβολής επαγγελματικών αιτημάτων, αν και ήταν, ήδη, γνωστό στον κανονιστικό νομοθέτη το επιτρεπτό της άσκησης συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους». Κατά την γνώμη όμως της πολύ ισχυρής μειοψηφίας που διατυπώθηκε στην ίδια απόφαση «το γεγονός ότι, μέχρι σήμερα, ο νομοθέτης ουδέποτε έχει θεσπίσει ρητή και συγκεκριμένη απαγόρευση ως προς το ζήτημα αυτό, μολονότι γνωρίζει ότι είναι προ πολλού επιτρεπτή η ελεύθερη άσκηση συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους αστυνομικούς υπαλλήλους, οδηγεί στην παραδοχή, ότι οι αστυνομικοί που φέρουν στολή κατά τις κινητοποιήσεις προβολής επαγγελματικών αιτημάτων τους δεν διατελούν εν παρανομία. Η θέση αυτή επιρρωνύεται και από τη διαπίστωση ότι, κατά καιρούς, ο κανονιστικός νομοθέτης…, όπου και όταν ηθέλησε κατέγραψε με συγκεκριμένες και λεπτομερείς ρυθμίσεις τις δραστηριότητες και συμπεριφορές των αστυνομικών υπαλλήλων που θεώρησε ως απαγορευμένες, στις οποίες, όμως, απέφυγε να συμπεριλάβει και την αμφίεση αυτών κατά τις ως άνω κινητοποιήσεις». Συνεπώς, κατά την ίδια μειοψηφική άποψη «οι αστυνομικοί που φέρουν στολή, ενώ μετέχουν σε συγκεντρώσεις και πορείες των συνδικαλιστικών τους ενώσεων για την προβολή επαγγελματικών τους διεκδικήσεων, δεν ενεργούν παρανόμως, εφόσον, όμως, είναι άοπλοι».

Η, κατά τα ανωτέρω, θέση της πλειοψηφίας γεννά πολύ εύλογες αντιρρήσεις ως προς την ορθότητά της. Και τούτο διότι έρχεται καταρχάς σε αντίθεση με θεμελιώδη θέση της δογματικής των συνταγματικών δικαιωμάτων, που ασπάζονται και υιοθετούν παγίως θεωρία και νομολογία, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς. Όπως πολύ εύστοχα υποστηρίζεται, η ρητή κατοχύρωση συγκεκριμένων δικαιωμάτων δεν έχει την έννοια της δημιουργίας νησίδων ελευθερίας σε μια θάλασσα ανελευθερίας. Αντίθετα, καθιερώνει τον γενικώς αποδεκτό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο ό,τι δεν απαγορεύεται με ρητή διάταξη επιτρέπεται και δεν μπορεί να εμποδιστεί17. Τούτο σημαίνει ότι αν οι κείμενες διατάξεις δεν απαγορεύουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι ελεύθερη, όσο δυσάρεστη ή ανήθικη ή ανεπιθύμητη και αν εμφανίζεται για πολλούς, καθώς δεν μπορεί να συναχθεί απαγόρευσή της από το γεγονός και μόνο ότι δεν έχει θεσπισθεί ρητή σχετική νομοθετική ρύθμιση που να την επιτρέπει18. Υπό αυτήν εξάλλου την έννοια γίνεται δεκτό ότι μπορεί να γίνει λόγος στο πεδίο των ατομικών και μόνο δικαιωμάτων (όχι των κοινωνικών ή πολιτικών δικαιωμάτων) για ένα τεκμήριο «in dubio pro libertate».19

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω συνάγεται ότι ο πειθαρχικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή, στο πλαίσιο προβολής των επαγγελματικών του αιτημάτων.

  1. Το δικαίωμα της συνάθροισης ως θεμελιώδες δικαίωμα συλλογικής δράσης. Γενική προσέγγιση

Όπως ήδη αναφέρθηκε η ελευθερία συνάθροισης κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος20 ως απόλυτο και ανεπιφύλακτο δικαίωμα (§1), ενώ σε επιφύλαξη υποβάλλεται μόνο η ειδικότερη ρύθμιση των περιορισμών του (§2). Υπό την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης, συνάθροιση θεωρείται η συγκέντρωση ιδιωτών με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν απόψεις ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλλουν γνώμες, πεποιθήσεις ή διεκδικήσεις και αιτήματα21. Ως περιεχόμενο δε της συγκεκριμένης ελευθερίας νοείται η ελευθερία οργανώσεως, διεξαγωγής, διευθύνσεως και προ πάντων συμμετοχής σε μια οιαδήποτε συνάθροιση χωρίς δυσμενείς συνέπειες22. Με το κανονιστικό εν λόγω περιεχόμενο το δικαίωμα συνάθροισης δεν συνιστά μόνο ένα δικαίωμα με ιδιαίτερη βαρύτητα και αυτοτελή αξία, αλλά δημιουργεί επίσης ένα πολύ γόνιμο έδαφος για την άσκηση πολλών από τα λοιπά ατομικά δικαιώματα23. Παράλληλα, τελεί τόσο σε ιστορική όσο και σε νομική στενή σχέση με άλλα συνταγματικά δικαιώματα, ιδίως με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 12 § 1) και τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1).

Το δικαίωμα συνάθροισης βρίσκει τη ρητή κατοχύρωσή του και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), από κοινού με το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και της ίδρυσης και προσχώρησης σε συνδικάτα. Ειδικότερα, υπό τον τίτλο «ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι» το άρθρο 11 της εν λόγω Σύμβασης ορίζει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ειρηνικά και στην ελευθερία συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως με άλλους συνδικάτων και προσχωρήσεως σε συνδικάτα με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων του (§ 1). Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν επιτρέπεται να υπαχθεί σε άλλους περιορισμούς πέραν αυτών που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε μια δημοκρατική κοινωνία, για την εθνική και τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξεως και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας και της ηθικής, ή την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Τέλος, ορίζεται ότι το παρόν άρθρο 11 δεν απαγορεύει την επιβολή νόμιμων περιορισμών στην άσκηση των συγκεκριμένων δικαιωμάτων από τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους (§ 2).

Όπως χαρακτηριστικά έχει τονίσει η νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ, το, κατά τα ανωτέρω, δικαίωμα του συνέρχεσθαι αποτελεί ένα θεμελιώδες δικαίωμα σε μια δημοκρατική κοινωνία και, όπως το δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης, συνιστά ένα από τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας24. Το δικαίωμα μάλιστα ελεύθερης έκφρασης βρίσκει την εξειδικευμένη συμπλήρωση και ολοκλήρωσή του μέσω των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Κατά τα πρότυπα δε του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ25 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕυρΔΔΑ) τονίζει με ιδιαίτερη έμφαση την συστηματική συνάφεια ανάμεσα στα δικαιώματα των άρθρων 10 και 11 της Σύμβασης, επισημαίνοντας ότι τα δικαιώματα του άρθρου 11 αποτελούν leges speciales σε σχέση με το δικαίωμα του άρθρου 1026.

Στη γερμανική έννομη τάξη, όπως ήδη αναφέρθηκε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι ρυθμίζεται από το πολύ πρόσφατα αναθεωρηθέν άρθρο 8 του Θεμελιώδους Νόμου (Versammlungsfreiheit)27 και τον εκτελεστικό νόμο περί συναθροίσεων (Versammlungsgesetz) του 195328. Η διάταξη της § 1 του εν λόγω άρθρου 8 αναγνωρίζει στους πολίτες το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση ή χορήγηση άδειας. Ειδικά ωστόσο, για τις υπαίθριες συγκεντρώσεις (“Versammlungen unter freiem Himmel”) η ρύθμιση της § 2 του ως άνω άρθρου προβλέπει ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι μπορεί να περιορίζεται επί τη βάσει νομοθετικής διάταξης. Tέλος, η προστεθείσα νέα § 3 προβλέπει μια πολύ αυστηρή αντιμετώπιση των συναθροίσεων που κρίνονται παράνομες. Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην πολύ βασική και γνωστή απόφασή του «Brokdorf» του 198529, πραγματεύτηκε για πρώτη φορά εκτενώς τη φύση και το κανονιστικό περιεχόμενο του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκε από μερίδα της θεωρίας30, χαρακτηρίζεται έως και σήμερα ως απόφαση «οδηγός» για τα ζητήματα που σχετίζονται με το εν λόγω δικαίωμα. Καταρχάς, κατά το Δικαστήριο, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ένα θεμελιώδες αμυντικό δικαίωμα και ως τέτοιο σκοπό έχει να εξασφαλίζει στους φορείς του τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και το περιεχόμενο της δημόσιας συγκέντρωσης, απαγορεύοντας συνάμα την ανάμιξη της κρατικής εξουσίας. Υπό αυτή τη σκοπιά το θεμελιώδες δικαίωμα του συνέρχεσθαι κατέχει ιδιαίτερη θέση σε ένα φιλελεύθερο κράτος, καθώς αποτελεί ισχυρή ένδειξη ελευθερίας, ανεξαρτησίας και ωριμότητας των ευσυνείδητων πολιτών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο συμπυκνώνει την σημαντικότατη λειτουργία του δικαιώματος σε δύο βασικούς άξονες. Καταρχάς το δικαίωμα συνάθροισης θεωρείται μέρος μιας γνήσιας και μη χειραγωγούμενης δημοκρατίας, ενώ περαιτέρω αποτελεί τμήμα ενός έγκαιρου μηχανισμού προειδοποίησης του πολιτικού συστήματος ως προς εσφαλμένες λειτουργίες του31. Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η νομολογία του από πολύ νωρίς είχε αναγνωρίσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα της ελευθερίας της έκφρασης σε μια δημοκρατικά οργανωμένη έννομη τάξη. Μέσω αυτής επιτυγχάνεται η συνεχής ανταλλαγή απόψεων, γεγονός που συνιστά ζωτικό στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας32. Κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να ισχύει το ίδιο και για την ελευθερία των πολιτών να συνέρχονται ησύχως και να εκφράζουν με τον τρόπο αυτό συλλογικά την άποψή τους. Μάλιστα μέσω των συγκεντρώσεων οι πολίτες είναι σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους με τη φυσική τους παρουσία, σε δημόσια θέα και χωρίς να απαιτείται η διαμεσολάβηση των μέσων ενημέρωσης.

Επιπλέον, η θεμελιώδης αξία του δικαιώματος του συνέρχεσθαι γίνεται ιδιαιτέρως εμφανής, αν συνυπολογίσει κανείς την ιδιαίτερη φύση των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων σε ένα δημοκρατικά οργανωμένο κράτος. Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο στην απόφαση του σχετικά με την χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων33 σε μια δημοκρατία θα πρέπει οι αποφάσεις να κατευθύνονται από το λαό προς τα κρατικά όργανα και όχι αντιστρόφως. Στη γερμανική θεωρία υποστηρίζεται χαρακτηριστικά ότι οι συγκεντρώσεις αποτελούν βασικό στοιχείο της δημοκρατίας, καθόσον δίνουν τη δυνατότητα στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική τους, να αναλάβουν διάφορες πρωτοβουλίες και να προτείνουν τις δικές τους εναλλακτικές λύσεις34. Όπως τονίζει σε άλλη πολύ σημαντική παλαιότερη απόφασή του, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο35, χαρακτηριστικό του ελεύθερου δημοκρατικού συστήματος αποτελεί το γεγονός ότι οι κρατικές υποθέσεις υπάγονται μεν στην αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων, αλλά υπόκεινται και σε συνεχή κριτική από τους πολίτες. Προβάλλεται επί πλέον από σημαντική μερίδα της θεωρίας ότι στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας η άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι επιτελεί και μια σταθεροποιητική λειτουργία (stabilisierende Funktion). Επιτρέποντας στους πολίτες να εκφράσουν δημόσια την κριτική, τη δυσαρέσκεια ή ακόμη και την οργή τους, το συγκεκριμένο δικαίωμα λειτουργεί ως ένα σύστημα έγκαιρης πολιτικής προειδοποίησης που επισημαίνει στους κυβερνώντες τις ελλείψεις και τα μειονεκτήματα των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας κατ’ αυτό τον τρόπο στη διόρθωσή τους36. Μάλιστα λόγω των ανωτέρω λειτουργιών του δικαιώματος συνάθροισης και ιδίως λόγω της στενής ιστορικής σχέσης του και με το δικαίωμα αναφοράς από την εποχή της γαλλικής επανάστασης37, έχει υποστηριχθεί ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα θα πρέπει να θεωρείται και πολιτικό δικαίωμα, καθόσον εξασφαλίζει μια έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας38.

  1. Οι αστυνομικοί υπάλληλοι ως φορείς του δικαιώματος συνάθροισης

Η διάταξη του άρθρου 11 του Συντάγματος δεν προβλέπει οιονδήποτε περιορισμό στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι των δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων, οι οποίοι καταρχήν είναι φορείς του δικαιώματος, όπως όλοι οι Έλληνες. Ωστόσο, ειδικούς περιορισμούς στην άσκησή του για τις ανωτέρω κατηγορίες εισάγει ο συνταγματικός νομοθέτης με τη διάταξη του άρθρου 29 § 3 εδ. α’, η οποία απαγορεύει απολύτως οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ των πολιτικών κομμάτων στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας. Όπως όμως γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί αυτοί ουδέποτε μπορούν να οδηγήσουν σε προσβολή του πυρήνα του δικαιώματος. Σημειώνεται δε χαρακτηριστικά ότι αν δινόταν ευρεία ερμηνεία στους περιορισμούς του άρθρου 29 § 3, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι θα κινδύνευε να καταστεί ανενεργό για το σύνολο των εκεί αναφερόμενων προσώπων. Επομένως, η συγκεκριμένη απαγόρευση επιβάλλεται να ερμηνεύεται στενά39. Έτσι, υποστηρίζεται ότι στο πλαίσιο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ότι καταρχήν θεωρείται επιτρεπτή η διοργάνωση, η διεύθυνση και η συμμετοχή σε συναθροίσεις μη πολιτικού περιεχομένου, καθώς και η απλή συμμετοχή σε εκδηλώσεις και συλλαλητήρια με πολιτικό περιεχόμενο υπό την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι δεν παραμελούνται οι υπηρεσιακές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων προσώπων40.

Πέραν του εν λόγω πάντως ρητού περιορισμού, ζητούμενο είναι αν είναι δυνατοί περαιτέρω και επί πλέον περιορισμοί, που μπορούν να επιβληθούν στο πλαίσιο των ειδικών κυριαρχικών ή εξουσιαστικών σχέσεων (εκούσιων εν προκειμένω) ως αναγκαίοι για την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία τους41. Όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας οι αστυνομικοί υπάλληλοι τελούν σε ιδιαίτερο καθεστώς, αντίστοιχο με αυτό των ενόπλων δυνάμεων, το οποίο προσιδιάζει προς τον χαρακτήρα και την αποστολή της αστυνομικής υπηρεσίας, που αποβλέπει στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό ο νομοθέτης έχει υποχρέωση να κατοχυρώνει σε υψηλό βαθμό, στο επίπεδο της στελέχωσης, οργάνωσης και λειτουργίας, την αστυνομική υπηρεσία, θεσπίζοντας, μεταξύ άλλων, το κατάλληλο προς τούτο καθεστώς πειθαρχίας, η μη τήρηση του οποίου αποτελεί αιτία επιβολής πειθαρχικών ποινών από τα οικεία πειθαρχικά όργανα42. Όπως ορθά επισημαίνεται ακόμη και στην περίπτωση της ειδικής νομικής σχέσης που συνάπτεται εκουσίως (π.χ. σχέση δημόσιων, στρατιωτικών ή αστυνομικών υπαλλήλων με το κράτος) δεν μπορεί η εκούσια υπαγωγή στην εν λόγω σχέση να εκλαμβάνεται ως συγκατάθεση στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων. Και τούτο διότι η αρχή volenti non fit injuria δεν ισχύει, κατά κανόνα, επί ατομικών δικαιωμάτων και η εφαρμογή της γίνεται δεκτή μόνο στον περιορισμένο βαθμό που θεωρείται επιτρεπτή παραίτηση από συγκεκριμένη και χρονικά περιορισμένη άσκηση ορισμένου ατομικού δικαιώματος43. Η εν λόγω μάλιστα αρχή γίνεται ακόμη πιο σαφής στις περιπτώσεις των υποχρεωτικών ή αναγκαστικών σχέσεων, όπου ορθά η νομολογία, προκειμένου να θεωρήσει “νόμιμους” περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, απαιτεί τη συνδρομή πολύ αυστηρών προϋποθέσεων, ιδίως όταν πρόκειται για περιορισμούς που σχετίζονται με ατομικά δικαιώματα δημόσιων, στρατιωτικών και αστυνομικών υπαλλήλων ή υπαλλήλων δημόσιων οργανισμών44. Ειδικότερα, απαιτείται καταρχάς ο περιορισμός του ατομικού δικαιώματος και μέσα στο πλαίσιο της ειδικής κυριαρχικής σχέσης να προβλέπεται ειδικώς από τυπικό ή ουσιαστικό νόμο, που είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και όχι να συνάγεται απλώς «εξ αυτής ταύτης της φύσεως της δημοσιοϋπαλληλικής σχέσεως»45 (α’). Κατά δεύτερον ο περιορισμός δεν πρέπει να αφορά σε ατομικό δικαίωμα που δεν επιδέχεται οιονδήποτε περιορισμό (β’). Περαιτέρω, ο περιορισμός δεν πρέπει να οδηγεί στην αναίρεση της ουσίας, δηλαδή στον εκμηδενισμό46 (προσβολή του πυρήνα) του κρίσιμου δικαιώματος (γ’). Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία και με αφορμή περιορισμούς στο δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης «δύναται μεν, καθ’ όσον αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους και ειδικώτερον τους στρατιωτικούς, ευρισκομένους προς το κράτος εις ηθελημένην ειδικήν σχέσιν εξουσιάσεως, να επιβληθούν ωρισμένοι περιορισμοί, οι οποίοι όμως ουδέποτε δύνανται να οδηγήσουν εις την κατάργηση του αναφερθέντος δικαιώματος…»47. Άλλωστε η «εγγύηση» του κράτους υπό την οποία τελούν τα δικαιώματα του ανθρώπου, κατά το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος, έχει ως ελάχιστο και αναφαίρετο περιεχόμενο την απόλυτη κατοχύρωση, τουλάχιστο του πυρήνα των δικαιωμάτων αυτών, έναντι οιασδήποτε κρατικής προσβολής. Τέλος, ο κρίσιμος περιορισμός πρέπει να επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση από το δημόσιο συμφέρον και να τελεί σε εύλογη σχέση αναγκαιότητας προς την ειδική κυριαρχική σχέση (αρχή αναλογικότητας), η οποία θα πρέπει να προκύπτει από την απαιτούμενη αιτιολογία48 (δ’). Εξάλλου η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει όρια στον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων προβλέπεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Σε ό,τι αφορά το δημόσιο συμφέρον, ενώ η λειτουργία του θα έπρεπε να κινείται στην κατεύθυνση του «περιορισμού των περιορισμών», συνηθέστερη είναι στην πράξη η χρήση της έννοιας ή παρεμφερών εννοιών για την δικαιολόγηση επιβολής περιορισμών49. Άλλωστε και οι συνταγματικές διατάξεις που αναφέρονται ρητώς στην έννοια του γενικού50, του δημόσιου51 ή του εθνικού συμφέροντος52 ουδόλως επιβάλλουν την εξυπηρέτηση του «δημόσιου συμφέροντος» ως γενικής αρχής στην οποία θα πρέπει να υποτάσσονται τα επιμέρους συνταγματικά δικαιώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση τα συνταγματικά δικαιώματα και ιδίως τα ατομικά θα υποβαθμίζονταν και θα μετατρέπονταν σε απλά μέσα και εργαλεία που θα ήταν στη διάθεση της πολιτείας, ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να υπηρετήσουν οιαδήποτε κρατική σκοπιμότητα53.

  1. Οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης στη νομολογία του ΕυρΔΔΑ

Σύμφωνα με την πάγια θέση των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ οι περιορισμοί του δικαιώματος συνάθροισης είναι επιτρεπτοί μόνο όταν προβλέπονται a priori νομοθετικώς54. Τούτο σημαίνει ότι οι περιορισμοί πρέπει αφενός να βρίσκουν έρεισμα στην εθνική νομοθεσία και αφετέρου να είναι αρκούντως σαφείς, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να προσανατολίσουν εκ των προτέρων τη συμπεριφορά τους55. Περαιτέρω, οι τιθέμενοι περιορισμοί πρέπει να επιδιώκουν έναν από τους συγκεκριμένους νόμιμους σκοπούς που αναφέρονται στην § 2 εδ. 1 του άρθρου 11 και να είναι απαραίτητοι σε μια δημοκρατική κοινωνία. Δίπλα σε αυτούς υπάρχουν οι περιορισμοί του εδ. 2 της § 2, οι οποίοι μπορούν να επιβληθούν σε υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία ή σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία στις τρεις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων το κράτος διαθέτει ευρύτερες εξουσίες για την επιβολή περιορισμών σε ό,τι αφορά την άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης. Το γεγονός αυτό μπορεί κατά τη νομολογία να μειώνει τον εποπτικό ρόλο, αλλά ουδόλως αποκλείει ή καταργεί την εποπτεία από την πλευρά των οργάνων της Σύμβασης ως προς τον τρόπο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης από τις εθνικές αρχές56. Το Δικαστήριο αρνείται να αναγνωρίσει την πλήρη αυτονόμηση της συγκεκριμένης διάταξης από τους γνωστούς «περιορισμούς των περιορισμών», θεωρώντας ότι η έννοια του «νόμιμου περιορισμού» ταυτίζεται με την έννοια της «νομιμότητας», όπως νοείται και προβλέπεται στις δεύτερες παραγράφους των άρθρων 9, 10 και 11 της ΕΣΔΑ57. Ειδικότερα το Δικαστήριο58 θεωρεί ότι η διάταξη του εθνικού δικαίου που απαγορεύει σε αστυνομικό υπάλληλο να γίνει μέλος πολιτικού κόμματος δεν παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Σύμβασης. Και τούτο διότι οι πολίτες ευλόγως θα πρέπει να θεωρούν ότι τα μέλη του αστυνομικού σώματος συμπεριφέρονται με γνώμονα την αρχή της πολιτικής ουδετερότητας και της αμεροληψίας. Κατά την άποψη όμως της μειοψηφίας, η συγκεκριμένη απαγόρευση είναι δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό και γίνεται ακόμη πιο άδικη αν ληφθεί υπόψη ότι ο σχετικός εθνικός νόμος προβλέπει το δικαίωμα των ίδιων υπαλλήλων να είναι υποψήφιοι πολιτικών κομμάτων σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο ή να παίρνουν μέρος σε δημοτικές εκλογές υπό την προϋπόθεση ότι θα πρέπει προηγουμένως να ενημερώσουν τον επικεφαλής της αστυνομίας για την πρόθεσή τους αυτή και να παραμείνουν εκτός υπηρεσίας έως την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων59. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης σύμφωνη με το άρθρο 11 την απαγόρευση συμμετοχής σε πολιτικό κόμμα αξιωματούχου της δημοτικής αστυνομίας, αναγνωρίζοντας στις εθνικές αρχές ευρύ περιθώριο εκτίμησης κατά τη ρύθμιση του υπηρεσιακού καθεστώτος και της σταδιοδρομίας κρατικών αξιωματούχων, οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και ασκούν αρμοδιότητες που στοχεύουν για τη διαφύλαξη των κρατικών συμφερόντων με βάση το δημόσιο δίκαιο. Ο συγκεκριμένος περιορισμός δικαιολογείται σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις περιπτώσεις διοικητικών οργάνων των οποίων η τοπική αρμοδιότητα επιτάσσει τη διαφύλαξη της αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους πολίτες, που μπορεί να ενισχυθεί με την αποσύνδεση των συγκεκριμένων οργάνων από την πολιτική60.

Όπως πάντως επισημαίνουν θεωρία και νομολογία η δυνατότητα αυτή θέσπισης περιορισμών θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στις πιο πάνω κατηγορίες υπαλλήλων δεν πρέπει να αναιρούν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος61. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 11 § 2 εδ. 2 ήταν αμφισβητούμενη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ήδη όμως το Δικαστήριο ρητά διατυπώνει την απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι περιορισμοί που προβλέπονται στο εδ. 2 της § 2 του άρθρου 11 για τις ειδικές κατηγορίες υπαλλήλων πρέπει να τελούν σε εύλογη αναλογία και αναγκαιότητα προς την ειδική υπαλληλική σχέση62. Συμπερασματικά, οι ειδικοί περιορισμοί στους οποίους αναφέρεται η πιο πάνω διάταξη για τις συγκεκριμένες κατηγορίες κρατικών υπαλλήλων δεν αυτονομούνται, αλλά υπάγονται στα γνωστά κριτήρια που έχει καθιερώσει η νομολογία63.

Επίσης το Δικαστήριο έχει υιοθετήσει εδώ και καιρό μια ευρεία έννοια της ερμηνείας των «περιορισμών» στην άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και υπάγει με τον τρόπο αυτό στον έλεγχό του ένα ευρύτατο φάσμα περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται από τις οικείες εθνικές αρχές. Έτσι, ως «επέμβαση» στο πεδίο άσκησης του δικαιώματος δεν νοείται μόνο η de jure και de facto απαγόρευση μιας συνάθροισης, αλλά και άλλα μέτρα που λαμβάνονται πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά από την πραγματοποίηση της συνάθροισης, όπως λ.χ., ποινές ή κυρώσεις για τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη συνάθροιση. Το Δικαστήριο μάλιστα αποδίδει ιδιαίτερη σημασία σε μέτρα που θεωρούνται ικανά να αποθαρρύνουν και να αποτρέπουν τους ενδιαφερόμενους από τη συμμετοχή τους σε εκδηλώσεις, συγκεντρώσεις ή πορείες διαμαρτυρίας κ.λπ64.

  1. Η ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης

8.1. Έννοια, συμβολισμός και νομική αντιμετώπιση της στολής

Μολονότι δεν είναι πάντοτε βέβαιη η ταύτιση μιας στολής με μια συγκεκριμένη και σταθερή προς τα έξω εικόνα και λειτουργία, λόγω της ενδεχόμενης πολυσημίας της65, η αστυνομική στολή ταυτίζεται παραδοσιακά και, κατά κανόνα, με την άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Έτσι, γίνεται γενικώς δεκτό ότι η συγκεκριμένη στολή εκτός του ότι επιχειρεί να αποπνεύσει δύναμη και εξουσία, επιδιώκει κυρίως να προσδιορίσει ένα πρόσωπο ως επιφορτισμένο με κρατικές αρμοδιότητες για χρήση και άσκηση αστυνομικής εξουσίας. Ανάλογα πάντως με την προσωπικότητα του κάθε πολίτη και τη συγκυρία, η θέα ενός αστυνομικού με στολή μπορεί να προκαλεί πολυποίκιλα συναισθήματα66, που κυμαίνονται από την υπερηφάνεια και τον σεβασμό έως τον φόβο ή τον θυμό67. Η στολή, εκτός άλλων, διασφαλίζει κυρίως ότι όσοι την φορούν είναι αφοσιωμένοι στην επίτευξη των σκοπών της ομάδας και επιδιώκει να υποδηλώσει την προσήλωση των μελών της στη νομιμότητα. Εκτός αυτού η εμφάνιση με στολή στοχεύει περαιτέρω τον σεβασμό προς ό,τι η τελευταία συμβολίζει και αποκλείει το ενδεχόμενο οιασδήποτε σύγχυσης από την πλευρά του κοινού, το οποίο μπορεί να είχε μια άλλη εικόνα για τους πρωταγωνιστές και τους συμμετέχοντες σε μια συνάθροιση68.

Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο της Γερμανίας, η υποχρέωση των αστυνομικών υπαλλήλων να φορούν τη στολή τους σε ώρα υπηρεσίας δικαιολογείται ιδίως από την ανάγκη να γίνεται σε όλους ορατή η νομιμοποίησή τους και η εξουσία τους για τη λήψη μέτρων αστυνομικού χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, η στολή, εκτός του ότι συνιστά ένδειξη ότι ο φορέας της νομιμοποιείται και είναι εξοπλισμένος με την αστυνομική εξουσία, συμβολίζει την άσκηση της εν λόγω εξουσίας κατά τρόπο ουδέτερο, αντικειμενικό και αμερόληπτο69.

8.2. Η ειδικότερη θέση της θεωρίας και της νομολογίας

8.2.1. Η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης με στολή

Στην ελληνική θεωρία, αλλά και διεθνώς γίνεται γενικώς δεκτό ότι στολές και άλλα διακριτικά σήματα που φέρουν οι συναθροιζόμενοι είναι ασυμβίβαστα με την έννοια της «ήσυχης» συνάθροισης μόνο εάν είναι σύμβολα και διεγερτικά βίας70. Έτσι, λ.χ. μπορούν να θεωρηθούν ασύμβατες με το δικαίωμα συνάθροισης φασιστικές στολές ή οι κουκούλες των Κου-Κλουξ-Κλαν ή οι μάσκες τρομοκρατικών οργανώσεων – σε αντίθεση με τις στολές των προσκόπων ή των μεταμφιεσμένων σε συγκεκριμένες εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά και οικολόγων διαδηλωτών που σκοπό έχουν απλώς την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού71.

Εάν εξαιρέσει κανείς την πολύ πρόσφατη και ήδη αναφερθείσα ανωτέρω γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Ν.Σ.Κ. το ζήτημα της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης από αστυνομικούς ή στρατιωτικούς υπαλλήλους ουδόλως έχει απασχολήσει μέχρι σήμερα την εγχώρια θεωρία και νομολογία. Σύμφωνα με την εν λόγω γνωμοδότηση δεν μπορούν, νομίμως, να φέρουν στολή οι συμμετέχοντες σε εκδηλώσεις προς προβολή των συνδικαλιστικών αιτημάτων τους (πορείες, συγκεντρώσεις κ.λπ.) αστυνομικοί υπάλληλοι, δεδομένου ότι δεν τελούν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Με την ανωτέρω παραδοχή, κατά την ίδια άποψη δεν αναιρείται η συνδικαλιστική ελευθερία των εν λόγω υπαλλήλων. Κατά την άποψη πάντως της μειοψηφίας, υπό το φως των παρατεθεισών ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, καθώς και αυτών των άρθρων 5 και 23 του Συντάγματος συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται, οπωσδήποτε, η επιβολή δια νόμου συνταγματικώς ανεκτών περιορισμών στην άσκηση και του δικαιώματος συνάθροισης από μέλη του αστυνομικού σώματος. Επομένως, κατά την ίδια πάντοτε γνώμη, ενδεχόμενη ρητή νομοθετική απαγόρευση να φέρουν την υπηρεσιακή στολή οι συμμετέχοντες σε τέτοιες συναθροίσεις αστυνομικοί υπάλληλοι δεν θίγει, καταρχήν, τα δικαιώματα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, που απορρέουν από τις διατάξεις του Συντάγματος και των οικείων διεθνών Συμβάσεων.

Σε αντίθεση με την ελληνική έννομη τάξη, το ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης με υπηρεσιακή στολή από αστυνομικούς και στρατιωτικούς, όπως ήδη έχει αναφερθεί, αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων γερμανικών δικαστηρίων. Με μια ad hoc απόφαση που εκδόθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας από το Διοικητικό Δικαστήριο του Wiesbaden72 κρίθηκε καταρχάς ότι από τις σχετικές ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη δεν μπορεί να συναχθεί ότι αναγνωρίζεται ρητά ένα δικαίωμα του αστυνομικού υπαλλήλου να μπορεί να φέρει τη στολή του όταν συμμετέχει σε μια συγκέντρωση. Το Δικαστήριο εκτιμά κατά πρώτον ότι η αναγνώριση του δικαιώματος σε αστυνομικούς να συμμετέχουν με υπηρεσιακή στολή σε διαδήλωση εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της υπηρεσίας. Περαιτέρω, θεωρεί ότι από το νομοθετικώς προβλεπόμενο δικαίωμα του αστυνομικού να μετακινείται ένστολος από και προς τον τόπο της εργασίας του δεν μπορεί να συναχθεί δικαίωμα να συμμετέχει ένστολος σε διαδήλωση. To Δικαστήριο για τη θεμελίωση της κρίσης του αυτής παραπέμπει στην από 8.12.1982 απόφαση του Ομοσπονδιακού Διοικητικού Δικαστηρίου73, σύμφωνα με την οποία από το δικαίωμα των στρατιωτών να φέρουν τη στολή τους και εκτός υπηρεσίας δεν απορρέει κανένα υποκειμενικό δικαίωμα να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις με στολή. Παραπέμπει επίσης και σε σχετική απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 7.4.198174 με την οποία είχε κριθεί ότι η απαγόρευση που τίθεται σε στρατιώτες να παρευρίσκονται ένστολοι σε πολιτικές συγκεντρώσεις δεν θίγει το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης ούτε το δικαίωμα συνάθροισης και συνένωσης. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι και οι δύο μνημονευόμενες αποφάσεις ασχολήθηκαν με τις οικείες διατάξεις περί καταστάσεως στρατιωτών (Soldatengesetz)75 σύμφωνα με τις οποίες οι στρατιώτες μπορούν μεν να φέρουν τη στολή τους εκτός υπηρεσίας (άρθρο 4a), αλλά δεν μπορούν να παρίστανται ένστολοι σε πολιτικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις, με βάση την ρητή απαγόρευση του ίδιου νόμου (άρθρο 15 § 3). Ειδικότερα:

  1. i) Το Ομοσπονδιακό Διοικητικό Δικαστήριο, εν προκειμένω, με την κρίσιμη και παραπεμπόμενη απόφασή του προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα σε πολιτικές και μη συγκεντρώσεις. Πιο συγκεκριμένα, από το αντικείμενο, τον σκοπό, την εξέλιξη και το περιεχόμενο μιας εκδήλωσης καθίσταται ορατό και αντιληπτό, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εάν πρόκειται για συλλογική πολιτική δραστηριότητα ή για δραστηριότητα που αφορά αμιγώς σε προβολή και προώθηση συνδικαλιστικών-επαγγελματικών αιτημάτων, οπότε δεν ισχύει η απαγόρευση του ως άνω άρθρου 15 § 3 του νόμου περί καταστάσεως στρατιωτών. Συμπερασματικά, το Δικαστήριο προβαίνει στις εξής κρίσιμες και ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις: α) ερμηνεύοντας την έννοια της πολιτικής συγκέντρωσης του ως άνω άρθρου 15, θεωρεί ότι η προώθηση και προβολή των εργασιακών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών ενός σωματείου, κατ’ άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας (άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου), δεν συνιστά πολιτική συγκέντρωση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου και β) η επίμαχη απόφαση του Υπουργείου Άμυνας περί απαγόρευσης στο στρατιωτικό προσωπικό να συμμετάσχει σε συγκέντρωση, κατά την ανωτέρω έννοια, ήταν παράνομη απέναντι στους προσφεύγοντες, καθόσον εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας της. Επομένως, όπως ορθά υποστηρίζεται, αποφασιστικό κριτήριο με βάση τα ανωτέρω για την ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης είναι το εάν η εκδήλωση στην οποία συμμετέχουν οι ένστολοι κρατικοί υπάλληλοι, που αποτελούν μέλη επαγγελματικής ένωσης έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων ή έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο και στοχεύει να προπαγανδίσει και να προωθήσει γενικές πολιτικές θέσεις και ιδέες. Μόνο στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να απαγορεύεται η συμμετοχή ένστολων κρατικών υπαλλήλων με βάση την υποχρέωσή τους περί πολιτικής ουδετερότητας και όχι όταν πρόκειται για συναθροίσεις που σκοπό έχουν την προβολή εργασιακών, επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων76.
  2. ii) Εκτός αυτού και η παραπεμπόμενη απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου τονίζει με έμφαση ότι την εντονότερα προστατευόμενη πτυχή του θεμελιώδους δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι συνιστά η δραστηριότητα ενός σωματείου και των μελών του77, στο μέτρο που στοχεύει αποκλειστικά τη διεκδίκηση επαγγελματικών-κοινωνικών συμφερόντων. Το επίμαχο συλλαλητήριο, κατά το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι, καθόσον δεν ήταν εκδήλωση συνδικαλιστικού-επαγγελματικού περιεχομένου. Και τούτο διότι δεν στόχευε την προώθηση, προβολή και διεκδίκηση κλαδικών και κοινωνικών αιτημάτων – σκοποί για τα οποίους πρωτίστως ιδρύονται τα συνδικαλιστικά σωματεία – αλλά στόχευε αποκλειστικά τον προπαγανδισμό γενικών πολιτικών θέσεων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής στο πλαίσιο επηρεασμού της λαϊκής βούλησης.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συμμετοχή ένστολων αστυνομικών υπαλλήλων σε συνάθροιση που δεν έχει αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο (δηλαδή προώθηση και προπαγανδισμό γενικών πολιτικών ιδεών και θέσεων), αλλά έχει σκοπό την προώθηση και την προβολή επαγγελματικών και κλαδικών συμφερόντων, συνιστά νόμιμη δραστηριότητα και βρίσκει συνταγματικό έρεισμα, εκτός από τη συνδικαλιστική ελευθερία (άρθρο 23 § 1), και στο δικαίωμα της συνάθροισης (άρθρο 11 § 1). Μια ενδεχόμενη νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στο αστυνομικό προσωπικό να διοργανώνει τέτοιες συναθροίσεις ή να συμμετέχει σ’ αυτές με στολή θα παραβίαζε τον πυρήνα του δικαιώματος συνάθροισης.

8.2.2. Το πρόβλημα της πολιτικής ουδετερότητας

Όπως στις περισσότερες εθνικές έννομες τάξεις των κρατών μελών της ΕΣΔΑ, η αρχή της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας και αμεροληψίας της διοικήσεως κατέχει σημαντική και περίοπτη θέση και στη δική μας έννομη τάξη. Η πολιτική και κομματική ουδετερότητα συνιστά μόνιμο στοιχείο της κρατικής οργανώσεως, δηλαδή συνδέεται άμεσα με την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος78. Σε αντίθεση με τη δικαιοδοτική λειτουργία που, μολονότι ασκείται σε ορισμένο πολιτικό περιβάλλον, οφείλει κατά το Σύνταγμα (άρθρο 87 §2) – ως επιδίωξη ισόρροπης ικανοποίησης αντιτιθέμενων συμφερόντων – να αποτελεί μια ουδέτερη πολιτικά εξουσία, η λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας και της Διοίκησης εμφανίζει πιο σύνθετα χαρακτηριστικά79. Και τούτο διότι σε πολλές περιπτώσεις η υποχρέωση αμεροληψίας και ουδετερότητας έρχεται να συγκρουσθεί με την υποχρέωση ικανοποίησης πιεστικών κρατικών αναγκών. Η θεραπεία δε των αναγκών αυτών μπορεί συνήθως να απαιτεί πολιτικές αποφάσεις με αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις να τίθεται ζήτημα στάθμισης συγκρουόμενων συμφερόντων80. Στο πλαίσιο αυτό καταρχάς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, οι ευρισκόμενοι στην κορυφή της διοικητικής πυραμίδας, δηλαδή η Κυβέρνηση81 και Υπουργοί διαμορφώνουν και κατευθύνουν τη γενική πολιτική της χώρας. Για το προσωπικό όμως – και ιδίως το ανώτερο και ανώτατο των διοικητικών υπηρεσιών – ισχύει αντιθέτως η αρχή της ουδετερότητας, η οποία, κατά την χαρακτηριστική διατύπωση της νομολογίας «εξασφαλίζει την σταθεράν και μόνιμον συνέχειαν εν τη λειτουργία της δημοσίας υπηρεσίας εν τω μέσω των πολιτικών εναλλαγών, αι οποίαι είναι συμφυείς με τον κομματικόν μηχανισμόν του κοινοβουλευτικού καθεστώτος», ενώ η ανάμιξη των δημόσιων υπαλλήλων στην ενεργή πολιτική θα «διετάρασσε την υπηρεσιακήν αυτών αντικειμενικότητα» και θα επέφερε «μείωσιν της εμπιστοσύνης, ην οι πολίται…, δέον να τρέφουν προς τους δημοσίους υπαλλήλους…»82.

Γίνεται γενικώς δεκτό περαιτέρω, ότι η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας θεωρείται ότι συνιστά εγγύηση της έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 52 του Συντάγματος τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Από τη γενική αυτή ρήτρα, θεωρία και νομολογία συνάγουν έμμεσα83 την υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας στο πλαίσιο ενός πολυκομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος. Υποστηρίζεται επίσης ότι η ίδια υποχρέωση απορρέει και από τη διάταξη του άρθρου 103 § 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θελήσεως του κράτους και υπηρετούν τον λαό. Κατά την γενικώς κρατούσα άποψη η αυστηρή υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας συνιστά μια βασική διάσταση της αρχής της αμεροληψίας84, η οποία βαρύνει όλους τους δημόσιους υπαλλήλους και αποτυπώνεται σε μια δέσμη ειδικών νομοθετικών διατάξεων, όχι μόνο ως βασικής προϋπόθεσης της μονιμότητάς τους85, αλλά και ως ουσιαστικής προϋπόθεσης της ομαλής λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος εναλλασσόμενων κυβερνήσεων86. Χαρακτηριστική είναι η ρύθμιση του άρθρου 27 § 3 ΥΚ, σύμφωνα με την οποία ο υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν επιτρέπεται να προβαίνει σε διακρίσεις προς όφελος ή σε βάρος των πολιτών, εξαιτίας των πολιτικών, των φιλοσοφικών ή των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων. Όπως δε επισημαίνεται η επίτευξη των στόχων της ουδετερότητας και της αμεροληψίας δεν μπορεί καν να νοηθεί, αν η λειτουργία του υπαλλήλου προσδιορίζεται εμφανώς ή κρυφίως από τις πολιτικές και ιδίως τις κομματικές του προαιρέσεις87.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την υποχρέωση πολιτικής – κομματικής ουδετερότητας των αστυνομικών υπαλλήλων, το ισχύον Σύνταγμα εισάγει την απόλυτη απαγόρευση οιασδήποτε εκδήλωσης υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, (αδιακρίτως εάν βρίσκονται εντός ή εκτός υπηρεσίας), όπως και για τους δικαστικούς λειτουργούς και τους υπηρετούντες στις ένοπλες δυνάμεις. Παρά τις ουσιαστικές αλλαγές που επέφερε στο άρθρο 29 § 3 η αναθεώρηση του 2001, ο συντακτικός νομοθέτης διατήρησε την καθολική εν λόγω απαγόρευση με βάση την κρατούσα αντίληψη ότι οι συγκεκριμένες κατηγορίες λειτουργών και υπαλλήλων είναι ενταγμένες στον «σκληρό πυρήνα του κράτους»88.

Ως προς τη νομολογιακή αντιμετώπιση της αρχής της ουδετερότητας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει να επιδείξει, όχι μόνο ιδιαίτερη αυστηρότητα ως προς την τήρηση και την εφαρμογή της από την πλευρά της διοικήσεως89, αλλά και καθοριστική συμβολή στην εξελικτική διαμόρφωση του σύγχρονου κανονιστικού περιεχομένου της. Στην κατεύθυνση πάντως αυτή είναι σαφείς οι επιρροές, κατά τα τελευταία ιδίως έτη, από τις σχετικές θέσεις των δικαιοδοτικών οργάνων της ΕΣΔΑ.

8.2.3. Ένστολη άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης και υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας

Όπως για τη νομολογία του Στρασβούργου, το κριτήριο της πολιτικής ουδετερότητας αποτελεί το αποφασιστικότερο κριτήριο και για τη γερμανική διοικητική νομολογία, όταν καλείται να αντιμετωπίσει συναφή ζητήματα. Έτσι, προκειμένου να θεωρηθεί νόμιμη η απαγόρευση παραχώρησης συνέντευξης από συνδικαλιστή αστυνομικό, το διοικητικό δικαστήριο του Hessen90 τονίζει με έμφαση ότι, προ πάντων, θα πρέπει να αποτρέπεται ο κίνδυνος να συγχέεται η συνδικαλιστική με την αστυνομική δραστηριότητα, η οποία ως κλασική διοικητική δραστηριότητα επιβάλλεται να ασκείται με βάση τη δικαιοκρατική αρχή και την συνακόλουθη αρχή της πολιτικής ουδετερότητας. Το Δικαστήριο παραπέμπει εν προκειμένω στη γνωστή αυστηρή θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να προστατεύεται η διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ουδετερότητα και την αντικειμενικότητα των αστυνομικών υπαλλήλων και να αποφεύγεται το ενδεχόμενο να δημιουργείται η εντύπωση στους πολίτες ότι ταυτίζονται και συμπίπτουν συνδικαλιστική και διοικητική λειτουργία91. Κάτι τέτοιο θα είχε ως πιθανό αποτέλεσμα να τίθεται εν αμφιβόλω η τήρηση των αρχών της ουδετερότητας και της αμεροληψίας από την πλευρά των αστυνομικών αρχών. Το Συνταγματικό Δικαστήριο με την παραπεμπόμενη πολύ σημαντική απόφασή του είχε κληθεί να δώσει απάντηση στα παράπονα ενός συνδικαλιστικού σωματείου αστυνομικών, το οποίο το φθινόπωρο του 2002 οργάνωσε μια εκστρατεία στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Βεστφαλίας με σκοπό την ενίσχυση των αστυνομικών υπηρεσιών με πρόσληψη πρόσθετου προσωπικού. Στο πλαίσιο της εν λόγω εκστρατείας, πέρα από τη διανομή φυλλαδίων στα οποία διατυπωνόταν τα προβλήματα των υπηρετούντων αστυνομικών, λόγω της έλλειψης προσωπικού, ζητείτο από τους πολίτες που επισκέπτονταν τα αστυνομικά τμήματα να δηλώνουν ότι είναι υποστηρικτές του συγκεκριμένου αιτήματος και να υπογράφουν σε ειδικά βιβλία-καταλόγους που είχαν ανοιγεί για τον σκοπό αυτό μέσα στους χώρους εργασίας. Το αρμόδιο όμως Υπουργείο Εσωτερικών του κρατιδίου της Ρηνανίας-Βεστφαλίας απαγόρευσε τις συγκεκριμένες ενέργειες εντός των αστυνομικών τμημάτων. Το ερώτημα που απασχόλησε κυρίως το Δικαστήριο αφορούσε στο εάν, ενόψει της συνταγματικά κατοχυρωμένης συνδικαλιστικής ελευθερίας92, το Υπουργείο θα έπρεπε να ανεχθεί τη δραστηριότητα αυτή του σωματείου. Τα μείζονα ζητήματα που καταρχάς τέθηκαν, ήταν από τη μια πλευρά η συνδικαλιστική ελευθερία και από την άλλη η υποχρέωση των διοικητικών οργάνων (αστυνομικών εν προκειμένω) να δρουν επί τη βάσει των αρχών της αμεροληψίας και της πολιτικής ουδετερότητας. Θα πρέπει, συνεπώς, μέσω της διαδικασίας της πρακτικής εναρμόνισης να επιτευχθεί στάθμιση του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος και του δημόσιου συμφέροντος, που καταρχάς φαίνεται να συγκρούονται. Κατά το Δικαστήριο η αρχή της νομιμότητας, η οποία απορρέει από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή του κράτους δικαίου επιβάλλει την άσκηση των διοικητικών αρμοδιοτήτων με αποκλειστικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και πάντοτε επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας. Οι πολίτες δεν θα πρέπει να αποκομίζουν την εντύπωση ότι τα αστυνομικά όργανα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν δρουν με στόχο το κοινό καλό, αλλά για την εξυπηρέτηση ίδιων συμφερόντων. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έκρινε πως η συγκεκριμένη δράση του συνδικάτου εντός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή, καθώς θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση στους πολίτες ότι όποιος έβαζε την υπογραφή του στη σχετική λίστα, ενδεχομένως θα ετύγχανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης στο μέλλον από τις αστυνομικές αρχές και θα μπορούσε να διεκπεραιώνει ταχύτερα και επιτυχέστερα τις υποθέσεις του. Από την άλλη πλευρά η απόφαση επισημαίνει ότι η πλέον πρόσφορη λύση θα ήταν η απλή μετατόπιση της δράσης του συνδικαλιστικού σωματείου εκτός των χώρων των αστυνομικών τμημάτων, ενόψει μάλιστα του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη ενέργεια απευθυνόταν στη κοινωνία και όχι στους συναδέλφους των αστυνομικών. Κατ’ αυτό τον τρόπο, σύμφωνα πάντα με το Δικαστήριο, αφενός αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων και αφετέρου δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία. Επομένως, κρίσιμο ζήτημα συνιστά για το Δικαστήριο το να μη δίδεται η εντύπωση στους πολίτες ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους οι αστυνομικοί δεν δρουν επί τη βάσει της αρχής της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Ωστόσο, εκτός του χώρου εργασίας μπορούν να αναλαμβάνουν δράσεις που έχουν ως στόχο την προάσπιση και την προώθηση των επαγγελματικών τους συμφερόντων.

Από την πιο πάνω θεμελιώδη θέση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου συνάγεται σαφώς ότι οι αστυνομικοί δύνανται να ασκούν δραστηριότητες για την προώθηση και τη διεκδίκηση κλαδικών τους αιτημάτων εκτός του χώρου εργασίας και όχι εν ώρα υπηρεσίας. Όπως στην αναφερθείσα υπόθεση έτσι και στην περίπτωση της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης μόνο για την προβολή και τη διεκδίκηση των επαγγελματικών-κοινωνικών αιτημάτων των αστυνομικών διασφαλίζεται και η μείζων εν λόγω απαίτηση περί προστασίας της αρχής της ουδετερότητας και αμεροληψίας. Και τούτο διότι ουδείς κίνδυνος υφίσταται να παρανοηθεί ο ρόλος των αστυνομικών από το κοινό για δύο βασικούς λόγους: α) οι αστυνομικοί ναι μεν ενεργούν για ίδια επαγγελματικά και οικονομικά συμφέροντα, αλλά εκτός υπηρεσίας και β) η συγκεκριμένη ενέργειά τους δεν έχει κανένα πολιτικό χαρακτήρα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση της υποχρέωσης πολιτικής ουδετερότητας.

Με τον τρόπο αυτό αφενός δεν περιορίζεται σημαντικά η συνδικαλιστική ελευθερία των αστυνομικών, οι οποίοι επιτυγχάνουν την αποστολή του μηνύματος προς τους κυβερνώντες και αφετέρου αποφεύγεται η διατάραξη της εμπιστοσύνης των πολιτών στην αμερόληπτη άσκηση των αστυνομικών καθηκόντων, καθώς και η δημιουργία εσφαλμένης εικόνας για τα σώματα ασφαλείας. Επομένως, ένας περιορισμός της ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης, εφόσον δεν παραβιάζεται η υποχρέωση πολιτικής ουδετερότητας από την πλευρά των αστυνομικών υπαλλήλων, παρίσταται ως μη αναγκαίος και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, πέραν των ήδη αναφερθέντων πιο πάνω χαρακτηριστικών και σημειολογικών στοιχείων της στολής, η τελευταία, πέραν της κοινωνικής93, επιτελεί εξ αντικειμένου και μια αδιαμφισβήτητη προσωπική λειτουργία, καθόσον στιγματίζει σε πολλά σημεία την προσωπική ζωή αυτού που παρέχει τις υπηρεσίες του προς το κράτος ένστολος. Και τούτο διότι η στολή πέραν του συμβολισμού, που ήδη αναφέρθηκε, έρχεται εκ των πραγμάτων να αποκαλύψει και να τονίσει το ποιος και, ιδίως, το τι είναι αυτός που την φορά. Σε κάθε δε περίπτωση, τέλος, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η σημειολογική και συμβολική διάσταση κάθε στολής θα πρέπει να κρίνεται κατά τον κρίσιμο χρόνο που γίνεται χρήση της και αφού ληφθούν υπόψη όλες οι συντρέχουσες περιστάσεις94.

Γίνεται γενικώς δεκτό ότι ο συνταγματικός νομοθέτης έρχεται να διασφαλίσει και να εγγυηθεί όχι μόνο το «εάν» και το «πότε», αλλά και το «πως» θα ασκηθεί κάθε φορά ένα θεμελιώδες δικαίωμα95. Έτσι, στην ελευθερία του συνέρχεσθαι ανήκει αναπόσπαστα και η ελευθερία επιλογής και καθορισμού του χρόνου, του τόπου, αλλά και του τρόπου διεξαγωγής μιας συγκεκριμένης συνάθροισης. Πολύ εύστοχα δε σημειώνεται ότι, όπως και σε άλλα δικαιώματα, η τροπική διάσταση της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, δηλαδή ο, υπό την ευρεία έννοια, τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης ελευθερίας αναδεικνύεται σε καθοριστικό στοιχείο της προστασίας της. Εξάλλου, εάν κάποιος θελήσει να διαχωρίσει το «εάν» από το «πως» και να αποκλείσει τον τρόπο άσκησης από το προστατευτικό πεδίο του εκάστοτε δικαιώματος, τότε το δικαίωμα αυτό θα κατέληγε ουσιαστικά να είναι κενό περιεχομένου και απλώς θα περιέπιπτε στη γενική ελευθερία δράσης (allgemeine Handlungsfreiheit)96. Με άλλα λόγια, σε ό,τι αφορά το δικαίωμα συνάθροισης θα χανόταν εξ αντικειμένου η ιδιαίτερη σημασία και αξία του, καθώς και οι ιδιαίτερες πτυχές που εμφανίζει, έναντι της γενικής ελευθερίας δράσης97. Η ιστορική, η τελολογική και η συστηματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 11 του Συντάγματος, καταδεικνύει ότι η ελευθερία του συνέρχεσθαι προστατεύει και περιλαμβάνει και όλες εκείνες τις ιδιαιτερότητες με τις οποίες πρόκειται να διοργανωθεί, να εκδηλωθεί και να πραγματοποιηθεί στο σύνολό της μια συνάθροιση. Οι ιδιαιτερότητες μάλιστα αυτές μπορεί να είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις πολύ χρήσιμες ή και απολύτως αναγκαίες για την επιτυχία της. Το δικαίωμα συνάθροισης, εκτός άλλων, συνιστά χωρίς αμφιβολία και ένα ειδικό «επικοινωνιακό» δικαίωμα που επιδρά ψυχολογικά όχι μόνο στους συμμετέχοντες, αλλά και σε άλλους που δεν συμμετέχουν98. Έτσι, οι διοργανωτές μιας συγκέντρωσης ή πορείας και οι όσοι παίρνουν μέρος σε αυτές θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να επιλέξουν όχι μόνο τον τόπο και τον χρόνο, αλλά εξ ίσου και τα ειδικά «σκηνικά» στοιχεία, την ενδεχόμενη ηχητική «συνοδεία», καθώς και τη μορφή με την οποία θα εμφανισθούν, με σκοπό να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Συνεπώς, προκειμένου το δικαίωμα συνάθροισης να μπορεί να επιτυγχάνει τον σκοπό για τον οποίο έχει προορισθεί, στον πυρήνα του θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν και τα «εντυπωσιακά στοιχεία» της διοργάνωσης μιας συγκέντρωσης ή διαδήλωσης99, δηλαδή αυτά που στοχεύουν την προσέλκυση του ενδιαφέροντος του κοινού. Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό στη θεωρία, στα στοιχεία αυτά αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να θεωρείται ότι ανήκουν η συνολική παρουσία και η κοινή ακόμη ενδυματολογική εμφάνιση των συμμετεχόντων, στο βαθμό που μια τέτοια κοινή αμφίεση δεν συνιστά σύμβολο και διεγερτικό βίας, αλλά απλώς επιδιώκει να υπογραμμίσει την εσωτερική συνοχή και τον ψυχολογικό σύνδεσμο μεταξύ των συμμετεχόντων και την συναντίληψή τους σε σχέση με τον σκοπό της συνάθροισης100. Σ’ αυτή την κατηγορία κοινής αμφίεσης θεωρείται ότι θα πρέπει να ανήκει και η επαγγελματική (υπηρεσιακή) στολή κρατικών υπαλλήλων (λ.χ. αστυνομικών, πυροσβεστών κ.ά.), ιδίως όταν οι ένστολοι αυτοί υπάλληλοι συναθροίζονται με αποκλειστικό σκοπό την προβολή και τη διεκδίκηση κλαδικών αιτημάτων τους101.

Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι τα πιο πάνω στοιχεία που αφορούν στην τροπική εκδήλωση του δικαιώματος συνάθροισης επιτελούν ακόμη σημαντικότερο ρόλο στην περίπτωση των αστυνομικών υπαλλήλων, ενόψει του ότι οι τελευταίοι στερούνται ρητώς, κατά το Σύνταγμα, αφενός του δικαιώματος εκδήλωσης και έκφρασης των κομματικών τους πεποιθήσεων (άρθρο 29 § 3) και αφετέρου, του θεμελιώδους δικαιώματος της απεργίας (άρθρο 23 § 2). Όπως δε γίνεται γενικώς δεκτό οι περιορισμοί στην ελευθερία έκφρασης των υπαλλήλων των σωμάτων ασφαλείας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 29 § 3 του Συντάγματος, στο βαθμό που εισάγουν εξαίρεση από τις γενικές αρχές που καθιερώνονται από τα άρθρα 14 § 1 και 29 § 1 του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται στενά102, δηλαδή να εφαρμόζονται μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες ρητώς και σαφώς αναφέρονται, καθόσον δεν νοείται διασταλτική ερμηνεία των περιορισμών των ατομικών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πάγια θέση θεωρίας και νομολογίας, οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει εκάστοτε το Σύνταγμα, ισχύουν μόνο για τα δικαιώματα για τα οποία προβλέπονται και δεν μπορούν να «μεταβιβασθούν» και να εφαρμοσθούν σε άλλα με τη μέθοδο της αναλογίας103.

  1. Συμπερασματικές διαπιστώσεις

Με βάση τα όσα εκτέθηκαν συνάγεται καταρχάς ότι δεν υφίσταται ειδική νομοθετική ρύθμιση που να απαγορεύει ρητώς και να ανάγει σε πειθαρχικό παράπτωμα τη συμμετοχή του αστυνομικού προσωπικού σε δημόσιες συναθροίσεις με στολή όταν οι συναθροίσεις αυτές έχουν σκοπό την προβολή κλαδικών αιτημάτων.

Περαιτέρω, προκύπτει επίσης ότι η διοργάνωση ή η συμμετοχή σε δημόσιες συναθροίσεις του αστυνομικού προσωπικού με στολή εντάσσεται και ανήκει στον σκληρό πυρήνα του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, εφόσον οι συναθροίσεις αυτές έχουν ως στόχο την προβολή και τη διεκδίκηση επαγγελματικών και κοινωνικών αιτημάτων. Επομένως, μια ενδεχόμενη ρητή νομοθετική ρύθμιση που θα απαγόρευε στους αστυνομικούς υπαλλήλους να διοργανώνουν τέτοιου είδους συναθροίσεις ή να συμμετέχουν σε αυτές θα παρίστατο ως μη αναγκαία και θα υπερακόντιζε τον επιδιωκόμενο σκοπό της πολιτικής-κομματικής ουδετερότητας. Υπό την έννοια αυτή ο περιορισμός ένστολης άσκησης του δικαιώματος συνάθροισης δεν θα συνιστούσε απλό διαδικαστικό περιορισμό104, δηλαδή περιορισμό που αφορά στη διαδικασία μόνο άσκησης του δικαιώματος, αλλά ουσιαστικό περιορισμό που θα παραβίαζε τον πυρήνα του.

Αναμφίβολα η άσκηση του δικαιώματος συνάθροισης θέτει μείζονα και δυσχερή νομικά προβλήματα. Η επιτυχής διαχείριση των προβλημάτων αυτών δεν αποτελεί μόνο τη λυδία λίθο105 για τη δημοκρατία, αλλά και μέτρο ποιοτικής λειτουργίας της. Αν όμως η προκρινόμενη λύση είναι η εισαγωγή, ολοένα και πιο αυστηρών περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος, κατά παράβαση της αρχής nulla restrictio sine lege constitutionale certa, τότε είναι βέβαιο ότι οι περιορισμοί αυτοί μεταστατικά θα επεκταθούν και θα συρρικνώσουν επικίνδυνα και τον ίδιο τον πυρήνα του.

 

1 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, 4η έκδ., 2012, σελ. 837, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, 3η έκδ., 2006, σελ. 479. Για την ταυτόχρονη κατοχύρωσή τους στα άρθρα 10 και 11 αντίστοιχα του Συντάγματος του 1864, βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, τόμ. Γ’, τεύχ. Ι-ΙΙΙ, 2η έκδ., 2008, σελ. 16, Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλ­λικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, 1995, σελ. 71.

2 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698 επ., Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 479.

3 . Βλ. σχετ. Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, 1988, σελ. 99 και 123.

4 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

5 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, 8η έκδ., 2005, σελ. 500 επ.

6 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts: Konturierung des Schutz­be­reichs des Art. 8 Abs. 1 GG, ZJS 2011, σελ. 228.

7 Βλ. Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ. που έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 1029/8/12-β/7-4-2013 πράξη του Υ­πουρ­­­γού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Η γνωμοδότηση αυτή που σχολιάζεται κατωτέρω προκλήθηκε κυρίως από τις ένστολες συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας των αστυνομικών κατά την περίοδο του Σεπτεμβρίου του 2012 και ζητήθηκε με το υπ’ αριθ. 1029/8/12/22-9-2012 έγγραφο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.

8 Άρθρο 34 § 1 ν. 1481/1984. Βλ. εκτενέστερα Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο: Η λειτουργική αρ­μο­δι­ό­­τητα του αστυνομικού προσωπικού της ελληνικής αστυνομίας. Έννοια, περιεχόμενο όρια, 2η έκδ., 2006, σελ. 144 επ.

9 Π.Δ. 538/1989.

10 . Φ.Ε.Κ. Β 1426/16-7-2009. Βλ. σχετ. Ζ. Παπαϊωάννου, Αστυνομικό Δίκαιο, όπ.π., σελ. 145 επ.

 

11 . Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, 2η έκδ., 2004, σελ. 960.

12 ΣτΕ 926/1995, ΕλλΔνη 1996, σελ. 782, ΣτΕ 2858/2003 Ολ., ΤοΣ 2003, σελ. 1191.

13 ΣτΕ 1444/1991 Ολ., ΕΔΔΔ 1991, σελ. 377

14 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 960, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 8 και 83.

15 Βλ. άρθρο 30Α ν. 1264/1982 όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 18 § 1 Ν. 3938/2011 (ΦΕΚ Α’ 61/31.3.2011).

16 Ν.Σ.Κ. Γνωμ. 29/2013 Ολ.

17 Πρβλ. άρθρο 5 της γαλλικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Η αρχή αυτή συνάγεται ότι καθιερώνεται στο ελληνικό δίκαιο από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 § 1, 50 και 87 § 2 του Συντάγματος. Βλ. σχετ. A. Μάνεσης, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙ­Ω­ΜΑΤΑ, τόμ. Α’, ατομικές ελευθερίες, Πανεπιστημιακές παραδόσεις, 4η έκδ., 1982, σελ. 75. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 7.

18 ΣτΕ 4665/1988, ΤοΣ 1989, σελ. 305, ΣτΕ 3073/1992, Εφαρμ. 1993, 393. Βλ. σχετ. Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 7.

19 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, In dubio pro libertate, σε: www.constitutionalism.gr, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 7.

20 «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συν­έρχονται ή­συ­χα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες συναθροίσεις στην ύπαι­θρο μπορεί να πα­ρί­σταται η αστυνομία. Οι συναθροίσεις στην ύπαιθρο μπορούν να απαγορευθούν με αιτι­ολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για την δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή δια­τά­ραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, ως νόμος ορίζει».

21 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 701, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 480.

22 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708.

23 Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 698.

24 ΕυρΕπιτροπήΔΑ απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1979, Rassemblement Jurassien κατά Ελβετίας, αριθ. προ­σφυγής 819/78, Décisions et rapports 17, σελ. 105, παρ. 3. Βλ. και απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 5493/72, σειρά Α, παρ. 50. Βλ. σχετ. Th. Marauhn, σε: D. Ehlers (Hrsg.), Europäische Grundrechte und Grundfreiheiten, 3η έκδ., 2009, σελ. 139.

25 Βλ. σχετ. Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113.

26 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, σε: Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – Ερμηνεία κατ’ άρθρο (Δ/νση έκδ. Λ. Σισιλιάνος), 2013, σελ. 434, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 113 με παραπομπή στη σχετική νομολογία.

27 Στις δύο υφιστάμενες προστέθηκε τρίτη παράγραφος που ισχύει από 1ης Ιουνίου 2013.

28 Όπως τροποποιη­μέ­νος ισχύει σήμερα (τελευταία τροποποίηση στις 31 Ιουλίου 2013).

29 BVerfG 69, 315.

30 Βλ. σχετ. D. Walz/K. Eichen/S. Sohm, Soldatengesetz-Kommentar, 2010, σελ. 307.

31 Βλ. M. Bäuerle, Polizei und Verwaltungsrecht, σελ. 6, μελέτη δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα: http://www.uni-giessen.de/~g11003/versr.pdf. Το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη ανα­φο­ρά στο αγγλοσαξωνικό νομικό σύστημα, τονίζει με έμφαση ότι το δικαίωμα του συνέρχεσθαι συνιστά ήδη προ πολλού έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας και, κατά συνέπεια, γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα που συμβάλλει στην ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική ζωή. Βλ. σχετ. M. Quilisch, Die demokratische Versammlung, 1970, σελ. 36 επ., U. Schwäble, Das Grundrecht der Versammlungsfrei­heit, 1975, σελ. 17 επ.

32 Με παραπομπή σε: BVerfGE 7, 198 [208]; 12, 113 [125]; 20, 56 [97]; 42, 163 [169].

33 Urteil zur Parteienfinanzierung, BVerfGE 20, 56 [98 f.].

34 Βλ. D. Blumenwitz, Versammlungsfreiheit und polizeiliche Gefahrenabwehr bei Demonstrationen, σε: Festschrift für Samper, 1982, σελ. 132.

35 Γνωστή ως απόφαση «Spiegel» της 5ης Αυγούστου 1966 (BverfG 20, 162 [178]).

36 Τh. Blanke/D. Sterzel, Inhalt und Schranken der Demonstrationsfreiheit des Grundgesetzes, Vorgänge, 1983, σελ. 69 και τις εκεί παραπομπές.

37 Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ.

38 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, 2010, σελ. 78 με παραπομπή σε M. Quilisch, Die demokratische Versammlung: Zur Rechtsnatur der Ordnungsgewalt des Leiters öffentlicher Versammlungen. Zugleich ein Beitrag zu einer Theorie der Versammlungsfreiheit, 1970, σελ. 42. Κατά την άποψη πάντως του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου το δικαίωμα συνάθροισης ανήκει μεν στην κατηγορία των συνταγματικών ελευθεριών, αλλά δεν διαθέτει αυτονομία, καθόσον αποτελεί μια όψη της ελευθερίας της έκφρασης (CC Décision n° 94-352 DC du 18 janvier 1995). Βλ. σχετ. C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500, P. Wachsmann, Libertés publiques, 5η έκδ., 2005, σελ. 583.

39 Γ. Κ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, Το Σύνταγμα της 11ης Ιουνίου 1975 και οι νεώτερες διεθνείς εξελίξεις, 1979, σελ. 88 επ.

40 Γ. Μπακόπουλος, Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι στο ελληνικό, γαλλικό και αγγλικό δημόσιο δίκαιο, όπ.π., σελ. 52, Π. Τσίρης, Η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος της συνάθροισης, όπ.π., σελ. 113 επ. με περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία.

41 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 169 επ.

42 ΣτΕ 573/2005, 3356/2004, 1981/1986, 1013/1986, 780/1981.

43 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 170 και 174.

44 Βλ. σχετ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ: Θεμελιώδη δικαιώματα, Γενικό Μέρος, 2012, σελ. 70. 64. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171.

45 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 171 και ΔΕφΑθ 311/1980, ΤοΣ 1980, σελ. 234 επ.

46 Βλ. Φ. Σπυρόπουλος, Εισαγωγή στο Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ, όπ.π., σελ. 64.

47 ΣτΕ 780/1981, 2209/1977, ΤοΣ 1977, σελ. 636, ΔΕφΑθ 311/1980, όπ.π., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172, Α. Σβώλος/Γ. Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμ. Α’, 1954, σελ. 95, Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π. σελ. 95.

48 ΣτΕ 3634/1978 Ολ., ΤοΣ 1979, σελ. 113. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 172.

49 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 86.

50 Άρθρα 17 § 1, 106 § 1 εδ. α’ του Συντάγματος.

51 Άρθρο 24 § 1 εδ ε’ του Συντάγματος.

52 Άρθρα 4 § 3 εδ. β’ και 28 § 2 εδ. α’ και § 3 του Συντάγματος.

53 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π, σελ. 87.

54 Βλ. σχετ. Ch. Grabenwarter, Europäische Menschenrechtskonvention, 4η έκδοση, 2009 , σελ. 302 επ.

55 F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, σε: U. Karpenstein/F.-C. Mayer, EMRK – Konvention zum Schutz der Menschenrechte und Grundfreiheiten, Kommentar, 2012, σελ. 302 και την παρατιθέμενη νομολογία.

56 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Ιανουαρίου 1987, Council of Civil Service Unions, αρ. προσφυγής 11603/1985, DR 50, sel. 228 (241). Βλ. σχετ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 302, Th. Marauhn, όπ.π., σελ. 142.

57 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi κατά Ουγγαρίας, αρ. προσφυγής 25390/1994, παρ. 59. Βλ. σχετ. Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 455, N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, 2007, σελ. 204.

58 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Μαϊου 1999, Rekvényi, όπ.π.

59 Βλ. σχετ. N.-L. Arold, The Legal Culture of the European Court of Human Rights, όπ.π., σελ. 204.

60 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 10ης Απριλίου 2012, Strzelecki κατά Πολωνίας, αρ. προσφυγής 26648/03, παρ. 44-58.

61 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Demir & Baykara κατά Τουρκίας, αρ. προσφυγής 34503/1997, F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304.

62 Βλ. F. Arndt/A. Schubert, Art. 11 EMRK, όπ.π., σελ. 304 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

63 Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 464.

64 ΕυρΔΔΑ απόφαση της 20ης Οκτωβρίου 2005, United Macedonian Organisation Ilinden, αριθ. προσφυγής 59489/2000. Βλ. εκτενέστερα Η. Καστανάς, Άρθρο 11 ΕΣΔΑ, όπ.π., σελ. 436.

65 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, 2010, σελ. 132.

66 A. Linke/M. Nussbaumer/P.-R. Portman, Linguistik, 1991, σελ. 19, 22 επ. και 27.

67 R. –R. Johnson, The psychological influence of the police uniform, μελέτη δημοσιευμένη στις 4-3-2005 στην ιστοσελίδα: http://www.policeone.com/police-products/apparel/undergear/articles/99417-The-psychological-influence-of-the-police-uniform.

68 N. Joseph/N. Alex, The Uniform: A Sociological Perspective, American Journal of Sociology 1972, σελ. 719 και 723.

69 BVerwG 2 C 3.05 απόφαση της 2-3-2006.

70 Βλ. σχετ. A. Carroll, Constitutional and Administrative Law, 5η έκδ., 2009, σελ. 519, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ., 136, C.-A. Colliard, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 500 επ. , P. Wachsmann, Libertés publiques, όπ.π., σελ. 580 επ., K. Hoerni, Das Versammlungsrecht in der Schweiz, 1938, σελ. 16 επ., Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706.

71 Π. Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 706 επ.

72 VG Wiesbaden, Beschl. v. 17.11.03 – 8 G 2745/03 (V), NJW 2004, σελ. 635.

73 BVerwGE 76, 30.

74 BVerfG; Beschluss vom 7. 4. 1981; BVerfGE 57,29.

75 Όπως ισχύει μετά την τελευταία πρόσφατη τροποποίησή του στις 11 Ιουνίου 2013.

76 S.-E. Wecker, Verbot des Tragens der Uniform bei Demonstrationen außerhalb des Dienstes?, Polizeispiegel, 2004, σελ. 16.

77 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου, ο οποίος με το άρθρο 9 κατοχυρώνει από κοινού το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τη συνδικαλιστική ελευθερία.

78 Βλ. σχετ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, τόμ. Α’, όπ.π., σελ. 548, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 4η έκδ., 2013, σελ. 181 επ.,

79 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η έκδ., 2004, σελ. 24.

80 Η στάθμιση αυτή καθιστά επίκαιρη και πάλι τη συζήτηση γύρω από την αποφα­σιοκρατική αντίληψη του Carl Schmidt, σύμφωνα με την οποία το κράτος δεν είναι και δεν μπορεί τελικά να είναι απλώς ουδέτερος παρατηρητής και διαιτητής, αλλά η ουσία της ύπαρξής του έγκειται, ιδίως στο γεγονός, ότι οφείλει να λαμβάνει τις πολιτικές αποφάσεις. Βλ. σχετ. M. Fehling, Verwaltung zwischen Unparteilichkeit und Gestaltungsaufgabe, 2001, σελ. 1, υποσημ. 4.

81 Άρθο 82 § 1 του Συντάγματος.

82 Εκλογοδικείο 19/1964. Για την παραπομπή βλ. Α. Ράικος, Δικονομικόν εκλογικόν δίκαιον 192, σελ. 323, Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548. Βλ. και Π. Δαγτόγλου, Γενικό δι­οι­κητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 24.

83 Βλ. Α. Τάχος/Ι. Συμεωνίδης, Ερμηνεία Υπαλληλικού Κώδικα, όπ.π., σελ. 548 με εκτενείς παραπομπές στη σχετική νομολογία.

84 Βλ. σχετ. Ι. Μαθιουδάκης, Η αρχή της αμεροληψίας της διοίκησης, 2008, σελ. 34. Βλ. και V. Kondylis, Le principe de neutralité dans la fonction publique, 1994, σελ. 9. Έχει υποστηριχθεί ωστόσο ότι υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ των εννοιών της αμεροληψίας και της ουδετερότητας. Και τούτο διότι ενώ η ουδετερότητα καθορίζεται ως μη παρέμβαση του κράτους σε ορισμένη διαφορά, η αμεροληψία αναφέρεται στην υποχρέωση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς (P. Dagtoglou, Befangenheit und Funktionenhäufung in der Verwaltung, σε: Festgabe für E. Forsthoff zum 65 Geburtstag, 1967, σελ. 67). Βλ. και P. Kirchhoff, Die Bedeutung der Unbefangenheit für die Verwaltungsentscheidung, σε: VerwArch 1975, σελ. 370 επ., Ph. Kunig, Das Rechtsstaatsprinzip, 1986, σελ. 217.

85 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, 5η εκδ., 2004, σελ. 221, Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 183. Μ. Στασινόπουλος, ΥπΚ, Ερμηνεία κατ’ άρθρον, 1951, σελ. 154, Π. Παπαδάκης, Ο περιορισμός της κομματικής ουδετερότητας των υπαλλήλων του κράτους και των ν.π.δ.δ., ΔιοικΔ, 1992, σελ. 506 επ.

86 Δ. Κόρσος, Υπάρχει εκ του Συντάγματος πλαίσιο ελευθερίας των δημοσίων διοι­κη­τικών υπαλλήλων προς εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων; ΤοΣ 1987, σελ. 235, Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 436.

87 Δ. Κόρσος, Διοικητικό δίκαιο, Γενικό μέρος, όπ.π., σελ. 181 επ.

88 Πρακτικά Βουλής, Περίοδος Ι’, Σύνοδος Α’, 2001, 5187 (Ε. Βενιζέλος). Βλ. σχετ. Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 303.

89 Π. Δαγτόγλου, Γενικό διοικητικό δίκαιο, όπ.π., σελ. 23 και 221 επ.

90 Hessischer VGH, Beschluss vom 31 August 2011, Az. 1 B 1413/11.

91 BVerfG, Beschluss vom 6. Februar 2007 – 1 BvR 978/05 -Juris-Umdruck Rn. 28.

92 Άρθρο 9 § 3 του Θεμελιώδους Νόμου.

93 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 130.

94 L. Rauer, Rechtliche Maßnahmen gegen rechtsextremistische Versammlungen, σελ. 131.

95 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 708 επ., Α. Δημη­τρό­πουλος, Συνταγματικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 152 επ.

96 T.-M. Spranger, Uniformverbot und Versammlungsfreiheit, Der Öffentliche Dienst (DÖD) 1999, σελ. 58 επ.

97 M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht – Am Beispiel von Skinheadaufmarsch und Schwarzem Block, όπ.π., σελ. 126.

98 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, 2004, σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127, Δ. Καλτσώνης, Πολιτικοί και κοινωνικοί περιορισμοί του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, Ουτοπία, τεύχ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2007, σελ. 53 με περαιτέρω παραπομπές.

99 J. Rösing, Kleidung als Gefahr?, όπ.π., σελ. 117, M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 127.

100 Ch. Gusy, Art. 8 GG, σε: Ch. Starck, Kommentar zum Grundgesetz, τόμ. Ι, 6η έκδ. , 2010, σελ. 832 επ.

101 Βλ. H.-J. Blanke, Art. 8 GG, σε: K. Stern/F. Becker, Grundrechte-Kommentar, 2010, σελ. 819 επ., Ch. Gusy, Art. 8 GG, όπ.π., σελ. 832 επ., P. Kunig, σε: I. Von Münch/P. Kunig (Hrsg.), art. 8, Grundgesetz Kommentar, τόμ. I, 6η έκδ., 2012, αριθ. 35. Η γερμανική μάλιστα θεωρία στέκεται ιδιαίτερα επικριτικά απέναντι στη ρύθμιση του άρθρου 3 § 1 του νόμου περί συναθροίσεων που απαγορεύει τις δημόσιες συναθροίσεις με στολή, με εξαρτήματα στολής ή κοινής εν γένει εμφάνισης ως μέσου έκφρασης κοινών πολιτικών πε­ποι­θήσεων. Για τη ratio της ρύθμισης και την όλη σχετική προβληματική βλ. αντί άλλων M. Limmer, Rechtliche Grenzen der Einschüchterung im Versammlungsrecht, όπ.π., σελ. 33 επ.

102 Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 155, Κ. Χρυσό­γο­νος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 302.

103 ΣτΕ 1444/1991, Ολ. ΤοΣ 1991, σελ. 381, με σχόλια Δ. Γρατσία, Θ. Αραβάνη, Θ. Παναγόπουλου. Βλ. σχετ. Π. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο: Ατομικά δικαιώματα, όπ.π., σελ 155.

104 Για τη διάκριση μεταξύ ουσιαστικών και διαδικαστικών περιορισμών βλ. Α. Δημητρόπουλος, Συνταγ­μα­τικά δικαιώματα, όπ.π., σελ. 193 επ.

105 S. Pötters/C. Werkmeister, Neue Problemkreise des Versammlungsrechts, όπ.π., σελ. 228.

 

Από την τοπική απαγόρευση στη γενική αναστολή των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων: Συνταγματικά προβλήματα και (αχρείαστες) πολιτικές εντάσεις

Του Γ. Χ. Σωτηρέλη, καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ανήκω σε αυτούς που έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η κρισιμότητα της κατάστασης, λόγω της πανδημίας, επιβάλλει όχι μόνον την μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση, ως προς την άσκηση δικαιωμάτων που συνεπάγονται κινδύνους για την δημόσια υγεία, αλλά και την επιβολή δραστικών μέτρων από την Πολιτεία, που να αποτρέπουν ή να περιορίζουν μια τέτοια άσκηση (Βλ. ενδεικτικά «Η Δημοκρατία απέναντι στην Πανδημία», Constitutionalism.gr, 12.4,2020). Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια στάση πρέπει να οδηγεί σε μια άνευ ετέρου –πολύ δε περισσότερο σε μια άκριτη ή/και  απολογητική– αποδοχή οποιωνδήποτε μέτρων, με όποιον τρόπο και αν επιβάλλονται και ό,τι και αν προβλέπουν, όπως συνέβη με την γενική προληπτική απαγόρευση των συναθροίσεων για τον εορτασμό της επετείου της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

 

  1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΣΤΟΧΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΕΤΕΙΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρηθεί είναι ότι ο όλος χειρισμός της υπόθεσης από την Κυβέρνηση ξεκίνησε, δυστυχώς, με μονομερείς και απόλυτα διατυπωμένες εξαγγελίες απαγόρευσης κάθε μορφής συνάθροισης, παραβλέποντας το ότι στην επέτειο του Πολυτεχνείου το εμβληματικό γεγονός δεν είναι η κρατική οργάνωση εκδηλώσεων –όπως συμβαίνει με τις εθνικές  επετείους των οποίων έγινε, κακώς, επίκληση– αλλά ένας παραδοσιακός «αγωνιστικός» εορτασμός, με επίκεντρο την άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι. Στην συζήτηση στη Βουλή, που επακολούθησε, ο πρωθυπουργός κινήθηκε εν πολλοίς στο ίδιο μήκος κύματος, αποφεύγοντας να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες αλλαγής γραμμής πλεύσης, που του έδωσαν όλα σχεδόν τα κόμματα, προκειμένου να αναζητηθούν οι προσφορότερες δυνατές λύσεις (έστω και σε συμβολικό επίπεδο, λόγω της κρισιμότητας των προβλημάτων της πανδημίας).

Το αποτέλεσμα ήταν να επιβληθεί μια γενική προληπτική απαγόρευση των συναθροίσεων, από 15-18 Νοεμβρίου, με μια πολιτικά  άστοχη και συνταγματικά εκτεθειμένη απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας (1029/8/18 της 14-11-2020), η οποία κατά την άποψή μου διαστρεβλώνει το συγκεκριμένο συνταγματικό πλαίσιο του δικαιώματος του συνέρχεσθαι – ερμηνεύοντάς το μέσω μιας Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που και αυτή δεν εφαρμόσθηκε– ενώ δεν λαμβάνει καν υπ’όψιν την αρχή της αναλογικότητας, που επιβάλλει την αναζήτηση των προσφορότερων κάθε φορά μέσων ως προς την εξειδίκευση και πραγμάτωση του επιδιωκόμενου περιορισμού.

Για να δικαιολογήσει δε την συγκεκριμένη απόφαση ο Αρχηγός της Αστυνομίας –σε τελευταία δε ανάλυση η Κυβέρνηση– επικαλείται το Σύνταγμα (και συγκεκριμένα την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 παρ. 4 και το οικείο άρθρο 11)  καθώς και την σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 20.3.2020 («Κατεπείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, τη στήριξη της κοινωνίας και της επιχειρηματικότητας και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και της δημόσιας διοίκησης»),  η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020. Ωστόσο, η επίκληση αυτή για μεν το Σύνταγμα δεν νομίζω ότι ευσταθεί για δε την ΠΝΠ απλώς δεν επαρκεί. Ειδικότερα:

 

  1. Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΕΩΛΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

Α. Αρχίζοντας από το Σύνταγμα, η επίκληση εν πρώτοις της ερμηνευτικής δήλωσης του άρθρου 5 παρ. 4  –που αναφέρεται κατά βάσιν στον περιορισμό της ελευθερίας της κίνησης με ατομικά διοικητικά μέτρα–  προδήλως δεν ευσταθεί και για τον λόγο αυτόν εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από την κυβερνητική επιχειρηματολογία. Παραδόξως όμως την υποστηρίζει ο Β. Βενιζέλος (Τα Νέα, 17.11.2020) υιοθετώντας ουσιαστικά μια ιδιότυπη ερμηνεία των περιορισμών του δικαιώματος του συνέρχεσθαι μέσω των περιορισμών της ελευθερίας της κίνησης (προφανώς για να μπορέσει να παρεισαχθεί η «δημόσια υγεία» ως ειδικός περιορισμός και των συναθροίσεων).

Β. Αλλά και η επίκληση του άρθρου 11 Σ, παρότι κατ’αρχήν εύλογη, είναι τουλάχιστον ατυχής, διότι καμία από τις προϋποθέσεις του δεν συντρέχει στην συγκεκριμένη επίμαχη απόφαση, τόσο ως προς τον χώρο διεξαγωγής της συνάθροισης και το αποφασίζον την απαγόρευση όργανο όσο και ως προς τους ειδικότερους λόγους που επιτρέπουν μια τέτοια απαγόρευση.

Συγκεκριμένα, ενώ κατά το άρθρο 11 προβλέπεται η δυνατότητα απαγόρευσης μιας συγκεκριμένης συνάθροισης, με απόφαση του επικεφαλής της αστυνομικής αρχής που έχει την σχετική τοπική αρμοδιότητα και  για αυστηρά καθορισμένους λόγους («δημόσια ασφάλεια» και «σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοποικονομικής ζωής»), αυτό που αποφασίσθηκε, κατ’ουσίαν,  είναι η τετραήμερη αναστολή του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, με απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Μια τέτοια αναστολή, όμως, δεν προβλέπεται στο Σύνταγμά μας παρά μόνο αν ενεργοποιηθεί το άρθρο 48 του Συντάγματος («κατάσταση πολιορκίας»)  και μόνον για συγκεκριμένους λόγους («σε περίπτωση πολέμου, επιστράτευσης εξαιτίας εξωτερικών κινδύνων ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας, καθώς και αν εκδηλωθεί ένοπλο κίνημα για την ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος»), που δεν συντρέχουν εν προκειμένω (για τα ανωτέρω βλ. αναλυτικά Κ. Χρυσόγονου/Σπ. Βλαχόπουλου, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2019, σ. 519 και πρβλ. τις από 15.11.2020 σχετικές Ανακοινώσεις  της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων  με τίτλο «Σύνταγμα και απαγόρευση συναθροίσεων», και της Ελληνικής Ένωσης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τίτλο «Γενική απαγόρευση συναθροίσεων: Στις εξαιρετικές περιστάσεις είναι εξαιρετικά κρίσιμος ο πυρήνας των ελευθεριών» καθώς και Α. Καϊδατζή, Αντισυνταγματική αναστολή της ελευθερίας συνάθροισης, Εφημερίδα των Συντακτών, 16.11.2020).

Γ. Έχει διατυπωθεί πάντως, σε αντίθεση προς τα ανωτέρω, και η –υποστηρίξιμη σε κάθε περίπτωση– άποψη ότι ο όρος «γενικά» μπορεί να ερμηνευθεί σαν αναφερόμενος σε ολόκληρη την επικράτεια όταν πρόκειται για λόγο «δημόσιας ασφάλειας» (Βλ. Πρ. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα, Β΄, Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή 2005 (2η έκδ.), σ. 995 επ., Β. Βενιζέλου, Συναθροίσεις και πανδημία, Τα Νέα 17/11, Χ. Ανθόπουλου, Η γενική απαγόρευση των δημόσιων συναθροίσεων, Θέμα 17/11 και Constitutionalism.gr, 17/11, Λ. Παπαδοπούλου, Δήλωση στo KEDENEWS.gr, 17/11, Αν.  Παυλόπουλου, Η γενική απαγόρευση συναθροίσεων ως ζήτημα ερμηνείας του Συντάγματος, Constitutionalism.gr, 17/11).

Δ. Ακόμη και έτσι όμως, ακόμη δηλαδή και αν δεχθούμε ότι παρεισάγεται ένα είδος αναστολής του δικαιώματος χωρίς προσφυγή στο άρθρο 48 (προοπτική πάντως που αποκρούουν εντόνως, από θέση αρχής, οι Σβώλος/Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Β΄, Αθήνα 1955, σελ. 228), πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής:

α. Κατ’αρχάς, μου φαίνεται πολύ παράξενο το ότι ο νομοθέτης, ο οποίος πριν από λίγους μήνες ψήφισε ειδικό νόμο για τις συναθροίσεις (4703/2020),  όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, δεν  προέβλεψε τίποτε ως προς μια τέτοια «γενική» εφαρμογή της απαγόρευσης, για λόγους «δημόσιας ασφάλειας». Ούτε βέβαια ανέθεσε την αρμοδιότητα οποιασδήποτε σχετικής με τις συναθροίσεις απόφασης στον Αρχηγό της Αστυνομίας. Όλες οι προβλεπόμενες περιπτώσεις απαγόρευσης αφορούν συναθροίσεις σε ορισμένο τόπο (που μπορεί να είναι είτε «γενικώς» προσδιορισμένος -πχ ένας δήμος ή ένας νομός- για λόγους «δημόσιας ασφάλειας», είτε ειδικώς προσδιορισμένος –πχ μια πλατεία- για λόγους «σοβαρής διατάραξης της κοινωνικοοικονομικής ζωής». Οι δε σχετικές αποφάσεις της αστυνομικής αρχής λαμβάνονται επίσης πάντα σε τοπικό επίπεδο, που μπορεί να φθάνει μέχρι έναν περιφερειακό διευθυντή.

Τι συνέβη λοιπόν; Είχε πλήρη άγνοια ο νομοθέτης για το τι λέει το Σύνταγμα; Προφανώς όχι. Απλώς όλοι –ακόμη και οι σκληροί οπαδοί του «νόμος και τάξη»– γνώριζαν ή έστω συναισθάνονταν την συνταγματική προβληματικότητα μιας τέτοιας γενικής απαγόρευσης και δεν την διανοούνταν καν. Και δεν αντέχω βέβαια στον πειρασμό να ρωτήσω: που ήταν οι υπεραμυνόμενοι σήμερα της άποψης περί συνταγματικότητας της γενικής προληπτικής απαγόρευσης, από τον χώρο της θεωρίας, όταν ψηφίζονταν οι σχετικές διατάξεις; Δεν βρέθηκε κανείς, παρότι είχε προηγηθεί το πρώτο στάδιο της πανδημίας, να επισημάνει την ανάγκη –ή να απορήσει, έστω, για  την «παράλειψη»– της εναρμόνισης του νόμου με το Σύνταγμα όταν συντρέχει λόγος «δημόσιας ασφάλειας»;

β. Στο σημείο αυτό, πάντως, θέλω να επισημάνω ότι ούτως ή άλλως θεωρώ παρατραβηγμένη και την άποψη ότι η «δημόσια υγεία» μπορεί να ενταχθεί στην «δημόσια ασφάλεια», με βάση το Σύνταγμά μας τουλάχιστον. Και τούτο διότι όπου το Σύνταγμα θέλησε να περιλάβει την δημόσια υγεία στους ειδικούς περιορισμούς, το έκανε ρητά, όπως πχ στην ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 5 παρ. 4 και στο άρθρο 22 παρ. 4. Άρα κάθε περαιτέρω διασταλτική ερμηνεία, για την χρήση της σαν ειδικού περιορισμού, μέσω της δημόσιας ασφάλειας, μοιάζει να είναι οψιγενής και «από το παράθυρο». Πολλώ δε μάλλον όταν καμία τέτοια σύνδεση  δεν γνωρίζω να έγινε κατά το πρώτο στάδιο της πανδημίας, όταν όλοι σχεδόν συμφωνούσαμε ότι σε όσα δικαιώματα δεν αναφέρεται ρητά η «δημόσια υγεία», ως ειδικός περιορισμός, είναι θεμιτό να θεωρηθεί ως καλυπτόμενη από  τουλάχιστον γενικούς περιορισμούς («δημόσιο συμφέρον» και «δικαιώματα των άλλων»). Χαρακτηριστική άλλωστε στο σημείο αυτό είναι και η προσωρινή διαταγή της Προέδρου του ΣτΕ Ειρ. Σαρπ (Απορρίπτουμε… διότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας…), η οποία βέβαια εκδόθηκε υπό το πρίσμα του άρθρου 52 του πδ 18/1989, όπως ισχύει, και δεν  σημαίνει ότι η επίμαχη απόφαση κρίθηκε συνταγματική, όπως έσπευσαν μερικοί να πανηγυρίσουν…

γ. Αποκρουστέα επίσης, είναι κατά την άποψή μου, είναι και η άποψη ότι η «δημόσια υγεία» μπορεί να παρεισαχθεί σαν ειδικός περιορισμός μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που υποστηρίζει ο Β. Βενιζέλος (Τα Νέα, 17/11). Θεωρώ ότι μια τέτοια ευκαιριακή προσέγγιση ανοίγει μια επικίνδυνη κερκόπορτα για να δεχθούμε και γενικότερα την ερμηνεία του Συντάγματος μέσω της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, η οποία ενέχει τεράστιους κινδύνους για μια επιλεκτική σχετικοποίηση της προστασίας που παρέχουν τα συνταγματικά μας δικαιώματα. Και τούτο διότι είναι γνωστό ότι αυτά τα δικαιώματα, σχεδόν στο σύνολό τους, παρέχουν πληρέστερη προστασία από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση, η οποία, ως προϊόν ποικίλων συμβιβασμών μεταξύ χωρών διαφορετικών ταχυτήτων, σε σχέση με την προστασία του κράτους δικαίου, περιλαμβάνει ευλόγως πολύ περισσότερους ειδικούς περιορισμούς. Κατά συνέπειαν, θα ήταν νομίζω μέγα λάθος να θεωρήσουμε αυτούς τους επιπλέον περιορισμούς σαν εξ ορισμού ισχύοντες και για την ερμηνεία του δικού μας Συντάγματος, αποδεχόμενοι τόσο την ερμηνευτική υποβάθμισή του  –δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ είναι υποσυνταγματικής ισχύος– όσο και τον άκριτο πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων για απίσχναση της προστασίας τους…

(Είναι άλλο ζήτημα βέβαια το να επικαλούμαστε την ΕΣΔΑ για τα ελάχιστα εκείνα συνταγματικά δικαιώματα των οποίων η προστασία υστερεί σε σχέση με την παρεχόμενη από αυτήν (χάρη στην νομολογία του ΕΔΔΑ), όπως συμβαίνει πχ με την εν πολλοίς «ελληνοχριστιανική» –νομοθετική, διοικητική και νομολογιακή– ανάγνωση των σχετικά με την θρησκευτική ελευθερία διατάξεων…).

 

  1. Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΜΕΣΩ ΜΙΑΣ ΠΡΑΞΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ

Ως προς την επίκληση της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, αντιθέτως, πρέπει να δεχθούμε, κατ’αρχήν, ότι αυτή πράγματι παρέχει μια κάποια νομική βάση στην επίμαχη Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας. Ωστόσο αυτό από μόνο του προφανώς και δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί η συγκεκριμένη Απόφαση σύμφωνη με το Σύνταγμα.

Α. Εν πρώτοις, δεν νοείται ερμηνεία του Συντάγματος μέσω μιας ΠΝΠ, όπως κατ’ουσίαν προτείνει, μεταξύ άλλων, και ο Ν. Αλιβιζάτος («Καθημερινή, 16/11), ο οποίος, αφού εξέφρασε «την έκπληξή του για την ευκολία με την οποία, υπό τις σημερινές ειδικά συνθήκες, ορισμένοι συνάδελφοι, αλλά και δικαστικοί λειτουργοί,  έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την συγκεκριμένη απαγόρευση αντισυνταγματική», προέβαλε τα εξής επιχειρήματα υπέρ της συνταγματικότητας της επίμαχης Απόφασης: «1) Τη δυνατότητα απαγόρευσης δημόσιων συναθροίσεων σε ορισμένη περιοχή ή ακόμη και σε ολόκληρη τη χώρα, εξ αιτίας της τρέχουσας πανδημίας, επιτρέπει ρητά η πράξη νομοθετικού περιεχομένου του περασμένου Μαρτίου, την οποία έχει από καιρό κυρώσει η Βουλή (άρθρο 68§2 ν. 4683/2020). Αρκεί να έχει διατυπώσει γνώμη η Εθνική Επιτροπή Δημόσιας Υγείας. 2) Εν προκειμένω, εξ όσων πληροφορούμαι, η Εθνική Επιτροπή έχει διατυπώσει γνώμη, και μάλιστα ομόφωνη. 3) Εξ όσων γνωρίζω, εξ άλλου, κανένα δικαστήριο δεν έχει κηρύξει την ανωτέρω διάταξη αντισυνταγματική» (στο ίδιος μήκος κύματος και οι δηλώσεις του Αντ. Μανιτάκη σε ραδιοτηλεοπτικά μέσα).

Από τα επιχειρήματα αυτά το δεύτερο δεν ισχύει, όπως θα δούμε παρακάτω. Τα δε άλλα δύο είναι κατά την άποψή μου τόσο απλουστευτικά, που αν τα προεκτείνουμε θα επιστρέψουμε στην παρωχημένη θεωρία του «τεκμηρίου συνταγματικότητας», το οποίο βέβαια καθιστά εντελώς περιττή κάθε κριτική συνεισφορά της θεωρίας στην συνταγματική αξιολόγηση αμφιλεγόμενων ρυθμίσεων: αρκεί να υπάρχει ένας οποιοσδήποτε νόμος που τις περιλαμβάνει και να μην έχουν κηρυχθεί έως τώρα αντισυνταγματικές από ένα Δικαστήριο… Πολλώ δε μάλλον, με την ίδια λογική, δεν νοείται κριτική περί αντισυνταγματικότητας, αν ένα Δικαστήριο έχει κρίνει την υπό κρίσιν ρύθμιση σύμφωνη με το Σύνταγμα…

Κατόπιν λοιπόν των ανωτέρω δικαιούμαι λοιπόν και εγώ, παραφράζοντας την δήλωσή του, να του επιστρέψω την «έκπληξη», για την ευκολία με την οποία χαρακτηρίζει την συγκεκριμένη απαγόρευση αντισυνταγματική.

Β. Ωστόσο, αν κανείς απορρίπτει μια τέτοια αυτοκατάργηση της θεωρίας, δεν είναι δυνατόν να μην προβληματίζεται, τουλάχιστον, ως προς το ότι  μέσω της ΠΝΠ επιχειρείται μια ιδιότυπη ερμηνευτική στρέβλωση του Συντάγματος, ώστε να πολλαπλασιάζονται κατά το δοκούν οι περιπτώσεις αναστολής των δικαιωμάτων μέσω της επίκλησης γενικών περιορισμών τους, όπως το «δημόσιο συμφέρον» και «τα δικαιώματα των άλλων» (στα οποία όντως εντάσσεται η «δημόσια υγεία»).

Σε κάθε δε περίπτωση, είναι δύσκολο να αγνοηθεί ή να παραγνωρισθεί το ότι τον Ιούλιο του 2020, δηλ. σχεδόν τέσσερις μήνες περίπου μετά από την έκδοση της ως άνω ΠΝΠ, έχει ψηφισθεί ειδικός νόμος για τις συναθροίσεις (ο ν. 4703/2020), ο οποίος –παρότι ακολούθησε, ένα μήνα μετά, και το σχετικό ΠΔ 73/2020– δεν περιέχει καμία ανάλογη πρόβλεψη,  που να δείχνει ότι θεωρεί θεμιτή μια τέτοια γενική προληπτική απαγόρευση, ειδικά για λόγους προστασίας της «δημόσιας υγείας» (πρβλ. Δ. Χριστόπουλου, Η απάντηση είναι ο νόμος, Εφημερίδα Συντακτών, 16.11.2020).

Προς επίρρωση, μάλιστα, αυτής της προσέγγισης, που είναι άκρως αποκαλυπτική, όπως είδαμε και γενικότερα,  για το πώς αντιλαμβάνεται τις διατάξεις του άρθρου 11 Σ ο νομοθέτης, εκδόθηκε πριν από λίγες μέρες (6/11, και τροποποιήθηκε στις 10/11) μια Κοινή Υπουργική Απόφαση, η οποία προέβλεψε μεν την απαγόρευση κάποιων συγκεντρώσεων, πλην όμως «με την επιφύλαξη των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων του άρθρου 11 του Συντάγματος και του ν. 4703/2020». Στην Απόφαση δε αυτήν γίνεται ρητή αναφορά στην «από 4.11.2020 εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Προστασίας Δημόσιας Υγείας έναντι του κορωνοϊού COVID-19». Πρόκειται  όμως για την ίδια εισήγηση, την οποία λίγες μέρες μετά μνημονεύει, παραπλανητικά,  και η απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας, σαν «γνώμη» της Επιτροπής, προκειμένου να την εμφανίσει σαν ad hoc δικαιολόγηση της πρόσφατης  απόφασής του (όπως επιτάσσει το άρθρο 68 παρ. 2 της ΠΝΠ) και όχι της ΚΥΑ  της 6/11, όπως ισχύει στην πραγματικότητα.

Η επίκληση αυτή, βέβαια, καταλήγει σε ένα προφανές άτοπο: η ίδια εισήγηση της Επιτροπής εμφανίζεται από μεν την ΚΥΑ ορθά, ως δικαιολογητική βάση της εξαίρεσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων από τις απαγορεύσεις λόγω Covid 19 από δε την Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας, ψευδώς και εικονικά, σαν επί τούτω θεμελίωση της γενικής προληπτικής απαγόρευσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων…

 

  1. Η ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Πέραν πάντως όλων των ανωτέρω, η επίμαχη Απόφαση του Αρχηγού της Αστυνομίας παραβιάζει εμφανώς και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να είχαν αναζητηθεί όλοι οι πρόσφοροι δυνατοί τρόποι για την μερική και συμβολική έστω άσκηση του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, προκειμένου να επιτευχθεί μια στοιχειώδης έστω εξισορρόπησή της προστασίας του με την προστασία του δικαιώματος στην ζωή και την υγεία. Χαρακτηριστική άλλωστε, στο σημείο αυτό, είναι η σχετική νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, η οποία θεώρησε υπέρμετρους, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, ανάλογους απόλυτους περιορισμούς του δικαιώματος του συνέρχεσθαι, επισημαίνοντας σε όλους τους τόνους την ανάγκη πολλαπλών και προσεκτικών σταθμίσεων (βλ. Holger Hestermeyer,  Coronavirus Lockdown-Measures before the German Constitutional Court, ConstitutionNet 30 April).

Είναι πχ απορίας άξιον γιατί δεν υπήρξε ούτε καν η στοιχειώδης ευελιξία ώστε να αξιοποιηθεί η ρητή δέσμευση τόσο του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δεν θα συμμετάσχει σε πορεία – επιλέγοντας να καταθέσει, με ολιγομελή αντιπροσωπία, στεφάνι στο ΕΑΤ ΕΣΑ– όσο και του ΜΕΡΑ 25 ότι θα αρκεσθεί σε κατάθεση στεφάνων και σε συμμετοχή στον εορτασμό εννέα μόλις στελεχών του. Εάν για παράδειγμα υπήρχε μια νέα ΠΝΠ, που θα περιόριζε τον αριθμό των δυναμένων να μετάσχουν στην πορεία σε εκατό εκπροσώπους κομμάτων και φορέων –πολλώ δε μάλλον αν επιλεγόταν αυτό να συνδυασθεί με την κατάθεση στεφάνων από τους αρχηγούς των κομμάτων, με επικεφαλής την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όπως πρότεινε, έστω εκ των υστέρων, ο Πρωθυπουργός– είναι βέβαιο ότι δεν θα εκδηλώνονταν οι έντονες διαμαρτυρίες και αντιπαραθέσεις που επακολούθησαν, ενώ και το ΚΚΕ κατά πάσαν πιθανότητα  θα έκανε πίσω.

Σε κάθε περίπτωση, ελπίζω και εύχομαι σήμερα (17/11) να επιδειχθεί  σοβαρή και υπεύθυνη στάση, αφ’ενός μεν από όλα τα κόμματα της Αριστεράς που συνυπέγραψαν τις σχετικές διαμαρτυρίες, ώστε  εν τέλει να εφαρμοσθεί de facto η αρχή της αναλογικότητας, με περιορισμένο (αλλά πάντως μεγαλύτερο των τριών…) αριθμό συμμετεχόντων στους εορτασμούς της επετείου, αφ’ετέρου δε από την κυβέρνηση, η οποία οφείλει να συνειδητοποιήσει το άτοπο και ανεφάρμοστο των επιλογών της και να μην καταφύγει σε μέτρα καταστολής εναντίον κομμάτων τα οποία, να μην το ξεχνούμε, δεν αποτελούν περιθωριακές και γραφικές πολιτικές δυνάμεις αλλά εκπροσωπούν, αθροιστικά, αρκετά μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών από την κυβερνώσα ΝΔ…

*****

Θα ήθελα, κλείνοντας, να επισημάνω με έμφαση ότι, παρόλα ταύτα, ουδόλως δικαιολογούνται, κατά την άποψή μου, χαρακτηρισμοί που ακούσθηκαν μετά την έκδοση της επίμαχης Απόφασης. Τα περί «χούντας», «πραξικοπήματος»,  «πρακτικών άλλων εποχών» κλπ είναι απλώς παρωχημένες και υπερβολικές συνθηματολογίες, εντελώς αταίριαστες με την σημερινή πραγματικότητα. Πολλώ δε μάλλον όταν είναι γνωστές οι πολλαπλές πιέσεις  που δέχεται η σημερινή Κυβέρνηση αλλά και  οι αγωνίες της λόγω της κρισιμότητας των στιγμών. Ως εκ τούτου, προσωπικά θεωρώ ότι ναι μεν είναι θεμιτές και εύλογες οι προσπάθειές της να περιορίσει τις εκδηλώσεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου στο ελάχιστο δυνατό –συμβολικό– επίπεδο πλην όμως αυτό δεν την απαλλάσσει από τις βαριές ευθύνες της για τον τρόπο με τον οποίο το επιδίωξε, αφ’ενός μεν επιλέγοντας πρόχειρες, σπασμωδικές και μάλλον προκλητικές λύσεις, με έκδηλα συνταγματικά προβλήματα, αφ’ετέρου δε  υποτιμώντας –για μια ακόμη φορά– την ανάγκη υπεύθυνου και εποικοδομητικού διαλόγου με κόμματα και φορείς, στην κατεύθυνση μιας εθνικής συνεννόησης για την αναζήτηση ορισμένων κρίσιμων, και τόσο αναγκαίων σήμερα, κοινών τόπων…

 

Πραγματοποιήθηκε η διαδικτυακή εκδήλωση του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης» με θέμα: «Σύνταγμα και Πανδημία»

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 20 Οκτωβρίου η διαδικτυακή εκδήλωση (live streaming) του Ομίλου “Αριστόβουλος Μάνεσης» σε συνεργασία με την Αλυσίδα Πολιτισμού IANOS, τις εκδόσεις Παπαζήση και τις εκδόσεις Ευρασία με θέμα: «Σύνταγμα και Πανδημία».

Συμμετείχαν τα μέλη του Ομίλου, Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ  και συγγραφέας του βιβλίου «Συνταγματικός μιθριδατισμός. Οι ατομικές ελευθερίες σε καιρούς πανδημίας» (εκδ. Ευρασία) και Απόστολος Παπατόλιας, δρ. Δημοσίου  Δικαίου, Μέλος ΑΣΕΠ και συγγραφέας του  βιβλίου «Η «επόμενη μέρα» του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία» (εκδ. Παπαζήση). Στην πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε τις αρχικές τοποθετήσεις των συγγραφέων έγιναν  παρεμβάσεις από δύο ακόμη μέλη του Ομίλου, την Ιφιγένεια Καμτσίδου, αν. καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ και το Γιώργο Καραβοκύρη, επικ. καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, ενώ την  εκδήλωση συντόνισε ο Νίκος Αλιβιζάτος ομ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΕΚΠΑ και τ. πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος  Μάνεσης». Αξιζει να σημειωθεί ότι η κατά γενική ομολογία υψηλού επιπέδου και ιδιαίτερα ζωηρή επιστημονική συζήτηση που διεξήχθη προσείλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλου αριθμού τηλεθεατών (περισσότεροι  από 3 χιλιάδες viewers). Όσοι θέλουν να παρακολουθήσουν αυτή την εκδήλωση έχουν στη διάθεσή τους τον ακόλουθο σύνδεσμο:

https://m.youtube.com/c/ianos/videos?disable_polymer=true&itct=CBAQ8JMBGAEiEwimxsLuiMTsAhWXSOAKHVLGAXU%3D.

Πολιτικό κόμμα-εγκληματική οργάνωση και η καταδικασθείσα πρωτοδίκως ηγεσία του. Τα πολιτικά τους δικαιώματα de lege ferenda

Θανάσης Γ. Ξηρός, ΔΝ-Δικηγόρος, Διδάσκων Ε.Α.Π.

  Ι

Η ανακοίνωση της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών επιβεβαίωσε όσα έχει επικρατήσει να αποτελούν το κυρίαρχο γνώρισμα του πολιτικού προσωπικού της χώρας και, μοιραία, του πολιτικού συστήματος της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας κατά τις περίπου πέντε δεκαετίες της ζωής της. Το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων που απαρτίζουν το λεγόμενο, πλέον εν είδει πλεονασμού, δημοκρατικό τόξο, πανηγύρισε, εύλογα, την, εν πολλοίς προεξοφλημένη και παρά την αντίθετη πρόταση της Εισαγγελέως της έδρας, ετυμηγορία του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Ο Γενικός Γραμματέας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» και τα μέλη της ηγετικής του ομάδας, στο σύνολό τους πρώην βουλευτές, κρίθηκαν ένοχοι για την τέλεση του αδικήματος της συγκρότησης, της ένταξης και, εν γένει, της διεύθυνσης επιχειρησιακά δομημένης και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωσης, επιδιώκουσας την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων (άρθρο 187 ΠΚ).

Πριν όμως προλάβει καλά-καλά η πρόεδρος του δικάσαντος σχηματισμού να ολοκληρώσει την ανάγνωση της ετυμηγορίας του, εκπρόσωποι, ιδίως, των δύο κομμάτων εξουσίας θα αποδυθούν στη, συνήθη και με κάθε ευκαιρία, ανταλλαγή κατηγοριών για τα εκλογικά της επέκεινα. Η αδυναμία επιβολής στους καταδικασθέντες ως παρεπόμενης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών τους δικαιωμάτων «χρεώθηκε» από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην αξιωματική αντιπολίτευση, επειδή είχε σπεύσει να κυρώσει το νέο Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019) τις παραμονές της διάλυσης της Βουλής τον Ιούνιο του 2019, καταργώντας την πάγια σχετική διάταξη. Οι «αιφνιδιασμένοι» κυβερνώντες δεσμεύτηκαν, δια του Υπουργού Δικαιοσύνης, στην επαναφορά της, λησμονώντας πάντως ότι τούτη, ακόμη και εάν είχε εισαχθεί εκ νέου κατά την τελευταία τροποποίηση του βασικού ποινικού νομοθετήματος (ν. 4637/2019) μερικές εβδομάδες μετά την κυβερνητική αλλαγή, δεν θα καταλάμβανε αναδρομικά και την επίδικη υπόθεση. Εξάλλου, ο, καθ’ ύλην αρμόδιος, Υφυπουργός Εσωτερικών έσπευσε να δεσμευτεί για την, εν καιρώ, εισαγωγή στην εκλογική νομοθεσία κωλυμάτων και ασυμβιβάστων στις εθνικές εκλογές, αν και αμφότερα, όπως είναι γνωστόν, κατοχυρώνονται περιοριστικά στο Σύνταγμα και μόνον η αναθεώρησή του μπορεί να τα εμπλουτίσει.

Με την κατάθεση τροπολογιών απάντησαν, επίσης, η «βαρυνόμενη» αξιωματική αντιπολίτευση, ζητώντας ουσιαστικά ότι εξήγγειλε ο Υπουργός Δικαιοσύνης, και το Κίνημα Αλλαγής, προτείνοντας τον αποκλεισμό των καταδικασθέντων και του πολιτικού κόμματος από τις εκλογές. Την τύχη των πρωτοβουλιών τους καθόριζε εκ των προτέρων ο επικρατούν συσχετισμός των δυνάμεων στη Βουλή. Η απόρριψή τους ήταν πάντως επιβεβλημένη και μάλλον ορθή, λόγω της ρυθμιζόμενης σε αυτές ύλης, αλλά και επειδή η πρώτη τροπολογία δεν θα μπορούσε να εξοπλιστεί με αναδρομική ισχύ και η δεύτερη ήταν αναγκαίο να υποστεί προσεκτική επεξεργασία, καθώς αγγίζει λεπτά ζητήματα συνταγματικής τάξης που συνυφαίνονται άρρηκτα με τη δημοκρατική αρχή.

 

ΙΙ

1. Σε μια μαραθώνια στην εξέλιξή της ακροαματική διαδικασία, η διάρκειά της με τις κατά καιρούς διακοπές ξεπέρασε τα πέντε έτη, και με την επιστήμη να έχει θέσει, εγκαίρως και αναλυτικά, τα βασικά διακυβεύματα της καταδικαστικής απόφασης, οι προτεινόμενες επιλογές για τη διασφάλισή τους επέβαλαν, κατά κανόνα, τη συνταγματική αναθεώρηση. (Βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23· του ιδίου, Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της =www.constutionalism.gr/22.01.2014· Χ. Ανθόπουλου, Η υπόθεση της Χρυσής Αυγής, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015, σ. 13 και του ιδίου, Πολιτικά κόμματα και άμυνα της δημοκρατίας, εφημ. Η Καθημερινή, Κυριακή 3 Ιουλίου 2015, σ. 15). Η διάλυση ή η θέση εκτός νόμου πολιτικού κόμματος που παραβιάζει επιταγές απορρέουσες από τη δημοκρατική ρήτρα της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. βρέθηκε, προνομιακά, στο επίκεντρο. Πρόκειται ασφαλώς για την προσήκουσα θεσμική απάντηση κάθε βαλλόμενης δημοκρατικής πολιτείας στη ρητορεία και την πράξη ακραίων μορφωμάτων ενδεδυμένων το μανδύα του πολιτικού κόμματος.

Η συγκεκριμένη «κύρωση» δεν χωρεί επιτρεπτά, όπως γίνεται δεκτό από την κρατούσα και μάλλον ορθότερη άποψη, στη συνταγματική μας τάξη. (Βλ. Κ. Χρυσόγονου, Ο κίνδυνος της ηρωοποίησης, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 27· Ιφ. Καμτσίδου, Τα όπλα της δημοκρατίας, εφημ. Τα Νέα, Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013, σ. 14 και Το κόμμα-εγκληματική οργάνωση και το Σύνταγμα =www.constitutionalism.gr/18.10.2013· Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23 και του ιδίου, «Μπορεί να απαγορευθεί η συμμετοχή της Χ.Α. στις εκλογές», εφημ. FREESUNDAY, Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, σ. 16-17). Το ίδιο ισχύει, κατά βάση, και ως προς τη θέσπιση νόμου για τα πολιτικά κόμματα, αφού θα απαιτούσε τη σιωπηρή αναγνώριση σχετικής επιφύλαξης υπέρ του νόμου. [Για την αντίθετη άποψη στα δύο ζητήματα, δηλαδή εκείνη που υποστηρίζει τη δυνατότητα τόσο της θέσης πολιτικού κόμματος εκτός νόμου όσο και της θέσπισης νόμου για τα πολιτικά κόμματα, βλ. Χ. Ανθόπουλου, Η προστασία της δημοκρατίας, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 13· του ιδίου, Υπάρχουν λόγοι για διάλυση, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 26· Γ. Σωτηρέλη, Απαγόρευση στα κόμματα που προσβάλλουν τη δημοκρατία, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013, σ. 26· Χ. Ανθόπουλου, «Όπως ο λύκος μπαίνει στο μαντρί», εφημ. Έθνος, Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013, σ. 13· του ιδίου, Στην κρίση του Αρείου Πάγου τα συγκοινωνούντα δοχεία, εφημ. Έθνος, Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014, σ. 15· του ιδίου, Ο κίνδυνος του νεοναζισμού, εφημ. Έθνος, Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017, σ. 10 και του ιδίου, Χρυσή Αυγή: δεν αρκεί το Ποινικό Δίκαιο, εφημ. Τα Νέα, Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2020, σ. 13, ειδικά για το δεύτερο ζήτημα, Γ. Σωτηρέλη, Ο αγώνας κατά του νεοναζισμού συνεχίζεται, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 10-11 Οκτωβρίου 2020, σ. 19, ενώ η Λ. Παπαδοπούλου (Η διαδικασία απαγόρευσης κόμματος, εφημ. Έθνος, Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013, σ. 11) δέχεται ότι η ιστορική ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης δεν επιτρέπει την απαγόρευση πολιτικού κόμματος, όμως η «λογικοσυστηματική και η τελολογική ερμηνεία, σε αρμονία με τις θεμελιώδεις αρχές της συνταγματικής δημοκρατίας» δεν την αποκλείει].   

2. Η αναδιατύπωση και ο εμπλουτισμός της κρίσιμης συνταγματικής διάταξης, προς την πρώτη ή και τις δύο κατευθύνσεις, δεν περιλήφθηκαν ούτε στις προτάσεις αναθεώρησης τον Νοέμβριο του 2018, όχι μόνο σε όσες υποβλήθηκαν παραδεκτώς με την υπογραφή του απαιτούμενου αριθμού βουλευτών, ούτε και στη συμπληρωματική της Νέας Δημοκρατίας τον Ιανουάριο του 2019· έτσι αμφότερα τα ζητήματα δεν θα μας απασχολήσουν σοβαρά έως την επόμενη, όποτε εκδηλωθεί, αναθεωρητική πρωτοβουλία. Αντιθέτως, στη θνησιγενή όμοια τον Δεκέμβριο του 2014 η τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία πρότεινε να ανατεθεί στο Συνταγματικό Δικαστήριο η αρμοδιότητα αφενός να ελέγχει, κατά ουσιαστικό τρόπο και ως παραλήπτης της ιδρυτικής δήλωσης, εάν από τις καταστατικές διατάξεις προκύπτει επαρκής δέσμευση για την εξυπηρέτηση της ελεύθερης λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και αφετέρου να επιβάλει, όταν προδήλως, εμπράκτως και κατ’ εξακολούθηση συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα στρέφεται εναντίον της συνταγματικής δέσμευσης, τις κατάλληλες κυρώσεις (σημείο 6 της πρότασης). Ωστόσο, μια περίπου εβδομάδα μετά την κατάθεση της πρότασης η Βουλή θα διαλυθεί, συνεπεία της αδυναμίας της να αναδείξει τον διάδοχο του Κ. Παπούλια, και η αναθεωρητική διαδικασία θα διακοπεί βίαια πριν ακόμη ξεκινήσει.

Η ΗΗ Η πολιτική αντιπαράθεση που πυροδότησε η ανακοίνωση της καταδικαστικής απόφασης, έχει ήδη κλείσει και αναμένεται, όπως μας διδάσκει το παρελθόν, σύντομα να ξεχαστεί. Όσα ζητήματα όμως αναδείχθηκαν ως προς την εκλογική αντιμετώπιση του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης και της ηγετικής του ομάδας θα τα βρούμε, αργά ή γρήγορα, μπροστά μας ξανά, σίγουρα με την έκδοση της ετυμηγορίας στο δεύτερο βαθμό και, ιδίως, μετά τον αναιρετικό της έλεγχο, οπότε η ολοκλήρωσή του θα την καταστήσει και αμετάκλητη. Η, καθόλα αδικαιολόγητη, παράλειψη να αναθεωρηθεί η παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. για να επιτραπεί η στοιχειώδης απάντηση κάθε δημοκρατίας που προνοεί, καταλείπει υποχρεωτικά την ευθύνη της θεσμικής πρωτοβουλίας στον κοινό νομοθέτη. Έχοντας όμως στη διάθεσή του ένα πεπαλαιωμένο και, κατά βάση, ξεπερασμένο από μακρού συνταγματικό οπλοστάσιο, τα περιθώρια των διαθέσιμων επιλογών του διαγράφονται από ασφυκτικά έως ανύπαρκτα. Βέβαια, έχουν διατυπωθεί, κατά καιρούς, σχετικές προτάσεις από την επιστήμη και εντελώς πρόσφατα αναλήφθηκαν, γενικόλογες ή/και περισσότερο συγκεκριμένες, πολιτικές δεσμεύσεις. Ερευνητέο παραμένει, ποιες από αυτές ή και τυχόν όποιες άλλες θα μπορούσαν να απασχολήσουν σοβαρά και, εντέλει, να καταλήξουν στη νομοθέτηση.

 

ΙΙΙ

1. Ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» ιδρύθηκε το 1993. Πριν από την εκ μέρους του ανάληψη οποιασδήποτε δραστηριότητας υποχρεούνταν να υποβάλει τη «δήλωση νομιμοφροσύνης» (άρθρο 1 παρ. 2 του ν.δ. 59/1974). Δηλαδή, ο αρχηγός ή το συλλογικό όργανο διοίκησης να δηλώσει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι οι αρχές του αντιτίθενται σε κάθε ενέργεια που αποσκοπεί στην κατάληψη με τη βία της εξουσίας ή στην ανατροπή του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πρωτόδικη καταδίκη του Γενικού Γραμματέα και των μελών της ηγετικής του ομάδας για το αδίκημα της συγκρότησης και της ένταξης σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση και, εν γένει, τη διεύθυνσή της επιτρέπει, καταρχήν, να υποστηριχθεί η άποψη ότι η δράση του έπαυσε να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως αντιθέτως επιβάλλει η κατοχυρωμένη στην παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. δημοκρατική ρήτρα. Πρόκειται όμως για ένα καθόλα μαχητό τεκμήριο, το οποίο, ακόμη και όταν η ποινική ετυμηγορία καταστεί τελικά και σε βάθος χρόνου αμετάκλητη, δεν θα μπορούσε, ελλείψει συνταγματικού ερείσματος και καθορισμένης νομοθετικά διαδικασίας, να οδηγήσει στη θέση εκτός νόμου ή στη διάλυση του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης. Είναι άλλο το ζήτημα, εάν τα αρμόδια όργανά του αποφάσιζαν, εκουσίως και οικειοθελώς, τη διακοπή της παρουσία τους στην πολιτική ζωή.

2. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ως αποδέκτης της «δήλωσης νομιμοφροσύνης» και μετά το 2002 της ιδρυτικής δήλωσης, ασκεί αμιγώς διοικητικά και όχι δικαιοδοτικά καθήκοντα. Περιορίζεται απλώς να διακριβώσει την υποβολή της και όσων άλλων εγγράφων προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 29 παρ. 1 και 2 του ν. 3023/2002). Η διαπίστωσή της πληρότητάς τους δεν βεβαιώνεται με την έκδοση σχετικής πράξης, γι’ αυτό και δεν είναι δυνατή η ανάκλησή της, όπως έχει προταθεί (βλ. Χ. Ανθόπουλου, Χρυσή Αυγή και εκλογές, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020, σ. 60-61 και με το ίδιο περιεχόμενο, Χρυσή Αυγή: Οι συνταγματικές συνέπειες της καταδικαστικής απόφασης =www.constitutionalism.gr), προκειμένου το πολιτικό κόμμα-εγκληματική οργάνωση να αποκλειστεί των εκλογών.

Από την ίδρυσή του, σύμφωνα με νομοθετημένη διαδικασία, και για όσα χρόνο η οργάνωση και η λειτουργία του εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος το πολιτικό κόμμα δρα, νομίμως, στην κοινωνία και την πολιτεία. Δεδομένου ότι η παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ., δεν επιτρέπει, κατά την κρατούσα άποψη, τη διάλυση ή τη θέση του εκτός νόμου (βλ. αμέσως παραπάνω ΙΙ, 2), η απόφανση, ακόμη και με αμετάκλητη ετυμηγορία, για την παραβίαση της δημοκρατικής ρήτρας δεν είναι συνταγματικά επιτρεπτό να θίξει το κύρος της ίδρυσης και, ιδίως, να επιφέρει τον εξοβελισμό από το πολιτικό γίγνεσθαι. Δυστυχώς, η ευκαιρία της πρόσφατης αναθεώρησης του Συντάγματος χάθηκε αδικαιολόγητα και, γι’ αυτό, θα αναμείνουμε υποχρεωτικά την επόμενη, η οποία θα εκκινήσει το νωρίτερο την 28η Νοεμβρίου 2024.

3. Αποτελώντας θεσμό διαμεσολάβησης και έκφρασης της λαϊκής θέλησης, το πολιτικό κόμμα διεκδικεί την προτίμηση των μελών του εκλογικού σώματος. Προς τούτο, στις γενικές βουλευτικές ή στις Ευρωπαϊκές εκλογές γνωστοποιεί στον Πρόεδρο της Βουλής και τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου το εκλογικό του όνομα και έμβλημα (άρθρο 37 του π.δ. 26/2012). Αν και ο τελευταίος δεν δικαιούται, υπό την ισχύουσα νομοθεσία, να ελέγξει και, ιδίως, να απαγορεύσει τη συμμετοχή στις εκλογές, δεν αποκλείεται ο κοινός νομοθέτης να προσδώσει εφεξής στην εκλογική δήλωση ουσιαστικό περιεχόμενο. Δηλαδή, να ορίσει το περιεχόμενό της στο πρότυπο της ιδρυτικής και να απαιτήσει τον έλεγχό του κατά την υποβολή της, καθιστώντας τον στην ουσία αναγκαίο όρο για τη συμμετοχή στις εκλογές.

Τότε η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και η καταδίκη της ηγεσίας πολιτικού κόμματος για την τέλεση του αδικήματος της ένταξης, της συμμετοχής και της, εν γένει, διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης θα επέτρεπαν τη μη αποδοχή της (εκλογικής δήλωσης) και, συνακόλουθα, τον αποκλεισμό από τις εκλογές. Προς αυτήν την κατεύθυνση, κινείται, κατά βάση, η πρόταση που είχε διατυπωθεί στο παρελθόν για την υποβολή, αντί της εκλογικής, της «δήλωσης δημοκρατικών φρονημάτων» (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Η δημοκρατία είναι ανεκτική, εκτός εάν. . ., εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 18-19 Ιανουαρίου 2014, σ. 23 και του ιδίου, «Μπορεί να απαγορευθεί η συμμετοχή της Χ.Α. στις εκλογές, εφημ. FREESUNDAY, Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014, σ. 16-17).

4. Στις βουλευτικές εκλογές λαμβάνουν μέρος συνδυασμοί υποψηφίων ενός ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων ή ανεξαρτήτων και μεμονωμένοι υποψήφιοι (άρθρο 32 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 4648/2019). Οι συνδυασμοί καταρτίζονται από τα πολιτικά κόμματα (άρθρο 34 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 4648/2019) και, πλέον, θα υποβάλλονται σε ηλεκτρονική πύλη, η πρόσβαση στην οποία εξασφαλίζεται με τη χρήση ειδικών κωδικών, μεταβατικά δε και έως την έναρξη λειτουργίας του συστήματος θα κατατίθενται σε έντυπη μορφή στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου· ο ρόλος του τελευταίου παραμένει όμως αμιγώς διεκπεραιωτικός (άρθρο 33 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 30 του ν. 4648/2019). Η μη χορήγηση κωδικών πρόσβασης, δηλαδή στην ουσία ο αποκλεισμός τους από τις εκλογές, σε πολιτικά κόμματα των οποίων η ηγεσία βαρύνεται με αμετάκλητη ποινική καταδίκη για συγκεκριμένα εγκλήματα, εάν προβλεφθεί ρητά στο νόμο ή και χωρίς νομοθέτηση στην κανονιστική απόφαση εξειδίκευσης των ορισμών του, θα «γεννήσει» διοικητική και μάλλον ακυρωτική διαφορά. Το διακύβευμά της επιβάλλει η δικαστική της επίλυση να ανατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας και να ολοκληρώνεται κατά προτεραιότητα.

Για τον αποκλεισμό πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης από τις εκλογές προτάθηκε και η νομοθετική κατοχύρωση της μη ανακήρυξης του εκλογικού του συνδυασμό (βλ. Γ. Σωτηρέλη, Αναζητώντας τις άμυνες της Δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της =www.constutionalism.gr/22.01.2014· του ιδίου, Ο αγώνας κατά του νεοναζισμού συνεχίζεται, εφημ. Τα Νέα, Σαββατοκύριακο 10-11 Οκτωβρίου 2019, σ. 19 και Χ. Ανθόπουλου, Χρυσή Αυγή και εκλογές, εφημ. Πρώτο Θέμα, Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020, σ. 60-61, με το ίδιο περιεχόμενο Χρυσή Αυγή: Οι συνταγματικές συνέπειες της καταδικαστικής απόφασης =www.constitutionalism.gr). Ωστόσο, το Α΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου ανακηρύσσει τους συνδυασμούς των υποψηφίων του σε κάθε βασική εκλογική περιφέρεια της χώρας (άρθρο 35 του π.δ. 26/2012, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 4648/2019). Συνεπώς, η προτεινόμενη ex lege απαγόρευση θα συνιστούσε στην ουσία εισαγωγή νέου κωλύματος εκλογιμότητας, το οποίο μάλιστα θα καταλάβει, συλλήβδην, όλους τους υποψηφίους του (συνδυασμού). Η σχετική πρωτοβουλία είναι μη επιτρεπτή συνταγματικά, εν γένει αλλά και επειδή δεν συνέχεται με το πρόσωπο συγκεκριμένου υποψηφίου, ερειδόμενη στο ποινικό παρελθόν του πολιτικού κόμματος υπό τη σημαία του οποίου θα διεκδικήσει την προτίμηση του εκλογικού σώματος.

5. Για να διασφαλίσει τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, εφόσον συντελεστεί ο νομοθετικός αποκλεισμός του, ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» δεν αποκλείεται να αναζητήσει διέξοδο στην ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Άλλωστε, το έχει ήδη πράξει, δίχως όμως να είναι γνωστές οι σχετικές λεπτομέρειες, ευθύς μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα και την εκκίνηση της διαδικασίας ποινικής δίωξης της ηγεσίας του, με την ίδρυση της «Εθνικής Αυγής». Οι εκλογικές και τυχόν άλλες συνέπειες της αμετάκλητης ποινικής καταδίκης πρέπει να καταλάβουν, υποχρεωτικά για προφανείς λόγους, και τα δύο σχήματα, εάν στην ίδρυση του νέου είχαν συμμετάσχει ή εμπλακεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, και οι καταδικασθέντες. Αντιθέτως, στην περίπτωση που λοιπά, πλην των τελευταίων, μέλη του πολιτικού κόμματος-εγκληματικής οργάνωσης επιχειρήσουν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ιδρύσουν άλλο φορέα, η πρωτοβουλία τους δεν μπορεί, εξ ορισμού, να θεωρηθεί απορριπτέα, πρέπει να εξεταστεί in concreto.

Τέλος, η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων δεν έχει οποιαδήποτε νομική συνέπεια στα ζητήματα της κρατικής χρηματοδότησής του. Ήδη από το 2013 έχει ανασταλεί, συνεπεία της άσκησης δίωξης και της επιβολής προσωρινής κράτησης σε βάρος της ηγεσίας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή», η καταβολή της στο σύνολό των διακριτών συνιστωσών της. Δηλαδή, της τακτικής και της εκλογικής (χρηματοδότησης), καθώς επίσης της οικονομικής ενίσχυσης για ερευνητικούς και επιμορφωτικούς σκοπούς. Τα αναλογούντα ποσά παρακρατούνται και θα του αποδοθούν, αναδρομικά και άτοκα, μόνον εάν και όταν εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση (άρθρο 7Α του ν. 3023/2002, όπως προστέθηκε με το άρθρο 23 του ν. 4203/2013).

 

IV

1. Η εκλογική αντιμετώπιση του Γενικού Γραμματέα και της ηγετικής ομάδας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» είναι συνταγματικά απολύτως ξεκάθαρη, νομοθετικά σαφώς απλούστερη και πολιτικά πρόσφορη σε προσχηματικές, εντέλει δε άγονες αντιπαραθέσεις. Φορέας του δικαιώματος της ψήφου, είναι όποιος διαθέτει τα θετικά (ελληνική ιθαγένεια και πολιτική ενηλικότητα) και δεν συντρέχει στο πρόσωπό του κάποιο από τα αρνητικά (ανικανότητα για δικαιοπραξία, συνεπεία πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ή αμετάκλητη ποινική καταδίκη για ορισμένα εγκλήματα, οριζόμενα στον Ποινικό ή στο Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα) προσόντα (άρθρα 51 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ., 4 και 5 του π.δ. 26/2012). Η νόμιμη ικανότητα του Έλληνα πολίτη να εκλέγει αποτελεί αναγκαίο όρο για την απόκτηση και τη διατήρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι (άρθρα 55 Συντ. και 29 παρ. 1 του π.δ. 26/2012, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 του ν. 4648/2019). Στην προηγούμενη μορφή του ο εκλογικός νόμος όριζε, επιπλέον, ότι η απώλεια, για οποιοδήποτε λόγο, του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος δεν επιτρέπει την εκλογή στη Βουλή ή επιφέρει την αυτοδίκαιη έκπτωση και την απώλεια της αιρετής θέσης (άρθρο 29 παρ. 2 πρότ. 2 του π.δ. 26/2012).

2. Στον Ποινικό Κώδικα, όπως ίσχυσε έως την 1η Ιουλίου 2019, η αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων αποτελούσε παρεπόμενη ποινή και ως τέτοια συνόδευε υποχρεωτικά την επιβολή συγκεκριμένων ποινικών κυρώσεων. Διακρινόταν σε αυτοδίκαιη και διαρκή, όταν επιβαλλόταν η θανατική ποινή έως την κατάργησή της το 1993 ή η ισόβια κάθειρξη (άρθρο 59 παρ. 1), σε δεκαετή για κάθειρξη αόριστης διάρκειας (άρθρο 59 παρ. 2), σε πρόσκαιρη δύο έως δέκα ετών για καταδίκη σε πρόσκαιρη κάθειρξη (άρθρο 60) ή για περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα, όταν η πράξη ήταν κακούργημα (άρθρο 62), σε ετήσια και έως πέντε έτη, όταν επιβαλλόταν στον καταδικασθέντα ποινή ενός τουλάχιστον έτους και η τέλεση της κολαζόμενης πράξης φανέρωνε από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσης και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη (άρθρο 61), καθώς επίσης για περιορισμό σε σωφρονιστικό κατάστημα, όταν η πράξη ήταν πλημμέλημα (άρθρο 62).

Από τη στιγμή που η καταδικαστική απόφαση καθίστατο αμετάκλητη, ο αποστερούμενος τα πολιτικά του δικαιώματα δεν μπορούσε να ψηφίσει ούτε να εκλεγεί στις πολιτικές (γενικές βουλευτικές και Ευρωπαϊκές) ή στις αυτοδιοικητικές εκλογές και έχανε το όποιο αιρετό αξίωμα κατείχε (άρθρο 63). Προβλεπόταν, επίσης η δυνατότητα της μερικής αποστέρησης σε περίπτωση φυλάκισης και εάν από το είδος της πράξης και τις λοιπές περιστάσεις αποκλειόταν το ενδεχόμενο να γίνει κατάχρηση όσων δικαιωμάτων διατηρούνταν (άρθρο 64). Επειδή η συγκρότηση και η ένταξη ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα τριών ή περισσοτέρων προσώπων (εγκληματική) οργάνωση που επιδιώκει τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων τιμωρούνταν με πρόσκαιρη κάθειρξη έως δέκα ετών (άρθρο 187), ο καταδικασθείς αποστερούνταν πρόσκαιρα τα πολιτικά του δικαιώματα για χρονικό διάστημα από δύο έως δέκα έτη.

3. Ο νέος Ποινικός Κώδικας επανακαθόρισε τις παρεπόμενες ποινές (άρθρο 59). Από τις δύο διακριτές συνιστώσες-εκλογικές συνέπειες της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, παραμένει σε ισχύ μόνον η μία και μάλιστα η επιβολή της δεν θα είναι πλέον υποχρεωτική, καθώς ο δικάσας σχηματισμός εξοπλίζεται με διακριτική ευχέρεια. Συγκεκριμένα, η καταδίκη σε ποινή κάθειρξης του επιτρέπει να επιβάλει στον υπαίτιο ως παρεπόμενη ποινή την αποστέρηση της δημόσιας θέσης και του δημόσιου ή του αυτοδιοικητικού αξιώματος που κατέχει, όταν κρίνει ότι η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του (άρθρο 60 παρ. 1). Η απώλεια της θέσης ή του αξιώματος επέρχεται μόλις η απόφαση καταστεί αμετάκλητη (άρθρο 60 παρ. 2) και ανεξαρτήτως του απομένοντος χρόνου έως τη λήξη της αιρετής θητείας. Αντιθέτως, ο αμετακλήτως καταδικασθείς, ακόμη και όταν του επιβληθεί η παρεπόμενη ποινή, εξακολουθεί να είναι μέλος του εκλογικού σώματος και, συνεπώς, δεν κωλύεται η ανακήρυξή του ως υποψηφίου και, ιδίως, η εκλογή του σε αιρετή θέση. Έτσι, υπό την ισχύουσα ποινική ρύθμιση δεν στερείται, καταρχήν, και του πολιτικού δικαιώματος να ιδρύει και να συμμετέχει σε πολιτικό κόμμα, σύμφωνα πάντως με τους ορισμούς της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. και υπό τους όρους της νομοθετικής της εξειδίκευσης.

Η διατύπωση της νέας ποινικής διάταξης επιτρέπει, ακόμη και στον αμετακλήτως καταδικασθέντα, να εκλεγεί, να αναλάβει καθήκοντα και να τα ασκήσει. Και μπορεί στις αυτοδιοικητικές εκλογές του πρώτου ή του δεύτερου βαθμού η αμετάκλητη ποινική καταδίκη του αυτουργού ή του συμμέτοχου για κακούργημα ή για άλλες ειδικά αναφερόμενες ποινικά κολάσιμες πράξεις, η οποία προκάλεσε την έκπτωσή τους από αιρετό αξίωμα, να αναγορεύεται σε κώλυμα εκλογιμότητας για την αμέσως επόμενη δημοτική ή περιφερειακή περίοδο (άρθρα 14 παρ. 3 και 117 παρ. 3, σε  συνδυασμό με το άρθρο 236 παρ. 1, του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκαν από τα άρθρα 11, 50 και, αντίστοιχα, 128 του ν. 4555/2018), όμοια ή, έστω, ανάλογη ρύθμιση δεν συναντάται πάντως για τις γενικές βουλευτικές ή για τις Ευρωπαϊκές εκλογές. Τέλος, η συγκρότηση και η ένταξη ως μέλους σε επιχειρησιακά δομημένη και με διαρκή εγκληματική δράση οργάνωση τριών ή περισσοτέρων προσώπων που επιδιώκει την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή (άρθρο 187 παρ. 1), με κάθειρξη τιμωρείται, επίσης, και όποιος διευθύνει την εγκληματική οργάνωση (άρθρο 187 παρ. 2).

Όταν το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων ανακοίνωσε την ετυμηγορία του ούτε ο Γενικός Γραμματέας ούτε η πλειονότητα των μελών της ηγετικής ομάδας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή» κατείχαν δημόσιο αξίωμα, αφού δεν εκπροσωπείται στη Βουλή που αναδείχθηκε από την αναμέτρηση της 7ης Ιουλίου 2019. Αντιθέτως, ένα μέλος της είναι εκλεγμένο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ένα ακόμη συμμετέχει στη σύνθεση του συμβουλίου στο δήμο της πρωτεύουσας. Η πρωτόδικη απόφαση δεν μπορεί ασφαλώς να έχει παρεπόμενες εκλογικές συνέπειες σε βάρος των καταδικασθέντων, αυτές θα ενεργοποιηθούν ευθύς μόλις καταστεί αμετάκλητη και θα περιοριστούν υποχρεωτικά, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, στη δυνητική επιβολή από το δικαστήριο της αποστέρησης του όποιου αξιώματος ενδεχομένως τότε να κατέχουν.

4. Προεξοφλώντας τη δικαστική κρίση σε μια δικαιοδοτική διαδικασία, η οποία θα εξελιχθεί σε δύο ακόμη βαθμούς και η αμετάκλητη ετυμηγορία της μπορεί απλώς να πιθανολογηθεί με σχετική πάντως βεβαιότητα, η κυβερνητική πλειοψηφία και η αξιωματική αντιπολίτευση αντάλλαξαν αλληλοκατηγορίες με οξείες, κατά κανόνα, διατυπώσεις. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσής τους βρέθηκε η πρώτη συνιστώσα-εκλογική συνέπεια της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, όπως προβλεπόταν μέχρι πρότινος. Δηλαδή, η απαγόρευση του καταδικασθέντος να ψηφίσει και να εκλεγεί στις πολιτικές (γενικές βουλευτικές και ευρωπαϊκές) ή τις αυτοδιοικητικές εκλογές, και η κατάργησή της από το νέο Ποινικό Κώδικα. Παραγνωρίζοντας ή, ενδεχομένως, αγνοώντας ότι πρόκειται για διάταξη του ουσιαστικού ποινικού δικαίου, η οποία δεν επιτρέπεται ως επαχθέστερη να καταλάβει και εκκρεμείς δίκες, ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεσμεύτηκε, εν πολλοίς, να την επαναφέρει, εν καιρώ, ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε σχετική προς τούτο τροπολογία.

Οποιαδήποτε πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση, ακόμη και εάν εκδηλωνόταν την επαύριον της θέσης σε ισχύ των νέων άρθρων 59 και 60 ΠΚ, δεν θα αποκαθιστούσε αναδρομικά και στο σύνολο της τη «διχοτομηθείσα» παρεπόμενη ποινή. (Βλ. και Ευάγ. Βενιζέλου, Η δικαιοκρατούμενη δημοκρατία και η ευθύνη των πολιτών, εφημ. Τα Νέα, Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020, σ. 16). Οποτεδήποτε σε βάθος χρόνου η καταδικαστική απόφαση καταστεί αμετάκλητη και τότε ένας ή περισσότεροι από τους καταδικασθέντες κατέχουν δημόσιο ή αυτοδιοικητικό αξίωμα, το ποινικό δικαστήριο υποχρεούται  να εφαρμόσει την ισχύουσα σήμερα διάταξη. Με άλλα λόγια, να κρίνει, ενεργώντας στο πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας, εάν η πράξη συνιστά βαριά παράβαση των καθηκόντων του και να αποφασίσει την επιβολή της αποστέρησης του αξιώματος. Αν και στις γνωστές συνθήκες του επίδικου πραγματικού μια τέτοια εξέλιξη διαγράφεται περίπου ως αναμενόμενη, ας μην προτρέξουμε να προδικάσουμε με βεβαιότητα τη δικαστική ετυμηγορία.

5. Ο συνταγματικός αναθέτει στον κοινό, ακριβέστερα στον εκλογικό, νομοθέτη να περιορίσει το δικαίωμα της ψήφου, επιτρέποντας την εξαίρεση από τις τάξεις του εκλογικού σώματος όσων έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για ορισμένα εγκλήματα (άρθρο 51 παρ. 3 πρότ. 2 Συντ.). Στον εκλογικό νόμο διευκρινίζεται περαιτέρω ότι πρόκειται για εκείνα που ορίζονται στον Ποινικό και το Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα, τιμωρούμενα με τη στέρηση του βασικού πολιτικού δικαιώματος (άρθρο 5 περίπτ. β΄ του π.δ. 26/2012). Η περιπτωσιολογία τους έχει αφεθεί τις πολλές τελευταίες δεκαετίες να συγκεκριμενοποιείται από τον ποινικό νομοθέτη. Δεν αποκλείεται πάντως να αναλάβει σχετική πρωτοβουλία και ο εκλογικός, ενεργώντας στο πλαίσιο ρητής συνταγματικής εξουσιοδότησης, πολλώ δε μάλλον όταν με τις ακατανόητες επιλογές του ο ποινικός νομοθέτης έχει οδηγήσει τα πράγματα σε αδιέξοδο. Υπό την έννοια αυτή, η δέσμευση του, καθ’ ύλην αρμόδιου, Υφυπουργού Εσωτερικών για αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία είναι, καταρχήν, συνταγματικά επιτρεπτή, η όποια πρωτοβουλία του δεν μπορεί όμως να εντοπιστεί σε κωλύματα και σε ασυμβίβαστα, όπως έσπευσε να δηλώσει. Οφείλει να περιοριστεί στον καθορισμό των ποινικών αδικημάτων, η τέλεση των οποίων θα επισύρει, δεσμευτικά ή μη θα το επιλέξει ελεύθερα ο εκλογικός νομοθέτης, την αποστέρηση του δικαιώματος της ψήφου.

Σε κάθε περίπτωση, η καταδικαστική απόφαση πρέπει να είναι αμετάκλητη και ο, συνεπεία της, αποκλεισμός από τις τάξεις του εκλογικού σώματος, συνακόλουθα δε και η απαγόρευση διεκδίκησης της εκλογής σε αιρετή θέση, θα καταλάβει υποχρεωτικά τις επόμενες της θέσπισης της διάταξης εκλογικές αναμετρήσεις. Έτσι, οι πρωτοδίκως καταδικασθέντες, δεδομένου ότι το αμετάκλητο της ποινικής ετυμηγορίας δεν αναμένεται νωρίτερα τουλάχιστον της τριετίας, δεν κωλύονται να πάρουν μέρος στην εκλογική διαδικασία όχι μόνον ως ψηφοφόροι αλλά και ως υποψήφιοι. Συνεπώς, δεν θα είναι συνταγματικά επιτρεπτό έως τότε να αποκλειστεί η συμμετοχή τους σε εκλογικό συνδυασμό ενός ή περισσοτέρων πολιτικών κομμάτων και ανεξαρτήτων ή να διεκδικήσουν εκλογή ως μεμονωμένοι υποψήφιοι στις προσεχείς, τακτικές ή πρόωρες, γενικές βουλευτικές, καθώς επίσης στις αυτοδιοικητικές και, κατά πάσα, βεβαιότητα, στις Ευρωπαϊκές εκλογές. Ο κυρίαρχος σε κάθε δημοκρατία λαός θα καθορίσει, εντέλει, την τύχη τους. . .

 

V

Σε όποιον θα μπορούσε να αντιληφθεί όσα πυροδότησε το φθινόπωρο του 2013 η άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της ηγεσίας του «Λαϊκού Συνδέσμου-Χρυσή Αυγή», να τα προβάλει στο μέλλον και να πιθανολογήσει τη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης, η ετυμηγορία του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αποτελούσε τη μάλλον αναμενόμενη και πάντως την πιθανότερη κατάληξή τους. Τα διακυβεύματά της, τόσο για το πολιτικό κόμμα όσο και για την ηγεσία του, ήταν, γι’ αυτό, από τότε, κατά βάση, γνωστά και η αντιμετώπισή τους απαιτούσε τη θωράκιση του υφιστάμενου  θεσμικού οπλοστασίου και τον εμπλουτισμό του, στα σημεία που θα κρίνονταν απαραίτητο. Πρόκειται για τη στοιχειώδη υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας που προνοεί και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία της.

Ωστόσο, οι πολιτικές δυνάμεις, όπως παρατηρείται κατά κανόνα, ολιγώρησαν. Αν και γνώριζαν προ πολλού τι θα έπρεπε να γίνει και πως, περιορίστηκαν να παρακολουθούν τις εξελίξεις, αναλώθηκαν σε στείρες αντιπαραθέσεις και απώλεσαν σπάνιες ευκαιρίες. Η συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε δίχως να την απασχολήσει η επικαιροποίηση της παρ. 1 του άρθρου 29 Συντ. και οι νομοθετικές μεταβολές εξαντλήθηκαν σε σημειακές παρεμβάσεις, δέσμιες ιδεοληπτικών εμμονών, μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων και  της ανεπάρκειας ή της αδυναμίας των αρμοδίων να διακρίνουν τα μείζονα από τα επουσιώδη. Έτσι, η ώριμη, μόνον όμως ηλικιακά, Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία αφέθηκε, με ευθύνη ιδίως του πολιτικού της προσωπικού, ανοχύρωτη στις ακραίες, συχνά παρά το νόμο, ρητορεία και εκδηλώσεις ενός μορφώματος ενδεδυμένου το μανδύα πολιτικού κόμματος, το οποίο γιγαντώθηκε από την πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, διεκδίκησε ουσιαστικό ρόλο στην καθημερινότητα και πέτυχε σε δύο διαδοχικές Βουλευτικές Περιόδους να βρεθεί τρίτη κοινοβουλευτική δύναμη.

Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων αποκάλυψε ανάγλυφα τις παραλείψεις, τις αδυναμίες και τις ανεπάρκειες του πολιτικού μας συστήματος. Μια ακόμη συνταγματική αναθεώρηση ολοκληρώθηκε δίχως να κατοχυρωθεί ρητά η δυνατότητα και η διαδικασία θέσης πολιτικού κόμματος εκτός νόμου, όταν αποδειχθεί αμετάκλητα ότι η οργάνωση και η δράση του δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Έτσι, δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί, αφού και η οποία νομοθετική παρέμβαση δεν το αποτρέπει, ότι ο «Λαϊκός Σύνδεσμος-Χρυσή Αυγή» δεν θα επιχειρήσει εωσότου η ποινική ετυμηγορία καταστεί αμετάκλητη, να συμμετάσχει στις εκλογές. Αλλά και ο Γενικός του Γραμματέας ή τα καταδικασθέντα πρωτοδίκως μέλη της ηγετικής του ομάδας θα μπορούν να ψηφίσουν εντός του σωφρονιστικού καταστήματος και, εφόσον το επιλέξουν, να εκτεθούν ως υποψήφιοι σε αιρετά αξιώματα στις προσεχείς γενικές βουλευτικές ή στις αυτοδιοικητικές και, κατά πάσα βεβαιότητα, στις Ευρωπαϊκές εκλογές.

Οι προσφερόμενες, περιορισμένες είναι η αλήθεια, νομοθετικές επιλογές που θα τους κλείσουν με ασφάλεια στο απώτερο πάντως μέλλον τον εκλογικό δρόμο πρέπει να προωθηθούν κατά προτεραιότητα. Πρωτίστως όμως επιβάλλεται να εξασφαλιστεί  η εφαρμογή τους. Άλλως μια ακόμη ευκαιρία, ίσως η τελευταία, θα χαθεί, όσα διαδραματίστηκαν πρόσφατα θα επαναληφθούν με τους αυτούς ή διαφορετικούς πρωταγωνιστές και ιδιότητες, το έδαφος για να αναδειχθούν το ίδιο ή περισσότερο ακραία μορφώματα θα αποδειχθεί εξαιρετικά γόνιμο και η επικράτησή τους θα βρίσκεται ίσως πιο κοντά από κάθε άλλη φορά. Ας προσπαθήσουμε, επιτέλους σοβαρά, να το αποτρέψουμε, υπάρχει, εάν πραγματικά το θελήσουμε, ακόμη χρόνος. Αρκεί οι πολιτικές δυνάμεις να ομονοήσουν στα μείζονα, να συμπράξουν απροκατάληπτα με εποικοδομητικές προτάσεις και να συμβάλουν δημιουργικά στη λήψη των επιβαλλόμενων αποφάσεων, αφήνοντας στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όποια και εάν είναι, την ευθύνη να τις εφαρμόσει.

Ο νέος πρόεδρος του ΕΔΔΑ Robert Spano και η Τουρκία

Αικατερίνα Παπανικολάου, Dr. Νομικής, Δικηγόρος, Μέλος στην ​Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών​.

Στις 20 Απριλίου 2020, η Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΔΔΑ) εξέλεξε τον Rοbert Ragnar Spanο ως νέο Πρόεδρό του. Ο Spanó διαδέχτηκε τον  Λίνο – Αλέξανδρο Σισιλιάνο, μετά τη λήξη της θητείας του τελευταίου, στις 17 Μαϊου. Η νέα προεδρία ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς και με πολλαπλώς αξιοσημείωτους συμβολισμούς: προερχόμενος ο Spanó, από την ευάριθμη πληθυσμιακά και ακριτική Ισλανδία, λίγο νεότερος από πενήντα ετών, πολυσχιδής νομικός, με ακαδημαϊκή προέλευση και συγγραφικό έργο στο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, Συνήγορος του Πολίτη (Parliamentary Ombudsman) στη χώρα του, με κουλτούρα και εμπειρικές προσλαμβάνουσες στην εφαρμοσμένη προστασία των δικαιωμάτων – μερικές μόνο από τις πολλά υποσχόμενες ιδιότητές του.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (εφεξής: ΕΣΔΑ) μετρά ήδη ιστορία εβδομήντα χρόνων, από την υπογραφή της στις 4 Νοεμβρίου 1950, στη Ρώμη, μεταξύ των σαρανταεπτά χωρών – μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τη δεσμευτικότητα και τον εγγυητικό της χαρακτήρα διασφαλίζει πρωτίστως το ΕΣΔΑ, το οποίο επαγρυπνά ως δικαιοδοτικός μηχανισμός για την τήρηση των προστατευόμενων από τη σύμβαση δικαιωμάτων, κάθε φορά που τίθεται ζήτημα παραβίασης από τις χώρες – μέλη και υπό την προϋπόθεση ότι έχουν προηγουμένως εξαντληθεί τα εγχώρια ένδικα μέσα. Είναι αυταπόδεικτη η αξία αυτής της διαδικασίας ως ultimum refugium, όταν πια ο προσφεύγων εκτιμά ότι η εθνική έννομη τάξη έχει αποτύχει να αρθεί στο ύψος που επιτάσσουν οι κανόνες του κράτους δικαίου.

Στο διάστημα από 3 έως 5 Σεπτεμβρίου, ο πρόεδρος Spanó πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία. Από τα ιδρυτικά μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, η προσχώρηση της Τουρκίας στη σύμβαση ανατρέχει στη 18η Μαϊου 1954. Στη διάρκεια της επίσκεψής του, ο Spanó έγινε δεκτός από τον Τούρκο Πρόεδρο, Recep Tayyip Erdoğan, καθώς επίσης και από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Abdulhamit Gül. Επίσης, ήταν κεντρικός ομιλητής σε εκδήλωση που οργάνωσε προς τιμήν του, η Τουρκική Ακαδημία Δικαιοσύνης (ο ομόλογος θεσμός της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών), αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, ενώ ανέπτυξε το ζήτημα της ανοχής και της διαφορετικότητας ως βασικής διήκουσας του δικαιώματος στην ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, σε επίσημη εκδήλωση, στο Πανεπιστήμιο Arktulu, της πόλης Mardin.

Είναι γεγονός ότι για τα δεδομένα της εθιμοτυπικής agenda ενός προέδρου του ΕΔΔΑ, η επίσκεψη του Spanó έλαβε ασυνήθη δημοσιότητα – παραδόξως όχι ιδιαιτέρως στα καθ’ ημάς[1]. Ασυνήθης ήταν κυρίως, ο καταγγελτικός τόνος των δημοσιευμάτων τόσο ως προς την πρωτοβουλία της επίσκεψης, όσο και ως προς το περιεχόμενο του δημόσιου λόγου του Spanó, στις επίσημες παρεμβάσεις που πραγματοποίησε[2]. Ιδιαιτέρως δε, επισημάνθηκε το γεγονός ότι στο εντατικό πρόγραμμα του προέδρου, δεν υπήρξε η παραμικρή πρόβλεψη για συναντήσεις με φορείς της κοινωνίας των πολιτών, μη κυβερνητικές οργανώσεις ή άλλες αναγνωρισμένες ενώσεις των οποίων οι καταστατικοί σκοποί αφορούν την προστασία των δικαιωμάτων.

Στη μακρά ιστορία της Τουρκίας, η σχέση της εξουσίας ακόμη και με τα minima του κράτους δικαίου δεν ήταν ποτέ ευθύγραμμη. Τουναντίον, υπήρξε ανέκαθεν μια δύσκολη υπόθεση. Ειδικότερα δε, μετά τα ταραχώδη γεγονότα, το καλοκαίρι του 2016, εξέλιπαν πλήρως τα προσχήματα: είναι εμφανές πλέον ότι η δημοκρατία στην Τουρκία δοκιμάζεται, με σκληρό και οδυνηρό τρόπο, σε βάρος απαράγραπτων δικαιωμάτων. Η ρευστή πολιτική επικαιρότητα και οι προεδρικές υπερεξουσίες, μετά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση καθιστούν το πλαίσιο προστασίας των δικαιωμάτων έναντι της πολιτειακής εξουσίας εύθραστο, επισφαλές, σχεδόν χωρίς κόκκινες γραμμές.

Η ευγλωττία των αριθμών επιβάλλει τη δική της αλήθεια – που εν προκειμένω είναι και η μοναδική -: η Τουρκία είναι η δεύτερη, μετά τη Ρωσία, χώρα σε καταδικαστικές αποφάσεις από το ΕΔΔΑ, καθώς επίσης και η χώρα που προκλητικά αρνείται να συμμορφωθεί με το διατακτικό αποφάσεων του Στρασβούργου. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις του ακτιβιστή Osman Kavala,του συνταγματικού δικαστή AlparslanAltan, του πολιτικού Selahattin Demirtaş,των οποίων η αποφυλάκιση έχει διαταχθεί από το ΕΔΔΑ αντιστοίχως, από το Δεκέμβριο του 2019, τον Απρίλιο του 2019 και τον Νοέμβριο του 2018. Όλοι τους παραμένουν φυλακισμένοι, μέχρι σήμερα. Η Τουρκία είναι η χώρα, όπου πρόσφατα, λίγες μόλις εβδομάδες πριν την επίσκεψη του προέδρου Spanó, έχασε τη ζωή της η ακτιβίστρια δικηγόρος EbruTimtik, μετά από απεργία πείνας 238 ημερών, ενώ η επίσης, θαρραλέα ακτιβίστρια συγγραφέας Aslı Erdoğan, ζει μετά την αποφυλάκισή της, στο τέλος του 2016, άρρωστη και εξόριστη στην Ευρώπη. Είναι η ίδια χώρα, στις φυλακές της οποίας συνωθείται απροσδιόριστος αριθμός κρατουμένων –αριθμός που εκτιμάται σε πολλές δεκάδες, χιλιάδες -, στους οποίους ουδέποτε αποδόθηκαν συγκεκριμένες κατηγορίες. Επίσης, είναι η χώρα, όπου χιλιάδες δημόσιοι λειτουργοί – δικαστές, δάσκαλοι, ακαδημαϊκοί – παύθηκαν από την άσκηση των καθηκόντων τους, χωρίς συχνά, ούτε καν προσχηματική αιτιολογία, πέραν της στερεοτυπικής κατηγορίας για διασύνδεσή τους με το δίκτυο των γκιουλενιστών – ως μέλη ή απλώς φίλα προσκείμενοι -.

Το πρόβλημα είναι ότι εντός αυτής της εγνωσμένης δυστοπικής συνθήκης, ο Spanó στο πλαίσιο του δημόσιου ρόλου του, μοιάζει να λειτούργησε, ερήμην της πραγματικότητας:

(α) το θέμα που επέλεξε να αναπτύξει ενώπιον της Τουρκικής Ακαδημία Δικαιοσύνης αφορούσε τη δικαστική ανεξαρτησία ως ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου! Η σημειολογική αναγωγή του τίτλου στην τρέχουσα συνθήκη της τουρκικής δικαιοσύνης και των λειτουργών της θα προσέδιδε στην επιλογή του αξία μόνο υπό την εκδοχή της acontrarioπροσέγγισης. Κάτι όμως, που δεν έγινε. Η ανάπτυξη περιορίστηκε σε σχολικού τύπου παιδαγωγική ηθική.

(β) αποδέχθηκε την τιμητική αναγόρευσή του σε διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Πρόκειται για το ίδιο πανεπιστήμιο, από το οποίοαπομακρύνθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και παύθηκαν οριστικά δεκάδες ακαδημαϊκοί διδάσκοντες, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Ένας από αυτούς, ο Mehmet Altan, ο οποίος μάλιστα, υπήρξε επί δύο χρόνια κρατούμενος, υπενθύμισε πικρόχολα, σε ανοιχτή επιστολή του, προς τον πρόεδρο του ΕΔΔΑ, τα ακόλουθα: «Αυτοί από τους οποίους θα λάβετε τον τιμητικό τίτλο είναι ακριβώς οι ίδιοι που έπαυσαν εμένα και πολλούς άλλους από τα ακαδημαϊκά μας καθήκοντα»[3]. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Spanó αφιέρωσε την πανηγυρική ομιλία του, μετά την αναγόρευσή του, στην ακαδημαϊκή ελευθερία ως sinequanonτης δημοκρατίας!

(γ) Αντιστοίχως, αντιφατική εμφανίζεται και η επιλογή του Spanο να απευθυνθεί στο ακροατήριο του Πανεπιστημίου Arktulu, στην πόλη Mardin, εξαίροντας την ανοχή και τη διαφορετικότητα ως αυτονόητες ποιότητες του δικαιώματος στην ελευθερία της σκέψης και αδιάσπαστη προϋπόθεση της θρησκευτικής ελευθερίας. Ο σημερινός συνωστισμός στις τουρκικές φυλακές είναι δυστυχώς αδιάψευστο τεκμήριο του τρόπου, με τον οποίο η χώρα αντιλαμβάνεται εν τοις πράγμασι, την άσκηση του δικαιώματος.

Στο πλαίσιο καλοπροαίρετου αντίλογου, θα μπορούσε να αποδοθεί στον πρόεδρο του ΕΔΔΑ η πρόθεση να συνετίσει με τις δημόσιες παρεμβάσεις του, τη συστηματικά αποκλίνουσα τουρκική εξουσία. Όμως, δεν πρόκειται δυστυχώς, περί αυτού. Οι διπλωματικές και ακροθιγείς αναφορές του Spanó σε αποφάσεις του ΕΔΔΑ που αφορούν την Τουρκία, απέχουν πολύ από τη συγκλονιστική επικαιρότητα της χώρας. Το αληθινό πρόβλημα της Τουρκίας, εδώ και πολύ καιρό, αφορά τη συντριβή του κράτους δικαίου. Και προς αυτή την κατεύθυνση, η κατήχηση με όρους πολιτικής ορθότητας δεν προσφέρει σπουδαίες υπηρεσίες, ούτε διαθέτει τη δυναμική να παιδαγωγήσει τους εκτροχιασμένους θεσμούς ή να ανατάξει τα δεδομένα.

Στη σκληρή κριτική που επιφύλαξαν στην πρωτοβουλία του Spanο εμβληματικοί τίτλοι, όπως ο Monde[4], παρατηρητήρια δικαιωμάτων, ανεξάρτητοι οργανισμοί κοκ, κοινός τόπος είναι η απομείωση του κύρους του δικαστηρίου, η επιλεκτική αποσιώπηση των ανοιχτών εκκρεμοτήτων της Τουρκίας και ασφαλώς, η παράλειψη εμφατικής ανάδειξης τής κατ’ εξακολούθηση παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων. Χειρότερο δε όλων: η διπλωματική ευπρέπεια του προέδρου και η αφηγηματική άμβλυνση των αναφορών του στα μεγάλα επίδικα της χώρας, νομιμοποίησε χωρίς υποσημειώσειςκαι επιφυλάξεις, το κρατούν statusquo. Εδώ, όμως είναι που ο διπλωματικός καθωσπρεπισμός παραβίασε το καθήκον αλληλεγγύης προς τη δοκιμαζόμενη χώρα, με την οποία επί της αρχής και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, μοιραζόμαστε τις ίδιες αξίες. Η πάση θυσία προσπάθεια να περισωθούν ισορροπίες και συσχετισμοί είναι βέβαιο ότι στη δρώσα πολιτική, ωφελεί μόνο τους ισορροπιστές και τις ιδιωτικές τους ατζέντες. Αντιθέτως, επιφέρει έως και ανήκεστη βλάβη στα δικαιώματα και στους πολύπαθους φορείς τους καταδικάζοντάς τους σε μοναξιά και περιθωριοποίηση.

Το ελληνικό παράδειγμα είναι ενδεικτικό: η έξοδος από την περίοδο της ασφυκτικής, επτάχρονης δικτατορίας οφείλει πολλά στην πίεση που ασκήθηκε από τους μηχανισμούς του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η συμβολική απονομιμοποίηση διεθνώς της τραγικής, πολιτειακής παρωδίας που είχαν επιβάλει στη χώρα οι συνταγματάρχες σήμανε την αρχή του τέλους του ανελεύθερου καθεστώτος, ενώ επιτάχυνε σημαντικά τη μετάβαση στη δημοκρατία.

Η δύναμη των συμβόλων είναι μέρος της προστιθέμενης αξίας των θεσμών, όταν οι τελευταίοι έχουν πλέον εμπεδωθεί στη συνείδηση των πολιτών και κατοχυρώσει διά της αξιοπιστίας τους αναγνωρίσιμο branding. Η εθιμοτυπία της επίσκεψης Spanο καθ’ υπαγόρευση μιας κανονικότητας πλήρως αναντίστοιχης προς την πραγματικότητα του επιχώριου κράτους δικαίου στην Τουρκία, αποδόμησε αυτό ακριβώς το θεσμικό brandingτου εμβληματικού δικαστηρίου.

Στον αντίποδα των αφορισμών του Φ. Πεσόα, η πολύτιμη και εύθραστη ισορροπία των θεσμών του κράτους δικαίου προϋποθέτει την ακεραιότητα των συμβόλων. Διαφορετικά «όλα αυτά είναι λάθος, όλα αυτά δε θέλουν να πουν τίποτα»[5].


[1]Βλ. ωστόσο, Ανθόπουλο (Χ.), «Η επίσκεψη του Προέδρου του ΕΔΔΑ στην Τουρκία», ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 13.09.2020 – διαθέσιμο εδώ. Βλ. επίσης εδώ.

[2]Βλ. ενδεικτικά, JÉGO (M.), “Le juge européen Robert Spano à Istanbul, entre flagornerie et esquive”, Le Monde, 10.09.2020 – διαθέσιμο εδώ. LEJEUNE (B.), «“Duplicité etmanipulation”: les dessous de la rencont re du président de la CED Havec Erdogan», Les valeurs actuelles, 09.09.2020 – διαθέσιμο εδώ.

[3]Βλ. εδώ .

[4]Op.cit, υποσ. 2.

[5]Fernando Pessoa, Ιστορίες του Αλμπέρτο Καεϊρο, Εισαγωγή – Μετάφραση Μ. Παπαδήμα, Αθήνα, Gutenberg, 2014, V., σελ.40.

 

Δημοσιεύθηκε στο Athens News 22.9.2020

Η επίσκεψη του Προέδρου του ΕΔΔΑ στην Τουρκία

του Χαράλαμπου Ανθόπουλου, Καθηγητή Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Στις 4 Σεπτεμβρίου ο νέος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ο Ισλανδός με Ναπολιτάνο πατέρα Ρόμπερτ Σπάνο, ο οποίος διαδέχθηκε τον πρώτο Έλληνα πρόεδρο του ΕΔΔΑ Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο, αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του κρατικού Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Ο νεοαναγορευθείς αφιέρωσε την καθιερωμένη στην περίπτωση αυτή ομιλία στην ακαδημαϊκή ελευθερία και στον ρόλο της στη Δημοκρατία, με αναφορά και σε μια πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ (Kula κατά Τουρκίας, 19.6.2018) που καταδίκασε την Τουρκία για παραβίαση του άρθρου 10 § 1 ΕΣΔΑ, στο οποίο κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία ως τμήμα της ελευθερίας της έκφρασης.

Η υπόθεση αυτή αφορούσε πειθαρχική κύρωση (μείωση μισθού) που επιβλήθηκε σε Καθηγητή Πανεπιστημίου επειδή έλαβε μέρος σε τηλεοπτική εκπομπή χωρίς την άδεια του πανεπιστημίου του. Απ’ όλες τις παραβιάσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην Τουρκία μετά το 2016 αυτή ήταν μάλλον η πιο ασήμαντη. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 υπήρξε στην Τουρκία η πιο μεγάλη εκκαθάριση πανεπιστημιακών δασκάλων στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: 6.000 καθηγητές Πανεπιστημίου απολύθηκαν χωρίς δικαίωμα σύνταξης και με αφαίρεση διαβατηρίου, δηλαδή καταδικάστηκαν διά βίου στην ανεργία και τη φτώχεια, αποκλειστικά εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων. 193 από αυτούς ήταν καθηγητές στο Πανεπιστήμιο που έκανε Επίτιμο Διδάκτορα τον Ισλανδό Δικαστή.

Όλα αυτά έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες που κατέλυσαν κάθε έννοια κράτους δικαίου. Κι όμως, την προηγούμενη μέρα της αναγόρευσής του ο Σπάνο, σε ομιλία του στη Σχολή Δικαστών στην Άγκυρα, θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη περίσταση για να αναπτύξει την έννοια του «κράτους δικαίου» στο ακροατήριό του. «Το Κράτος δικαίου», είπε ο Σπάνο, «περιλαμβάνει την αρχή της νομιμότητας, την αρχή της ασφάλειας του δικαίου, την αρχή της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου, την αρχή ότι το εκτελεστικό δεν μπορεί να έχει απεριόριστη εξουσία, την αρχή της δυνατότητας προσφυγής ενώπιον ενός ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Όλες αυτές οι αρχές αποβλέπουν στην προστασία του ατόμου από την αυθαιρεσία, ιδίως στις σχέσεις μεταξύ ατόμου και κράτους». Ωραία. Τίποτε απ’ όλα αυτά όμως δεν ισχύει στην Τουρκία, από το 2016 και μετά, ενώ και το νέο τουρκικό Σύνταγμα, που δίνει σχεδόν απεριόριστες εξουσίες στον Πρόεδρο της Τουρκίας, δεν καθιερώνει μια συνήθη μορφή προεδρικής δημοκρατίας, αλλά είναι πιο κοντά στην έννοια του «σουλτανισμού» όπως τη γνωρίζουμε από τον Μαξ Βέμπερ, πάντως σε καμία περίπτωση δεν είναι συμβατό με την έννοια της φιλελεύθερης και συνταγματικής δημοκρατίας στην οποία στηρίζεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση.

Από τη στιγμή βέβαια που δέχθηκε την πρόσκληση του τουρκικού Κράτους, το οποίο είναι από τα αρχαιότερα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, ο Σπάνο δεν θα μπορούσε να μην συναντήσει και τον Πρόεδρο Ερντογάν, ο οποίος τον κάλεσε στο προεδρικό μέγαρο και φωτογραφήθηκε μαζί του. Ο Σπάνο ίσως να μην θυμόταν στη συνάντησή του αυτή ότι το Δικαστήριο στο οποίο τώρα είναι Πρόεδρος είχε καταδικάσει την Τουρκία στην υπόθεση Καβάλα κατά Τουρκίας  (10.12.2019) για «κατάχρηση εξουσίας» σε βάρος του Οσμάν Καβάλα, ενός από τους πιο γνωστούς προασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, επικαλούμενο, μεταξύ άλλων, την ονομαστική στοχοποίηση του Καβάλα από τον ίδιο τον Πρόεδρο Ερντογάν.

Κατά την τελευταία περίοδο της διακυβέρνησης Ερντογάν η Τουρκία μεταβλήθηκε σε μια «καφκική» χώρα για τους αντιφρονούντες. Η επίσημη επίσκεψη του Ρόμπερτ Σπάνο στην Τουρκία ήταν αχρείαστη και αποδείχθηκε επικίνδυνη: όχι για την Τουρκία, αλλά για το κύρος του ΕΔΔΑ.

 

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ” στις 13/9/2020

Βιβλιοκρισία για το βιβλίο: Η “επόμενη μέρα” του εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού. Ερμηνευτικοί (ανα)στοχασμοί μετά την πανδημία, του Απόστολου Παπατόλια

Μαριλένα Κοππά, Αναπλ. Καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρώην Ευρωβουλευτής

Στο εξαιρετικά επίκαιρο βιβλίο του, γραμμένο κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της πανδημίας, ο Απόστολος Παπατόλιας επιχειρεί να αφουγκραστεί τις τεκτονικές αλλαγές που η κρίση προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί σε τρία επίπεδα: στο εθνικό, στο παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό.

Ο συγγραφέας με την ιδιότητα του νομικού, του πολιτικού αλλά κυρίως του ενεργού πολίτη,αντιμετωπίζει την κρίση ως καταλύτη μεγάλων ανακατατάξεων που μπορούν όμως να αποτελέσουν ευκαιρίες για θετικές εξελίξεις και να προσφέρουν απαντήσεις σε χρονίζοντα ανοιχτά θέματα.

Τα αποτελέσματα της πρόσφατης μαραθώνιας Συνόδου Κορυφής προσδίδουν μια ιδιαίτερη σημασία στο κείμενοτου Παπατόλια Στο τέταρτο μέρος με τίτλο «Διακυβερνητικός προστατευτισμός ή Ευρωπαϊκή ενοποίηση», ο συγγραφέας θέτει το ζήτημα της στάσης της ΕΕ στην κρίση, τα μέτρα στήριξης και την προσπάθεια συμβιβασμού των αντίρροπων τάσεων. Θεωρεί ότι η αμοιβαιοποίηση του χρέους θα ήταν η ενδεδειγμένη λύση αλλά εξηγεί με ενάργεια γιατί αυτή απορρίπτεται. Τονίζει πάντως ότι -και αυτό έχει σημασία στην βάση των πρόσφατων αποφάσεων- ότι όταν δανείζεται η ΕΕ, προλειαίνεται το έδαφος για τη δημοσιονομική αυτότέλεια της. Ο συγγραφέας με αφετηρία την απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 2020, αναρωτιέται ποιο είναι το ενδεδειγμένο μείγμα ενωσιακής πολιτικής στο πλαίσιο του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων. Διαπιστώνει δε ότι έχει αναπτυχθεί μια δυναμική για ένα κοινό ευρωπαϊκόπροσανατολισμό που καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να ανακόψει.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στη συμβατότητα των περιορισμών κατά την πανδημία με την συνταγματική τάξη της χώρας αλλά και τις επιπτώσεις της πανδημίας στα ατομικά δικαιώματα και την δημοκρατία. Ο Παπατόλιας παρουσιάζει τις κυρίαρχες συνταγματολογικές τάσεις με κριτική σκέψη και ανοιχτό πνεύμα. Εξετάζοντας από τις πιο συμβατικές έως τις πιο τολμηρές, ακόμη και τις αναθεωρητικές, σημειώνει πως ενώ η πανδημία πληγώνει πιο πολύ τους αδύναμους, κανείς δεν προβαίνει σε επίκληση του Συντάγματος για τη διασφάλιση των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι έχουμε δείγματα κρατικού παρεμβατισμού για την ασφάλεια των πολιτών αλλά όχι για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τους σοβαρότερα πληττόμενους.
Και αυτό τον οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα: αυτό που ζήσαμε αποτελεί μια δημοκρατική λειτουργία ή προσιδιάζει σε αυταρχική διακυβέρνηση; Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η κυβέρνηση διαχειρίστηκε τον φόβο, την ίδια ώρα που από επιλογή της είχαμε ουσιαστική αναστολή της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Αυτά οδήγησαν σε τεχνοκρατικό έλεγχο και υπερτονισμό της ατομικής ευθύνης. Οι συνολικά 6 ΠΝΠ και οι 140 Υπουργικές αποφάσεις υποκατέστησαν την τακτική κοινοβουλευτική διαδικασία ως μια de facto κατάσταση εξαίρεσης. Τίθεται λοιπόν το ευρύτερο ερώτημα αν το «δικαίωμα στην ασφάλεια» έχει εξελιχθεί σε ένα «υπερδικαίωμα», μέσα από την νομιμοποίηση ενός περιορισμένου «Κράτους Πρόληψης». Ο συγγραφέας τονίζει ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του τελευταίου είναι δύο: η προσωρινή διάρκεια των μέτρων και η επίκληση μιας επιστημονικής αυθεντίας, όπου ο νομικός δεν έχει πρόσβαση. Κατά την σύγχρονη «εποχή της διακινδύνευσης», όπου πολλαπλασιάζονται οι ασύμμετρες απειλές, το σύγχρονο Συνταγματικό Κράτος αποκτά ένα νέο ρόλο μετασχηματιζόμενο σε «Κράτος πρόληψης», όπου προέχει το σύνολο έναντι του ατόμου, χωρίς εντούτοις να απαιτείται συνταγματική αλλαγή ή προσαρμογή. Σε αυτό το πλαίσιο, η «ανάγκη» μπορεί να περιορίζει αενάως τις ελευθερίες, μια και η κρίση εξελίσσεται στην νέα «κανονικότητα». Όμως, τονίζει ο Παπατόλιας, ούτε όλοι ζουν με τον ίδιο τρόπο την απειλή, ούτε την κατάσταση ανάγκης. Σε κάθε περίπτωση, η εργαλειακή χρήση του φόβου οδηγεί σε αυταρχική διακυβέρνηση στο όνομα του «κοινού καλού».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο του βιβλίου για τα πρωτεία των ειδικών σε περιόδους κρίσης και η υποχώρηση της πολιτικής. Με νηφαλιότητα ο συγγραφέας επισημαίνει ότι ο τεχνοκρατικός ελιτισμός δεν είναι κάτι καινούργιο και σε καμιά περίπτωση δεν εξαλείφει τα εναλλακτικά σενάρια μια και η αντίδραση, όπως είδαμε σε άλλα μέρη του πλανήτη, θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Ο «τεχνοκρατικός μονόδρομος» είναιλοιπόν μια πολιτική επιλογή μεταξύ άλλων, κάτι που οδηγεί τον συγγραφέα στην εξέταση της μετακύλισης στην ατομική ευθύνη, η οποία συσκοτίζει τη ευθύνη της Πολιτείας και το χρέος αλληλεγγύης.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Παπατόλιας θέτει το ερώτημα «παρεμβατισμός του Εθνικού Κράτους η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση;» Ο συγγραφέας απομυθοποιεί τη συζήτηση για την επιστροφή του κράτους, τονίζοντας ότι ιστορικά οι ηγετικές οικονομικές ελίτ αξιοποιούσαν τις κρίσεις για να δρομολογήσουν «δημιουργική καταστροφή» μέρους των παραγωγικών δυνάμεων και να προωθήσουν οργανωτικές και τεχνολογικές καινοτομίες. Έτσι πάντα υπήρχε μια σταθερή συμβιωτική σχέση καπιταλισμού, κρίσεων και κρατικής παρεμβατικότητας, που οδηγούσε σε οικονομική αναδιάρθρωση που στην πορεία θα γινόταν η επόμενη «κανονικότητα»
Έχουμε πλέον όλοι διδαχθεί ότι η ΕΕ εξελίσσεται μέσα από τις κρίσεις της. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ είναι φανερό ότι ο διακυβερνητικός χαρακτήρας της Ένωσης είναι πεπερασμένος. Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να οδηγηθούμε σε αναθεώρηση των Συνθηκών, όπως πιστεύει ο Παπατόλιας; Αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση. Ο συγγραφέας πάντως παρουσιάζει πειστικά επιχειρήματα υπέρ της άποψης του.

Για να καταλήξω: το βιβλίο είναι ένας ευρύς προβληματισμός για το πως οφείλουμε να σκεφτόμαστε το αύριο. Η κρίση πυκνώνει τον ιστορικό χρόνο και, όπως λέει ο συγγραφέας, βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο όπου έχουμε μια επαναδιαπραγμάτευση ισορροπιών χωρίς όμως ακόμη ένα ηγεμονικό σχέδιο. Αφορμή για ουσιαστικό προβληματισμό στην αιχμή της επικαιρότητας, το βιβλίο καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων με γνώση, στιβαρό λόγο και επιχειρήματα. Ο ενεργός πολίτης βγαίνει πλουσιότερος πνευματικά από την ανάγνωση του.

Το κείμενο της βιβλιοκρισίας στα «ΝΕΑ».

Η ανεξαρτησία ως καθοριστικό στοιχείο της έννοιας του δικαστηρίου κατ’ άρθρο 267 ΣΛΕΕ

Δήμητρα Γαμπά ΜΔΕ, Σπουδάστρια Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Υπότροφος ΙΚΥ

Εισαγωγικά

Σε μία απόφαση ισπανικού ενδιαφέροντος, που εν πρώτοις τουλάχιστον φαίνεται να αφορά αμιγώς ζητήματα οικονομικού δικαίου, συναντάμε μία ενδιαφέρουσα νομολογιακή εξέλιξη στο πεδίο της προδικαστικής παραπομπής και συγκεκριμένα στον καθορισμό της έννοιας του δικαστηρίου. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η έννοια του δικαστηρίου κράτους μέλους, το οποίο δικαιούται να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, καθορίζεται αυτόνομα από το ίδιο, χωρίς καμία δέσμευση από τον σχετικό εθνικό χαρακτηρισμό[1]. Και αν κάποια στιγμή η νομολογία φάνηκε να σταθεροποιείται ως προς τα κριτήρια που συγκροτούν την έννοια αυτή και το ειδικότερο περιεχόμενό τους[2], η κρίση του κράτους δικαίου στο εσωτερικό των κρατών μελών[3] οδήγησε τα τελευταία χρόνια στην αναζωπύρωση της σχετικής συζήτησης μέσω της έκδοσης σειράς αποφάσεων που επεξεργάζονται και αναδεικνύουν πτυχές μίας εκ των προϋποθέσεων αυτών: της ανεξαρτησίας του αιτούντος οργάνου[4]. Το εν λόγω κριτήριο, όπως διαμορφώθηκε στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις, βάρυνε και στην συγκεκριμένη υπόθεση, οδηγώντας μάλιστα το ΔΕΕ σε μία από τις σπάνιες ρητές και εμφατικές στροφές της νομολογίας του.

 

Ι. Η φύση του αιτούντος οργάνου και ο χαρακτηρισμός του ως δικαστήριο στην προγενέστερη απόφαση Gabalfrisa

Στην υπό σχολιασμό απόφαση το προδικαστικό ερώτημα υπεβλήθη από το Κεντρικό οικονομικό διοικητικό δικαστήριο της Μαδρίτης (ΤΕΑC), το οποίο κλήθηκε, στο πλαίσιο εκδίκασης διαφοράς αφορώσας πράξη εκκαθάρισης φόρου, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει τρεις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όλες σχετικές με τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης σε ημεδαπές εταιρείες.

Η φύση του ΤΕAC ως «δικαστηρίου» κατά το ενωσιακό δίκαιο δεν ήταν ποτέ αδιαμφισβήτητη. Αντιθέτως, είχε απασχολήσει το ΔΕΕ στο στάδιο του παραδεκτού και στην προγενέστερη απόφασή του Gabalfrisa[5]. Οι εθνικές διατάξεις, όπως ίσχυαν τότε και συνέχιζαν να ισχύουν κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της υπό σχολιασμό απόφασης, του απονέμουν δύο βασικές αρμοδιότητες· πρώτον, να επιλαμβάνεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό των ενστάσεων επί αποφάσεων που εκδίδουν ορισμένες κεντρικές φορολογικές αρχές και δεύτερον, να εξετάζει τις εφέσεις κατά των αποφάσεων που εκδίδονται από τα περιφερειακά και τοπικά οικονομικά-διοικητικά δικαστήρια. Οι αποφάσεις αυτές βέβαια υπόκεινται επίσης σε ένδικα μέσα ενώπιον του Audiencia Nacional (ανώτερου ειδικού δικαστηρίου) και του Tribunal Supremo (ανωτάτου δικαστηρίου), τα οποία όμως ασκούνται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί η άσκηση της σχετικής έφεσης ενώπιον του ΤEAC.

Στην προγενέστερη απόφαση Gabalfrisa, ο έλεγχος του Δικαστηρίου ως προς τη φύση του TEAC επικεντρώθηκε αφενός στην κατ’ αντιμωλία φύση της διαδικασίας ενώπιόν του και αφετέρου στην προϋπόθεση της λειτουργικής ανεξαρτησίας του οργάνου υπό την έννοια ότι αυτό είναι τρίτο σε σχέση με τις υπηρεσίες που εκδίδουν τις πράξεις επί των οποίων καλείται να αποφανθεί. Η απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος ήταν ότι η εν μέρει κατ’ αντιμωλία διαδικασία αρκούσε για να προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση του επόμενου κριτηρίου, δεδομένου ιδίως ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η αντιμωλία δεν είναι καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως δικαστηρίου[6]. Η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, σχετικά με την ύπαρξη της λειτουργικής ανεξαρτησίας, ήταν μάλλον επιγραμματική, καθώς το Δικαστήριο αρκέστηκε, με μία σχετικά σύντομη σκέψη, στην κατοχύρωση της λειτουργικής ανεξαρτησίας του TEAC και της ουδετερότητας του απέναντι στις φορολογικές αρχές από το εθνικό δίκαιο, για να καταλήξει ότι πληρούται το κριτήριο της ανεξαρτησίας του οργάνου και κατά συνέπεια οι προϋποθέσεις παραδεκτής υποβολής προδικαστικού ερωτήματος κατά την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η κρίση του κατέληξε σε μία, όχι ιδιαίτερα συχνή, αντίθεση με τις προτάσεις του Γεν. Εισαγγελέα Saggio. Πράγματι, σύμφωνα με τον Γεν. Εισαγγελέα, υπάρχει μία «δομική εγγύτητα» μεταξύ του TEAC και της διαδίκου φορολογικής διοίκησης που καθιστά μη ανεξάρτητο, κατά το ενωσιακό δίκαιο, το αιτούν όργανο. Αυτό προκύπτει τόσο από το υπηρεσιακό καθεστώς που διέπει τα πρόσωπα που συγκροτούν το TEAC, καθώς πρόκειται για δημοσίους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών που διορίζονται και παύονται από τον Υπουργό όσο και από την ίδια τη διαδικασία που ακολουθείται ενώπιον του, η οποία προσομοιάζει σε διοικητική προσφυγή και όχι σε δικαιοδοτικό έργο.

 

ΙΙ. Η νέα ματιά στην ανεξαρτησία του αιτούντος οργάνου και η απώλεια της ιδιότητας του δικαστηρίου στην παρούσα απόφαση

Η φύση του TEAC ως «δικαστηρίου», για τις ανάγκες του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, και ειδικότερα η ανεξαρτησία του μπήκε, είκοσι χρόνια μετά, και πάλι στο μικροσκόπιο του Δικαστηρίου, το οποίο δεν επαναπαύθηκε στην προηγούμενη κρίση του.

Οι λόγοι που το νομικό ενδιαφέρον της Ένωσης για την ύπαρξη ανεξάρτητων εθνικών δικαστηρίων παρίσταται έντονο είναι κατά βάση δύο. Πρώτον, επειδή η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, ως εγγενές στοιχείο της διάκρισης των εξουσιών και πυλώνας του κράτους δικαίου, εντάσσεται στις κοινές αξίες στις οποίες βασίζεται η Ένωση και τις οποίες μοιράζεται με τα κράτη μέλη της, σύμφωνα με το άρθρο 2 ΣΕΕ[7]. Δεύτερον, και ίσως αυτό είναι το πλέον κρίσιμο, διότι η ανεξαρτησία των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων είναι προϋπόθεση της συνεργασίας τους τόσο με τα εθνικά δικαστήρια των λοιπών κρατών μελών στο πλαίσιο της δικαστικής συνεργασίας στον χώρο ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης όσο και με το ίδιο το ΔΕΕ[8].

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο είχε ήδη στο παρελθόν προσεγγίσει εννοιολογικά την αρχή της ανεξαρτησίας, η οποία ωστόσο κατέστη κομβικής σημασίας, αναλύθηκε και εμπλουτίστηκε έτι περαιτέρω τα τελευταία χρόνια εξαιτίας, αφενός, της κρίσης του κράτους δικαίου σε ορισμένα κράτη μέλη και, αφετέρου, των δημοσιονομικών μέτρων που ελήφθησαν και είχαν ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών σε άλλα[9]. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η αρχή της ανεξαρτησίας έχει δύο πτυχές. Η πρώτη, εξωτερική πτυχή, προϋποθέτει ότι το σχετικό όργανο ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη αυτονομία, χωρίς να υπόκειται σε οποιαδήποτε ιεραρχική σχέση ή σχέση υπαγωγής έναντι οποιουδήποτε φορέα και χωρίς να λαμβάνει εντολές ή οδηγίες οποιασδήποτε προελεύσεως και ότι, ως εκ τούτου, προστατεύεται από εξωτερικές παρεμβάσεις ή πιέσεις ικανές να θίξουν την ανεξάρτητη κρίση των μελών του και να επηρεάσουν τις αποφάσεις του. Ειδικότερη εγγύηση της εξωτερικής αυτής πτυχής της ανεξαρτησίας είναι η αρχή της ισοβιότητας. Η αρχή της ισοβιότητας είναι σύμφυτη με το δικαιοδοτικό έργο, καθώς αποσκοπεί στην προστασία όσων προσώπων ασκούν δικαιοδοτικό έργο, τα οποία μπορούν να παυθούν από τα καθήκοντά τους μόνον εφόσον κριθεί ότι είναι ακατάλληλοι για την άσκησή τους και μόνο εφόσον τηρηθεί η διαδικασία που προβλέπεται από ειδικές νομοθετικές διατάξεις, ούτως ώστε να καθίσταται σαφές ότι τα εν λόγω πρόσωπα είναι θωρακισμένα απέναντι στις τυχόν εξωτερικές πιέσεις. Η δεύτερη πτυχή, εσωτερικής φύσεως, είναι παρεμφερής προς την έννοια της αμεροληψίας και συναρτάται προς την τήρηση ίσων αποστάσεων ως προς τους διαδίκους και την ύπαρξη ουδετερότητας απέναντι στα αντιμαχόμενα συμφέροντά τους σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς. Η πτυχή αυτή επιτάσσει την τήρηση αντικειμενικότητας και την απουσία κάθε συμφέροντος από τη λύση της διαφοράς πέραν της αυστηρής εφαρμογής των κανόνων δικαίου, ώστε το δικαιοδοτικό όργανο να έχει την ιδιότητα του τρίτου απέναντι στην αρχή που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη ενώπιόν του πράξη[10].

Στην υπό σχολιασμό απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι το αιτούν όργανο δεν πληροί καμία από τις δύο πτυχές που συγκροτούν την αρχή της ανεξαρτησίας όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μετά τις τελευταίες νομολογιακές εξελίξεις, προσεγγίζοντας εν πολλοίς τη θέση που είχε λάβει ο Γεν. Εισαγγελέας στην απόφαση Gabalfrisa. Ειδικότερα, οι κρίσιμες εθνικές ρυθμίσεις που καθόρισαν και το  αποτέλεσμα της συγκεκριμένης απόφασης αφορούσαν καταρχάς το υπηρεσιακό καθεστώς του προέδρου και των μελών του οργάνου, οι οποίες δεν εντάσσονται στο ειδικό καθεστώς που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, αλλά προβλέπουν μία κοινή εφαρμοζόμενη στους δημοσίους υπαλλήλους διαδικασία σύμφωνα με την οποία ο διορισμός και η παύση τους γίνεται με βασιλικό διάταγμα του οποίου η έκδοση προκαλείται από το Υπουργικό Συμβούλιο κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως, δεν προβλέπεται ένα ειδικό καθεστώς παύσης ικανό να παρέχει εγγυήσεις ισοβιότητας και κατά συνέπεια να θωρακίσει τα μέλη του οργάνου από εξωτερικές πιέσεις, δυνάμενες να εγείρουν αμφιβολίες ως προς την ανεξαρτησία τους

Περαιτέρω, ζήτημα προκύπτει και σε σχέση με την δεύτερη, την εσωτερική, πτυχή της αρχής της ανεξαρτησίας, που επιτάσσει την ουδετερότητα του οργάνου απέναντι στα αντικρουόμενα συμφέροντα των διαδίκων. Ο σεβασμός της αρχής αυτής τίθεται, εν προκειμένω, εν αμφιβόλω από τις διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία εκδίκασης της έκτακτης προσφυγής ενώπιον του ειδικού τμήματος για την ενοποίηση της ερμηνευτικής πρακτικής. Η έκτακτη προσφυγή ασκείται κατά των αποφάσεων του TEAC από τον Γενικό Διευθυντή Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομίας, ο οποίος όμως μαζί με τον Γενικό Διευθυντή ή τον Διευθυντή της κρατικής υπηρεσίας φορολογικής διοίκησης που προΐσταται του οργάνου που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη μετέχουν ex officio στον οκταμελή σχηματισμό που θα αποφανθεί επί της εν λόγω προσφυγής. Tόσο η σύγχυση που προκύπτει μεταξύ της ιδιότητας του μετέχοντος στη διαδικασία έκτακτης προσφυγής και εκείνης του μέλους του οργάνου που επιλαμβάνεται της ίδιας προσφυγής όσο και η γενικότερη πίεση που μπορεί να προκαλέσει για το TEAC η προοπτική άσκησης έκτακτης προσφυγής κατά των αποφάσεών του, αναδεικνύουν τους οργανικούς και λειτουργικούς δεσμούς που υφίστανται μεταξύ του οργάνου αυτού και του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, ειδικότερα δε του Γενικού Διευθυντή Φορολογίας του εν λόγω Υπουργείου, δεσμοί που θέτουν εν αμφιβόλω την ουδετερότητα του οργάνου ως προς τα αντιτιθέμενα συμφέροντα και, κατά συνέπεια, την ιδιότητά του ως τρίτου.

 

ΙΙΙ. Η μεταστροφή της νομολογίας και η ανάγκη διασφάλισης αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας

Οι ως άνω παραδοχές οδήγησαν το Δικαστήριο να απορρίψει το υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως απαράδεκτο, παρότι συνήθως η αδυναμία χαρακτηρισμού ενός οργάνου ως δικαστηρίου οδηγεί σε κρίση περί αναρμοδιότητας του ΔΕΕ να αποφανθεί επί του ερωτήματος αυτού[11]. Δύο σημεία είναι κρίσιμα και αξίζουν περαιτέρω σχολιασμού. Πρώτον, η αιτία που οδήγησε σε μία από τις σπάνιες ρητές και εμφατικές μεταστροφές στην νομολογία του Δικαστηρίου και, δεύτερον, η προσπάθεια του Δικαστηρίου να ισορροπήσει μεταξύ αφενός της ανάγκης για αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου που, μεταξύ άλλων, εξυπηρετεί ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής και αφετέρου της ανάγκης περιορισμού των συνομιλητών του στα όργανα που φέρουν τα απαιτούμενα γνωρίσματα ώστε να χαρακτηρισθούν ως «δικαστήρια»[12].

Ως προς το πρώτο ζήτημα, το ίδιο το Δικαστήριο αναφέρει τις εξελίξεις στην πρόσφατη νομολογία του και ιδίως την ευρύτερα γνωστή ως απόφαση των πορτογάλων δικαστών ως λόγο επανελέγχου της πλήρωσης του όρου της ανεξαρτησίας από το αιτούν όργανο. Δεδομένου ότι η αρχή της ανεξαρτησίας δεν προβλέφθηκε φυσικά το πρώτον με την ως άνω πρόσφατη νομολογία[13], η ειδοποιός διαφορά έγκειται μάλλον στο γεγονός ότι, εξαιτίας των εξελίξεων στο εσωτερικό των κρατών μελών, το κριτήριο της ανεξαρτησίας αναδείχθηκε σε κρισιμότερη προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό ενός οργάνου ως Δικαστηρίου, χωρίς, πλέον, το ΔΕΕ να αρκείται στην εθνική νομοθετική πρόβλεψη περί λειτουργικής ανεξαρτησίας του, αλλά να προχωρά σε έλεγχο της εν τοις πράγμασι λειτουργίας τους  εντός του συγκεκριμένου θεσμικού πλαισίου και των πραγματικών πιέσεων που ασκούνται σε αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, και αφού ήδη πλέον υπάρχει μία πλούσια νομολογιακή επεξεργασία της αρχής της ανεξαρτησίας, η τελευταία φαίνεται πως κατευθύνεται προς μία αυτονόμησή της στο πεδίο του ενωσιακού δικαίου[14]. Όπως λοιπόν το ΔΕΕ αποφαίνεται το ίδιο αυτόνομα ποιο εθνικό όργανο είναι δικαστήριο υπό την έννοια του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, έτσι πλέον αποφασίζει και ποιο όργανο είναι ανεξάρτητο χωρίς να δεσμεύεται από τις εθνικές προβλέψεις.

Ως προς το δεύτερο ζήτημα, δηλαδή την ανάγκη διασφάλισης ότι η στροφή της νομολογίας του και ουσιαστικά ο αποχαρακτηρισμός ενός οργάνου ως δικαστηρίου δεν θα οδηγήσει σε μείωση της αποτελεσματικής εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει, αφενός, ότι κάθε όργανο, ακόμη και διοικητικό, υποχρεούται να εφαρμόζει το ενωσιακό δίκαιο και, αφετέρου, ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η αποτελεσματική δικαστική προστασία, καθώς αυτή θα διασφαλισθεί μέσω της προβλεπόμενης δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Η ανάγκη του Δικαστηρίου να διατηρήσει αυτήν την ισορροπία παρίσταται έντονη για δύο λόγους. Πρώτον, διότι, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον, η τάση του Δικαστηρίου ήταν αδιαμφησβήτητα υπέρ της κατάφασης του παραδεκτού της υποβολής των προδικαστικών ερωτημάτων και της διασταλτικής ερμηνείας του πεδίου αρμοδιότητας του να αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων. Η τάση αυτή ακόμη εντονότερη μεταξύ των Γεν. Εισαγγελέων, υποκινείται ακριβώς από τους στόχους που καλείται να επιτύχει η προδικαστική παραπομπή στο πλαίσιο ενός ελλειπτικού δικονομικού συστήματος όπου οι εθνικοί δικαστές είναι οι βασικοί θεματοφύλακες του ενωσιακού δικαίου[15]. Δεύτερον, διότι η μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου στο πεδίο του καθορισμού της έννοιας του δικαστηρίου, στην οποία το Δικαστήριο έχει συνειδητά παραλείψει να δώσει έναν συγκεκριμένο ορισμό, έχει προκαλέσει την κριτική της θεωρίας για τη δημιουργία ανασφάλειας δικαίου στον νευραλγικό τομέα της δικαστικής προστασίας[16].

Κλείνοντας, αξίζει να σημειωθεί πως η υπό σχολιασμό απόφαση φαίνεται να επιβεβαιώνει την παρατήρηση που έχει διατυπωθεί στη θεωρία σχετικά με τη νεότερη τάση του Δικαστηρίου προς περιορισμό των εθνικών οργάνων που μπορούν να μετέχουν στον θεσμοθετημένο διάλογο των Δικαστών[17]. H τάση αυτή ωστόσο δεν οδηγεί σε απομείωση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων που απορρέουν από ενωσιακό δίκαιο, αλλά αντίθετα σε ενίσχυσή της. Και αυτό γιατί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου K. Lenaerts, μόνο τα ανεξάρτητα δικαιοδοτικά όργανα μπορούν να αποτελέσουν στιβαρούς κρίκους στην αλυσίδα του ενωσιακού δικαιοδοτικού συστήματος   και συνεπώς να εγγυηθούν την αποτελεσματική λειτουργία του[18].

Δήμητρα Γαμπά

ΜΔΕ, Σπουδάστρια Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, Υπότροφος ΙΚΥ

[1] Βλ. ΔΕΚ 17.9.1997, C-54/96, Dorsch Consult, ECLI:EU:C:1997:413, σκέψη 23, ΔΕΚ 31.5.2005, C-53/03, ΣΥΦΑΙΤ κ.λπ., ECLI:EU:C:2005:333, σκέψη 29, ΔΕΚ 14.06.2009, C-246/05, Häupl, ECLI:EU:C:2007:340, σκέψη 16, ΔΕΕ 22.12.2010, C-118/09, Koller, ECLI:EU:C:2010:805, ΔΕΕ 14.06.2011, C‑196/09, Miles κ.λπ., ECLI:EU:C:2011:388. Βλ. επίσης Β. Σκουρής, ά. 267 ΣΛΕΕ, σε Β. Σκουρής (επιμ.), Συνθήκη της Λισσαβώνας: Ερμηνεία κατ’ άρθρον, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020.

[2] Σχηματικά, οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένα όργανο να θεωρηθεί δικαστήριο για τις ανάγκες του άρθρου 267 ΣΛΕΕ είναι η ίδρυσή του με νόμο, η μονιμότητά του, ο δεσμευτικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας του, ο κατ’ αντιμωλία χαρακτήρας της ενώπιόν του διαδικασίας, η εκ μέρους του εφαρμογή κανόνων δικαίου και η ανεξαρτησία του. Βλ. περισσότερα σε Κ. Μπακόπουλος, Η προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020, σ. 61-69, Α. Πλιάκος, Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2018, σ. 342, Ε. Σαχπεκίδου, Ευρωπαϊκό δίκαιο, 2η έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2013, σ.  622-626.

[3] Κρίση για την οποία  βλ., τελείως ενδεικτικά, Α. von Bogdandy – Μ. Ioannidis, Systemic deficiency in the rule of law: What it is, what has been done, what can be done, CMLRev 2014. σ. 59-96, Π. Παυλόπουλος, Κρίση του Κράτους Δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε Α. Μεταξάς (επιμ.) Η κρίση του κράτους δικαίου στην ΕΕ, Ευρασία, 2018, σ. 21 επ., Χ. Ράμμος, Κρίση του κράτους δικαίου στην Ευρώπη. Μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση ή βαθύτερη και υπαρξιακή κρίση; σε Α. Μεταξάς (επιμ.) Η κρίση του κράτους δικαίου στην ΕΕ, Ευρασία, 2018, σ. 49 επ.

[4]Βλ. ιδίως ΔΕΕ 27.2.2018, C-64/16, Associação Sindical dos Juízes Portugueses, ECLI:EU:C:2018:117, ΔΕΕ 25.7.2018, και ΔΕΕ 24.6.2019, C-619/18 Επιτροπή κ. Πολωνίας, ECLI:EU:C:2019:53, 5.11.2019, C-192/18 Επιτροπή κ. Πολωνίας, ECLI:EU:C:2019:924, 19.11.2019,  C-585/18, C-624/18 και C-625/18 A.Κ. και λοιποί, ECLI:EU:C:2019:982,  Δ. Λέντζης/Δ. Γαμπά, Το ΔΕΕ ως προστάτης των κοινών ευρωπαϊκών αξιών: Η υπόθεση της ανεξαρτησίας του ανώτατου δικαστηρίου της Πολωνίας (παρατηρήσεις σε ΔΕΕ C-619/18, απόφ. της 24.6.2019, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Πολωνίας, ΘΠΔΔ 11/2019, σ. 1059 και τις εκεί παραπομπές.

[5] ΔΕΚ 21.03.2000, C-110/98, Gabalfrisa, ECLI:EU:C:2000:145.

[6] Για το κριτήριο τις αντιμωλίας βλ., μεταξύ άλλων, τις προτάσεις του Γεν. Εισαγγελέα Saggio, της 7.10.1999, στην ως άνω υπόθεση Gabalfrisa, ECLI:EU:C:1999:489, σημείο 14.

[7] Βλ. Ε. Πρεβεδούρου, άρθρο 2 ΣΕΕ, σε Β. Σκουρής (επιμ.),  Συνθήκη της Λισσαβώνας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020, L. D. Spieker, Breathing Life into the Union’s Common Values: On the Judicial Application of Article 2 TEU in the EU Value Crisis, German Law Journal, 2019, σ. 1182-1213

[8] Βλ. Μ. Βηλαράς, Δικαστική ανεξαρτησία και αρχές της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ΕυΔικ 2019, σ. 128-139, M. Schwarz, Let’s Talk About Trust, Baby! Theorizing Trust and Mutual Recognition in the EU’s Area of Freedom, Security and Justice, European Law Journal., 2018, σ. 124-141, T. Wischmeyer, Generating Trust Through Law? Judicial Cooperation in the European Union and the “Principle of Mutual Trust”, German Law Journal 2017, σ. 339-382, ΔΕΕ C-216/18 PPU, Minister for Justice and Equality, ECLI:EU:C:2018:586

[9] Βλ. L. Pech – S. Platon, Judicial independence under threat: The Court of Justice to the rescue in the ASJP case, CMLRev. 2018, σ. 1827, Μ. Ροδόπουλος, [Παρατηρήσεις στη ΔΕΕ 27.2.2018, C-64/16 Associação Sindical dos Juízes Portugueses], ΕΕΕυρΔ 2018, σ. 248, Α. Πλιάκος, Κράτος δικαίου και δικαστική προστασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ΕυΔικ 2019, σ. 245,  Ε. Πρεβεδούρου, H ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μέσα από τις πρόσφατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, https://www.prevedourou.gr, Aικ. Σκουρή, άρθρο 19 ΣΕΕ σε Β. Σκουρής (επιμ.),  Συνθήκη της Λισσαβώνας: Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020

[10] Παρόμοια προσέγγιση της ανεξαρτησίας τη δικαιοσύνης γίνεται και στην έννομη τάξη της ΕΣΔΑ. Βλ. Β. Μπουκουβάλα, Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μέσα από τις αποφάσεις του δικαστηρίου του Στρασβούργου, ΤοΣ 2019, σ. 339-360.

[11] Απαράδεκτο κηρύσσεται ένα προδικαστικό ερώτημα όταν υποβάλλεται μεν από δικαστήριο κράτους μέλους, αλλά δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να δώσει μια χρήσιμη απάντηση (βλ., μεταξύ άλλων, την ελληνικού ενδιαφέροντος ΔΕΕ 23.5.2019, C‑105/19, Τράπεζα Πειραιώς, EU:C:2019:452). Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ απόρριψης ως απαραδέκτου και απόρριψης λόγω αναρμοδιότητας δεν είναι άμοιρη συνεπειών, καθώς η έλλειψη αρμοδιότητας υποδηλώνει ότι το προδικαστικό θα είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέο ενώ η απόρριψη ως απαράδεκτο αφήνει περιθώριο για μελλοντική παραδεκτή υποβολή του ερωτήματος εάν υπάρξει η κατάλληλη αναπροσαρμογή, γεγονός όμως που είναι μάλλον αδύνατο στην περίπτωση που το αιτούν όργανό δεν θεωρείται δικαστήριο. Αναλυτικά για το ζήτημα βλ. N. Wahl, The gatekeepers of Article 267 TFEU: On jurisdiction and admissibility of references for preliminary rulings, CMLRev 2018, σ. 511-547.

[12] Ο προβληματισμός αυτός απασχόλησε ιδιαίτερα και τη θεωρία μετά την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Achmea (ΔΕΕ 6.3.2018, C-284/16, Achmea, ECLI:EU:C:2018:158), καθώς τέθηκε το ερώτημα γιατί το ΔΕΕ να μην εγκολπώσει τα όργανα αυτά ώστε, μέσω του διαλόγου, να έχει λόγο στις αποφάσεις τους, εντελώς ενδεικτικά Μ. Περάκης, Η λάμψη ενός «λευκού νάνου» της νομολογίας: Ανάλυση της
απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της υπόθεσης Achmea
(C-284/16) υπό την οπτική του ενωσιακού δικαίου, ΔιΔ 2018, σ. 176-192

[13] Βλ., μεταξύ άλλων, ΔΕΚ 30.3.1993, C‑24/92, Corbiau, ECLI:EU:C:1993:118, σκέψη 15, ΔΕΚ 19.9.2006, C‑506/04, Wilson, ECLI:EU:C:2006:587, σκέψη 49, ΔΕΕ 22.12.2010, C‑517/09, RTL Belgium, ECLI:EU:C:2010:821, σκέψη 38, ΔΕΚ 9.10.2014, C‑222/13, TDC, ECLI:EU:C:2014:2265, σκέψη 29, καθώς και την ελληνικού ενδιαφέροντος ΔΕΕ 19.12.2012, C-363/11, Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, ECLI:EU:C:2012:825.

[14] Γενικά για τις αυτόνομες έννοιες στο ενωσιακό δίκαιο βλ. τις «κλασικές» ΔΕΚ 19.3.1964, 75/63, Unger, 327/82, ECLI:EU:C:1964:19, και ΔΕΚ 30.1.1997, C-340/94 de Jaeck, ECLI:EU:C:1997:43. Βλ. επίσης L. Azoulai, The Europeanisation of legal concepts, σε U. Neergaard – R. Nielsen (eds.), European legal method in a multi-level EU legal order, Djørf Publishing, Copenhagen, 2012, σ. 165-182.

[15] Βλ. T. Tridimas, Knocking on heaven’s door: Fragmentation, efficiency and defiance in the preliminary reference procedure, CMLRev 2003, σ. 15, V. Skouris, L’urgence dans la procédure applicable aux renvois préjudiciels, σε  Liber Amicorum Bo Vesterdorf, Bruylant, Bruxelles, 2007, σ. 62.

[16] Βλ. J. Rodriguez Medal, Concept of a court or tribunal under the reference for a preliminary ruling: Who can refer questions to the Court of Justice of the EU?, EJLS 2015, σ. 159.

[17] Ibid.

[18] K. Lenaerts, On Judicial Independence and the Quest for National, Supranational and Transnational Justice, σε:G. Selvik , MJ. Clifton, T. Haas, L. Lourenço , K. Schwiesow  (επιμ.) The Art of Judicial Reasoning. Springer, Cham, 2019, σ. 155-174

 

 

Το Άρθρο 15 της ΕΣΔΑ στη Σκιά του COVID-19: Κορωνοϊός και Παρέκκλιση σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης – Μια Πρώτη Προσέγγιση

Αριστείδης Τσάτσος, Dr.iur., LL.M., M.Sc., Δικηγόρος

Για την αντιμετώπιση της πανδημίας, ικανός αριθμός κρατών – μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης προέβη σε επίκληση του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ. Η παρούσα συμβολή επιχειρεί μια πρώτη προσέγγιση της διάταξης αυτής υπό την οπτική των μέτρων περιορισμού των κοινωνικών επαφών στα πλαίσια της μάχης κατά του κορωνοϊού εντός του συστήματος της ΕΣΔΑ. Ερωτάται: Ποια η λειτουργία του άρθρου 15 και πως διαφοροποιείται σε σχέση με τους περιορισμούς δικαιωμάτων; Πρόκειται για μέτρα προς αντιμετώπιση ενός «δημοσίου κινδύνου» που απειλεί τη ζωή ενός έθνους και ποια ζητήματα «αναλογικότητας» ανακύπτουν; Υφίστανται κίνδυνοι κατάχρησης των περιοριστικών μέτρων και αμφισβήτησής της αρχής του Κράτους Δικαίου και πως αναμένεται να αξιολογηθούν πιθανές εναλλακτικές ως προς την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης από το ΕΔΔΑ; Ποιες οι αδυναμίες του «margin of appreciation» και κατά πόσο τηρήθηκαν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15 της ΕΣΔΑ; Ποια η θέση του ατόμου μετά την παρούσα υγειονομική κρίση, ως αυτή διαδέχθηκε την οικονομική κρίση και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας;

 

 

 

 

 

 

Is Gagging NHS Workers Lawful? Coronavirus and Freedom of Speech

by George Letsas and Virginia Mantouvalou

This unprecedented restriction on the freedom of speech of healthcare workers takes place against the background of considerable secrecy surrounding the UK Government’s response to the pandemic.  There has so far been limited information on the situation in hospitals, on the scientific evidence upon which the Government acted during the early days of the crisis, and on the health of the Prime Minister after he was hospitalised. During the early stages of the outbreak, the government even announced that it would stop reporting daily on confirmed cases and deaths, a decision it reversed soon afterwards, following heavy criticism. What is more, there has been no public admission that the government might be filtering information about the pandemic and hence no official justification for why restrictions on freedom of speech are currently necessary.

According to official data, the loss of life because of the pandemic is already over 10,000 deaths in hospitals alone. As the government does not follow the most comprehensive way of counting deaths, there is credible evidence that the toll is much higher. The UK is on a path to becoming the worst affected country in Europe. On the view of many experts this was preventable. Anyone who has been following the news in the last few weeks would be aware of warnings (including by public health experts, like Anthony Costello, Richard Horton and Devi Sridhar) that the UK was going to face suffering and loss of life on a scale similar to or even greater than Italy.

There are valid concerns that the way the UK government has so far handled the situation has been inadequate. If anything, now is the time for greater transparency, publicity and accountability. If the scientific evidence on which the government is acting is unreliable, or if the government is proving incompetent in implementing the measures indicated by the scientific experts, then public scrutiny will help to expose any shortcomings and improve the government’s fight against the pandemic. With Parliament being closed, the need for public scrutiny is even more pressing. Transparency can save lives too.

Equally important is the legitimacy of the measures: the public and NHS workers cannot be expected to rally behind the government’s response, if there is no transparency about the rationale and the effectiveness of the measures. Early on, the idea of ‘herd immunity’ was mentioned, i.e. allowing the virus to infect 60% of the population. This idea was later dropped without any explanation. Suppose, for the sake of the argument, that behind the idea of herd immunity was not a scientific approach, but a sinister ideological plan to allow the pandemic to wreck the NHS with a view to privatise it subsequently. If that were the case, would we still expect NHS workers to risk their lives implementing such a devious plan? The legitimacy of the government’s measures crucially depends on transparency and availability of information.

There is, finally, another reason to be especially concerned with freedom of speech during a pandemic. It is a known fact that events perceived to be threatening the life of a nation, such as wars or pandemics, have a substantial degree of a so-called ‘chilling effect’ on free speech: people typically rally behind their leaders and feel reluctant to voice their criticisms, adopting a stance of self-censorship. Even in the absence of any legal restrictions on free speech, a pandemic is likely to result in suppression of information and decreased levels of accountability. Those in power may take advantage of this chilling effect in order to avoid scrutiny, or to advance party-political, rather than national, interests. As a matter of principle, restrictions on freedom of speech during a pandemic should be seen with considerable skepticism.

In the light of the above considerations, can the restriction on the right of NHS staff to speak out be justified as lawful?

NHS Workers’ Freedom of Expression During the Pandemic

Governments’ response to the pandemic across Europe, and the rest of the world, has been accompanied by unprecedented restrictions on people’s lives: things like how often we leave our home, where we go, and for what reason. To a significant degree, these restrictions are justified in a context of a public health emergency. Yet they cannot go unchecked. The Council of Europe released Guidance to Governments of its 47 Member States on how to respond to the pandemic, while also respecting human rights.

The right to free speech is protected in article 10 of the ECHR which says: ‘Everyone has the right to freedom of expression. This right shall include freedom to hold opinions and to receive and impart information and ideas without interference by public authority and regardless of frontiers’. Free speech is fundamental in a democratic society, and the right to receive and impart information are central in this context. As early as 1976, the European Court of Human Rights in Strasbourg said in Handyside v UK that its ‘supervisory functions oblige it to pay the utmost attention to the principles characterising a “democratic society”. Freedom of expression constitutes one of the essential foundations of such a society, one of the basic conditions for its progress and for the development of every man’. A decade later, in Lingens v Austria, the Court said that the press has a right ‘to impart information and ideas on political issues just as on those in other areas of public interest. Not only does the press have the task of imparting such information and ideas: the public also has a right to receive them.’ The ECtHR itself recognises the value of political speech for pluralism and democratic accountability.

NHS workers, like other workers, have a right to free speech. Restrictions on their rights through intimidation, monitoring of their social media, and disciplinary action may violate the ECHR/HRA directly, as the NHS is a public sector institution (section 6 of the HRA). In present day circumstances, their right has to be protected strongly both when they speak to mainstream media and when using social media because it can both help disseminate important public health information that can save lives, and can also play an accountability function when the press and the public assess the Government’s response to the pandemic.

The right to free speech may be limited according to the second paragraph of article 10 if there is a legitimate aim, such as the protection of public safety and public health, and only insofar as it is proportionate to the aim pursued. To be sure, when applying the test of proportionality in assessing violations of the Convention, the European Court of Human Rights has accepted that the special nature of some professions, such as that of a lawyer or a doctor, must be taken into account in considering whether a restriction on free speech responded to a pressing need. But any restriction has to be in pursuit of a legitimate aim, as they are listed in article 10 ECHR, and be proportionate to it.

While certain restrictions on the right to free speech may legitimately be grounded on a duty of loyalty of the worker towards the employer, there are certain restrictions that are just illegitimate. This is best exemplified by the strong protection of whistleblowers, in the UK Public Interest Disclosure Act 1998, the case law of the ECtHR and the Council of Europe Recommendation CM/Rec2014(7). Whistleblowers are people who reveal information on a harm to the public interest in the context of their work-based relation in the public or private sector. The information that whistleblowers share has to reveal a threat or harm to the public interest. The strong protection of whistleblowing is justified because of its role of transparency and democratic accountability.

This strong protection is reflected in the statutory provisions on whistleblowing in the UK. According to the Employment Rights Act 1996 (‘ERA’), any complaint about, for instance, health and safety risks will be a protected disclosure under section 43B(1)(b). It will also be a breach of 43(B)(1) (a) and (b) too, if alleging e.g. breach of PPE Regulations or a duty in sections 2 and 3 of the Health and Safety at Work Act. A worker then has a right not to be subjected to a detriment. There is no proportionality test to be applied. In addition, a worker has the right to urgent interim relief if they are dismissed for such a reason, in effect keeping them in their job (sections 103A and 128 of the ERA). Damages are unlimited, either for the detriment or unfair dismissal.

In the recent Guidance of the Council of Europe, it was explicitly said that ‘the pandemic should not be used to silence whistleblowers’, so this would not be a legitimate aim of NHS trusts that threaten their staff.

But what about NHS workers who simply share stories of the situation as they experience it, without seeking to make a concrete public interest disclosure? The Guidance accepts that free speech during the pandemic may be limited. However, even during a pandemic, restrictions must be proportionate to a legitimate aim, such as public health or safety.

With respect to press freedom, for instance, the Guidance gives this example: ‘exceptional circumstances may compel responsible journalists to refrain from disclosing government-held information intended for restricted use –such as, for example, information on future measures to implement a stricter isolation policy’. Here, a restriction on press freedom is justified because, and in so far as, it leads directly to the saving of lives. If journalists disclosed such information, it could be counter-productive, as some people might try to make the most of the last few days or hours before the adoption of the stricter policy by going out and socialising, which would in turn lead to more infections and deaths.

 

Is there a Legitimate Aim? Public Health, Scaremongering and Public Order

 By contrast to certain restrictions on the press as described above, there is no necessary link to harm in allowing NHS staff to share their day-to-day experiences on social media. In fact, there is a lot to be gained: any shortcomings in the government’s approach (such as shortage of PPE) will come to light, putting it under pressure to correct them. It may also mobilise civil society to help the NHS effort. Finally and crucially, it will contribute towards holding the authorities into account if they fail to take the necessary measures. Pluralism is crucial not just for a democratic society, but also for a healthy society. As Li Wenliang, the Chinese doctor who died in February, aged 33 years, fighting coronavirus in China said: ‘I think a healthy society should not have just one voice’.

As there has been no official justification given for why restricting the free speech of some NHS staff is necessary, we can only hypothesise about what might be a suitable rationale.  In the Guardian article it is suggested that the aim is to ‘stop scaremongering when communications departments are overloaded with work at a busy time’. While discouraging scaremongering is legitimate, there is little reason to think that NHS staff will exaggerate the scale of the situation in hospitals, not least because we know hospitals around the world are being tested to their limits. The government’s official line until recently was that washing our hands would be sufficient in addressing coronavirus, while it is also fine to shake hands with coronavirus patients, as the Prime Minister said here. Perhaps because of statements like this, the issue most countries face, including the UK, as we approach the peak of the pandemic, goes in the opposite direction: several people do not take the threat of the virus seriously enough, flouting the lockdown measures. Disseminating information about how dire the situation is in hospitals will pressurise more people to stay home and save lives.

Another possible rationale is the protection of patients’ privacy. This is obviously legitimate, but NHS staff are well aware that they should not reveal patients’ identities. Sharing their accounts about their overall experience in the pandemic, though, is different to revealing individual patients’ information. It helps the public understand the nature of the public health emergency better, develop a considered view on the Government response, and demand answers to questions about the measures taken. Workers’ accounts of their experience provides critical information to the public who need to understand the problem and the Government response to it.

But perhaps the rationale behind restricting the speech of some NHS workers is different altogether. Perhaps there is a legitimate aim in the limitation of the right, consisting in the fear that if NHS workers start sharing their horrific experiences on mainstream or social media, this will undermine the public’s morale and trust in the NHS, and may even lead to social unrest. This rationale is very old, going back to the heavy restrictions on reporting during wartime (it was due to such wartime restrictions, for instance, that the 1918 pandemic came to be known as the Spanish influenza, because Spain was neutral and free to report on the pandemic).

We are not really at war, however, and the analogy with war is problematic at many different levels. It suggests that criticisms of the Government’s approach are unpatriotic, because we all have to be united against an external threat. But the coronavirus is not a foreign enemy who will take advantage of any publicly available information about the shortcomings of the UK Government (see also this). On the contrary, more publicly available information leads to increased scrutiny which, in turn, strengthens – rather than weakens – our ability to fight the epidemic. As to the argument that sharing information about the situation in hospitals will undermine the public’s morale, it is deeply paternalistic. It assumes that the nation is not mature enough to understand that even the most advanced and prepared healthcare systems will be stretched by this horrible pandemic and that even the most professional and committed health workers will be challenged, physically and mentally, to treat all the patients who will need ventilation. There is nothing unpatriotic about letting healthcare workers share their experiences, horrific as they might be, with the public, whose health they are desperately trying to protect. If anything, it seems unpatriotic to deny them the right to tell us what they are going through. Surely patriotism means  – above all else – that we are all in this together.

It is always legitimate, of course, to worry about the danger of civil unrest. If the government is perceived – in the eyes of the public – to be wholly incompetent to deal with the pandemic, we could conceivably be led to instances of civil unrest, violence or riots. But legal principles here are clear: there must be evidence of a clear and present danger before any drastic measures are taken to limit free speech and no such evidence exists at the moment. And recall that the ban on some NHS staff speaking out appears to be indiscriminate: it does not only apply to images or reporting that may shock or outrage the public. It applies to any comment NHS staff might want to make about their experiences in hospital. According to well-established human rights case law, indiscriminate and blanket restrictions on human rights are likely to be disproportionate even when the aim is legitimate.

A crucial consideration, on the other hand, is for all NHS workers to be open about the challenges that they are facing. Powerful testimonies such as this help citizens understand the seriousness of the situation and act accordingly by following social distancing advice. Such testimonies also emphasise the immeasurable contribution of NHS workers, which has often been undervalued. In addition, sharing their stories and receiving public support may help NHS staff themselves, many of whom are faced with a risk of post-traumatic stress disorder.

Even assuming that there is a legitimate aim, then, we are not convinced that gagging some NHS workers is proportionate to the aim pursued. Just a final point about a possible derogation, before concluding. Article 15 of the ECHR provides that states may derogate from some human rights obligations, including free speech, in times of emergencies that threaten the life of a nation. Certain countries have derogated from articles 8 (right to private life) and 11 (freedom of assembly and association) but the UK is not one of those, as it has not notified the Council of Europe that it is derogating from the Convention under article 15. In any case and contrary to Government rhetoric on an imaginary war (see also here), this is not a war, as we said earlier, where secrecy and restrictions on free speech might be justified. Today the threat to the life of the nation is such that more rather than less information is needed so that countries across the world adopt the best-informed response to the challenge. If a derogation were made, the ECtHR would examine whether the UK went beyond the ‘extent strictly required by the exigencies’ of the situation, the nature of the rights in question, and the proportionality of the restrictions. In our view, a derogation from the right to free speech for NHS staff would not survive human rights scrutiny.

Bans on some NHS staff members’ freedom of speech cannot be justified: they do not fit the image of a democracy that values freedom and do more harm than good to the public interest. Pluralism is crucial both for a democratic and a healthy society. It was earlier said that the restrictions on NHS workers’ free speech cannot have as an aim the suppression of whistle-blowing. As explained earlier, whistleblowers are strongly protected in domestic law. Yet the chilling effect of the reported intimidations and threats of disciplinary action on all aspects of NHS workers’ speech, including expressions of concern about the way the situation has been managed, has to be recognised. This intimidation raises questions about how open the Government is to accountability and how much it values people’s lives.

 

George Letsas is Professor of the Philosophy of Law at UCL, Faculty of Laws.
Virginia Mantouvalou is Professor of Human Rights and Labour Law at UCL, Faculty of Laws. She is co-editor of Philosophical Foundations of Labour Law with Hugh Collins and Gillian Lester.

Aναδημοσίευση από: