Author Archives: Dimitris Tsiampouris

Η ανεξαρτησία του ΑΣΕΠ και οι παρεμβάσεις της πολιτικής ηγεσίας

Δρ. Απόστολος Ι. Παπατόλιας, Εμπειρογνώμων Δημόσιας Διοίκησης, πρ. Νομάρχης και Σύμβουλος ΑΣΕΠ

Πρόσφατα ασχοληθήκαμε με το ζήτημα εάν μια ανοικτή διαδικασία επιλογής για την ηγεσία τριών Ανεξαρτήτων Αρχών διασφαλίζει εμπράκτως την ανεξάρτητη δράση τους. Οι προϋποθέσεις της ανεξαρτησίας των Αρχών δεν εξαντλούνται, όμως, στον τρόπο επιλογής των Μελών τους, αλλά συνδέονται τόσο με την κανονιστική οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων τους όσο και με τον τρόπο που τις αντιμετωπίζουν οι κυβερνώντες. Η πρακτική, μάλιστα, της εκάστοτε κυβέρνησης, είτε αυτή αφορά τη νομοθέτηση εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας είτε την εν γένει διοικητική μέριμνα και υποστήριξη του έργου τους, αποβαίνει συχνά ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ουσιαστική υποβοήθηση ή την παρεμπόδιση της αποστολής των Αρχών. Η περίπτωση του ΑΣΕΠ, της πιο καταξιωμένης ίσως Αρχής στη συνείδηση των πολιτών, προσφέρεται, λόγω του ευαίσθητου αντικειμένου του (προσλήψεις), για μια πιο συστηματική μελέτη της διαχρονικής τάσης των κυβερνητικών ηγεσιών να παρεμβαίνουν στο έργο των Αρχών. Παρεμβάσεις που εκδηλώνονται παντοειδώς: με απόπειρα ελέγχου της εσωτερικής λειτουργίας του, πρωτοβουλίες υποκατάστασης του ρόλου του, ενέργειες παραμερισμού ή περιθωριοποίησής του. Εξίσου ευφάνταστος και ποικιλόμορφος είναι ο τρόπος άσκησης του επηρεασμού: άλλοτε ευθύς και απροκάλυπτος, άλλοτε έμμεσος και υποδόριος.

 

ΤΟ ΑΣΕΠ ΑΠΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ

Παράδειγμα ευθείας παρέμβασης αντλείται από τον δεύτερο πανελλήνιο γραπτό διαγωνισμό του ΑΣΕΠ, ο οποίος παρά τις σημαντικές ουσιαστικές αδυναμίες του, υπήρξε απολύτως επιτυχημένος από οργανωτική-διαδικαστική άποψη. Από την πρώτη στιγμή, ωστόσο, ήταν παραπάνω από εμφανής η διάθεση του Υπουργείου Εσωτερικών να καρπωθεί το γεγονός, ως εάν επρόκειτο για επιτυχία του Υπουργείου και όχι για οργανωτικό επίτευγμα του ίδιου του ΑΣΕΠ.

Η τάση ευθείας υποκατάστασης της Αρχής κορυφώθηκε μάλιστα προσφάτως με δημόσιες ανακοινώσεις της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΣ για τη «νέα ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα αιτήσεων», που «στοχεύει να ενοποιήσει όλες τις διαδικασίες αιτήσεων, επιλογών και αποτελεσμάτων, δίνοντας τέλος στις πολύχρονες καθυστερήσεις που χαρακτήριζαν το παρελθόν». Διαχέεται έτσι η εντύπωση για ένα ΑΣΕΠ αμέτοχο των πολιτικών για τον εκσυγχρονισμό του και παθητικό αποδέκτη των μέτρων του Υπουργείου σχετικά με την επιτάχυνση των προσλήψεων, την επίσπευση της ανάληψης καθηκόντων από τους νεοπροσληφθέντες ή την ανανέωση των πληροφοριακών συστημάτων που θα επιτρέπουν την «άμεση ψηφιακή υποβολή αιτήσεων, αυτόματη επεξεργασία δικαιολογητικών και ηλεκτρονική ανάρτηση αποτελεσμάτων, μειώνοντας σημαντικά τον χρόνο διορισμού». Η ηγεσία του Υπουργείου οικειοποιείται με χαρακτηριστική άνεση τα επιχειρησιακά ζητήματα της πολιτικής για τις προσλήψεις, ενώ το ΑΣΕΠ παραμένει απλός θεατής σε θέματα του πυρήνα της αρμοδιότητάς του.

 

ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ – ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΕΠ

Οι απόπειρες ελέγχου της εσωτερικής λειτουργίας του ΑΣΕΠ εκδηλώνονται κυρίως με έμμεσο τρόπο και συνδέονται συχνά με την επιλεκτική αξιοποίηση των Μελών του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι πρώτον, η διαμόρφωση της σύνθεσης των οργάνων που επιλέγουν τους προϊστάμενους και τους διοικητές του Δημοσίου βάσει «κατευθύνσεων» των υπουργικών γραφείων και δεύτερον, η ανάθεση κρίσιμων εισηγητικών ή οργανωτικών ρόλων σε «έμπιστα πρόσωπα» των Υπουργών, που δρουν εν είδει «δούρειου ίππου» της πολιτικής ηγεσίας.

Εξίσου δηλωτική της διάθεσης παραμερισμού και περιθωριοποίησης της Αρχής είναι και η νομοθέτηση πληθώρας διαδικασιών επιλογής στις οποίες το ΑΣΕΠ καλείται να συμμετάσχει μόλις με ένα μέλος του, ως παράγων νομιμοποίησης της όλης διαδικασίας ή «φύλλον συκής» προαποφασισμένων επιλογών. Αποκαλυπτικές είναι α) οι διαδικασίες επιλογής των διοικήσεων των φορέων του Δημοσίου, όπου το μέλος του ΑΣΕΠ προεδρεύει μεταξύ 3 Γενικών Γραμματέων των Υπουργείων, β) η συμμετοχή Μέλους του ΑΣΕΠ στην επιλογή προσωπικού στη ΣΤΑΣΥ (άρθρο 21 ν.5131/2024) που περιορίζεται στην εξέταση τυχόν ενστάσεων, καθώς και γ) η  εξωφρενική ρύθμιση (άρθρο 34 ν.5220/2025) για τις προσλήψεις στην «Σιδηρόδρομοι Ελλάδος Μ.Α.Ε.» (τον «νέο» ΟΣΕ μετά τα Τέμπη), κατά την οποία το ένα και μοναδικό Μέλος του ΑΣΕΠ συμμετέχει σε «Ειδικές Επιτροπές Επαγγελματικής Καταλληλότητας» στις οποίεςπροεδρεύουν υπάλληλοι της Εταιρείας.

Ο χώρος δεν επαρκεί για την εξαντλητική απαρίθμηση των περιστατικών υποβάθμισης του ΑΣΕΠ. Στα θέματα αυτά έχει αναφερθεί διεξοδικά η προ 3ετίας Έκθεση στελεχών της Αρχής, που συζητήθηκε μεν στη Βουλή αλλά αγνοήθηκε επιδεικτικά στη συνέχεια. Θα κλείσουμε με μία «ανθρωπολογική» επισήμανση για τη «βολική στάση» των πολιτικών ηγεσιών έναντι του ΑΣΕΠ: ενώ δεν διστάζουν να προτάξουν τον θεσμικό του ρόλο «στα δύσκολα», αναλογιζόμενες το πολιτικό κόστος της σύνδεσης με τυχόν καθυστερήσεις και εμπλοκές, με μεγάλη προθυμία το υποκαθιστούν «στα εύκολα», προκειμένου να καρπωθούν τις επιτυχίες του. Με την ίδια άνεση που του ρίχνουν τον «μουτζούρη» για να αποφύγουν την κριτική για δικές τους αδυναμίες ή παραλείψεις, ιδιοποιούνται το έργο του για να εξασφαλίσουν πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη.

Η αλλαγή νοοτροπίας της πολιτικής τάξης έναντι της ΑΣΕΠ κρίνεται, συνεπώς, επιβεβλημένη. Μέχρι, όμως, να συμβεί αυτό, η συλλογική ηγεσία της Αρχής οφείλει να «φυλάττει Θερμοπύλες». Να προασπίζει χωρίς ενδοιασμούς «τη λέξη και το γράμμα» της ανεξαρτησίας της.

 

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ 29.10.2025

 

Οι λέξεις και το Σύνταγμα – Σκέψεις για την ερμηνεία του Συντάγματος με αφορμή την Ολομ ΣτΕ 1918/2025

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μια τάση υποβάθμισης της γραμματικής ερμηνείας, στο όνομα κυρίως μιας «δυναμικής» προσέγγισης του συνταγματικού κειμένου. Πολλές μάλιστα φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι η γραμματική ερμηνεία αντιμετωπίζεται ως τυπολατρία ή σχολαστικισμός.

Η γραμματική ερμηνεία δεν αποτελεί βέβαια τη μόνη ερμηνευτική προσέγγιση ενός κανόνα δικαίου. Ωστόσο, η γραμματική διατύπωση της κάθε διάταξης αποτελεί το βασικό όριο κάθε ερμηνείας και, συνακόλουθα, της δικαιοπλαστικής λειτουργίας του δικαστή. Με άλλα λόγια, η γραμματική διατύπωση αποτελεί το «α» και το «ω», την αφετηρία και κατάληξη κάθε ερμηνείας, έστω και εάν ενδιάμεσα το νόημα της διάταξης ασφαλώς εμπλουτίζεται και με άλλες ερμηνευτικές μεθόδους. Ο ερμηνευτής αρχίζει από τη γραμματική διατύπωση, η οποία προκαλεί και οριοθετεί τις πρώτες σκέψεις ως προς το νόημα ενός κανόνα δικαίου. Στη συνέχεια, ο ερμηνευτής προβληματίζεται και με βάση τις άλλες ερμηνευτικές μεθόδους (ιστορική, συστηματική, τελολογική) και πιθανολογεί τις συνέπειες της ερμηνευτικής εκδοχής που επιλέγει. Πάντοτε όμως στο τέλος της ερμηνευτικής διαδικασίας θα πρέπει να επιβεβαιώνει ότι η επιλογή του είναι συμβατή με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης. Οι όροι που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθετικό κείμενο, πολύ περισσότερο στο συνταγματικό κείμενο, δεν είναι απλά ζήτημα «γλωσσικού στυλ» και δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν ως το αποτέλεσμα τυχαίων γλωσσικών επιλογών του νομοθέτη.

Ορθώς, επομένως, έχει τονισθεί η σημασία της γραμματικής διατύπωσης του κανόνα δικαίου, υπό την έννοια ότι χαράσσει τα απώτατα, τα άκρα επιτρεπτά όρια ερμηνείας και αποκλείει ερμηνευτικές εκδοχές που αντιφάσκουν με το γράμμα της διάταξης. Ορθώς ομοίως έχει τονισθεί στην αλλοδαπή νομική θεωρία ότι ο ερμηνευτής μιας διάταξης δεν μπορεί να καταλήξει σε αποτέλεσμα που δεν βρίσκει έρεισμα στη γραμματική της διατύπωση. Δεν επιτρέπεται δηλαδή στον ερμηνευτή του δικαίου να καταλήγει σε αυτό που η Mary Ann Glendon ονομάζει «atextual outcomes»[1]. Ακόμη και ο David Strauss, ένας από τους κυριότερους θεωρητικούς του ζωντανού Συντάγματος, δέχεται ότι η γραμματική διατύπωση του Συντάγματος είναι σε πολλές περιπτώσεις «απολύτως καθοριστική» («absolutely crucial»)[2]. Αλλά και σε έννομες τάξεις όπου η νομολογία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο και αποτελεί αναμφισβήτητα δικαιοπαραγωγική λειτουργία, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν αμφισβητείται ότι ο δικαστής οφείλει να σέβεται το γράμμα του νόμου[3].

Ο σεβασμός της γραμματικής  διατύπωσης της συνταγματικής ή νομοθετικής διάταξης συνεπάγεται προβλεψιμότητα, ασφάλεια δικαίου και άρνηση της αυθαιρεσίας εκ μέρους της κρατικής εξουσίας. Διαφορετικά, χάνεται κάθε σημείο αναφοράς και κάθε κανονιστικότητα του νόμου, παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και η ερμηνεία του μεταπίπτει σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του νομοθέτη από τον δικαστή. Παραβιάζεται επίσης η δημοκρατική αρχή, θεμέλιο της οποίας είναι και η παραγωγή των κανόνων δικαίου από τη λαϊκή αντιπροσωπεία. Ο νόμος μετατρέπεται σε ένα «ευχολόγιο» και η τήρησή του εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εφαρμοστή του δικαίου. Εάν οι μεταβληθείσες πραγματικές ή νομικές συνθήκες συνηγορούν υπέρ μιας εκδοχής που έρχεται σε αντίθεση με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, η μόνη επιτρεπτή διέξοδος για την προσαρμογή του νόμου είναι η αλλαγή του, στην περίπτωση δε του Συντάγματος η αναθεώρησή του. Ενδεχομένως ο  σεβασμός στο γράμμα του νόμου να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία και κριτική διάθεση επειδή ταυτίζεται με μια γενικότερη συντηρητική προσέγγιση του δικαίου και της πολιτικής. Και αυτό με τη σειρά του μπορεί να οφείλεται στο ότι ο πιο γνωστός υπέρμαχος της σημασίας της γραμματικής διατύπωσης ήταν ο συντηρητικός δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, Antonin Scalia[4]. Για μια όμως ακόμη αφορά οι γενικεύσεις αυτές αποδεικνύονται υπεραπλουστευτικές και εσφαλμένες, αφού υπάρχουν και πολύ αξιόλογες μελέτες που αναδεικνύουν τη σημασία του κειμένου από μια προοδευτική-φιλελεύθερη σκοπιά, όπως λ.χ. από την άποψη των κοινωνικών κινημάτων και της ισότητας των φύλων[5]. Εάν δεν έχεις μια κοινή αφετηρία συζήτησης -και αυτήν την προσφέρει κατεξοχήν το κείμενο του νόμου- και εάν ο καθένας μπορεί να υποστηρίξει το οτιδήποτε χωρίς πλαίσιο, δεν μπορεί να «εξελίξεις» το δίκαιο ούτε προς την κατεύθυνση της εμπέδωσης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων για όλους. Και όλα αυτά πέρα βέβαια από το γεγονός ότι το γράμμα του νόμου (και ιδίως του Συντάγματος) μπορεί να σταθεί εμπόδιο σε ακραίες και αναχρονιστικές κοινωνικές αντιλήψεις που όχι σπάνια αποκτούν πλειοψηφικά χαρακτηριστικά, ιδίως στην εποχή της ανόδου του λαϊκισμού.

Συμπερασματικά, η γραμματική διατύπωση μιας διάταξης αποτελεί το απόλυτο όριο κάθε ερμηνείας, το οποίο ισχύει ακόμη και όταν το Σύνταγμα ή ο νόμος χρησιμοποιούν αόριστες αξιολογικές ή νομικές έννοιες[6]. Γιατί όσο γενικόλογα διατυπωμένη και εάν είναι μια νομοθετική διάταξη, πάντοτε η γραμματική της διατύπωση χαράσσει ένα πλαίσιο επιτρεπτών ερμηνευτικών εκδοχών που δεν μπορεί να υπερβεί ο ερμηνευτής. «Υπάρχει, αναμφισβήτητα, μια πραγματική κλίμακα νοηματικής απόστασης, πέρα από ένα σημείο της οποίας δεν υπάρχει πια δεσμός συνάφειας, αλλά aliud»[7]. Η παραδοχή αυτή ισχύει ακόμα και για το Σύνταγμα, οι κανόνες του οποίου είναι συχνά γενικόλογα διατυπωμένοι (βλ., λ.χ., τους όρους «Έθνος» (άρθρο 1 παρ. 3 Συντ), «αξία του ανθρώπου» (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ), «ισότητα» (άρθρο 4 Συντ), «χρηστά ήθη» (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ), «δημόσια αιδώς» (14 παρ. 3 Συντ), «τέχνη» και «επιστήμη» (16 παρ. 1 Συντ), «καταχρηστική άσκηση δικαιώματος» (άρθρο 25 παρ. 3 Συντ) και «έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης» (άρθρο 44 παρ. 1 Συντ). Υφίσταται, δηλαδή, ένας σημασιολογικός πυρήνας των συνταγματικών εννοιών, ο οποίος θα πρέπει να γίνεται σεβαστός σε κάθε περίπτωση. Έτσι, λ.χ., «αυτόφωρο» έγκλημα κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 Συντ είναι αυτό που έγινε πρόσφατα και όχι αυτό που έγινε πριν από ένα έτος, ενώ με τη λέξη «θρησκεία» στο άρθρο 13 Συντ εννοούμε τη λατρεία μιας ανώτερης υπερφυσικής δύναμης και όχι ό,τι θαυμάζουμε και αγαπάμε πολύ[8].

Στην Ελλάδα πάντως ο νομοθέτης, τα δικαστήρια και τμήμα της νομικής θεωρίας δεν φαίνεται να δέχονται τη γραμματική διατύπωση ως απώτατο όριο κάθε ερμηνευτικής προσέγγισης, ιδίως στον χώρο του συνταγματικού δικαίου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ερμηνείας του άρθρου 117 παρ. 3 Συντ, σύμφωνα με το οποίο «Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό». Η πλειοψηφία της Ολομ ΣτΕ 2499/2012 προέβη σε μια contra constitutionem ιστορική ερμηνεία με βάση τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Συντάγματος του 1975 και δέχθηκε ότι η διάταξη αυτή, παρά την απόλυτη διατύπωσή της, θεσπίσθηκε για την αποτροπή οικοπεδοποίησης των δασών και των δασικών εκτάσεων και δεν απαγορεύει τη διάθεση των αναδασωτέων εκτάσεων για σημαντικούς σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, όπως είναι η εγκατάσταση πάρκων αιολικής ενέργειας[9]. Χαρακτηριστική είναι περαιτέρω η συνταγματική απαγόρευση της χρήσης παράνομων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 3 Συντ: «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α». Το πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής αυτής διάταξης έχει υποστεί αλλεπάλληλους και εκτεταμένους περιορισμούς, με αποτέλεσμα να επιτρέπεται, έστω και με προϋποθέσεις, η χρήση παράνομων αποδεικτικών μέσων όχι μόνο προς απόδειξη της αθωότητας του κατηγορουμένου αλλά και προς απόδειξη της ενοχής του[10]. Από το πεδίο του οργανωτικού συνταγματικού δικαίου ξεχωρίζει η προσέγγιση του άρθρου 86 παρ. 3 Συντ, η οποία υποστηρίζει ακόμα και την παράκαμψη του σταδίου της προκαταρκτικής εξέτασης από τη Βουλή για τη διερεύνηση της διάπραξης ποινικών αδικημάτων από υπουργούς, παρά το σαφές γράμμα της συνταγματικής διάταξης[11].

Το ζήτημα της γραμματικής ερμηνείας τέθηκε με ιδιαίτερη ένταση στο πλαίσιο της ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων με τις διατάξεις του ν. 5094/2024, δεδομένης της διατύπωσης των παρ.  5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος που ορίζουν ότι η «ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση» και ότι η «σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται». Η πλειοψηφία της Ολομ ΣτΕ 1918/2025 απάντησε ως ακολούθως στον λόγο ακύρωσης που προέβαλε ότι «ερμηνεία υπέρ της συνταγματικότητας του ν. 5094/2024 δεν θα ήταν νοητή, διότι θα προσέκρουε στο γράμμα της συνταγματικής διατάξεως, το οποίο αποτελεί όριο κάθε ερμηνείας και, μάλιστα, του Συντάγματος και ότι, επομένως, προκειμένου να ιδρυθούν παραρτήματα αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση». Κατά την πλειοψηφία του Δικαστηρίου, «το Συμβούλιο της Επικρατείας, ασκώντας πλήρως, ως οφείλει, το δικαιοδοτικό του έργο, ερμηνεύει το δίκαιο και αναζητά την έννοια της ρύθμισης εν όψει του γράμματος, αλλά και του σκοπού του, όπως η εκάστοτε ρύθμιση εντάσσεται τη δεδομένη χρονική στιγμή στο σύνολο της εννόμου τάξεως, εθνικής, ενωσιακής και διεθνούς, ώστε να καταστεί διά της ερμηνείας, κατά το δυνατόν, ένα συνεκτικό σύνολο». Η παραδοχή αυτή στη γενικότητά της είναι ορθή. Όπως αναπτύχθηκε και παραπάνω, ναι μεν ο ερμηνευτής του δικαίου αρχίζει από τη γραμματική διατύπωση του κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, ωστόσο η ερμηνευτική διαδικασία εμπλουτίζεται με τις άλλες μεθόδους, δηλαδή την ιστορική, τη συστηματική και την τελολογική. Στο πλαίσιο δε του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» όπου το συνταγματικό δίκαιο υπό την ουσιαστική έννοια το συγκροτούν όχι μόνον το εθνικό Σύνταγμα αλλά και το ενωσιακό και το διεθνές δίκαιο, είναι προφανές ότι οι εθνικές συνταγματικές διατάξεις δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως ένα κλειστό και αυτάρκες σύστημα κανόνων δικαίου αλλά στο ευρύτερο πλαίσιο του διεθνοποιημένου συνταγματικού δικαίου[12].

Δεν θα ήταν επομένως λάθος να υποστηριχθεί ότι θα πρέπει να εξαντλούνται όλα τα περιθώρια που αφήνει το συνταγματικό κείμενο για μια σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Θα αποτελούσε επίσης μια καθόλα θεμιτή (αν και αμφισβητούμενη) προσέγγιση να δεχθεί το Δικαστήριο ότι το ενωσιακό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού συνταγματικού δικαίου. Άλλο όμως είναι, από τη μια πλευρά, η θέση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι του εθνικού συνταγματικού δικαίου όπως επίσης και το να υποστηρίζεις ότι το κείμενο του Συντάγματος αφήνει περιθώρια για μια εναρμονισμένη με το ενωσιακό δίακιο ερμηνεία και άλλο είναι, από την άλλη πλευρά, να δέχεσαι ότι οι εθνικές συνταγματικές διατάξεις μπορούν να ερμηνεύονται ακόμα και αντίθετα στη σαφή γραμματική τους διατύπωση (contra constitutionem ερμηνεία) λόγω του ενωσιακού δικαίου. Γι’ αυτούς τους λόγους, δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με τη θέση της πλειοψηφίας της Ολομ ΣτΕ 1918/2025, η οποία τάχθηκε υπέρ της ερμηνευτικής κάμψης ακόμα και της αδιάστικτης γραμματικής διατύπωσης των εθνικών συνταγματικών διατάξεων στο όνομα της σύμφωνης με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος: «Εξάλλου, στην περίπτωση της σχέσης Συντάγματος και ενωσιακού δικαίου το γράμμα των συνταγματικών διατάξεων ερμηνεύεται σε αρμονία με τους ενωσιακούς κανόνες, όπως συνέβη με την υποχώρηση της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος (Σ.τ.Ε. Ολομ. 3470-1/2011, σκ. 9, υπόθεση του «βασικού μετόχου». Προς την ίδια κατεύθυνση της κάμψης αδιάστικτης γραμματικής διατύπωσης είναι και η ανωτέρω μνημονευθείσα απόφαση ΔΕΕ 11.2.2021, C-760/2018, M.B., ως προς τη σχέση μεταξύ οδηγίας για την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και των ορισμών του άρθρου 103 παρ. 8 Σ., η οποία αξιώνει την εφαρμογή οδηγίας, «μολονότι οι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή όσον αφορά τον δημόσιο τομέα»). Την ίδια ερμηνευτική προσέγγιση τηρούν, άλλωστε, και τα ανώτατα δικαστήρια άλλων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ενδεικτικά την απόφαση 198/2012 του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 6.11.2012, σχετικά με τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, σκ. 9-12, απόφαση, στην οποία, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα στην Ισπανία, εν σχέσει προς το δικαίωμα σε γάμο, ορίζει στο άρθρο 32 εδ. α΄ ότι: «άνδρας και γυναίκα έχουν δικαίωμα να συνάπτουν γάμο σε καθεστώς πλήρους νομικής ισότητας», έκρινε σύμφωνη με το Σύνταγμα τροποποίηση του Αστικού Κώδικα, που καθιερώνει τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών, βλ. και την προαναφερθείσα απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας 19.7.2011, 1BvR 1916/09, σκ. 68, 73-75 επ., όπου το Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία contra στο γράμμα της συνταγματικής διάταξης, κατ’ εφαρμογήν του ενωσιακού δικαίου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, ότι κατά τον χρόνο θέσπισης της συνταγματικής διάταξης τα έτη 1948/49 «η ανάπτυξη της κοινής Ευρώπης βρισκόταν στα σπάργανα … σήμερα δε αποτελεί “ένωση κρατών”»)».

Το κάθε ένα από τα νομολογιακά παραδείγματα από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα ανώτατα αλλοδαπά δικαστήρια που παρατίθενται στο σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου, θέτει τη δική του ιδιαίτερη προβληματική. Σε σχέση λ.χ. με την απόφαση του Ισπανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου που αφορά τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, θα μπορούσε λ.χ. να τονισθεί ότι ένα Σύνταγμα παρέχει το minimum προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ότι δεν απαγορεύεται στον κοινό νομοθέτη να επεκτείνει και σε άλλες περιπτώσεις την προστασία που παρέχεται από το συνταγματικό κείμενο.  Στο γενικότερο όμως επίπεδο, όταν δύο πηγές του δικαίου είναι αντίθετες δεν μπορούν να ερμηνευθούν σε αρμονία. Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο γίνεται παγίως δεκτό ότι «σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων» δεν χωρεί όταν το κείμενο του νόμου είναι σαφές και δεν καταλείπει περιθώριο για ερμηνευτικές εκδοχές που θα περιέσωζαν τη συνταγματικότητα του νόμου. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαστής υποχρεούται να δεχθεί την αντισυνταγματικότητα της νομοθετικής διάταξης[13].

Υπό τα δεδομένα αυτά και σε επίπεδο αρχής είναι ορθά τα όσα παραθέτει η μειοψηφία ενός Αντιπροέδρου και επτά Συμβούλων στην Ολομ ΣτΕ 1918/2025, όσον αφορά τη σημασία της γραμματικής διατύπωσης των συνταγματικών διατάξεων και τα όρια της δυναμικής ερμηνείας: «οι κανόνες δικαίου δεν ερμηνεύονται μόνο με την έννοια που θα αποδιδόταν σε αυτούς κατά τον χρόνο της θεσπίσεώς τους, αλλά αφού ληφθούν υπ’ όψιν και οι ευρύτερες, κοινωνικές, ιδίως, εξελίξεις. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για τις συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες δεν ερμηνεύονται στατικά μέσα στον χρόνο, αλλά η ερμηνεία τους προσαρμόζεται στην εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας, ιδίως όταν στο συνταγματικό κείμενο γίνεται χρήση όρων, όπως γάμος, οικογένεια (παρ. 1 του άρθρου 21) ή χρηστά ήθη (παρ. 1 του άρθρου 5), το περιεχόμενο των οποίων νοηματοδοτείται εκάστοτε σε συνάρτηση με τη μεταβολή των κοινωνικών αντιλήψεων. Υφίσταται, όμως, ένα αυτονόητο όριο: Η επιλογή του ερμηνευτή γίνεται μεταξύ περισσότερων νοηματικών εκδοχών που, για να είναι υποστηρίξιμες, απορρέουν, κατ’ αρχήν, από το γράμμα της διατάξεως ή το πλέγμα των διατάξεων, όπως αυτή επιρρωνύεται και από τις λοιπές ερμηνευτικές μεθόδους. Η ερμηνεία, στην περίπτωση αυτή, μπορεί να είναι praeter, σε καμία, όμως, περίπτωση contra legem … Όπως, επομένως, συνάγεται από τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να επιχειρηθεί ερμηνεία του κανόνα δικαίου, και δη του συνταγματικού, η οποία να είναι αντίθετη στο σαφές και αναμφήριστο νόημα των λέξεων που τον απαρτίζουν (προς την «ειωθυίαν αξίωσιν των ονομάτων» – Θουκυδίδης), ήτοι αντίθετη προς τον σημασιολογικό πυρήνα των περιεχομένων σε αυτόν εννοιών … Μια τέτοια ερμηνευτική προσέγγιση δεν είναι μόνο λανθασμένη, αλλά και δυνητικά επικίνδυνη, διότι, μεταξύ άλλων, αντιτίθεται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας, δομικών στοιχείων του Κράτους δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, δια της ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων, λαμβάνει χώρα, κατ’ ουσίαν, συνταγματική αναθεώρηση μέσω της ψηφίσεως κοινού νόμου, η οποία επικυρώνεται από το Δικαστήριο. Η εν λόγω δε αναθεώρηση ενός αυστηρού Συντάγματος, όπως το Σύνταγμα του 1975, διενεργείται, στην περίπτωση αυτή, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 110 αυτού, και εντεύθεν πραγματοποιείται κατά παράβαση των αρχών της λαϊκής κυριαρχίας, που κατοχυρώνεται στην παρ. 2 του άρθρου 1, και της διακρίσεως των λειτουργιών, την οποία εγγυάται το άρθρο 26».

Συμπερασματικά: Η δυναμική και η εναρμονισμένη ερμηνεία του Συντάγματος δεν θέτουν εκποδών τη σημασία της γραμματικής ερμηνείας των συνταγματικών διατάξεων. Το γράμμα του Συντάγματος είναι το σταθερό και διαχρονικό σημείο αναφοράς, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να νοηθεί αυστηρό Σύνταγμα. Και ας μη σπεύσουμε να χαρακτηρίσουμε τη στάση αυτή ως «τυπολατρική» και ως «θετικιστική εμμονή». Γιατί οι συνταγματικές διατάξεις, τόσο στο οργανωτικό μέρος όσο και στα θεμελιώδη δικαιώματα, είναι γεμάτες από τύπους και, όπως μας υπενθυμίζει διαχρονικά από το 1871 ο Ν. Ι. Σαρίπολος, «Οι τύποι σώζουσι την ουσίαν».

 

[1] Mary Ann Glendon, Comment, in: Antonin Scalia, A Matter of Interpretation, Federal Courts and the Law, 1997, σελ. 95 [109].

[2] David Strauss, Do we have a living Constitution?, 59 Drake Law Review 2010-2011, σελ. 973 [984].

[3] Βλ. Aileen Kavanagh, Choosing between sections 3 and 4 of the Human Rights Act 1998: judicial reasoning after Ghaidan v. Mendoza, in: Helen Fenwick / Gavin Philipson / Roger Masterman (Eds.), Judicial Reasoning and the UK Human Rights Act, 2007, σελ. 114 [122 επ.].

[4] Βλ. Δημήτριο Πολίτη (επιλογή κειμένων και μετάφραση), Άντονιν Σκαλία, Νομολογιακές σκέψεις για τα όρια της ερμηνείας και της δικαστικής εξουσίας. 2025.

[5] Reva Siegel, Text in Contest: Gender and the Constitution from a social movement perspective, 150 University of Pennsylvania Law Review (2001-2002), σελ. 297 επ.

[6] Βλ. Σπύρο Βλαχόπουλο / Ξενοφώντα Κοντιάδη, Εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου, 2025, σελ. 143 επ.

[7] Γιώργος Κασιμάτης, Μορφές ερμηνείας ιεραρχικής εναρμόνισης του δικαίου. Οι νέες διαστάσεις της συστηματικής ερμηνείας του δικαίου, ΤοΣ 2006, σελ. 5 [22].

[8] Για όλα τα ανωτέρω, βλ. αναλυτικά Σπύρο Βλαχόπουλο, Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος. Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, 2014, σελ. 75 επ., με περαιτέρω παραπομπές στη βιβλιογραφία. Για τη γενικότερη προβληματική, βλ. επίσης Απόστολο Γεωργιάδη, Τι είναι δίκαιο;, Η νομική επιστήμη για όλους (Πρόλογος: Προκόπιος Παυλόπουλος), 2018, σελ. 112 επ. Παύλο Σούρλα, Justi atque injusti scientia, 1995, σελ. 168 επ.

[9] Αντίθετα., η μειοψηφία εννέα Συμβούλων της απόφασης ανέδειξε τη σημασία του συνταγματικού κειμένου ως ορίου κάθε ερμηνείας : Η «αδιάστικτη γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 117 παρ. 3 του Συντάγματος έχει ως συνέπεια ότι δεν είναι αυτή δεκτική ερμηνείας. Πράγματι, τόσο ο απαγορευτικός της χαρακτήρας όσο και η συστηματική της τοποθέτηση σε ιδιαίτερο άρθρο και κεφάλαιο του Συντάγματος, διαφορετικό εκείνου που περιέχει το άρθρο 24 αυτού, το οποίο ρυθμίζει κατά τρόπο εξαντλητικό τις κατ΄ εξαίρεση επιτρεπτές μεταβολές του προορισμού μόνο των δασών και των δασικών εκτάσεων, μαρτυρούν τη σαφή βούληση του συνταγματικού νομοθέτη να αποκλείσει εντελώς κάθε ενδεχόμενο διασταλτικής ή τελολογικής ερμηνείας της διατάξεως αυτής προς την κατεύθυνση της δυνατότητας μεταβολής του προορισμού του διαφορετικού είδους εδαφών που ρυθμίζει, δηλαδή των αναδασωτέων εκτάσεων. Eξ άλλου, η ερμηνεία μιας διατάξεως εναντίον του γράμματός της, και αν ακόμα γίνεται κατ’ εξαίρεση και κατ’ οικονομία δεκτή προκειμένου για διάταξη κοινού νόμου ώστε να επιτευχθεί η συμφωνία της με το υπέρτερης αυτής τυπικής ισχύος Σύνταγμα και η καλύτερη εναρμόνισή της προς το όλο πλέγμα της εννόμου τάξεως, δεν είναι πάντως νοητή προκειμένου για συνταγματική διάταξη, κατά μείζονα δε λόγο όταν αυτή θεσπίζει ρητή και απόλυτη απαγόρευση ώστε να εναρμονισθεί προς διάταξη κοινού νόμου, κατώτερης δηλαδή αυτής τυπικής ισχύος. Αντίθετη εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο κοινός νομοθέτης δύναται, επικαλούμενος σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, να θεσπίζει εξαιρέσεις από ρητή και απόλυτη συνταγματική απαγόρευση, όπως η του άρθρου 117 παρ. 3, καθιστά αυτήν ανίσχυρη και ισοδυναμεί πράγματι με ανεπίτρεπτη άσκηση αναθεωρητικής εξουσίας».

[10] Βλ. αναλυτικά Γρηγόρη Λαζαράκο, Ο ιδιωτικός βίος, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και το απόρρητο της επικοινωνίας, σε: Σπύρο Βλαχόπουλο, Θεμελιώδη δικαιώματα, 2η έκδ., 2022, σελ, 215 [246 επ.].

[11] Άρθρο 86 παρ. 3 Συντ: « … Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Ολομέλεια της Βουλής, η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης… ». Βλ. σχετικά Νίκο Αλιβιζάτο, Ενστάσεων αντίκρουση, σε: https://www.kathimerini.gr/politics/563523082/arthro-nikoy-alivizatoy-stin-k-enstaseon-antikroysi/, και Βαγγέλη Βενιζέλο, Οι ποινικές διατάξεις του Συντάγματος και το κράτος δικαίου, σε:  https://www.evenizelos.gr/mme/articlesinthepress.html.

[12] Βλ. λ.χ. Σπύρο Βλαχόπουλο, Η σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος, σε: Χαράλαμπος. Ανθόπουλος/ Αικατερίνη Ηλιάδου / Λίνα Παπαδοπούλου / Νικόλαος Παπαχρήστος / Κώστας Χρυσόγονος, Η θεωρία της συνταγματικής πράξης. Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευάγγελου Βενιζέλου. Τόμος Ανταποδοτικός, 2024, σελ. 39 επ.

[13] Βλ. λ.χ. Βαρβάρα Μποκουβάλα, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, 2018, Κώστα Χρυσόγονο, Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε Δημήτρης Τσάτσος (επιμ.), Η ερμηνεία του Συντάγματος (με τη συνδρομή Δημήτρη Μέλισσα), 1995, σελ. 385 επ.

Η διαχρονική προσήλωση του Έθνους των Ελλήνων στις αρχές της Αντίστασης υπέρ της Ελευθερίας

Προκόπιος Παυλόπουλος, πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος *

Η Εθνική Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου 1940 -η Επέτειος του πάνδημου ιστορικού ΟΧΙ απέναντι στην επέλαση του φασισμού- η οποία υπήρξε αφετηρία για να γραφεί από σύσσωμο τον Ελληνικό Λαό το Έπος του ’40 ως η πρώτη αυθεντικώς ηρωική περίοδος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, συμβολίζει και διαγράφει τις βαθύτερες διαχρονικές διαστάσεις του ψυχισμού των Ελλήνων ιδίως σε ό,τι αφορά την σχέση τους με την Ελευθερία και τον υπέρ αυτής αδιάλειπτο αγώνα τους, σε όλη την επί χιλιετίες ιστορική διαδρομή τους.

Α. Τούτο αναδεικνύει αλλά και αιτιολογεί και το ότι το Έθνος των Ελλήνων παρουσιάζει την ανά τον κόσμο μοναδικότητα του Έθνους εκείνου, το οποίο τιμά ως Εθνικές Επετείους -όπως αυτή της 28ης Οκτωβρίου 1940 και κατ’ εξοχήν εκείνη της 25ης Μαρτίου 1821- όσες σηματοδοτούν όχι το τέλος του πολέμου ή μια συγκεκριμένη μάχη του.  Αλλά μόνο την έναρξη της Αντίστασης και του εν συνεχεία αγώνα εναντίον του κάθε μορφής επίδοξου κατακτητή. Προς την ίδια κατεύθυνση τεκμηριώνεται και η θέση, σύμφωνα με την οποία ουδόλως αφίσταται της πραγματικότητας η κατά την διαδρομή των αιώνων αποδεδειγμένη, σε μέγιστο βαθμό, προσήλωση του Έθνους των Ελλήνων στην υπεράσπιση των υπό την μία ή την άλλη μορφή  πολιτειακών  θεσμών, συνακόλουθα δε και στην αντίσταση έναντι εκείνων οι οποίοι επιχειρούν να τους καταλύσουν με την βία. Ας σημειωθεί, επιπροσθέτως και με ιδιαίτερη έμφαση, πως η προσήλωση αυτή έχει πλέον καταστεί πάγια και απαραβίαστη αν αναλογισθεί κανείς, όπως η σύγχρονη ιστορία μας έχει καταδείξει, ότι η κατάλυση της Δημοκρατίας στην Χώρα μας συχνά κυοφόρησε επώδυνες καταστάσεις, ακόμη και για τον ίδιο τον Εθνικό μας Κορμό.  Αψευδής μάρτυρας το εξής απόσπασμα από την ιστορική δήλωση του Γιώργου Σεφέρη κατά της τότε Χούντας, την 28η Μαρτίου 1969, δύο μόλις χρόνια προ του θανάτου του: «Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος.  Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου.  Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό».   Με βάση τις ως άνω ιστορικές διαπιστώσεις, υπ’ αυτό το πρίσμα μπορεί και πρέπει να ερμηνευθεί κατά πρώτο λόγο το μήνυμα των Μηδικών Πολέμων, το μήνυμα του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, όταν οι Έλληνες έδωσαν την μάχη εναντίον του δεσποτισμού και της αθέμιστης  αυθαιρεσίας, χαράσσοντας ταυτοχρόνως το έκτοτε ισχύον όριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, π.χ. κατά την μαρτυρία του Αισχύλου στους Πέρσες (στ. 232),  περί του πού βρισκόταν η Αρχαία Αθήνα:  « τλε, πρς δυσμας νακτος λίου φθινασμάτων»Εκεί μακριά, κατά την δύση, όπου αργοσβήνει το φως του βασιλιά Ήλιου»).  Υπό το ίδιο πρίσμα μπορεί και πρέπει να εξηγηθούν και οι εμβληματικές αναφορές των Αρχαίων Τραγωδών στην στάση και παράδοση αντίστασης των Ελλήνων εναντίον των τυράννων και της τυραννίας, όπως καταγράφονται π.χ. στον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου ή στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους. Το ότι οι Έλληνες είναι Λαός της Αντίστασης εν γένει, μέσα στον χρόνο προκύπτει αβιάστως, καθώς αμέσως πιο πάνω επισημάνθηκε, και από το αντίστοιχο ΟΧΙ στην διαιώνιση του αιμοσταγούς οθωμανικού ζυγού που σήμανε η Εθνεγερσία του 1821, καθώς και από το σύγχρονο ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 στον φασισμό και, λίγο αργότερα, στον ναζισμό.

Β. Για όλα αυτά δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς περισσότερο αναφορικά με την ιστορική τους ακρίβεια, και μάλιστα δίχως τούτο να υποδηλώνει ίχνος άκρατου εθνοκεντρισμού ή ωραιοποιημένης υπερβολής. Αρκεί το απόσπασμα του André Malraux, από την μνημειώδη ομιλία του κατά την πρώτη φωταγώγηση της Ακρόπολης την 28η Μαΐου 1959. Στο οποίο, ύστερα από την αποφθεγματική ρήση του ότι το χαρακτηριστικό των Ελλήνων και του Πολιτισμού τους είναι η Παιδεία και το Θάρρος, ο André Malraux διακηρύσσει, με αναντίρρητη παρρησία, για τον Ελληνικό Λαό: «Λαός της ελευθερίας είναι εκείνος, για τον οποίο η αντίσταση είναι παράδοση αιώνων, εκείνος του οποίου η νεότερη ιστορία είναι ένας ανεξάντλητος αγώνας για την Ανεξαρτησία, ο μόνος λαός που γιορτάζει την επέτειο του ΟΧΙ.  Αυτό το ΟΧΙ ήταν το ΟΧΙ του Μεσολογγίου, το ΟΧΙ του Σολωμού…  Ο κόσμος δεν ξέχασε ότι οι πρώτοι που το πρόφεραν ήταν η Αντιγόνη και ο Προμηθέας. Όταν οι νεκροί της πρόσφατης ελληνικής Αντίστασης έπεφταν στο έδαφος όπου επρόκειτο να περάσουν την πρώτη νύχτα του θανάτου τους, έπεφταν σε ένα χώμα που είχε γεννήσει την πιο ευγενική και την πιο παλιά ανθρώπινη πρόκληση, κάτω από τα άστρα που μας κοιτάζουν απόψε, τα άστρα που ξενύχτησαν τους νεκρούς της Σαλαμίνας». Σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι θα ήταν όχι μόνον ιστορικώς ανεπίτρεπτο αλλά και πραγματική επιστημονική παράλειψη εκ μέρους μου να μην επισημάνω, φυσικά συνοπτικώς, την εμβριθέστατη ανάλυση του Νίκου Σβορώνου αναφορικά με το αντιστασιακό πρόσημο της Ελληνικής Ιστορίας εν γένει, μέσω του οποίου αναδύεται, σε όλη του την έκταση, και ο παραδοσιακός αντιστασιακός ψυχισμός του Ελληνικού Λαού.  Όπως επιγραμματικά έχει ο ίδιος τονίσει: «Η ιστορία μας έχει αντιστασιακό χαρακτήρα» (στην συνέντευξή του στο περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 18, Μάρτιος του 1979). Opus magnum του Νίκου Σβορώνου εν προκειμένω είναι μάλλον το έργο του «Το Ελληνικό Έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού», με προλεγόμενα του Σπύρου Ασδραχά (εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004, ιδίως σελ. 89 επ.).  Για μια καταληκτική σύνοψη των ως άνω θέσεων του Νίκου Σβορώνου επιλέγω το ακόλουθο, άκρως περιεκτικό, απόσπασμα από την μελέτη του «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας» (εκδ. Θεμέλιο, α΄έκδοση Αθήνα, 1994 και ιγ΄ έκδοση Αθήνα, 2007, σελ. 155): «Το βαθύτερο νόημα της νεοελληνικής ιστορίας μπορεί να συνοψισθεί στα παρακάτω: είναι η ιστορία των επίπονων προσπαθειών ενός αρχαίου λαού να συγκροτηθεί σε σύγχρονο έθνος, να συνειδητοποιήσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και να εξασφαλίσει τη θέση του ως καθορισμένη οντότητα μέσα στο σύνολο του σύγχρονου κόσμου.  Αυτό το ιστορικό φαινόμενο, παρ’ όλο που δεν περιορίζεται στον ελληνικό λαό -κι άλλοι εξίσου αρχαίοι λαοί επιχείρησαν και επιχειρούν την ίδια προσπάθεια- παρουσιάζει, στην ελληνική περίπτωση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γενική ιστορία.  Πρόκειται για ένα λαό που ο τρόπος ζωής και της σκέψης του τον συνδέει, τόσο χάρη στην ίδια του τη βούληση όσο και χάρη σε αντικειμενικούς δεσμούς, με την παράδοση που αποτελεί τις βάσεις του ευρωπαϊκού πολιτισμού».  Κατά την σημερινή, λοιπόν, Εθνική Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου χρήσιμο είναι να έλθει ξανά στο φως και η μακραίωνη θεσμική κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης των Ελλήνων, από την εποχή της Αρχαίας Αθήνας και τον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων» έως την περίοδο μετά την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους, το 1830, και την κανονιστική του αποτύπωση σε όλα τα μετέπειτα Συντάγματά μας, έως την κορύφωσή του δια της θέσπισης της διάταξης του άρθρου 120 παρ.4 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975.

Ι. Ένας προπομπός του Δικαιώματος Αντίστασης κατά τους θεσμούς της Αθηναίων Πολιτείας υπό το καθεστώς της τότε Άμεσης Δημοκρατίας

    Ευθύς εξ αρχής, και σύμφωνα με τα αμέσως πιο πάνω παρατεθέντα, καταθέτω την άποψη πως, σε ό,τι αφορά το Έθνος των Ελλήνων, οι θεσμικές και πολιτικές ρίζες του Δικαιώματος της Αντίστασης πρέπει να αναζητηθούν πολύ πριν την κατά το 1830 ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους και την εν συνεχεία συνταγματική του κατοχύρωση, έως τις προμνημονευθείσες σχετικές ρυθμίσεις του ισχύοντος Συντάγματος του 1975.  Μέσα σε αυτό το ερευνητικό πλαίσιο επιχειρείται εφεξής  η θεμελίωση και διατύπωση της θέσης ότι  -φυσικά υπό συγκεκριμένες νομικές μεθοδολογικές, και όχι μόνο, προϋποθέσεις-  το υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα Δικαίωμα και η σύμφυτη με αυτό υποχρέωση Αντίστασης υπέρ των πολιτειακών θεσμών και υπέρ των αυξημένης τυπικής ισχύος κανόνων δικαίου που το εμπεδώνουν στην πράξη κανονιστικώς μπορεί να αναζητηθεί στο θεσμικό πεδίο της «Αθηναίων Πολιτείας», εντός του αντίστοιχου θεσμικού πεδίου της τότε  Άμεσης Δημοκρατίας.  Και πιο συγκεκριμένα στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων», ο οποίος εμφανίζεται ως το πιο αντιπροσωπευτικό εν προκειμένω, μεταξύ άλλων κειμένων της ίδιας περιόδου εναντίον των τυράννων και της τυραννίας,  κείμενο με αξιοσημείωτο κανονιστικό περιεχόμενο.

Α. Ο Όρκος των Αθηναίων Εφήβων και οι αναφορές του στο Δικαίωμα Αντίστασης

«Ο Όρκος των Αθηναίων Εφήβων» ή «ο της Αγλαύρου Εφήβων Όρκος»  ή «ο των Εφήβων Όρκος», ήταν ο όρκος τον οποίο έδιναν οι Αθηναίοι έφηβοι κατά την ενηλικίωσή τους, και συγκεκριμένα όταν έπαιρναν τα όπλα.

  1. Πραγματικά οι νέοι Αθηναίοι, φθάνοντας στην ηλικία των 18 ετών, έπρεπε να υπηρετήσουν στρατιώτες για δύο χρόνια. Σε επίσημη τελετή παρουσιάζονταν στηνΕκκλησία του Δήμουστην Πνύκα, αναγράφονταν στους καταλόγους των πολιτών («Ληξιαρχικόν Γραμματείον») και εξοπλίζονταν με ένα δόρυ και με μία ασπίδα. Κατόπιν, ένοπλοι ανέβαιναν στην Ακρόπολη και κρατώντας την ασπίδα έδιναν, στο Ιερό της Αγλαύρου, τον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων». Αυτό τον όρκο, τον οποίο ορισμένοι απέδωσαν στον Σόλωνα, διέσωσε ο Αθηναίος ρήτορας και πολιτικός Λυκούργος  (390-324 π.Χ.) -που συμπορεύθηκε με τον Δημοσθένη και με τον Υπερείδη ως μέλος της αντιμακεδονικής μερίδας- στον δικανικό του λόγο «Κατά Λεωκράτους» (77), περί το 331 π.Χ. ή λίγο αργότερα.  Ο ίδιος όρκος αναφέρεται και από τον Δημοσθένη, στον δικανικό του λόγο «Περί της Παραπρεσβείας» (303) -περί το 344 π.Χ.- καθώς και από τον Αριστοτέλη, στην «Αθηναίων Πολιτεία» (42).
  2. Το κείμενο του Όρκου των Αθηναίων Εφήβων έχει ως εξής:  : «Ο καταισχυν τ πλα τ ερ, οδγκαταλείψω τν παραστάτην τ ν στοιχήσω μυν δ κα πρ ερν κα σίων κα μόνος κα μετ πολλν. Κα τν πατρίδα οκ λάσσω παραδώσω, πλείω δ κα ρείω σης ν παραδέξωμαι. Κα εηκοήσω τν ε κραινόντων μφρόνως κα τος θεσμος τος δρυμένοις πείσομαι κα οστινας ν λλους τ πλθος δρύσηται μοφρόνως·κα ν τις ναιρ τος θεσμος μ πείθηται οκ πιτρέψω, μυν δ κα μόνος κα μετ πολλν. Κα ερ τ πάτρια τιμήσω. Ί̋στορες τούτων γλαυρος, νυάλιος, ρης, Ζεύς, Θαλλώ, Αξώ, γεμόνη  Δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά, ούτε θα εγκαταλείψω τον συμμαχητή μου, με οποιονδήποτε και αν στοιχηθώ στην πολεμική γραμμή. Θα αμυνθώ δε και για τα ιερά και τα όσια και μόνος και μαζί με πολλούς. Και την πατρίδα δεν θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη από όση την παρέλαβα. Και θα υπακούσω πρόθυμα σε αυτούς που δικάζουν κάθε φορά και θα πολιτεύομαι σύμφωνα με τους καθιερωμένους θεσμούς και σύμφωνα με όσους άλλους ο λαός με κοινή απόφαση θα καθιερώσει. Και σε περίπτωση που κάποιος θα αποπειραθεί να καταλύσει τους θεσμούς ή να μην πειθαρχεί σε αυτούς δεν θα το επιτρέψω, θα αμυνθώ δε και μόνος και μαζί με πολλούς. Και θα τιμήσω τα πατροπαράδοτα ιερά. Μάρτυρες μου γι’ αυτά ας είναι οι  Άγλαυρος, Ενυάλιος,  Άρης,  Ζεύς, Θαλλώ, Αυξώ, Ηγεμόνη.»).

Β. Τα χαρακτηριστικά του Δικαιώματος Αντίστασης στον Όρκο των Αθηναίων Εφήβων.

 Όπως καθίσταται προφανές, ο «Όρκος των Αθηναίων Εφήβων» προεχόντως αναφέρεται, ευθέως, στην υπεράσπιση των θεσμών. Οι θεσμοί αυτοί διαμορφώθηκαν ως μια μορφή αυτοθέσμισης της «Αθηναίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της Άμεσης Δημοκρατίας και, οπωσδήποτε, με τις κανονιστικές  και πολιτικές ιδιομορφίες του καθεστώτος τούτου.  Ως προς τις ιδιομορφίες αυτές παρατηρούνται τα εξής:

  1. Η πορεία της πολιτειακής οργάνωσης στον ευρύτερο, γεωγραφικώς αλλά και ιστορικώς, χώρο της Δύσης από τότε που αναδύονται τα στοιχειώδη δημοκρατικά χαρακτηριστικά της σε επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας των θεσμών εν γένει -δηλαδή, κατ’ ουσίαν, από την Ελληνική Αρχαιότητα με επίκεντρο την Αρχαία Αθήνα- αποδεικνύει ότι η Ελευθερία και η Δημοκρατία βαίνουν παραλλήλως. Ιδίως με την έννοια ότι τα, λίγα και δυσδιάκριτα αρχικώς, δημοκρατικά στοιχεία της ως άνω οργάνωσης δομούνται με τρόπο ο οποίος διευκολύνει την εφαρμογή των αρχών της, lato sensu, Ελευθερίας στην πράξη.

α) Βεβαίως, πρόκειται για μια μακραίωνη εξελικτική διαδικασία, στο διαχρονικό πλαίσιο της οποίας αλλάζουν νόημα και ωριμάζουν τόσον η Ελευθερία όσο και η Δημοκρατία, έως ότου φθάσουμε στην σύγχρονη εποχή της θεσμικής υπόστασης της Ελευθερίας την οποία εγγυάται η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία.  Την πιο εύγλωττη αφετηρία της παράλληλης εξέλιξης Ελευθερίας και Δημοκρατίας, προς την κατεύθυνση της οργάνωσης και λειτουργίας των υπό την ευρεία του  όρου έννοια πολιτειακών θεσμών, συναντάμε στον Θουκυδίδη.  Και κατ’ ακρίβεια στον «Επιτάφιο του Περικλέους» (2.37), με σημείο αναφοράς, κατά τα προεκτεθέντα, την Αρχαία Αθήνα.

β) Απευθυνόμενος προς τους Αθηναίους ο Περικλής αναλύει εισαγωγικώς την «Αθηναίων Πολιτεία». Δηλαδή το πολίτευμα της Αρχαίας Αθήνας με βάση τις δημοκρατικές του συνιστώσες, πάντοτε στο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της Άμεσης Δημοκρατίας: «Κα τό ὄνομα μν δι τ μ ς λγους λλ’ ς πλεονας οἰκεῖν δημοκρατα κκληται.»Και το πολίτευμά μας καλείται δημοκρατία επειδή δεν ανατίθεται στα χέρια των λίγων αλλά των πολλών». (2.37.1) ). Αμέσως μετά ο Περικλής αναφέρεται στο πώς η Ελευθερία -φυσικά με τα μέτρα και τα δεδομένα της εποχής εκείνης- εντάσσεται στο πεδίο της δημοκρατικής οργάνωσης των πολιτειακών θεσμών: «’Ελευθέρως δέ  τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν καί ς τήν πρός λλήλους τν καθ’ μέραν πιτηδευμάτων ποψίαν. («Πολιτευόμαστε δε διαπνεόμενοι από πνεύμα ελευθερίας όχι μόνο στον δημόσιο βίο αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις και συναλλαγές» (2.37.2)).

  1. Το παράδειγμα της παραδοσιακής Άμεσης Δημοκρατίας, αναλυόμενο με βάση το καθεστώς της Αρχαίας Αθήνας- μολονότι τα πρώτα σπέρματα της Άμεσης Δημοκρατίας τα συναντάμε στην Ιωνία, π.χ. στην Μίλητο, για τα οποία όμως δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ενδελεχέστερης μελέτης, ή τουλάχιστον στοιχεία ανάλογα με εκείνα που διαθέτουμε για την Αρχαία Αθήνα και τις αποικίες της- επιβεβαιώνει την αλήθεια του γεγονότος ότι τότετο δίπολο Ελευθερίας και Δημοκρατίας διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στον πολιτειακώς πρόσφορο θεσμικό εξοπλισμό της «Αθηναίων Πολιτείας».  Οπωσδήποτε όμως με την διευκρίνιση ότι σε μια τέτοιας μορφής Άμεση Δημοκρατία η Ελευθερία ουσιαστικώς εξαντλείται στην συμμετοχή στα κοινά, παίρνοντας περισσότερο τα χαρακτηριστικά της Πολιτικής Ελευθερίας.

α) Αυτή η συμμετοχή ήταν εκείνη την εποχή εφικτή πρωτίστως λόγω των εδαφικών και πληθυσμιακών δεδομένων της Πόλης-Κράτους.  Πολλώ μάλλον όταν η κείμενη τότε νομοθεσία επιφύλασσε την συμμετοχή αυτή όχι σε όλους, αλλά μόνο στον περιορισμένο αριθμό εκείνων στους οποίους είχε επιφυλαχθεί το προνόμιο -γιατί περί προνομίου επρόκειτο- του πολίτη.  Αυτή η ενεργός  συμμετοχική παρέμβαση των πολιτών της «Αθηναίων Πολιτείας» επικεντρωνόταν, σχεδόν αποκλειστικώς, στην μέσω της lato sensu νομοθετικής διαδικασίας διαμόρφωση της οργάνωσης και της λειτουργίας των βασικών θεσμών της. Επισημαίνεται διευκρινιστικώς ότι μετά την λήψη των αποφάσεων, από τα κατά περίπτωση αρμόδια για την κανονιστική οργάνωση των θεσμών συλλογικά όργανα, η δημοκρατική διαδικασία είχε πλήρως εξαντληθεί.  Και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η απόφαση είχε ληφθεί με οριακή πλειοψηφία, κάτι όχι και τόσο ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη.  Η μειοψηφία, ως στοιχείο της πολιτειακής συλλογικής οργάνωσης, ήταν άγνωστη στην τότε Άμεση Δημοκρατία.  Πολύ περισσότερο άγνωστα ήταν, κατ’ ακολουθία, οιασδήποτε μορφής ασκήσιμα δικαιώματα της μειοψηφίας.

β) Κατά συνέπεια η Άμεση Δημοκρατία, υπό την προμνημονευόμενη  μορφή της, οδηγούσε, και δη νομοτελειακώς, στην δίχως κανένα πραγματικό έλεγχο ηγεμονία της πλειοψηφίας.  Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα σημαντικό μειονέκτημα της τότε Άμεσης Δημοκρατίας, το οποίο υποβάθμιζε τα όποια πλεονεκτήματα συνεπαγόταν η εκκόλαψη μίας προφανώς στοιχειώδους δημοκρατικής οργάνωσης υπό τα σύγχρονα δεδομένα.  Διότι ο κατ’ ελάχιστο, έστω, έλεγχος της πλειοψηφίας από την μειοψηφία είναι εξ’ ορισμού συστατικό, κυριολεκτικώς, στοιχείο κάθε μορφής εξίσου σύγχρονης δημοκρατικής οργάνωσης.  Δίχως έναν τέτοιο έλεγχο δεν ήταν νοητό και ασκήσιμο στην πράξη π.χ. ακόμη και το δικαίωμα ισηγορίας, σε όλη του την έκταση. Κάτι το οποίο ήταν οπωσδήποτε σημαντικό για την λειτουργία της Δημοκρατίας στην παραδοσιακή Άμεση Δημοκρατία, ως πρωτόλεια διάσταση της ελευθερίας της έκφρασης. Ελευθερίας η οποία ήταν, αυτονοήτως, παντελώς άγνωστη στα τότε αυταρχικά καθεστώτα δεσποτικής καταβολής και οργάνωσης.

  1. Σημαντικό όμωςθεσμικό αντίβαροαναφορικά με τα δικαιώματα αυτά κατά την λειτουργία της Άμεσης Δημοκρατίας στην «Αθηναίων Πολιτεία», ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, ήταν η αναγνώριση, στο ανώτατο δυνατό κανονιστικώς επίπεδο, του δικαιώματος αλλά και της επέκεινα αυτόθροης υποχρέωσης των  Αθηναίων Πολιτών να υπερασπίζονται, χωρίς όρους και περιορισμούς, τις θεσμικές της αντηρίδες, όπως είχαν προκύψει κατά την ως άνω νομοθετική παραγωγή των αρμόδιων συλλογικών πολιτειακών οργάνων.

α) Ιδίως δε τις θεσμικές εκείνες αντηρίδες, στις οποίες στηρίζονταν οι πολιτειακές βάσεις της «Αθηναίων Πολιτείας», όπως διαμορφώθηκαν εξελικτικώς κατά την εφαρμογή στην πράξη της Άμεσης Δημοκρατίας. Για την ουσία και το θεσμικό μέγεθος αυτών των βάσεων αρκεί η μαρτυρία αφενός του Θουκυδίδη στην Ιστορία του -και κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο του «Επιταφίου»- και, αφετέρου, του Αριστοτέλους στην «Αθηναίων Πολιτεία», κατά τα προεκτεθέντα.

β) Το δικαίωμα και την αντίστοιχη υποχρέωση υπεράσπισης των θεσμών αυτών της «Αθηναίων Πολιτείας», όπως είχαν αναγνωρισθεί  στους Αθηναίους Πολίτες, περιγράφει, με την ενάργεια των διακριτικών γνωρισμάτων της imperatoria brevitas, κατ’ εξοχήν το εξής απόσπασμα –όπως τούτο παρατέθηκε προηγουμένως- του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων».  Απόσπασμα το οποίο  και τους προϊδέαζε για το τι οφείλουν να πράξουν, υπό την μορφή  ισόβιου δικαιώματος και διαρκούς υποχρέωσης, αμέσως μετά την ενηλικίωσή τους: …. «κα τος θεσμος τος δρυμένοις πείσομαι κα οστινας ν λλους τ πλθος δρύσηται μοφρόνως·κα ν τις ναιρ τος θεσμος μ πείθηται οκ πιτρέψω, μυν δ κα μόνος κα μετ πολλν(Θα πολιτεύομαι σύμφωνα με τους καθιερωμένους θεσμούς και σύμφωνα με όσους άλλους ο λαός με κοινή απόφαση θα καθιερώσει. Και σε περίπτωση που κάποιος θα αποπειραθεί να καταλύσει τους θεσμούς ή να μην πειθαρχεί σε αυτούς, δεν θα το επιτρέψω, θα αμυνθώ δε και μόνος και μαζί με πολλούς.»).

  1. Την αδιαμφισβήτητη ιστορικώς -και όχι μόνο-  σημασία της υπεράσπισης των θεσμών, στο πλαίσιο της αυτοθέσμισης της «Αθηναίων Πολιτείας»  με βάση τα προπαρατεθέντα εξίσου θεσμικά χαρακτηριστικά του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», αναδεικνύει με σαφήνεια η αντίστιξή του σε σχέση με τον «παιάνα των Σπαρτιατών», τον οποίο οι Σπαρτιάτες μαχητές έψαλλαν βαδίζοντας προς την μάχη.  Ήτοι σε μια κορυφαία για τους Σπαρτιάτες πολεμική υποχρέωση, η οποία σηματοδοτεί και τον κατά μέγιστο μέρος αμιγώς στρατιωτικό χαρακτήρα της πολιτειακής οργάνωσης της Αρχαίας Σπάρτης.

α) Το κείμενο του παιάνα αυτού, όπως περισώθηκε από αρκετά αρχαία κείμενα, έχει ως εξής: «γετ’,  Σπάρτας εάνδρω κροι πατέρων πολιατν λαι μν τυν προβάλεσθε, δόρυ δ’ ετόλμως νχεσθε, μ φειδομένοι τς ζως. Ο γρ πάτριόν τα Σπάρτα!» («Εμπρός λοιπόν παιδιά πατέρων πολιτών της ευάνδρου Σπάρτης, με το αριστερό χέρι προτάξετε την ασπίδα, και με το δεξί χέρι υψώστε τολμηρά το δόρυ, χωρίς να υπολογίζετε την ζωή σας. Γιατί το να σκέφτεσθε την ζωή σας δεν αρμόζει στις πατροπαράδοτες αρχές και αξίες της Σπάρτης.»).

β) Είναι πρόδηλο ότι από αυτό τον πολεμικό παιάνα των Σπαρτιατών απουσιάζει οιαδήποτε αναφορά στην υπεράσπιση των θεσμών.  Βαδίζοντας προς την μάχη οι Σπαρτιάτες είχαν ως μόνο μέλημα την υπεράσπιση της Πατρίδας, της Σπάρτης.  Όμως η Αρχαία Σπάρτη στηριζόταν και πολιτειακώς, όπως ήδη διευκρινίσθηκε, σε μία προδήλως στρατιωτική βάση δίχως συνιστώσες δημοκρατικής οργάνωσης, και δη οργάνωσης με έστω και στοιχειώδη χαρακτηριστικά Άμεσης Δημοκρατίας.  Κάτι το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση προς την Αρχαία Αθήνα, στην Αρχαία Σπάρτη δεν ήταν νοητή η αυτοθέσμιση που κυριαρχούσε στο πλαίσιο της «Αθηναίων Πολιτείας».  Άρα δεν ήταν νοητή κανονιστικώς η αναγνώριση στους Σπαρτιάτες μαχητές ενός είδους δικαιώματος αντίστασης υπέρ των πολιτειακών θεσμών, δοθέντος ότι το θεσμικό στοιχείο αναλογεί, εκ της φύσεώς του, σε έστω και αμυδρώς διαφαινόμενες lato sensu δημοκρατικές ρίζες πολιτειακής οργάνωσης.

  1. Ακόμη πιο ευκρινής -αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται και ως αναμενόμενη- είναι η απουσία θεσμικών στοιχείων και, επέκεινα, θεσμικών διαστάσεων στον «Όρκο των Ελλήνων» στις Πλαταιές ή «Όρκο των Πλαταιών».  Δηλαδή στον όρκο που έδωσαν, μάλλον στον Ισθμό της Κορίνθου, οι Έλληνες πριν από την μάχη των Πλαταιών, τον Αύγουστο του 479 π.Χ.   Δηλαδή την μάχη μεταξύ των ενωμένων Ελλήνων, υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη βασιλιά Παυσανία, και των Περσών υπό τον Μαρδόνιο, γαμβρό του Ξέρξη.

α) Ας τονισθεί εδώ ότι το περιεχόμενο του «Όρκου των Πλαταιών» δεν μνημονεύεται από τον κυριότερο ιστορικό μάρτυρα των Μηδικών Πολέμων, τον Ηρόδοτο, ο οποίος αναφέρεται εν εκτάσει και στην Μάχη των Πλαταιών.  Επιπροσθέτως, και όπως ήδη σημειώθηκε, αν και εφόσον δόθηκε  -και μάλλον δόθηκε, κατά την επικρατέστερη ιστορικώς άποψη-  αυτός ο όρκος, τούτο πρέπει να συνέβη στον Ισθμό της Κορίνθου όπου συγκεντρώθηκαν οι Έλληνες, πλην των Θηβαίων, και πήραν την απόφαση σύναψης μεταξύ τους συμφωνίας «κατά βαρβάρων», δηλαδή κατά των Περσών.  Μια εκδοχή του «Όρκου των Πλαταιών», πολύ διαφορετική από αυτή που αναφέρεται έως σήμερα ως η πιο πιθανή, σώζεται στην μαρμάρινη στήλη η οποία ανακαλύφθηκε στις Αχαρνές, το 1932.

β) Το κατά την επικρατέστερη εκδοχή, όπως ήδη επισημάνθηκε πιο πάνω, κείμενο του «Όρκου των Πλαταιών» έχει ως εξής: «Ο ποιήσομαι περ πλείονος τ ζν τς λευθερίας. Οδ γκαταλείψω τος γεμόνας, οτε ζντας, οτε ποθανόντας. λλά τος ν τ μάχ τελευτήσαντας τν συμμάχων πάντας θάψω. Κα κρατήσας τ πολέμ τος βάρβαρους,τν μν μαχεσαμένων πρ τς λλάδος πόλεων οδεμίαν νάστατον ποιήσω. Τς δ τ το βάρβαρου προελομένας πάσας δεκατεύσω. Κα τν ερν μπρησθέντων κα καταβληθέντων π τν βάρβαρων οδν νοικοδομήσω παντάπασιν. λλά πόμνημα τος πιγιγνομένοις άσω καταλείπεσθαι τς τν βάρβαρων σεβείας.» («Δεν θα θέσω την ζωή πάνω από την ελευθερία, ούτε θα εγκαταλείψω τους ηγήτορες, ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς, αλλά εκείνους από τους συμμάχους που θα πέσουν στην μάχη όλους θα τους τιμήσω με την δέουσα ταφή.  Και αφού επικρατήσω στον πόλεμο κατά των βαρβάρων, από τις πόλεις που έδωσαν την μάχη υπέρ της Ελλάδας ουδεμία θα καταστρέψω, όμως εκείνες που προτίμησαν να συμμαχήσουν με τον βάρβαρο όλες θα τις καταστήσω φόρου υποτελείς.  Και από τα ιερά που πυρπόλησαν και γκρέμισαν οι βάρβαροι ουδένα θα ανοικοδομήσω, αλλά θα τα αφήσω να μένουν διαρκώς στην μνήμη των επερχόμενων γενεών ως δείγμα της ασέβειας των βαρβάρων.»).  H κατά τα ως άνω απουσία δέσμευσης υπεράσπισης των θεσμών στον «Όρκο των Πλαταιών» αιτιολογείται ευχερώς, εκ του ότι στην Μάχη των Πλαταιών ενώθηκαν οι Έλληνες για να πολεμήσουν υπέρ της Ελευθερίας τους τον κοινό εχθρό όλων τους, τους Πέρσες.  Άρα δεν ενώθηκαν οι πολίτες μιας Πόλης-Κράτους για να υπερασπισθούν τους θεσμούς της Πόλης τους, σύμφωνα με τους νόμους που είχαν θεσπισθεί ως προς την οργάνωση και την λειτουργία των θεσμών τούτων.

Γ. Η διαχρονική κανονιστική εμβέλεια του Δικαιώματος Αντίστασης υπό το φως αντίστοιχων κανονιστικών δεδομένων του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων»

Όπως καθίσταται επαρκώς εμφανές ένα τέτοιο Δικαίωμα Αντίστασης στο πλαίσιο του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», το οποίο ερείδεται ευθέως επί της  αντίστοιχης υποχρέωσης αντίστασης υπέρ των θεμελιωδών πολιτειακών θεσμών θυμίζει, βεβαίως τηρουμένων των στοιχειωδών ιστορικών και κανονιστικών αναλογιών, το δικαίωμα και μία μορφή έστω και περισσότερο ηθικώς  επιβεβλημένης υποχρέωσης των Ελλήνων όπως καθιερώνονται από την, κατά τα αναλυτικώς διευκρινισθησόμενα στην συνέχεια, διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.»

  1. Πολλώ μάλλον όταν και στις δύο περιπτώσεις, και παρά την πάροδο πολλών αιώνων από την εποχή τουκολοφώνατης «Αθηναίων Πολιτείας», κοινή ρίζα, θεσμική αλλά και βαθύτατα πολιτική, των κανονιστικών αυτών κειμένων που θεμελιώνουν ένα τέτοιο δικαίωμα και μία τέτοια -βεβαίως, και όπως θα καταφανεί εκτενέστερα στη επόμενη ενότητα αυτής της ανάλυσης, σαφώς σχετικοποιημένη στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975- υποχρέωση είναι, κατά βάθος, ο πατριωτισμός των Αθηναίων τότε, των Ελλήνων εν γένει σήμερα. Και τούτο διότι στην μεν διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 γίνεται ρητή αναφορά στον πατριωτισμό των Ελλήνων, ενώ ο πατριωτισμός αυτός είναι πρόδηλος –μάλλον δε κατάδηλος- στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων», και δη στην κατά τα όσα ήδη εκτέθηκαν  αρχή του:  «Ο καταισχυν τ πλα τ ερ, οδγκαταλείψω τν παραστάτην τ ν στοιχήσω· μυν δ κα πρ ερν κα σίων κα μόνος κα μετ πολλν. Κα τν πατρίδα οκ λάσσω παραδώσω, πλείω δ κα ρείω σης ν παραδέξωμαι.» («Δεν θα ντροπιάσω τα όπλα τα ιερά, ούτε θα εγκαταλείψω τον συμμαχητή μου, με οποιονδήποτε κι αν στοιχηθώ στην πολεμική γραμμή. Θα αμυνθώ και για τα ιερά και τα όσια και μόνος και μαζί με πολλούς. Και την πατρίδα δε θα παραδώσω μικρότερη, αλλά μεγαλύτερη και ισχυρότερη από όση την παρέλαβα.»).
  2. Ας σημειωθεί, εν κατακλείδι και επιπροσθέτως, ότι μια τέτοια ιστορική σύνδεσητης διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 με τα θεσμικά και τα ειδικότερα κανονιστικά δεδομένα του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων»μπορεί να καταστεί χρήσιμη όχι μόνο για την stricto sensu αναζήτηση των αρχικών της καταβολών. Αλλά και σαφώς ευρύτερα, ακόμη δε και γι’ αυτό τούτο το νομικό πλαίσιο των αμιγώς ρυθμιστικών δεδομένων της ως άνω διάταξης.

α) Με την έννοια ότι οι καταβολές αυτές μπορούν, υπό τις απαραίτητες και επιστημονικώς ενδεδειγμένες νομικές προϋποθέσεις, να φωτίσουν μέχρι και την όλη ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος, υπό την έποψη κυρίως της ιστορικής, ακόμη όμως και της τελεολογικής, ερμηνείας τους.  Μία τέτοια νομική προσέγγιση δεν ενέχει κάτι το υπερβολικό -και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη- αν αναλογισθούμε από την μία πλευρά την σύγχρονη γενικευμένη κρίση εξαιρετικά κρίσιμων θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας διεθνώς αλλά και στην Χώρα μας, κατ’ εξοχήν εξαιτίας πρωτόγνωρων ασύμμετρων απειλών που υπονομεύουν επικίνδυνα το υπόβαθρό τους και τον πυρήνα τους.  Και, από την άλλη πλευρά και συνακόλουθα, το πόσο το Δικαίωμα Αντίστασης εναντίον των κάθε είδους εχθρών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -επομένως και εναντίον των εχθρών του Συντάγματος, ιδίως δε αυτού- αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη επικαιρότητα και αξία. Ενώ, ταυτοχρόνως, απαιτεί ολοένα και αποτελεσματικότερα καθώς και πολυδιάστατα μέσα ατομικής και συλλογικής άσκησής του, πάντοτε εντός του κατά περίπτωση κανονιστικού πλαισίου που το καθιερώνει αλλά και το οριοθετεί.

β) Τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για εμάς, τους Έλληνες, αν αναλογισθούμε και ότι κατά την ορθότερη άποψη η κατά τ’ ανωτέρω διάταξη του Συντάγματός μας που θεσπίζει το Δικαίωμα Αντίστασης δεν είναι, τουλάχιστον ως προς τον κανονιστικό πυρήνα της που αφορά την προστασία της βάσης και της μορφής του Πολιτεύματος, αναθεωρητέα κατά την πρόβλεψη του άρθρου 110 παρ. 1 του Συντάγματος.  Με την έννοια ότι δεν είναι επιτρεπτή η μέσω της αναθεώρησης του Συντάγματος κατάργηση ή και η ουσιώδης αποδυνάμωση του συνταγματικώς εγγυημένου κανονιστικού υπόβαθρου αποτελεσματικής άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης.

ΙΙ.  Η διαχρονία της συνταγματικής κατοχύρωσης του Δικαιώματος Αντίστασης στο πλαίσιο της Συνταγματικής Ιστορίας μας έως την θέσπιση και την έναρξη ισχύος του Συντάγματος του 1975

Πολλούς αιώνες μετά την θεσμική ανίχνευση του Δικαιώματος Αντίστασης στον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων» της «Αθηναίων Πολιτείας», το δικαίωμα τούτο όχι μόνον αναβιώνει αλλά και αρχίζει να αποκτά ακόμη και συνταγματικές βάσεις αμέσως μετά την έναρξη της Εθνεγερσίας του 1821, θεσπιζόμενο, έστω και στοιχειωδώς, μέσω των πρώτων Συνταγμάτων της υπό απελευθέρωση Ελλάδας.  Και μάλιστα ήδη πριν την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου,  το 1830.  Συγκεκριμένα, η ιστορική έρευνα αποδεικνύει ότι σταθερή και αδιαπραγμάτευτη ήταν η βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Αγωνιζόμενων -καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ήτοι τόσο στο πλαίσιο του ένοπλου αγώνα όσο και στο πλαίσιο του αγώνα με κάθε διαθέσιμο πνευματικό ή άλλο παρεμφερές μέσο- Ελλήνων όχι μόνο να απελευθερωθεί το επί τέσσερις αιώνες υπόδουλο, υπό τον οθωμανικό ζυγό,  Έθνος των Ελλήνων και να καταστεί η Ελλάδα ανεξάρτητο και αυτόνομο Έθνος-Κράτος.  Αλλά και να αποκτήσει το Κράτος αυτό ευθύς εξ αρχής θεσμικές βάσεις Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και κατοχύρωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την θέσπιση ολοκληρωμένου Συντάγματος εφαρμοζόμενου στα εν τω μεταξύ απελευθερωμένα εδάφη της τότε Ελληνικής Επικράτειας.

Α. Το Δικαίωμα Αντίστασης στα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου 1822-1827

Ήταν δε τέτοια η ένταση αυτής της και θεσμικώς προσανατολισμένης βούλησης των Αγωνιζόμενων Ελλήνων, ώστε αρκετά χρόνια πριν την ίδρυση του Νεότερου Ελληνικού Κράτους μέσω διαδοχικών Εθνικών Συνελεύσεων θέσπισαν Συντάγματα μεσούσης της επαναστατικής περιόδου.

  1. Και τούτο, προκειμένου να θεμελιώσουν και πάνω σε όσο το δυνατόν πιο στέρεες θεσμικές αντηρίδεςτον Αγώνα για την ευόδωση της Εθνεγερσίας του 1821, ενισχύοντας έτσι και το αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων ως προς την προοπτική άμεσης αποτίναξηςτου οθωμανικού ζυγού.

α) Αυτό είναι, σε τελική ανάλυση, το όλο ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε, ταχύτατα, αυτό το οποίο έχει συμβολικώς χαρακτηρισθεί ως ο «συνταγματισμός των Ελλήνων» ήδη από τις απαρχές της Εθνεγερσίας του 1821. Τα προμνημονευόμενα, επαναστατικά όπως αποκλήθηκαν, εφαρμοσθέντα Συντάγματα, ήταν:  Πρώτον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος», το οποίο θέσπισε η Α΄ Εθνική Συνέλευση, το 1822.  Δεύτερον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» ή «Νόμος της Επιδαύρου», το οποίο θέσπισε η Β΄ Εθνική Συνέλευση, το 1823.  Και, τρίτον, το οριστικό «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το οποίο θέσπισε η Γ΄ Εθνική Συνέλευση, το 1827.   

β)  Ο συνταγματισμός των Ελλήνων εκείνης της περιόδου αναδεικνύεται, με εμφατική μάλιστα ενάργεια, και εκ του ότι οι κατά τα προεκτεθέντα Εθνικές Συνελεύσεις όχι μόνο θέσπισαν πλήρη κανονιστικώς και σαφώς προοδευτικά, από δημοκρατική έποψη, Συντάγματα. Αλλά φρόντισαν να θωρακίσουν τα Συντάγματα αυτά και με ορισμένες εγγυήσεις για την τήρησή τους.  Και μάλιστα εγγυήσεις οι οποίες προοιωνίζονταν σαφώς, σε ό,τι αφορά τις ειδικότερες εγγυήσεις τήρησης του θεσπιζόμενου Συντάγματος, από την μία πλευρά το μετέπειτα Δικαίωμα Αντίστασης.  Και, από την άλλη πλευρά, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ο οποίος εγγυάτο τον αυστηρό χαρακτήρα των Συνταγμάτων αυτών, ιδίως μέσω των προβλέψεων που όριζαν ότι το Σύνταγμα δεν μπορεί να τροποποιηθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις υποδεέστερης τυπικής ισχύος, τις οποίες μπορούσαν να θεσπίσουν κυρίως η Νομοθετική Εξουσία και η Εκτελεστική Εξουσία.

  1. Τέτοιες εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος θέσπιζαν:

α) Πρώτον, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» («Νόμος της Επιδαύρου») του 1823, δια του Ψηφίσματος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης (άρ. 19 των Πρακτικών), το οποίο αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του Συντάγματος τούτου.  Κατ’ ακρίβεια, το προμνημονευόμενο Ψήφισμα όριζε, μεταξύ άλλων:

α1) «α΄ Τ Προσωρινν Πολίτευμα τς λλάδος π τ νομα, Νόμος τς πιδαύρου, ναγνωριζόμενον ες τ ξς, φιερώνεται ες τν ενοιαν τν λαν, κα ες τν πατριωτισμν παντς λληνος, δι ν νεργται καθ’όλην τν κτασιν.» Όπως ευθέως προκύπτει από την διάταξη αυτή τότε φαίνεται να θεσπίζεται, για πρώτη φορά στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία, ένα Δικαίωμα Αντίστασης που η άσκησή του ισοδυναμούσε με μία μορφή εγγύησης της τήρησης του Συντάγματος, υπό την έννοια του πλήρους σεβασμού του και της επέκεινα πλήρους εφαρμογής του στην πράξη.  Επιπλέον ο όρος «αφιερώνεται», που περιλαμβάνεται στο κείμενο της διάταξης αυτής υπήρξε, δίχως αμφιβολία, οδηγός για την διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 -κατά την οποία η τήρηση του Συντάγματος «αφιερούται» στον πατριωτισμό των Ελλήνων- που, όπως θα αναλυθεί περισσότερο στην συνέχεια, ήταν και η αφετηρία για την έκτοτε ρητή κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης σε όλα, ανεξαιρέτως, τα μεταγενέστερα Συντάγματά μας.

α2) «β΄ π’ οδεμί προφάσει κα περιστάσει δύναται  Διοίκησις ν νομοθετήσ ναντίον ες τν παρν Πολίτευμα.». Η διάταξη αυτή ενίσχυε ρυθμιστικώς την προηγούμενη ως εγγύηση τήρησης του Συντάγματος. Και τούτο ιδίως διότι κατοχύρωνε, ρητώς και αδιακρίτως, την αρχή της υπεροχής της τυπικής ισχύος του Συντάγματος έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης και, περαιτέρω, έστω και εμμέσως αποσαφήνιζε κανονιστικώς τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος.  Με άλλες λέξεις, η διάταξη αυτή μάλλον πρέπει να θεωρηθεί ως η πρώτη ρύθμιση στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία η οποία καθιέρωσε, ως εγγύηση τήρησης του Συντάγματος, την κανονιστικώς θεμελιώδη αρχή του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων.  Και δη ως ευθεία συνέπεια του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος.  Μία αρχή η οποία μεταφυτεύθηκε σταδιακώς, με ολοένα και πληρέστερες διατάξεις, σε όλα τα μεταγενέστερα Συντάγματά μας, με κορύφωση τις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1975 κατά τα εκτεθησόμενα στο πλαίσιο της ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 120 παρ.4.

β) Δεύτερον, το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» («Σύνταγμα της Τροιζήνας») του 1827, δια του Ψηφίσματος της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης (άρ ΙΕ΄ του «κώδηκος των ψηφισμάτων»).  Που και αυτό -όπως και το Ψήφισμα της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης κατά τα όσα αμέσως πιο πάνω διευκρινίσθηκαν- αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του  Συντάγματος τούτου.  Ας σημειωθεί δε ότι το Ψήφισμα αυτό της Γ΄ Εθνικής Συνέλευσης, με ελάχιστες και καθαρώς αποσαφηνιστικές αλλαγές, επαναλάμβανε σχεδόν αυτούσιες τις κατά τα ως άνω εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος του Ψηφίσματος της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης.  Σε αυτό ακριβώς το πεδίο το Σύνταγμα του 1827 όριζε:

β1) Για μεν το Δικαίωμα Αντίστασης: «Α΄ Τ ατ πολίτευμα, π τ’ νομα, Πολιτικν Σύνταγμα τς λλάδος, ναγνωριζόμενον φεξς φιεροται ες τν πίστιν τς Βουλς, το Κυβερνήτου κα το Δικαστικο, δι ν διατηρται ν κριβεί, φιεροται ες τν ενοιαν τν λαν, κα ες τν πατριωτισμν παντς λληνος, δι ν νεργται καθ’ λην τν κτασιν.».

β2) Για δε την ρήτρα  του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ως αυτόθροης συνέπειας του αυστηρού χαρακτήρα του Συντάγματος: «Β΄ π’ οδεμί προφάσει κα περιστάσει δύναται Βουλή, Κυβέρνησις ν νομοθετήσ ν νεργήσ τί ναντίον ες τ παρν πολιτικν σύνταγμα.».

 

Β. Το Δικαίωμα Αντίστασης από το Σύνταγμα του 1844 έως το Σύνταγμα του 1952

Θα τεκμηριωθεί εκτενέστερα στην πορεία της ανάλυσης αυτής ότι ιστορική μήτρα, από την οποία διαμορφώθηκε το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 για το Δικαίωμα Αντίστασης -φυσικά με τις πολύ σημαντικές προσθήκες που ολοκλήρωσαν την κανονιστική μορφή του- υπήρξε η διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844.  Σύνταγμα το οποίο παραχωρήθηκε -άρα  ουδόλως θεσπίσθηκε με έστω και κατ’ επίφαση δημοκρατικές διαδικασίες- από τον «ελέω Θεού Βασιλέα της Ελλάδος»  Όθωνα, ως συμβιβασμός του προς τις απαιτήσεις των ηγητόρων της επαναστατικής κίνησης της 3ης Σεπτεμβρίου 1842, και ίσχυσε, οπωσδήποτε με διακυμάνσεις ή και ανατροπές, έως το 1864 ως «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

  1. Εμπνεόμενοαπό τις ρήτρεςπερί των εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος, οι οποίες προϋπήρχαν κατά τα προαναφερθέντα στα σχετικά Ψηφίσματα που συμπλήρωναν το κείμενο τόσο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος» του 1823 («Συντάγματος του Άστρους») όσο και του οριστικού «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», του 1827 («Συντάγματος της Τροιζήνας»), το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1844, με εξαιρετικά λακωνικό τρόπο, όριζε τα εξής: « τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων.».

α) Ουδεμία όμως άλλη, πρόσθετη, εγγύηση υπήρχε στο Σύνταγμα αυτό για την προοπτική άσκησης ενός κανονιστικώς στοιχειωδώς οριοθετημένου Δικαιώματος Αντίστασης σε περίπτωση επιχείρησης κατάλυσής του δια της βίας.  Είναι φανερό ότι η νοοτροπία αυτή των συντακτών του κειμένου του Συντάγματος του 1844 εξηγείται από την ίδια την θεσμική του φύση, και κατ’ ακρίβεια από το γεγονός ότι, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν προϊόν παραχώρησης προς τον Ελληνικό Λαό από τον «ελέω Θεού Βασιλέα της Ελλάδος», τον Όθωνα.

β) Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, σε ό,τι αφορά την θεσμική φύση του Συντάγματος του 1844, ότι στο προοίμιό του (άρ. 2) αναφερόταν ρητώς πως ο Όθων έκανε σημαντικές παρεμβάσεις και παρατηρήσεις επί του σχεδίου του Συντάγματος τούτου πριν από την ψήφισή του εκ μέρους της Εθνικής Συνέλευσης, οι οποίες έγιναν «μετ’ ευχαριστιών» δεκτές από την πλευρά της  (άρ. 3).  Ενώ στην συνέχεια του ίδιου προοιμίου (άρ. 4) αναφέρεται, επίσης ρητώς, ότι αφενός ο Όθων «απεδέχθη τας παρ’ αυτής εκφρασθείσας ευχάς» και, αφετέρου, το Σύνταγμα του 1844 «συνωμολογήθη» μεταξύ αυτού και των «πληρεξουσίων του Έθνους».

  1. Κατά τρόπο μάλλονπαράδοξο η διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844, αναφορικά με το πρωτόλειο Δικαίωμα Αντίστασης το οποίο θέσπιζε, υιοθετήθηκε αυτούσια από τα μεταγενέστερα Συντάγματα.  Και τούτο μολονότι αυτά είχαν πια αποκτήσει πιο δημοκρατικά χαρακτηριστικά και, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν «Συντάγματα κατά παραχώρηση». Κάτι το οποίο προκύπτει, μεταξύ άλλων, και εκ του ότι σε όποιες περιπτώσεις τα Συντάγματα αυτά ίσχυσαν υπό το καθεστώς της Βασιλείας, ο επικεφαλής του Κράτους αναφερόταν όχι πλέον ως «Βασιλεύς της Ελλάδος» -όπως συνέβαινε με το Σύνταγμα του 1844- αλλά ως «Βασιλεύς των Ελλήνων

α) Συγκεκριμένα δε η προμνημονευόμενη διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 υιοθετήθηκε αυτούσια:

α1) Από το Σύνταγμα του 1864, ως άρθρο 107.

α2) Από το Σύνταγμα του 1911, ως άρθρο 111.

α3) Από το Σύνταγμα του 1927, ως άρθρο 127.

α4) Και από το Σύνταγμα του 1952, ως άρθρο 114.

β) Μέσω της ιστορικής αναδρομής που προηγήθηκε, ως προς την πορεία της θεσμικής και κανονιστικής εξέλιξης του Δικαιώματος Αντίστασης από την διάταξη του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 έως την διάταξη του άρθρου 114 του Συντάγματος του 1952, αποκαλύπτονται ευχερώς τα στοιχεία εκείνα τα οποία αναδεικνύουν τον σαφώς ολοκληρωμένο, όπως θα καταστεί πιο κάτω αναλυτικώς εμφανές, ρυθμιστικό πυρήνα της ισχύουσας πλέον διάταξης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος. Συμπερασματικώς λοιπόν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, σε σχέση με τις προγενέστερες εν προκειμένω συνταγματικές ρυθμίσεις, η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 έχει εμπλουτίσει, μέσω της κανονιστικής διορατικότητας των συντακτών της, τα θεσμικά χαρακτηριστικά του Δικαιώματος Αντίστασης προεχόντως με τα εξής στοιχεία, τα οποία φυσικά θα αναδειχθούν περισσότερο στο πλαίσιο των σκέψεων που θα παρατεθούν στον οικείο τόπο:

β1) Η αντικατάσταση του όρου «αφιερούται» με τον όρο «επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων» ενέχει προδήλως τα αναγκαία ενεργητικά, και κατά τούτο δυναμικά, στοιχεία για την πλήρη άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης εντός του κανονιστικού πλαισίου μιας πραγματικής lex perfecta.  Πολλώ μάλλον όταν ο όρος «επαφίεται» αιτιολογεί καταλλήλως και την καθιέρωση μιας μορφής «υποχρέωσης αντίστασης»  -πάντοτε με τις διευκρινίσεις που θα προστεθούν επίσης στον οικείο τόπο- όπως αυτή θεσπίζεται επιπροσθέτως στην διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975.

β2) Τέλος, το ρυθμιστικό πλαίσιο της άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης στην διάταξη του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος του 1975 ολοκληρώνεται καθοριστικώς μέσω της λακωνικής, πλην όμως άκρως περιεκτικής, κανονιστικής  οριοθέτησης του όρου «επαφίεται», όπως επισημάνθηκε αμέσως προηγουμένως.  Και τούτο, διότι η ως άνω οριοθέτηση συμπλέει με τον κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος του 1975 θεσπισμένο σκοπό της άσκησης του  Δικαιώματος Αντίστασης.  Δηλαδή τον σκοπό της εκ μέρους του φορέα ή των φορέων του Δικαιώματος τούτου προβολής αντίστασης, και δη με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο, «εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία

ΙΙΙ.  Η θεσμικώς ολοκληρωμένη κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης με βάση το κανονιστικό περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος

Σε συνέχεια των όσων ήδη παρατέθηκαν πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως προκύπτει από την γραμματική, την ιστορική, την συστηματική και ιδίως από την τελεολογική ερμηνεία της, η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος Συντάγματος, που θεσπίζει το Δικαίωμα Αντίστασης, συμπυκνώνει και προεκτείνει κανονιστικώς όλα τα σχετικά δεδομένα των αντίστοιχων συνταγματικών ρυθμίσεων από τις καταβολές της Συνταγματικής Ιστορίας μας.  Η πραγματικότητα αυτή αιτιολογεί με επάρκεια και το ότι πρέπει να θεωρηθεί πως η ως άνω διάταξη συνθέτει την πιο ολοκληρωμένη έως σήμερα συνταγματική κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης, ορίζοντας τα εξής: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με βία.». Με αυτό το περιεχόμενο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, στις γενικές της γραμμές, θεσμοθετεί το Δικαίωμα Αντίστασης αποσαφηνίζοντας ρυθμιστικώς κυρίως ότι οι φορείς του –και συγκεκριμένα καθένας και όλοι οι Έλληνες μαζί- αφενός νομιμοποιούνται να το ασκήσουν επειδή η εν γένει τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό τους. Και, αφετέρου, με αυτή την άσκησή του εκδηλώνουν δημοσίως την βούλησή τους να εκπληρώσουν και μία μορφή υποχρέωσής τους για αντίσταση, με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο, εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία. Από αυτό το κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος  προκύπτουν, κατά κύριο λόγο, και τα εξής:

Α. Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Δικαιώματος Αντίστασης στο κανονιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος

Το Δικαίωμα Αντίστασης είναι θεσμικώς ιδιόμορφο δικαίωμα κατ’ εξοχήν λόγω της κανονιστικής του πολυπρισματικότητας.  Με την έννοια ότι δεν μπορεί να ενταχθεί, δίχως άλλες προϋποθέσεις, στην χορεία των λοιπών συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων, ιδίως δε των ατομικών δικαιωμάτων.

  1. Και τούτο διότι ναι μεν το Δικαίωμα Αντίστασης έχει και στοιχεία ατομικού δικαιώματος, λόγω του ότι η άσκησή του νομιμοποιείται κατά το Σύνταγμα όταν μπορεί –αλλά και πρέπει, εφόσονενεργοποιείται και το στοιχείο της υποχρέωσης όπως θα διευκρινισθεί κατωτέρω- να ενεργοποιηθεί ως θεσμική ασπίδα των φορέων του για την με κάθε συνταγματικώς επιτρεπτό μέσο απόκρουση οιουδήποτε επιχειρεί  να το καταλύσει με την βία.

α) Πλην όμως εκ φύσεως, σύμφωνα με την ρύθμιση της σχετικής συνταγματικής διάταξης, υπερβαίνει, και δη κατά πολύ, το πλαίσιο του κλασικού ατομικού δικαιώματος. Και αυτό διότι η ίδια η διάταξη, προεχόντως κατά την τελεολογική ερμηνεία της, εντάσσει το Δικαίωμα Αντίστασης στην γενικότερη κατηγορία των εγγυήσεων τήρησης του Συντάγματος. Και μάλιστα όλων των διατάξεων του Συντάγματος, πρωτίστως δε εκείνων που κατοχυρώνουν τις εγγυήσεις ακώλυτης άσκησης των συνταγματικώς ρυθμιζόμενων και οριοθετούμενων κανονιστικώς δικαιωμάτων, ήτοι κατ’ ουσία  των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Υπ’ αυτή δε την θεσμική μορφή του το Δικαίωμα Αντίστασης εμφανίζεται, κατά κάποιο τρόπο, και ως πρωταρχικό δικαίωμα θωράκισης των δικαιωμάτων εν γένει.

β) Επέκεινα, το Δικαίωμα Αντίστασης με αυτά τα θεσμικά διακριτικά γνωρίσματα νοείται ως δικαίωμα το οποίο μπορεί να ασκηθεί τόσον ατομικώς, από κάθε Έλληνα, όσο και συλλογικώς, αφού φορείς του είναι και οι Έλληνες γενικώς, προκειμένου να  υπερασπισθούν το Σύνταγμα από κάθε επιχείρηση κατάλυσής του με την βία. Δεν είναι λοιπόν ανακριβές το να υποστηριχθεί ότι μία τέτοια συλλογική άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης δεν έρχεται σε αντίθεση με την όλη κανονιστική του υπόσταση, αν  αναλογισθούμε το πόσο πιο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχθεί στην πράξη η συλλογική αντίσταση λόγω του τρόπου με τον οποίο, όπως η ιστορική πορεία έχει καταδείξει, εκδηλώνονται οι επιχειρήσεις κατάλυσης του Συντάγματος, καθιστώντας άκρως δυσχερή έως αδύνατη την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους από καθέναν ατομικώς.

  1. Αυτή η ευρύτερηθεσμική θεώρηση του Δικαιώματος Αντίστασης εμφανίζεται τόσο περισσότερο επιβεβλημένη, όσο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος -σε αντίθεση προς τις προγενέστερες αντίστοιχες συνταγματικές διατάξεις που προέβλεπαν ότι η τήρηση του Συντάγματος αφιερούται στον πατριωτισμό των Ελλήνων– ορίζει ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

α) Μια τέτοια  δυναμική  θεώρηση του Δικαιώματος Αντίστασης σηματοδοτεί, αυτοθρόως, και την ενεργητική ισχυροποίησή του. Υπό την έννοια ότι κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος η άσκησή του καθίσταται περισσότερο επιτακτική για τον φορέα ή τους φορείς του, σε σημείο ώστε στην δυνατότητα άσκησής του να προστίθεται –και μάλιστα ρητώς κατά την ως άνω διάταξη- μία μορφή υποχρέωσης άσκησής του.

β) Την ερμηνεία αυτή της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος επιρρωνύει, ιδίως κατά την τελεολογική και την συστηματική της διάσταση, η διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία: «O σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.».  Πραγματικά, με την διατύπωση αυτή η προμνημονευόμενη διάταξη συνιστά την κανονιστική sedes materiae της αντίστοιχης υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος που επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, κατά την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 120.   Και κατ’ ακρίβεια, η διακηρυκτική θέσπιση του σεβασμού του Συντάγματος και των νόμων και της αφοσίωσης στην Πατρίδα και την Δημοκρατία της παρ. 2 προετοιμάζουν το έδαφος, ερμηνευτικώς, για τον καθορισμό του ουσιαστικού νοήματος της υποχρέωσης τήρησης του Συντάγματος, ως πυρηνικής πτυχής του πατριωτισμού των Ελλήνων κατά την ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 120.

Β. Οι κύριες συνιστώσες της περί του Δικαιώματος Αντίστασης ιδίως τελεολογικής και ιστορικής ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 120 παρ.4 του Συντάγματος

Βεβαίως, και πάντοτε κατά το γράμμα και το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, η υποχρέωση αυτή δεν είναι πλήρης, δηλαδή δεν απολήγει στην θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής άσκησης του Δικαιώματος Αντίστασης, με ανάλογες κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής της.

  1. Κατά τούτο, και ως προς το σκέλος της υποχρέωσης που αφορά την άσκηση του Δικαιώματος Αντίστασης, η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος δεν αντιστοιχεί σε μια πραγματική lex perfecta, ήτοι σε πλήρη κανόνα δικαίου. 

α) Αλλά σε μια μορφή lex minus quam perfecta, με έντονα τα χαρακτηριστικά  της κατευθυντήριας διάταξης. Η οποία έτσι καθιερώνει κανονιστικώς ένα είδος επιτακτικής  προτροπής προς αντίσταση έναντι οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία.

β) Συνεπώς  η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, με την πρόβλεψη μιας τέτοιας μορφής υποχρέωσης αντίστασης, προσθέτει στο Δικαίωμα Αντίστασης και ένα ηθικώς δέον σε ό,τι αφορά την τήρηση και την υπεράσπιση του Συντάγματος, συμβάλλοντας ουσιωδώς και στην σταδιακή καλλιέργεια και εμπέδωση μιας  νοοτροπίας αντίστασης.  Νοοτροπίας σύμφυτης τόσο με την πλήρη κανονιστική υπεροχή του Συντάγματος έναντι των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης, όσο και με τον, οπωσδήποτε συνακόλουθο, αυστηρό χαρακτήρα του.

  1. Το Δικαίωμα Αντίστασης, ως δικαίωμα ρυθμιζόμενο από συγκεκριμένες συνταγματικές διατάξεις, ασκείται μέσα στα όρια που προσδιορίζουν οι διατάξεις αυτές. Άρα ασκείται μέσα στα όρια του ρυθμιστικού πλαισίου της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος και μόνο προς αποτροπή της κατάλυσης του Συντάγματος με την βία. Γεγονός που σημαίνει, περαιτέρω, και ότι η άσκησή του προϋποθέτει πέραν των άλλων και πλήρη σεβασμό τόσο της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας όσο και της Δημοκρατικής Αρχής. Εξ αυτών συνάγεται και ότι:

α) Προκαταρκτικώς τονίζεται ότι πρωτεύουσα και ιδιάζουσα ερμηνευτική σημασία για την κανονιστική οριοθέτηση του Δικαιώματος Αντίστασης έχει η διατύπωση εκείνη της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, η οποία διευκρινίζει με σαφήνεια ότι το δικαίωμα τούτο αναγνωρίζεται σε καθένα και όλους μαζί τους Έλληνες, προκειμένου να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με την βία.

α1) Και κύριο μέτρο για την ερμηνευτική αυτή πρόσληψη της προμνημονευόμενης διάταξης είναι η θεσμική και κανονιστική υπόσταση από την μία πλευρά της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και, από την άλλη πλευρά, της Δημοκρατικής Αρχής.  Ειδικότερα το Δικαίωμα Αντίστασης, και υπό την εκδοχή του αμιγώς ατομικού δικαιώματος και υπό την εκδοχή της πρόσθετης σε αυτό υποχρέωσης, επιτρέπεται  -ή και επιβάλλεται, όσο επιβάλλεται-  να ασκηθεί εναντίον εκείνων οι οποίοι επιχειρούν την κατάλυση του Συντάγματος με την βία.

α2) Δηλαδή με πραξικοπηματικά και άλλα εξωθεσμικά μέσα, τα οποία ουδόλως ρυθμίζονται από το Σύνταγμα και από σύμφωνες με αυτό διατάξεις.  Όπως είναι κατά κύριο λόγο τα μέσα που, κατ’ αποτέλεσμα, στρέφονται ευθέως και απροκαλύπτως εναντίον της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής, με βασικό στόχο την ουσιαστική κανονιστική παράκαμψή τους ή και την πλήρη κανονιστική αποδυνάμωσή τους, είτε για την επιβολή lato sensu δικτατορικού καθεστώτος είτε και για την επικράτηση μιας μορφής διαλυτικής των θεσμών αναρχίας.

β) Όλως αντιθέτως, το κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος Δικαίωμα Αντίστασης δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν πρόκειται για οιασδήποτε μορφής συνταγματική αλλαγή, η  οποία επέρχεται υπό τους συνταγματικώς προβλεπόμενους ή και ανεκτούς όρους, άρα με πλήρη σεβασμό της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής.

β1) Πρόκειται για τους όρους οι οποίοι εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, ακόμη και της πιο ευρείας, εφόσον συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του Συντάγματος. Ή και εφόσον συντελείται κατά praeter constitutionem  -ουδέποτε όμως και κατ’ ουδένα τρόπο κατά contra constitutionem- ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου τούτου, πάντοτε όμως, όπως τονίσθηκε προηγουμένως, με πλήρη σεβασμό και τήρηση της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής.  Επομένως, εφόσον συντελείται μέσα στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης lato sensu αναθεώρησης του Συντάγματος και δίχως υπέρβαση των ακραίων ορίων της.

β2) Ένα τέτοιο παράδειγμα καθ’ όλα επιτρεπτής, θεσμικώς και κανονιστικώς, τροποποίησης ακόμη και των ρυθμίσεων του Συντάγματος που αφορούν την μορφή, όχι όμως και την βάση, του Πολιτεύματος συνιστά το δημοψήφισμα του 1974. Με την απαραίτητη διευκρίνιση ότι η  αλλαγή αυτή συντελέσθηκε υπό το καθεστώς του Συντάγματος του 1952 κατά το μεσοδιάστημα έως την θέσπιση του νέου Συντάγματος του 1975 και δεν είναι, κατ’ ουδένα τρόπο, πλέον επιτρεπτή υπό το καθεστώς του ισχύοντος Συντάγματος,  σύμφωνα με την ρητή και αδιάστικτη απαγόρευση αναθεώρησης των διατάξεών του εκείνων οι οποίες αφορούν την μορφή του Πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, κατά την διάταξη του άρθρου 110 παρ. 1.  Το δημοψήφισμα του 1974 προκηρύχθηκε                      -δοθέντος ότι η επαναφορά σε ισχύ του Συντάγματος του 1952 είχε γίνει με την ρητή εξαίρεση των διατάξεών του ως προς την μορφή του Πολιτεύματος, κατά τις προβλέψεις της Συντακτικής Πράξης της 1ης Αυγούστου 1974- την 22α Νοεμβρίου 1974 (ΦΕΚ Α΄353).  Και διεξήχθη την 8η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους με πλήρη σεβασμό της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας και της Δημοκρατικής Αρχής, μέσω δε αυτού το Πολίτευμα της Βασιλευόμενης Δημοκρατίας αντικαταστάθηκε από εκείνο  της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

β3) Επέκεινα, το Δικαίωμα Αντίστασης κατ’ ουδένα  τρόπο συμπεριλαμβάνει εντός του δικαιωματικού πυρήνα του και ένα δικαίωμα επανάστασης. Άρα το Δικαίωμα Αντίστασης, κατά την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος,  δεν είναι επιτρεπτό να ασκηθεί «παναστατικ δικαίῳ» και με στόχο την ανατροπή της υφιστάμενης συνταγματικής τάξης με την πολλαπλώς ενισχυμένη δημοκρατική νομιμοποίηση. Με άλλες λέξεις το Δικαίωμα Αντίστασης δεν μπορεί να ασκηθεί κατά το Σύνταγμα με στόχο την αθέμιστη επέλευση οιασδήποτε μορφής επαναστατικής αλλαγής.

  1. Ο τρόπος με τον οποίο η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος

θεσμοθετεί το Δικαίωμα Αντίστασης θεραπεύει πολλές από  τις παθο-γένειες του παρελθόντος. Ιδίως δε εκείνες, οι οποίες προέκυψαν ύστερα από πραξικοπήματα που είχαν προκαλέσει και ορισμένα μεγάλα νομικά ζητήματα. Ακριβέστερα, και πάντα σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος:

α) Η επικράτηση ενός καθεστώτος διά της ισχύος και  κατά κατάλυση του Συντάγματος και της  αντίστοιχης συνταγματικής τάξης κατ’ ουδένα τρόπο δημιουργεί δίκαιο. Κατά νομική λογική ακολουθία, το προκλητικώς αντιδημοκρατικό δόγμα «επανάστασις επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιο» ανήκει, άπαξ διά παντός, σε ένα σκοτεινό και μακρινό παρελθόν.  Την ερμηνεία αυτή της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος ενισχύει καταλυτικώς και η διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του ίδιου άρθρου αναφορικά με την θεσμική θωράκιση της Λαϊκής Κυριαρχίας έναντι των σφετεριστών της, σύμφωνα με την οποία: «Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.».

β) Εξ αυτού προκύπτει και ότι κάθε άλλη πράξη αντίστασης των φορέων του κατά  την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος Δικαιώματος Αντίστασης, με σκοπό την μη εφαρμογή διατάξεων που είναι ενδεχόμενο να επιβληθούν από οιασδήποτε μορφής δικτατορικό καθεστώς, είναι απολύτως  νόμιμη και οι κυρώσεις που είναι επίσης ενδεχόμενο να έχουν επιβληθεί εν προκειμένω είναι παντελώς ανυπόστατες και δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Αν δε έχουν παραχθεί εν τω μεταξύ τέτοια αποτελέσματα,  αυτά μετά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης ανατρέπονται νομικώς και με αναδρομική ισχύ, ως προς όλες τους τις συνέπειες.

γ)  Το Δικαίωμα Αντίστασης  διαφέρει σαφώς από την λεγόμενη πολιτική ανυπακοή. Και τούτο διότι η τελευταία αφορά την δυναμική αμφισβήτηση της νομιμότητας διατάξεων, οι οποίες έχουν θεσπισθεί μέσω κανόνων δικαίου υποδεέστερης τυπικής ισχύος έναντι των διατάξεων του Συντάγματος. Ενώ το Δικαίωμα Αντίστασης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ενεργοποιείται αποκλειστικώς και μόνο προς αντιμετώπιση των ενεργειών όσων επιχειρούν να καταλύσουν το Σύνταγμα με την βία.

  1. Ωςεγγύηση τήρησης του Συντάγματος, κατά τ’ ανωτέρω, το Δικαίωμα Αντίστασης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος μπορεί και πρέπει να συνδυάζεται ως προς την  άσκησή του και με τις λοιπές ανάλογες εγγυητικές ρυθμίσεις του Συντάγματος. Και οπωσδήποτε με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος η οποία, στο πλαίσιο των ευρύτερων εγγυήσεων της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας, ορίζει τα εξής: «Οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους και σε καμία περίπτωση δεν  υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.». Όμως ως προς την ένταση και τα όρια του προμνημονευόμενου συνδυασμού μεταξύ τέτοιων συναφών συνταγματικών ρυθμίσεων παρατηρούνται τα ακόλουθα:

α) Κατ’ αρχάς η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, υπό το συγκεκριμένο κανονιστικό της περιεχόμενο, συνιστά θεμέλιο και για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων –αλλά και όλων των υποδεέστερης τυπικής ισχύος, σε σχέση με εκείνη του Συντάγματος, διατάξεων της Έννομης Τάξης- εκ μέρους των λειτουργών της Δικαστικής Εξουσίας. Λειτουργών, οι οποίοι  ασκούν  την δικαιοδοσία τους θωρακισμένοι με τις εγγυήσεις της κατά το Σύνταγμα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Βεβαίως, ο κατά τα προεκτεθέντα δικαστικός έλεγχος που αφορά την τήρηση του Συντάγματος θεμελιώνεται κατά πρώτο λόγο στην συνταγματικώς καθιερωμένη κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης. Ιεραρχία η οποία, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, ως προς τις κανονιστικές της διαστάσεις χαρακτηρίζεται ιδίως εκ του ότι βάση αλλά ταυτοχρόνως και κορυφή της Έννομης Τάξης είναι αυτό τούτο το Σύνταγμα. Και αυτό διότι από τις διατάξεις του Συντάγματος απορρέει η ιεραρχική θέση όλων των λοιπών κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης.

β) Ως προς την κατά την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος υποχρέωση των δικαστικών  λειτουργών να μην συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος διευκρινίζονται και τα εξής:

β1) Η διάταξη αυτή, όπως προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα της, δεν καθιερώνει ένα ιδιαίτερο δικαίωμα αντίστασης των δικαστικών λειτουργών, ανάλογο με εκείνο που θεσπίζει η διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος.  Με την έννοια ότι δεν θεσπίζει ένα γνήσιο Δικαίωμα Αντίστασης υπέρ των δικαστικών λειτουργών αλλά, όλως αντιθέτως, θεσμοθετεί μια υποχρέωσή τους σύμφυτη με την άσκηση του δικαιοδοτικού τους λειτουργήματος. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά το Σύνταγμα –ιδίως δε κατά τις διατάξεις των άρθρων 87 επ.- δεν νοείται άσκηση δικαιώματος εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών κατά την εκπλήρωση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.

β2) Νοείται, πάντοτε κατά το Σύνταγμα, μόνον in concreto άσκηση της δικαιοδοσίας που τους απονέμεται κατά τις κείμενες κάθε φορά διατάξεις, η οποία μάλιστα θεσπίζεται ως υποχρεωτική. Και αυτό, διότι κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ο δικαστικός λειτουργός δεν διαθέτει οιασδήποτε μορφής διακριτική ευχέρεια. Αλλά κρίνει, και μάλιστα εν τέλει με δύναμη δεδικασμένου, κατά  δέσμια ουσιαστικώς δικαιοδοσία, φυσικά με την κανονιστική ιδιαιτερότητα που εμφανίζει μια τέτοια δεσμευτικότητα ακριβώς λόγω της αντίστοιχης ιδιαιτερότητας της δικαστικής απόφασης και του εξ αυτής παραγόμενου δεδικασμένου, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες κατά περίπτωση δικονομικές ρυθμίσεις.

                                                 Επίλογος

Συνοψίζοντας τα όσα προεκτέθηκαν θεωρώ πως πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Δικαίωμα Αντίστασης, όπως θεσπίζεται με λακωνικό πλην όμως κανονιστικώς πλήρη και συγκεκριμένο τρόπο από την διάταξη του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος, συνιστά μία από τις θεμελιώδεις –μάλλον δε από πλευράς θεσμικών συμβολισμών την πιο εμβληματική– εγγυήσεις για την τήρηση και, επέκεινα, για την υπεράσπιση του Συντάγματος στο σύνολό του. Και τούτο διότι το Δικαίωμα Αντίστασης, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, από την μία πλευρά λειτουργεί εγγυητικώς αυτοτελώς σε ό,τι αφορά  την in globo τήρηση και υπεράσπιση του Συντάγματος. Από την άλλη δε πλευρά συμβάλλει κανονιστικώς στην θωράκιση περισσότερων, ανάλογων, εγγυήσεων.  Με πρώτη και κύρια εκείνη του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα ιδίως με την διάταξη του άρθρου 87 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία βεβαίως ουσιαστικώς θεμελιώνεται στην κανονιστική ιεραρχία της Έννομης Τάξης, με βάση και κορυφή το Σύνταγμα. Άλλωστε, αυτές οι δύο εγγυητικές ρήτρες για την τήρηση και την υπεράσπιση του Συντάγματος προδήλως λειτουργούν συμπληρωματικώς και αμοιβαίως ενισχυτικώς, δοθέντος ότι από το ίδιο το κανονιστικό τους περιεχόμενο συνάγεται πως βασικός στόχος τους, κατ’ εξοχήν κατά την τελεολογική ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 120 παρ. 4 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι η αποτροπή, με κάθε νόμιμο μέσο και από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχεται –συμπεριλαμβανομένων των τριών Εξουσιών, της Νομοθετικής, της Εκτελεστικής και της Δικαστικής- της καθ’ οιονδήποτε τρόπο επιχείρησης άμεσης ή έμμεσης κατάλυσης του Συντάγματος με την βία.

Α.  Αυτή την κανονιστική αξία και σημασία του Δικαιώματος Αντίστασης -σύμφωνα με το lato sensu θεσμικό πλαίσιο κατοχύρωσης της ακώλυτης άσκησής του- ενδυναμώνει, και δη με εμφατικό τρόπο, μία άλλη πτυχή της συνταγματικής του κατοχύρωσης. Πτυχή, την οποία υποδηλώνει με ενάργεια το ίδιο το ρυθμιστικό περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος στο μέτρο που ορίζει, μεταξύ άλλων, και ότι η τήρησή του επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Συγκεκριμένα δε αυτή η αναφορά στον «πατριωτισμό των Ελλήνων», η οποία απαντάται σε όλα τα Συντάγματα του Νεότερου Ελληνικού Κράτους –αρχής γενομένης από το Σύνταγμα του 1844, στην διάταξη του άρθρου 107- παραπέμπει ευθέως σε ένα καίριο χαρακτηριστικό των Ελλήνων, από συστάσεως σχεδόν του Έθνους των Ελλήνων. Χαρακτηριστικό το οποίο συνδέεται αναποσπάστως με την πεμπτουσία της Πατρίδας εν γένει και, περαιτέρω, με το καθήκον υπεράσπισής της από κάθε Έλληνα. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο η θεσμική κατοχύρωση του Δικαιώματος Αντίστασης, υφ’ όλες τις εκδοχές του, μπορεί να αναζητηθεί και σε ρυθμίσεις που υπήρχαν και πριν από την ίδρυση του Νεότερου  Ελληνικού Κράτους. Και δη τόσο στα πρώτα Συντάγματα διαρκούσης της Εθνεγερσίας του 1821, τα οποία ούτως ή άλλως αναδεικνύουν αυτό που έχει χαρακτηρισθεί ως οιονεί  έμφυτη ροπή των Ελλήνων προς τον συνταγματισμό. Συνταγματισμό, ο οποίος στοχεύει στην θέσπιση Συντάγματος για την υπερνομοθετική εγγύηση των εν γένει πολιτειακών θεσμών και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Όσο όμως και σε πολύ προγενέστερους χρόνους, προ αιώνων, όπως προκύπτει π.χ. από τα διαχρονικώς επίκαιρα θεσμικά δεδομένα της «Αθηναίων Πολιτείας» υπό το καθεστώς της τότε Άμεσης Δημοκρατίας. Κατ’ εξοχήν δε από τα θεσμικά δεδομένα του «Όρκου των Αθηναίων Εφήβων», δίχως όμως να υποτιμάται η θεσμική σημασία και άλλων, παρεμφερών, κειμένων, τα οποία είναι εφικτό να ανιχνευθούν ευχερώς π.χ. στα έργα του Αριστοτέλους και στους δικανικούς λόγους των Ρητόρων της εποχής εκείνης. Εν τέλει δε αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους εμείς, οι Έλληνες, κάθε φορά που εορτάζουμε τις Εθνικές μας Επετείους -όπως είναι και η Εθνική Επέτειος του ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940- δεν πρέπει, κατ’ ουδένα τρόπο, να λησμονούμε, αναλαμβάνοντας ταυτοχρόνως στο ακέραιο το χρέος μας απέναντι στην Πατρίδα, ότι κατά τις ίδιες τις ιστορικές μας καταβολές είμαστε Λαός της Αντίστασης, Λαός της Ελευθερίας.  Και αυτό ισχύει όχι μόνον ως προς το χρέος μας για την εν γένει υπεράσπιση της Εθνικής Κυριαρχίας μας και της εδαφικής ακεραιότητας της Χώρας μας έναντι οιασδήποτε εξωτερικής επιβουλής.  Αλλά και, κατά το γράμμα και το πνεύμα των διατάξεων του άρθρου 120 παρ. 4 του Συντάγματος,  ως προς το χρέος μας για την υπεράσπιση των θεσμών της Δημοκρατίας και, εν τέλει, για την υπεράσπιση της πεμπτουσίας της Δημοκρατικής Αρχής. Άρα εμείς, οι Έλληνες, κατά τις ιστορικές μας καταβολές και με βάση το χρέος υπεράσπισης αυτού τούτου του Συντάγματος οφείλουμε, προσφεύγοντας σε κάθε πρόσφορο νόμιμο μέσο, να θωρακίζουμε ατομικώς και κατ’ εξοχήν συλλογικώς τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας -και ιδίως τους θεσμούς του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας-  όχι μόνον όταν επιχειρείται η ευθεία κατάλυσή τους αλλά και όταν κάθε Εξουσία, και ιδίως η Εκτελεστική Εξουσία, παρατηρεί απαθής και πολύ περισσότερο υποθάλπει την αποδυνάμωσή τους στον βωμό της επιδίωξης ευτελών πολιτικών σκοπιμοτήτων και εις βάρος του Δημόσιου Συμφέροντος.   Κάτι που, δυστυχώς, είναι πια ορατό και άκρως επώδυνο για τον Άνθρωπο και τα Θεμελιώδη Δικαιώματά του, και στην Πατρίδα μας και στο ευρύτερο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο επιπλέον διαβρώνει, υποδόρια και βασανιστικά, τις αντηρίδες του κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και της κοινής μας Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας.

Β.  Ξεκίνησα τον εν προκειμένω ειρμό των σκέψεών μου ως προς αυτή την μεγάλη ιστορική αλήθεια παραπέμποντας στις μαρτυρίες του André Malraux και του Νίκου Σβορώνου. Τον ολοκληρώνω με δύο συμπληρωματικές, άκρως περιεκτικές, μαρτυρίες, αναφερόμενος αρχικώς στην ακόλουθη ρήση του Νίκου Εγγονόπουλου (συνέντευξη στην εφημερίδα «Καθημερινή», της 24ης Ιουλίου 1977): «Για μένα είναι σωτήρια η ατμόσφαιρα της Ρωμιοσύνης που δεν σκύβει το κεφάλι, που παλεύει αδιάκοπα, μια πολιτιστική και νοηματική συνέχεια από την  Αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα». Και ύστερα -και εν τέλει- στους απαράμιλλους στίχους του Γιάννη Ρίτσου από το ποίημά του -σύμβολο «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαίς» (που γράφτηκε μάλλον μεταξύ 1945-1947, δημοσιεύθηκε το 1954 στην ποιητική συλλογή του «Αγρυπνία», εκδ. Πυξίδα, και εντάχθηκε στην ποιητική συλλογή του «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής Πατρίδας», 1968-1970, εμπεριέχεται δε και στα «Ποιήματα», 1963-1972, τ. Ι, εκδ. Κέδρος, 1989, σελ 160):

«Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις, -εκεί που πάει να σκύψει
με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο
Να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντριεύει και θεριεύει
και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου»

  

* Λόγος Πανηγυρικός στην Ακαδημία Αθηνών για την Εθνική Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940

 

 

Εκλογικό σύστημα: Το διαχρονικό «όπλο» των ισχυρών

Γιώργος Γούλας, Δικηγόρος - Αρχισυντάκτης του NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily

Το εκλογικό σύστημα στην Ελλάδα δεν είναι παρά ο καθρέφτης της πολιτικής μας ανωριμότητας. Η ιστορία των ελληνικών εκλογικών συστημάτων είναι γεμάτη «οβιδιακές μεταλλάξεις», αποτέλεσμα αποκλειστικά βραχυπρόθεσμων κομματικών σκοπιμοτήτων. Αυτός ο θεσμικός παραλογισμός, όπως τονίζουν οι ειδικοί, μετατρέπει τον θεμελιώδη εκλογικό νόμο σε «χειραγωγούμενο εργαλείο», οδηγώντας σε μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.

Όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν, κινήθηκαν με γνώμονα τον μικροκομματισμό και τον καιροσκοπισμό, μετατρέποντας τον νόμο σε εργαλείο αυτοδυναμίας έναντι της ισοδυναμίας της ψήφου. Το «Βήμα» θέτει στο μικροσκόπιο τον διάλογο που πραγματοποίησαν κορυφαίοι συνταγματολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες στην πρόσφατη εκδήλωση του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης» για τις διαχρονικές παθογένειες που κατατρέχουν το εκλογικό σύστημα.

Δημήτρης Βερβεσός: «Το εκλογικό σύστημα έχει μετατραπεί σε ένα χειραγωγούμενο κομματικό εργαλείο»

Την έναρξη των εργασιών χαιρέτισε ο Πρόεδρος του ΔΣΑ, Δημήτρης Βερβεσός, ο οποίος με την τοποθέτησή του έθεσε εμφατικά το πλαίσιο της προβληματικής, τονίζοντας τον κίνδυνο της κρίσης νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.

Ο κ. Βερβεσός υπογράμμισε ότι η ιστορία των ελληνικών εκλογικών συστημάτων θυμίζει ένα «πραγματικό εκκρεμές». «Πλειοψηφικό, εκλογές βίας και νοθείας, τριφασικό, απλή αναλογική, ενισχυμένη αναλογική, σύστημα μπόνους», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: «Έχουμε βιώσει μια σειρά από οβιδιακές μεταλλάξεις, οι οποίες υπαγορεύονται κυρίως από βραχυπρόθεσμες κομματικές σκοπιμότητες. Το εκλογικό σύστημα έχει μετατραπεί σε ένα χειραγωγούμενο κομματικό εργαλείο».

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΔΣΑ, η επιλογή ενός συγκεκριμένου εκλογικού συστήματος δεν είναι απλώς μια τεχνική απόφαση, αλλά «μια επιλογή φορτισμένη με αξιολογικές κρίσεις και δικαιοπολιτικές επιδιώξεις». Η ασταθής αυτή πορεία, όπως σημείωσε, υπονομεύει τη νομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος: «Όταν οι κανόνες του παιχνιδιού αλλάζουν συνεχώς και κάθε πολιτική δύναμη προσπαθεί να διαμορφώσει το εκλογικό σύστημα με τρόπο που να την εξυπηρετεί, το ίδιο το πολιτικό σύστημα χάνει τη νομιμοποίησή του».

Αναφερόμενος στη συνταγματική διάταξη του άρθρου 54, η οποία προβλέπει την εφαρμογή του εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές, ο κ. Βερβεσός τόνισε πως κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά εξέφρασε αμφιβολίες για την επάρκειά της.

Εντούτοις, ο κ. Βερβεσός υπενθύμισε ότι η ιστορία έχει διδάξει πως κανένας εκλογικός νόμος δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, επισημαίνοντας ότι οι κυβερνητικές πλειοψηφίες συχνά υπερτιμούν τη σημασία αυτού του παράγοντα. Ως παράδειγμα χρησιμοποίησε το 1989, όταν το ΠΑΣΟΚ θέσπισε την απλή αναλογική με σκοπό να εμποδίσει την άνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία. «Παρά τις προσπάθειες αυτές, η αλλαγή δεν αποτράπηκε», κατέληξε.

Κώστας Χρυσόγονος: «Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια χώρα πανευρωπαϊκά στην παραγωγή συνταγματικών κειμένων. Ακόμη χειρότερη είναι όμως η αστάθεια ως προς τα εκλογικά μας συστήματα, η οποία συνεχίζεται ακάθεκτη και μετά το 1975 και τη θέσπιση του ισχύοντος Συντάγματος»

Ο Κώστας Χρυσόγονος, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, σκιαγράφησε μια κριτική ιστορική διαδρομή, τονίζοντας την έλλειψη «θέλησης για κανονικότητα» στην ελληνική κοινωνία, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη Γερμανία. «Γι’ αυτό και εκεί υπάρχει ένα μόνο εκλογικό σύστημα τα τελευταία 75 χρόνια, ενώ σε εμάς οι “κουτοπονηριές” του εκλογικού συστήματος συνεχίζονται αδιάκοπα», τόνισε.

Σύμφωνα με τον κ. Χρυσόγονο, η αστάθεια των εκλογικών συστημάτων είναι χειρότερη και από την πληθώρα συνταγματικών κειμένων στη χώρα. Οι αλλαγές είναι τόσο στοχευμένες, που οδηγούν σε έναν «οιονεί χορό εκλογικών συστημάτων», όπου, ωστόσο, «ο χορογράφος, δηλαδή το εκάστοτε κυβερνών κόμμα, συχνά αποτυγχάνει στους στόχους του επειδή οι χορευτές, δηλαδή οι ψηφοφόροι, συμπεριφέρονται με απροσδόκητους τρόπους». Αναφερόμενος στην περίοδο από το 1822 έως το 1964, σημείωσε ότι εφαρμόστηκαν τουλάχιστον 25 νομοθετήματα, με εξαμβλωματικές συνέπειες, όπως η μετατροπή της εκλογικής μειοψηφίας σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία (1933, 1958) ή η παραλίγο πλήρης εξαφάνιση της αντιπολίτευσης.

Εστιάζοντας στη Μεταπολίτευση, ο κ. Χρυσόγονος σημείωσε ότι η βία και η νοθεία εξέλιπαν, αλλά τα εκλογικά συστήματα που εφαρμόστηκαν ήταν άμεση συνέχεια του προδικτατορικού συστήματος της «ενισχυμένης» αναλογικής, η οποία, παρότι αποκαλούνταν έτσι, ήταν στην πραγματικότητα ψευδεπίγραφη και εξασθενημένη. Η «λεγόμενη ενισχυμένη» εξασφάλιζε περιορισμένη εκπροσώπηση των μικρών κομμάτων και αντίστοιχη πριμοδότηση του πρώτου κόμματος, διευκολύνοντάς το να επιτύχει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το σύστημα αυτό, τόνισε ο καθηγητής, οδηγούσε στην απομόνωση της Αριστεράς, η οποία εξασφάλιζε εκπροσώπηση, αλλά δεν μπορούσε να διαδραματίσει ρυθμιστικό ρόλο για τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Ανέλυσε δε τις κρίσιμες καμπές των αλλαγών. Τον Μάρτιο του 1989, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, μπροστά στην επαπειλούμενη εκλογική ήττα, κατέθεσε νομοσχέδιο με το αναλογικότερο σύστημα στην ελληνική ιστορία. Παραδόξως, αυτό υπερψηφίστηκε και από τη Νέα Δημοκρατία, η οποία ήθελε να φανεί αρεστή στα κόμματα της Αριστεράς, με τα οποία είχε ήδη αναλάβει κοινές πολιτικές πρωτοβουλίες. Το αποτέλεσμα, ο νόμος 1847/89, σημείωσε αδιαμφισβήτητη επιτυχία από αριθμητική άποψη, καθώς αυτοδύναμη πλειοψηφία δεν προέκυψε από καμία εκλογική αναμέτρηση του 1989-90, ούτε καν τον Απρίλιο του 1990, όταν η Νέα Δημοκρατία έλαβε το 47% των ψήφων. Ωστόσο, ο κ. Χρυσόγονος κατέληξε πως από πολιτική άποψη αποδείχθηκε οικτρή αποτυχία, αφού ούτε την άνοδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην εξουσία κατάφερε να ματαιώσει, ούτε και τις ποινικές διώξεις σε βάρος μελών της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ να αποτρέψει. Η δε επίδρασή του έληξε άδοξα τον Σεπτέμβριο του 1993, όταν η ανεξαρτητοποίηση μόλις δύο βουλευτών οδήγησε την κυβέρνηση Μητσοτάκη στην απώλεια της δεδηλωμένης.

Το 1990 επανήλθαν σε ισχύ οι διατάξεις των προγενέστερων νόμων του 1985 για το εκλογικό σύστημα, με σημαντικές τροποποιήσεις. Παρέμεινε η βασική φιλοσοφία της ενισχυμένης αναλογικής και η ανακύκλωση χρησιμοποιημένων ψήφων, αλλά προστέθηκαν τρεις νέες παράμετροι: η δυσμενής μεταχείριση των συνασπισμών, η ρήτρα αποκλεισμού του 3% των έγκυρων ψήφων (με σαφή πολιτική υστεροβουλία και σκοπιμότητα) και η εξομάλυνση της αντιστοιχίας ψήφων και εδρών.

Τέλος, ο κ. Χρυσόγονος αναφέρθηκε στους νόμους της πρόσφατης περιόδου: στον νόμο 4406/2016 (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) που κατάργησε την πριμοδότηση (επίσης με πολιτικές σκοπιμότητες), ο οποίος δεν ίσχυσε άμεσα, και στον νόμο 4654/2020 (ΝΔ) που επανέφερε την πριμοδότηση. Επισήμανε ότι ούτε αυτό το νομοθέτημα συγκέντρωσε την πλειοψηφία των 2/3, με αποτέλεσμα να εφαρμοστεί η απλή αναλογική στις εκλογές του Μαΐου του 2023, οδηγώντας στις εκλογές του Ιουνίου 2023 με το νέο σύστημα, οπότε και προέκυψε η αναμενόμενη αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας. Καταλήγοντας, ο καθηγητής τόνισε ότι τουλάχιστον από το 1923, τα εκλογικά συστήματα έχουν φωτογραφικό χαρακτήρα, αντανακλώντας τις ανάγκες και τις εκτιμήσεις του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος για τη μελλοντική του απήχηση.

Χαράλαμπος Ανθόπουλος: «Στην Ελλάδα το ένστικτο εξουσίας του κυρίαρχου κόμματος επικρατεί πάντα, και συνεπώς, δεν αποκλείω την αλλαγή του εκλογικού συστήματος»

Στην κριτική των κομματικών σκοπιμοτήτων προστέθηκε και η θέση του Χαράλαμπου Ανθόπουλου, καθηγητή Δικαίου και Διοίκησης στο ΕΑΠ, ο οποίος επέκτεινε την προβληματική πέρα από τη χειραγώγηση του εκλογικού συστήματος από το κυβερνών κόμμα.

Ο κ. Ανθόπουλος τόνισε πως εξόχως προβληματική είναι η στάση του Εκλογοδικείου, το οποίο, κατά την άποψή του, «ουσιαστικά αναπαράγει τη λογική του παλαιού εκλογοδικείου της ενισχυμένης αναλογικής. Το μόνο μέλημα του, τότε όπως και τώρα, είναι να προφυλάξει την εκάστοτε κυβέρνηση από τον κίνδυνο να χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία».

Αναφερόμενος στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση, όπου «ήδη στη δημόσια σφαίρα υπάρχει ένας προεκλογικός πυρετός», σημείωσε ότι η υπόθεση ότι οι εκλογές του 2019 αποκατέστησαν ένα είδος δικομματισμού αποδείχτηκε εσφαλμένη. Οι διπλές εκλογές του 2023, με την υπερτριπλάσια διαφορά εδρών της Νέας Δημοκρατίας από το ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησαν σε σημαντική διαφοροποίηση. Η πρόσφατη «ασυνήθιστα μεγάλη πτώση» του πρώτου κόμματος στις ευρωεκλογές και η αδυναμία του, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, να διατηρήσει τα αποτελέσματα του 2023, «δημιουργούν την εντύπωση ότι η διαδικασία να αποκτήσουμε ένα επικυρίαρχο κόμμα μπορεί να διακοπεί προτού καν ολοκληρωθεί».

Ο καθηγητής έθεσε το κρίσιμο ερώτημα: Πώς μπορεί το κυβερνών κόμμα να επιβεβαιώσει τον χαρακτήρα του ως κυρίαρχου έχοντας λιγότερες ψήφους και έδρες; Ένας τρόπος θα ήταν η αλλαγή στο εκλογικό σύστημα. Παρόλο που ο Πρωθυπουργός δήλωσε στη ΔΕΘ ότι δεν έχει πρόθεση να αλλάξει το εκλογικό σύστημα, ο κ. Ανθόπουλος επισήμανε ότι στην Ελλάδα το ένστικτο εξουσίας του κυρίαρχου κόμματος επικρατεί πάντα, και συνεπώς, «δεν αποκλείω την αλλαγή του εκλογικού συστήματος».

Σε αυτό το πλαίσιο, προειδοποίησε για τον κίνδυνο της συνταγματικής κρίσης. Συγκεκριμένα, η αύξηση της ρήτρας εισόδου από 3% σε 5%, σε συνδυασμό με το ισχύον κλιμακωτό σύστημα μπόνους ή την πιθανότητα απροϋπόθετου μπόνους, θα οδηγούσε σε μια πολύ μεγάλη κρίση. Ο λόγος είναι ότι η βασική επιδίωξη θα είναι «να επιτευχθεί αυτοδυναμία με ποσοστά 34-35%, δηλαδή με ποσοστά που προσιδιάζουν σε πλειοψηφικά συστήματα». Υπενθύμισε δε ότι ακόμα και στην εποχή της ενισχυμένης αναλογικής, δεν είχαμε ποτέ αυτοδυναμία με 35%. Καταλήγοντας σε αυτό το σημείο, ο κ. Ανθόπουλος εξέφρασε την άποψη ότι το Σύνταγμα απαγορεύει μια αυτοδυναμία με 35%, καθώς «ό,τι είναι εφικτό πολιτικά δεν σημαίνει ότι είναι και συνταγματικά εφικτό».

Παρά τις προκλήσεις, ο κ. Ανθόπουλος έκλεισε την τοποθέτησή του με μια αισιόδοξη νότα για την κυβερνησιμότητα. Υπογράμμισε ότι το ελληνικό Σύνταγμα είναι το μόνο κοινοβουλευτικό Σύνταγμα στον ευρωπαϊκό χώρο που κατοχυρώνει άμεσα ή έμμεσα όλες τις μορφές κυβέρνησης. Αυτές περιλαμβάνουν μονοκομματικές κυβερνήσεις, κυβερνήσεις μειοψηφίας (βάσει του άρθρου 84), διάφορους τύπους κυβερνήσεων συνεργασίας, οικουμενικές κυβερνήσεις, κυβερνήσεις τεχνοκρατών, καθώς και κυβερνήσεις όπου ο Πρωθυπουργός δεν είναι ο αρχηγός του πρώτου κόμματος. «Η Ελλάδα έχει κοινοβουλευτική ιστορία 150 χρόνων και έχει κυβερνήσεις συνεργασίας από το 1950-51.» Συνεπώς, όσον αφορά την κυβερνησιμότητα υπό την έννοια της πολιτικής σταθερότητας, «δεν βλέπω να υπάρχει ζήτημα, καθώς το Σύνταγμα παρέχει λύσεις».

Παναγιώτης Κουστένης: «Ο βασικότερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα το κυβερνών κόμμα είναι η αποσυσπείρωση»

Ο Παναγιώτης Κουστένης, Επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης, εστίασε στην κρισιμότερη τομή των τελευταίων ετών: την εισαγωγή του μπόνους το 2004. Όπως σημείωσε, η ιστορία των εκλογικών συστημάτων στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την τρομερή ποικιλία και την εναλλαγή των κανόνων, οι οποίοι μάλιστα επέρχονταν λίγο πριν την εκλογική αναμέτρηση. Ωστόσο, η μεγάλη τομή είναι η εισαγωγή του μπόνους, καθώς αυτό «για πρώτη φορά αλλάζει την εκλογική πολιτική στην Ελλάδα, απομακρύνοντας τον εκλογικό ανταγωνισμό από τη λογική της κλιμακωτής εκπροσώπησης».

Ο κ. Κουστένης εξήγησε ότι δημιουργείται μια εκπροσώπηση δύο ταχυτήτων: το μπόνους, λειτουργώντας απολύτως για τις 40 (και στη συνέχεια 50) έδρες, δίνει στο πρώτο κόμμα μια ισχυρή εκπροσώπηση, αντίστοιχη με αυτήν που παραδοσιακά γνωρίζαμε στην ενισχυμένη αναλογική, ενώ όλα τα υπόλοιπα κόμματα εκπροσωπούνται εξίσου.

Ο καθηγητής τόνισε τη μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού που επήλθε λόγω του μπόνους. Παλιότερα υπήρχε ισχυρός ανταγωνισμός μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων για το ποιο θα είναι πρώτο και θα λάβει το μπόνους. Όμως, από τη στιγμή που η απόσταση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου κόμματος άρχισε να διευρύνεται, το δεύτερο κόμμα ουσιαστικά δεν διεκδικούσε πια την πλειοψηφία. Αυτό, όπως φάνηκε ξεκάθαρα στις εκλογές του 2023, οδήγησε στην εμφάνιση του κυρίαρχου μονοκομματικού συστήματος.

Παρόλα αυτά, ο κ. Κουστένης υπενθύμισε ότι μια ισχυρή κοινωνική δυναμική δεν μπορεί να ανατραπεί απλά από το εκλογικό σύστημα, φέρνοντας ως παράδειγμα τον εκλογικό σεισμό του 2012, ο οποίος οδήγησε στον μεγαλύτερο κατακερματισμό της ψήφου στην ιστορία της Ελλάδας, ακόμα και με το μπόνους των 50 εδρών. Ο βασικότερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα το κυβερνών κόμμα είναι η αποσυσπείρωση. Συγκεκριμένα, αν το εκλογικό σώμα εμπεδώσει την ιδέα ότι «οι επόμενες εκλογές δεν αποσκοπούν στην εκλογή κυβέρνησης», αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει φυγόκεντρες τάσεις. Έτσι, παρόλο που η Νέα Δημοκρατία αναμένεται να βγει πρώτη, ενδέχεται να υπολείπεται του 25% και να χάσει το μπόνους, παρά το γεγονός ότι δημοσκοπικά φαίνεται να κινείται κοντά στα ποσοστά των ευρωεκλογών του 28%.

Κωνσταντίνος Ελευθερίου: «Εάν δεν ανασυσταθεί μια δημοκρατική αντιπολίτευση που θα λειτουργεί ως αντίβαρο και εναλλακτική προς τη σημερινή κυβέρνηση, τότε οποιαδήποτε παρέμβαση, υπό τη μορφή ενδεχομένως και μιας εκλογικής μεταρρύθμισης, θα επιτείνει παρά θα αντιμετωπίσει την κρίση»

Στο σύστημα κυρίαρχου κόμματος, το οποίο διαμορφώθηκε για πρώτη φορά στην Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία μετά τις εκλογές του 2023, εστίασε ο Κωνσταντίνος Ελευθερίου, Επίκουρος καθηγητής Πολιτικής και Ιστορικής Κοινωνιολογίας στο ΔΠΘ. Υπενθύμισε πως από το 1981 έως το 2009 στην Ελλάδα επικρατούσε ένας δικομματισμός που βασιζόταν σε εναλλαγή ανάμεσα σε μονοκομματικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, η πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας από το 2019 και μετά, συμπυκνώνεται, κατά την ανάλυσή του, σε τρία διακριτά στοιχεία: Πρώτον, στη δυνατότητά της να μονοπωλεί το πολιτικό mainstream, εμφανιζόμενη ως η κατ’ εξοχήν δύναμη του Κέντρου και απορροφώντας μεγάλο μέρος του στελεχιακού δυναμικού του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ. Αυτή η δυνατότητα της ΝΔ να κινείται αμφίπλευρα προς το κέντρο και προς τα δεξιά της της επιτρέπει να εδραιώνεται ως κόμμα-άξονας, καθοδηγώντας τον κομματικό ανταγωνισμό. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η ενσωμάτωση ενός μέρους του ΠΑΣΟΚ, το οποίο της έδωσε νομιμοποίηση σε ευρύτερα ακροατήρια, συνθήκη που εγκλωβίζει το σημερινό ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ σε μια θέση πιο κοντά στη Νέα Δημοκρατία παρά στον χώρο της Αριστεράς. Δεύτερον, ισχυροποιώντας περαιτέρω, μέσω του επιτελικού κράτους, τη διόγκωση του εκτελεστικού βραχίονα, τη συγκεντροποίηση της άσκησης δημόσιας εξουσίας και την εξουδετέρωση των υπαρχόντων θεσμικών αντιβάρων. Και τρίτον, ενεργοποιώντας διαρκώς τη μνήμη του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, προωθώντας ένα συγκεκριμένο αφήγημα γύρω από τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 που απομόνωνε τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι σε όλα αυτά συνέβαλαν δύο ακόμα παράμετροι: η πανδημική κρίση, η οποία επέτρεψε αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης και έναν ιδιότυπο διανεμητικό μηχανισμό με ευρωπαϊκούς πόρους, αποτρέποντας την οικονομική επιδείνωση, και η στρατηγική αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ταλαντευόταν μεταξύ κεντρώας και καταστροφολογικής ρητορικής. Ο κ. Ελευθερίου εξήγησε ότι ένα σύστημα κυρίαρχου κόμματος χαρακτηρίζεται από ένα κόμμα με ισχυρή πλειοψηφία που αντιμετωπίζει μια οργανωτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένη αντιπολίτευση, με κρίσιμο εμπειρικό δείκτη ότι το ποσοστό του δεύτερου κόμματος συνήθως κινείται στο μισό του ποσοστού του πρώτου. Για να παγιωθεί αυτό το σύστημα, απαιτείται επικράτηση σε τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και έκφραση του «πνεύματος μιας εποχής», με κλειδί της κυριαρχίας τη μακροημέρευση του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης. Ο καθηγητής προειδοποίησε ωστόσο πως η κυριαρχία υποχωρεί όταν το ίδιο το κόμμα φθείρεται από τη μακρόχρονη άσκηση εξουσίας και όταν η κατακερματισμένη αντιπολίτευση συνασπιστεί και προβάλλει ως εναλλακτική λύση. Καταλήγοντας, ο κ. Ελευθερίου διατύπωσε μια κρίσιμη προειδοποίηση: «Εάν δεν ανασυσταθεί μια δημοκρατική αντιπολίτευση που θα λειτουργεί ως αντίβαρο και εναλλακτική προς τη σημερινή κυβέρνηση, τότε οποιαδήποτε παρέμβαση, υπό τη μορφή ενδεχομένως και μιας εκλογικής μεταρρύθμισης, θα επιτείνει παρά θα αντιμετωπίσει την κρίση».

Γιώργος Σωτηρέλης: «Πολιτική ελαφρότητα, καιροσκοπισμός και μικροκομματισμός είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του πολιτικού προσωπικού της χώρας απέναντι στο εκλογικό σύστημα»

Ο Γιώργος Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, εστίασε στην κρισιμότητα του ρόλου της συζητούμενης συνταγματικής αναθεώρησης και στο τι μπορεί να προσφέρει αυτή, ώστε να επιτευχθεί επιτέλους ένα σταθερό, λειτουργικό και ισορροπημένο εκλογικό σύστημα. Ο στόχος ενός τέτοιου συστήματος θα πρέπει να είναι διττός: να βασίζεται στην αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, η οποία αποτελεί θεμέλιο του πολιτεύματος και στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία, αλλά ταυτόχρονα να εξασφαλίζει και την κυβερνητική σταθερότητα.

Ο καθηγητής προχώρησε σε μία αδυσώπητη σύνοψη των κυριότερων χαρακτηριστικών της πολιτικής τάσης απέναντι στο εκλογικό σύστημα, τα οποία, όπως σχολίασε, «δεν είναι καθόλου κολακευτικά». Τα χαρακτήρισε ως πολιτική ελαφρότητα, καιροσκοπισμό και μικροκομματισμό. Τόνισε ότι αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά ισχύουν για όλα τα κόμματα που κυβέρνησαν, με διαφορετικές διαβαθμίσεις και διαφορετικό βαθμό ευθύνης.

Ειδικότερα, ανέλυσε τη στάση των μεγάλων κομμάτων. Ως προς τη Νέα Δημοκρατία, υπογράμμισε ότι δεν συνυπολόγισε σχεδόν ποτέ όσο έπρεπε την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, καθώς το μοναδικό κριτήριο που λαμβανόταν υπόψη ήταν η διασφάλιση της αυτοδυναμίας. Από την άλλη μεριά, τα δύο κόμματα της Κεντροαριστεράς που κυβέρνησαν, ενώ θεωρητικά υποστήριζαν την ισοδυναμία της ψήφου και εκλογικά συστήματα όπως η απλή αναλογική, στην πράξη, όταν ανήλθαν στην εξουσία, χρησιμοποίησαν τα παλιά εκλογικά συστήματα για να ενισχύσουν τη δική τους εξουσία. Αμφότερα θυμήθηκαν την απλή αναλογική μόνο όταν υπήρχε κίνδυνος να επιστρέψει η Νέα Δημοκρατία στην εξουσία, όπως συνέβη το 1989 για το ΠΑΣΟΚ και το 2016 για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Μοναδική εξαίρεση σε αυτή τη λογική, κατά τον κ. Σωτηρέλη, ήταν η πρώτη και ίσως η μόνη μέχρι τώρα φορά που επιχειρήθηκε να ψηφιστεί ένα εκλογικό σύστημα το οποίο θα κρατούσε κάποιες ισορροπίες μεταξύ ισοδυναμίας και κυβερνησιμότητας, με κριτήρια όχι στενά μικροκομματικά. Αυτή ήταν η περίπτωση του νόμου Σκανδαλίδη, όπου επιτεύχθηκε, όπως είπε, «μια ανεκτή ισορροπία», καθώς οι 260 έδρες κατανέμονταν με απλή αναλογική, ενώ οι 40 έδρες δίνονταν ως μπόνους στο πρώτο κόμμα, ώστε να επιτευχθεί η κυβερνησιμότητα.

Στο πλαίσιο των προτάσεων για την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, ο καθηγητής επανέφερε δύο κρίσιμες ρυθμίσεις. Η πρώτη είναι μια παλιά και σημαντική πρόταση του αείμνηστου Δημήτρη Τσάτσου, η οποία αφορά το να μην μπορεί να υπερβαίνει η αναντιστοιχία ψήφων και εδρών το 10% των εδρών (δηλαδή 30 έδρες). Αυτό σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως του εκλογικού συστήματος που θα επιλέγεται, το συνταγματικό κριτήριο θα είναι να μην μπορεί το πρώτο κόμμα να πάρει πάνω από 30 έδρες πριμοδότηση με οποιονδήποτε τρόπο.

Η δεύτερη συνταγματική ρύθμιση που κρίνεται επιβεβλημένη για να ξεφύγει η χώρα από το μεγάλο πρόβλημα των αντισυνταγματικών εκλογικών νόμων, είναι να καθιερωθεί προληπτικός έλεγχος του εκλογικού συστήματος από το Εκλογοδικείο, αλλά εκ των προτέρων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με παραπομπή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας κατά τη διαδικασία της έκδοσης του νόμου, είτε με πρόταση και παραπομπή από τα 2/5 της Βουλής. Μια τέτοια ρύθμιση θα αποτρέψει το φαινόμενο ένας αντισυνταγματικός νόμος να ισχύει και να μην μπορεί να ανατραπεί, κάτι που, όπως τόνισε ο κ. Σωτηρέλης, είναι «ουσιαστικά ένα τεράστιο πρόβλημα στην καρδιά του κράτους δικαίου».

* Το παρόν πρωτοδημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ».

 

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της άσκησης ενδίκων μέσων

Γεώργιος Φαλτσέτας, Απόφοιτος Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Φιλοσοφίας του Δικαίου (ΕΚΠΑ) και ασκούμενος δικηγόρος

Το άρθρο 20 του Συντάγματος του 1975 καταυγάζει το κεφαλαιώδες δικαίωμα ακώλυτης πρόσβασης σε έννομη προστασία. Τούτο σημαίνει ότι ο συνταγματικός νομοθέτης έχει, αφενός, βαθιά συνείδηση του θεσμικού ρόλου των παραγωγών των δικαιοδοτικών κρίσεων και, αφετέρου, ότι τους έχει εξοπλίσει με ένα καθήκον εγγυητικό προς τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των διοικουμένων. Η πραγμάτωση της δικαιοσύνης και η ουσιαστική ευόδωση του ιδανικού του κράτους δικαίου δεν μπορούν παρά να διάκεινται ευνοϊκά προς την ανάγκη των πολιτών να διέλθουν από το κατώφλι των δικαστηρίων και να εκθέσουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς τους, ώστε να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, τα οποία διαφορετικά θα απέληγαν απλές διακηρύξεις και γράμμα κενό.

Το δικαίωμα δικαστικής προστασίας εντάσσεται στα διαδικαστικά-δικονομικά δικαιώματα και έχει αναχθεί σε θεσμική εγγύηση, η οποία προσαπαιτεί τη θετική ενεργοποίηση της κρατικής σκευής, προκειμένου να διασφαλίσει την ισχύ της. Η αντικειμενική και αμερόληπτη πρόσβαση στη δικαιοσύνη συνέχεται άμεσα με την επίσης κατοχυρούμενη αξίωση ακρόασης των φορέων του δικαιώματος σε έννομη προστασία. Με άλλα λόγια, η διευθέτηση της ένδικης διαφοράς και η μόρφωση στέρεης δικανικής πεποίθησης επί των επίδικων εννόμων σχέσεων δέον να χωρήσει αφού οι διάδικοι προβάλουν τους ισχυρισμούς τους και ακουσθούν οι απόψεις τους. Είναι το σημείο αυτό που συνάπτει την πρώτη παράγραφο του άρθρου 20 με τη δεύτερη, η οποία διατρανώνει το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου κατά την έκδοση δυσμενούς για τα συμφέροντά του διοικητικής πράξης.

Έτι περαιτέρω, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας σύγκειται εκ δύο συνιστωσών: η προστασία αυτή πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική. Η πληρότητα στοιχειοθετείται όταν δεν υπάρχουν διαφορές στις οποίες οι φορείς του δικαιώματος στερούνται την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η αποτελεσματικότητα συναποτελείται, με τη σειρά της, από δύο όρους που προσδιορίζουν το εννοιολογικό της πεδίο: την ορθότητα και την ταχύτητα. Κατά τούτο, επιταγή της ορθότητας είναι η αναζήτηση της ουσιαστική αλήθειας την οποία εισφέρουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι, η οποία θα πρέπει να συγκεράζεται με το πάγιο αίτημα της ταχύτητας. Οι δίκες πρέπει να έχουν μια εύλογη διάρκεια, να άγουν σε ειρήνευση των διαταραχθέντων εννόμων αγαθών και να μην καθίστανται μακρόβιες και παρελκυστικές.

Όσο κι αν η πρόσβαση στη δικαιοσύνη μέσω της άσκησης πρωτογενούς ενδίκου βοηθήματος, που διανοίγει το πρώτον τη διαδικασία της δίκης, δεν αμφισβητείται ότι εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 20 του Συντάγματος, εντούτοις η άσκηση ενδίκων μέσων λογίζεται γενικά ότι δεν βρίσκει σκέπη υπό τη διάταξη αυτή. Τούτο συνεπάγεται ότι βρίσκεται στη συνταγματικά ανέλεγκτη ευχέρεια του νομοθέτη να καταργήσει, αν επιθυμεί, τη δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων[1]. Ως προς την προβληματική αυτή, η διάταξη του άρθρου 20 σιωπά, καθιστώντας αναπόδραστη την πιο εμβριθή ερμηνεία της.

Εν πρώτοις, υπέρ της συνταγματικής κατοχύρωσης των ενδίκων μέσων αρυόμεθα επιχειρήματα προεξαρχόντως απ’ τον λειτουργικό σκοπό τους, ο οποίος εναρμονίζεται πλήρως με τις συνιστώσες του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που θέτει το Σύνταγμα. Η δικαιοδοτική κρίση, ως ανθρώπινο ενέργημα είναι πάντοτε ευάλωτη σε λάθη και αβλεψίες, ακόμα και από καταρτισμένους και έμπειρους δικαστές. Ιδίως σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται έννομα αγαθά και θεμελιώδεις ελευθερίες των προσώπων -όπως κατεξοχήν συμβαίνει στις ποινικές υποθέσεις- τα ένδικα μέσα μπορούν να δράσουν θεραπευτικά, εξασφαλίζοντας αυξημένες πιθανότητες ορθοδικίας, αφού οι αποφάσεις εκδίδονται από κατά τεκμήριο πιο έμπειρους δικαστές που αξιολογούν ολόπλευρα την κάθε υπόθεση. Εξάλλου, η μη υπέρτερης τυπικής ισχύος προστασία των ενδίκων μέσων, και δη της έφεσης, που οδηγεί σε ολιστική επανάκριση της διαφοράς, φαλκιδεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής προστασίας, διότι πλήττεται η ορθότητά της. Απολειπομένης της ορθότητας, η οποία επιτυγχάνεται πολλώ μάλλον με μια πιο ψύχραιμη κρίση από ανώτερο δικαστήριο και διορθώνει τυχόν σφάλματα που εμφιλοχώρησαν πρωτόδικα, δίνεται βάρος στην έτερη όψη της αποτελεσματικότητας, δηλαδή στην ταχύτητα. Η στάθμιση όμως μεταξύ των δύο δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος της ορθότητας, επειδή τότε οι προς κρίση έννομες σχέσεις διαταράσσονται ανεπανόρθωτα με κρατική σφραγίδα και περιβάλλονται με την ενέργεια του δεδικασμένου και την σοβαρότατη απειλή της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, υποστηρίζεται σθεναρά ότι ιδίως το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας βρίσκει συνταγματική κατοχύρωση, καθότι θεωρείται αδιανόητη και κατάφωρη υπονόμευση του δικαιώματος σε δικαστική προστασία η έκδοση μιας απόφασης που συνιστά προϊόν της εξέτασης των επιχειρημάτων μόνο της μιας πλευράς. Εφόσον η άλλη πλευρά δεν κατόρθωσε να ακουσθεί είτε ένεκα ανωτέρας βίας, είτε λόγω πλημμελούς κλήτευσης, η παραγόμενη απόφαση βαρύνεται με σοβαρό ελάττωμα που υποσκάπτει το κύρος της.

Προσέτι, δεν πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η ιδέα περί της σπουδαίας λειτουργίας που επιτελούν τα ένδικα μέσα έχει εισχωρήσει βαθιά στην ιστορική συνείδηση, η οποία διαποτίζει το Σύνταγμα και είναι δυσεκρίζωτη. Η ουσιαστική δικαιοσύνη υπηρετείται τω όντι όταν δίνεται στον ηττημένο η ευκαιρία να βάλλει έναντι του κύρους μιας απόφασης, η οποία δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως θέσφατο. Η αντίληψη αυτή είναι τόσο διαδεδομένη, που αντανακλάται ανάγλυφη στο Σύνταγμα, ως εκφραστή της βούλησης του συντακτικού νομοθέτη. Κατά την τελευταία: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: … β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει» (άρθρ. 95 παρ. 1 περ. β’ Συντ.) και «Το Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει» (άρθρ. 95 παρ. 3 εδ. β’ Συντ.). Επίσης, κατά το άρθρο 96 παρ. 2 εδ. β’: «Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις οι αποφάσεις που εκδίδονται υπόκεινται σε έφεση στο αρμόδιο τακτικό δικαστήριο…». Τούτων λεχθέντων, το γράμμα φαίνεται να προϋποθέτει την ύπαρξη των ενδίκων μέσων και, άρα, συνηγορεί υπέρ της συνταγματικής τους προστασίας, συμπλέοντας παράλληλα με την άποψη περί αποκλεισμού της κατάργησής τους. Οι παραπάνω διατάξεις αποκρυσταλλώνουν τη σημαίνουσα θέση που επεφύλασσαν οι συντάκτες του Συντάγματος στα ένδικα μέσα και, ως εκ τούτου, η προστασία των τελευταίων είναι συμβατή τόσο με το γράμμα, όσο και με την πρόθεση του συντακτικού νομοθέτη. Άλλωστε, η επιφύλαξη υπέρ του νόμου («όπως νόμος ορίζει») νοείται, εν προκειμένω,  περισσότερο ως επιταγή προς τον κοινό νομοθέτη να προσδιορίσει το πλαίσιο εντός του οποίου οι συνταγματικές διατάξεις θα λάβουν σάρκα και οστά και λιγότερο ως περιορισμός στην άσκηση ενδίκων μέσων.

Τέλος, το σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων  που υιοθετεί το ελληνικό Σύνταγμα διάκειται αρνητικά σε οποιαδήποτε κατάργηση του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων. Ο έλεγχος αυτός είναι διάχυτος, επιτρέποντας τόσο στο κατώτερο, όσο και στο ανώτερο δικαστήριο να αποφανθεί επί της αντισυνταγματικότητας ενός νόμου και να τον αφήσει ανεφάρμοστο. Όταν όμως ανακύπτουν αντιφατικές απόψεις μεταξύ πλειόνων δικαστηρίων, μόνο με το όχημα των ενδίκων μέσων μπορεί να επέλθει τομή σε αυτό το υπαρξιακής φύσης ζήτημα. Με άλλες λέξεις, μόνο η εισαγωγή της υπόθεσης ενώπιον ενός ανώτερου δικαιοδοτικού οργάνου μπορεί να διαλύσει τη συνταγματική σύγχυση των κατώτερων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο αντίδικος δικαιούται να διέλθει τη βάσανο των ενδίκων μέσων, η οποία παρέχει περισσότερα εχέγγυα τελειοποίησης της δικαιοδοτικής κρίσης. Η αισθητή έλλειψη του συνταγματικού δικαστηρίου, δηλαδή, αναπληρώνεται εξίσου αποτελεσματικά μόνο μέσω της έφεσης, της αναίρεσης και, σε τελική ανάλυση, της προσφυγής στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 100 Συντ.).

Εν κατακλείδι, όπως συνάγεται από τα προεκτιθέμενα, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προστασία των ενδίκων μέσων βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 20 του Συντάγματος και ότι, άρα, οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία κατάργησής τους παρίσταται συνταγματικά προβληματική. Τούτο, όμως, ουδόλως σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν δύναται να προβλέψει το ανέκκλητο ορισμένης κατηγορίας υποθέσεων. Όπως κάθε συνταγματικό δικαίωμα ενέχει περιορισμούς, έτσι και το δικαίωμα σε έννομη προστασία δεν αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, οι περιορισμοί δέον να πληρούν τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας και να μην οδηγούν τελικά σε απίσχναση και συνακόλουθη εκμηδένιση του δικαιώματος. Έτσι, χάριν διασφάλισης της ευταξίας των δικαστηρίων και της αποφόρτισής τους από τις ήδη απροσμέτρητες χρονίζουσες υποθέσεις που παραπέμπονται ενώπιόν τους,  μπορεί να περιορίζεται η πρόσβαση στα ένδικα μέσα σε υποθέσεις ελάσσονος σπουδαιότητας. Αρκεί, φυσικά, να μην αγνοείται το δικαίωμα σε έννομη προστασία και να παραμένουν σεβαστά τα κριτήρια των θεμιτών σκοπών της χρονικά οριοθετημένης και ευμέθοδης λειτουργίας της δικαιοσύνης -που είναι σύμφυτα με τη δικαστική προστασία-, αλλά και αυτά της απόλυτης αναγκαιότητας και stricto sensu αναλογικότητας[2]. Παρά πάντως τη διαληφθείσα εξαίρεση, η συνταγματική κατοχύρωση του δικαιώματος άσκησης ενδίκων μέσων συνιστά τον κανόνα και μόνο δια αυτού μπορεί να θεαθεί η δικαιοσύνη ως αντάξια να φέρει το ιδιάζον βάρος του ονόματός της.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

 Σ. Βλαχόπουλος, Θεμελιώδη Δικαιώματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2017

Π. Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα Τομ. Β’, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1991

Ηλ. Κουβαράς, Σύνταγμα: Ερμηνεία κατ’ άρθρο – Άρθρο 20 παρ. 1, Syntagma Watch (https://www.syntagmawatch.gr/my-constitution/arthro-20-par-1/), 2023

Π. Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 4η εκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, 2021

Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, 4η εκδ., Σάκκουλας Α.Ε., 2022

Αν. Παντελής, Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, 5η εκδ., Λιβάνης Ι.Κ.Ε., 2020

Ν. Παπασπύρου, Συνταγματική ελευθερία και δημόσιοι σκοποί, Σάκκουλας Α.Ε., 2019

Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, 3η εκδ., Νομική Βιβλιοθήκη, 2006

 

[1] Πάντως, η στενή αυτή ερμηνεία και αυστηρότητα που επιδεικνύει η παραδοσιακή θεώρηση του άρθρου 20, αμβλύνονται όσον αφορά τα ένδικα μέσα κατά ποινικών αποφάσεων. Η εξαίρεση αυτή εκπηγάζει από το θετικό δίκαιο υπέρτερης τυπικής ισχύος και συγκεκριμένα από το άρθρο 2 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συμφώνως προς  το οποίο: «Κάθε πρόσωπο που καταδικάσθηκε για αξιόποινη πράξη από δικαστήριο, έχει το δικαίωμα της επανεξέτασης από ανώτερο δικαστήριο της απόφασης με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ή της απόφασης με την οποία του επιβλήθηκε ποινή. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος και οι λόγοι για τους οποίους μπορεί αυτό να ασκηθεί, διέπονται από το νόμο.»

[2] Έχει, εξάλλου, ορθά θεωρηθεί ότι δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα τα άρθρα 92 ΚΔΔικ και 512 ΚΠολΔ που ορίζουν το ανέκκλητο ορισμένης κατηγορίας υποθέσεων, όπως και το άρθρο 53 παρ. 3 του πδ 18/1989, το οποίο θέτει περιορισμούς ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι πάντοτε υπόλογη έναντι της Ελλάδας για το κατοχικό δάνειο και τις αποζημιώσεις εξαιτίας της ναζιστικής θηριωδίας

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Μνήμης στα Σφακιά για τα τραγικά θύματα της ναζιστικής θηριωδίας στον «Μαρτυρικό» Καλλικράτη, τον Οκτώβριο του 1943, την οποία συνδιοργάνωσαν η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων και ο Δήμος Σφακίων, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος μίλησε με θέμα: «Το νομικώς ενεργό και δικαστικώς επιδιώξιμο των εν γένει απαιτήσεων της Ελλάδας κατά της Γερμανίας από την περίοδο της ναζιστικής θηριωδίας». Κατά την ομιλία του αυτή ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

Πρόλογος

Με αισθήματα εθνικής ανάτασης αλλά και ανείπωτου πόνου βρίσκομαι για μία ακόμη φορά εδώ, μαζί σας, προκειμένου να αποτίσουμε τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην Ιερή Μνήμη των θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας. Της θηριωδίας εκείνου του μαύρου Οκτωβρίου του 1943, στο Χωριό Καλλικράτης του Δήμου Σφακίων. Όμως, και πριν  αναχθώ σε αυτά τα γεγονότα, έχω χρέος να υπενθυμίσω, έστω και συνοπτικώς, την λαμπρή ιστορική πορεία του χωριού Καλλικράτη μέσα στους αιώνες. Και τούτο, γιατί η πορεία αυτή είναι κομμάτι της Εθνικής Ιστορίας μας το οποίο δεν μπορεί, και δεν πρέπει, σε καμιά περίπτωση να παραδοθεί στην λησμονιά του χρόνου.

Α. Η ιστορική πορεία του Καλλικράτη άρχισε το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου του 1453, όταν ο Μανούσος Καλλικράτης –στον οποίο οφείλει το όνομά του το Χωριό- ηγήθηκε ενός σώματος 1500 Κρητών που ανέλαβε την αποστολή να υπεραμυνθεί της Κωνσταντινούπολης, όταν την  πολιορκούσαν οι Οθωμανοί του Μωάμεθ Β΄. Φθάνοντας στην «Βασιλεύουσα» -που ήδη κατέρρεε, υφιστάμενη ιδίως το καίριο πλήγμα της εγκατάλειψης από την τότε Δυτική Ευρώπη-  ο Μανούσος Καλλικράτης και οι μαχητές του αμέσως ανέλαβαν την υπεράσπιση των τριών, από τους 112 συνολικώς, πύργων οι οποίοι θωράκιζαν τα τείχη της. Οι Κρήτες μαχητές, πάντοτε υπό τον Μανούσο Καλλικράτη, στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, δοθέντος ότι οι πύργοι που υπερασπίσθηκαν ουδέποτε εκπορθήθηκαν από τους πολιορκητές. Αφού «έπεσε» η Κωνσταντινούπολη, οι Οθωμανοί σεβάσθηκαν την ανδρεία των Κρητών του Μανούσου Καλλικράτη και τους άφησαν, σε ένδειξη έμπρακτης αναγνώρισής της, να γυρίσουν πίσω στην Πατρίδα. Κατά την καθ’ όλα πειστική παράδοση, μόλις οι μαχητές της Κωνσταντινούπολης έφθασαν στην Κρήτη  χορεύτηκε, κατά την υποδοχή τους, για πρώτη φορά ο «συρτός χανιώτικος». Μετέπειτα, η ιστορία του Καλλικράτη συνεχίσθηκε μέσα από λαμπρές σελίδες αγώνων αλλά και αποφράδες ημέρες μαρτυρίου και πένθους. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο αξίζει ιδιαίτερης μνείας το γεγονός πως ο Καλλικράτης χαρακτηρίσθηκε ως το «Χωριό των ολοκαυτωμάτων», λόγω του ότι κάηκε ολοσχερώς τέσσερις φορές. Η πρώτη ήταν τον Απρίλιο του 1770, κατά την «Επανάσταση του Δασκαλογιάννη» στην εποχή των «Ορλωφικών». Ύστερα ακολούθησε η καταστροφή του Χωριού το 1821, αμέσως μετά την έναρξη της Εθνεγερσίας του 1821. Ενώ κατά την Επανάσταση του 1866 -που κορυφώθηκε με την ηρωική ανατίναξη της Ιεράς Μονής Αρκαδίου στο Ρέθυμνο- ο Καλλικράτης κάηκε για τρίτη φορά.

Β. Έρχομαι στα γεγονότα τα οποία τιμούμε σήμερα, και ειδικότερα στην τέταρτη φορά που το Χωριό Καλλικράτης αφανίσθηκε. Ήταν τον Οκτώβριο του 1943, όταν η παραστρατιωτική συμμορία του θρασύδειλου Φριτς Σούμπερτ «σώμα κυνηγών» -σε συνεργασία, δυστυχώς, με ορισμένους κρητικούς «εφιάλτες» από την ανατολική Κρήτη- εισέβαλε στο Χωριό καταδιώκοντας την θρυλική ομάδα του αντιστασιακού ηγέτη Εμμανουήλ Μπαντουβά. Επρόκειτο για τους ίδιους Γερμανούς που λίγες μέρες νωρίτερα είχαν διαπράξει ειδεχθή εγκλήματα στο χωριό Καλή Συκιά Ρεθύμνου, με εκτελέσεις γυναικών και λεηλασίες. Από την 8η έως την 11η Οκτωβρίου 1943 οι Γερμανοί και οι  συνεργάτες τους έκαιγαν και λεηλατούσαν τον Καλλικράτη. Άρπαξαν ως και ιερά σκεύη και άμφια από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Αποτρόπαιο δείγμα γραφής της κτηνωδίας τους ήταν η θηριωδία της εκτέλεσης 32 κατοίκων του Χωριού, μεταξύ των οποίων 17 γυναικών αλλά και ηλικιωμένων που  ήταν κατάκοιτοι στα κρεβάτια τους. Έκτοτε ο Καλλικράτης των 120 τότε οικογενειών ουδέποτε συνήλθε. Και διατηρώ στην μνήμη μου μία στιγμή που για μένα έχει ξεχωριστή συναισθηματική –και όχι μόνο- αξία, δηλαδή την χρονιά του 2018, στις 4 Οκτωβρίου, όταν μετά από ιδιαιτέρως τιμητική πρόσκλησή σας επισκέφθηκα τον Δήμο σας και ανακηρύχθηκα Επίτιμος Δημότης Σφακίων, ενώ εν συνεχεία υπέγραψα –σε εκπλήρωση χρέους της Πολιτείας- το π.δ. 29/2019, με το οποίο χαρακτηρίσθηκε ο Καλλικράτης ως «Μαρτυρικό Χωριό». Από την πλευρά μου, επιτρέψατέ μου να σας εκθέσω τις θέσεις τις οποίες παγίως έχω υποστηρίξει -ουσιαστικώς δε την Εθνική Θέση μας- ως προς το νομικώς ενεργό και το δικαστικώς επιδιώξιμο των απαιτήσεων της Ελλάδας κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, των σχετικών με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας.  Με την επισημείωση ότι οι ως άνω απαιτήσεις μας δεν είναι ζήτημα εκδίκησης -εμείς, οι Έλληνες, αγνοούμε ιστορικώς ένα τέτοιο ποταπό αίσθημα-  αλλά αμιγώς ζήτημα δικαίωσης και απονομής Δικαιοσύνης, και μάλιστα και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.

Ι. Το ευρύτερο νομικό πλαίσιο

    Συνιστά πλέον κοινή πεποίθηση το ότι είναι η ίδια η έννοια της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας η οποία θεμελιώνει, στο ακέραιο, τις αξιώσεις της Ελλάδας ως προς το κατοχικό δάνειο και ως προς τις εν γένει αποζημιώσεις για τα θύματα και τις υλικές καταστροφές της ναζιστικής θηριωδίας.

Α. Και τούτο διότι η Δικαιοσύνη της Ιστορίας, προκειμένου το μήνυμα «Δεν ξεχνάμε, Ποτέ ξανά» να καταστεί πράξη, απαιτεί από τους θύτες να ολοκληρώσουν την «συγγνώμη» τους αποδίδοντας και στην Ελλάδα αυτό που δικαιωματικώς της ανήκει.  Πράγμα που σημαίνει πως αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εννοεί και αναγνωρίζει πλήρως τις ευθύνες της για το ναζιστικό παρελθόν της οφείλει, αμέσως, να πράξει έναντι της Ελλάδας εκείνο το οποίο επιβάλλει τόσον η ιστορική διαδρομή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Πολιτισμός.   Ιδίως δε ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός.

Β. Επ’ αυτού υπενθυμίζω, όπως ήδη προανέφερα, την βασική μας θέση -που είναι και Εθνική μας Θέση, αφότου συντελέσθηκαν τα εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας κατά της Ελλάδας και του Ελληνικού Λαού- ως προς τις ως άνω αξιώσεις μας.  Διευκρινίζεται, ευθύς εξ αρχής, ότι έχουμε να κάνουμε με δύο εντελώς διαφορετικά, από νομική προσέγγιση, θέματα.

    ΙΙ.  Τα είδη των απαιτήσεων της Ελλάδας

Συγκεκριμένα δε πρόκειται:

Α. Πρώτον, για το κατοχικό δάνειο προς την Γερμανία, το οποίο συνήφθη υποχρεωτικώς –ορθότερα με καταναγκαστικό και εκβιαστικό τρόπο- μεταξύ της εγκάθετης κατοχικής κυβέρνησης και της Γερμανίας, «προς συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής»!  Εδώ πρόκειται, λοιπόν, από νομική σκοπιά περί ενοχής εκ συμβάσεως και, άρα, περί αναγκαστικώς συναφθέντος συμβατικού δεσμού.  Άρα, η αντίστοιχη εκ της συμβάσεως απαίτηση της Ελλάδας είναι ενδοσυμβατικής -και όχι αδικοπρακτικής- προέλευσης.

  1. Σε αυτήν την απαίτηση προστίθενται ποσά τα οποία προκύπτουν από συναφείς προς την δανειακή σύμβαση αιτίες, όπως είναι ιδίως οι τόκοι υπερημερίας λόγω μη έγκαιρης εξόφλησης.
  2. Για την απαίτηση αυτή δεν τίθεται ούτε θέμα παραγραφής ούτε θέμα παραίτησης. Τίθεται μόνο ζήτημα συνολικού υπολογισμού της έως σήμερα, τον οποίο ήδη έχει καταστρώσει και τεκμηριώσει επαρκώς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους. Ας σημειωθεί ότι η ελληνική θέση γίνεται νομικώς τόσο περισσότερο ισχυρή, όσον η αποπληρωμή του δανείου είχε αρχίσει ήδη από την κατοχική περίοδο.

Β. Και, δεύτερον, για τις αποζημιώσεις λόγω ανθρώπινων θυμάτων και υλικών καταστροφών από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, οι οποίες επίσης έχουν  -και δη ευθύς εξαρχής, μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου-  υπολογισθεί τουλάχιστον στις γενικές τους γραμμές.

  1. Επισημαίνεται, πριν απ’ όλα, ότι το 1946, στην Διάσκεψη των Παρισίων, είχε προσδιορισθεί ένα –κατά προσέγγιση- ποσό αποζημιώσεων αυτής της μορφής προς την Ελλάδα ύψους 7,5 δισ. δολαρίων. Κυρίως δε επισημαίνεται με έμφαση ότι το 1953, με την Συμφωνία του Λονδίνου, δεν «χαρίσθηκαν» στην Γερμανία οι οφειλές της λόγω πολεμικών αποζημιώσεων, όπως η γερμανική πλευρά τεχνηέντως και καταδήλως υποκριτικώς φαίνεται να διατείνεται.

α) Η ως άνω Συμφωνία απλώς έθεσε σε αδράνεια τις οφειλές της Γερμανίας έως την υπογραφή, κατά το Διεθνές Δίκαιο (Δίκαιο του Πολέμου), «Συμφώνου Ειρήνης» μεταξύ της τελευταίας και των Δυνάμεων που νίκησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.  Πρόκειται νομικώς για ένα είδος lato sensu αναβλητικής αίρεσης σχετικά με την εξόφληση των υποχρεώσεων της Γερμανίας, επειδή τότε θεωρήθηκε ότι αυτή δεν διέθετε                          –πρωτίστως λόγω της διαίρεσής της σε Δυτική και Ανατολική- την κατά το Διεθνές Δίκαιο απαιτούμενη πολιτειακή υπόσταση προς ανάληψη και εκπλήρωση συναφών υποχρεώσεων.

β) Τούτο –ήτοι η ικανότητα σύναψης «Συμφώνου Ειρήνης»- επήλθε το 1990.  Όταν, μετά την επανένωση της Γερμανίας, η τελευταία απέκτησε ενιαία, νομικώς, πολιτειακή υπόσταση και κυριαρχία.  Ειδικότερα, το 1990 υπογράφηκε το λεγόμενο «Σύμφωνο 2 + 4» μεταξύ της ενωμένης πλέον Γερμανίας και των ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Γαλλίας και Αγγλίας.

γ) Γίνεται δε σήμερα, γενικώς και επισήμως, δεκτό –de facto δε το έχει αποδεχθεί και η Γερμανία, αφού στην βάση αυτή στηρίζει την εν γένει κυριαρχία της- ότι το ως άνω Σύμφωνο επέχει την θέση του «Συμφώνου Ειρήνης» το οποίο προέβλεπε, κατά το Διεθνές Δίκαιο, η προαναφερόμενη Συμφωνία του Λονδίνου του 1953.  Και τούτο διότι μόνον έκτοτε η Γερμανία μπορούσε να υπογράψει ένα τέτοιο «Σύμφωνο», δεδομένου ότι μόνο τότε, κατά τ’ ανωτέρω, απέκτησε την ενότητά της και την ενιαία κυριαρχία της μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

δ) Το «Σύμφωνο 2 + 4» καλύπτει, λόγω της νομικής φύσης του αλλά και της γενικότητάς του, και τα μη συμβαλλόμενα -πλην όμως παθόντα- από την γερμανική κατοχή Κράτη, όπως και η Ελλάδα.  Είναι δηλαδή νομικό κείμενο γενικής εφαρμογής.

  1. Η από Ελληνικής πλευράς νομική βάση των αποζημιωτικών απαιτήσεων κατά της Γερμανίας βρίσκει σταθερό έρεισμα κυρίως στις διατάξεις του άρθρου 3 της Δ΄ Σύμβασης της Χάγης του 1907, οι οποίες κωδικοποίησαν και τις έως τότε διατάξεις του «Δικαίου του Πολέμου».

α) Κατά τις διατάξεις αυτές: «Ο εμπόλεμος όστις ήθελε παραβιάσει τας διατάξεις του Κανονισμού θα υποχρεούται, αν συντρέχει λόγος, εις αποζημίωσιν, θα είναι δε υπεύθυνος δια πάσας τας πράξεις τας διαπραχθείσας υπό των προσώπων των μετεχόντων της στρατιωτικής του δυνάμεως».  Επέκεινα, οι διατάξεις των άρθρων 46 και 47 του «Κανονισμού Νόμων και Εθίμων του Πολέμου στην ξηρά» -ο οποίος είναι προσαρτημένος στην Δ΄ Σύμβαση της Χάγης του 1907- καθιερώνουν και τις δύο θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου του Πολέμου: Ήτοι τις αρχές της προστασίας αφενός του σεβασμού του Ανθρώπου και, αφετέρου, της ατομικής ιδιοκτησίας.

β) Όλες αυτές τις αρχές επικαιροποίησε η απόφαση του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης, το 1946. Τούτο είχε αποδεχθεί, τουλάχιστον έναντι της Ελληνικής Κυβέρνησης -επισήμως και expressis verbis το 1965- ο τότε Καγκελάριος Λούντβιχ Έρχαρτ.  Ο ίδιος δε είχε μιλήσει για οφειλόμενες στην Ελλάδα επανορθώσεις ύψους 500 εκ. γερμανικών μάρκων.

ΙΙΙ. Τα κύρια στοιχεία της τεκμηρίωσης

Από τα όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι οι προμνημονευόμενες αξιώσεις μας, από τις οποίες ουδέποτε και καθ’ οιονδήποτε τρόπο έχουμε παραιτηθεί, είναι πάντοτε και αδιαλείπτως νομικώς ενεργές –πράγμα που σημαίνει ότι δεν τίθεται κανένα θέμα παραγραφής- και δικαστικώς επιδιώξιμες.

Α. Και ο κοινός μας Ευρωπαϊκός Νομικός Πολιτισμός, ως μέρος του εν γένει κοινού μας Ευρωπαϊκού Πολιτισμού που συντίθεται από τις διατάξεις αλλά και από τις θεμελιώδεις αρχές και τις αξίες της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Νομιμότητας, επιβάλλει την σχετική απόφαση να την λάβει αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum, με βάση το σύνολο του εφαρμοζόμενου, εν προκειμένω, Διεθνούς Δικαίου.

Β. Η θέση αυτή είναι, κυριολεκτικώς, Εθνική και, κατά συνέπεια, μη διαπραγματεύσιμη. Πολλώ μάλλον όταν την ενισχύει, πλέον, καταλυτικώς η πρόσφατη γνωμοδότηση (2019) της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Εμπειρογνωμόνων του Γερμανικού Κοινοβουλίου (Bundestag). Η οποία αφενός αναγνωρίζει ότι δεν τίθεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ζήτημα παραγραφής των προμνημονευόμενων αξιώσεων της Ελλάδας ή παραίτησης από την διεκδίκησή τους.  Και, αφετέρου, εξ αντιδιαστολής προτρέπει την γερμανική πλευρά να αποδεχθεί σχετική προσφυγή της Ελλάδας στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.  Κατά τούτο μόνον αυτονόητο προβληματισμό προκαλεί η από 18.10.2019 απόρριψη της, κατά τον Ιούνιο του ίδιου έτους, πλήρως τεκμηριωμένης ρηματικής διακοίνωσης της Ελλάδας -αλλά και μεταγενέστερων, άμεσων ή έμμεσων, ανάλογων απορρίψεων- αναφορικά με την προοπτική προσφυγής στο αρμόδιο δικαιοδοτικό Forum για την οριστική επίλυση της εν προκειμένω διαφοράς ως προς τις αξιώσεις της Ελλάδας, οι οποίες σχετίζονται με το κατοχικό δάνειο και με τις εν γένει αποζημιώσεις.

Επίλογος

Η κατά τα προεκτεθέντα άρνηση της Κυβέρνησης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με το να αγνοεί όλα τα προπαρατεθέντα
-πλήρως τεκμηριωμένα- νομικά επιχειρήματα, εμφανίζεται παντελώς αναιτιολόγητη, δοθέντος ότι έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση και προς την Διεθνή αλλά και προς την Ευρωπαϊκή Νομιμότητα.

Α.  Επιπλέον, μία τέτοια άρνηση είναι άκρως αντιφατική και υποκριτική, αφού δεν είναι νοητό και αποδεκτό, από πλευράς συνεπούς διεθνούς συμπεριφοράς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας από την μία πλευρά να επιχειρεί, σε πολλές περιπτώσεις, να «παραδώσει μαθήματα» σεβασμού, εκ μέρους άλλων Κρατών, της Διεθνούς και της Ευρωπαϊκής Νομιμότητας.  Και, από την άλλη πλευρά, η ίδια να αρνείται την συμμόρφωσή της προς αυτές, όταν μάλιστα πρόκειται για θύματα και ζημίες προερχόμενες από το εφιαλτικό ναζιστικό παρελθόν της. Ένα παρελθόν το οποίο άλλωστε η ίδια έχει, δημοσίως και διεθνώς, καταδικάσει και αποκηρύξει με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι βέβαιο ότι η συμπεριφορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας υποσκάπτει, εκ των έσω, την αξιοπιστία της και το κύρος της, σε Ευρωπαϊκό και σε Διεθνές επίπεδο.  Όπως είναι λοιπόν αυτονόητο η Ελλάδα δεν αποδέχεται, ούτε πρόκειται να αποδεχθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την άρνηση αυτή.  Πράγμα που σημαίνει ότι θα επανέλθει εν προκειμένω,  δίνοντας ακόμη μεγαλύτερη έκταση και έμφαση στα νομικά -και όχι μόνο- επιχειρήματά της.

Β.  Επιπροσθέτως, είναι ανάγκη να καθιερωθεί οριστικώς ως κυρίαρχος στόχος της Ελλάδας η υπεράσπιση όλων των κατά τ’ ανωτέρω θέσεών της με όλα τα διαθέσιμα, κυρίως κατά το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μέσα, συμπεριλαμβανομένου και του veto, ιδίως όταν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσέρχεται, στο πλαίσιο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και υποστηρίζει μόνο τις δικές της θέσεις -κατά την προσφιλή της, πλην άκρως βλαπτική έως υπονομευτική για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, τακτική- κατ’ εξοχήν στο πεδίο της ευρωπαϊκής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

 

Σφακιά, 12.10.2025

 

 

Η φυσιογνωμία και η ανθεκτικότητα του Συντάγματος του 1975 την περίοδο της κρίσης. Η διάταξη του άρθρου 28 σε ρόλο κερκόπορτας.

Κριτσίκης Αλέξανδρος, Δικηγόρος ΔΝ, Μ.Ε Πάντειον Πανεπιστήμιο & ΔΠΘ

Το Σύνταγμα με τις ρητές ρυθμίσεις του αλλά και τις σιωπηρές[1], με την ερμηνεία, την εφαρμογή ή μη των διατάξεών του βρίσκεται σε αλληλοεπίδραση με την οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία, εφόσον «το συνταγματικό δίκαιο είναι βαθιά ενταγμένο στο θεσμικό, δογματικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο κάθε χώρας»[2] εξασφαλίζοντας τη συνέχεια της πολιτικής. Για τον Αλ. Σβώλο και τον Α. Μάνεση προσδιορίζεται ως «η νομική έκφραση και αποκρυστάλλωση ενός συγκεκριμένου συσχετισμού των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων, τις οποίες το Σύνταγμα ρυθμίζει και ταυτόχρονα εκφράζει»[3]. Η αναθεωρητική διαδικασία, όπως και κάθε διαδικασία παραγωγής κανόνα δικαίου, δεν εξελίσσεται ανεξάρτητα από τις πολιτικές συγκυρίες και συγκρούσεις ως μια μορφή «εγελιανής» ιδέας, αλλά ο συνταγματικός κανόνας κατά τη διάρκεια της  θέσπισης, της ερμηνείας και της εφαρμογής του συνιστά μόνιμα ένα  πεδίο μάχης αντιτιθέμενων ιδεών, αξιών και κοινωνικών συμφερόντων[4]. Στον ανώτατο, συνεπώς, καταστατικό χάρτη της χώρας καταγράφεται το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό momentum της εποχής[5].

Οι κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες, οι αντιθέσεις, ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων, η κυρίαρχη κάθε φορά κοινωνικό-οικονομική τάξη και οι εκάστοτε ιστορικές συγκυρίες αντανακλώνται, αναπόφευκτα, στα εκάστοτε συνταγματικά κείμενα. Με άλλα λόγια κάθε καταστατικός χάρτης, μεταξύ άλλων και το Σύνταγμα του 1975, εκφράζει αφενός τα κυρίαρχα κοινωνικά και οικονομικά συμφέροντα και αντικατοπτρίζει αφετέρου τον συσχετισμό των κοινωνικών, αλλά και πολιτικών δυνάμεων σε μία κοινωνία[6]. Το Σύνταγμα υφίσταται για να διευκολύνει την πολιτική, ιστορική και θεσμική διαδρομή της χώρας[7], ενώ η Αναθεώρηση δεν παύει να συνιστά μια πολιτική πράξη με τη «μορφή ενός νομικού γεγονότος»[8].  Μεταξύ άλλων το Σύνταγμα του 1975 είναι ένας φιλελεύθερος θεμελιώδης νόμος, που κατοχυρώνει μια δέσμη ατομικών ελευθεριών για την εξειδίκευση του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ), ενώ καθίσταται σαφές πως οι διατάξεις του, που κατοχυρώνουν την ελευθερία και την αξιοπρέπεια, θα πρέπει να συνοδεύονται από κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα για να εφαρμοστούν στην πράξη[9].

Αν μη τι άλλο πρόκειται για ένα «οικονομικό» Σύνταγμα. Ειδικότερα, αν και κατοχυρώνει την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία στα άρθρα 5 παρ. 1 και 22 Σ, ταυτόχρονα στο άρθρο 106 Σ προβλέπει την κρατική παρέμβαση σύμφωνα με την οικονομική φιλοσοφία του κόμματος της ΝΔ, που το θέσπισε το 1975 και καθιερώνει την ελεύθερη δημοκρατική οικονομία με την ταυτόχρονη επέμβαση της Πολιτείας, όταν καθίσταται απαραίτητο για την εξισορρόπηση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων[10]. Ο φιλελευθερισμός και η κοινωνική δικαιοσύνη, λοιπόν, έχουν ερείσματα στο ισχύον Σύνταγμα, στο οποίο αντανακλάται η κυρίαρχη ιδεολογία του πολιτικού κόμματος, που το θέσπισε. Το Συνταγματικό, ουσιαστικά, δίκαιο στη χώρα μας καθιερώνει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό ως το ισχύον πολιτικό σύστημα[11].  Έκτοτε τον θεμελιώδη αυτό νόμο εφαρμόζει στην πράξη η εκάστοτε πολιτική ηγεσία από το 1975 με τις παρεκκλίσεις της τελευταίας δεκαετίας[12].

Οι παρεμβάσεις, όμως, των ισχυρών κρατών μετά το 1990 λόγω της πτώσης των κρατικά σχεδιασμένων σοσιαλιστικών χωρών στάθηκαν ορόσημο και μετέβαλλαν τους διεθνείς συσχετισμούς των δυνάμεων υπαγορεύοντας συγκεκριμένες πολιτικές, ιδιαίτερα, στις οικονομικά ασθενείς χώρες της Ε.Ε.  Η άρχουσα, λοιπόν, τάξη της διεθνούς ολιγαρχίας εκμεταλλευόμενη τις νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες προέβη σε παρεμβατικές δραστηριότητες προς τις χώρες αυτές με τη μορφή της εναρμόνισης του δικαίου τους με το ενωσιακό, που υπονόμευσαν, αν όχι εκμηδένισαν, την ποιότητα του πολιτεύματος της δημοκρατίας τους[13].

Εν προκειμένω στην περίπτωση της Ελλάδας  στη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προστέθηκε στο άρθρο 28 η ερμηνευτική δήλωση, που λειτούργησε ως θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας μας στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ενώ με το άρθρο 80 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε η συμμετοχή της στην ΟΝΕ[14]. Χάρη, λοιπόν στη διαδικαστική ευελιξία του ισχύοντος Συντάγματος και την προνοητικότητα του συνταγματικού νομοθέτη του 1975 και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, που καθιέρωσαν, ομολογουμένως, την άτυπη τροποποίηση του περιεχομένου του Συντάγματος με τη διαδικασία της κύρωσης των διεθνών συνθηκών[15] είναι δυνατόν να τροποποιείται ή να μεταβάλλεται το πρωτογενές περιεχόμενο των διατάξεων του Συντάγματος.

Οι εν λόγω, βέβαια, συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 μαζί με την σχετική ερμηνευτική δήλωση της αναθεώρησης του 2001 ουδέποτε τροποποιήθηκαν στις επικείμενες αναθεωρήσεις, ούτε καν προτάθηκε η αναθεώρηση τους από τα κυβερνητικά κόμματα, που ανέλαβαν έκτοτε το βάρος των αναθεωρήσεων (Νέας Δημοκρατίας, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ), και ως εκ τούτου οδήγησαν στο να ψηφίζονται εύκολα και σε ολίγο χρονικό διάστημα εκτενέστατα και πολύ σοβαρά νομοθετήματα, όπως οι πολυσέλιδοι και ογκώδεις εκτελεστικοί νόμοι των μνημονίων[16] με τις γνωστές για την ελληνική κοινωνία δυσμενείς επιπτώσεις, που ως γνωστό βίωσε[17]. Για το λόγο αυτό σίγουρα δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως η αναθεώρηση του 2001 είναι η μόνη στην οποία επιτεύχθηκε συναίνεση ανάμεσα στα δύο κυβερνητικά κόμματα του τότε πολιτικού δικομματισμού, δηλ. της Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή και του ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη. Για την ακρίβεια 268 βουλευτές ψήφισαν την περίοδο εκείνη το ισχύον κείμενο συνταγματικού νόμου αποδεχόμενοι ως κοινό πολιτικό τους στόχο «να ετοιμάσουν» την είσοδο της χώρας για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση[18].

Πέραν, ωστόσο, της σχετικής αυτής κανονιστικής διάταξης του Συντάγματος, που λειτούργησε κατά κάποιο τρόπο ως κερκόπορτα  για την εισβολή νεοφιλελεύθερων ρυθμίσεων στη χώρα μας πολύ προτού, βέβαια, της ψήφισης από τις ελληνικές κυβερνήσεις των κατεξοχήν νεοφιλελεύθερων νομοθετημάτων (μνημόνια), το δημοκρατικό πολίτευμα με το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης και οι συνταγματικοί θεσμοί, αναμφισβήτητα, λειτούργησαν στην εποχή της κρίσης στη χώρα μας ομαλά χωρίς ποτέ να τεθούν θέματα αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας. Επίσης, ποτέ δεν τέθηκε θέμα αναστολής ισχύος των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών καθώς και ποτέ δεν τέθηκε η χώρα μας σε ισχύ καθεστώτος έκτακτης ανάγκης του άρθρου 48 του Συντάγματος[19]. Ο λόγος προφανής, μιας και οφείλει η χώρα μας να εναρμονιστεί με την συνταγματική κανονικότητα του μνημονίου.  Η σκοπιμότητα των μέτρων επέβαλε την λήψη των μέτρων των μνημονίων υπό τους όρους της ισχύουσας νομιμότητας[20].

Την ανθεκτικότητα του Συντάγματος και τη μη αντίσταση του στην κρίση που επέφεραν τα μνημόνια αποδέχτηκαν, μάλιστα, τόσο τα κρατικά όργανα, όσο και τα πολιτικά κόμματα με προεξέχοντα τα κόμματα εξουσίας. Στα πλαίσια της συνταγματικής κανονικότητας υιοθετήθηκε, μάλιστα, η λογική του ορθού λόγου και του κοινού δημοσίου συμφέροντος[21]. Παρόλο, λοιπόν, το γεγονός, πως καθόλου τη διάρκεια των μνημονίων μεταβλήθηκε η συνταγματική πραγματικότητα στη χώρα μας, ουδέποτε αναθεωρήθηκε το Σύνταγμα. Αντίθετα, ενσωματώθηκαν στην εθνική συνταγματική τάξη λόγω δημόσιου οικονομικού συμφέροντος νομοθετήματα «μνημονιακά», τα οποία, ομολογουμένως,  κρίθηκαν ως συνταγματικά κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και ειδικότερα όσον αφορά την αξιολογική εκ μέρους των δικαστών στάθμιση ανάμεσα στους σκοπούς του δημοσίου συμφέροντος και της προσβολής ή βλάβης ενός δικαιώματος ή μιας ελευθερίας[22].

Οι δημοσιονομικές πολιτικές της ΕΕ, τις οποίες έμπρακτα επιδοκίμασαν όλα τα κόμματα εξουσίας την περίοδο των μνημονίων, αντιμετωπίστηκαν από την συνταγματική νομολογία ως εθνικές δημόσιες πολιτικές, όπως εξίσου και οι ευρωπαϊκοί στόχοι της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας[23]. Είναι γεγονός, πως η συντριπτική πλειοψηφία των νόμων που ψηφίστηκαν στην Ελληνική Βουλή όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης ήταν στα πλαίσια της έμμεσης παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη χώρα μας μεταφορά στην ελληνική πραγματικότητα μέτρων και αποφάσεων που είχαν ληφθεί εντός των θεσμικών οργάνων της, αν και αμφισβητήθηκε στη θεωρία η νομιμότητας της δημοκρατικής τους λειτουργία[24]. Κοντολογίς, επιβεβαιώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης ο σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη του 1975, που ήθελε ένα συνταγματικό νόμο φιλικό στο διεθνές δίκαιο και πλήρως κατάλληλο να υλοποιήσει μέσω των διατάξεων του (άρθρο 28 παρ. 2 και 3) τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή ενοποίηση[25].

Κοντολογίς, η ανθρωπότητα σήμερα την εποχή της νεωτερικότητας διανύει μια ζοφερή περίοδο. Μέσα από την διεθνή καθημερινή ειδησεογραφία καθίσταται προφανές, πως η κοινωνική αδικία, η βία, η ανισότητα και η καταλήστευση βρίσκονται σε έξαρση. Εξαιτίας της βαρβαρότητας, της κοινωνικής αναλγησίας, των ληστρικών πολέμων, που κυριαρχούν οι κυρίαρχες τάξεις κατευθύνονται προς την αυθαιρεσία, ενώ συχνά μένουν ατιμώρητες, αν και συστηματικά παραβιάζουν το νόμο. Αυτή όμως η βαθιά και εντεινόμενη επιδείνωση των συνθηκών ζωής της μεγάλης πλειοψηφίας των κοινωνιών καθιστά βέβαιη τη συνέχιση του αγώνα των λαών για την εξουσία, για την ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης για την απελευθέρωση, καθόσον η πάλη των τάξεων είναι σίγουρο, ότι δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ. Αντίθετα, ο 21ος αιώνας θα είναι αιώνας σκληρών αγώνων για την εξουσία με τους λαούς να αναζητούν εναγωνίως δρόμους απελευθέρωσης και χειραφέτησης[26].                                                  

 

[1] Βλ. Καλτσώνη Δ (2024)., Μεταπολιτευτική δημοκρατία και Σύνταγμα, περ. Τετράδια,  τευχ. 88-89 (2024-2025), σελ. 147-156.

[2] Βλ. Tushnet Μ. (2013), Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων. Η συγκριτική άποψη, Αθήνα:  Παπαζήση, σελ. 68.

[3] Βλ. Μάνεση Α. (1980), Συνταγματικό Δίκαιο Ι, Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας, σελ. 16.

[4] Βλ. τη σχετική τοποθέτηση του Γ. Κατρούγκαλου ως Γενικού Εισηγητή της Πλειοψηφίας στην αναθεώρηση του 2019, Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Βουλή, Προεδρία Ν. Βούτση, 2016, σελ. 9.

[5] Βλ. Βλαχόπουλο Σ.(2024), Οι ιδεολογικές αρχές της ΝΔ στο Σύνταγμα του 1975, στο: Παναγιωτόπουλος Β.-Βούλγαρης Γ.-Ριζάς Σ. (επιμ.),  Νέα Δημοκρατία 1974-2024, Η Κεντροδεξιά της Μεταπολίτευσης, εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»,  σελ. 38.

[6] Βλ. Καλτσώνη Δ., Μαριόλη Θ., Παπουλή Κ. (2017), Μετωπικό φαινόμενο διεξόδου από την κρίση, Αθήνα: Κοροντζή,  σελ. 255.

[7] Βλ. την Εισήγηση του Γενικού Εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας κ. Κων/νου Τασούλα, Έκθεση της επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, 2019, σελ. 58, στο:

https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/%CE%88%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B71_1.pdf/ πρόσβαση 22.8.2025, εκτενέστερα για το Σύνταγμα και τις αναθεωρήσεις του όσον αφορά το κόμμα της ΝΔ βλ. Κριτσίκη Α. (2025), Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της ΝΔ όπως καταγράφηκε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις, σελ. 172-178, 211 επ.

[8] βλ. Δρόσο Γ. (2013), «Συνταγματικός λόγος, πολιτειακή κρίση και αριστερά» στο: Ακριβοπούλου Χ., Παπαχρίστος Ν.  (επιμ.), Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα, σελ. 239.

[9] Βλ. Βλαχόπουλο Σ. (2024), ο.π. σελ 41.

[10] Βλ. Βλαχόπουλο Σ. (2024), ο.π. σελ. 45-47.

[11] Βλ. Μπακογιάννη Π., Φιλελεύθερη ιδεολογία και πράξη, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 17.1.1988.

[12] Βλ. Παραρά Π. (2019), Οικονομική Ελευθερία, άρθρο 5 παρ. 1 Σ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλα,  σελ. 493.

[13] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2024), ο.π. σελ. 71-73, ομοίως διεξοδικότερα βλ. Καλτσώνη Δ. (2014), Δίκαιο, Οικονομική κρίση και Δημοκρατία, Αθήνα: Τόπος, σελ. 164 επ.

[14] Βλ. για το ζήτημα αυτό εκτενέστερα Καλτσώνη Δ (2011)., Ευρωπαϊκή Ένωση και εθνική πολιτική κυριαρχία: Η επικαιρότητα της λενινιστικής προσέγγισης, περ. Ουτοπία, τευχ. 96, σελ. 89 επ.

[15] Βλ. Μανιτάκη Α. (2004), Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλας, σελ. 377 επ.

[16] Βλ. Μανιτάκη Α. (2020), Το λυκόφως της Μεταπολίτευσης πριν, κατά και μετά το Μνημόνιο, Αθήνα: Επίκεντρο, σελ. 486.

[17]  Βλ. εκτενέστερα ως προς τις επιπτώσεις τη μελέτη του Δρόσου Γ., Η κρίση της οικονομίας και η κρίση του δικαστή, στο: ΕφημΔΔ. 2/2015. σελ. 15., επίσης βλ.  Manitakis Α.(2017), The impressive resilience of the Greek Constitution in the current financial crisis in Europe, στο: Papadoulou L./Pernice I./Weiler J. (eds.), Legitimacy Issues of the European Union in the face of Crisis, Dimitris Tsatsos in Memoriam, Nomos/Hart, σελ. 217-221.

[18] Βλ. Πουλακίδα Κ. (2018), Ιστορίες Αναθεώρησης, στην εφημερίδα «Η Αυγή», στο: https://www.avgi.gr/politiki/290964_istories-anatheorisis/ προσπέλαση 27.8.2025, στο οποίο επισημαίνεται πως «Ενδεικτικό του κλίματος ήταν πως η αναθεωρητική διαδικασία ανακοινώθηκε παράλληλα με την αναστολή της δίωξης κατά του Κων/νου Μητσοτάκη και υπουργών της κυβέρνησής του, που σηματοδοτούσε ότι κλείνει ο κύκλος της οξύτητας ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που υπήρχε από τη δεκαετία του 1980.»

[19] Βλ. σχετικά τις μελέτες στον συγκριτικό τόμο Contiades X. (2013), The Global Financial Crisis and the Constitution, Contiades Χ. (ed.), Constitutions in the Global Financial Crisis. A Comparative Analysis, Ashgate, σελ. 1-5, στο: http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2298601/ προσπέλαση 26.8.2025, και ειδικά τη συνθετική μελέτη των Κοντιάδη Ξ.- Φωτιάδου Α. (2022), Η συνταγματική ανθεκτικότητα στη δοκιμασία των κρίσεων. Κρίση ασφάλειας, οικονομική κρίση, πανδημία και Σύνταγμα, στο: https://www.epoliteia.gr/e-books/2022/04/14/h-syntagmatikh-anthektikothta-sth-dokimasia-twn-krisewn-krish-asfaleias-oikonomikh-krish-pandhmia-kai-syntagma-xenofon-contiades-alkmini-fwtiadou/ πρόσβαση 23.8.2025, σελ. 100 επ., ομοίως Βλ, Χρυσόγονο Κ., Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, στο: Νομικό Βήμα, 2010, τ. 58, σελ. 86 επ., Μαντζούφα Π. (2014), Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλας, όπου συμπεριλαμβάνεται παρουσίαση της σχετικής νομολογίας και των εκτελεστικών των Μνημονίων νόμων μέχρι το 2014, σελ. 13-189.

[20] Βλ. την ερμηνευτική προσέγγιση του Βλαχόπουλου Σ. (2014), Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος και με τον εύγλωττο υπότιτλο, Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, Αθήνα: Ευρασία, με σχετική αναφορά στη νομολογία της κρίσης, σελ. 101-131.

[21] Βλ. και Καραβοκύρη Γ. (2014), Το Σύνταγμα και η κρίση, Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Αθήνα, Κριτική, ιδίως σελ. 11-47, καθώς και τη βιβλιοκριτική Μανιτάκη Α. για το ίδιο, στο: Το Σύνταγμα, 2/2016, σελ. 608-617. Ομοίως, Karavokyris G. (2017) Role of Judges and Legislators in the Greek Financial Crisis: A Mater of Competence, στο: Legitimacy issues of the European Union. Lessons from the financial crisis. Dimitris Tsatsos in memoriam, Papadopoulou L. , Pernice I., Weiler J., Nomos/Hart, σελ.149-169. Επίσης βλ. σχετικά και Τασόπουλου Γ. (2018), Από την οικονομική κρίση στην κρίση του Κοινοβουλευτισμού. Η ατελής κοινωνική ολοκλήρωση και η αχρείαστη συνταγματική αναθεώρηση, στο: Αγγελίδης Μ., Σπουρδαλάκης Μ., (επιμ.), Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα. Πρακτικά συνεδρίου. Αθήνα 15-17 Δεκεμβρίου 2016, Αθήνα: Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων,  σελ. 151- 180.

[22] Βλ. Μανιτάκη Α. (2020), H εντυπωσιακή, παρά την κρίση, ανθεκτικότητα του Συντάγματος χάρη στην άδηλη μεταβολή του κανονιστικού νοήματός του, σελ. 11, στο: https://www.constitutionalism.gr/2020-05-01-manitakis-anthektikotita/  προσπέλαση 20.8.2025.

[23] Βλ. ιδίως Βλαχογιάννη Α. (2018), Το Σύνταγμα στη νέα Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση. Τάσεις και αλλοιώσεις του εθνικού συνταγματικού, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: εκδ. Σάκκουλας, σελ. 99.

[24] Βλ. Mair P. (2020), Κυβερνώντας το κενό, Αθήνα: Επίκεντρο, σελ. 156.

[25] Βλ. Βλαχόπουλο Σ. (2024), ο.π. σελ. 48-49.

[26] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2025), Η τέχνη του πολέμου για την εξουσία, Αθήνα: Τόπος, σελ. 256-257, 260.

Το πρόγραμμα της εκδήλωσης του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης». Εκλογικό σύστημα και πολιτικό σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας»

17 Οκτωβρίου 2025
Αίθουσα ΔΣΑ – ώρα 17:30

Εκλογικό σύστημα και πολιτικό σύστημα: μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας»

Ομιλητές:

Κ. Χρυσόγονος, καθηγητής ΑΠΘ
Το βαλς των ελληνικών εκλογικών συστημάτων

Χ. Ανθόπουλος, καθηγητής ΕΑΠ
Εκλογικό σύστημα, πολιτικό σύστημα και κυβερνήσειs συνεργασίαs

Π. Κουστένης, επ. καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης
Το εκλογικό σύστημα στην προκρούστεια κλίνη των κομματικών σχεδιασμών: εξέλιξη και μετεξέλιξη στην Γ’ Ελληνική Δημοκρατία

K. Ελευθερίου, επ. καθηγητής ΔΠΘ
Κρίση εμπιστοσύνης και σύστημα κυρίαρχου κόμματος: Πλευρές του πολιτικού ανταγωνισμού από τις εκλογές του 2023 έως σήμερα

Γ. Σωτηρέλης, καθηγητής ΕΚΠΑ
Η συνταγματική αναθεώρηση ως προϋπόθεση μιας εγγυημένης εξισορρόπησης μεταξύ αντιπροσωπευτικότητας και «κυβερνησιμότητας»

Προεδρεύει η Ιφ. Καμτσίδου, τ. καθηγήτρια ΑΠΘ, Πρόεδρος του Ομίλου «Αριστόβουλος Μάνεσης»

Την εκδήλωση θα χαιρετίσει ο Δ. Βερβεσός, Πρόεδρος ΔΣΑ

 

Θα χορηγηθούν Βεβαιώσεις συμμετοχής

Η σύγχρονη νομική επιστήμη στο εδώλιο της αριστοτελικής διδασκαλίας.

Νικος Παρασκευόπουλος, ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Eισαγωγικά, μια διευκρίνηση:    Το έργο του Αριστοτέλη έχει μια ευρύτερη αναγνώριση ως κοσμοθεωρητική βάση του σύγχρονου πολιτισμού γενικά, επειδή έχει καλύψει με αξιοπιστία, εύρος και αντοχή εξίσου τα μεγάλα θεμέλια της ανθρώπινης σκέψης και δράσης: Τόσο τις Επιστήμες και τη Λογική, όσο και την Ηθική.  Ο τίτλος ωστόσο της ομιλίας μου[1] δεν υπονοεί μια ιεραρχική αξιολόγηση δυο συστημάτων, όπου το πρώτο (η αριστοτελική διδασκαλία) να έχει μια θέση κατηγόρου και το δεύτερο (η σύγχρονη δικαιική θεωρία) να βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ούτε η αριστοτελική  διδασκαλία  ειδικά για τη δικαιοσύνη,  ούτε το σύνολο του θεωρητικού έργου  του φιλοσόφου βρίσκονται στο απυρόβλητο  σαν να περιβάλλονται από ένα δόγμα διαχρονικής ανωτερότητας. Προφανώς, μια ανάλογη αντίληψη θα προσέκρουε και στη ίδια την αριστοτελική μεθοδολογία, που δυσπιστεί όπως θα δούμε και στη συνέχεια  απέναντι στην αυτάρκεια της αλήθειας του ενός.

Για τους  παραπάνω λόγους η δυνατότητα της αριστοτελικής  διδασκαλίας να αναδείξει αδυναμίες της σύγχρονης νομικής  θεωρίας θα θιγεί εδώ ως υπόθεση, αριστοτελιστί ως δόξα προς έλεγχο, κι όχι σαν δεδομένη συνθήκη υπεροχής ή σαν  ύδωρ ελεγμού[2]. Ο  έλεγχος της υπόθεσης αυτής θα επιχειρηθεί παρακάτω, με βάση πέντε  θεμελιακά θέματα.

 

  1. Η μεθοδολογική αναστροφή.

Η προτεραιότητα της οντολογικής ή αντίθετα της συμβολαιακής βάσης των νομικών αξιολογήσεων και συλλογισμών αποτελεί την κύρια διάζευξη στο πλαίσιο της μεθοδολογίας του δικαίου. Προτάσσεται ο κόσμος ή ο νόμος[3]; Από την άποψη αυτή, για πολλούς λόγους  φιλοσοφικό έρεισμα για κριτική της σύγχρονης  νομικής  επιστήμης μπορεί να αντληθεί από  τις πιο γνωστές αριστοτελικές σκέψεις: Ότι η πόλη υπάρχει φύσει[4],  ότι προϋποτίθεται της έννοιας του πολίτη, καθώς από  την επίσης διάσημη  (ανήκει στις περισσότερο παραπεμπόμενες παγκοσμίως) θέση ότι ο άνθρωπος είναι ζώο κοινωνικό  και πολιτικό.  

 Η πρόταξη της μεθοδολογίας και ή έμφαση στις παραπάνω αρχές δικαιολογούνται για τρεις λόγους: Πρώτα, επειδή αποκαλύπτουν   μια σταθερή επιλογή του φιλοσόφου ενόψει της βασικής διαίρεσης των μεθόδων κατανόησης του δικαίου: Η φύση, η κοινωνία, η πόλη, η οντολογία, φαίνονται γι’ αυτόν να προηγούνται (επομένως να υπερέχουν ) της συμβολαιακής θεμελίωσης της δικαιοσύνης. Δεύτερο, επειδή δεν πρόκειται για μια δευτερεύουσα ή παρενθετική τοποθέτηση: Διαπερνά το σύνολο του αριστοτελικού  έργου, τόσο το επιστημονικό  όσο και το ηθικό του μέρος, όντας θεμελιακή για τη συνοχή του και  στήριγμα παράγωγων γνωμών που αναπτύσσονται με συνέπεια. Τρίτο, επειδή ο ίδιος ο Σταγειρίτης  τονίζει ότι τόσο στην θεωρία,  όσο και στον πρακτικό λόγο, τη μεγαλύτερη ευρετική αξία διαθέτει ο τρόπος, όχι το «πρέπει» το οποίο  συνήθως είναι ευνόητο[5].

Η σύγχρονη θεώρηση που επικρατεί (ιδίως στην Ηπειρωτική Ευρώπη και επομένως και στη χώρα μας), παρά την προ αιώνων Θωμιστική αναβίωση αριστοτελικών  θέσεων και παρά τις αντιλήψεις της νεωτερικής ιστορικής σχολής του δικαίου [6],  είναι  η αντίστροφη: Ο νομικός σήμερα για λύσει τα ερμηνευτικά προβλήματα και τις όποιες συγκρούσεις ανάγεται πρωταρχικά στο κοινωνικό συμβόλαιο, ως συναινετικό προϊόν  όπως το έβλεπε  και ο Αριστοτέλης [7],  αλλά στη χειρότερη περίπτωση και στο βίαια εξαναγκασμένο όπως το είχε δει ο Θρασύμαχος: Εν αρχή για τη θετικιστική θεώρηση βρίσκεται ο θεσμός, το Σύνταγμα, ο νόμος. Δεν αναγόμαστε βέβαια στον Θρασύμαχο, αλλά μας εμπνέουν συστήματα νοησιαρχικά ή βουλησιαρχικά, όπως αυτά των  Th. Hobbes και Ιm. Kant. Ο συνετός νομικός εκτελεί  άριστα το έργο του  εφόσον γνωρίζει καλά  τον νόμο, τη νομολογία και τη βιβλιογραφία, τελεία! Έτσι η νομική έχει κυρίαρχα τα χαρακτηριστικά της κανονιστικής ηθικής και της ποιητικής τέχνης, ακόμη και της τεχνοκρατίας,  και λιγότερο της επιστήμης η οποία  προϋποθέτει διαγνώσεις και πρόταξη των αισθητών.

Η κρατούσα αυτή θεώρηση έχει αδυναμίες: Η ζυγαριά της νομικής (θέσπιση, απονομή, εκτέλεση δικαίου) προϋποθέτει αίσθηση και γνώση του βάρους των πραγμάτων. Φιλοσοφικά, τη σημασία των αισθήσεων αναγνώριζαν τόσο η αριστοτελική[8] όσο και η επικούρεια[9] διδασκαλία. Η δικαιοσύνη δεν έχει μόνο μια  κανονιστική γενική διάσταση: Συνδέεται επίσης με μετρήσιμες πραγματικές καταστάσεις όπως η ισότητα και η μεσότητα, όπως αντίστροφα η αδικία συνδέεται με την ανισότητα και την πλεονεξία[10]. Πώς θα έκανε  επιλογές ο συντακτικός ή ο απλός νομοθέτης, αν δεν γνώριζε πραγματικά δεδομένα και συνθήκες του κοινωνικού, του πολιτικού  και του οικονομικού χώρου; Σωστά το επισήμαινε ο Αριστοτέλης,  όποιος τρώει είναι καλύτερος κριτής για το φαγητό από το μάγειρα, ο καπετάνιος από τον κατασκευαστή του τιμονιού, ο κάτοικος από τον κτίστη. Ο κυρίαρχος  λαός (κι όχι μόνο οι ειδικοί ) θα έπρεπε να έχει άμεση ή έμμεση  γνώμη για διανεμητικές πράξεις και ευθύνες. [11] Στη φάση εξάλλου της έκτισης των ποινών, πώς να επιλέξει ο αρμόδιος λειτουργός την εναλλακτική αντί ποινής επιβολή ενός μέτρου απεξάρτησης, αν δεν γνωρίζει την πρακτική  αποτελεσματικότητα του τελευταίου; Θεωρητικά και πρακτικά η   αναγνώριση  του ανθρώπου ως κοινωνικού και πολιτικού όντος προσδιορίζει και την οντολογική θεώρηση του δικαίου.

Τέλος, είναι φανερό ότι η μέθοδος που ενώπιον ασαφειών ή συγκρούσεων  προτάσσει την κρίση λίγων  ειδικών, επιδρά στο δημοκρατικό πολιτικό και κοινωνικό ισοζύγιο. Ευνοεί συγκριτικά τους οργανωμένους – ή λανθάνοντες λόγω τυπικότητας των θεσμών – ολιγαρχικούς σχηματισμούς. Έτσι  αποδυναμώνονται οι πολλοί, ο κυρίαρχος λαός που στη δημοκρατία πρέπει να συμμετέχει και να αξιολογεί κάθε άσκηση εξουσίας στο μέγιστο δυνατό βαθμό.

 

  1. Η επιείκεια / η αυστηρότητα των νόμων.

Η έννοια της επιείκειας θα μπορούσε ίσως να μην αναφερθεί  ως αυτοτελές κεφάλαιο της επιχειρούμενης εδώ σύγκρισης:  Αποτελεί  οπωσδήποτε ένα συνεπές παρακολούθημα της αριστοτελικής μεθοδολογίας που προεκτέθηκε, της θεωρητικής και πρακτικής πρόταξης της πόλης και του κόσμου έναντι της ακαμψίας του νόμου. Θα μπορούσε δηλαδή   να αφεθεί στην άκρη σαν κάτι  ευνόητο.  Αυτή η συγχώνευση της αναφοράς ωστόσο  μιας έννοιας που έχει χαρακτηριστεί ως η κυριότερη συνεισφορά   του Αριστοτέλη στη σύλληψη του δικαίου[12] θα ήταν αναντίστοιχη με τη διεθνώς αναγνωρισμένη σημασία της. Επίσης θα παρέλειπε ένα  εντυπωσιακό εύρημα ανατροπής κατά την  επιχειρούμενη εδώ σύγκριση: Το κεντρικό αυτό εργαλείο της δημοκρατικής σκέψης για τη Δικαιοσύνη συμβαίνει να έχει απωθηθεί (συχνά διαστρεβλωμένο) στο περιθώριο της σύγχρονης – ειδικά στην Ηπειρωτική Ευρώπη – δικαιικής θεωρίας. Η τελευταία έχει ξεχάσει το summum ius summa injuria και μένει σε γενικές γραμμές προσηλωμένη στην αντίστροφη αρχή dura lex sed lex των Ρωμαίων.

Με την περισσότερη δυνατή συντομία: Ο Αριστοτέλης  αναφέρεται στην επιείκεια με δυο εννοιολογικές εκδοχές. Με  μια ευρεία έννοια (ως προσωπική αρετή, αντίστοιχη του σπουδαίος αντίθετη προς το φαύλος),  καθώς  και με μια άλλη, πολύ πιο στενή: Η τελευταία αφορά τη διόρθωση του νόμου κατά την απονομή δικαιοσύνης, όταν η άκαμπτη εφαρμογή του θα ερχόταν σε σύγκρουση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις. [13]    Η σύλληψη στηρίζεται στην αναγνώριση ότι ο νομοθέτης γενικεύοντας για να προσδώσει την αναγκαία καθολικότητα στον κανόνα αναγκαστικά απλουστεύει, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του συγκεκριμένα άγνωστα, ιδιόμορφα ή επερχόμενα στοιχεία. Τότε κατά την εφαρμογή ο δικαστής πρέπει να αποφαίνεται όπως θα αποφαινόταν ο ίδιος ο νομοθέτης αν θα ήταν παρών στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Πρόκειται  για μια θεωρητική κατασκευή ταπεινή και  «συγγνωμονική» , που αποκρούει την ιδέα της απόλυτης ορθότητας κατά την καθολική ρυθμιστική επιταγή του νόμου και διευκολύνει τις διορθώσεις[14].

Αυτή η διορθωτική δυναμική οπωσδήποτε δυσκολεύει την ασφάλεια του δικαίου και την απόλυτη προσήλωση στην θετικιστική – κανονιστική πρόσληψη του νόμου. Μοιάζει επομένως ευεξήγητο αυτό που σημειώθηκε, ότι σε αντίθεση με την αγγλοαμερικανική  παράδοση που ευνοεί την περιπτωσιολογία κατά την εφαρμογή, η σύγχρονη Ηπειρωτική Ευρώπη συνήθως αγνοεί την επιείκεια στα σχετικά θεωρητικά συγγράμματα.[15]

 

  1. Η αλήθεια των πολλών / τα μονομελή εφετεία κακουργημάτων.

Επαναλαμβανόμενη στα Μετά τα Φυσικά και στα Πολιτικά θέση  του Αριστοτέλη,  είναι ότι η γνώμη των πολλών μπορεί να πλησιάσει την αλήθεια περισσότερο σε σχέση με τη γνώμη του ενός προσώπου ή των λίγων, έστω  αρίστων. Εδώ εντοπίζεται ένα βασικό σημείο διαφοροποίησής του από τον Πλάτωνα που οραματιζόταν μια πολιτεία με επικεφαλής ένα σοφό.

Μια γενική διατύπωση της θέσης αυτής συναντούμε στο κεφ. Α Έλαττον των Μεταφυσικών:  «Η θεώρηση της αλήθειας είναι από μια άποψη δύσκολη από άλλη εύκολη. Ένδειξη το ότι ούτε κανένας μπορεί να την επιτύχει με αξιώσεις ούτε όλοι να αποτυγχάνουν, αλλά ο καθένας λέει κάτι για τη φύση και ένας – ένας βέβαια προσθέτει ή τίποτε ή λίγο στην γνώση της, κι από όλα  όταν τα αθροίσουμε δημιουργείται κάποιος όγκος [γνώσεων]» [16].

Η  παραπάνω γνωσιολογική θέση  εντάσσεται  από τον Αριστοτέλη  συστηματικά στη συνολική διδασκαλία του έχοντας  ταυτόχρονα κεντρική σημασία για τη Δικαιοσύνη, την Παιδεία αλλά και για τη Δημοκρατία. Πραγματικά,  εξηγεί πολύπλευρα  την εμπιστοσύνη στην κρίση – ψήφο των πολλών πολιτών προκειμένου να επιλεγεί η ορθή πολιτική ηγεσία προς διαχείριση των κοινών, ακόμη και με την αντιμετώπιση της διαφθοράς στην πολιτική, αφού οι πολλοί, όπως το πολύ νερό που λερώνεται δυσκολότερα, διαφθείρονται επίσης δυσκολότερα. [17]  Συνδέεται δηλαδή μια  γενική γνωσιολογική θέση για την εύρεση του ορθού και της αλήθειας  με την άσκηση της πολιτικής[18], την οποία  ο Σταγειρίτης εμπιστεύεται στη γνώμη των πολλών[19].

Η συγκεκριμένη  σύλληψη  συνδέεται επομένως με το αρχαίο περιβάλλον της πόλης. Δεν έσβησε όμως ταυτόχρονα με τις τότε συνθήκες της διαπαντός. Ο διάλογος γίνεται και σήμερα πιο παραγωγικός σε ιδέες, όσο πιο πολυφωνικός είναι και όσο περισσότερες αντιρρήσεις ακούγονται κατά τη διεξαγωγή του. Αυτό αποτελεί μάλιστα  ένα νέο σπουδαίο εύρημα  σημαντικών ερευνών μέσω εργαλείων της Τεχνητής Νοημοσύνης, το οποίο  αφορά το συλλογικό σχηματισμό κρίσεων και αποφάσεων. [20]

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πάντως περισσότερη απόκλιση από τον αριστοτελικό ορθολογισμό από εκείνη που προέκυψε με πρόσφατη μεταρρύθμιση  του ελληνικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας [21] που καθιέρωσε Μονομελή Εφετεία για εκδίκαση ορισμένων κακουργημάτων. [22] Ένας και μόνος δικαστής μπορεί σήμερα να επιβάλει καθείρξεις άνω των 5 ετών (ή να αθωώνει). Θεωρείται πως έχει την ικανότητα να προσέχει τους μάρτυρες και τους λοιπούς παράγοντες, καθώς και τα έγγραφα κατά τη διάρκεια δίκης (συνήθως πολλών δικών την ίδια μέρα) που μπορεί να έχει πολύωρη διάρκεια. Τεκμαίρεται από το νομοθέτη ότι  η προσοχή του ούτε για δευτερόλεπτο δεν διασπάται, ότι ο εγκέφαλός του  επεξεργάζεται με ακρίβεια το πρόσωπο του καταθέτοντος αναγνωρίζοντας θαυμαστά την ειλικρίνεια ή το ψεύδος. Στη συνέχεια, ο μοναδικός δικαστής  χωρίς να έχει δυνατότητα να ρωτήσει ένα διπλανό του σύνεδρο «εσύ τί νομίζεις», κοιτά τον κατηγορούμενο στα μάτια και εκφωνεί έξη χρόνια εντός ή ελεύθερος σπίτι σου. Πέρα από τους νομικούς εκείνους που άσκησαν κριτική, οι επιστημολόγοι, οι γνωστικοί ψυχολόγοι, οι φιλόσοφοι αριστοτελιστές, δεν χρειάζεται να προσέξουν  αυτήν την απόσταση από την αριστοτελική διδασκαλία;

 

  1. Ρυθμίσεις: Πρόταξη κοινών αγαθών / πρόταξη ρυθμίσεων ανταγωνισμού

Ο Σταγειρίτης προσέδενε σφιχτά την ηθική του διδασκαλία στην πόλη. Μέσω της παιδείας  και των νόμων αναζητούσε   το άριστο πολίτευμα,  ειδικότερα τη  διαμόρφωση ενάρετων πολιτών και γενικότερα την  ανθρώπινη ευδαιμονία[23]. Η δικαιοσύνη, δεχόταν,  στοχεύει κατεξοχήν στο κοινό συμφέρον. [24] Η έμφαση αυτή άλλωστε έχει μια γενικότερη λογική βάση, αφού το σύνολο προϋποτίθεται του μέρους.[25] Ο ίδιος είχε τονίσει πόσο καλλίτερο (κάλλιον, θειότερον) είναι  η φροντίδα να αφορά την πόλη πέρα από το άτομο.[26] Επίσης ότι η φρόνηση είναι μια αρετή που μέσα στην πόλη καλλιεργείται και χαρακτηρίζει ακριβώς τους ασκούντες εξουσία[27].

Η ανάπτυξη της Δικαιοσύνης έχει εντωμεταξύ  συνδεθεί από τη διεθνή βιβλιογραφία στον δυτικό χώρο  περισσότερο με το Ρωμαϊκό δίκαιο, με τα τυπικά – συμβατικά χαρακτηριστικά του τελευταίου και με μια κάθετη διάκριση των πόλων  φύση και νόμος. Ο προσανατολισμός αυτός έχει αποτρέψει την παραπέρα επεξεργασία ορισμένων εργαλείων  ουσιαστικής ώσμωσης του δικαίου με την κοινωνία και με την πολιτική,  τα οποία  χαρακτηρίζουν την αρχαιοελληνική δικαιική σκέψη. Ο Αριστοτέλης  διανοείται αφενός μια γενική διάσταση του δικαίου, που στη δημοκρατία  (άλλο θέμα η τυραννία) αναφέρεται στο γενικό συμφέρον ως τέλεια δικαιοσύνη, και αφετέρου σε μια ειδική που αναφέρεται στον άνθρωπο – κοινωνό, με διανεμητικές και διορθωτικές λειτουργίες.

Στα δικαιικά συστήματα της νεωτερικής εποχής η κατάσταση ποσοτικά τουλάχιστον έχει αντιστραφεί. Στο εξωτερικό της περιβάλλον, η ανιδιοτέλεια και το κοινό όφελος   δεν εξυπηρετούν άμεσα τον οικονομικό ανταγωνισμό, ίσα – ίσα σε κάποιες περιπτώσεις τον οριοθετούν. Αντίστοιχα η  νομοθετική και η νομολογιακή δραστηριότητα, η βιβλιογραφία, καθώς και η ταυτότητα των μαθημάτων στα ακαδημαϊκά προγράμματα δείχνουν ότι η ύλη που αφορά το ιδιωτικό δίκαιο και τον ανταγωνισμό απασχολούν περισσότερο από την θεσμική εγγύηση του κοινού συμφέροντος. Πρόκειται για τυχαίο φαινόμενο, ή για αιτιακή ακολουθία; Ο καθένας μπορεί να κρίνει,  προσωπικά πιστεύω πάντως το δεύτερο. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η κοινωνία/πόλη και το φυσικό περιβάλλον (φύση, κλίμα) δεν έχουν παύσει να αποτελούν οντολογική προτεραιότητα της ζωής γενικότερα, και κατά συνέπεια και της Δικαιοσύνης.

 

  1. Η αιτιολογημένη κρίση / το μαύρο κουτί της τεχνητής νοημοσύνης.

Για τον Αριστοτέλη η κατανόηση, ως στοιχείο  της μάθησης και της διδασκαλίας, προϋποθέτει τη γνώση των αιτίων: Της ακολουθίας αρχή – μέση – τέλος. Έτσι η γνώση κατορθώνει να γίνεται εξηγήσιμη, διορθώσιμη στο μέτρο που δεν είναι αλάθητη, καλλιεργήσιμη και μεταδόσιμη σε μαθητές, σε διαδίκους  και σε οποιουσδήποτε πολίτες, καθώς  και πιο ανθεκτική στην πάροδο του  χρόνου καθώς και στην έκθεση σε αντιρρήσεις και έλεγχο. Είναι αλήθεια ότι κάποτε – κάποιες  άμεσες αντιμετωπίσεις προβλημάτων είναι δυνατές και στο διαδικαστικό πλαίσιο της δικαιοσύνης αυτόματα, με  τυπικότητα. Χωρίς γνώση αιτίων και εξήγηση όμως ουσιαστική δικαιοσύνη δεν νοείται και κατεξοχήν κάθε  πολιτική πρόληψης γίνεται  μάταια: Πώς θα αποφύγεις κάτι, αν δεν το γνωρίζεις;  Η αιτιολογία που κατοχυρώνεται και στο Ελληνικό Σύνταγμα[28] σήμερα αποτελεί μια από τις θεμελιακές εγγυήσεις της απονομής  της Δικαιοσύνης. Ωστόσο οι σχετικοί κίνδυνοι στο πλαίσιο του σύγχρονου δικαίου  είναι δυο, ένας παρών και ένας επερχόμενος.

Παρών κίνδυνος, ο παρά τις θεσμικές προβλέψεις των αιτιολογήσεων και του αναιρετικού τους ελέγχου πρακτικός εκφυλισμός του σκεπτικού (με λακωνικότητα ή στερεότυπες διατυπώσεις). Το μεγάλο πρόβλημα είναι, ότι αυτή η παραφθορά γίνεται συστημικά ανεκτή.

Επερχόμενος:  Όπως είναι ευρύτερα γνωστό,  η όποια διάγνωση ή πρόβλεψη  μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης στηρίζεται πολύ περισσότερο στους συνειρμούς και στους συσχετισμούς (ιδίως τους γλωσσικούς), παρά στους αιτιολογικούς συλλογισμούς.  Η συνειρμική σκέψη είναι χάρη στο συγκεκριμένο  χαρακτηριστικό  πολύ ταχύτερη. Γι΄αυτό αποτελεί ένα μονόδρομο όταν υπάρχει ανάγκη για γρήγορες αποφάσεις ή για παραγωγή μεγάλου όγκου δουλειάς, όπως συμβαίνει σήμερα με το φορτίο του δικαστικού έργου. Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι η αναδρομική γνώση της αιτιολογίας μέσω αποτυπωμένων σκεπτικών είναι ανέφικτη χωρίς κόστος χρόνου που θα την καθιστούσε λειτουργικά ασύμφορη. Έτσι  γίνεται λόγος για ένα σκοτεινό θάλαμο, black box, που στεγανοποιεί τους σχετικούς συλλογισμούς.  Σήμερα η ανάθεση της δικανικής  κρίσης σε ρομπότ θα αποτελούσε μια επιλογή ταχύτητας σε βάρος της ποιότητας και της ευθυκρισίας κατά την απονομή δικαιοσύνης. Το Συμβούλιο της Επικρατείας πάντως ήδη έχει κρίνει στη χώρα μας ότι ακόμη και μια διοικητική πράξη  όταν εκδίδεται με ηλεκτρονική αυτόματη επεξεργασία δεδομένων πρέπει να αιτιολογείται.[29]

Συνοψίζω: Η μεθοδολογική προτεραιότητα του υπαρκτού κόσμου (φύσης – πόλης) έναντι του κανόνα, η επιείκεια, η υπεροχή της γνώμης  των πολλών έναντι της μονοπρόσωπης, η πρόταξη της σημασίας του κοινού οφέλους έναντι των ανταγωνιστικών αγαθών και η έμφαση στην αιτιολογία των κρίσεων, συνιστούν ενδεικτικά πέντε θεμελιακές επιλογές της αριστοτελικής θεωρίας για τη δικαιοσύνη. Εκφράζουν το περιβάλλον και το πνεύμα της Δημοκρατίας. Στη σύγχρονη θεωρία του δικαίου τα προτάγματα που έχουν καθιερωθεί είναι σαφώς  διαφορετικά. Διευκολύνουν αντικειμενικά τον αντίποδα, την ολιγαρχία.

 

[1] Δ’ Κύκλος διαλέξεων ΔΙΚΑΜ (Διεπιστημονικού κέντρου αριστοτελικών μελετών) – ΑΠΘ με θέμα «Ο Αριστοτέλης σήμερα», στο πλαίσιο του εορτασμού για τα «100 χρόνια ΑΠΘ», 22/9/2025.

[2] Παλαιά διαθήκη, Αριθμοί, 5.18.

[3] Βλ. μελέτη «Εν αρχή ην ο κόσμος ή ο νόμος; Ιδέες της Αθηναϊκής Δημοκρατίας» στο βιβλίο μου Οι μέλισσες και οι λύκοι, έκδ. Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών ΑΠΘ (2016) σελ.15κε.

[4] Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1253 α 19-22.

[5] Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια 1112β 13 – 20. : «βουλευόμεθα δ᾽ οὐ περὶ τῶν τελῶν ἀλλὰ περὶ τῶν πρὸς τὰ τέλη. οὔτε γὰρ ἰατρὸς βουλεύεται εἰ ὑγιάσει, οὔτε ῥήτωρ εἰ πείσει, οὔτε πολιτικὸς εἰ εὐνομίαν ποιήσει, οὐδὲ τῶν λοιπῶν οὐδεὶς περὶ τοῦ τέλους· ἀλλὰ θέμενοι τὸ τέλος τὸ πῶς καὶ διὰ τίνων ἔσται σκοποῦσι· καὶ διὰ πλειόνων μὲν φαινομένου γίνεσθαι διὰ τίνος ῥᾷστα καὶ κάλλιστα ἐπισκοποῦσι, δι᾽ ἑνὸς δ᾽ ἐπιτελουμένου πῶς διὰ τούτου ἔσται κἀκεῖνο διὰ τίνος, ἕως ἂν ἔλθωσιν ἐπὶ τὸ πρῶτον αἴτιον, ὃ ἐν τῇ εὑρέσει ἔσχατόν ἐστιν.»  («Δεν συζητούμε για τους σκοπούς, αλλά για τα μέσα πραγματοποίησής τους. Γιατί ούτε ο γιατρός σκέφτεται αν θα γιατρέψει, ούτε ο ρήτορας αν θα πείσει, ούτε ο πολιτικός αν θα κάνει καλούς νόμους, ούτε οποιοσδήποτε άλλος τι άλλο πρέπει να επιδιώξει. Αλλά αφού ο σκοπός έχει τεθεί, εξετάζουν πώς και με ποια μέσα θα τον επιτύχουν. Κι αν τα μέσα είναι πολλά, φαίνονται πως μελετούν με ποια από αυτά ο σκοπός θα επιτευχθεί ευκολότερα και καλύτερα,  ενώ αν υπάρχει ένα μόνο μέσο, αναρωτιούνται πως αυτό θα χρησιμοποιηθεί και μέσω αυτού και ένα άλλο, μέχρι να φθάσουν στην πρώτη αιτία, που στην ευρετική διαδικασία ανακύπτει τελευταίο»). Βλ. ανάλυση και σε G. Hughes, Aristotle’s Nicomachean Ethics (Routledge 2001) 133 -135.

[6] Α.  Καΐσης, Νομική επιστήμη και κοινωνικές επιστήμες, Σημεία διείσδυσης των κοινωνικών επιστημών στη νομική επιστήμη με παράδειγμα το δικονομικό δίκαιο (Θεσσαλονίκη 1982, βλ. και Επιστ. Επετ. 2 του Δικηγ. Συλ. Θεσ/κης) σελ. 29κε.

[7] Ότι η αριστοτελική φιλοσοφία δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα του νομικού θετικισμού βλ. και σε G. Duke Aristotle and Law. The Politics of Nomos (Cambridge Univ. Press 2020) σελ. 99.

[8] Προηγήθηκε βέβαια ο Δημόκριτος. Βλ. Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά 993 α 8 -9,  και σχόλιο Β. Κάλφα  αριθ. 355  στο βιβλίο του Μετά τα Φυσικά βιβλίο Α’  Εισαγωγή- μετάφραση- σχόλια  έκδ. Πόλις (2009) σελ. 208, 331 – 332. Για τη σημασία της αίσθησης στο αριστοτελικό έργο βλ. και Δ. Σφενδόνη – Μέντζου, Ο Αριστοτέλης σήμερα, έκδ.Ζήτη (2010) σελ.39κε.

[9] Σέξτος Εμπειρικός, προς Λογικούς, 8.63-4: (Ο Επίκουρος έλεγε…) «Πάντα τα αισθητά είναι αληθή, και πάσαν φαντασίαν από υπάρχοντος είναι, και τοιαύτην οποίον εστι το κοινούν την αίσθησιν, πλανάσθαι δε τους τινάς των φαντασιών λέγοντας αληθείς, τινάς δε ψευδείς παρά το μη δύνασθαι χωρίζειν δόξαν από εναργείας.» Η μετάφραση (Γ. Αβραμίδη) από το βιβλίο Επίκουρος. Αναγνωστικό της επικούρειας φιλοσοφίας και τέχνης του ζην – θεματική ταξινόμηση των αρχαίων πηγών, έκδ. Θύραθεν (2000) σελ. 5. Βλ. επίσης G. Striker, Epistemology, in The Oxford Book of Epicurus and Epicurianism, Oxford Univ. Press (2020) σελ.52 – 53.

[10] Σύνδεση της αδικίας τόσο με την παρανομία όσο και με την ανισότητα και την πλεονεξία βλ. σε Ηθικά Νικομάχεια 1129 α 28- β 14.

[11] Πολιτικά  1282α 22 – 25, S. Fuselli, Aristotle’s Anthropological Conception of Justice in the Contemporary Context, in Aristotle on Truth, Dialogue, Justice and Decision (Springer 2023) σελ. 89.

[12] Βλ. Duke, όπ. σελ.  148.

[13] Βλ. τις αναπτύξεις σε Αριστοτέλη, Ηθικά  Νικομάχεια κεφ.  V 10 και Ρητορική Ι 13, 15.

[14] Βλ. Ηθ. Νικομ. 1139 β 11-19.

[15] Για τη διείσδυση της έννοιας της επιείκειας στο Ρωμαϊκό και στη νεωτερική εποχή στοστο αγγλικό δίκαιο βλ. Ν. Παρασκευόπουλου, Οι μέλισσες και οι λύκοι (έκδ. Ινστιτούτου Νεοελ. Σπουδών ΑΠΘ, 2016) σελ. 95κε, Μ. Σταθόπουλου, Δικαιοσύνη ως επιείκεια εντός του δικαίου και πέραν αυτού,Ελληνική Δικαιοσύνη 2023 σελ. 321 – 334.

[16] Αριστοτέλη, Μετά τα Φυσικά Ι Α Έλαττον 993α 30 – 993β 4: «Η περί της αληθείας θεωρία τη μεν χαλεπή, τη δε ραδία. Σημείον δε το μητ’ αξίως μηδένα δύνασθαι θιγείν αυτής μήτε πάντας αποτυγχάνειν, αλλ’ έκαστον λέγειν τι περί της φύσεως και καθένα  ή μηθέν ή μικρόν επιβάλλειν αυτή, εκ πάντων δε συναθροιζομένων γίγνεσθαί τι μέγεθός».  Η μετάφραση παραπάνω στο κείμενο είναι του Μιχ. Τσιτσικλή, Η τελευταία παράδοση του Αριστοτέλη, Χρονικά της Χαλκιδικής, Θεσσαλονίκη τεύχη 44 – 45, σελ.37.

[17] Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1286 α 30 – 33: «Κρίνει άμεινον όχλος ή είς οστιςούν. Έτι μάλλον αδιάφθορον το πολύ καθάπερ γαρ ύδωρ το πλείον, ούτω και το πλήθος των ολίγων αδιαφθορώτερον»  («Κρίνει καλύτερα ο όχλος παρά ο οποιοσδήποτε ένας. Το πολύ διαφθείρεται δυσκολότερα, όπως δηλαδή συμβαίνει με το πολύ νερό έτσι και το πλήθος λερώνεται δυσκολότερα»).

[18] Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1281α 40 – 1281β 12. «Ότι δε δεί κύριον είναι μάλλον το πλήθος ή τους αρίστους μεν ολίγους δε, δόξειεν αν λύεσθαι και τιν’ έχειν απολογίαν, τάχα δε καν αλήθειαν. Τους γαρ πολλούς, ων έκαστος εστίν ου σπουδαίος ανήρ, όμως ενδέχεται συνελθόντας είναι βελτίους εκείνων, ουχ ως έκαστον αλλ΄ ως σύμπαντας..».  («Αλλά ότι την εξουσία πρέπει να την έχει ο πολύς λαός μάλλον, παρά οι λίγοι άριστοι, φαίνεται ότι μπορεί να λέγεται και να προξενεί δυσκολίες, πιθανώς όμως να αποδειχθεί αληθές διότι δεν είναι καθόλου απίθανο οι πολλοί, που κατ’ άτομο δεν είναι σπουδαίοι, να είναι εντούτοις ως συγκροτημένο σώμα ανώτεροι από τους άριστους, όχι ατομικά αλλά συλλογικά»).

[19] Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1291β 37 – 38: «επεί δε πλείων ο δήμος, κύριον δε το δόξαν τοις πλείοσιν, ανάγκη δημοκρατίαν είναι ταύτην»  (« επειδή ο δήμος είναι των πολλών και επικρατεί αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, πρόκειται αναγκαστικά για δημοκρατία»).

[20] Alex Pentland, Social Physics. How good ideas spread- The lessons from a new science, Scribe (Melbourn – London 2014) p.28 (“wisdom of crowd”).

[21] Άρθρο 115 περ. α,β, τροποποίηση με Ν.5090/2024.

[22] https://www.news247.gr/gnomes/ti-tha-elege-o-aristotelis-enopion-tis-poinikis-metarrithmisis/. Άρθρο, 11/12/2023.

[23] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1263b36-41: «Αλλά επειδή η πόλη αποτελείται από ετερόκλητο πλήθος, όπως ειπώθηκε πρωτύτερα, πρέπει να ενωθεί με κοινή παιδεία. Και αυτός που θέλει να εισάγει στο μέλλον μια τέτοια παιδεία είναι άτοπο να νομίζει ότι μέσω αυτής θα κάνει την πόλη σπουδαία και να θεωρεί ότι με τέτοια μέσα θα τη βελτιώσει, και όχι με τα ήθη, τη φιλοσοφία και τους νόμους.»

[24] Αριστοτέλη, Ηθικά  Νικομάχεια 1129 β 18-23.

[25] Πολιτικά, 1253α  22 -23; «Το γαρ όλον πρότερον αναγκαίον είναι του μέρους». Βλ. και Γ. Κουσουλάκου, η θεώρησις του καθόλου εν τω δικαίω (1960) σελ. 38κε.

[26] Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια 1094β 7-10, βλ. και  Πολιτικά  1253 α 41-43.

[27] Αριστοτέλη, Πολιτικά, 1277 β 23 – 24 .

[28] Άρθρο 93 παρ. 3 εδάφιο 1: «Κάθε δικαστική  απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και να απαγγέλλεται σε δημόσια  συνεδρίαση».

[29]  Συμβούλιο της Επικρατείας Τμήμα Δ΄ Αριθμός 1206/2024.

Πληρωμή του Αναδόχου Δημόσιας Σύμβασης ΣτΕ 1081/2020: Νομολογία σύμφωνη ή αντίθετη προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου; Και μία σύντομη επισκόπηση της προηγηθείσης νομολογίας

Δημοσθένης Π. Πετρούλιας, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.

Πληρωμή του αναδόχου εκπόνησης μελέτης ή εκτέλεσης δημοσίου έργου. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, ανατρέποντας την πάγια νομολογία του αρμόδιου ΣΤ’ Τμήματος έκρινε, με την απόφαση 2494/2013, ότι μετά την σιωπηρή έγκριση του λογαριασμού η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία να επανέλθει και να αρνηθεί, «ρητώς ή σιωπηρώς», την πληρωμή του εφ’ όσον είναι μη νόμιμος̇ αν δε έχει εξοφληθεί να αναζητήσει τα καταβληθέντα πλην μη οφειλόμενα ποσά, κατά τις διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου. Το Τμήμα δεν θα ακολουθήσει πιστά την απόφαση της Ολομέλειας, εισάγοντας αποκλίσεις από αυτήν. Η επταμελής σύνθεση του Τμήματος, συμμορφούμενη πλήρως προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ, θα αποκρούσει με την απόφαση 251/2017 τις αποκλίσεις, κρίνοντας περαιτέρω ότι η αναζήτηση των καταβληθέντων, βάσει μη νόμιμου λογαριασμού, ποσών αποκλείεται μόνον εάν έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος από τις κείμενες διατάξεις χρόνος παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου. Το Τμήμα, αγνοώντας τα κριθέντα από την Ολομέλεια και την μείζονα σύνθεσή του, θα εμμείνει στις αποκλίσεις. Κορύφωση των αποκλίσεων αποτελεί η σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020. Επιβάλλεται η άμεση αναθεώρηση της πολλαπλώς εσφαλμένης νομολογίας.

 

Περιεχόμενα

Εισαγωγή

Ι. Η εξέλιξη της νομολογίας

Α. Η απόφαση 8/2004 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου

Β. Η, μετά την απόφαση 8/2004 Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

  1. Η πάγια νομολογία

2.Η διάτρητη θωράκιση της νομολογίας

  1. Η μοναχική απόκλιση

Γ. Η ανατροπή της πάγιας νομολογίας με την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

1.Η απόφαση της Ολομέλειας

2.Τα ουσιώδη νέα στοιχεία της

Δ. Οι αποκλίσεις από τα κριθέντα με την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας

1.Το «κατ’ αρχήν»

2.Ο εύλογος, κατά περίπτωση, χρόνος

3.Η απόφαση 241/2016 του ΣΤ’ Τμήματος

Ε.Η απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος

  1. Η πιστή τήρηση των κριθέντων από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και η επέκταση της εφαρμογής τους
  2. Τα εισφερόμενα στη νομολογία νέα επιπλέον στοιχεία

ΣΤ. Η, μετά την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης, νομολογία του ΣΤ Τμήματος: Εμμονή στις αποκλίσεις και η κορύφωσή τους με την απόφαση 1081/2020

ΙΙ. Η απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος

Α. Οι εφαρμοστέες διατάξεις και το ιστορικό της διαφοράς

Β. Οι κρίσιμες σκέψεις της απόφασης 3092/2015 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών

Γ. Παρατηρήσεις

Δ.Η απόφαση 1081/2020: Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1.Οι κρίσιμες σκέψεις

2.Οι «προϋποθέσεις» της άρνησης πληρωμής εγκεκριμένου λογαριασμού

ΙΙΙ. Η διπλή αντίθεση προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και την επταμελή σύνθεση του Τμήματος

Α. Η πρόδηλη αντίθεση και η δικαστική προστασία του αναδόχου

  1. Η πρόδηλη αντίθεση

2.Η δικαστική προστασία του ανάδοχου

3.Συμπέρασμα

Β. Η υφέρπουσα αντίθεση

1.Η σιωπή της 1081/2020 απόφασης και η ερμηνεία της

Α) Η εύλογη, πλην μη συμβατή με την λογική της απόφασης, εκδοχή

Β)Η πλέον, αν όχι η μόνη, υποστηρίξιμη εκδοχή και η αντίθεσή της προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας και της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος

Γ) Συμπέρασμα

2.Η «αναβίωση» της ανατραπείσης από την Ολομέλεια νομολογίας;

IV.Η διπλή αντίθεση προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Α) Η αναίρεση της, επιβαλλόμενης από το ενωσιακό δίκαιο, υποχρέωσης για την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών

Β)Η παράνομη κρατική ενίσχυση

Γ)Η υποχρέωση αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

V)Επίλογος: άμεση αναθεώρηση της πολλαπλώς εσφαλμένης νομολογίας

 

Εισαγωγή

Κύριο αντικείμενο του άρθρου, που άλλωστε εξαγγέλλεται και στον τίτλο του, είναι η κριτική παρουσίαση της απόφασης 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), σε σχέση κυρίως με τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου με την απόφαση 2494/2013.

Με την σχολιαζόμενη απόφαση ερμηνεύονται οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3316/2005 «Ανάθεση και εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων εκπόνησης μελετών…», που διέπουν την πληρωμή του αναδόχου. Πρόκειται για διατάξεις διαφορετικές μεν από εκείνες του άρθρου 104 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 «Περί αμοιβών μηχανικών δια την σύνταξιν μελετών…», τις οποίες είχε ερμηνεύσει η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, αλλά ταυτόσημες, κατά βάση ως προς το περιεχόμενο, με αυτές. Για τον λόγο αυτό το ΣΤ’ Τμήμα ερμηνεύει τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3316/2005 υπό το φως των κριθέντων με την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, η οποία είχε ερμηνεύσει τις διατάξεις, ταυτόσημες, κατά βάση, ως προς το περιεχόμενο, με τις προαναφερόμενες διατάξεις, του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985, που διέπουν την πληρωμή του αναδόχου της εκτέλεσης δημόσιου έργου. Δηλαδή το Τμήμα, με την απόφασή του 1081/2020, ερμηνεύει τις εφαρμοστέες στην υπόθεση διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 3316/2015, υπό το φως της απόφασης 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, την οποία η μείζων σύνθεση του Τμήματος ακολουθεί πιστά (βλ. σκέψη 5) όπως άλλωστε όφειλε, εξειδικεύοντάς την περαιτέρω.

Η νομολογία, η οποία αφορά την πληρωμή του αναδόχου (είτε πρόκειται για την εκτέλεση δημόσιων έργων είτε πρόκειται για την εκπόνηση μελετών), με κεντρικό άξονα και απόφαση αναφοράς την  απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του ΣτΕ, έχει μακρά ιστορία πριν και μετά την απόφαση της Ολομέλειας, με πολλές φάσεις και διακυμάνσεις. Αρχής γενομένης από την απόφαση 8/2004 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (ΑΕΔ).

Η αναφορά λοιπόν, συνοπτική κατά το δυνατόν, στην εξέλιξη της νομολογίας είναι επιβεβλημένη, εν είδει εισαγωγής στην κριτική παρουσίαση της σχολιαζόμενης απόφασης 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος.

  1. Η εξέλιξη της νομολογίας

Α. Η απόφαση 8/2004 του ΑΕΔ

Το έτος 2004, το ΑΕΔ ήρε την αμφισβήτηση, ως προς την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.δ. 1266/1972 «Περί εκτελέσεως των δημοσίων έργων», η οποία είχε ανακύψει με την έκδοση των αντίθετων αποφάσεων 1434/1999 του Α’ Τμήματος του ΣτΕ και 1272/2003 του Α’ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (Α.Π.). Το άρθρο 7 παρ.1 του ν.δ. 1266/1972 που αφορά την πληρωμή του αναδόχου, όριζε τα εξής: «Η πληρωμή του αναδόχου του έργου… γίνεται τμηματικώς κατά την διάρκεια της κατασκευής του έργου βάσει πιστοποιήσεως των εκτελεσθεισών εργασιών. Αι πιστοποιήσεις συντάσσονται παρά του αναδόχου του έργου κατά χρονικά διαστήματα καθοριζόμενα εν τη συμβάσει, αι δε βάσει αυτών πληρωμαί ενεργούνται παρά του κυρίου του έργου, μετ’ έλεγχον και επισημειωματικήν έγκρισιν της διευθυνούσης υπηρεσίας, εντός μηνός από της υποβολής των. Εάν η πληρωμή καθυστερήσει πέραν του μηνός από της λήξεως της προθεσμίας, καθ’ ην ώφειλε να πραγματοποιηθή άνευ υπαιτιότητος του αναδόχου του έργου, ούτος δικαιούται τόκου υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών».

Το ΑΕΔ, ερμηνεύοντας τις ανωτέρω διατάξεις, δέχθηκε με την απόφασή του 8/2004, ότι από αυτές «συνάγεται ότι ο χρόνος της εκ μέρους της  διευθύνουσας υπηρεσίας εγκρίσεως της πιστοποίησης έχει ιδιαίτερη σημασία με έννομες συνέπειες και η διευθύνουσα υπηρεσία υποχρεούται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή εκ μέρους του αναδόχου του έργου της πιστοποίησης να προβεί στην έγκρισή της, γιατί διαφορετικά, αν η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη θεωρείται η πιστοποίηση που υποβλήθηκε εγκεκριμένη». Κατόπιν της ανωτέρω ερμηνείας, το ΑΕΔ έκρινε ότι πρέπει «να αρθεί η επίδικη αμφισβήτηση υπέρ της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας» και, κατά τη διατύπωση του διατακτικού, «υπέρ της ερμηνείας που δόθηκε από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι το ΑΕΔ, αποδίδοντας την έννοια των διατάξεων του άρθρου 7 παρ.1 του ν.δ. 1266/1972, περιορίσθηκε σε μόνη την κρίση ότι με την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας, από την υποβολή στη διευθύνουσα υπηρεσία της πιστοποίησης, αυτή θεωρείται εγκεκριμένη. Χωρίς όμως να επαναλάβει και άρα, κατά λογική ακολουθία, να υιοθετήσει την περαιτέρω κρίση που διατυπώνεται στην απόφαση 1434/1999 του ΣτΕ ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων και η οποία μάλιστα παρατίθεται προηγουμένως αφηγηματικά στην ίδια σκέψη 3 της απόφασης του ΑΕΔ, κατά την παρουσίαση της ερμηνείας των διατάξεων από το ΣτΕ. Ότι δηλαδή, «Η διευθύνουσα υπηρεσία δεν δύναται πλέον να τροποποιήσει την ήδη αυτοδικαίως με την πάροδο του μήνα από την υποβολή της εγκριθείσα πιστοποίηση…, διότι, εκδιδόμενη αναρμοδίως κατά χρόνον είναι παράνομη και ως εκ τούτου ακυρωτέα»[1].

Συνεπώς, η κρίση του ΑΕΔ ότι αίρει την αμφισβήτηση «υπέρ της ερμηνείας που δόθηκε από την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας», δεν μπορεί, παρά την αμφίσημη διατύπωση της απόφασής του, να έχει την έννοια ότι τούτο δεν ισχύει ως προς το σύνολο της ερμηνείας στην οποία προέβη το ΣτΕ, αλλά ισχύει εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο καθ’ ό μέρος το ΑΕΔ υιοθετεί την δοθείσα από το ΣτΕ ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.δ. 12266/1972. Δηλαδή, καθ’ ο μέρος και μόνο δέχεται στο σκεπτικό της απόφασής του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις αυτές, ότι «αν η…μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη θεωρείται η πιστοποίηση που υποβλήθηκε εγκεκριμένη». Χωρίς, ως εκ τούτου, να αποκλείει την επάνοδο της διευθύνουσας υπηρεσίας και τον έλεγχο τη νομιμότητας της πιστοποίησης μετά την άπρακτη παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας, όπως αντιθέτως είχε δεχθεί το Α’ Τμήμα του ΣτΕ με την απόφαση 1434/1999.

            Β. Η μετά την απόφαση 8/2004 του ΑΕΔ νομολογία του ΣτΕ

Η επαμφοτερίζουσα αυτή διατύπωση της απόφασης του ΑΕΔ ασφαλώς και συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας πλούσιας νομολογίας από το αρμόδιο ΣΤ΄ Τμήμα του ΣτΕ, που ακολούθησε καθ’ ολοκληρίαν την ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων από το Α΄ Τμήμα με την προαναφερθείσα απόφασή του 1434/1999, δηλαδή και ως προς τα δύο σκέλη της ερμηνείας. Παρά το γεγονός ότι, όπως εκτέθηκε, το ΑΕΔ με την απόφασή του 8/2004, υιοθέτησε εν μέρει την δοθείσα από το ΣτΕ ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.δ. 1266/1972, μη αποδεχόμενο, στο σκεπτικό της απόφασής του, το δεύτερο και πλέον κρίσιμο σκέλος της ερμηνείας, που αναφέρεται στην αδυναμία της διευθύνουσας υπηρεσίας να επανέλθει και να τροποποιήσει την μη νόμιμη πιστοποίηση, μετά την σιωπηρή έγκρισή της, λόγω της άπρακτης παρόδου της μηνιαίας προθεσμίας, γιατί πλέον είναι αναρμόδια κατά χρόνον. Επρόκειτο συνεπώς για μια δημιουργική, αρνητικά δημιουργική, αμφισημία της απόφασης του ΑΕΔ.

Η πλούσια αυτή νομολογία δεν αφορούσε τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 7 παρ.1 του ν.δ. 1266/1972, αλλά τις αντίστοιχες, παρόμοιες, ταυτόσημες όμως, κατά βάση, ως προς το περιεχόμενο, νεώτερες διατάξεις του ν. 1418/1984 «Δημόσια έργα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων» και του κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθέντος π.δ. 609/1985, που διαδέχθηκαν το ν.δ. 1266/1972 και το π.δ. 475/1976, καθώς και τις αντίστοιχες παρόμοιες και σχετικές με την πληρωμή του αναδόχου, διατάξεις της νομοθεσίας για την ανάθεση και εκπόνηση των μελετών (ν. 716/1977 και π.δ. 194/1979 και 696/1974).

  1. Η πάγια νομολογία

Το ΣΤ’ Τμήμα του ΣτΕ, ερμηνεύοντας τις εν λόγω διατάξεις, έκρινε παγίως, παραπέμποντας μάλιστα στις αποφάσεις του ΑΕΔ 8/2004 και του ΣτΕ 1434/1999, ως συναφή νομολογία, όχι μόνο ότι αν η τασσόμενη στην διευθύνουσα υπηρεσία μηνιαία προθεσμία, από την υποβολή λογαριασμού προς έλεγχο, παρέλθει άπρακτη, αν δηλαδή η διευθύνουσα υπηρεσία δεν εγκρίνει με την έκδοση ρητής πράξης τον λογαριασμό όπως υποβλήθηκε, ούτε αρνηθεί επίσης ρητώς την έγκρισή του, ούτε προβεί σε διόρθωση και στη συνέχεια σε έγκριση αυτού, ούτε, αν είναι δυσχερής η διόρθωση, τον επιστρέψει στον ανάδοχο για ανασύνταξη και επανυποβολή, ο υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται αυτοδικαίως εγκεκριμένος και η Διοίκηση οφείλει να καταβάλει το προβλεπόμενο σε αυτόν ποσό, ανεξάρτητα από τις τυχόν οποιεσδήποτε πλημμέλειές του. Ανεξάρτητα δηλαδή, αν αυτός είναι αντίθετος στο νόμο ή τη σύμβαση ή αν στηρίζεται σε ανύπαρκτα ή ανακριβή στοιχεία. Αλλά έκρινε περαιτέρω και αυτό είναι το πλέον κρίσιμο, ότι δεν παρέχεται καμία δυνατότητα στη διευθύνουσα υπηρεσία να επανέλθει και να εξετάσει τη νομιμότητα του αυτοδικαίως εγκεκριμένου λογαριασμού. Τυχόν δε μεταγενεστέρως εκδιδόμενη απόφαση, αν μεν εγκρίνει απλώς τον λογαριασμό, όπως αυτός υποβλήθηκε από τον ανάδοχο, είναι επιβεβαιωτική αυτού, ενώ αν τον τροποποιεί ή δεν τον εγκρίνει ή τον αναπέμπει προς διόρθωση, είναι μη νόμιμη και ακυρωτέα, ως αναρμοδίως κατά χρόνον εκδοθείσα (β. ΣτΕ 1153, 1154/2006, 422, 2747, 3615/2008, 566/2009, 4025/2010, 4176/2011, 1455/2013, όσον αφορά δημόσια έργα και 1497/2006, 3236/2008, 566/2009, 865/2011, όσον αφορά τις μελέτες).

Τα ανωτέρω περί αδυναμίας επανόδου και ελέγχου νομιμότητας του σιωπηρώς εγκριθέντος λογαριασμού, θα γίνει δεκτό ότι ισχύουν «κατά μείζονα λόγο» και επί ρητώς εγκριθέντος λογαριασμού.

Στην ουσία με την ερμηνεία αυτή, με την οποία αποκλείεται η επάνοδος και ο έλεγχος της νομιμότητας ενός σιωπηρώς ή ρητώς εγκριθέντος λογαριασμού, παρέχεται, χωρίς υπερβολή, μία πλήρης κάλυψη σε ενδεχόμενη μη νόμιμη διαχείριση του δημοσίου χρήματος από την διευθύνουσα υπηρεσία. Σε πλήρη αντίθεση, τόσο με το γράμμα των διατάξεων του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985, όσο και με την βούληση του νομοθέτη, κοινού και κανονιστικού.

Η παραπάνω ερμηνεία, για την αυτοδίκαιη έγκριση του λογαριασμού και την αδυναμία επανόδου και ελέγχου της νομιμότητας του σιωπηρώς ή ρητώς εγκριθέντος λογαριασμού, υιοθετήθηκε και για τις παρόμοιες ρυθμίσεις που αφορούν τις επιμετρήσεις (τις τμηματικές και την τελική επιμέτρηση), τους συγκριτικούς πίνακες, τα πρωτόκολλα κανονισμού τιμών μονάδων νέων εργασιών (ΠΚΤΜΝΑ) καθώς και τα συνοδεύοντα τις επιμετρήσεις πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (ΠΠΑΕ).

  1. Η διάτρητη θωράκιση της νομολογίας

Της προαναφερόμενης νομολογίας, η οποία αδιαφορούσε για την τήρηση της νομιμότητας και για την προστασία του δημόσιου χρήματος, θα επιδιωχθεί η θωράκιση, προκειμένου να αποτραπεί σε κάθε περίπτωση, μετά τη σιωπηρή (αλλά και ρητή) έγκριση ενός βλαπτικού για τα συμφέροντα του κυρίου του έργου λογαριασμού, ο έλεγχος της νομιμότητάς του από τα αρμόδια όργανα και εν τέλει από τον δικαστή.

Προς τον σκοπό αυτό, θα διαμορφωθεί νομολογία η οποία: α) αποκλείει την εφαρμογή γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου για την ανάκληση των παράνομων πράξεων, στις μη νόμιμες πράξεις έγκρισης των επιμετρήσεων και των λογαριασμών, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή των δημοσίου δικαίου διατάξεων της νομοθεσίας για τα δημόσια έργα (ν.δ. 1266/1972 και ν.1418/1984), β) επικαλείται την οριστικοποίηση και την αυτοτέλεια των λογαριασμών και έναντι του κυρίου του έργου και γ) δέχεται, σε πλήρη αντίθεση με ρητές διατάξεις, ότι για τον ασκούμενο, από την επιτροπή προσωρινής παραλαβής του εκτελεσθέντος έργου, ποσοτικό και ποιοτικό έλεγχο των εργασιών, ο οποίος επιβάλλεται όχι μόνο από το άρθρο 53 του π.δ. 609/1985 που ερμηνεύεται, αλλά και από το άρθρο 11 παρ. 1 του ν.1418/1984, το οποίο αγνοείται από τη νομολογία, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εκτέλεση εργασιών που έχουν ήδη περιληφθεί στις προηγηθείσες επιμετρήσεις, ρητώς ή σιωπηρώς εγκεκριμένες και ακολούθως στους βάσει αυτών συντασσόμενους και υποβαλλόμενους από τον ανάδοχο λογαριασμούς.

Επρόκειτο για ερμηνείες εντελώς εσφαλμένες, οι οποίες κατέτειναν στον αποκλεισμό κάθε μεταγενέστερου ελέγχου της νομιμότητας εγκριθέντων λογαριασμών, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, ανεξαρτήτως δηλαδή του αν αυτοί είναι μη νόμιμοι και τα περιλαμβανόμενα σε αυτούς ποσά δεν οφείλονται, εν όλω ή εν μέρει, στον ανάδοχο. Με συνέπεια να είναι αδύνατη η άρνηση καταβολής χρηματικών ποσών μη οφειλόμενων και η ανάκτηση των ήδη καταβληθέντων ποσών βάσει μη νόμιμων λογαριασμών.

  1. Η μοναχική απόκλιση από την πάγια νομολογία

Απόκλιση από την πάγια αυτή νομολογία, η οποία αποκλείει την επάνοδο και τον επανέλεγχο της σιωπηρώς («αυτοδίκαιως») ή ρητώς εγκεκριμένων επιμετρήσεων και λογαριασμών, υπήρξε ή απόφαση 582/2010 του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ, την οποία ακολούθησε η απόφαση 450/2012 του Τμήματος, που αφορούσε το ίδιο δημόσιο έργο. Και σε πλήρη αντίθεση με την προαναφερόμενη πάγια νομολογία του Τμήματος, έγινε δεκτό ότι, από τον συνδυασμό των διατάξεων 5 παρ. 8 του ν.1418/1984 και 38 παρ. 1,2 και 4, 40 παρ.1, 2 και 7 και 59 παρ.4 του π.δ. 609/1985, που διέπουν τις επιμετρήσεις, τους λογαριασμούς και τις αφανείς εργασίες, προκύπτει ότι τα εποπτεύοντα τα έργα αρμόδια όργανα «δεν κωλύονται να ανακαλέσουν τις σχετικές εγκριτικές πράξεις τους και να προβούν σε επανέλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων του έργου με βάση μεταγενέστερως αποκαλυφθέντα πραγματικά δεδομένα», αν τα όργανα αυτά «διαπιστώσουν με οποιονδήποτε τρόπο…ότι τα υποβληθέντα από τον ανάδοχο επιμετρητικά στοιχεία οδήγησαν σε παραπλάνηση τους».

Στην αιρετική αλλά ορθή, κατά βάση, αυτή ερμηνεία, ορθή δηλαδή ως προς την επάνοδο των αρμόδιων οργάνων για την ανάκληση της μη νόμιμης έγκρισης των επιμετρήσεων, δεν τίθεται κανένας χρονικός περιορισμός για τον επανέλεγχο και την ανάκληση της έγκρισης των επιμετρήσεων, εάν διαπιστωθεί, «καθ’ οιονδήποτε τρόπο» ότι αυτές είναι ανακριβείς και ως εκ τούτου η έγκρισή τους είναι μη νόμιμη. Στην εκδικασθείσα δε υπόθεση, η έγκριση της τελικής επιμέτρησης των εργασιών του εκτελεσθέντος έργου έγινε από την διευθύνουσα υπηρεσία στις 15/6/1993 και στις 2/8/1993 η προϊσταμένη αρχή ενέκρινε και το πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής. Στις 5/6/1995 ανακλήθηκε η έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής και στις 6/12/1995 ανακλήθηκε η έγκριση της τελικής επιμέτρησης, δηλαδή δυόμισι περίπου χρόνια αφότου αυτή είχε εγκριθεί. Ο δε «αρνητικός» λογαριασμός (51η πιστοποίηση), για το ποσό των 654.433.335 δραχμών, δηλαδή ο λογαριασμός για την επιστροφή από τον ανάδοχο του εν λόγω ποσού, ο οποίος σημειωτέον συνετάγη από την διευθύνουσα υπηρεσία και όχι από τον ανάδοχο, εγκρίθηκε τεσσεράμισι περίπου χρόνια από την έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής (βλ. την απόφαση 5277/2002 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε με την απόφαση 582/2012 του ΣΤ΄ Τμήματος του ΣτΕ).

Οι δύο αυτές αποφάσεις, 582/2010 και 450/2012 του ΣΤ΄ Τμήματος θα παραμείνουν η μοναχική απόκλιση από τη πάγια νομολογία του Τμήματος, το οποίο θα συνεχίσει να την εφαρμόζει, ωσάν οι αιρετικές αυτές αποφάσεις να μην έχουν υπάρξει (βλ. ΣτΕ 4025/2010, 865, 4179/2011, 1455/2013). Δεν μπορούμε δε να δεχθούμε, δεν είναι νοητό ότι είναι η αποκλίνουσα αυτή ερμηνεία των ίδιων διατάξεων, με την οποία διασφαλίζεται η τήρηση της νομιμότητας και η προστασία του δημοσίου χρήματος, οφείλεται στο γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στις εν λόγω αποφάσεις του ΣτΕ, ο επανέλεγχος των επιμετρήσεων έγινε «λόγω καταγγελιών της ΕΟΚ μέσω του Ελεγκτικού Συνεδρίου».

Γ. Η ανατροπή της νομολογίας του ΣΤ΄ Τμήματος από την Ολομέλεια του ΣτΕ

Την πάγια αυτή νομολογία, με την μοναχική εξαίρεση τις αποφάσεις 582/2010 και 450/2012, θα ανατρέψει, με την απόφαση 2494/2013, η μείζων Ολομέλεια του Δικαστηρίου, η οποία θα επιληφθεί μετά την παραπεμπτική απόφαση 1208/2012 του ΣΤ΄ Τμήματος. Η επταμελής σύνθεση του Τμήματος, επανεξετάζοντας την εν λόγω νομολογία, έκρινε ότι είναι εσφαλμένη και ότι ως εκ τούτου επιβάλλεται η αναθεώρησή της.

Η Ολομέλεια του ΣτΕ ερμήνευσε διατάξεις διαφορετικές μεν, τις διατάξεις που διέπουν την εκτέλεση των συμβάσεων εκπόνησης μελετών δημοσίων έργων (ν.716/1977 και π.δ. 696/1974), αλλά ταυτόσημες, κατά βάση, ως προς το περιεχόμενο, με τις αντίστοιχες για την πληρωμή του αναδόχου διατάξεις του ν.1418/1984 και του π.δ. 609/1985 που αφορούν την εκτέλεση των συμβάσεων δημοσίων έργων. Με την απόφαση της 2494/2013, η Ολομέλεια έκρινε ότι με την άπρακτη πάροδο της προβλεπόμενης μηνιαίας προθεσμίας για τον έλεγχο και την έγκριση του συντασσόμενου και υποβαλλόμενου από τον ανάδοχο λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση όμως διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής του ενός μηνός, να προβεί στον έλεγχο του λογαριασμού και να αρνηθεί «ρητώς ή σιωπηρώς» την πληρωμή του, αν αυτός είναι μη νόμιμος, ή να αναζητήσει, «κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου)» τα ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο, «δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος…».

Η Ολομέλεια προχώρησε στην ερμηνεία αυτή αφού έλαβε υπ’ όψη της και την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, «οι διοικητικές πράξεις ακόμη και όταν χαρακτηρίζονται από το νόμο ως οριστικές ή αμετάκλητες, επιτρέπεται να ανακαλούνται για λόγους αναγόμενους στη νομιμότητά τους, κατ’ εφαρμογή των αρχών που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων». (βλ. σκ. 8)

Τα κρίσιμα νέα στοιχεία της δοθείσης από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου έννοιας των εφαρμοστέων διατάξεων είναι τα εξής: 1. Η επάνοδος της Διοίκησης για τον έλεγχο της νομιμότητας των σιωπηρώς εγκεκριμένων λογαριασμών, επάνοδο την οποία απέκλειε η ανατραπείσα νομολογία του ΣΤ΄ Τμήματος. 2. Η άρνηση καταβολής, «ρητώς ή σιωπηρώς», των ποσών των λογαριασμών, εφόσον διαπιστωθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι τα ποσά που περιλαμβάνονται σε αυτούς δεν οφείλονται στον ανάδοχο «για οποιονδήποτε λόγο» και 3. Η αναζήτηση των ήδη καταβληθέντων, μη νομίμως ή αχρεωστήτως ποσών, των μη νόμιμων λογαριασμών, «κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου).

Δ. Οι αποκλίσεις από την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας

Η νομολογία, ωστόσο, του Τμήματος δεν θα ακολουθήσει πιστά τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου, η εφαρμογή των οποίων θα επεκταθεί και στις επιμετρήσεις. Εισάγει αποκλίσεις, θέτοντας όρους με τους οποίους επιχειρείται περιορισμός της εξουσίας του συμβαλλόμενου φορέα κατασκευής του έργου να προβεί στον επανέλεγχο των εγκεκριμένων επιμετρήσεων και των λογαριασμών και να αρνηθεί «ρητώς ή σιωπηρώς», όπως γίνεται δεκτό με την απόφαση της Ολομέλειας, την πληρωμή των μη νόμιμων λογαριασμών ή να αναζητήσει τα ήδη καταβληθέντα, βάσει αυτών, μη οφειλόμενα ποσά του δημόσιου χρήματος.

  1. Το «κατ’αρχήν»

Πρώτη απόκλιση: Σύμφωνα με την νέα αυτή νομολογία του Τμήματος η διοίκηση διατηρεί «κατ’ αρχήν» την εξουσία να επανέλθει και να προβεί στον επανέλεγχο της νομιμότητας των επιμετρήσεων και των λογαριασμών (ΣτΕ 3656, 3661, 4132/2015, 49, 1230, 2158/2016, 210/2017). Το «κατ’ αρχήν» εδώ έχει βεβαίως την έννοια του κατά κανόνα και άρα σημαίνει ότι η εξουσία επανόδου της Διοίκησης δεν είναι ανεξαίρετη. Η απόφαση όμως της Ολομέλειας του ΣτΕ δεν δέχεται ότι η Διοίκηση διατηρεί «κατ’ αρχήν» την εξουσία επανελέγχου. Ακριβώς, διότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η Διοίκηση, κατ’ εξαίρεση από τον κανόνα, δεν μπορεί να επανέλθει. Άρα, πρόκειται για απόκλιση, σοβαρή απόκλιση από την απόφαση της Ολομέλειας.

  1. Ο εύλογος, κατά περίπτωση, χρόνος

Η δεύτερη σοβαρή απόκλιση, από την κρίσιμη μείζονα σκέψη (σκ.9) της απόφασης 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, αφορά τον άλλον περιορισμό που τίθεται στην εξουσία της Διοίκησης να επανέλθει και να προβεί σε ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, βάσει μη νόμιμων επιμετρήσεων και λογαριασμών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την, μετά την απόφαση της Ολομέλειας, νομολογία του Τμήματος, η διοίκηση διατηρεί μεν «κατ’ αρχήν» την εξουσία επανελέγχου, αυτό όμως μπορεί να γίνει «εντός ευλόγου, κατά περίπτωση, χρόνου» (βλέπε την αμέσως παραπάνω αναφερόμενη νομολογία).

Ωστόσο, στην απόφαση της Ολομέλειας δεν γίνεται καμία αναφορά σε «εύλογο, κατά περίπτωση, χρόνο», μέσα στον οποίο η Διοίκηση μπορεί να επανέλθει και να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά των μη νόμιμων επιμετρήσεων και λογαριασμών. Ρητώς γίνεται δεκτό ότι, με την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση όμως διατηρεί και μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, την εξουσία να προβεί σε έλεγχο αυτού και να αρνηθεί «ρητώς ή σιωπηρώς» να καταβάλει ποσά ή να αναζητήσει, «κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και κοινοτικού δικαίου)» τα ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου μη νόμιμου λογαριασμού.

Όπως δε θα εξειδικευθεί στη συνέχεια με την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, οι κείμενες διατάξεις του εθνικού δικαίου και του  δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προβλέπουν εύλογο, κατά περίπτωση, χρόνο για την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων, βάσει μη νόμιμων λογαριασμών, ποσών. Ο χρόνος καθορίζεται in abstracto από τον νομοθέτη και είναι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης του κυρίου του έργου για την επιστροφή των εν λόγω ποσών.

  1. Η απόφαση 241/2016 του ΣΤ Τμήματος

Η νομολογία αυτή, που έχει ως αποτέλεσμα την σοβαρή αποδυνάμωση της απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ, θα φθάσει στην κορύφωσή της με την απόφαση 241/2016 του ΣΤ Τμήματος. Με την απόφαση αυτή, η οποία αφορούσε τον επανέλεγχο της νομιμότητας ρητώς εγκεκριμένου λογαριασμού, κατά την εκτέλεση σύμβασης δημόσιου έργου, θα γίνει (στη σκέψη 6), δεκτό, κατά την ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 5 παρ.8 του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ.7 του π.δ. 609/1985 που διέπουν τους λογαριασμούς, ότι η Διοίκηση διατηρεί μεν την εξουσία και μετά τη ρητή έγκριση του λογαριασμού, να προβεί σε επανέλεγχο της νομιμότητάς του, αλλά «πάντως εντός ευλόγου χρόνου που δεν θα ξεπερνά το μήνα από της εκδόσεως της εγκριτικής πράξης…» αρνούμενη, ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού τα οποία «όπως προέκυψε από μεταγενεστέρως αποκαλυφθέντα πραγματικά δεδομένα» δεν οφείλονταν για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο.

Ο εύλογος, κατά περίπτωση, χρόνος για την επάνοδο της Διοίκησης και την ανάκτηση καταβληθέντων ποσών ενός μη νόμιμου λογαριασμού περιορίζεται πλέον στον ένα μήνα (!) από την έκδοση της εγκριτικής πράξης. Περαιτέρω δε το Τμήμα θα δεχθεί ότι «στην ειδικότερη περίπτωση που διαπιστωθεί από τα εποπτεύοντα το έργο αρμόδια όργανα ότι τα υποβληθέντα από τον ανάδοχο στοιχεία τα συνοδεύσαντα  τους εγκριθέντες λογαριασμούς, οδήγησαν δολίως σε παραπλάνησή τους δεν κωλύονται να ανακαλέσουν τις σχετικές εγκριτικές πράξεις και μετά την πάροδο του μηνός, και πάντως εντός ευλόγου χρόνου και να προβούν σε επανέλεγχο και έγκριση των επιμετρήσεων του έργου με βάση μεταγενεστέρως αποκαλυφθέντα πραγματικά δεδομένα (πρβλ. ΣτΕ 582/2010)».

Για την ερμηνεία όμως αυτή, όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση 241/2016, το Τμήμα στηρίχθηκε σε μία ανακριβή απόδοση της απόφασης 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στη σκέψη 4 της εν λόγω απόφασης γίνεται αναφορά στην απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας και στην κρίσιμη σκέψη της 9, η οποία αφορά τις συνέπειες της άπρακτης παρέλευσης της μηνιαίας προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 2494/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας…κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία των συναφών προς τις επίδικες διατάξεων του άρθρου 104 του π.δ. 609/1974 «περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών…» ότι σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προθεσμίας του ενός μηνός που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν διόρθωση, έγκριση και επιστροφή του λογαριασμού, υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται μεν αυτοδικαίως εγκεκριμένος, δεν κωλύεται όμως η Διοίκηση, εντός ευλόγου χρόνου, μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη, ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας ήδη καταβληθέντα, τα οποία δεν οφείλονται στον ανάδοχο».

Αντιπαραβάλλοντας τις δύο σκέψεις, διαπιστώνουμε ότι η κρίσιμη σκέψη (αριθ.9) της απόφασης 2494/2013 της Ολομέλειας δεν αποδίδεται πιστά με την απόφαση 241/2016 του Τμήματος. Και δεν πρόκειται για διαφορές στη γραμματική διατύπωση, αλλά για κρίσιμες διαφοροποιήσεις ουσίας του κανονιστικού περιεχομένου της εν λόγω σκέψης της Ολομέλειας. Και αυτό γίνεται είτε με την προσθήκη περιοριστικού όρου στον επανέλεγχο του εγκεκριμένου λογαριασμού, είτε δια παραλείψεως κρίσιμων στοιχείων της σκέψης της Ολομέλειας.

Συγκεκριμένα, ενώ η Ολομέλεια του ΣτΕ δέχεται ότι μετά την σιωπηρή έγκριση του λογαριασμού η Διοίκηση «διατηρεί την εξουσία…να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη, ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας, κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού…», σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω σκέψη 4 της απόφασης 241/2016 του Τμήματος, με την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας «κρίθηκε…ότι σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της προθεσμίας του ενός μηνός…ο υποβληθείς λογαριασμός θεωρείται μεν αυτοδικαίως εγκεκριμένος, δεν κωλύεται όμως η Διοίκηση, εντός ευλόγου χρόνου μετά την παρέλευση της εν λόγω προθεσμίας να προβεί σε έλεγχο αυτού…».

Αυτά βέβαια τα περί ευλόγου, από την άπρακτη πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας, χρόνου, εντός του οποίου η Διοίκηση δεν κωλύεται να προβεί σε έλεγχο του αυτοδικαίως εγκεκριμένου λογαριασμού, που αποδίδονται στην απόφαση της Ολομέλειας, καθόλου δεν ισχύουν. Στην απόφαση της Ολομέλειας δεν γίνεται καμία αναφορά σε εύλογο χρόνο, καθώς η Ολομέλεια δέχεται ότι η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη «ρητώς ή σιωπηρώς» να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας, «κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού…». Σημειωτέον δε ότι στην απόφαση του Τμήματος παραλείπεται η αναφορά αυτή της Ολομέλειας στις κείμενες διατάξεις του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες καθορίζουν in abstracto ορισμένο χρόνο και όχι τον εύλογο, κατά περίπτωση, χρόνο, μέσα στον οποίο ο συμβαλλόμενος φορέας κατασκευής του έργου αναζητεί τα μη νομίμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Και αυτός, όπως έχει εκτεθεί, είναι ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης για την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών δημοσίου χρήματος.

Η μη πιστή απόδοση των κριθέντων από την Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφαση 2494/2013, φαίνεται ωσάν να προετοιμάζει, κατά κάποιον τρόπο, το έδαφος για την ερμηνεία των διατάξεων  της παρ.10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 και της παρ. 7 του άρθρου 40 του π.δ. 609/1985, που γίνεται στην προαναφερόμενη κρίσιμη σκέψη 6 της απόφασης 241/2016. Κατά την οποία, η Διοίκηση διατηρεί μεν την εξουσία και μετά την ρητή έγκριση του λογαριασμού να προβεί σε επανέλεγχο της νομιμότητάς του και «πάντως εντός ευλόγου χρόνου που δεν θα ξεπερνά το μήνα από την εκδόσεως της εγκριτικής πράξης…». Μία ερμηνεία αντίθετη προς εκείνα που δέχθηκε πράγματι η Ολομέλεια και τα οποία δεν είναι αυτά που της αποδίδει ως κριθέντα με αυτήν η απόφαση 241/2016 του Τμήματος.

  1. E. Η απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ Τμήματος

Ευτυχώς η πολλαπλώς εσφαλμένη αυτή απόφαση 241/2016 του ΣΤ Τμήματος δεν θα είναι οριστική. Η υπόθεση θα παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος, «λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος της δυνατότητας επανόδου της Διοικήσεως μετά την ρητή έγκριση του λογαριασμού». Και η μείζων σύνθεση του Τμήματος, με τη συμμετοχή και τριών συμβούλων που δεν μετείχαν στην πενταμελή σύνθεση, θα αποκρούσει, με την απόφαση 251/2017, την εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων, ακολουθώντας πιστά τα κριθέντα από την Ολομέλεια  του Δικαστηρίου. Και όχι μόνον αυτό, που είναι άλλωστε αυτονόητο, καθώς θα προσχωρήσει και σε περαιτέρω ερμηνείες, που αποτελούν και την προστιθέμενη αξία της στη νομολογία.

  1. Η πιστή τήρηση των κριθέντων από την Ολομέλεια και η επέκταση της εφαρμογής τους

Σε αντίθεση λοιπόν προς την παραπεμπτική απόφαση 241/2016, με την οποία, όπως έχει εκτεθεί, επιχειρήθηκαν σοβαρές αποκλίσεις από την απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, η μείζων σύνθεση του Τμήματος, κατά την ερμηνεία των εφαρμοστέων διατάξεων του ν. 1418/1984 και του π.δ. 609/1985, θα ακολουθήσει πιστά τα κριθέντα από την Ολομέλεια, όπως προκύπτει από την σκέψη 7 της απόφασής της, στην οποία διαλαμβάνονται τα εξής: «7. Επειδή, οι παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν.1418/1984 (και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 608/1985), ερμηνευόμενες ενόψει και των κριθέντων καθ’ ερμηνεία των ταυτόσημων κατά περιεχόμενο διατάξεων του άρθρου 104 παρ. 1 του π.δ. 696/1974 με την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω σκέψη 5), έχουν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση όμως διατηρεί  την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος, εθνικού ή κοινοτικού (προκειμένου περί συγχρηματοδοτούμενου με πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης)».

Περαιτέρω δε, η μείζων σύνθεση του Τμήματος, υιοθετώντας την ορθή, κατά τούτο, κρίση της παραπεμπτικής απόφασης, θα επεκτείνει την εφαρμογή της ερμηνείας αυτής και επί ρητής έγκρισης του λογαριασμού, δεχόμενη στην ίδια σκέψη 7, ότι «Τα ανωτέρω, όσον αφορά την άρνηση καταβολής μη οφειλόμενων για οποιονδήποτε λόγο ή την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, ισχύουν για την ταυτότητα του λόγου, και όταν δεν υπάρχει σιωπηρή αλλά ρητή έγκριση».

  1. Τα εισφερόμενα στη νομολογία νέα επιπλέον στοιχεία με την απόφαση 251/2017

Το Τμήμα όμως, υπό την επταμελή του σύνθεση, με την απόφαση 251/2017, δεν θα αρκεσθεί μόνο σε αυτά τα αυτονόητα. Θα προχωρήσει και σε περαιτέρω κρίσεις, οι οποίες δεν διατυπώνονται στη σκέψη 7, αλλά στην σκέψη 9. Συγκεκριμένα, εξειδικεύοντας την ερμηνεία της Ολομέλειας ότι η Διοίκηση διατηρεί και μετά την έγκριση του λογαριασμού την εξουσία να προβεί σε έλεγχο του λογαριασμού και να αρνηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή να αναζητήσει ήδη καταβληθέντα ποσά του λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται «για οποιονδήποτε λόγο» στον ανάδοχο, δέχεται ότι «νομίμως η Διοίκηση αφαιρεί από επόμενο λογαριασμό ποσά, τα οποία είχαν ήδη καταβληθεί αχρεωστήτως ή μη νομίμως βάσει προηγούμενων λογαριασμών…». Με την κρίση αυτή ανατρέπεται η εντελώς εσφαλμένη νομολογία για την οριστικοποίηση και αυτοτέλεια των λογαριασμών και έναντι του κυρίου έργου.

Πέραν όμως αυτών, η απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης στην ίδια σκέψη 9 θα εισφέρει και ένα τρίτο σημαντικό στοιχείο στη νομολογία. Η αναζήτηση των ποσών, τα οποία είχαν ήδη καταβληθεί αχρεωστήτως ή μη νομίμως στον ανάδοχο βάσει προηγούμενων λογαριασμών, έχει μόνον έναν περιορισμό και αυτός είναι χρονικός. Δεν είναι όμως ο εύλογος, κατά περίπτωση, χρόνος, όπως δεχόταν η έως τότε νομολογία, αλλά η συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τις κείμενες διατάξεις χρόνου παραγραφής της αξίωσης του κυρίου του έργου προς αναζήτηση τέτοιων ποσών. Και οι κείμενες διατάξεις, στις οποίες αναφέρεται και η απόφαση της Ολομέλειας, είναι οι διατάξεις των Κανονισμών 4253/88 και 2988/95 της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνες του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού» (άρθρα 102 και 103) και ακολούθως οι διατάξεις του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας…» (άρθρα 121 και 122).

Η απόφαση λοιπόν της μείζονος σύνθεσης του ΣΤ Τμήματος πρώτον θα ανατρέψει την εσφαλμένη νομολογία για την οριστικοποίηση και αυτοτέλεια των λογαριασμών και έναντι του κυρίου του έργου.  Δεύτερον, θα θέσει τέλος στην αντίθετη προς την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου νομολογία για τον εύλογο, κατά περίπτωση, χρόνο μέσα στον οποίο η Διοίκηση μπορεί να επανέλθει και προβαίνοντας σε έλεγχο της νομιμότητας προηγούμενων λογαριασμών να αναζητήσει τα, αχρεωστήτως ή μη νομίμως, βάσει αυτών καταβληθέντα στον ανάδοχο ποσά. Και τρίτον δεν θα δεχθεί, ως προϋπόθεση για το νέο έλεγχο και την ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού, η μη νόμιμη έγκριση και άρα η μη οφειλή των ποσών του να προέκυψε από «μεταγενεστέρως πραγματικά δεδομένα» ή να είναι προϊόν δόλιας παραπλάνησης εκ μέρους του αναδόχου, για να υπάρξει υπέρβαση του εύλογου χρόνου του ενός μηνός.

Πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης αναδεικνύει την μεγάλη αξία της μείζονος σύνθεσης στο πλαίσιο κάθε Τμήματος του Δικαστηρίου. Γιατί είναι πράγματι πολύ σημαντικό, προκειμένου να αποτραπούν εσφαλμένες ερμηνείες, το Τμήμα να επανεξετάζει με αυξημένη σύνθεση, στην οποία μετέχουν και δικαστές οι οποίοι δεν είχαν λάβει μέρος στον σχηματισμό της πενταμελούς σύνθεσης που εξέδωσε την παραπεμπτική απόφαση, τα τιθέμενα ζητήματα, αφού ακουσθούν πάλι οι διάδικοι, οι οποίοι μάλιστα θα εκφράσουν τη θέση τους επί της άποψης ή των απόψεων που διατυπώνονται στην παραπεμπτική απόφαση.

ΣΤ. Η μετά την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης νομολογία του Τμήματος: Εμμονή στις αποκλίσεις και η κορύφωσή τους με την απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος.

Θα περίμενε κανείς ότι, μετά την απόφαση της Ολομέλειας και την απόφαση της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, θα είχαμε το τέλος της νομικής μας ιστορίας, τουλάχιστον όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία οι αποφάσεις αυτές επέλυσαν. Ωστόσο, παραδόξως, το Τμήμα αρνείται και πάλι να ακολουθήσει καθ’ ολοκληρίαν την Ολομέλεια και να εφαρμόσει πιστά την απόφαση της επταμελούς του σύνθεσης. Και είτε επιμένει, αναπαράγοντας την αντίθετη προς την απόφαση της Ολομέλειας νομολογία του, την οποία έχει αποκρούσει και η απόφαση της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος είτε προχωρεί σε νέα, αντίθετη προς την απόφαση της Ολομέλειας, ερμηνεία, στο όνομα μάλιστα της απόφασης της επταμελούς σύνθεσης, την οποία όμως ερμηνεύει λάθος.

Με σειρά αποφάσεών του το ΣΤ Τμήμα, συνεχίζει, εμμένοντας στην αποκλίνουσα νομολογία του, να δέχεται ότι, μετά την έγκριση, σιωπηρή ή ρητή, των επιμετρήσεων και των λογαριασμών, η Διοίκηση διατηρεί «κατ’ αρχήν» την εξουσία να προβεί στον έλεγχο των επιμετρήσεων και των λογαριασμών, «εντός ευλόγου, κατά περίπτωση χρόνου» (ΣτΕ 1458, σκ. 3, 2370, σκ.8, 2846 σκ. 5 και 6/2017, 2034, σκ. 6 και 7, 2197, σκ. 5, 2018, 1238/2019 σκ. 4). Δέχεται δηλαδή ό,τι έχει αποκρούσει ρητώς η απόφαση της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, ακολουθώντας πιστά την απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι πρόκειται για μία ιδιότυπη ανυπακοή, βέβαια νομικά ανεπίτρεπτη.

Και φθάνουμε στην τελευταία φάση της εξέλιξης της νομολογίας και αυτή είναι η σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020 του ΣΤ Τμήματος[2]. Η απόφαση αυτή αποτελεί την κορύφωση των αποκλίσεων από τα κριθέντα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος. Και όπως θα δειχθεί, η πενταμελής σύνθεση του Τμήματος προβαίνει σε μία πολλαπλώς εσφαλμένη ερμηνεία, αντίθετη πλήρως με όσα έκριναν οι μείζονες αυτοί σχηματισμοί, αλλά και με όσα προβλέπουν οι διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην ανάλυση που ακολουθεί, μετά τις εφαρμοστέες στην εκδικασθείσα υπόθεση διατάξεις και το ιστορικό της διαφοράς, παρατίθενται οι κρίσιμες σκέψεις της απόφασης 3092/2015 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και διατυπώνονται οι παρατηρήσεις, που αυτές προκαλούν. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στην ερμηνεία, στην οποία προβαίνει η σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος και διατυπώνονται οι πρώτες παρατηρήσεις. Και ολοκληρώνεται η κριτική ανάλυσή της, με την διπλή αντίθεση της επίμαχης ερμηνείας, τόσο προς τα κριθέντα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, όσο και με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Η απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος

Α. Οι εφαρμοστέες διατάξεις και το ιστορικό της διαφοράς

Στο άρθρο 30 του ν.3316/2005 ορίζονται τα εξής: «1…3. Η αμοιβή για την παροχή υπηρεσιών…καταβάλλεται με μηνιαίες πιστοποιήσεις, για τις οποίες ο ανάδοχος υποβάλλει αντίστοιχους λογαριασμούς…4. Για την πληρωμή της αμοιβής του ο ανάδοχος συντάσσει και υποβάλλει στη Διευθύνουσα Υπηρεσία λογαριασμούς, οι οποίοι συντάσσονται διακριτά για την κύρια και τις συμπληρωματικές συμβάσεις, πάντοτε ανακεφαλαιωτικά…5…Μετά από έλεγχο και προσυπογραφή του επιβλέποντα, ο οποίος βεβαιώνει τη σύνταξή τους κατά τις ισχύουσες διατάξεις και τη σύμβαση, οι λογαριασμοί εγκρίνονται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία μέσα σε έναν μήνα από την υποβολή τους και αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου. Αν οι λογαριασμοί περιέχουν ασάφειες ή σφάλματα, σε βαθμό που η διόρθωσή τους να καθίσταται ανέφικτη, επιστρέφονται στον ανάδοχο για επανασύνταξη μέσα στην προθεσμία έγκρισής τους. Αν οι ασάφειες και τα σφάλματα αφορούν διακριτά κονδύλια των λογαριασμών, εγκρίνονται κατά το μη αμφισβητούμενο μέρος και κατά το υπόλοιπο επιστρέφονται για επανασύνταξη. Η μηνιαία προς έγκριση προθεσμία αρχίζει από την υποβολή του επανασυνταγμένου λογαριασμού. 6. Αν η πληρωμή λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέρα από έναν μήνα, μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη έγκρισή του, οφείλεται τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται κατά το άρθρο 4 του Π.Δ. 166/2003».

Κατά την εκτέλεση της διεπόμενης από τις διατάξεις του ν. 3316/2005 σύμβασης παροχής υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων/Αθλητικών Ολυμπιακών Έργων Εγκαταστάσεων (ΕΥΔΕΕ/ΑΟΕΕ) της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, η ανάδοχος εταιρεία συνέταξε και υπέβαλε στη διευθύνουσα υπηρεσία τρεις, μεταξύ άλλων, λογαριασμούς, που αφορούσαν την καταβολή τόκων υπερημερίας, λόγω καθυστέρησης της πληρωμής προηγούμενων εγκεκριμένων λογαριασμών. Οι λογαριασμοί αυτοί εγκρίθηκαν από τη διευθύνουσα υπηρεσία στις 22.07.2009, 22.12.2009 και την 1η.7.2011 και υπεγράφησαν οι σχετικές εντολές  πληρωμής. Δεδομένου ότι οι εν λόγω λογαριασμοί δεν εξοφλήθηκαν, η ανάδοχος με την από 29.12.2014 αγωγή της προς το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, δηλαδή μετά την πάροδο πενταετίας και πλέον από την έγκριση των δύο πρώτων λογαριασμών, ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει τα ποσά των επίμαχων λογαριασμών.

Το Δημόσιο, με την έκθεση των απόψεών του προς το Διοικητικό Εφετείο, αντικρούοντας την αγωγή, αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση πληρωμής των παραπάνω λογαριασμών που αφορούν τόκους υπερημερίας, ισχυριζόμενο ότι «ουδέποτε η αρμόδια υπηρεσία κατέστη υπερήμερη με δική της υπαιτιότητα, αφού η…[ανάδοχος] δεν προσκόμισε για όλες τις ως άνω πιστοποιήσεις σχετικά τιμολόγια ούτε, εξάλλου, κατέβαλε τις κρατήσεις υπέρ Ταμείου Συντάξεων Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε.) Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) και Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Ε.Μ.Π.)». Περαιτέρω δε ισχυρίσθηκε ότι δεν οφειλόταν Φ.Π.Α. για την 7η πιστοποίηση τόκων υπερημερίας «αφού με το υπ’αριθ. 114 1107786ΕΞ 2009/29.10.2009 έγγραφο του Υπουργού Οικονομικών οι τόκοι υπερημερίας δεν υπάγονταν σε Φ.Π.Α…»

Β. Οι κρίσιμες σκέψεις της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών

Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκρινε, με την απόφαση του 3092/2015, ότι μη νομίμως το Δημόσιο αρνήθηκε να καταβάλει στην ανάδοχο τα ποσά των τόκων υπερημερίας που αφορούσαν οι επίμαχοι λογαριασμοί, αφού οι εν λόγω πιστοποιήσεις τόκων εγκρίθηκαν ρητά από τη Διευθύνουσα υπηρεσία εντός μηνός από την υποβολή τους και εκδόθηκαν, ταυτοχρόνως, οι αντίστοιχες εντολές πληρωμής. Η δε «γένεση της υποχρέωσης» καταβολής τόκων ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 του ν. 3316/2005, «αυτοδίκαιη μετά την πάροδο μηνός από την έγκριση του οικείου λογαριασμού», «ενώ μετά την έκδοση των σχετικών εντολών πληρωμής, δεν καταλειπόταν στη Διοίκηση στάδιο επανελέγχου και επανεγκρίσεως ή αρνήσεως εγκρίσεως των εγκριθεισών πιστοποιήσεων». Κατόπιν αυτών, το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι δεν κατέστη υπερήμερο και ως εκ τούτου δεν όφειλε τόκους υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου η οποία δεν είχε προσκομίσει τιμολόγια και δεν είχε καταβάλει τις ανάλογες κρατήσεις υπέρ Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., Τ.Ε.Ε. και Ε.Μ.Π., «δεν έβρισκε νόμιμο έρεισμα». Έκρινε επίσης, ότι το Δημόσιο όφειλε ΦΠΑ και για τους τόκους υπερημερίας της 7ης πιστοποίησης, καθόσον μετά τη ρητή έγκριση της πιστοποίησης αυτής και την έκδοση της ρητής εντολής πληρωμής, η Διοίκηση «ανεξαρτήτως νομικών πλημμελειών της» δεν μπορούσε να επανέλθει, αρνούμενη να καταβάλει εγκεκριμένο κονδύλιο. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο υποχρέωσε το Δημόσιο να καταβάλει στην ανάδοχο το συνολικό ποσό των 660.190,86 ευρώ μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, «μετά την προσκόμιση στη Διοίκηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών (π.χ. τιμλογίων)».

Το Διοικητικό Εφετείο, κατά τα προεκτεθέντα, απέρριψε τους ισχυρισμούς του Δημοσίου περί της οφειλής τόκων υπερημερίας λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου (μη προσκόμιση τιμολογίων και αποδεικτικών καταβολής κρατήσεων υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και ΕΜΠ) με δύο αιτιολογικές βάσεις. Αφ’ ενός μεν διότι η «γένεση της υποχρέωσης καταβολής τόκων ήταν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 6 του ν. 3346/2005, αυτοδίκαιη μετά την πάροδο μηνός από την έγκριση του οικείου λογαριασμού», αφ’ετέρου δε διότι μετά την έγκριση των λογαριασμών και την έκδοση των σχετικών εντολών πληρωμής «δεν καταλειπόταν στη Διοίκηση στάδιο επανελέγχου και επανεγκρίσεως ή αρνήσεως εγκρίσεως των εγκριθέντων πιστοποιήσεων».

Γ. Παρατηρήσεις

Αρχικά ως προς την πρώτη αιτιολογική βάση της απόρριψης των ισχυρισμών του Δημοσίου. Στην εφετειακή απόφαση γίνεται λόγος για «αυτοδίκαιη», σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ.6 του ν. 3316/2015, «γένεση της υποχρέωσης» καταβολής τόκων υπερημερίας, μετά την πάροδο μηνός από την έγκριση του οικείου λογαριασμού. Όμως, διαφεύγει του Διοικητικού Εφετείου και διαφεύγει ασυγγνώστως, ότι στη διάταξη της εν λόγω παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 3316/2015, την οποία εφαρμόζει, ρητώς προβλέπεται ότι οφείλεται τόκος υπερημερίας όχι σε κάθε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής λογαριασμού «πέρα από έναν μήνα, μετά τη ρητή ή αυτοδίκαιη έγκριση του», αλλά μόνον «Αν η πληρωμή λογαριασμού καθυστερήσει, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου».

Η ερμηνεία συνεπώς από το Διοικητικό Εφετείο της διάταξης της παρ.6 του άρθρου 30 του ν. 3316/2005 είναι εσφαλμένη. Το Εφετείο λοιπόν όφειλε, κατ’ εφαρμογή της εν λόγω ρητής διάταξης, να εξετάσει αν ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η προσκόμιση από τον ανάδοχο των τιμολογίων και των αποδεικτικών καταβολή κρατήσεων υπέρ του ΤΣΜΕΔΕ, του ΤΕΕ και του ΕΜΠ, ήταν, κατά νόμον, προϋπόθεση για την πληρωμή των εγκεκριμένων λογαριασμών και, σε καταφατική περίπτωση, να εξετάσει περαιτέρω αν η ανάδοχος δεν είχε πράγματι, όπως ισχυρίσθηκε το Δημόσιο, προσκομίσει τα τιμολόγια και τα αποδεικτικά καταβολής των κρατήσεων. Διότι αν ο ισχυρισμός ήσαν βάσιμος, τότε συνέτρεχε υπαιτιότητα της αναδόχου για την καθυστέρηση πληρωμής των λογαριασμών και άρα, σύμφωνα με την παρ. 6 άρθρου 30 ν. 3316/2005, το Δημόσιο δεν όφειλε τόκους υπερημερίας.

Και το οξύμωρο είναι ότι αυτό που το Διοικητικό Εφετείο θεωρεί ότι δεν αποτελεί, κατά την παρ. 6 στο άρθρο 30 του ν. 3316/2005, προϋπόθεση για τη «γένεση της υποχρέωσης» καταβολής τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής του λογαριασμού πέραν από ένα μήνα από τη ρητή ή αυτοδίκαιη έγκρισή του, δηλαδή η προσκόμιση από τον ανάδοχο των τιμολογίων και των αποδεικτικών καταβολής των κρατήσεων, το τάσσει ως προϋπόθεση για την πληρωμή του ποσού που υποχρεώνει το Δημόσιο να καταβάλει στην ανάδοχο, στο οποίο περιλαμβάνονται και τα επίμαχα ποσά των τόκων υπερημερίας! Συγκεκριμένα, το Δημόσιο υποχρεώθηκε να καταβάλει το συνολικό ποσό των 660.196,86 ευρώ «μετά την προσκόμιση στη Διοίκηση των απαιτούμενων δικαιολογητικών (π.χ. τιμολογίων)».

Ωστόσο, αν πράγματι η προσκόμιση από την ανάδοχο στη Διοίκηση των εν λόγω δικαιολογητικών ήταν, κατά νόμον, προϋπόθεση για την πληρωμή των προηγούμενων λογαριασμών, όπως ισχυρίσθηκε το Δημόσιο ενώπιον του Εφετείου, αντικρούοντας την αγωγή της αναδόχου, τότε η καθυστέρηση της πληρωμής τους, οφειλόμενη σε υπαιτιότητα του αναδόχου λόγω της μη προσκόμισης των δικαιολογητικών, δεν συνεπαγόταν την οφειλή τόκων υπερημερίας σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 3316/2005. Η προσκόμιση δηλαδή των δικαιολογητικών είναι, στην περίπτωση αυτή, προϋπόθεση για την γένεση της οφειλής τόκων υπερημερίας και όχι προϋπόθεση για την καταβολή των οφειλόμενων τόκων.

Η κύρια όμως αιτιολογική βάση της απόρριψης του ισχυρισμού του Δημοσίου περί μη ύπαρξης οφειλής τόκων υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας της αναδόχου, είναι λογικά το άλλο σκέλος της αιτιολογίας της εφετειακής απόφασης, όπως εκλαμβάνεται και με την απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος του ΣτΕ. Σύμφωνα με την αιτιολογική αυτή βάση, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας, «δεν εύρισκε νόμιμο έρεισμα», διότι μετά την έγκριση των λογαριασμών και την έκδοση των σχετικών εντολών πληρωμής, δεν καταλειπόταν στη Διοίκηση στάδιο επανελέγχου και επανεγκρίσεως ή αρνήσεως εγκρίσεως των εγκριθεισών πιστοποιήσεων». Ειδικώς δε όσον αφορά την αμφισβήτηση του συνυπολογισμού στην 7η πιστοποίηση και ΦΠΑ επί των τόκων υπερημερίας, την απέρριψε με τη σκέψη ότι μετά τη ρητή έγκριση της πιστοποίησης και την έκδοση εντολής πληρωμής η Διοίκηση, «ανεξαρτήτως νομικών πλημμελειών της» δεν μπορούσε να επανέλθει αρνούμενη να καταβάλει εγκεκριμένο κονδύλιο.

Το Διοικητικό Εφετείο εμμένει λοιπόν με την κρίση αυτή στη νομολογία, κατά την οποία μετά την έγκριση, ρητή ή σιωπηρή, του λογαριασμού γεννάται υποχρέωση του συμβαλλόμενου φορέα να καταβάλει στην ανάδοχο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, τα ποσά που περιλαμβάνονται στον εγκεκριμένο λογαριασμό, ανεξαρτήτως των τυχόν πλημμελειών του, έστω δηλαδή και αν αυτά δεν οφείλονται εν όλω ή εν μέρει για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επανόδου. Τη νομολογία όμως αυτή την είχε ήδη ανατρέψει η Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφασή της 2494/2013, η οποία αφορούσε μεν σιωπηρή έγκριση λογριασμού, αλλά ήταν αυτονόητο ότι τα κριθέντα από την Ολομέλεια είχαν εφαρμογή και επί ρητής έγκρισης, για την ταυτότητα του  λόγου, του διττού λόγου του οποίου είχε γίνει επίκληση από την Ολομέλεια, δηλαδή της τήρησης της αρχής της νομιμότητας και της προστασίας του δημόσιου χρήματος. Όπως άλλωστε αυτό αναγνωρίσθηκε με την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος. Και την απόφαση αυτή της Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία είχε δημοσιευθεί δύο χρόνια πριν, το Διοικητικό Εφετείο αγνοεί παντελώς.

Δ. Η απόφαση 1081/2020: εισαγωγικές παρατηρήσεις

Το ΣΤ Τμήμα του ΣτΕ, στο οποίο θα αχθεί η υπόθεση, μετά την άσκηση αίτησης αναίρεσης από το Δημόσιο κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δεν θα αγνοήσει την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσής του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να αγνοήσει τις αποφάσεις αυτές του Δικαστηρίου. Ωστόσο, θα προχωρήσει με την απόφασή του 1081/2020 σε μία άκρως δημιουργική και εντελώς εσφαλμένη ερμηνεία τους. Σε πλήρη αντίθεση τόσο με το γράμμα, όσο και με το πνεύμα των εν λόγω αποφάσεων.

Όπως είδαμε η κρίσιμη σκέψη της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου είναι διπλά εσφαλμένη. Τόσο ως προς την κύρια αιτιολογική της βάση, κατά την οποία μετά την έγκριση, ρητή ή σιωπηρή, του λογαριασμού η Διοίκηση δεν μπορεί να επανέλθει, και έστω και αν διαπιστώσει ότι η έγκριση του λογαριασμού είναι μη νόμιμη, δεν μπορεί να αρνηθεί να καταβάλει στην ανάδοχο τα ποσά που περιλαμβάνονται στον παράνομο λογαριασμό, ούτε, κατά συνέπεια, να αναζητήσει τα αχρεωστήτως ήδη καταβληθέντα. Δηλαδή, μετά την έγκριση του λογαριασμού, βλαπτικού για τον συμβαλλόμενο δημόσιο φορέα κατασκευής του έργου, αποκλείεται πλέον ο έλεγχος της νομιμότητας της έγκρισής του από τη Διοίκηση και αποκλείεται, κατ’ακολουθίαν, και ο δικαστικός έλεγχος.

Είναι επίσης, εσφαλμένη και η επικουρική βάση της επίμαχης κρίσης του Διοικητικού Εφετείου, επί της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή ως προς την ύπαρξη οφειλής τόκων υπερημερίας. Παραβλέπεται, όπως είδαμε, εντελώς ότι, κατά τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 30 του ν. 3316/2005 την οποία εφαρμόζει, σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής εγκριθέντος λογαριασμού, τόκοι υπερημερίας δεν οφείλονται αν η καθυστέρηση προκαλείται από υπαιτιότητα του αναδόχου, όπως ισχυρίσθηκε το Δημόσιο.

Και αντί το ΣΤ’ Τμήμα να προχωρήσει στην αναίρεση της αναμφιβόλως διπλά εσφαλμένης απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, με την οποία υποχρεώνεται το Δημόσιο με εσφαλμένες κρίσεις να καταβάλει ποσά τόκων υπερημερίας, θα την επιβραβεύσει, κατ’αποτέλεσμα. Και πώς αυτό θα γίνει; Επινοείται μία νέα ερμηνεία, με την οποία υποκαθίστανται οι δύο εσφαλμένες αιτιολογικές βάσεις, με τις οποίες το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του Δημοσίου για την μη ύπαρξη οφειλής τόκων υπερημερίας, λόγω υπαιτιότητας αναδόχου. Μία νέα ερμηνεία η οποία καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα, στο οποίο ήχθη και η διπλά εσφαλμένη απόφαση του Εφετείου. Και αυτό επιτυγχάνεται με την συναγωγή μίας ανύπαρκτης προϋπόθεσης για τη νόμιμη άρνηση πληρωμής του εγκεκριμένου λογαριασμού και τον κατ’ ακολουθίαν αυτής αποκλεισμό του δικαστικού ελέγχου, κατά την εκδίκαση της αγωγής του αναδόχου, της, αμφισβητούμενης από το Δημόσιο, νομιμότητας της έγκρισης του επίμαχου λογαριασμού.

Και το παράδοξο είναι ότι η νέα αυτή ερμηνεία θα γίνει στο όνομα των κριθέντων από την Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφαση 2494/2013, την οποία πιστά ακολούθησε η απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ Τμήματος. Σε πλήρη, όμως, αντίθεση, όπως θα δούμε, τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα της νομολογίας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, η οποία ρητώς αποσκοπεί στην τήρηση της αρχής της νομιμότητας και την προστασία του δημόσιου χρήματος.

  1. Οι κρίσιμες σκέψεις

Συγκεκριμένα, στην απόφαση 1081/2020 του ΣΤ Τμήματος παρατίθεται πρώτα (στη σκέψη 13) η κρίσιμη σκέψη (αριθ. 7) της απόφασης 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος. «Επειδή,…με την ΣτΕ 251/2017 απόφαση επταμελούς σύνθεσης κρίθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985, ερμηνευόμενες ενόψει και των κριθέντων με την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, καθ’ερμηνεία των ταυτόσημων κατά περιεχόμενο διατάξεων του άρθρου 104 παρ.1 του π.δ. 696/1974 «Περί αμοιβών μηχανικών διά σύνταξιν μελετών…» (όμοιων με τις εν προκειμένω εφαρμοσθείσες διατάξεις του ν. 316/2005), έχουν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, η Διοίκηση, όμως, διατηρεί την εξουσία και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου), ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος εθνικού ή κοινοτικού (προκειμένου περί συγχρηματοδοτούμενου με πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης έργου). Τα ανωτέρω, όσον αφορά την άρνηση καταβολής μη οφειλόμενων για οποιονδήποτε λόγο ή την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου, και όταν δεν υπάρχει σιωπηρή αλλά ρητή έγκριση».

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επταμελής σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος επαναλαμβάνει με τη σκέψη αυτή την αντίστοιχη σκέψη (αριθ. 9) της απόφασης 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου. Η μείζων σύνθεση, όμως, του Τμήματος προχωρεί, όπως έχει ήδη εκτεθεί, και σε περαιτέρω κρίσεις που είναι και η προστιθέμενη αξία της απόφασής του. Αφ’ενός μεν επεκτείνει την εφαρμογή των κριθέντων από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου που αφορούσαν την σιωπηρή έγκριση του λογαριασμού και στην περίπτωση της ρητής έγκρισης.  Αφ’ετέρου δε η επταμελής σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος δέχεται πολύ ορθά ότι η αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων αποκλείεται μόνον, αν η σχετική αξίωση του Δημοσίου ή του συμβαλλόμενου νομικού προσώπου έχει παραγραφεί.

Και ακολουθεί η επόμενη σκέψη (αριθ.14) της απόφασης 1081/2020 την οποία παραθέτουμε αυτούσια. «Επειδή, σύμφωνα με τα ως άνω γενόμενα δεκτά, η Διοίκηση  διατηρεί την εξουσία ακόμη και μετά τη ρητή έγκριση λογαριασμού, να προβεί σε νέο έλεγχο αυτού και στη συνέχεια, να αρνηθεί ρητά ή σιωπηρά, να καταβάλει πιστοποιηθέντα ποσά ή να αναζητήσει, ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως καταβληθέντα, ποσά λογαριασμού, αν μετά από επανέλεγχο αυτού διαπιστωθεί ότι τα ποσά αυτά δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο. Εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η Διοίκηση, μετά τη ρητή έγκριση των επίδικων πιστοποιήσεων τόκων υπερημερίας εντός μηνός από την υποβολή τους και την ταυτόχρονη έκδοση των αντίστοιχων εντολών πληρωμής, δεν προέβη σε κανένα έλεγχο των ως άνω πιστοποιήσεων, ούτε αμφισβήτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, τη νομιμότητά τους (σχετικά με την υπαιτιότητα της αναδόχου ως προς τη μη προσκόμιση τιμολογίων και αποδεικτικών εξόφλησης κρατήσεων υπέρ ΤΣΜΕΔΕ, ΤΕΕ και ΕΜΠ και την κατά νόμο υπαγωγή ή μη σε Φ.Π.Α. των τόκων υπερημερίας). Στην παρούσα περίπτωση, το Δημόσιο, με την έκθεση απόψεών του και μόνο επ’ ευκαιρία της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη εταιρεία αγωγής, προέβαλε τους ισχυρισμούς ότι δεν όφειλε τόκους υπερημερίας λόγω ανυπαιτιότητας της αναδόχου, καθώς και ότι, κατά νόμο, δεν οφειλόταν ΦΠΑ για τους τόκους υπερημερίας της 7ης πιστοποίησης. Η δια του τρόπου αυτού, όμως, εκδηλωθείσα εκ μέρους του Δημοσίου άρνηση καταβολής των ποσών των ρητά εγκριθέντων επίδικων λογαριασμών, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε έλεγχός τους, δεν ισοδυναμεί με ανάκληση της ρητής εγκρίσεως αυτών και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν οι, κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ 251/2017 απόφαση, προϋποθέσεις δυνατότητας άρνησης εξόφλησής τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί υποχρεώσεως του κυρίου του έργου προς πληρωμή των ποσών των επίδικων πιστοποιήσεων, αν και στηρίχθηκε σε διαφορετική αιτιολογία είναι, κατ’αποτέλεσμα, ορθή και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα».

  1. Οι «προϋποθέσεις» της άρνησης πληρωμής εγκεκριμένου λογαριασμού

Με την πρώτη φράση, το Τμήμα επιχειρεί να αποδώσει τον πυρήνα της κρίσιμης σκέψης της απόφασης 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης, δηλαδή της νομολογίας της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, την οποία η μείζων σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος ακολουθεί πιστά, όπως άλλωστε οφείλει.

Και από την ορθά, κατά βάση, αποδιδόμενη με τη φράση αυτή έννοια των διατάξεων, το Τμήμα συνάγει περαιτέρω, με τη σχολιαζόμενη απόφασή του, ότι επί ρητής έγκρισης του λογαριασμού, η άρνηση εξόφλησής του, δεν μπορεί να εκδηλωθεί νομίμως με την έκθεση απόψεων της Διοίκησης στο αρμόδιο δικαστήριο προς αντίκρουση (“επ’ ευκαιρία”) της αγωγής της αναδόχου, με την οποία, έκθεση, η Διοίκηση διατυπώνει το πρώτον τους λόγους για τους οποίους η έγκριση του λογαριασμού είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου τα περιλαμβανόμενα σε αυτόν ποσά δεν οφείλονται στον ανάδοχο.

Και γιατί δεν είναι δυνατή, επιτρεπτή η, το πρώτον στο στάδιο αυτό, ρητώς εκδηλούμενη άρνηση εξόφλησης των ρητώς εγκεκριμένων λογαριασμών; Διότι, όπως γίνεται δεκτό με την απόφαση 1081/2020, η με τον τρόπο αυτό άρνηση πληρωμής των λογαριασμών, “χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοσδήποτε έλεγχός τους, δεν ισοδυναμεί με ανάκληση της ρητής εγκρίσεως αυτών και, ως εκ τούτου, δεν συντρέχουν, οι κατά τα κριθέντα με την ΣτΕ 251/2017 απόφαση προϋποθέσεις δυνατότητας άρνησης εξόφλησής τους”.

Και ποιες άραγε είναι οι “προϋποθέσεις” οι οποίες, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, πρέπει να συντρέχουν, ώστε να είναι δυνατή, σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση 251/2017 του Τμήματος, η άρνηση εξόφλησης ενός εγκεκριμένου λογαριασμού; Στο ζήτημα αυτό η απόφαση διακρίνεται για την ασάφειά της, αφού δεν μας αποκαλύπτει ποιες συγκεκριμένα είναι οι προϋποθέσεις στις οποίες αναφέρεται.

Δυσκολεύεται να το ξεκαθαρίσει, εξ ου και η αόριστη και συγκεχυμένη διατύπωσή της. Ενώ το Τμήμα όφειλε να προσδιορίσει με την επιβαλλόμενη καθαρότητα τις συγκεκριμένες αυτές προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων είναι κρίσιμη για την νόμιμη άρνηση εξόφλησης του λογαριασμού. Δεδομένου όμως ότι η σχολιαζόμενη απόφαση δέχεται ότι η, το πρώτον εκδηλούμενη, με την έκθεση απόψεων του Δημοσίου προς το Δικαστήριο, “επ’ ευκαιρία” της αγωγής του αναδόχου, ρητή άρνηση καταβολής των ποσών του λογαριασμού, δεν πληροί τις απαιτούμενες “προϋποθέσεις” νόμιμης άρνησης πληρωμής του λογαριασμού, διότι η, με τον τρόπο αυτό, άρνηση καταβολής των ποσών του λογαριασμού, “δεν ισοδυναμεί με  ανάκληση της ρητής εγκρίσεώς” του, συνάγεται ότι απαιτείται, πάντως, ως αναγκαία προϋπόθεση, για να είναι δυνατή η άρνηση πληρωμής του λογαριασμού, να έχει προηγηθεί της αγωγής του αναδόχου η ανάκληση  της έγκρισης του λογαριασμού.

Και η ανάκληση αυτή μπορεί να συντελείται ασφαλώς με μία ρητή πράξη είτε ανάκλησης της έγκρισης του λογαριασμού, είτε άρνησης της εξόφλησής του. Γίνεται  δεκτό όμως με τη σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020 ότι μπορεί να συντελείται και δι’ άλλου τρόπου, που δεν θα αποτελεί την ανωτέρω πράξη ανάκλησης, αλλά θα “ισοδυναμεί” με ανάκληση της ρητής έγκρισης του λογαριασμού. Και αυτό που, κατά την εν λόγω απόφαση, “ισοδυναμεί” με ανάκληση της έγκρισης, είναι η διενέργεια προηγούμενου ελέγχου, “οποιουδήποτε” νέου ελέγχου του λογαριασμού ή αμφισβήτησης “με οποιονδήποτε τρόπο” της νομιμότητάς του. Σε νεότερη δε απόφαση προστίθεται ότι, ο οποιοσδήποτε επανέλεγχος του λογαριασμού πρέπει να γίνει “αρμοδίως” (ΣτΕ 2645/2020).

III. Η διπλή αντίθεση προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και την επταμελή σύνθεση του Τμήματος

Α. Η πρόδηλη αντίθεση και η δικαστική προστασία του αναδόχουΗ πρόδηλη αντίθεση

Σύμφωνα, λοιπόν, με την απόφαση 1081/2020 του ΣΤ’ Τμήματος για τη νόμιμη άρνηση πληρωμής του εγκεκριμένου λογαριασμού απαιτείται μία εξωτερικά εκδηλούμενη ρητή πράξη ανάκλησης της ρητής έγκρισής του ή άρνησης πληρωμής του λογαριασμού ή άλλη ισοδυνάμου αποτελέσματος, ρητή πάντως, πράξη. Και άρα δεν νοείται, σε κάθε περίπτωση, μία σιωπηρώς τεκμαιρόμενη άρνηση πληρωμής, όπως ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί η άπρακτη πάροδος της προβλεπόμενης μηνιαίας προθεσμίας πληρωμής του λογαριασμού. Η σιωπηρή συνεπώς άρνηση πληρωμής του ρητώς εγκεκριμένου λογαριασμού δεν αποτελεί, κατά τη σχολιαζόμενη απόφαση, νόμιμη άρνηση πληρωμής του.  Και όλα αυτά η εν λόγω απόφαση τα αποδίδει ως “κριθέντα” με την απόφαση 251/2017 της μείζονος σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος.

Και τίθεται το ερώτημα: είναι πράγματι δυνατόν να συναχθεί από την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, δηλαδή από την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, ότι ως προϋπόθεση για την νόμιμη άρνηση πληρωμής του ρητώς εγκεκριμένου λογαριασμού, πρέπει η Διοίκηση να έχει προβεί στην ανάκληση έγκρισής του ή στην άρνηση πληρωμής του με ρητή πράξη ή με άλλο τρόπο που “ισοδυναμεί”, κατά τα προεκτεθέντα με ανάκληση, και ότι η άρνηση αυτή δεν μπορεί, κατά την απόφαση, να εκδηλωθεί το πρώτον με την έκθεση των απόψεων της Διοίκησης προς το δικαστήριο επ’ ευκαιρία της αγωγής του αναδόχου;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι χωρίς καμία αμφιβολία αρνητική. Όχι μόνο δεν μπορεί να συναχθούν όλα αυτά από την απόφαση 251/2017 της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, δηλαδή από την απόφαση 2494/2013 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, αλλά είναι πλήρως αντίθετα προς τα κριθέντα με τις αποφάσεις αυτές. Και τούτο διότι έχει ρητώς γίνει δεκτό στις εν λόγω αποφάσεις ότι η Διοίκηση, διατηρώντας την εξουσία να επανέλθει και να εξετάσει τη νομιμότητα του ρητώς ή σιωπηρώς εγκριθέντος λογαριασμού, μπορεί να αρνηθεί όχι μόνο ρητώς αλλά και “σιωπηρώς” να καταβάλει τα ποσά του λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο στον ανάδοχο. Όποια προσπάθεια δημιουργικής ερμηνείας και αν καταβάλει κανείς, σιωπηρή άρνηση εξόφλησης του λογαριασμού σημαίνει σιωπή. Σημαίνει απλώς και μόνο μη καταβολή των ποσών που αυτός περιλαμβάνει.

Σε καμία περίπτωση, κατά τα κριθέντα με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, δεν τάσσεται ως αναγκαία προϋπόθεση για τη νόμιμη άρνηση καταβολής των μη οφειλόμενων ποσών ενός εγκεκριμένου πλην μη νόμιμου λογαριασμού και για την παραδεκτή αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου, η προηγούμενη ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού ή μία οποιαδήποτε τυπική ή άτυπη διαδικασία ελέγχου ή αμφισβήτησης της νομιμότητας της έγκρισης λογαριασμού, ως ένα είδος ουσιώδους τύπου της διαδικασίας για τη νόμιμη άρνηση πληρωμής του λογαριασμού. Δεν προϋποθέτει κανενός είδους acte préalable, βλαπτικής για τον ανάδοχο, εκ μέρους της Διοίκησης, για να θυμηθούμε λίγο και τη γαλλική ορολογία. Ρητώς στις αποφάσεις αυτές αναφέρεται ότι η Διοίκηση έχει την ευχέρεια να αρνηθεί και “σιωπηρώς” την πληρωμή του μη νόμιμου λογαριασμού.

Γιατί ποια είναι άλλωστε τα ουσιώδη νέα στοιχεία των αποφάσεων της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος; Ας τα θυμηθούμε: Πρώτον, η δυνατότητα (“εξουσία”) επανόδου της Διοίκησης και επανελέγχου της νομιμότητας της έγκρισης, ρητής ή σιωπηρής, του λογαριασμού. Επάνοδο την οποία απέκλειε, διά ροπάλου, η ανατραπείσα παλαιά νομολογία, αδιαφορώντας παντελώς για τις πλημμέλειες του λογαριασμού, δηλαδή για τη νομιμότητά του και υποχρεώνοντας το Δημόσιο να καταβάλει στον ανάδοχο τα ποσά του λογαριασμού, έστω και αν αυτά δεν οφείλονταν. Δεύτερον, σε περίπτωση μη νόμιμης έγκρισης του λογαριασμού, όπως και αν αυτή διαπιστωθεί, η άρνηση, η υποχρέωση άρνησης όχι μόνον ρητώς αλλά και “σιωπηρώς” της καταβολής των μη οφειλόμενων ποσών. Και τρίτον, η ανάκτηση, η υποχρέωση ανάκτησης των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών, “κατά τις κείμενες διατάξεις του εθνικού και κοινοτικού δικαίου”.

Είναι λοιπόν περισσότερο από σαφές ότι, κατά τα κριθέντα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, οι τασσόμενες “προϋποθέσεις”, για τη νόμιμη άρνηση πληρωμής ενός, ρητώς ή σιωπηρώς, εγκεκριμένου λογαριασμού, είναι η εξής μία: η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαπίστωση, απλώς και μόνο, της παρανομίας του λογαριασμού. Δεν τάσσεται καμία άλλη προϋπόθεση για την άρνηση πληρωμής ενός μη νόμιμου λογαριασμού και για την αντίκρουση της ασκούμενης αγωγής του αναδόχου. Το κρίσιμο δηλαδή είναι η, κατ’ ουσίαν, μη ύπαρξη οφειλής. Εάν διαπιστωθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι η έγκριση του λογαριασμού, ρητή ή σιωπηρή, είναι μη νόμιμη και ότι τα περιλαμβανόμενα σε αυτόν ποσά δεν οφείλονται στον ανάδοχο, η Διοίκηση δεν έχει ευχέρεια αλλά οφείλει να αρνηθεί την καταβολή τους στον ανάδοχο. Σύμφωνα δε με τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και τη μείζονα σύνθεση του Τμήματος η ευχέρεια την οποία έχει η Διοίκηση έγκειται μόνο στη δυνατότητά της να αρνηθεί, “ρητώς ή σιωπηρώς”, την καταβολή των μη οφειλόμενων ποσών του μη νόμιμου λογαριασμού. Είτε δηλαδή εκδίδοντας ρητή πράξη ανάκλησης της έγκρισης του λογαριασμού ή άρνησης πληρωμής του είτε μη καταβάλλοντας απλώς και μόνο τα μη οφειλόμενα ποσά.

Αντιθέτως, σύμφωνα με την απόφαση 1081/2020 το κρίσιμο για την άρνηση πληρωμής του λογαριασμού δεν είναι αν ο λογαριασμός είναι νόμιμος και ως εκ τούτου τα περιλαμβανόμενα σε αυτόν ποσά δεν οφείλονται στον ανάδοχο. Το Τμήμα αδιαφορεί εντελώς για τη νομιμότητα των λογαριασμών της εκδικασθείσης διαφοράς. Το αφήνει παγερά αδιάφορο το γεγονός ότι οι δύο αιτιολογικές βάσεις της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου, με τις οποίες αυτό δέχθηκε, κρίνοντας κατ’ ουσίαν τη διαφορά, ότι το Δημόσιο οφείλει τα ποσά των τόκων υπερημερίας, είναι αναμφιβόλως εσφαλμένες.

Θα ψέξει το Εφετείο όχι διότι έσφαλε διπλά στην αιτιολόγηση της κρίσης του ως προς την ύπαρξη οφειλής τόκων υπερημερίας, αλλά διότι έκρινε κατ’ ουσίαν τη διαφορά, εκδικάζοντας την αγωγή του αναδόχου, ένα ένδικο μέσο ουσίας! Και αυτό θα το κάνει κατ’ επίκληση μάλιστα των κριθέντων με την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, διότι δεν είχε προηγηθεί η ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού ή κάτι άλλο που “ισοδυναμεί” με ανάκληση, αγνοώντας ότι στην απόφαση της επταμελούς, την οποία παραθέτει, ρητώς αναφέρεται ότι η άρνηση πληρωμής του λογαριασμού μπορεί να είναι και σιωπηρή.

  1. Η δικαστική προστασία του αναδόχου

Και εδώ ανακύπτει το εύλογο και κρίσιμο ερώτημα: ποια είναι η δικαστική προστασία του αναδόχου στην περίπτωση που η Διοίκηση αρνείται σιωπηρά την πληρωμή ενός εγκεκριμένου λογαριασμού;

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΣΤ’ Τμήματος και δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει βλαπτική για τον ανάδοχο πράξη, αλλά μία ευνοϊκή για αυτόν έγκριση λογαριασμού, ο οποίος δεν εξοφλείται, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας του συνίσταται στην άσκηση αγωγής, όπως άλλωστε έπραξε και ο ανάδοχος στην υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η σχολιαζόμενη 1081/2020 απόφαση (ΣτΕ 2105/2014, 2735/2013, 2403/2012, 4427, 865/2011 κ.α.).

Και βέβαια το Δημόσιο μπορεί, προς αντίκρουση της αγωγής, να αντιτάξει το πρώτον με την έκθεση απόψεών του προς το Δικαστήριο, τους λόγους για τους οποίους αρνείται την πληρωμή του εγκεκριμένου λογαριασμού. Και τούτο διότι, όπως έχει εκτεθεί, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος, η διοίκηση έχει την ευχέρεια να αρνηθεί την πληρωμή του λογαριασμού, όχι μόνο ρητώς αλλά και σιωπηρώς. Και άρα, κατά αυτονόητη λογική ακολουθία, παραδεκτώς επικαλείται το πρώτον με την έκθεση απόψεων προς το Δικαστήριο, επ’ ευκαιρία της αγωγής του αναδόχου, τους λόγους, για τους οποίους αρνείται την πληρωμή του λογαριασμού.

Δεν υπάρχει συνεπώς κανένα έλλειμμα δικαστικής προστασίας του αναδόχου σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης εξόφλησης του λογαριασμού, ούτε βεβαίως κανένα απαράδεκτο επίκλησης το πρώτον, επ’ ευκαιρία της αγωγής του αναδόχου, των λόγων νομιμότητας, για τους οποίους η Διοίκηση έχει αρνηθεί σιωπηρώς την καταβολή των ποσών του λογαριασμού.

Και βέβαια το Δικαστήριο της ουσίας θα εξετάσει τη βασιμότητα των λόγων αυτών, όπως ακριβώς έπραξε το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την απόφασή του επί της αγωγής του αναδόχου.

  1. Συμπέρασμα

Συμπέρασμα: Όχι μόνο δεν συνάγονται όλα αυτά που επιχειρεί να συναγάγει το ΣΤ’ Τμήμα, με την 1081/2020 απόφασή του, από τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος, αλλά είναι πλήρως αντίθετα προς τα κριθέντα με τις αποφάσεις αυτές. Και τούτο διότι αγνοείται παντελώς ότι στις εν λόγω αποφάσεις ρητώς γίνεται δεκτό ότι η Διοίκηση μπορεί να αρνηθεί και “σιωπηρώς” την εξόφληση ενός μη νόμιμου λογαριασμού.

Η αγνόηση δε αυτή είναι τόσο εξόφθαλμη, ώστε να μην είναι υπερβολή να πούμε ότι δεν πρόκειται για μία εσφαλμένη, προδήλως εσφαλμένη, ερμηνεία, αλλά για “διόρθωση” της απόφασης της Ολομέλειας. Στην πενταμελή σύνθεση του Τμήματος φαίνεται ότι δεν αρέσει η απόφαση της Ολομέλειας και πολύ απλά τη διορθώνει. Και το παράδοξο δε είναι ότι το Τμήμα με τη σχολιαζόμενη απόφασή του δηλώνει πίστη στην απόφαση της επταμελούς του σύνθεσης, ταυτόχρονα όμως την παραβιάζει, παραβιάζοντας βέβαια και την υποχρέωσή του να ακολουθεί πιστά τις αποφάσεις της Ολομέλειας και της μείζονος σύνθεσής του, προκαλώντας, και αυτό είναι το χείρον, ανασφάλεια δικαίου. Και η χειρότερη βέβαια μορφή ανασφάλειας είναι αυτή που προκαλείται από τις αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων. Όταν η κύρια αποστολή τους είναι η εμπέδωση της ασφάλειας του δικαίου.

Β. Η υφέρπουσα αντίθεση

Όπως έχει εκτεθεί, το ΣΤ’ Τμήμα με τη σχολιαζόμενη απόφασή του 1081/2020 έκρινε, κατ’ουσίαν, ότι η σιωπηρή άρνηση πληρωμής του ρητώς εγκεκριμένου λογαριασμού δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, αναγκαία προϋπόθεση της άρνησης πληρωμής του είναι η προηγούμενη ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού. Άλλως, αν δηλαδή δεν έχει εκδοθεί ρητή πράξη ανάκλησης ή άλλη πράξη ισοδύναμου αποτελέσματος (που «ισοδυναμεί με ανάκληση») η μη εξόφληση του λογαριασμού κρίνεται μη νόμιμη, χωρίς, κατόπιν αυτού, να εξετάζονται από το διοικητικό εφετείο οι διατυπούμενοι, το πρώτον στην έκθεση απόψεων του Δημοσίου προς αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου, λόγοι νομιμότητας για τους οποίους αρνείται την πληρωμή. Συνεπώς, η Διοίκηση υποχρεούται σε πληρωμή του λογαριασμού ανεξαρτήτως των τυχόν πλημμελειών του, ανεξαρτήτως δηλαδή του εάν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος και τα ποσά που περιλαμβάνονται σε αυτόν, δεν οφείλονται στον ανάδοχο εν όλω ή εν μέρει.

Και την έννοια αυτή των διατάξεων το Τμήμα αποδίδει, με τη σχολιαζόμενη απόφασή του 1081/2020, στα «κριθέντα» με την απόφαση 251/2017 της επταμελούς σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος, δηλαδή στα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Όπως όμως έχει δειχθεί, η ερμηνεία αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη, δεδομένου ότι στις αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ και της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος ρητώς γίνεται δεκτό ότι η Διοίκηση επανερχόμενη διατηρεί την εξουσία  να αρνηθεί όχι μόνο ρητώς αλλά και «σιωπηρώς» την πληρωμή ενός μη νόμιμου λογαριασμού. Κατά αυτονόητη δε λογική ακολουθία, παραδεκτώς διατυπώνονται από το Δημόσιο το πρώτον στην έκθεση απόψεών του προς το εφετείο για την αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου, οι λόγοι νομιμότητας της άρνησης πληρωμής του λογαριασμού, οι οποίοι είναι ασφαλώς εξεταστέοι από το δικαστήριο της ουσίας. Και δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Τμήματος, το μέσο δικαστικής προστασίας κατά της σιωπηρής άρνησης πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού είναι η αγωγή και όχι η αίτηση ακύρωσης.

Και εδώ με την προφανή αυτή αντίθεση της απόφασης 1081/2020 προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ και της μείζονος σύνθεσης του ΣΤ’ Τμήματος, η υπόθεση κλείνει. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση, η πρόδηλη, δεν είναι η μόνη. Υπάρχει και άλλη αντίθεση προς τις εν λόγω αποφάσεις, η οποία δεν είναι εξόφθαλμη αλλά λανθάνουσα. Και είναι επίσης πολύ σοβαρή, αν όχι σοβαρότερη ως προς τις συνέπειές της. Ας δούμε λοιπόν ποια είναι η αντίθεση αυτή και σε ποια αδιέξοδα και σε ποιες αντιφάσεις οδηγεί η παραπάνω προφανώς εσφαλμένη ερμηνεία.

  1. Η σιωπή της απόφασης 1081/2020 και η ερμηνεία της 

Σύμφωνα με τη σχολιαζόμενη απόφαση, το διοικητικό εφετείο πρέπει να δεχθεί την αγωγή του αναδόχου, τη στρεφόμενη κατά της σιωπηρής άρνησης πληρωμής του εγκεκριμένου λογαριασμού και να υποχρεώσει το Δημόσιο να εξοφλήσει τον λογαριασμό, αδιαφόρως του αν αυτός είναι μη νόμιμος. Δοθέντος δε ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εξετάζει τη βασιμότητα των λόγων που επικαλείται το Δημόσιο στην έκθεση απόψεών του προς αντίκρουση της αγωγής, δεν υπάρχει δικαστική κρίση ως προς τη νομιμότητα της έγκρισης του λογαριασμού, την οποία η Διοίκηση αμφισβητεί, αρνούμενη σιωπηρώς την πληρωμή του. Εισάγεται δηλαδή, με την εσφαλμένη ερμηνεία περί της μη νόμιμης σιωπηρής άρνησης εξόφλησης του λογαριασμού, και ένα sui generis δικονομικό απαράδεκτο της αντίκρουσης από το Δημόσιο, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, της βασιμότητας της αγωγής του αναδόχου. Οι πλημμέλειες, οι παρανομίες του λογαριασμού δεν είναι αντιτάξιμες έναντι της αγωγής του αναδόχου, με την οποία αυτός επιδιώκει την πληρωμή του!

Ανακύπτει λοιπόν εν όψει αυτού το εξής ζήτημα: Στην περίπτωση της σιωπηρής άρνησης πληρωμής εγκεκριμένου λογαριασμού, η οποία, κατ’ αποδοχήν της αγωγής της αναδόχου, κρίνεται μη νόμιμη, για μόνο τον λόγο ότι είναι σιωπηρή και επιβάλλεται, με την απόφαση του διοικητικού εφετείου η υποχρέωση πληρωμής του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς του, η Διοίκηση μπορεί να επανέλθει; Και προβαίνοντας, με ρητή πλέον πράξη, στην ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού ως μη νόμιμης, να αναζητήσει τα, κατά τη Διοίκηση, μη οφειλόμενα ποσά του λογαριασμού, τα καταβληθέντα δυνάμει της απόφασης του διοικητικού εφετείου. Δεδομένου ότι δεν έχει, κατά τα προεκτεθέντα, κριθεί από το δικαστήριο της ουσίας η βασιμότητα των λόγων της άρνησης πληρωμής, δηλαδή η νομιμότητα της έγκρισης του λογαριασμού;

Η σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020 ως προς το ανωτέρω ζήτημα σιωπά. Καθώς, ερμηνεύοντας τα κριθέντα με την 251/2017 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, περιορίζει την κρίση της μόνο στη δυνατότητα άρνησης πληρωμής του λογαριασμού εάν η έγκρισή του είναι μη νόμιμη, τάσσοντας όμως, σε πλήρη αντίθεση προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ και της μείζονος σύνθεσης του Τμήματος, ως προϋπόθεση της νόμιμης άρνησης πληρωμής του, την προηγούμενη ρητή ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού. Παραλείπει λοιπόν να κρίνει το ζήτημα αν, στην περίπτωση αυτή, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία να προχωρήσει στην αναζήτηση των, κατόπιν της απόφασης του εφετείου, καταβληθέντων ποσών του λογαριασμού μετά την αποδοχή της αγωγής του αναδόχου, της στρεφόμενης κατά της σιωπηρής άρνησης πληρωμής του.

Η πενταμελής σύνθεση του Τμήματος αφήνει να πλανάται το ερώτημα τί ισχύει άραγε ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα, ύστερα από την ερμηνεία την οποία υιοθετεί. Αν και όφειλε να λάβει θέση και ως προς τούτο, δεδομένου ότι τα δύο αυτά ζητήματα τόσο της άρνησης πληρωμής, όσο και της αναζήτησης των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών, συνδέονται αρρήκτως. Και για τον λόγο αυτό αντιμετωπίζονται από κοινού με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος. Άρα, η σχολιαζόμενη απόφαση χρήζει ερμηνείας.

Όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια η σιωπή αυτή είναι αρκετά εύγλωττη. Διότι υπάρχει μεν μία πρώτη εύλογη ερμηνεία, ωστόσο αυτή δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι συμβατή με τη λογική της, προδήλως αντίθετης προς την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, κρίσης της απόφασης 1081/2020 περί της μη νόμιμης σιωπηρής άρνησης πληρωμής ενός εγκεκριμένου, πλην μη νόμιμου, λογαριασμού.

α. Η εύλογη, πλην μη συμβατή με τη λογική της απόφασης, εκδοχή

Μία πρώτη εύλογη ερμηνεία της σιωπής αυτής είναι ότι, αφού η απόφαση 1081/2020 περιορίζεται να κρίνει τη νομιμότητα της σιωπηρής άρνησης πληρωμής του λογαριασμού, κατά τα λοιπά, όσον αφορά δηλαδή την αναζήτηση των ποσών ενός μη νόμιμου, κατά τη Διοίκηση, λογαριασμού, τα οποία υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει στον ανάδοχο, κατόπιν αποδοχής της αγωγής του από το διοικητικό εφετείο, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση 1081/2020, η Διοίκηση βεβαίως επίσης διατηρεί, για την ταυτότητα του λόγου, την εξουσία να επανέλθει και, εκδίδοντας ρητή πράξη, να αναζητήσει τα καταβληθέντα, δυνάμει της απόφασης του εφετείου, στον ανάδοχο ποσά του μη νόμιμου λογαριασμού. Και τούτο διότι, όπως είπαμε, η νομιμότητα του λογαριασμού δεν κρίνεται από το εφετείο αφού, σύμφωνα με την απόφαση 1081/2020, δεν εξετάζεται από το δικαστήριο της ουσίας η βασιμότητα των προβληθέντων ενώπιόν του από το Δημόσιο ισχυρισμών για το παράνομο του λογαριασμού και άρα για το αβάσιμο της αγωγής του αναδόχου.

Η εκδοχή, όμως, αυτή, η οποία είναι η μόνη σύμφωνη με τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί συνεπής προς τη λογική της σχολιαζόμενης απόφασης για τους εξής λόγους.

Πρώτον, όταν οι αποφάσεις της Ολομέλειας και του μείζονος σχηματισμού του Τμήματος ρητώς αντιμετωπίζουν από κοινού τα απολύτως συναφή ζητήματα της άρνησης πληρωμής ενός μη νόμιμου λογαριασμού και της αναζήτησης των βάσει αυτού αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών, το γεγονός και μόνο ότι στην απόφαση 1081/2020 δεν ξεκαθαρίζεται ότι η Διοίκηση μπορεί να επανέλθει, σημαίνει εμμέσως ότι δεν της αναγνωρίζεται τέτοια δυνατότητα στην εξεταζόμενη περίπτωση.

Δεύτερον και το κυριότερο, αν, κατά την έννοια της απόφασης 1081/2020, η Διοίκηση θα μπορούσε μετά τη δημοσίευσή της να επανέλθει και να αναζητήσει με ρητή πλέον πράξη της τα, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, καταβληθέντα ποσά του μη νόμιμου, κατά το Δημόσιο, λογαριασμού, τότε η υιοθετηθείσα με την εν λόγω απόφαση ερμηνεία, κατά την οποία η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού είναι μη νόμιμη, ανεξαρτήτως του αν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι δεν είναι εξεταστέοι από το Εφετείο οι προς αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου λόγοι της άρνησης πληρωμής, δεν στερείται απλώς ουσίας, στερείται λογικού νοήματος.

Πράγματι, τί νόημα θα είχε αυτή η ερμηνεία, αν η Διοίκηση θα μπορούσε να επανέλθει; Μετά από έναν μακρόχρονο δικαστικό αγώνα ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα άρχιζε μια νέα σειρά δικών με αντικείμενο την πράξη, με την οποία η Διοίκηση θα επέβαλλε την επιστροφή των, κατόπιν της απόφασης του Εφετείου, καταβληθέντων ποσών του λογαριασμού που η Διοίκηση θεωρεί μη νόμιμο.

Ενώ η υπόθεση θα μπορούσε να κλείσει με κρίση επί της ουσίας της διαφοράς και στα δύο στάδια του δικαστικού αγώνα. Δηλαδή, με το διοικητικό εφετείο να προβαίνει στην εξέταση της βασιμότητας των ισχυρισμών  του Δημοσίου για την μη ύπαρξη οφειλής, όπως ορθώς, κατά τούτο, έπραξε εκ προκειμένω το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Και ακολούθως το ΣτΕ να εξετάζει την βασιμότητα των λόγων αναίρεσης του Δημοσίου κατά της εφετειακής απόφασης με την οποία έγινε, με εσφαλμένες στην περίπτωσή μας, αιτιολογικές σκέψεις, δεκτή η αγωγή της αναδόχου.

Βέβαια, το προέχον ζήτημα δεν είναι ότι, σύμφωνα με την υιοθετηθείσα ερμηνεία, δεν εξετάζονται οι λόγοι άρνησης πληρωμής του λογαριασμού, τους οποίους επικαλείται το πρώτον, με την έκθεση απόψεών του το Δημόσιο προς το διοικητικό εφετείο. Αυτό αποτελεί το επακόλουθο, την δευτερογενή συνέπεια της ερμηνείας από το Τμήμα ότι η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού είναι, καθ’ εαυτή, μη νόμιμη, για τον λόγο ότι δεν έχει προηγηθεί η ανάκληση της έγκρισης του λογαριασμού. Πρόκειται όπως έχει εκτεθεί, για μία ερμηνεία προδήλως αντίθετη προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, οι οποίες ρητώς δέχονται ότι η Διοίκηση έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί και «σιωπηρώς» την πληρωμή ενός εγκεκριμένου πλην μη νόμιμου λογαριασμού. Αυτή η ερμηνεία περί της μη νόμιμης σιωπηρής άρνησης πληρωμής του είναι το ριζικό πρόβλημα.

β. Η πλέον, αν όχι η μόνη υποστηρίξιμη εκδοχή και η αντίθεσή της προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος 

Επομένως, εν όψει αυτών, η πλέον υποστηρίξιμη εκδοχή, η συνεπής προς την εσφαλμένη ερμηνεία την οποία υιοθετεί το Τμήμα με την απόφαση 1081/2020, δεν μπορεί παρά να είναι ότι η Διοίκηση δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να επανέλθει υπό τα ανωτέρω δεδομένα. Δηλαδή, μετά την αποδοχή της αγωγής του αναδόχου από το Διοικητικό Εφετείο και την απόρριψη της αναίρεσης του Δημοσίου κατά της εφετειακής απόφασης, για τον λόγο ότι η σιωπηρή άρνηση πληρωμής του λογαριασμού, χωρίς να έχει προηγηθεί η ανάκληση της έγκρισής του, είναι μη νόμιμη. Με συνέπεια, να μην εξετασθούν από το ΣΤ’ Τμήμα του ΣτΕ, ύστερα από την υποκατάσταση των εσφαλμένων αιτιολογικών βάσεων της απόφασης του Εφετείου ως αλυσιτελώς προσβαλλόμενοι, οι λόγοι αναίρεσης του Δημοσίου κατά της κρίσης του Διοικητικού Εφετείου για την μη ύπαρξη, κατ’ ουσίαν, οφειλής τόκων υπερημερίας.

Η εκδοχή όμως αυτή, υφέρπουσα λόγω της σιωπής της σχολιαζόμενης απόφασης στο κρίσιμο αυτό ζήτημα, αλλά μόνη συμβατή λογικά με τη δοθείσα με αυτήν ερμηνεία, είναι επίσης εσφαλμένη. Ως πλήρως αντίθετη όχι μόνο προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και τη μείζονα σύνθεση του Τμήματος, αλλά και προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και όπως θα δούμε, η δεύτερη αυτή πλάνη είναι, ως προς τις συνέπειές της, χείρων της πρώτης, από την εξεταζόμενη στη συνέχεια άποψη.

Σύμφωνα λοιπόν με τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ και την επταμελή σύνθεση του Τμήματος, εάν διαπιστωθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι ένας εγκεκριμένος, ρητώς ή σιωπηρώς, λογαριασμός είναι μη νόμιμος, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία να επανέλθει και να αρνηθεί, «ρητώς ή σιωπηρώς», την πληρωμή του. Εάν δε έχουν καταβληθεί τα ποσά του μη νόμιμου λογαριασμού, η Διοίκηση τα αναζητεί, οφείλει να τα αναζητήσει, κατά τις κείμενες, σύμφωνα με την Ολομέλεια, διατάξεις του εθνικού και κοινοτικού δικαίου. Όπως δε πολύ ορθά έκρινε η επταμελής σύνθεση του Τμήματος, εξειδικεύοντας την κρίση της Ολομέλειας, η ανάκτηση των εν λόγω ποσών, με την αφαίρεσή τους από επόμενο λογαριασμό, αποκλείεται εάν έχει συμπληρωθεί ο προβλεπόμενος από τις ισχύουσες διατάξεις χρόνος παραγραφής της αξίωσης του κυρίου του έργου για την επιστροφή των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών.

Κατά την δοθείσα με τη σχολιαζόμενη απόφαση ερμηνεία, η σιωπηρή άρνηση, πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί η ρητή ανάκληση της έγκρισής του, είναι μη νόμιμη και η Διοίκηση υποχρεούται, κατ’ αποδοχή της αγωγής του αναδόχου να καταβάλει τα ποσά του λογαριασμού, χωρίς να εξετάζονται από το διοικητικό εφετείο οι προβαλλόμενοι, προς αντίκρουση της αγωγής, λόγοι που αφορούν τις πλημμέλειες του λογαριασμού, για τους οποίους η Διοίκηση έχει αρνηθεί σιωπηρώς, και βέβαια νομίμως, σύμφωνα με τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ, την πληρωμή του.  Κατά συνέπεια, εάν η Διοίκηση δεν μπορεί, στην περίπτωση αυτή να επανέλθει και, ανακαλώντας μετά ταύτα, με ρητή πράξη την έγκριση του λογαριασμού, να επιβάλει την επιστροφή των βάσει αυτού και κατόπιν της απόφασης του εφετείου, καταβληθέντων ποσών, τότε η ερμηνεία αυτή έχει ως αποτέλεσμα η, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, υποχρέωση του Δημοσίου για πληρωμή του λογαριασμού να καθίσταται οριστική και αμετάκλητη, έστω και αν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος.

Η ερμηνεία όμως αυτή είναι προφανώς πλήρως αντίθετη με τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και την μείζονα σύνθεση του Τμήματος, αφού έχει ως συνέπεια όχι μόνο να υποχρεώνεται με δικαστική απόφαση, η Διοίκηση να καταβάλει στον ανάδοχο ποσά, βάσει λογαριασμού του οποίου έχει νομίμως, σύμφωνα με τις αποφάσεις των εν λόγω μειζόνων σχηματισμών, αρνηθεί σιωπηρώς την πληρωμή, αν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος όπως υποστηρίζει η Διοίκηση. Αλλά επιπλέον, και αυτό είναι πλέον κρίσιμο, έχει ως αυτόθροη συνέπεια, να αποκλείεται η ανάκτησή τους, έστω και αν αυτά έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, εφ’ όσον ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος.

Και το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγεί η εσφαλμένη αυτή άποψη είναι ανάγλυφο από την αντιπαραβολή της περίπτωσης της σιωπηρής άρνησης πληρωμής ενός μη νόμιμου λογαριασμού, με την περίπτωση πληρωμής του από τη Διοίκηση. Αν λοιπόν η Διοίκηση έχει προχωρήσει στην πληρωμή ενός εγκεκριμένου λογαριασμού και διαπιστωθεί ότι αυτός είναι μη νόμιμος, τότε, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Ολομέλειας και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, η Διοίκηση «διατηρεί την εξουσία» να επανέλθει και να αναζητήσει τα βάσει αυτού καταβληθέντα ποσά μέσα στην προθεσμία παραγραφής της σχετικής αξίωσής της.  Αν αντιθέτως έχει σιωπηρώς αρνηθεί την πληρωμή του για λόγους νομιμότητας και υποχρεωθεί κατ’ αποδοχήν της αγωγής του αναδόχου, σύμφωνα με την σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020, να πληρώσει τον μη νόμιμο λογαριασμό, δεν μπορεί πλέον να επανέλθει και να αναζητήσει τα βάσει αυτού καταβληθέντα ποσά, τα οποία δεν οφείλονται αν ο λογαριασμός είναι, όπως υποστηρίζει η Διοίκηση, μη νόμιμος.

Αν δηλαδή η Διοίκηση εξοφλήσει αυτοβούλως έναν μη νόμιμο λογαριασμό, διατηρεί την εξουσία επανερχόμενη να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα. Ενώ, αν υποχρεωθεί από το δικαστήριο, με βάση την σχολιαζόμενη εσφαλμένη νομολογία, να καταβάλει κατ’ αποδοχήν της αγωγής του αναδόχου, τα ποσά του ίδιου μη νόμιμου λογαριασμού, τότε δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να ανακτήσει τα καταβληθέντα, αν και μη οφειλόμενα ποσά. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει το Δημόσιο, διότι ακολούθησε την απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου! Ιδού λοιπόν σε ποια παράδοξα καταλήγουν οι εσφαλμένες ερμηνείες.

Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Καμία ερμηνεία και καμία νομική κατασκευή, όσο ευφάνταστη και αν είναι, δεν μπορεί να αποκλείσει την ανάκτηση των καταβληθέντων στον ανάδοχο ποσών, βάσει ενός μη νόμιμου λογαριασμού. Η ανάκτηση αποκλείεται μόνον εάν η αξίωση του κυρίου του έργου για την επιστροφή των μη οφειλόμενων ποσών έχει υποκύψει στην προβλεπόμενη από τις διατάξεις του εθνικού και του ενωσιακού δικαίου παραγραφή.

Συνεπώς και με την υιοθετούμενη από τη σχολιαζόμενη απόφαση και αντίθετη προς την νομολογία της Ολομέλειας του Δικαστηρίου ερμηνεία, κατά την οποία δεν είναι νόμιμη η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου, πλην μη νόμιμου, κατά τη Διοίκηση λογαριασμού, χωρίς δηλαδή να έχει προηγηθεί η ανάκληση της έγκρισής του, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, με την επιφύλαξη βέβαια της παραγραφής της σχετικής αξίωσης του Δημοσίου, η ανάκτηση των καταβληθέντων ποσών του λογαριασμού αυτού. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την εν λόγω ερμηνεία, οι λόγοι νομιμότητας για τους οποίους η Διοίκηση έχει αρνηθεί σιωπηρώς την πληρωμή του και τους οποίους επικαλείται προς αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου, δεν εξετάζονται από το διοικητικό εφετείο.

Ζήτημα λοιπόν μη ανάκτησης των καταβληθέντων στον ανάδοχο ποσών ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, τον οποίο η Διοίκηση θεωρεί μη νόμιμο, δεν τίθεται όχι όταν υπάρχει μία οποιαδήποτε δικαστική κρίση περί υποχρέωσης καταβολής των ποσών εγκεκριμένου λογαριασμού, ανεξαρτήτως του αν αυτός είναι μη νόμιμος, όπως συμβαίνει με την εσφαλμένη ερμηνεία την οποία δέχεται η σχολιαζόμενη απόφαση αλλά μόνον αν υπάρχει δεδικασμένο ως προς τη νομιμότητα του λογαριασμού, δηλαδή δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη κατ΄ουσίαν οφειλής των περιλαμβανομένων σε αυτόν ποσών. Και βεβαίως αποκλείεται η ανάκτηση, αν η αξίωση του κυρίου του έργου, για επιστροφή των μη οφειλόμενων ποσών, έχει παραγραφεί.

γ. Συμπέρασμα 

Η αντίθεση λοιπόν της ερμηνείας αυτής προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ και την μείζονα σύνθεση του Τμήματος είναι διπλή. Αφ’ ενός μεν διότι θεωρείται μη νόμιμη η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, όταν ρητώς προβλέπεται στις αποφάσεις τους, η δυνατότητα και σιωπηρής άρνησης πληρωμής του λογαριασμού εφ’ όσον αυτός είναι μη νόμιμος. Αφ’ ετέρου δε διότι αποκλείεται, εν πάση περιπτώσει, η ανάκτηση των υπό τα ανωτέρω δεδομένα καταβληθέντων ποσών ενός μη νόμιμου λογαριασμού. Η δεύτερη αυτή παραβίαση υπάρχει, αν ισχύει η, καθ’ ερμηνεία της σιωπής της σχολιαζόμενης απόφασης, συναγόμενη εκδοχή αυτή. Αν δεν ισχύει τότε, όπως είπαμε, η υιοθετούμενη με την εν λόγω απόφαση ερμηνεία, η προδήλως αντίθετη προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ κα την επταμελή σύνθεση του Τμήματος, στερείται και νοήματος, αφού η Διοίκηση μπορεί να επανέλθει και να αναζητήσει, με ρητή πράξη της, τα καταβληθέντα αν και μη οφειλόμενα στον ανάδοχο ποσά.

  1. Η «αναβίωση» της ανατραπείσης από την Ολομέλεια του ΣτΕ νομολογίας;

Σύμφωνα με τη σχολιαζόμενη απόφαση 1081/2020, η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού είναι μη νόμιμη και η Διοίκηση υποχρεούται, κατ’ αποδοχήν της αγωγής του αναδόχου, να καταβάλει σε αυτόν τα ποσά του λογαριασμού, αδιαφόρως του αν αυτός είναι μη νόμιμος. Αποκλείεται δε μετά ταύτα, κατά τη συναγόμενη εκδοχή, η επάνοδος της Διοίκησης και συνεπώς στην περίπτωση αυτή, η υποχρέωση πληρωμής του λογαριασμού είναι οριστική και αμετάκλητη. Ανεξαρτήτως δηλαδή των τυχόν πλημμελειών του λογαριασμού, η νομιμότητα του οποίου δεν κρίνεται από το διοικητικό εφετείο, κατά την εκδίκαση της αγωγής του αναδόχου, αφού δεν εξετάζονται οι προς αντίκρουση της βασιμότητάς της ισχυρισμοί του κυρίου του έργου.

Οριστική λοιπόν και αμετάκλητη υποχρέωση πληρωμής του εγκεκριμένου λογαριασμού, έστω και αν αυτός είναι μη νόμιμος και τα ποσά του δεν οφείλονται στον ανάδοχο. Με συνέπεια να αποκλείεται η ανάκτηση των μη οφειλόμενων ποσών του λογαριασμού, του οποίου η διοίκηση έχει σιωπηρώς αρνηθεί την πληρωμή ως μη νόμιμη.

Τί μας θυμίζει άραγε η ερμηνεία αυτή, με τη διπλή αντίθεση, την πρόδηλη και την λανθάνουσα, προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και την επταμελή σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος; Παραπέμπει ακριβώς στην παλαιά νομολογία την οποία ανέτρεψε η Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφασή της 2494/2013! Μπορεί να μην χρησιμοποιείται η διατύπωση της παλαιάς νομολογίας αλλά υιοθετείται η λογική της, η οποία αποδοκιμάσθηκε από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου και την μείζονα σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος.

Και ποια είναι αυτή η εσφαλμένη λογική; Το Δημόσιο υποχρεούται να πληρώσει οριστικά και αμετάκλητα τους εγκεκριμένους λογαριασμούς, ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών τους, έστω δηλαδή και αν είναι μη νόμιμοι και ως εκ τούτου τα ποσά που περιλαμβάνουν δεν οφείλονται στον ανάδοχο. Στην παλαιά, την ανατραπείσα από την Ολομέλεια του ΣτΕ νομολογία, διότι παρήλθε άπρακτη η τασσόμενη στη διευθύνουσα υπηρεσία προθεσμία ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, χωρίς να παρέχεται πλέον κάποια δυνατότητα επανόδου στη Διοίκηση. Στη νέα σχολιαζόμενη νομολογία, την πλήρως αντίθετη, όπως είδαμε, προς τις αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ και της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος, διότι η Διοίκηση αρνείται σιωπηρώς την πληρωμή του λογαριασμού, εκδηλώνοντας το πρώτον ρητώς την άρνηση αυτή με την έκθεση απόψεών της προς το δικαστήριο, σε αντίκρουση της αγωγής του αναδόχου.

Πρόκειται στην ουσία για την ίδια,  mutatis mutandis, λογική σε ένα μεταγενέστερο στάδιο. Δεν έχει καμία σημασία αν ο λογαριασμός είναι μη νόμιμος και άρα τα ποσά του δεν οφείλονται για οποιονδήποτε λόγο, στον ανάδοχο. Το Δημόσιο υποχρεούται να τα καταβάλει, χωρίς να έχει καμία δυνατότητα επανόδου και αναζήτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

Όπως δε θα δούμε στη συνέχεια η νομολογία αυτή είναι διπλά αντίθετη και προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Η διπλή αντίθεση προ το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η σχολιαζόμενη νομολογία, υπό την εκδοχή ότι όχι μόνο θεωρείται μη νόμιμη η σιωπηρή άρνηση πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, όπως ρητώς γίνεται δεκτό στην απόφαση 1081/2020, αλλά αποκλείεται και η επάνοδος της Διοίκησης και η ανάκτηση των καταβληθέντων, κατόπιν της αποδοχής της αγωγής του αναδόχου, ποσών του εν λόγω λογαριασμού, έστω και αν αυτός είναι μη νόμιμος, όπως υποστηρίζει η Διοίκηση, αντιβαίνει και στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και η αντίθεση είναι διπλή. Αφενός μεν αντιβαίνει στους Κανονισμούς 4253/88 και 2988/95, οι οποίοι επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ανακτούν τα αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντα ποσά, όπως είναι εκείνα τα οποία έχουν καταβληθεί βάσει μη νόμιμων λογαριασμών. Αφετέρου δε προσκρούει στις διατάξεις του πρωτογενούς και του παράγωγου ενωσιακού δικαίου, που απαγορεύουν τις μη νόμιμες κρατικές ενισχύσεις.

Α.  Η αναίρεση της επιβαλλόμενης από το ενωσιακό δίκαιο υποχρέωσης για την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων ποσών. 

Με τις διατάξεις των Κανονισμών 4253/88 και 2988/95 επιβάλλεται στα κράτη μέλη η υποχρέωση να ανακτούν τα αχρεωστήτως ή παρανόμως, σε βάρος του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καταβληθέντα χρηματικά ποσά, δηλαδή ποσά προερχόμενα από πόρους της Ένωσης. Μία υποχρέωση, η οποία άλλωστε συνιστά αυτονόητη εκδήλωση της αρχής της νομιμότητας, συνεπώς του κράτους δικαίου.

Όπως δε έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «κάθε άσκηση, από το οικείο κράτος μέλος, διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τη σκοπιμότητα της αναζητήσεως κοινοτικών πόρων που χορηγήθηκαν αχρεωστήτως ή αντικανονικώς θα ήταν ασύμβατη με την υποχρέωση ανακτήσεως των πόρων που καταβάλλονται αχρεωστήτως ή αντικανονικώς την οποία το άρθρο 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 επιβάλλει στις εθνικές διοικητικές αρχές…» (βλ. την απόφαση της 21 Δεκεμβρίου 2011, C-465/10, Ministre de l’Interieur κατά Chambre de commerce et d’ Industrie de l’Indre, σκέψη 34). Ακολούθως, δε το ΔΕΕ στην ίδια απόφαση έκρινε ότι «Εντεύθεν συνάγεται ότι το άρθρο 23 παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88 δημιουργεί υποχρέωση για τα κράτη μέλη, χωρίς να είναι αναγκαίο να προβλέπεται σχετική εξουσία από το εθνικό δίκαιο, να ανακτούν τα απολεσθέντα λόγω καταχρήσεως ή παραλείψεως κονδύλια» (βλ. σκέψη 35 της προαναφερόμενης απόφασης).

Σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 3 παρ. 1 του Κανονισμού 2988/95 «Η προθεσμία παραγραφής της διώξεως είναι τετραετής από τη διάπραξη της παρατυπίας που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφος . Ωστόσο, οι τομεακοί κανόνες μπορούν να προβλέπουν μικρότερη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών ετών. Για τις διαρκείς ή επαναλαμβανόμενες παρατυπίες, η παραγραφή τρέχει από την ημέρα που έπαυσε η παρατυπία. Για τα πολυετή προγράμματα η προθεσμία παραγραφής συνεχίζεται σε κάθε περίπτωση ως την τελική ολοκλήρωση του προγράμματος…». Ενώ, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 3, τα κράτη μέλη «διατηρούν την ευχέρεια εφαρμογής προθεσμίας μεγαλύτερης» από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1.

Ο έλληνας νομοθέτης με το Ν 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού», στο μεν άρθρο 102 επέβαλλε την αναζήτηση από το Δημόσιο των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών χρηματοδοτήσεων ή ενισχύσεων ή επιδοτήσεων στα πλαίσια κοινοτικών πολιτικών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο δε άρθρο 103 όριζε ότι η αναζήτηση των χρηματικών αυτών ποσών υπόκειται σε παραγραφή μετά την παρέλευση πενταετίας «από την ημερομηνία διαπίστωσης της αχρεώστητης ή παράνομης είσπραξης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου». Ήδη δε με το Ν 4720/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ)-δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις», στο μεν άρθρο 121, με τίτλο «Αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων», ορίζεται ότι «Χρηματοδοτήσεις, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς που καταβάλλονται στα πλαίσια πολιτικών της Ένωσης από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναζητούνται από το Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως…», στο δε άρθρο 122, με τίτλο «Παραγραφή απαιτήσεων του Δημοσίου» προβλέπεται ότι «Η αναζήτηση των χρηματικών ποσών του προηγούμενου άρθρου υπόκειται σε παραγραφή εντός [sic] πενταετίας από την ημερομηνία διαπίστωσης της αχρεώστητης ή παράνομης είσπραξης εκτός αν προβλέπεται μεγαλύτερη παραγραφή από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[3]. Η παραγραφή για την είσπραξη των καταλογισθέντων ποσών του προηγούμενου εδαφίου είναι εικοσαετής, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Εν όψει συνεπώς των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, μία ερμηνεία η οποία αποκλείει την επάνοδο της Διοίκησης σε περίπτωση αποδοχής, σύμφωνα με τη σχολιαζόμενη νομολογία, της αγωγής του αναδόχου, κατά της σιωπηρής άρνησης πληρωμής ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, χωρίς να εξετάζεται αν αυτός είναι μη νόμιμος όπως υποστηρίζει το Δημόσιο, έχει ως συνέπεια η υποχρέωση καταβολής των ποσών ενός μη νόμιμου λογαριασμού να είναι οριστική και αμετάκλητη. Μία τέτοια όμως ερμηνεία, πλήρως αντίθετη προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του ΣτΕ και την μείζονα σύνθεση του ΣΤ’ Τμήματος, αντιβαίνει και προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και τούτο διότι η ερμηνεία αυτή έχει ως συνέπεια την αναίρεση της επιβαλλόμενης, από τους προαναφερόμενους Κανονισμούς στα κράτη μέλη, υποχρέωσης να ανακτούν τα αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντα ποσά, εντός της προθεσμίας παραγραφής που ορίζει ο Κανονισμός 2988/95, ή της τυχόν μακρότερης που έχει ορίσει ο εθνικός νομοθέτης. Και βεβαίως το αυτονόητο, τα κράτη μέλη να μην θεσπίζουν ρυθμίσεις ή τα δικαστήριά τους να μην προβαίνουν σε ερμηνεία των διατάξεων, η οποία αποκλείει την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών δημόσιου χρήματος.

Β. Η παράνομη κρατική ενίσχυση

Μία ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία επιβάλλεται από το δικαστήριο η οριστική και αμετάκλητη υποχρέωση καταβολής των ποσών ενός εγκεκριμένου λογαριασμού, αδιαφόρως του αν αυτός είναι μη νόμιμος, όπως υποστηρίζει η Διοίκηση χωρίς όμως οι ισχυρισμοί της να εξετάζονται από το Εφετείο, αντιβαίνει και προς τις διατάξεις του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου, οι οποίες απαγορεύουν τις παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Η μη ανάκτηση δε  των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών αποτελεί ένα είδος μη νόμιμης κρατικής ενίσχυσης.

Γ. Η υποχρέωση αποστολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η διπλή αυτή αντίθεση προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναμφίβολη. Εάν, παρά ταύτα, ένα δικαστήριο θεωρεί ότι μία τέτοια ερμηνεία, η οποία έχει ως συνέπεια να αποκλείεται η ανάκτηση των τυχόν αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων στον ανάδοχο ποσών, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των Κανονισμών 4253/88 και 2988/95, οφείλει, κατά μείζονα δε λόγο αν είναι ανώτατο δικαστήριο, να απευθύνει προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ για το ζήτημα της έννοιας των ανωτέρω διατάξεων των Κανονισμών 4253/88 και 2988/95. Και τούτο διότι δεν μπορεί βεβαίως να θεωρηθεί ότι η άποψη αυτή για την έννοια των εν λόγω διατάξεων του δικαίου της Ένωσης παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία.

Όπως είναι γνωστό, ένα ανώτατο δικαστήριο, μη διατυπώνοντας, σε μία τέτοια περίπτωση, προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, παραλείπει υποχρέωσή του επιβαλλόμενη από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο, της ΣΛΕΕ. Και δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι παράβαση κράτους μέλους μπορεί, κατ’ αρχήν, να αναγνωρισθεί δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, όποιο και αν είναι το όργανο του κράτους αυτού, του οποίου η πράξη ή παράλειψη προκάλεσε την παράβαση, έστω και αν πρόκειται για συνταγματικώς ανεξάρτητο όργανο (ΔΕΕ, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2018, Επιτροπή κατά Γαλλίας, C-416/17, σκ. 105 και επόμενες).

  1. Επίλογος: άμεση αναθεώρηση της εσφαλμένης νομολογίας

Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, η σχολιαζόμενη νομολογία είναι, χωρίς αμφιβολία, πολλαπλώς εσφαλμένη. Επιβάλλεται συνεπώς η άμεση αναθεώρησή της. Αυτά που διακυβεύονται είναι πολύ σοβαρά και δεν δικαιολογείται καμία καθυστέρηση. Είναι ο σεβασμός της αρχής της νομιμότητας και βέβαια η προστασία του δημόσιου χρήματος. Και δεν είναι τα μόνα.

Είμαι βέβαιος ή πάντως θέλω να πιστεύω ότι το αρμόδιο Τμήμα θα κατανοήσει την επείγουσα ανάγκη αναθεώρησης της νομολογίας. Αν όμως το ΣΤ’ Τμήμα αδρανήσει και εξακολουθήσει να εμμένει στην επίμαχη νομολογία, τότε η ευθύνη για την αναθεώρησή της μεταφέρεται στον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Ο οποίος έχει την αρμοδιότητα για την απ’ευθείας εισαγωγή υπόθεσης, με τα επίμαχα κρίσιμα ζητήματα, στην Ολομέλεια του ΣτΕ, λόγω σπουδαιότητας.

Και η σπουδαιότητα των ζητημάτων αυτών είναι προφανής. Γιατί δεν πρόκειται απλώς για μία εσφαλμένη ερμηνεία κάποιων διατάξεων από ένα Τμήμα του Δικαστηρίου. Η σχολιαζόμενη  νομολογία αντιβαίνει προς τα κριθέντα από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Γεγονός που δε συνιστά μόνο παραβίαση της αυτονόητης νομικής υποχρέωσης των Τμημάτων να ακολουθούν πιστά τις αποφάσεις της Ολομέλειας, έως ότου η ίδια η Ολομέλεια προχωρήσει στην αναθεώρηση της νομολογίας της. Αποτελεί και πλήγμα στην ασφάλεια του δικαίου, η εμπέδωση της οποίας είναι η βασική αποστολή των ανωτάτων δικαστηρίων και προεχόντως των Ολομελειών τους.

Πέραν όμως αυτών, η επίμαχη νομολογία η οποία έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η ανάκτηση των, βάσει μη νόμιμων λογαριασμών, αχρεωστήτως καταβληθέντων στον ανάδοχο ποσών, συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίαση και μάλιστα διπλή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρώτον παραβιάζονται οι διατάξεις των Κανονισμών 4253/88 και 2988/95 οι οποίοι επιβάλλουν στα κράτη  μέλη την υποχρέωση να ανακτούν τα αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντα ποσά. Και δεύτερον παραβιάζονται οι διατάξεις του πρωτογενούς και παράγωγου ενωσιακού δικαίου που απαγορεύουν τις μη νόμιμες κρατικές ενισχύσεις.

Και δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ένα ανώτατο Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να αγνοεί ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητας για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, μεταξύ των παραβιάσεων του κράτους δικαίου ρητώς περιλαμβάνονται και οι παραβιάσεις που αφορούν την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων κεφαλαίων (άρθρο 4 παρ. 2, περ. στ).

Και η διπλή αυτή παραβίαση των κανόνων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σαφής και αναμφίβολη, για να μην πούμε πρόδηλη. Αν, πάντως το Δικαστήριο, παρά ταύτα, διατηρεί αμφιβολίες για το εάν η επίμαχη νομολογία αντιβαίνει στους ανωτέρω κανόνες του ενωσιακού δικαίου, τότε οφείλει να διατυπώσει σχετικό προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωση. Άλλως παραλείπει υποχρέωσή του επιβαλλόμενη από το άρθρο 267, τρίτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι και το κύρος του Συμβουλίου της Επικρατείας που διακυβεύεται με τη διατήρηση της νομολογίας αυτής. Το Δικαστήριο οφείλει συνεπώς να προχωρήσει αμελλητί στην αναθεώρησή της.

 

 

[1] Η σκέψη παρατίθεται όπως διατυπώνεται στην απόφαση του ΑΕΔ

[2] Την απόφαση αυτή θα ακολουθήσουν και οι αποφάσεις 2213 και 2645/2020 του ΣΤ’ Τμήματος, ώστε να μπορούμε πλέον να μιλάμε για μία διαμορφωμένη νομολογία.

[3] Η αναζήτηση είναι δυνατή εντός πενταετίας, ενώ “υπόκειται σε παραγραφή” η αξίωση αναζήτησης μετά την παρέλευση, και όχι “εντός” κατά την εσφαλμένη διατύπωση της διάταξης, πενταετίας.

Η ΝΔ και το Σύνταγμα του 1975

Κριτσίκης Αλέξανδρος, Δικηγόρος, ΔΝ, Μ.Ε Πάντειον Πανεπιστήμιο & ΔΠΘ

Η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία καθιερώθηκε με ευρύτατες πολιτικές συναινέσεις. H δημοκρατία που συγκροτήθηκε το 1974 ήταν αφενός πιο ουσιαστική από τη μετεμφυλιακή, αλλά χαρακτηρίστηκε τη συντεταγμένη παράδοση της εξουσίας από τη δικτατορία στους αστούς πολιτικούς με εμφανή  συντηρητικά χαρακτηριστικά, όπως της περιορισμένης αποχουντοποίησης, ειδικά στο στράτευμα και στα σώματα ασφαλείας[2]. Το Σύνταγμα του 1975 και οι αναθεωρήσεις του συντέλεσαν στη σταθεροποίηση του κοινωνικού συστήματος και στην παγίωση των χαρακτηριστικών της αστικής δημοκρατίας. Παρά τις αναθεωρήσεις, που υπέστη, το Σύνταγμα του 1975 παραμένει μέχρι σήμερα σε ισχύ συνιστώντας τη βάση των συνταγματικών και πολιτικών θεσμών της σύγχρονης Ελλάδας[3].

Κρίθηκε ως ο καρπός ενός αντιφατικού κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού δυνάμεων της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, κατά την οποία η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ν.Δ. συμβίωσε πολιτικά με την αριστερόστροφη ριζοσπαστικοποίηση. Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις απομακρύνθηκαν από τη μετεμφυλιακή πολιτική κληρονομιά, προκειμένου να μην αμφισβητηθούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής από μια επαναστατική διαδικασία αντίστοιχης της Πορτογαλίας, ενώ τα κοινοβουλευτικά κόμματα της «αριστεράς» αμφισβήτησαν, ιδιαίτερα, τα χαρακτηριστικά της μετεμφυλιακής δομής της εξουσίας (πχ τον αντικομουνισμό κλπ.), χωρίς, ουδέποτε, να εστιάσουν το βάρος της κριτικής τους στην αστική εξουσία και τον κοινοβουλευτισμό[4].

Το Σύνταγμα του 1975 αποτέλεσε ιστορικά, λοιπόν, το προϊόν συμβιβασμού και του αντιφατικού κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων της μεταπολιτευτικής περιόδου, το οποίο χρωμάτισαν οι κυριαρχούμενες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, αλλά το τελικό αποτύπωμα χαράχτηκε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ, όπου κυριάρχησε η ηγεμονική παρουσία του Κων/νου Καραμανλή σε ένα άκρως «ριζοσπαστικοποιημένο και αριστερόστροφο περιβάλλον», που αντιλήφθηκε έγκαιρα ότι «όλα έπρεπε να αλλάξουν για να παραμείνουν όπως ήταν», καθώς η ρήξη με το παρελθόν του «εμφυλιοπολεμικού συνταγματισμού» του παρελθόντος κρίθηκε αναγκαία, για να εξασφαλιστεί η συνέχεια της ελληνικής κοινωνίας[5]. Ενδεικτική αυτού του πολιτικού κλίματος η δήλωση του Κων/νου Καραμανλή, πως «έκανα το Σύνταγμά μου ύστερα από μια δικτατορία, που ήταν φυσικό ο ελληνικός λαός να ζητεί περισσότερες ελευθερίες»[6].

Οι βασικές θέσεις του, όπως τις εμπνεύσθηκε και υλοποίησε ο Κων/νος Καραμανλής, δικαιώθηκαν ως προς το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα, που  διαμόρφωσαν, αλλά και ως προς τους θεσμούς, που εισήγαγαν. Πάνω σε αυτές τις βάσεις οικοδομήθηκαν και οι επόμενες αναθεωρήσεις. Για το Σύνταγμα του 1975, χαρακτηριστικά αναφέρθηκε, πως δεν είναι μόνον η «ιστορική του καταξίωση αλλά και η θεσμική του καταξίωση», μολονότι εκφράστηκαν έντονες αντιρρήσεις κατά την συζήτηση του με ένα μεγάλο μέρος του Κοινοβουλίου να αποχωρεί από τη ψήφιση του[7]. Η μακρόχρονη, άλλωστε, παραμονή του Κων/νου Καραμανλή κατά την περίοδο της αυτοεξορίας του στο Παρίσι προ του 1974 του έδωσε τη δυνατότητα να μελετήσει από κοντά το Σύνταγμα της Γαλλικής Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την γνώση της ιδιαιτερότητας της ελληνικής πραγματικότητας, που είχε αποκτήσει λόγω της μακράς κοινοβουλευτικής και υπουργικής εμπειρίας του, λειτούργησαν θεσμικά και πολιτικά ως «εγγύηση» αναφορικά με τη θέσπιση του νέου Συντάγματος[8].

Το Συνταγματικό αυτό κείμενο αποτύπωσε το θεσμικό και πολιτικό «πνεύμα» του Κων/νου Καραμανλή, ιδιαίτερα, μέσα από τις διατάξεις του ως προς τον ουσιαστικό και όχι «διακοσμητικό» ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και ως προς τις ρυθμίσεις του για τα θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα, που κατοχύρωσαν ένα «στιβαρό»  Κοινωνικό  Κράτος Δικαίου σύμφωνα, άλλωστε, με τη επιταγή της επιγραμματικής διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος[9].   Φιλοδοξία του ιδρυτή της ΝΔ αποτέλεσε η υιοθέτηση ενός Συντάγματος με σκοπό την κατοχύρωση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, που θα έδινε τη δυνατότητα στην εκτελεστική εξουσία να προωθήσει χωρίς προσκόμματα την αναπτυξιακή πορεία της χώρας σε συνάρτηση, βέβαια, με την εκπλήρωση του οράματος του για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα[10]. Βάση της πολιτικής του φιλοσοφίας αποτέλεσε η συγκρότηση ενός σύγχρονου καλά οργανωμένου κράτους με ισχυρούς θεσμούς και άριστες δημοκρατικές λειτουργίες με τελικό ζητούμενο την αλλαγή της πολιτικής νοοτροπίας των Ελλήνων[11].

Έχει, ωστόσο, υποστηριχθεί, πως ορισμένες διατάξεις του Συντάγματος του 1975 έχουν τις ρίζες τους στη «βαθεία τομή», όπως της αρμοδιότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας να εκδίδει, κατόπιν πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου πράξεις νομοθετικού περιεχομένου σε περιπτώσεις επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης (άρθρο 44), της καθιέρωσης πιο αυστηρών διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκφραση δυσπιστίας προς την κυβέρνηση σε σύγκριση με τις αντίστοιχες για τη λήψη ψήφου εμπιστοσύνης (άρθρο 84) και της δυνατότητας μεταβίβασης συνταγματικών αρμοδιοτήτων σε όργανα διεθνών οργανισμών, ώστε να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον (άρθρο 28)[12]. Παρείχε, επίσης, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας υπερεξουσίες με τις οποίες μπορούσε να στραφεί ενάντια στην κυβέρνηση και στην πλειοψηφία της Βουλής. Οι δυνατότητες αυτές του Προέδρου υποστηρίχθηκε, ότι κρέμονταν ως «δαμόκλειος σπάθη» για την περίπτωση που ανέρχονταν μια ριζοσπαστική πλειοψηφία στη Βουλή και στην κυβέρνηση, ενώ συναφής θεωρήθηκε η διάταξη του άρθρου 48, όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορούσε να επιβάλλει την κατάσταση πολιορκίας και την άρση των συνταγματικών ελευθεριών για λόγους “σοβαράς διαταραχής ή εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας του κράτους εξ εσωτερικών κινδύνων[13]. Το Σύνταγμα, ωστόσο, του 1975 δεν παύει να διακατεχόταν από συντηρητικά χαρακτηριστικά, τα οποία επικρίθηκαν από την τότε αντιπολίτευση και ειδικότερα από την Ένωση Κέντρου μέχρι το ΠΑΣΟΚ και την Ενωμένη Αριστερά[14].

Εν ολίγοις, το Σύνταγμα του 1975 αποκατέστησε το κράτος δικαίου στη χώρα και συνιστά έως σήμερα τον μακροβιότερο νόμο της Μεταπολίτευσης. Μέσα από τη διαδικασία των αναθεωρήσεων του Συντάγματος πρόβαλε  η ανάγκη σύγκλισης των κομμάτων, στα μεγάλα και σημαντικά ζητήματα του τόπου ιδίως στις δύσκολες εποχές που βίωσε η χώρα[15]. Τα αναθεωρητικά εγχειρήματα της Μεταπολίτευσης αντιμετώπισαν σοβαρές προκλήσεις που επέβαλλαν αλλαγές. Για αυτόν τον λόγο η ανάγκη σύγκλισης για τη Νέα Δημοκρατία πρόβαλε κατά τη διάρκεια των αναθεωρήσεων επιτακτική ως προς τα μεγάλα ζητήματα ανεξάρτητα από κομματικές διαφορές, προκειμένου να προφυλάξει τη χώρα από διάφορες άσχημες συγκυρίες[16].

Όσον αφορά τις αναθεωρήσεις, που υπέστη το Σύνταγμα του 1975 η αναθεώρηση του 1986 επιβλήθηκε σύμφωνα με τη ΝΔ μονομερώς από την κυβερνητική τότε πολιτική δύναμη του ΠΑΣΟΚ περιέχοντας διατάξεις που αφορούσαν κυρίως την μείωση των προεδρικών αρμοδιοτήτων. Οι «υπερεξουσίες» του ΠτΔ ερμηνεύτηκαν αντιφατικά σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των δύο πόλων της εκτελεστικής εξουσίας με συνέπεια την όχι τυχαία κατάργηση τους στην συνταγματική αναθεώρηση του 1986, καθώς το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα ήταν πια σταθερό[17]. Η αναθεώρηση  αυτή χαρακτηρίστηκε «πρόχειρη» και «προσχηματική»[18], με συνέπεια να γίνεται λόγος για «ατελή εκδημοκρατισμό της αναθεώρησης του 1986»[19]. Για τη ΝΔ η αναθεώρηση του 1986 επιβλήθηκε μονομερώς από την κυβέρνηση τότε του ΠΑΣΟΚ με σκοπό την επιχειρούμενη μείωση των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και εντέλει τη συγκρότηση πόλου κυβερνητικής εξουσίας χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα[20]. Η στέρηση ουσιαστικών αρμοδιοτήτων από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας οδήγησε στη σύσταση κατ’ ουσία  αμιγώς «πρωθυπουργοκεντρικού» συστήματος,  στο πλαίσιο της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας[21].  Στην αναθεώρηση, πάλι, του 2019 η δυνατότητα εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας ακόμη και με σχετική πλειοψηφία αποδυνάμωσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας από το θεσμικό του ρόλο ως ρυθμιστή του Πολιτεύματος καθιστώντας τον «έρμαιο» σε οποιοσδήποτε τυχόν πολιτικές ή και καθαρά κομματικές σκοπιμότητες μιας οιασδήποτε περιστασιακής πλειοψηφίας στην Βουλή[22].

Αν και η Αναθεώρηση, εντέλει, του 2001 επιτεύχθηκε μέσα σε κλίμα συναίνεσης λαμβάνοντας καθολικό χαρακτήρα με την πλειονότητα των άρθρων του Συντάγματος να αναθεωρείται, δεν προσέγγισε κατά τη ΝΔ τα δομικά ζητήματα θεσμών. Ως εκ τούτου δεν άφησε παρακαταθήκη κάποια ουσιαστική και θεσμική μεταρρύθμιση[23]. Η εν λόγω συνταγματική αναθεώρηση κινήθηκε στην κατεύθυνση του λεγόμενου «τρίτου δρόμου» με την εισαγωγή του θεσμού των ανεξάρτητων αρχών νεοφιλελεύθερης προέλευσης, που οδήγησαν στην α-πολιτικοποίηση της πολιτικής, αλλά και την υιοθέτηση κοινωνικών δικαιωμάτων νεοφιλελεύθερου χρώματος με σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία[24].  Στη θεωρία έχει διατυπωθεί η άποψη, πως με αυτήν την αναθεώρηση, αλλά και όλες τις εν γένει μεταγενέστερες αναθεωρήσεις του Συντάγματος, επιδιώχθηκε η περαιτέρω κανονιστική  θωράκιση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ενόψει των εξελίξεων, που προκάλεσε η διαρκώς μεταβαλλόμενη τεχνολογία σε καθεστώς αναμφισβήτητης  «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού»[25].

Το αξιοσημείωτο, ωστόσο, γεγονός στην Αναθεωρητική Διαδικασία του 2001 ήταν η προσθήκη  ερμηνευτικής δήλωσης στα άρθρα 28 και 80 του Συντάγματος με τη συναίνεση και των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ), που οδήγησε ακόμη περισσότερο στη συρρίκνωση της δημοκρατίας και στον δομικό περιορισμό της, διότι το 80% περίπου των νόμων που ψηφίστηκε εφεξής στη Βουλή συνιστούσε υλοποίηση κατευθύνσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[26]. Να διευκρινιστεί, πως η αναθεώρηση του 2001 είναι η μόνη στην οποία υπήρξε συναίνεση ανάμεσα στα δύο κόμματα του δικομματισμού, δηλ. τη Ν.Δ. του Κώστα Καραμανλή και το ΠΑΣΟΚ του Κ. Σημίτη, εφόσον 268 βουλευτές ψήφισαν το παρόν τότε Σύνταγμα με κοινό πολιτικό στόχο την «να ετοιμάσουν» την είσοδο της χώρας στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση[27].

Για τη ΝΔ, άλλωστε, η Ευρώπη συνιστούσε τον φυσικό χώρο της Ελλάδας με συνέπεια να ψηφίσει και να αναγνωρίσει και τις δύο ερμηνευτικές δηλώσεις των συνταγματικών διατάξεων, δηλ. του άρθρου 28 και 80[28]. Ειδικότερα, η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 80 κατοχύρωσε συνταγματικά την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την ΟΝΕ. Συναφής η προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 28 με την οποία προβλέφθηκε, ότι «το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», που κατοχύρωσε συνταγματικά την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι ακόμη και του Συντάγματος. Να διευκρινισθεί,  πως η ΝΔ συμφώνησε με τον όρο «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση» ως διατύπωση στο άρθρο 28 Σ, που είχε προτείνει ο Εισηγητής της πλειοψηφίας του κυβερνώντος τότε κόμματος του ΠΑΣΟΚ[29]. Με τον τρόπο αυτό κατέστη πλέον εφικτή, όπως υποστηρίχθηκε, η έμμεση αναθεώρηση του Συντάγματος μέσω των νομοθετημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν, μάλιστα, τα άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης αντίθετα με τη χώρα μας διαφύλαξαν την εθνική τους κυριαρχία και αποδέχτηκαν τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση μόνο υπό τις προϋποθέσεις των συνταγματικών τους διαδικασιών[30].

Περαιτέρω, η αναθεώρηση του 2008 λόγω της έλλειψης διαβουλευτικού πνεύματος στα βασικά αναθεωρητικά κεφάλαια δεν πραγματοποιήθηκε[31]. Οι αναθεωρήσεις του 2001 και του 2008 παρά τις επιμέρους διαφορές ταυτίστηκαν ως προς το εύρος των κανονιστικών παρεμβάσεων τους στο γεγονός πως δεν αλλοίωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1975 επιβεβαιώνοντας έμπρακτα τη διαχρονική νομική αξία των επιλογών του συντακτικού νομοθέτη και του ισχύοντος καταστατικού χάρτη της χώρας[32].

Σε κάθε περίπτωση το Σύνταγμα του 1975, όσο και οι πολιτικοί θεσμοί, που αυτό θεμελίωσε, δεν ενεργοποίησαν τον λαό στα πλαίσια διαχείρισης και ελέγχου της πολιτικής εξουσίας λόγω μη αξιοποίησης των άμεσων δημοκρατικών θεσμών, που αυτό πρόβλεπε. Οι αναθεωρήσεις δε που ακολούθησαν δεν ασχολήθηκαν καθόλου με αυτό το ζήτημα, εκτός της αναθεώρησης του 2019 και της πρόβλεψης σε αυτήν της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας δια της αναθεώρησης άρθρου 73 του Συντάγματος[33]. Προς τούτο έγινε λόγος για έλλειψη θεσμικών αντίβαρων και ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στην πολιτική ζωή της χώρας[34]. Είναι, βέβαια, αποδεκτό, πως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία συμπλέκεται με την λειτουργία εξισορροπητικών «θεσμικών αντιβάρων»[35] απέναντι στην κάθε μορφή αυθαιρεσίας της κρατικής εξουσίας και των υπολοίπων μελών του κοινωνικού συνόλου. Η εν λόγω θέση της ΝΔ στην Αναθεωρητική διαδικασία του 2019 σε συνδυασμό με άλλες πρωτοβουλίες της, που  στόχευσαν στην ενδυνάμωση και ισχυροποίηση του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος αξιολογούνται, αναμφίβολα, ως θέσεις, με τις οποίες εκδηλώνεται ιδεολογικά ο νεοφιλελεύθερος προσανατολισμός της σε αυτή τη φάση της κομματικής της λειτουργίας.

Στο ίδιο πλαίσιο οι θέσεις της ΝΔ, όπως αποτυπώθηκαν στην αναθεώρηση του 2008 και 2019 για την κατάργηση του μονοπωλίου της δημόσιας εκπαίδευσης με την προώθηση της ιδιωτικής εκπαίδευσης ήλθαν σε αντίθεση με την πεμπτουσία της θεωρίας του κοινωνικού φιλελευθερισμού σύμφωνα με την οποία τη δημόσια παιδεία οφείλει ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος μαζί με την σύνταξη και την υγεία να παρέχει ως κοινωνική προστασία στους πολίτες του, καθώς να εξασφαλίζει την ελευθερία της εργασίας[36].

Σε γενικές γραμμές οι αναθεωρήσεις του Συντάγματος καθόλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, είτε υποτάχθηκαν σε ένα κλίμα αμήχανης πολιτικής αντιπαράθεσης, είτε περιορίστηκαν σε ήσσονος σημασίας ζητήματα, χωρίς να παράγουν για τη ΝΔ ιδιαίτερα ωφέλιμα αποτελέσματα. Η ΝΔ σταδιακά από την Αναθεώρηση του 2001 και έπειτα άρχιζε εκ των πραγμάτων να υιοθετεί τη νέα μορφή συνταγματικών τάξεων των δυτικών δημοκρατιών, που ενίσχυσαν το φιλελεύθερο στοιχείο σε βάρος του δημοκρατικού με επακόλουθο την αμφισβήτηση της πολιτικής συμμετοχής των πολλών σε αντίθεση με την παραδοσιακή προστασία της οικονομίας και της ιδιοκτησίας, που επιδίωκαν στο παρελθόν οι συντηρητικές φιλελεύθερες δυνάμεις. Η θέσπιση, συνεπώς, συνταγματικών διατάξεων, που ευνοούν την επικυριαρχία της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, η μεταβίβαση ουσιωδών αποφασιστικών αρμοδιοτήτων από πολιτικά όργανα σε τεχνοκράτες ή σε μη εκλεγμένες δημοκρατικά αρχές (π.χ Ανεξάρτητες αρχές, Συνταγματικό Δικαστήριο, Τράπεζες), αλλά και ο υπό προϋποθέσεις έλεγχος της πληροφόρησης ή της ελεύθερης έκφρασης, προφανώς, χαρακτηρίζονται ως νεοφιλελεύθερα αναγνώσματα[37], που ευνοούν αν μη τι άλλο την εξάπλωση των μηχανισμών των αγορών σε κάθε τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας[38].

Για τη ΝΔ στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης ιδεολογικής της μετεξέλιξης  η χώρα στην διαδικασία της πρόσφατης και τελευταίας αναθεώρησης του 2019  χρειαζόταν μια γενναία αναθεωρητική τροποποίηση, υπέρ των επόμενων γενεών με σκοπό τη δημιουργία ενός σύγχρονου μοντέλου αποτελεσματικής δημοκρατίας για απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της χώρας[39]. Ωστόσο, ούτε η Αναθεώρηση του 2008, ούτε η Αναθεώρηση του 2019 έθιξαν τις θεμελιώδεις επιλογές του 2001. Για την ακρίβεια το Σύνταγμά βασίστηκε στο αρχικό κείμενο του 1975 και εν συνεχεία την Αναθεώρηση του 2001[40], ενώ οι μεταγενέστερες μάλιστα προσθήκες ή τροποποιήσεις δεν έθιξαν τον κορμό αυτόν.

Το αναθεωρητικό της εγχείρημα το 2019 προσανατολίστηκε προς την ανάδειξη του κράτους στην υπηρεσία των πολιτών και στη λήψη ουσιαστικών κινήτρων για την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων στρατηγικού χαρακτήρα αποδεικνύοντας το νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό της πλέον προσανατολισμό.  Ο ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός, που αποτέλεσε την κυρίαρχη ιδεολογία στην πολιτική της αφετηρία διαφάνηκε κυρίως μέσα από τις ρεαλιστικές προτάσεις της για τη διασφάλιση συνθηκών αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων των πολιτών μέσα από τις διατάξεις για την καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και της εμπέδωσης αισθήματος εμπιστοσύνης στους θεσμούς[41]. Αντίθετα, ο νεοφιλελεύθερος πολιτικός ιδεολογικός προσανατολισμός, που υιοθέτησε ως πολιτική του στρατηγική το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, κυρίως, μετά το 2019 αποτυπώθηκε, αν μη τι άλλο, στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση με τον εισηγητή της Κ. Τασούλα να προβάλει ως μείζον πρόβλημα της χώρας την αδυναμία ορισμένων θεσμών να διευκολύνουν την οικονομική πρόοδο της με  την άμεση κανονιστική νομοθέτηση και την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης[42].

Γενικότερα, οι θέσεις της ΝΔ[43], όπως καταγράφηκαν στην τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, την ενδυνάμωση της εκτελεστικής λειτουργίας, την ενίσχυση και προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων σε συνδυασμό με τις θέσεις της περί ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων ήδη από την αναθεώρηση του 2008 εξέφρασαν αναντίρρητα τη νεοφιλελεύθερη πολιτική και οικονομική κατεύθυνση της αναδεικνύοντας την εμφανή ιδεολογική μετεξέλιξη της σε σχέση με την έως τότε κυρίαρχη σε αυτήν ιδεολογία του ριζοσπαστικού/κοινωνικού φιλελευθερισμού. Πρόκειται ευρέως για απόψεις που υποστηρίζουν αγορές απελευθερωμένες από οποιαδήποτε κυβερνητική παρέμβαση, ενίσχυσης του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ελεύθερης επιχειρηματικότητας με έμφαση στην ανάπτυξη της οικονομίας, στο ελεύθερο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, στην ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου, στην ελευθερία των επενδύσεων και εν γένει σε δημόσιες πολιτικές, που ευνοούν τους κανόνες της αγοράς, τη δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών και την μείωση της νομοθεσίας[44], καθώς ο νεοφιλελευθερισμός συνιστά κατά κύριο λόγο μια θεωρία οικονομικής πολιτικής και όχι τόσο πολιτικής ιδεολογίας[45].

Στην πράξη, ωστόσο, το Σύνταγμα του 1975 αποδείχτηκε, πως δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει χρόνιες παθογένειες του ελληνικού κράτους όπως τη διαφθορά, τη συναλλαγή, το πελατειακό κράτος και την «ασυνέχεια» της δημόσιας διοίκησης[46]. Αυτό οφείλεται στο γεγονός, πως  το ίδιο κατέστη θύμα της κρίσης, διότι οι επιταγές των μνημονίων καθιέρωσαν ένα πραγματικό «παρασύνταγμα», του οποίου η εφαρμογή έθετε συχνά σε δοκιμασία θεμελιώδεις ρυθμίσεις του οικονομικού συντάγματος[47]. Η νεοφιλελεύθερη επιδρομή στα συνταγματικά δικαιώματα που συντελέστηκε μετά την είσοδο της χώρας στα μνημόνια δεν φάνηκε να ανακόπτεται από τα πολιτικά κυβερνητικά κόμματα όπως εν προκειμένω της ΝΔ.

Συνακόλουθα, η αναθεώρηση πλέον του Συντάγματος έγινε ολοένα και πιο δύσκολη, αν και η ανάγκη προσαρμογής του στις νέες συνθήκες παραμένει  περισσότερο από ποτέ ζωντανή. Όσο το πολιτικό σύστημα της χώρας με το κόμμα της ΝΔ αναμφίβολα σε κυρίαρχο πολιτικό ρόλο ως κόμμα εξουσίας, δεν είναι σε θέση να αλλάξει το Σύνταγμα μέσα από την τυπική διαδικασία αναθεώρησης του, τόσο αυξάνει η εξουσία αυτών, που είναι σε θέση να  αλλάζουν το Σύνταγμα με το να το ερμηνεύουν, χωρίς να αλλάζουν καν το κείμενό του. Για του λόγου το αληθές τα δικαστήρια όλο και συχνότερα κατέφευγαν σε «δημιουργικές» και «ευφάνταστες» ερμηνείες συνταγματικών διατάξεων με ολέθριο επακόλουθο την διαφαινόμενη ήττα του πολιτικού συστήματος[48]. Υπό την επίκληση του δημοσίου συμφέροντος κατέστη πλέον δυνατόν  να καμφθεί η προστασία όλων των συνταγματικών δικαιωμάτων με αποτέλεσμα να επικυρώνονται νομοθετήματα, που περιορίζουν ακόμη και τις κλασικές, ατομικές ελευθερίες, προκειμένου να υπηρετηθεί το δόγμα «salus patriae suprema lex esto»[49].

Χάρη, μάλιστα, στη διαδικαστική ευελιξία του ισχύοντος Συντάγματος και την προνοητικότητα του συνταγματικού νομοθέτη του 1975 και ειδικότερα των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος που καθιέρωσαν την άτυπη τροποποίηση του περιεχομένου του Συντάγματος με τη διαδικασία της κύρωσης των διεθνών συνθηκών[50] είναι δυνατόν να τροποποιείται ή να μεταβάλλεται το πρωτογενές περιεχόμενο των διατάξεων του Συντάγματος. Οι συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 2 και 3 μαζί με την σχετική ερμηνευτική δήλωση της αναθεώρησης του 2001, που ουδέποτε τροποποιήθηκαν στις επικείμενες αναθεωρήσεις, ούτε καν προτάθηκε η αναθεώρηση τους από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, επέτρεψαν να ψηφίζονται σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα εκτενέστατα και πολύ σοβαρά νομοθετήματα, όπως οι πολυσέλιδοι και ογκώδεις εκτελεστικοί νόμοι των μνημονίων[51] με τις γνωστές επιπτώσεις στην ελληνική κοινωνία[52].

Σε κάθε περίπτωση επί της πράξης το δημοκρατικό πολίτευμα με το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης και τους συνταγματικούς θεσμούς λειτούργησαν στην εποχή της κρίσης ομαλά χωρίς ποτέ να τεθούν θέματα αμφισβήτησης της συνταγματικής νομιμότητας και χωρίς ποτέ να τεθεί θέμα αναστολής ισχύος των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών και θέσης της χώρας σε ισχύ καθεστώτος έκτακτης ανάγκης του άρθρου 48 του Συντάγματος[53]. Αντίθετα, η σκοπιμότητα των μέτρων επέβαλε την λήψη των μέτρων των μνημονίων υπό τους όρους της ισχύουσας νομιμότητας[54]. Την ανθεκτικότητα του Συντάγματος και τη μη αντίσταση του στην κρίση που επέφεραν τα μνημόνια αποδέχτηκαν τόσο τα κρατικά όργανα, όσο και τα πολιτικά κόμματα με προεξέχοντα τα κόμματα εξουσίας, όπως της ΝΔ, υιοθετώντας τη λογική του ορθού λόγου και του κοινού δημοσίου συμφέροντος[55].

Σε σύνοψη όλων των ανωτέρω αποδείχτηκε ιστορικά, πως μεταβλήθηκε η συνταγματική πραγματικότητα στη χώρα μας χωρίς να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Ενσωματώθηκαν στην εθνική συνταγματική τάξη λόγω δημόσιου οικονομικού συμφέροντος νομοθετήματα «μνημονιακά», τα οποία, ωστόσο,  κρίθηκαν ως συνταγματικά κατά τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και ειδικότερα όσον αφορά την αξιολογική εκ μέρους των δικαστών στάθμιση ανάμεσα στους σκοπούς του δημοσίου συμφέροντος και της προσβολής ή βλάβης ενός δικαιώματος ή μιας ελευθερίας[56]. Οι δημοσιονομικές πολιτικές της ΕΕ, τις οποίες έμπρακτα επιδοκίμασε η ΝΔ ως κόμμα εξουσίας, αντιμετωπίστηκαν από την συνταγματική νομολογία ως εθνικές δημόσιες πολιτικές, όπως εξίσου και οι ευρωπαϊκοί στόχοι της δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας[57].

Γενικότερα, καθώς δεν υπήρχε η χρονική δυνατότητα για συνταγματική αναθεώρηση και η κρίση αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος δεν επέτρεπε υπερβάσεις, το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου της κρίσης των μνημονίων υπήρξε η παραβίαση του Συντάγματος ή η θέσπιση αμφιλεγόμενης συνταγματικότητας διατάξεων.  Σε κάθε περίπτωση λόγω της έλλειψης πολιτικής συναίνεσης για την  επίτευξη των αναθεωρητικών εγχειρημάτων στη Μεταπολίτευση, αλλά και των χρονικών περιορισμών για συνταγματική αναθεώρηση η μεταβολή της ιδεολογικής και πολιτικής φυσιογνωμίας της ΝΔ προς τη νεοφιλελεύθερη στροφή της δεν εξακριβώθηκε τόσο μέσα από τις Αναθεωρητικές διαδικασίες του Συντάγματος, όσο από την καταστρατήγηση του Συντάγματος ή της αμφιλεγόμενης συνταγματικότητας επιλογών διάφορων «μνημονιακών» νόμων, που ψήφισε ή εφάρμοσε ως κόμμα εξουσίας[58].

Κοντολογίς, η αλλαγή της φυσιογνωμίας της ΝΔ, η κατεύθυνση της προς τον νεοφιλελευθερισμό σήμερα και ως εκ τούτου η ιδεολογική της μετεξέλιξη σε σχέση με τον ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό, που τη στιγμάτισε ιδεολογικά στην πολιτική της αφετηρία, καταγράφηκε όχι τόσο μέσα από τις θέσεις της στις συνταγματικές αναθεωρήσεις της Μεταπολίτευσης, όσο κυρίως μέσα από την θέσπιση και εφαρμογή μνημονιακών νομοθετημάτων με συνέπεια την  παραβίαση του Συντάγματος. Όχι άδικα υποστηρίχθηκε, πως «το παράδειγμα της Ελλάδος μάς δείχνει ότι ο εθνικός συνταγματισμός δεν συγκρούεται με τον εν τη γενέσει ευρωπαϊκό συνταγματισμό, ούτε με τις άλλες υπερεθνικές νομιμότητες,  Συνδιαλέγεται, συναλλάσσεται και τελικά πλέκεται μαζί τους»[59], ενώ κάτω από αυτές τις περιστάσεις κρίνεται σκόπιμη η υπενθύμιση των όσων είχε αναφέρει ο Α. Μάνεσης λίγο πριν συλληφθεί από τη Δικτατορία στους νέους: «Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρείστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας»[60].

Το παρόν άρθρο αποδίδει τις βασικές σκέψεις του βιβλίου μου με τίτλο «Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας, όπως καταγράφηκε στις Αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση», (2025), Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

 

 

[2] Βλ. Κατσώνη Δ., Μεταπολιτευτική δημοκρατία και Σύνταγμα, περ. Τετράδια,  τευχ. 88-89 (2024-2025), σελ. 147-156, στο οποίο υποστηρίζεται, πως «…Τα χαρακτηριστικά αυτά βρήκαν την αντανάκλασή τους στο Σύνταγμα του 1975. Το ίδιο το γεγονός ότι το Σύνταγμα υπήρξε προϊόν μιας ψευδο-αναθεωρητικής διαδικασίας φανέρωνε ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις φοβούνταν τις ριζοσπαστικές εξελίξεις και προσπάθησαν να τις τιθασεύσουν…», Κριτσίκη Α. (2025) Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της ΝΔ, όπως καταγράφηκε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση στη Μεταπολίτευση, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις, σελ. 197 επ.

[3] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2017), Συνταγματική ιστορία της Ελλάδας, 1821-2001, Αθήνα: ΚΨΜ, σελ. 255.

[4] Βλ. Κουρουνδή Χ. (2018),  Συνταγματικές τομές και ταξική πάλη, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στο: https://www.efsyn.gr/arheio/fantasma-tis-istorias/154157_syntagmatikes-tomes-kai-taxiki-pali /  προσπέλαση 17.9.20245.

[5] Βλ. Κουρουνδή Χ. (2018), ο.π. σελ. 233.

[6] Βλ. Μασσίπ Ρ. (1982), Καραμανλής. Ο Έλληνας που ξεχώρισε, Αθήνα, Ι. Σιδέρη, σελ. 124.

[7]Βλ. την ομιλία του Παυλόπουλου Π. στη συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής στις 20/5/1998, Περίοδος Θ, Σύνοδος Β, Συνεδρίαση ΡΛΕ, Πρακτικά των συνεδριάσεων της ειδικής κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Βουλής επί των προτάσεων Αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1998, σελ. 878 επ., ομοίως  Παυλόπουλο Π. (2010), Η αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα: Α.Α. Λιβάνης, ο.π. σελ. 43.

[8] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2024), Οι συνταγματικές «παρακαταθήκες» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: Από την «βαθεία τομή» (1961-1963) στο Σύνταγμα του 1975, στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», διαθέσιμο στο: https://www.prokopiospavlopoulos.gr/ πρόσβαση 17.9.2025.

[9] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2024), ο.π.

[10] Βλ. Ριζά Σ. (2015), Κωνσταντίνος Καραμανλής, στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», σελ. 89.

[11] Βλ. Λαμπρία Τ. (1989), Στη σκιά ενός μεγάλου, β έκδοση, Αθήνα, Μορφωτική Εστία, σελ. 183, στο οποίο γίνεται αναφορά σε δηλώσεις του Καραμανλή Κων/νου: «…Η πολιτική μου φιλοσοφία, εξηγεί (ενν. Καραμανλής Κων/νος) ήταν αρκετά απλή. Για να προκόψουμε ως Έθνος πρέπει να κάνουμε κράτος. Κράτος σύγχρονο καλά οργανωμένο, με θεσμούς ισχυρούς και άψογες δημοκρατικές λειτουργίες…», επίσης αναφέρεται, πως το παράπονο του Καραμανλή Κων/νου όπως ο ίδιος δήλωσε ήταν, ότι: «Δεν κατόρθωσα, μολονότι πολύ προσπάθησα, να αλλάξω την πολιτική νοοτροπία των Ελλήνων», καθόσον φιλοδοξία του όπως μνημονεύεται σε άλλο σημείο του έργου (σελ. 140), ήταν η αλλαγή της πολιτικής νοοτροπίας των Ελλήνων, που αποτέλεσε και έναν από τις αιτίες για τον ίδιο εισαγωγής του στην πολιτική ζωή της χώρας.

[12] Βλ. Κεσσόπουλο Α., Για το βιβλίο: Χαράλαμπος Κουρουνδής, Το Σύνταγμα και η Αριστερά, βιβλιοκρισία, στο: Σύγχρονα θέματα, (2019) τχ. 143-144,  https://www.synchronathemata.gr/gia-to-vivlio-charalampos-koyroyndis-t/ προσπέλαση 18.9.2024.

[13] Βλ. Καλτσώνη Δ., Μεταπολιτευτική δημοκρατία και Σύνταγμα, περ. Τετράδια,  τευχ. 88-89 (2024-2025), σελ. 147-156.

[14] Βλ. Καλτσώνη Δ., Μια “σιδερόφραχτη δημοκρατία” για την ολιγαρχία: η συμβολή της ΝΔ, άρθρο δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών στο ένθετο «1974-2024, Η ακτινογραφία της 50χρονης ΝΔ», 2024 επίσης στο: https://kaltsonis.blogspot.com/2024/03/blog-post.html /προσπέλαση 11.6.2024.

[15] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2010), Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα, Α. Α. Λιβάνη, σελ. 20 με ρητή αναφορά στο ότι ο Παυλόπουλος Π. υπήρξε εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας στην πρώτη φάση της αναθεώρησης του 2001, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος στην β φάση της και εκπρόσωπος της Κυβέρνησης ως υπουργού εσωτερικών στην αναθεώρηση του 2008.

[16] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2010), Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα: Α.Α Λιβάνη, σελ. 20.

[17] Βλ. Κουρουνδή Χ.,  Συνταγματικές τομές και ταξική πάλη, στην Εφημερίδα των Συντακτών, 17/6/2018, στο: https://www.efsyn.gr/arheio/fantasma-tis-istorias/154157_syntagmatikes-tomes-kai-taxiki-pali/ προσπέλαση 18.9.2024.

[18] Βλ. την ομιλία του Παυλόπουλου Π. στη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής, 20/5/1998, Περίοδος Θ, Σύνοδος Β, Συνεδρίαση ΡΛΕ, Πρακτικά των συνεδριάσεων της ειδικής κοινοβουλευτικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος και της Ολομέλειας της Βουλής επί των προτάσεων Αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος, Αθήνα 1998, σελ. 878 επ.,  Παυλόπουλο Π. (2010), Η Αναθεώρηση του Συντάγματος, Αθήνα, Α. Α. Λιβάνη, σελ. 43.

[19] Βλ. Καλτσώνη Δ., Μια “σιδερόφραχτη δημοκρατία” για την ολιγαρχία: η συμβολή της ΝΔ, Εφημερίδα των Συντακτών στο ένθετο «1974-2024, Η ακτινογραφία της 50χρονης ΝΔ» 2024, επίσης στο: https://kaltsonis.blogspot.com/2024/03/blog-post.html  /προσπέλαση 11.6.2024.

[20] Βλ. Αιτιολογική έκθεση επί της πρότασης της ΝΔ στην Αναθεώρηση του 2019 στο:  https://nd.gr/sites/ndmain/files/u48/pds/protasi_nd_syntagma.pdf/ προσπέλαση 20.8.2024, στην οποία επισημαίνεται πως: «…Η αναθεώρηση του 1986 επιβλήθηκε μονομερώς από την κρατούσα πολιτική δύναμη με παραγωγικά αίτια συγκυριακής πολιτικής φύσεως και κεντρικό πυρήνα διατάξεων που αφορούσε την απομείωση των προεδρικών αρμοδιοτήτων, που όμως αποδείχθηκε ότι δημιούργησε κυβερνητικό πόλο συγκεντρωμένης πολιτικής εξουσίας χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα».

[21] Βλ. Παυλόπουλο Π. (21/7//2024), Οι συνταγματικές «παρακαταθήκες» του Κωνσταντίνου Καραμανλή: Από την «βαθεία τομή» (1961-1963) στο Σύνταγμα του 1975, στην εφημερίδα “Καθημερινή” της Κυριακής, ομοίως στο: https://www.prokopiospavlopoulos.gr/ προσπέλαση 11.8.2024.

[22] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2024),  ο.π.

[23] Βλ. Αιτιολογική έκθεση της ΝΔ προς τη Βουλή των Ελλήνων στην αναθεώρηση του 2019,  https://nd.gr/sites/ndmain/files/u48/pds/protasi_nd_syntagma.pdf /προσπέλαση 13.7.2025.

[24] Βλ. εκτενέστερα για τον τρίτο δρόμο και ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας  Giddens A. (2010), Ο τρίτος δρόμος – Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας, Αθήνα, Πόλις, ιδίως το Πρώτο κεφάλαιο «Από τον σοσιαλισμό και μετά», επίσης Κοντιάδη Ξ. (2017), Η Σοσιαλδημοκρατία σήμερα, Αθήνα, Πόλις, σελ. 74 επ., 106 επ.

[25] Βλ. Παυλόπουλο Π., 2024, ο.π.

[26] Βλ. Καλτσώνη Δ., Μια “σιδερόφραχτη δημοκρατία” για την ολιγαρχία: η συμβολή της ΝΔ, στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στο ένθετο «1974-2024, Η ακτινογραφία της 50χρονης ΝΔ», επίσης στο: https://kaltsonis.blogspot.com/2024/03/blog-post.html  /προσπέλαση 11.6.2024.

[27] Βλ. Πουλακίδα Κ., Ιστορίες Αναθεώρησης, στην εφημερίδα «Η Αυγή», 4/11/2018, στο: https://www.avgi.gr/politiki/290964_istories-anatheorisis/ προσπέλαση 27.8.2024, στο οποίο επισημαίνεται πως «Ενδεικτικό του κλίματος ήταν πως η αναθεωρητική διαδικασία ανακοινώθηκε παράλληλα με την αναστολή της δίωξης κατά του Κων/νου Μητσοτάκη και υπουργών της κυβέρνησής του, που σηματοδοτούσε ότι κλείνει ο κύκλος της οξύτητας ανάμεσα σε Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που υπήρχε από τη δεκαετία του 1980.»

[28] Βλ. την ομιλία Παυλόπουλου Π., στη Συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Πρακτικά των συνεδριάσεων και έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σελ. 259 επ., Παυλόπουλο Π. (2010), ο.π. σελ. 172.

[29] Βλ. την ομιλία Παυλόπουλου Π., στη Συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης, Περίοδος Ι, Σύνοδος Α, Πρακτικά των συνεδριάσεων και έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, Αθήνα, 2000, σελ. 259 επ., Παυλόπουλο Π. (2010), ο.π. σελ. 172.

[30] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2017), Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδας, 1821-2001, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ, σελ. 274-275.

[31] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση Επί της πρότασης του Προέδρου και των βουλευτών της Κ.Ο. της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος σύμφωνα με τα άρθρα 110 του Συντάγματος και 119 του Κανονισμού της Βουλής, 2019, στο: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/2f026f42-950c-4efc-b950-340c4fb76a24/g-anasy-eis.pdf /προσπέλαση 22/9/2023

[32] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2010), ο.π. σελ. 20.

[33] Βλ. Αυδίκο  Γ. (2020), Παθογένειες του Συντάγματος και αναθεώρηση, Αθήνα, Στοχαστής, σελ. 125.

[34] Βλ. Αυδίκο  Γ. (2020), ο.π. σελ. 191.

[35] Βλ. Παυλόπουλο Π. (2021), Το μετέωρο βήμα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, Αθήνα, Gutenberg, σελ. 39.

[36] Βλ. Αρβανιτόπουλο Κ. (2012), ο.π. σελ. 177.

[37] Βλ. Τάκη Α., Ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία σε σταυροδρόμι, στο: Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, (2022) αρ. 47, σελ. 5-31, https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/hpsa / προσπέλαση 3.8.2024.

[38] Βλ.  Springer S.-Birch K.-MacLeavy J. (2016),The Handbook of Neoliberalism, Part 2, Political Implications, London,   Routledge,  σελ. 105-107, 142-153.

[39]Βλ. Αιτιολογική Έκθεση της ΝΔ στην αναθεώρηση του 2019, στο: https://nd.gr/sites/ndmain/files/u48/pds/protasi_nd_syntagma.pdf προσπέλαση 20.8.2024.

[40] Βλ. Βενιζέλο Ε., Η αναθεώρηση του 2001 είκοσι χρόνια και δυο αναθεωρήσεις (2008 και 2019) μετά – Μια εισαγωγή στη συζήτηση, στο: ΕφημΔΔ – 6/2021, σελ. 708.

[41] Βλ. την αναθεωρητική πρόταση της ΝΔ (Νοέμβριος 2018), στο: Σωτηρέλη Γ-Ξηρό Θ. (2020), Η τέταρτη Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975 (2014-2019), Αθήνα: Παπαζήση,  σελ. 122-124.

[42] Βλ. την Εισήγηση του Γενικού Εισηγητή της Νέας Δημοκρατίας Τασούλα Κ., στο:  Ε Κ Θ Ε Σ Η ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, 2019, σελ. 48-49, ως ακολούθως: «…Επανέρχομαι στην ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας και υποστήριξης της οικονομικής δραστηριότητας, που είναι η μόνη λύση για να μπορέσουν τα κοινωνικά άρθρα να είναι απροσμάχητα και να μπορούν να υλοποιούνται… Για να μη μετατρέψουμε το Σύνταγμα σε μια φωνή συνταγματικώς βοώντων εν τη ερήμω, πρέπει να υποστηρίξουμε και το άρθρο 16, που μιλάει για ίδρυση και ιδιωτικών πανεπιστημίων. Για να καταπολεμηθεί η φτώχεια, χρειάζεται να δημιουργηθεί ευμάρεια. Και η ευμάρεια μπορεί να έχει μια μορφή ανισότητας, για να θυμηθούμε τον Τσώρτσιλ ότι «καλύτερος είναι ο καπιταλισμός που μοιράζει άνισα την ευμάρεια από τον σοσιαλισμό που μοιράζει ίσα τη μιζέρια», αλλά η ευμάρεια είναι το κλειδί για να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε κοινωνικές δράσεις. Αν νομίζουμε ότι το Σύνταγμα είναι αυτό το οποίο θα δώσει κοινωνική προστασία από μόνο του, με το να πέφτει η στάθμη της οικονομικής δυνατότητος των όσων κάποτε είχαν, των οποίων παρακολουθούμε χαιρέκακα να μειώνεται η στάθμη της οικονομικής τους δυνατότητας, πρέπει να ξέρετε ότι όλο αυτό έχει πολύ σύντομο χρονικό περιθώριο. Δεν αρκεί το να μεταφέρουμε πόρους μειώνοντας τη στάθμη κάποιων που ακόμη έχουν, για να δημιουργούμε κοινωνικές παροχές σε κάποιους που δεν έχουν, και να αρνούμεθα, συγχρόνως, να βρίσκουμε δουλειές σε αυτούς που δεν έχουν. Η καλύτερη λύση, είναι να διαχέουμε την ευμάρεια, να μη μας φοβίζει η επιτυχία, ο πλούτος, να μη μας φοβίζει η υποβοήθηση της οικονομικής δραστηριότητος. Διότι δεν υπάρχει κανονιστική πυκνότητα. Υπάρχει μόνο οικονομική πρόοδος…», στο: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/%CE%88%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B71_1.pdf / προσπέλαση 20.8.2024.

[43] Βλ. Κριτσίκη Α. (2025), Η ιδεολογικοπολιτική φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας όπως καταγράφηκε στις αναθεωρήσεις του Συντάγματος στη Μεταπολίτευση, Αθήνα: Εναλλακτικές εκδόσεις, σελ. 178.

[44] Βλ. Montgomerie J., The Logic of Neo-liberalism and the Political Economy of Consumer Debt-Led Growth στο: Lee S. and  McBride S. (eds.) (2007), Neo-Liberalism, State Power and Global Governance, 2007, σελ. 157–172, Smith J. (2009), Building New Deal Liberalism: The Political Economy of Public Works, 1933–1956, Cambridge University Press, σελ. 258-266.

[45] Βλ. εκτενέστερα Harvey D. (2007), A Brief History of Neoliberalism, Oxford University Press,  New York, σελ. 64-87.

[46] Βλ. Αυδίκο Γ. (2020), ο.π. σελ. 191.

[47] Βλ. την Εισήγηση του Γενικού Εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Κατρούγκαλου Γ., Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών, Ε Κ Θ Ε Σ Η ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, 2019, στο: https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/f3c70a23-7696-49db-9148-f24dce6a27c8/%CE%88%CE%BA%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B71_1.pdf /προσπέλαση 22/9/2023

[48] Βλ. Καιδατζή Α., Πέντε παρατηρήσεις για τη συνταγματική αναθεώρηση, στο: https://www.constitutionalism.gr/5-paratiriseis-gia-tin-sintagmatiki-anatheorisi/ προσπέλαση 15.9.2023, ομοίως στο: https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/220845_pente-paratiriseis-gia-ti-syntagmatiki-anatheorisi / προσπέλαση 20.8.2024

[49] Βλ. Καμτσίδου Ι., Οικονομική κρίση, Σύνταγμα και δημοκρατία, στο: https://www.constitutionalism.gr/kamtsidou-oikonomiki-krisi-syntagma-dimokratia/  προσπέλαση 29.7.2024.

[50] Βλ. Μανιτάκη Α. (2004), Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, 2004 σελ. 377 επ.

[51] Βλ. Μανιτάκη Α. (2020), Το λυκόφως της Μεταπολίτευσης πριν, κατά και μετά το Μνημόνιο, Αθήνα, Επίκεντρο, σελ. 486.

[52]  Βλ. εκτενέστερα ως προς τις επιπτώσεις τη μελέτη του Δρόσου Γ., Η κρίση της οικονομίας και η κρίση του δικαστή, στο: ΕφημΔΔ. 2/2015. σελ. 15., επίσης βλ.  Manitakis Α., The impressive resilience of the Greek Constitution in the current financial crisis in Europe, στο: Papadoulou L./Pernice I./Weiler J. (eds.) (2017), Legitimacy Issues of the European Union in the face of Crisis, Dimitris Tsatsos in Memoriam, Nomos, σελ. 217-221.

[53] Βλ. σχετικά τις μελέτες στον συγκριτικό τόμο Contiades X. (2013), The Global Financial Crisis and the Constitution, Contiades Χ. (ed.), Constitutions in the Global Financial Crisis. A Comparative Analysis, Ashgate, σελ. 1-5, στο: http://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=2298601/ προσπέλαση 26.8.2024, και ειδικά τη συνθετική μελέτη των Κοντιάδη Ξ.- Φωτιάδου Α. (2022), ό.π., σελ. 100 επ., ομοίως Βλ Καραβοκύρη Γ. (2014), Το Σύνταγμα και κρίση, Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Αθήνα, Κριτική, σελ. 3-4, στο οποίο υποστηρίζεται πως «το δίκαιο της κρίσης» και τα νομοθετικά μέτρα που λαμβάνονται χαρακτηρίζονται ως «αποτρόπαιες εκφάνσεις μιας συγκαλυμμένης δικτατορίας , μιας επιμελώς κρυμμένης κάτω από το δημοκρατικό μανδύα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας χούντας», Χρυσόγονο Κ., Η χαμένη τιμή της Ελληνικής Δημοκρατίας. μηχανισμός στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την οπτική της εθνικής κυριαρχίας και της δημοκρατικής αρχής, στο: Νομικό Βήμα, 2010, τ. 58, σελ. 86 επ., Μαντζούφα Π. (2014), Οικονομική κρίση και Σύνταγμα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Σάκκουλας, όπου συμπεριλαμβάνεται παρουσίαση της σχετικής νομολογίας και των εκτελεστικών των Μνημονίων νόμων μέχρι το 2014, σελ. 13-189.

[54] Βλ. την ερμηνευτική προσέγγιση του Βλαχόπουλου Σ. (2014), Η δυναμική ερμηνεία του Συντάγματος και με τον εύγλωττο υπότιτλο, Η προσαρμογή του συνταγματικού κειμένου στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, Αθήνα, Ευρασία, με σχετική αναφορά στη νομολογία της κρίσης, σελ. 101-131.

[55] Βλ. και Καραβοκύρη Γ. (2014), Το Σύνταγμα και η κρίση, Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Αθήνα, Κριτική, ιδίως σελ. 11-47, καθώς και τη βιβλιοκριτική Μανιτάκη Α. για το ίδιο, στο: Το Σύνταγμα, 2/2016, σελ. 608-617. Ομοίως, Karavokyris G. (2017) Role of Judges and Legislators in the Greek Financial Crisis: A Mater of Competence, στο: Legitimacy issues of the European Union. Lessons from the financial crisis. Dimitris Tsatsos in memoriam, Papadopoulou L. , Pernice I., Weiler J., Nomos/Hart, σελ.149-169. Επίσης βλ. σχετικά και Τασόπουλου Γ., Από την οικονομική κρίση στην κρίση του Κοινοβουλευτισμού. Η ατελής κοινωνική ολοκλήρωση και η αχρείαστη συνταγματική αναθεώρηση, στο: Κοινωνική και πολιτική εκπροσώπηση. Προκλήσεις και προοπτικές στη Δημοκρατία τον 21ο αιώνα. Πρακτικά συνεδρίου. Αθήνα 15-17 Δεκεμβρίου 2016, Αγγελίδης Μ., Σπουρδαλάκης Μ., (επιμ.) (2018), Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων,  σελ. 151- 180.

[56] Βλ. Μανιτάκη Α., H εντυπωσιακή, παρά την κρίση, ανθεκτικότητα του Συντάγματος χάρη στην άδηλη μεταβολή του κανονιστικού νοήματός του, σελ. 11, στο: https://www.constitutionalism.gr/2020-05-01-manitakis-anthektikotita/  προσπέλαση 20.9.2023.

[57] Βλ. ιδίως Βλαχογιάννη Α., Το Σύνταγμα στη νέα Ευρωπαϊκή Οικονομική Διακυβέρνηση. Τάσεις και αλλοιώσεις του εθνικού συνταγματικού, Σάκκουλας, 2018, σ. 99.

[58] Βλ. Καλτσώνη Δ.,  Μεταπολιτευτική δημοκρατία και Σύνταγμα, περ. Τετράδια,  τευχ. 88-89 (2024-2025), σελ. 147-156.

[59] Βλ. Μανιτάκη Α., H εντυπωσιακή, παρά την κρίση, ανθεκτικότητα του Συντάγματος χάρη στην άδηλη μεταβολή του κανονιστικού νοήματός του, ο.π. σελ. 11 επ.

[60] Βλ. Καλτσώνη Δ. (2024), ο.π.

H συνύφανση του ελέγχου της συνταγματικότητας  του νόμου με το Δίκαιο της Ένωσης κατά την εναρμονισμένη ερμηνεία του Συντάγματος με το ίδιο, στο παράδειγμα  του  άρθρου 16 παρ. 5 και 8 εδ. β) Σ

Αντώνης Μανιτάκης, ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, επικεφαλής της επιστημονικής επιτροπής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Προεισαγωγικά. Το ζήτημα της  «εγκατάστασης»   πανεπιστημιακών Σχολών στη χώρα μας από κράτη-μέλη της ΕΕ και τρίτων χωρών, που έχουν υπογράψει τη συμφωνία GATS, (Γενική Συμφωνία για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου) έφθασε στα δικαστήρια,  εκδικάστηκε πρόσφατα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και  ανακοινώθηκε,  πριν το καλοκαίρι,το διατακτικό της απόφασης με μια συνοπτική  παρουσίαση του σκεπτικού της. Αναμένουμε από μέρα σε μέρα τη δημοσίευσή της για τον επιστημονικό σχολιασμό της.

Από το σύντομο σκεπτικό προκύπτει, πάντως, ότι το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο απέρριψε τις αιτιάσεις αντισυνταγματικότητας -υποθέτω- των αιτούντων, με βασικό επιχείρημα την εναρμονισμένη με το ενωσιακό  δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Παραθέτουμε την Ανακοίνωση του ΣτΕ για λόγους πληρέστερης ενημέρωσης και ακρίβειας:  «Οι διατάξεις των παρ. 5 και 8 του άρθρου 16 του Συντάγματος, ενόψει και του σκοπού τους, που συνίσταται στην παροχή υψηλού επιπέδου ανώτατης εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 16, η οποία κατοχυρώνει την ελευθερία της εκπαίδευσης και την ακαδημαϊκή ελευθερία, ερμηνεύονται – σύμφωνα και με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος αλλά και επί τη βάσει των αρχών της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλόπιστης συνεργασίας των κρατών μελών (αρ. 2 και 4 παρ.3 ΣΕΕ) – σε αρμονία με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ειδικότερα, οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις ερμηνεύονται ενόψει των νεότερων νομοθετικών και νομολογιακών δεδομένων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα οποία αφορούν την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης (αρ. 165 ΣΛΕΕ), την ελευθερία εγκατάστασης (αρ. 49 ΣΛΕΕ), καθώς και το θεμελιώδες δικαίωμα ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών (αρ. 14 παρ. 3 του Χάρτη). Επί τη βάσει των ανωτέρω, δεν αποκλείεται κατά το Σύνταγμα η ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων προερχομένων από την Ευρωπαϊκή Ενωση ή από χώρα συμβεβλημένη στην GATS, κατά τους όρους ειδικού νόμου, με τον οποίον διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο σπουδών και προστατεύεται η ακαδημαϊκή ελευθερία.

Η δημοσίευση και μόνο του διατακτικού  έχει προκαλέσει ήδη  προκαταβολικές, επικρίσεις συναδέλφων, θεσμικού ή πολιτικού κυρίως περιεχομένου.

Επειδή έχω υποστηρίξει από καιρό τη συνταγματικότητα του νόμου, αναγκάζομαι να επανέλθω, προκαταλαμβάνοντας και εγώ την δημοσίευσή της,  στα ήδη γεγραμμένα,  με μερικά πρόσθετα και ανανεωμένα επιχειρήματα  με άξονα κυρίως την  εναρμονισμένη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Τη θέση αυτή θα την συνοδεύσω με την απορία, αν ο δικαστής ασκώντας κατά προτεραιότητα  έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου και επικαλούμενος,  ως κανόνα αναφοράς ή ελέγχου της συνταγματικότητάς  του, το ενωσιακό δίκαιο,  συνεργεί σιωπηρά σε μια εφαρμογή και ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου και αν η ερμηνεία αυτή ισοδυναμεί με  έλεγχο της συμβατότητας του νόμου με το ενωσιακό δίκαιο.  (Λάβαμε  αυτή τη φορά υπόψη μας την  διεξοδική  μελέτη των Βενιζέλου- Σκουρή για τη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του άρθρου 16 παρ, 5 και 8 Σ, που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Σάκκουλα  το 2024 και κυρίως τη μελέτη του Βασίλη Σκουρή.

Το κρίσιμο, άρα,  ερώτημα που περιμένουμε την απάντηση  από την υπό δημοσίευση απόφαση είναι αν ο ακυρωτικός δικαστής, προβαίνοντας σε ερμηνεία του Συντάγματος σύμφωνα με ενωσιασικό δίκαιο, άσκησε κυρίως έλεγχο συνταγματικότητας ή συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο ή συνδύασε και τα δύο; Και αν ναι με ποιο τρόπο.

Στο παρόν σημείωμα θα επικεντρωθώ κυρίως στην αντίκρουση των επιχειρημάτων αντισυνταγματικότητας  που είχαν διατυπωθεί από τους προσφεύγοντες. Είναι αυτονόητο ότι θα περιοριστώ σε νομικά, αποκλειστικά, επιχειρήματα.

 

 H επιταγή της συσταλτικής ερμηνείας του 16 παρ. 5 και 8 εδ. β Σ έρχεται πρώτη

Η πρώτη αιτίαση των συναδέλφων που είχαν προσφύγει και αυτών που  επικρίνουν την αδημοσίευτη ακόμη απόφαση βασίζεται στον ισχυρισμό ότι  η διάταξη είναι  ρητή και  σαφής,  τόσο ώστε δεν επιδέχεται καν ερμηνείας.  Επικαλούνται μάλιστα, για να ενισχύσουν την άποψή τους, τη λατινική ρήση in claris non fit interpretation, επί των σαφών διατάξεων δεν χωρεί ερμηνεία.   Υποστηρίζουν ακόμη ότι η γραμματική ερμηνεία της επίμαχης διάταξης δεν αφήνει περιθώρια για τελολογική ή συστηματική ερμηνεία της. Η ελεύθερη με νόμο εγκατάσταση, άρα, στη χώρα μας παραρτημάτων πανεπιστημίων που έχουν ιδρυθεί σε χώρες της ΕΕ,  έστω και αν στηρίζεται στην επίκληση της ελεύθερης εγκατάστασης παραρτημάτων και παροχής πανεπιστημιακών υπηρεσιών επ’ αμοιβή, ή ακόμη και στην ακαδημαϊκή ελευθερία, που κατοχυρώνεται στη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, ισχυρίζονται οι πολέμιοι του νόμου, ότι η συνταγματική απαγόρευση της «σύστασης» Σχολών   δεν παρακάμπτεται. Το Σύνταγμα υπερέχει σε κάθε περίπτωση του Ενωσιακού Δικαίου , ακόμη και αν η απαγόρευση είναι απόλυτη και γενική και θίγει τις οικονομικές και ακαδημαϊκές ελευθερίες της ΕΕ. Κάθε απόπειρα, λένε, παραμερισμού της συνιστά  ερμηνεία contra legem, που είναι ανεπίτρεπτη.

Και όμως όσο διαυγής και αληθοφανής και αν φαίνεται η άποψη αυτή, επιδέχεται θεωρητική αντίκρουση και υπόκειται σε σοβαρή αμφισβήτηση με βάση τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Ας αρχίσουμε έχοντας  ως παράδειγμα το λεκτικό ή το γράμμα της επίμαχης συνταγματικής απαγορευτικής διάταξης. Η ανάγνωσή της, και μόνο, γεννά  τις εξής ερμηνευτικές απορίες: η απαγόρευση ‘σύστασης’ περιλαμβάνει και την «εγκατάσταση παραρτημάτων» αλλοδαπών,   κρατικών ή μη, πανεπιστημίων, αν ναι, γιατί; με ποια ερμηνεία; Στον όρο  «ιδιώτες» συμπεριλαμβάνονται και τα ιδιωτικά ιδρύματα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα;

Η γραμματική, πάντως ερμηνεία, που υπερασπίζονται με πάθος οι πολέμιοι του νόμου, το αποκλείει. Διότι άλλο γραμματικά είναι η  σύσταση Σχολών και άλλο ή εγκατάσταση  πανεπιστημιακών παραρτημάτων, ιδρυμένων ήδη σε άλλες χώρες Σχολών, όταν μάλιστα πρόκειται για χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπονται από την ελευθερία εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής πανεπιστημιακών υπηρεσιών.

Άλλωστε,  δεν υπάρχει φράση γραπτή ή προφορική, που δεν υπόκειται σε ερμηνεία, που να μην είναι έμπλεη νοημάτων, τα οποία ο αναγνώστης και ερμηνευτής οφείλει να ανακαλύψει  ή να επινοήσει, ενόψει νέων κάθε φορά πραγματικών και νομικών περιστατικών.   Πόσο μάλλον το Σύνταγμα.  

Η διάταξη του άρθρου 16 παρ.8 εδ.βΣ,   «απαγορεύει», ως γνωστόν, ρητά και απερίφραστα, τη «σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες». Η γραμματική και ιστορική ερμηνεία της διάταξης, όπως άλλωστε προκύπτει και από τη σχετική νομολογία και θεωρία, δεν αφήνει και πολλές αμφιβολίες, ως προς το γραμματικό νόημά της. Πρόκειται για μια γενική και απόλυτη συνταγματική απαγόρευση ίδρυσης στην ελληνική επικράτεια πανεπιστημιακών Σχολών ανώτατης εκπαίδευσης ιδιωτικού χαρακτήρα.

Η παραπάνω συνταγματική απαγόρευση τελεί, εξάλλου, σε νοηματική αρμονία και με τη διάταξη του ίδιου άρθρου 16 παρ. 5, που επιτάσσει, και αυτή ρητά, «την παροχή ανώτατης εκπαίδευσης αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου». Οι δύο αυτές διατάξεις θα πρέπει επομένως να ερμηνεύονται συνδυαστικά, όπως άλλωστε  συμβαίνει  στην πράξη,  παγίως, από τη νομολογία και θεωρία.

Οι κρινόμενες διατάξεις ( 16 παρ. 5 και 8 εδ. β Σ) εισάγουν, χωρίς αμφιβολία, μια ρητή εξαίρεση από τον «γενικό κανόνα» της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 16 παρ.1Σ., που καθιερώνει, ως θεμελιώδη συνταγματική αρχή, «την ελευθερία της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας». Υπόκεινται άρα και πρέπει να υπόκεινται, ως εξαιρετικές,  σε σχέση με έναν γενικό επιτρεπτικό κανόνα, σε στενή ή συσταλτική ερμηνεία.

Το αντίθετο συμβαίνει, βέβαια, και πρέπει να συμβαίνει με τον συνταγματικό  κανόνα των   ελευθεριών της παιδείας, της επιστήμης, της εκπαίδευσης και διδασκαλίας, που ως θεμελιώδεις  και ανεπιφύλακτες θα πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά. (Φ. Σπυρόπουλος, Ερμηνεία του Συντάγματος, Αντ. Σάκκουλας, 1999, σ. 91-93). Όπως ακριβώς συμβαίνει και με όλες τις συνταγματικές ελευθερίες, οι οποίες θεωρούνται και αντιμετωπίζονται και ως συνταγματικές αρχές ή αξίες με πρώτη και καλύτερη εκείνη της     συνταγματικής αρχής του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, ως ελεύθερου προσώπου και της  ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του καθένα, (άρθρα 2 παρ.1Σ και 5 παρ.1Σ), καθώς και με τις ελευθερίες που συνδέονται ή  προϋποθέτουν την ελεύθερη διάδοση των ιδεών (άρθρο 14Σ) και την ελευθερία της διδασκαλίας, της έρευνας και της επιστήμης (άρθρο 16 Σ).

Όταν   επομένως, ανακύπτει ερμηνευτική αμφιβολία, ως προς το νόημά τους ή ως προς την  έκτασης του πεδίου της εφαρμογής τους,  όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την απόλυτη απαγόρευση ίδρυσης ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος από ιδιώτες, τότε  ο συνταγματικός περιορισμός, που εισάγεται στην ελευθερία σύστασης Σχολών από ιδιώτες, ερμηνεύεται  και πρέπει να ερμηνεύεται, εν αμφιβολία, υπέρ της ελευθερίας και όχι βέβαια υπέρ της διεύρυνσης του περιορισμού. (in dubio pro libertate: Φ. Σπυρόπουλος, Ερμηνεία του Συντάγματος, σ. 172)..

Η ερμηνευτική προσέγγιση, πάντως, της κρινόμενης απαγόρευσης, που επικράτησε  στη νομολογία και θεωρία, ήταν, παραδόξως η  διασταλτική, αντί της  συσταλτικής, παρόλο που  καθιέρωνε περιορισμό. Η  παντοκρατορία της   βρέθηκε ωστόσο  αντιμέτωπη, μερικές δεκαετίες   μετά, με  τις θεμελιώδεις οικονομικές  ελευθερίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, την ελεύθερη εγκατάσταση και την ελεύθερη παροχή ακαδημαϊκών υπηρεσιών. Καθώς και  με μια συνταγματική πραγματικότητα, με ένα πραγματικό σύνταγμα,  που  διαρκώς πλάθονταν, ως προς το νόημά του, κατά την εφαρμογή και ερμηνεία του τυπικού συντάγματος και από τη νομοθετική και τη συνταγματική πρακτική.  Έτσι η συνταγματική πραγματικότητα εξελισσόταν, ερήμην της απαγόρευσης του τυπικού Συντάγματος, μέσω της άδηλης και διαρκούς τροποποίησης του Συντάγματος από τη νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ και από τις αποφάσεις των νομοθετικών οργάνων της με την έκδοση οδηγιών και κανονισμών, έχοντας ενσωματώσει πχ. την κοινωνική πραγματικότητα των διάσπαρτων και πολυπληθών ιδιωτικών κολλεγίων, παρακάμπτοντας  έτσι, «νομότυπα», τη συνταγματική απαγόρευση ίδρυσης ή σύστασης  ιδιωτικών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με βάση την εφαρμογή μιας Οδηγίας.

 

2 Τρία πλήγματα  στο κύρος  της συνταγματικής απαγόρευσης: τα ιδιωτικά κολλέγια, η εξελισσόμενη νομολογία του ΔΕΕ και του ΣτΕ και η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

Τρεις ήταν και είναι οι κύριες πηγές αµφισβήτησης της ισχύουσας μέχρι σήμερα ερμηνείας της συνταγματικής απαγόρευσης της ίδρυσης ή εγκατάστασης πανεπιστημιακών παραρτημάτων στη χώρα μας. α) τα ιδιωτικά κολέγια, β) η νοµολογία των ελληνικών δικαστηρίων και του ∆ικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης και γ) ο Χάρτης των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ε.Ε., που προστατεύει ρητά την ακαδηµαϊκή ελευθερία.

α) Ως προς την πρώτη πηγή διακινδύνευσης, µια πληθώρα παραρτηµάτων αλλοδαπών πανεπιστηµίων, τα επονοµαζόµενα Colleges, έχουν κατακλύσει τη χώρα και λειτουργούν στην ελληνική επικράτεια, ως εταιρείες ιδιωτικές, που παρέχουν υπηρεσίες πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης επ΄αμοιβή και απονέµουν πτυχία. Σε συµµόρφωση προς την Οδηγία 2005/36/ ΕΚ και Συµβουλίου, ο νοµοθέτης (ν. 3696/2008) «νοµιµοποίησε» τους φορείς της άτυπης µεταλυκειακής εκπαίδευσης και προέβλεψε ότι τα ιδιωτικά κολέγια µπορούσαν να συνάπτουν συµβάσεις συνεργασίας, δικαιόχρησης ή πιστοποίησης, (franchising ή validation) µε ξένα πανεπιστήµια και να χορηγούν διπλώµατα σε φοιτητές, που συµπληρώνουν επιτυχώς προπτυχιακές σπουδές τριετούς τουλάχιστον διάρκειας ή και µεταπτυχιακές.

Η ελληνική νοµολογία, ακολουθώντας τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου της Ε.Ε., δέχτηκε ότι η πανεπιστηµιακή εκπαίδευση που παρέχεται από πανεπιστηµιακά «παραρτήµατα» µιας χώρας που είναι εγκατεστηµένα σε άλλη χώρα και εξοπλίζει τους πτυχιούχους µε προσόντα, που τους επιτρέπουν να ασκήσουν ένα επάγγελµα, σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει τα πτυχία που χορηγούνται να θεωρούνται ισοδύναµα, επαγγελµατικά, µε αυτά της χώρας εγκατάστασης.

Με την αποδοχή όµως της ενωσιακής αυτής νοµολογίας, η ελληνική συνταγµατική τάξη βρέθηκε µπροστά σε ένα συνταγµατικό παράδοξο: να λειτουργεί στην Ελλάδα µια πλειάδα αλλοδαπών πανεπιστηµιακών σχολών, που παρέχει υπηρεσίες ανώτατης εκπαίδευσης υπό τον προσχηµατικό νοµικό µανδύα της δικαιόχρησης. Την ίδια στιγµή που απαγορευόταν και απαγορεύεται «συνταγµατικά» η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα, ως παραρτηµάτων πανεπιστηµίων της αλλοδαπής. Και µάλιστα χωρίς καµία, προηγούμενη ιδρυµατική ή τµηµατική αξιολόγηση ή εποπτεία του κράτους, όπως απαιτεί ρητά το Σύνταγμα.

Πρόκειται στη πραγματικότητα για μια αθέμιτη  προνομιακή μεταχείριση, που καλύπτεται από έναν ερμηνευτικό  συνταγματικό «στρουθοκαμηλισμό».   Και σε κάθε περίπτωση για μια μορφή καταστρατήγησης του Συντάγματος.

Το αποτέλεσμα ήταν  να βρεθεί  η επίμαχη διάταξη της απαγόρευσης ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων   αποψιλωμένη και περικυκλωμένη,  χωρίς να το καταλάβει, από μια νομολογία που σταδιακά είχε αρχίσει να χαλαρώνει τα λουριά της, καθώς  και από μια επικριτική θεωρία που σφυρηλατούσε  με καταιγιστικά πυρά την  στενόκαρδη ερμηνεία και εφαρμογή της αναχρονιστικής αυτής διάταξης,  προτείνοντας παράλληλα την επείγουσα  αναθεώρησή της (Σπύρος Βλαχόπουλος, Σύνταγμα και μη κρατικά πανεπιστήμια, ΔτΑ, 77/2018, σ. 679-683, και Πόρισμα της 29ης Οκτωβρίου 1990,   Επιστημονικής  Επιτροπής για το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την ίδρυση και λειτουργία στην Ελλάδα μη κρατικών πανεπιστημίων, Εφημ ΔΔΔ 2/2022, σ. 243-274. Κυρίως την πρωτοποριακή μονογραφία του Νίκου Αλιβιζάτου, με τον εύγλωττο τίτλο, ‘Πέρα από το άρθρο 16, Τα πρίν και τα μετά’, Μεταίχμιο, 2007,   στην οποία, αφού ασκείται κριτική στην  αναχρονιστική  διάταξη του άρθρου 16, αναζητείται μια ερμηνεία πέρα από την στεγνή ρύθμιση της οργάνωσης  των πανεπιστημίων με τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου).

β) Ενα δεύτερο ισχυρό πλήγµα στον διάτρητο ήδη από τα κολέγια ξύλινο κλοιό της συνταγµατικής απαγόρευσης ίδρυσης από ιδιώτες πανεπιστημιακών Σχολών ή εγκατάστασης πανεπιστηµιακών παραρτηµάτων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε επέλθει και από τη νοµολογία του ∆ικαστηρίου της Ε.Ε., ήδη από την προηγούµενη δεκαετία. Επαναλήφθηκε πρόσφατα µε την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, υπόθεση C66/18 (γνωστή ως υπόθεση Soros), Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας. Και σε αυτήν διακηρύχθηκε µε τρόπο εµφατικό, «ότι η επ’ αµοιβή διοργάνωση µαθηµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης αποτελεί οικονοµική δραστηριότητα, που εµπίπτει στο κεφάλαιο της Συνθήκης το οποίο αφορά την ελευθερία εγκατάστασης, εφόσον ασκείται από υπήκοο ενός κράτους-µέλους εντός άλλου κράτους-µέλους». Στη συνέχεια επισηµάνθηκε ότι επιτρέπεται σε µια εταιρεία που έχει συσταθεί «σύµφωνα µε τη νοµοθεσία του κράτους-µέλους όπου έχει την καταστατική έδρα της, να ιδρύσει υποκατάστηµα σε άλλο κράτοςµέλος». Αυτό ισχύει φυσικά και για τα παραρτήµατα πανεπιστηµίων.

 

  1. Η ελευθερία ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων ως μορφή της ακαδημαϊκής ελευθερίας στην Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ

γ) Το τρίτο θανατηφόρο πλήγµα στη συνταγµατική απαγόρευση ίδρυσης και όχι απλώς εγκατάστασης παραρτηµάτων ιδιωτικών σχολών, επήλθε ευθέως από τον Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, µε την οποία κατοχυρώθηκε ρητά η ακαδηµαϊκή ελευθερία. Ετσι, στο άρθρο 14 περίοδος 2, ορίζεται ότι «[η] ακαδηµαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή». Ενώ στην περίοδο 3 του ίδιου άρθρου διακηρύσσεται ειδικότερα «η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, µε σεβασµό στις δηµοκρατικές αρχές, και σύµφωνα µε τις εθνικές νοµοθεσίες που διέπουν την άσκησή της».

Στις ερµηνευτικές επεξηγήσεις, εξάλλου, που συνοδεύουν τη Χάρτα διευκρινίστηκε, ότι «[η] ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων κατοχυρώνεται ως µορφή της επιχειρηµατικής ελευθερίας».

Για το ίδιο θέµα, η ελληνική συνταγµατική θεωρία δεν έµεινε αδιάφορη. Είχε την τύχη να διαθέτει από το 2018 µια προδροµική µελέτη σχετικά µε την ακαδηµαϊκή ελευθερία και την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστηµίων στην Ελλάδα, µε ρητή αναφορά στο άρθρο 14 παρ. 3 του Χάρτη των Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων. Συγγραφέας της, ο δρ Ιωάννης Σαρµάς, πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τέως (υπηρεσιακός) πρωθυπουργός [∆ικαιώµατα του Ανθρώπου,(∆τΑ), 2018, 647-677].

Στη µελέτη αυτή ο πρόεδρος Σαρµάς καταλήγει γράφοντας: «Ο Χάρτης θεµελιωδών δικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατοχυρώνει στο άρθρο 14 παρ. 3 αυτού την ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, καθώς δε δεν γίνεται στο άρθρο αυτό διάκριση µεταξύ εκπαιδευτικών ιδρυµάτων, καλύπτονται από αυτό και τα ιδρύµατα της τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, δηλαδή και τα πανεπιστήµια. Η εν λόγω ελευθερία είναι “µορφή της επιχειρηµατικής ελευθερίας” και εποµένως προστατεύεται από αυτήν η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστηµίων από κερδοσκοπικές επιχειρήσεις».

Αν µεταφέραµε τώρα τα νοµολογικά και θεσμικά  δεδοµένα που εξετάσαµε, εθνικά και ενωσιακά, στην περίπτωση που µας απασχολεί, θα καταλήγαµε, χωρίς δισταγµό, στη διαπίστωση ότι η εν λόγω συνταγµατική απαγόρευση βρίσκεται σε οξεία ερµηνευτική δυσαρµονία, όχι µόνο µε τις οικονοµικές ελευθερίες της Ε.Ε. αλλά και µε την ακαδηµαϊκή ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυµάτων ή παραρτηµάτων, έτσι όπως αυτή προστατεύεται από τον Χάρτη. Η αντινοµία αυτή θα µπορούσε να αρθεί µόνον αν της αποδίδαµε, επιχειρώντας μια εναρμονισμένη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία της, νόηµα συµβατό µε αυτό των οικονομικών και  ακαδηµαϊκών ελευθεριών της Ε.Ε.. όπως κατοχυρώνονται στη Ευρωπαϊκή Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

Η τελευταία αποτελεί  πλέον ένα κείμενο δεσμευτικού χαρακτήρα, που περιέχει κανόνες που δικαίου, με μεγάλη ερμηνευτική σημασία. (Βασίλειος Σκουρής, πρώην Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ‘To Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων’ (Αντιφώνηση του τιμωμένου κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο διδάκτορα Νομικής , 10-Ιουνίου 2011=constitutionalism.gr -on line)

Αν επομένως  προηγούμενη νομολογία του  Δικαστηρίου της ΕΕ μεταφερθεί στην ελληνική συνταγματική πραγματικότητα,   όπου υπάρχει μια συνταγματική διάταξη που απαγορεύει ρητά την άσκηση της ελευθερίας   εγκατάστασης πανεπιστημιακού ιδρύματος ή παραρτήματος από ιδιώτη στη  χώρα μας, τότε έχουμε σίγουρα περίπτωση εφαρμογής δικαίου της Ένωσης, οπότε η εθνική αυτή απαγόρευση, θα πρέπει, ανεξάρτητα αν πρόκειται για διάταξη συνταγματική, να εξεταστεί, όπως και κάθε άλλη διάταξη της εννόμου τάξεως, αν συνάδει  με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. 

Θα πρέπει, εξάλλου, να υπογραμμιστεί, εν παρόδω,   ότι ο Έλληνας νομοθέτης στον πρόσφατο νόμο για την ανώτατη εκπαίδευση (ν.4957/2022, ΦΕΚ Α΄ 141/21-07-2022) πρόβλεψε ρητά στο άρθρο 6 τη δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων ελληνικών πανεπιστημίων σε αλλοδαπή χώρα. Αν το επέτρεψε για τον εαυτό του, πως μπορεί να μην το επιτρέψει και για την χώρα όπου θα εγκατασταθεί το ελληνικό παράρτημα; Δεν πρέπει να ισχύει και το αντίστροφο; Δεν θα πρέπει να ισχύει εδώ η αρχή της αμοιβαιότητας; Τι θα κάνει η χώρα μας, αν ένα ιδιωτικό πανεπιστημιακό ίδρυμα της χώρας μας  επιδιώξει  εγκαταστήσει  ελληνικό πανεπιστημιακό παράρτημα σε χώρα τη Ένωσης;  Όπως συνέβη τελικά με την εγκατάσταση παραρτημάτων Σχολών του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κύπρο: θα απαγορευτεί η εγκατάστασή του,  όταν μάλιστα ανέχεται συνταγματικά τα ιδιωτικά ´Κολλέγια΄ πανεπιστημίων των χωρών της Ένωσης; Δεν άνοιξε η νομοθετική αυτή διάταξη ένα παράθυρο στην εγκατάσταση ιδιωτικών αλλοδαπών παραρτημάτων πανεπιστημίων και δεν αποτελεί αυτό  υπέρβαση, εξ αντιθέτου, απαγορευτικής συνταγματικής διάταξης;

 

  1. Ο συνταγματικός γνώμονας της αρχής της αναλογικότητας ως κοινή θεμελιώδης δικανική αρχή της ελληνικής και ενωσιακής έννομης τάξης. Το νομολογιακό προγούμενο του ΄βασικού μετόχου΄

 Μένει  να εξεταστεί, αν η συνταγματική απαγόρευση  ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων αντέχει στη δοκιμασία του δικανικού γνώμονα της  αναλογικότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 παρ.1Σ. και ισχύει και  στο δίκαιο της Ένωσης, ως κοινή αρχή του δικαίου της.

Το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει ότι «οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο αυτών των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Προκειμένου να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, οι περιορισμοί επιτρέπονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων».

Με αυτήν ακριβώς την ερμηνευτική πρόσληψη εφαρμόστηκε στην περίφημη απόφαση του «βασικού μετόχου», που απασχόλησε επί μία δεκαετία την ελληνική συνταγματική  νομολογία και θεωρία  και αποτέλεσε μια hard case υπόθεση για τα ελληνικά νομολογιακά  δεδομένα. (βλ. Aντώνη Μανιτάκη, ‘Η Προτεραιότητα Εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου Έναντι του Συντάγματος, η Εναρμονισμένη με το Κοινοτικό Ερμηνεία του και η Τεχνική της Αναλογικότητας (με αφορμή το τέλος του «Βασικού Μετόχου»), σε ‘Το Δικαστήριο της ΕΕ Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών’, Συνέδριο προς τιμήν του Βασιλείου Σκουρή, Σάκκουλας, 2016, σ. 97-104 και  κυρίως την κριτική μελέτη για τις σχέσεις  εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου του  Αντιπροέδρου ε.τ. ΣτΕ και εισηγητή της υπόθεσης, Χρήστου Ράμμου, ‘Ό Αντώνης Μανιτάκης, η δικαστική περιπέτεια του Βασικού μετόχου και οι σχέσεις εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου’, Σάκκουλας 2019, σ.513).

Στην υπόθεση εκείνη επίδικο αντικείμενο ήταν κάτι παρόμοιο με αυτό που μας απασχολεί εδώ, με μια σημαντική και μη αμελητέα διαφορά: στην υπόθεση του ‘βασικού μετόχου’ την αντίθεση στο ενωσιακό δίκαιο της επίδικης συνταγματικής διάταξης  του άρθρου 14 παρ. 9Σ, την επικαλούνταν οι αιτούντες, οι οποίοι  είχαν υποστηρίξει την αντίθεση και της σχετικής νομοθετικής ρύθμισης  στο ενωσιακό δίκαιο (η επίδική διάταξη όριζε  ότι ‘η  ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου ή βασικού μετόχου…είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη, εταίρου ή βασικού μετόχου κλπ…επιχείρησης΄ δημοσίων έργων ή προμηθευτών του δημοσίου’. Το ίδιο ίσχυε και για τα παρένθετα συγγενικά πρόσωπα  που ήταν φορείς της ίδιας  ιδιότητας’. Επί πλέον η υπόθεση είχε αχθεί με τη διαδικασία της προδικαστικής παραπομπής από το ΣτΕ στο ΔΕΕ με ερώτημα αν η σχετική ρύθμιση της εθνικής έννομης τάξης είναι αντίθετη ή αν συνάδει με το ενωσιακό δίκαιο.

Η απάντηση του ΔΕΕ ήταν καταφατική, διότι η διάταξη καθιέρωνε  έναν γενικό και απόλυτο περιορισμό στην άσκηση μιας επιχειρηματικής δραστηριότητας και προσέβαλε την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού με τρόπο υπέρμετρο και μη αναγκαίο χωρίς να εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, από αυτούς που είναι επιτρεπτοί και προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά την απάντηση που έλαβε στα ερωτήματά του από το Δικαστήριο, προχώρησε σε μια εναρμονισμένη με το δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του επίδικου συνταγματικού περιορισμού κρίνοντάς τον με γνώμονα την αρχή της αναλογικότητας, την οποία  ρητά κατοχυρώνει άλλωστε και το ελληνικό Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα ο Έλληνας δικαστής προκειμένου να παρακάμψει την δοκιμαζόμενη ερμηνευτικά διάταξη του άρθρου 14 παρ.9 του Συντάγματος, προέβη σε  μια ερμηνευτική υπέρβαση του   απόλυτου και γενικού χαρακτήρα της συνταγματικής  διάταξης, παρακάμπτοντάς την.

Αυτό είχε ως έννομη συνέπεια,  η ασύμβατη με το δίκαιο της Ένωσης διάταξη του άρθρου 14 παρ.9Σ   να εξακολουθεί μεν τυπικά να ισχύει, ακόμη και σήμερα, να παραμένει όμως ανεφάρμοστη, κανονιστικά νεκρή, εφόσον είχε κριθεί από το ΣτΕ ότι το νόημά της, έτσι όπως είχε καθιερωθεί, βρισκόταν σε δυσαρμονία με αρχές και ελευθερίες του δικαίου της Ένωσης. ( ΣτΕ 3470/ 2011, ΣτΕ 3670/2006 και ΔΕΚ,  213/2007, υπόθεση Βασικού μετόχου, Απόφαση της 16/12/2008).

Το  νομολογιακό αυτό δεδομένο  δημιουργεί έναν στέρεο νομολογιακό προηγούμενο. Αξίζει τον κόπο να θυμηθούμε το σκεπτικό:

«ερμηνευόμενη η επίμαχη διάταξη του άρθρου14 παρ. 9 του Συντάγματος, ως έχουσα την έννοια ότι απαγορεύει την ανάθεση δημοσίας συμβάσεως σε διαγωνιζόμενο αποκλειστικώς και μόνον εκ του γεγονότος ότι στο πρόσωπο του συντρέχει μια εκ των ασυμβιβάστων ιδιοτήτων, θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί αρχή τόσο της ελληνικής εννόμου τάξεως (κατοχυρούμενη, μάλιστα από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 25 παρ. 1 τελευταία περίοδο), όσο και της κοινοτικής, η οποία κατά την ρητή βούληση του αυτού συνταγματικού νομοθέτη πρέπει να εφαρμόζεται στην εσωτερική έννομη τάξη».

Η μεγάλη όμως συμβολή της απόφασης ΣτΕ 3470/2011 στη νομολογία έγκειται στην καθιέρωση, ως ερμηνευτικής πρακτικής στις σχέσεις εθνικού και ενωσιακού δικαίου, εκείνης της εναρμονισμένης -και όχι της σύμφωνης, όπως θα μπορούσε να είναι σε άλλη περίπτωση- με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος. Πρακτική που θεμελιωνόταν και συνταγματικά στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ και ειδικά και κυρίως στην ερμηνευτική δήλωση του ίδιου άρθρου. Έτσι κρίθηκε  ότι: «Η ερμηνεία αυτή των διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος, ενισχύεται άλλωστε και από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 του Συντάγματος από την οποία προκύπτει η υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, που αποτελεί, και την εκπεφρασμένη βούληση του Αναθεωρητικού νομοθέτη κατά τις συζητήσεις στην Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή, τόσον επί του άρθρου 14 παρ. 9 του Συντάγματος όσον και επί του άρθρου 28 αυτού (βλ. Πρακτικά Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, συνεδρίαση ΡΙΔ’ -14.2.2001 πρωί- σελ. 4851 επόμ. και ιδίως σελ. 4857 και 4859)».

 

  1. Η ερμηνεία του Συντάγματος,  όταν  συντρέχουν οι όροι της, σε αρμονία με το ευρωπαϊκό δίκαιο είναι  υποχρέωση συνταγματική.

Η ερμηνεία επομένως των συνταγματικών διατάξεων σε αρμονία με το Δίκαιο της Ένωσης, αποτελεί κατά τη συνταγματική νομολογία μας υποχρέωση συνταγματική, και όχι απλώς δυνατότητα, εφόσον, όμως, συντρέχουν οι διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 28 παρ. 2 και 3Σ.

Κατά συνέπεια,  αν η  γενική και απόλυτη απαγόρευση  ίδρυσης ιδιωτικού πανεπιστημίου του άρθρου 16 παρ. 5 και 8Σ  ερμηνευόταν    σε αρμονία με τις αρχές της ελεύθερης εγκατάστασης προσώπων  και επιχειρήσεων και με τη ρητή κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας ίδρυσης εκπαιδευτηρίων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα πανεπιστήμια,  όπως  κατοχυρώνονται στη συνθήκη της ΕΕ και στη Χάρτα των Θεμελιωδών  Δικαιωμάτων της ΕΕ, θα διαπιστώναμε  ότι η γενική και απόλυτη απαγορευτική αυτή συνταγματική  διάταξη δεν είναι συμβατή με το Δίκαιο της Ένωσης, σε ό,τι αφορά ειδικά  την απαγόρευση  εγκατάστασης παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, είτε κρατικών είτε μη κρατικών.

Χρειάζεται τέλος να υπογραμμιστεί ότι η εναρμονισμένη με το Δίκαιο της Ένωσης ερμηνεία του Συντάγματος δεν υποδηλώνει υπεροχή του Δικαίου της Ένωσης έναντι του Συντάγματος.  Η απόφαση μάλιστα  του ΔΕΕ στην υπόθεση του βασικού μετόχου αναφέρθηκε γενικά στην εθνική διάταξη χωρίς να κάνει διάκριση συνταγματικής ή νομοθετικής. (Βλέπε επ΄αυτού και τις κριτικές παρατηρήσεις του Χρήστου Ράμμου, ό.π., 519-535).

Με βάση  επομένως την ερμηνευτική αυτή μέθοδο  οφείλουμε να αποδώσουμε  στη σχετική απαγορευτική διάταξη    νόημα συμβατό με αυτό   των ακαδημαϊκών και οικονομικών ελευθεριών της ΕΕ, και ειδικά της ακαδημαϊκής ελευθερίας  και  της ελεύθερης παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών επ΄αμοιβή. Η επιβαλλόμενη επομένως συνταγματικά, υπό τις παρούσες συνθήκες, ερμηνεί α  της επίμαχης διάταξης άρθρου 16 παρ. 5 και  8Σ είναι να θεωρηθεί ότι η συνταγματική   απαγόρευση της σύστασης ιδιωτικών ανώτατων σχολών,  εφόσον αποκλείει με τρόπο γενικό και απόλυτο την εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια ιδιωτικών  αλλοδαπών παραρτημάτων πανεπιστημίων, είναι  ανεφάρμοστη, ως προς αυτό της το νόημα, και πρέπει να παραμεριστεί, στο μέτρο φυσικά που η εφαρμογή της εμπίπτει στο πεδίο του Δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι υπάρχει, άλλωστε, διασυνοριακός σύνδεσμος.

 

  1. Η συνύφανση του ελέγχου της συνταγματικότητας του νόμου με την ερμηνευτική επίκληση του δικαίου της  Ένωσης, ως εκδήλωση   μεταξύ τους σχέσης συναλληλίας

Μένει τώρα  σε εκκρεμότητα ένα τελευταίο ερώτημα,  γιατί ο δικαστής της υπόθεση της εγκατάστασης  πανεπιστημιακών παραρτημάτων στη χώρα μας δεν προσέφυγε με προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ; Με το ζήτημα αυτό συνδέεται το ερώτημα τι είδους έλεγχο άσκησε ο δικαστής καταλήγοντας στην απόφαση του και κρίνοντας το  νόμο για τα παραρτήματα συνταγματικό: έλεγχο της συνταγματικότητας ή έλεγχο της συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο.  Είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς επιλέγοντας το ένα από το δύο και αποκλείοντας το άλλο. Το προηγούμενο του «βασικού μετόχου» είναι, πάντως, δικονομικά, τουλάχιστον, διαφορετικό. Εκεί ο δικαστής κλήθηκε από τους προσφεύγοντες να λύσει μια ευθεία αντινομία του δικαίου της Ένωσης με το Σύνταγμα και επέλεξε να προσφύγει προδικαστικά στο Δικαστήριο ζητώντας την ερμηνεία μιας διάταξης ενωσιακού δικαίου, που είχε κληθεί να εφαρμόσει ενεργώντας στην προκειμένη περίπτωση ως ενωσιακός δικαστής. Εφαρμόζοντας ενωσιακό δίκαιο ήταν υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου. Φρόντισε ωστόσο στην απόφαση εκείνη που εξέδωσε να αναφερθεί στην αρχής της αναλογικότητας όπως αυτή κατοχυρώνεται και στο Ελληνικό Σύνταγμα. Ενήργησε πάντως κατά προτεραιότητα έλεγχο συμβατότητας,  ως δικαστής  και του Δικαίου της Ένωσης.

Στην υπόθεση που μας απασχολεί ο εθνικός δικαστής δεν κλήθηκε να λύσει αντινομία με το ενωσιακό δίκαιο ούτε χρειάστηκε να ερμηνεύσει το ενωσιακό δικαιο, όταν το επικαλέστηκε ερμηνεύοντας το  Σύνταγμα. Η ερμηνεία της ενωσιακής ελευθερίας ήταν δεδομένη. Δεν προέκυπτε επί πλέον αντινομία του νόμου με το ενωσιακό δίκαιο για να καταφύγει με προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ ασκώντας έτσι κατά προτεραιότητα έλεγχο της συνταγματικότητας. Εκείνο που φαίνεται  πάντως από τη δημοσίευση του ελάσσονος σκεπτικού είναι ότι ο δικαστής εξετάζοντας τους λόγους αντισυνταγματικότητας του κρινόμενου νόμου, θα πρέπει να έχει ξεκινήσει δικονομικά από τον έλεγχο της συνταγματικότητας, αφού κύριος και βασικός προβαλλόμενος λόγος ήταν η αντισυνταγματικότητα του. Η ερμηνεία της επίμαχης απαγορευτικής διάταξης σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο ερχόταν  ως λογική συνέπεια και κατάληξη της ερμηνευτικής διαδικασίας του άρθρου, με την επίκληση κυρίως της ακαδημαϊκής ελευθερίας σε συνδυασμό βέβαια και με την οικονομική ελευθερία  εγκατάστασης και της παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Η  επίκληση του ενωσιακού κανόνα  λειτούργησε στην προκειμένη περίπτωση ως κανόνας αναφοράς για τον έλεγχο  της συνταγματικότητας της επίδικης νομοθετικής διάταξης.

Η ερμηνευτική κατά συνέπεια αναγωγή στο ενωσιακό δίκαιο για την  επίλυση της ερμηνευτικής απορίας που δημιουργούσε η απαγορευτική διάταξη, καθιστούσε την προδικαστική παραπομπή στο δικαστήριο περιττή, αφού ο δικαστής δεν είχε αμφιβολία ως προς το νόημα του εφαρμοζόμενου κανόνα του ενωσιαού δικαίου και δεν είχε ερώτημα  να υποβάλει προδικαστικά στο Δικαστήριο σχετικά με  ενδεχόμενη αντινομία  συνταγματικού και ενωσιακού κανόνα. (Βλέπε σχετικά Βασίλη Σκουρή, Έλεγχος συνταγματικότητας ή και έλεγχος αντίθεσης  προς το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο; Ποια η σχέση μεταξύ τους και τι μπορεί ή οφείλει  να επιλέξει ο δικαστής και με ποια σειρά,  σε: ‘Το Σύνταγμα εν εξελίξει. Τιμητικός Τόμος για την Αντώνη Μανιτάκη’ , Σάκκουλας, 2019, σ. 499-512)

Άλλωστε στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθέτης ενήργησε σε αρμονία με το ενωσιακό δίκαιο, και επικαλέστηκε την εφαρμογή του για να δικαιολογήσει τον νόμο, γι αυτό  και θα ήταν τραγελαφικό   να εγκαλείται  για παραβίαση του ενωσιακού δικαίου από τους αιτούντες, αφού την αντισυνταματικότητά του πρόβαλαν κατά πρώτο και κύριο. Άρα θεωρώ ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχαμε να λύσουμε δικαστική διαφορά  ερμηνειας ενωσιακού δικαίου,  ούτε προέκυψε αντινομία και δεν  τέθηκε ζήτημα αμφισβήτησης του κύρους ενωσιακού κανόνα. Το πρόβλημα που ανέκυψε κατά την ερμηνεία του Συντάγματος  λύθηκε με την ερμηνευτική επίκληση των κρίσιμων για την υπόθεση ενωσιακών ελευθερίων, της ακαδημαϊκής και της ελευθερίας εγκατάστασης. Οι ελευθερίες αυτές λειτούργησαν  ως κανόνας αναφοράς ή ελέγχου της συνταγματικότητας  του νόμου. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας του επίδικου νόμου  συντελέστηκε, όταν συναντήθηκε με την ερμηνευτική επίκληση του ενωσιακού δικαίου.   Δεν είχαμε μεταξύ των δύο σχέση ιεραρχίας ή υπεροχής του ενός απέναντι στο άλλο,  αλλά, παραστατικά μιλώντας, μια  σχέση συναλληλίας, και για την ακρίβεια,    μια αρμονική ερμηνευτική συνύφανση.

 

Το συνταγματικό δικονομικό δίκαιο ως επιμέρους (κοινό) πεδίο του συνταγματικού και του δικονομικού δικαίου – Με αφορμή το βιβλίο του Β. Τσιγαρίδα, o συγκεκριμένος χαρακτήρας του ελέγχου συνταγματικότητας στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης

Ακρίτας Καϊδατζής, Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.
  1. Το δίκαιο είναι ενιαίο. Η κατάτμησή του στους επιμέρους κλάδους του δημόσιου και του ιδιωτικού δικαίου είναι τεχνητή. Εξυπηρετεί βεβαίως σημαντικούς εκπαιδευτικούς και συστηματικούς σκοπούς. Έχει όμως και μια δυσάρεστη για την επιστήμη του δικαίου παρενέργεια: την, συνεπεία της στεγανοποίησης των επιμέρους δικαιικών πεδίων, επιστημονική και ερευνητική ‘μονοκαλλιέργεια’, η οποία καταλήγει στη διαμόρφωση του είδους του επιστήμονα που θα μπορούσε να αποκληθεί ‘εξειδικευμένος βλάκας’ (educated fool). Δεν μπορεί να είναι καλός ένας νομικός που δεν έχει αίσθηση της θέσης του δικαιικού κλάδου που υπηρετεί εντός του (εν γένει) δικαίου. Και σίγουρα δεν έχει υπάρξει σπουδαίος νομικός που να μην έχει γερή εποπτεία του δικαίου ως τέτοιου –και άρα των επιμέρους κλάδων του.

Αν τα παραπάνω ισχύουν γενικά, κατά μείζονα λόγο ισχύουν για το δικονομικό δίκαιο. Όπως το (ουσιαστικό) δίκαιο, έτσι και η δικονομία είναι, καταρχήν και κατά βάση, ενιαία. Γιατί και η δίκη ως κοινωνικός και δικαιικός θεσμός είναι καταρχήν ενιαία, παρά την κατάτμησή της, στη νεότερη εποχή, σε διακριτές δικαιοδοσίες. Οι επιμέρους κανόνες διεξαγωγής της δίκης μπορεί να παραλλάσσουν ανά δικαιοδοσία, όμως οι βασικές αρχές και, ιδίως, η φιλοσοφία και η εσωτερική λογική της δίκης είναι κατά βάση κοινές. Δεν μπορεί να είναι καλός ένας μελετητής οποιασδήποτε από τις επιμέρους δικονομίες –και στη χώρα μας έχουμε πολλές– αν δεν έχει αντίληψη του δικονομικού δικαίου ως τέτοιου.

  1. Μετά από μιαν εντυπωσιακή διδακτορική διατριβή (H αρχή jura novit curia στη διοικητική δίκη, Εκδ. Σάκκουλα, 2021), ο Βασίλης Τσιγαρίδας επιβεβαιώνει με το δεύτερο βιβλίο του πως, εκτός από πολύ καλός –ίσως ο καλύτερος της γενιάς του– ερευνητής του δημόσιου δικαίου, είναι και πολύ γερός δικονομολόγος. Το μόνο που θα μπορούσε κάποιος να προσάψει στο νέο έργο του (Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του ελέγχου συνταγματικότητας στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης, Νομική Βιβλιοθήκη, 2025)[1] είναι πως περιορίζει την πραγμάτευση του θέματος «στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης» μόνο. Όσα γράφει ισχύουν, καταρχήν, για κάθε δικαιοδοσία. Παρά τις επιμέρους διαφορές, η συνταγματική νομολογία των άλλων κλάδων επιβεβαιώνει τις βασικές θέσεις του συγγραφέα –και επίσης φωτίζει καλύτερα τις παθογένειες του ελέγχου συνταγματικότητας στη διοικητική δίκη που ο συγγραφέας αναδεικνύει. Η σύντομη αλλά πυκνή αναφορά στη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων (σ. 46-47) είναι, από την άποψη αυτή, διαφωτιστική.

Η μονογραφία του Β. Τσιγαρίδα είναι υποδειγματική. Ξεχωρίζει όχι μόνο για τη διεισδυτικότητα της σκέψης του και την εμβριθή και –επιτέλους!– κριτική εξέταση ενός ογκωδέστατου σώματος νομολογίας, αλλά και για την άνεση με την οποία κινείται σε περισσότερους δικαιικούς κλάδους. Ξεκινώντας από τη φιλοσοφία και μεθοδολογία του δικαίου, προκειμένου να ορίσει τις μεθοδολογικές προκείμενες της μελέτης του (σ. 4 επ.), συνεχίζει με το συνταγματικό δίκαιο, εξετάζοντας το θεμέλιο και τη λειτουργία του ελέγχου συνταγματικότητας (σ. 15 επ.), για να καταλήξει στο δικονομικό δίκαιο, όπου μελετά τον έλεγχο στο πλαίσιο της δίκης και τις συνέπειές του για τη δικαστική απόφαση (σ. 55 επ.).

Βασική θέση του συγγραφέα είναι πως αυτό που κυρίως διακρίνει το σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων που τυποποιείται στο άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος είναι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του. Ως τέτοιον αντιλαμβάνεται τη διενέργεια του ελέγχου ενόψει και υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της κάθε υπόθεσης (σ. 22 επ.). Τα δικαστήρια, με άλλα λόγια, δεν ελέγχουν τη διάταξη, το γυμνό γράμμα του νόμου, αλλά τον κανόνα δικαίου που απορρέει από την εφαρμογή της διάταξης σε κάθε υπόθεση. Η διάκριση διάταξης και κανόνα βρίσκεται στη μεθοδολογική αφετηρία της μελέτης (σ. 9 επ.). Από μια διάταξη απορρέουν τόσοι κανόνες όσες και οι εφαρμογές της. Οι κανόνες αυτοί μπορεί να είναι –και πολύ συχνά είναι– πανομοιότυποι. Ενδέχεται όμως και να διαφέρουν, όταν οι πραγματικές (ή και νομικές) περιστάσεις της εφαρμογής της διάταξης είναι ουσιωδώς διαφορετικές. Αντιστοίχως ενδέχεται να διαφέρει η κρίση μας επί της συνταγματικότητας διαφορετικών κανόνων που απορρέουν, σε διαφορετικές περιστάσεις, από την ίδια διάταξη. Με άλλα λόγια, κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας του άρθρου 93 παρ. 4 δεν ελέγχεται (αφηρημένα) ο νόμος καθαυτόν και ως τέτοιος, αλλά (συγκεκριμένα) η εφαρμογή του σε ορισμένη κάθε φορά υπόθεση.

Με αφετηρία αυτή την κύρια θέση, ο συγγραφέα εξετάζει, στο κύριο μέρος της μελέτης, τις αποκλίσεις αφηρημένου ελέγχου που προβλέπονται στο σύστημά μας (σ. 107 επ.). Εδώ εμπίπτουν, ιδίως, ο ευθύς και αφηρημένος έλεγχος που ασκούν το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 για την άρση της αμφισβήτησης από αντίθετες αποφάσεις ανώτατων δικαστηρίων· κάπως λιγότερο, το μισθοδικείο του άρθρου 88 παρ. 2· και, προπαντός, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τον ακυρωτικό έλεγχο κανονιστικών πράξεων. Έχει σημασία ότι οι αποκλίσεις αυτές καθιερώνονται εκ του Συντάγματος. Γιατί ένα από τα κεντρικά πορίσματα –και μια μείζονος σημασίας συμβολή– της μελέτης  είναι πως είναι αμφίβολης συνταγματικότητας η νομοθετική και, ακόμα περισσότερο, νομολογιακή κατασκευή πρόσθετων αποκλίσεων αφηρημένου ελέγχου (σ. 139 επ.), όπως αυτός που τείνει εν τοις πράγμασι να ασκείται στην πρότυπη δίκη από το Συμβούλιο της Επικρατείας (εδώ θα πρέπει να προσθέσουμε και το Ελεγκτικό Συνέδριο) και, κατεξοχήν, ο κατά χρόνο περιορισμός των αποτελεσμάτων της κρίσης αντισυνταγματικότητας[2].

  1. Πέρα από το περιεχόμενό της, η μονογραφία του Β. Τσιγαρίδα συνιστά μια μείζονος σημασίας συμβολή στην ελληνική επιστήμη του δικαίου και για ένα άλλο, ίσως σημαντικότερο, λόγο. Ούτε λίγο ούτε πολύ, με αυτήν εγκαινιάζεται σε μονογραφικό επίπεδο ένας νέος (για τα ελληνικά πράγματα) δικαιικός κλάδος, που δεν έρχεται να διαιρέσει, αλλά να συνθέσει. Αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ‘συνταγματικό δικονομικό δίκαιο’ αποτελεί, ταυτόχρονα και εξίσου, πεδίο τόσο του συνταγματικού όσο και του δικονομικού δικαίου –και μάλιστα οριζόντια, διατρέχοντας τις δικονομίες των επιμέρους δικαιοδοτικών κλάδων.

Η ανάδειξη ενός κοινού πεδίου –και, κατά τούτο, ενός κοινού τόπου– που διατρέχει, ας το πούμε έτσι, διακλαδικά το θεσμό της δίκης έχει ανυπολόγιστη σημασία σε μιαν έννομη τάξη που μαστίζεται από έναν κακώς νοούμενο δικονομισμό. Για να μείνουμε μόνο στη διοικητική δίκη, που αποτελεί το αντικείμενο έρευνας της μονογραφίας: Άλλη δικονομία για τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, άλλη για το Συμβούλιο της Επικρατείας. Άλλη για τις διαφορές ουσίας, άλλη για τις ακυρωτικές. Αίφνης, φτάσαμε εσχάτως να έχουμε άλλη δικονομία για τις ακυρωτικές διαφορές ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και άλλη για τις ακυρωτικές διαφορές ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων –ένας δικονομικός διχασμός (bifurcation) ή σχιζο-δικονομία που αγγίζει τα όρια της γελοιότητας. Και βεβαίως, ας μη το ξεχνάμε, άλλη δικονομία για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Και επίσης –αυτό πια κι αν το ξεχνάμε– άλλη δικονομία για τα ειδικά ανώτατα δικαστήρια. Η τεχνητή κατάτμηση και τα στεγανά μεταξύ των επιμέρους κλάδων του δικαίου έχουν οδηγήσει σε ένα σοβαρό έλλειμμα αντίληψης του όλου δικαίου. Με συνέπειες εμφανείς σε όλο το φάσμα των νομικών επαγγελμάτων. Κάντε ένα πείραμα: ρωτήστε δέκα τυχαίους επαγγελματίες νομικούς πόσα ανώτατα δικαστήρια έχουμε στη χώρα μας. Θα εκπλαγείτε δυσάρεστα με το ποσοστό όσων απαντήσουν σωστά: Επτά. Εκτός από τα τρία τακτικά (Συμβούλιο της Επικρατείας, Άρειος Πάγος, Ελεγκτικό Συνέδριο) υπάρχουν και τέσσερα ειδικά: ευθύνης υπουργών του άρθρου 86 παρ. 4, το λεγόμενο ‘μισθοδικείο’ του άρθρου 88 παρ. 2, αγωγών κακοδικίας του άρθρου 99 και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος.

Σε μια προσπάθεια να αμβλυνθεί το πρόβλημα, στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. διδάσκεται από το 2015 το μάθημα επιλογής ‘Δικαστικός Έλεγχος του Νόμου (Συνταγματικό Δικονομικό Δίκαιο)’. Από πιο πριν ακόμα, τα ζητήματα αυτά ερευνώνται στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα ‘Δημόσιο Δίκαιο και Πολιτική Επιστήμη’ στην ίδια σχολή. Από εκεί εμπνεύστηκε ο συγγραφέας, καθώς η μονογραφία του βασίζεται σε παλαιότερη διπλωματική εργασία του. Με αυτή τη μονογραφία συνταγματικού δικονομικού δικαίου ο Βασίλης Τσιγαρίδας εγκαινιάζει με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο ένα ερευνητικό πρόγραμμα προς αυτή την κατεύθυνση. Μολονότι θέτει πολύ ψηλά τον πήχη, το βιβλίο του πρέπει να εκληφθεί ως ανοιχτή πρόσκληση προς ερευνητές (όλων των κλάδων) του δικαίου να συμβάλλουν στο πεδίο αυτό, προάγοντας την επικοινωνία μεταξύ διαφορετικών δικαιικών κλάδων, ώστε να σπάσουν τα τεχνητά στεγανά και οι στρεβλώσεις που προκαλούν.

 

[1] Οι παραπομπές σε σελίδες εφεξής στο κείμενο αναφέρονται σ’ αυτό το βιβλίο.

[2] Ας μου συγχωρεθεί η αυτοαναφορικότητα, προκειμένου να επισημάνω ότι, γράφοντας παράλληλα και ανεξάρτητα, έχουμε καταλήξει με τον Β. Τσιγαρίδα σε κατά βάση όμοια συμπεράσματα, βλ. Ακρ. Καϊδατζή, «Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας του δικαστικού ελέγχου της αντισυνταγματικότητας των νόμων», στο συλλογικό έργο Η θεωρία της συνταγματικής πράξης: Μελέτες διαλόγου με το έργο του Ευ. Βενιζέλου, Εκδ. Σάκκουλα, 2024, σ. 367 επ., του ίδιου, «Το ελληνικό σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων: Μια επανεκτίμηση», nomarchia.gr, 4.7.2025.

Από την Δικτατορία στην Μεταπολίτευση. Θεσμική τομή κι εμπέδωση των δημοκρατικών και φιλελεύθερων θεσμών

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στην Νομική Σχολή του ΑΠΘ

Δικτατορία: Η κορύφωση της κρίσης των θεσμών

 Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνουμε την μεταπολίτευση και η προσπάθεια να την ορίσουμε, νομίζω, προϋποθέτει μια συνοπτική αποτίμηση της δικτατορίας. Συνοψίζω τηλεγραφικά όσα στοιχεία έχουν αποδώσει στο δημόσιο λόγο τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας για την δικτατορία:

    Η δικτατορία[1] ήταν ένα αυταρχικό, εν πολλοίς προσωποπαγές αλλά  όχι ολοκληρωτικό καθεστώς[2] το οποίο απέτυχε να εκφράσει και να εκπροσωπήσει υπαρκτές και υπολογίσιμες κοινωνικές δυνάμεις-κάτι που σε ένα βαθμό, πέτυχαν οι δικτατορίες σε Ισπανία(Φράγκο) και Πορτογαλία(Σαλαζάρ) που υποστηρίχθηκαν από μεσαία στρώματα, λόγω των εκτεταμένων προγραμμάτων οικονομικού εκσυγχρονισμού-, διότι, ανάμεσα στα άλλα, δεν είχε την υποστήριξη του στέμματος[3] και της συντηρητικής παράταξης[4]. Με απλά λόγια στερούνταν λαϊκής νομιμοποίησης[5] ενώ  επέδειξε αξιοσημείωτες επιδόσεις στην καταστολή και στην εξουδετέρωση των αντιστασιακών οργανώσεων[6].

Οι ανώτερης βαθμίδας αξιωματικοί[7] που επέβαλαν το στρατιωτικό καθεστώς δεν είχαν την ενεργή υποστήριξη ούτε καν του συνόλου του στρατεύματος[8], ενώ ακολούθησαν ένα μείγμα πολιτικής λαϊκισμού[9] και επαρχιώτικου απομονωτισμού[10] με προνομιακές παροχές μαζικού χαρακτήρα σε συγκεκριμένες επαγγελματικές ομάδες -δάνεια σε ημετέρους επιχειρηματίες, άδειες ταξί, διαγραφή χρεών σε αγρότες,  δωρεάν βιβλία στους φοιτητές- ενώ συνέχισαν σε γενικές γραμμές τις βασικές αναπτυξιακές επιλογές των προδικτατορικών κυβερνήσεων[11]. Ωστόσο, οι δικτάτορες δεν είχαν επαφή με το διεθνές περιβάλλον, ούτε γνώση των διεθνών συσχετισμών, συνθήκη που τους οδήγησε να επιλέξουν την αποχώρηση της χώρας από το Συμβούλιο της Ευρώπης υπό την απειλή της αποπομπή  τους[12].

Η δικτατορία, παρά την συνέχιση της προηγούμενης οικονομικής πολιτικής, ανέκοψε την πορεία θεσμικού εκσυγχρονισμού της χώρας και την σύνδεση με τις δυτικές αξίες, αλλά και το ρεύμα αμφισβήτησης που κυριαρχούσε στο δυτικό κόσμο(Μάης του 68, πολιτικά δικαιώματα στην Αμερική, κινητοποιήσεις στα πανεπιστήμια, αντιαποικιοκρατικός αγώνας) όπως είχε εκφραστεί εν μέρει και στην Ελλάδα με τις μεγάλες κινητοποιήσεις των Ιουλιανών του 1965[13]. Ο συνολικός πληθυσμός ανέχθηκε αλλά δεν αποδέχθηκε το καθεστώς.

Η χούντα εκ του αποτελέσματος απαξίωσε το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια ως σύμπλεγμα αξιών και  αντίπαλο δέος του κομμουνισμού[14]. Επίσης δυσφήμισε  την ιδέα του έθνους, καταρράκωσε το κύρος του στρατού, ενώ πολιτιστικά αποτέλεσε έναν αναχρονισμό αμαυρώνοντας κάθε σύνδεση με τον δημώδη και λαϊκό πολιτισμό.

Σε θεσμικό επίπεδο αποτέλεσε την κορύφωση της «κρίσης των θεσμών»[15] που ξεκίνησε από τα μέτρα που ακολούθησαν τον εθνικό διχασμό(εκτοπίσεις, «κατοχυρωτικό», «ιδιώνυμο») συνεχίστηκαν στην δικτατορία Μεταξά και εμπεδώθηκαν στο μετεμφυλιακό κράτος(στρατόπεδα συγκέντρωσης, εξορίες, παρασύνταγμα, εκλογικές νοθείες). Έτσι με την μεταπολίτευση και την εκ των έσω κατάρρευση του καθεστώτος υπήρξαν οι ιδεολογικές προϋποθέσεις αλλά διαμορφώθηκαν και οι πολιτικές συνθήκες από  τον Κ. Καραμανλής και τους  συνεργάτες του με επιδέξιους χειρισμούς, ώστε να συντελεστεί  σταδιακά  τα επόμενα χρόνια η οριστική υπέρβαση της καχεκτικής[16] και ελεγχόμενης δημοκρατίας της προδικτατορικής περιόδου και να μπουν οι βάσεις για ένα νέο ξεκίνημα.

Μεταπολίτευση: οι θεσμικές βάσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του εξευρωπαϊσμού.

Η μεταπολίτευση[17] είναι μια στιγμή, μια διαρκής διαδικασία ή μια εποχή[18]; Ολοκληρώνεται μέσα στο διάστημα του ενός χρόνου, την περίοδο της μετάβασης, όπου συντελείται η κατά κυριολεξία αλλαγή πολιτεύματος, όπου αποκαθίσταται η δημοκρατία με τις εκλογές, επιλύεται το πολιτειακό με το δημοψήφισμα[19], τίθεται σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975[20] και αποκαθίσταται η νομιμότητα και με τις δίκες της Χούντας[21] ή είναι μια μακρόσυρτη περίοδος την οποία μπορούμε να ορίσουμε με ποικίλα κριτήρια οπότε η ολοκλήρωσή της παραμένει σε εκκρεμότητα[22]; Άραγε ολοκληρώνεται το 1981 με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ, φτάνει στο τέλος της με την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων ή επεκτείνεται μέχρι την είσοδο στην Ευρωζώνης;

Μήπως  φτάνει στα ακρότατα όριά της  και εξαντλείται με το ξέσπασμα της οικονομική κρίση, ή αναμένεται ένα γεγονός εφάμιλλης έντασης για να κηρύξουμε το τέλος της[23]; Πάντως στην συλλογική συνείδηση και στον δημόσιο λόγο η μεταπολίτευση ορίζεται ως μια μακρά περίοδος,[24] μολονότι τα παραπάνω ερωτήματα, ακόμα και σήμερα, παραμένουν ανοιχτά ενώ η χρήση του όρου εξυπηρετεί συχνά συγκυριακές πολιτικές σκοπιμότητες[25].

Η μεταπολίτευση εντάσσεται σε ένα διεθνές περιβάλλον ψυχρού πολέμου και σε μια περίοδο όπου ολοκληρώνεται η αποαποικιοποίηση. Επίσης, η Ισπανία και η Πορτογαλία μεταβαίνουν στην δημοκρατία[26] και αργότερα το 1990 καταρρέουν τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης για να περιοριστούμε στα γεγονότα που διαδραματίζονται στην Ευρώπη. Παρά τις ιδιαιτερότητές της η ελληνική μεταπολίτευση δεν είναι ένα αποκομμένο απ’ το διεθνή περίγυρο, γεγονός.

Με την μεταπολίτευση τίθενται τα θεμέλια, οι πυλώνες, σε θεσμικό επίπεδο, του σύγχρονου πολιτικού συστήματος: εγκαθιδρύεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία χωρίς αποκλεισμούς κομμάτων, ο πολιτικός φιλελευθερισμός με την κατοχύρωση ευρύτατου φάσματος δικαιωμάτων στο Σύνταγμα  του 1975 και ανανεώνεται ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας[27] που ολοκληρώνεται με την είσοδό μας το 1980 στην τότε ΕΟΚ. Οι τρεις αυτές μείζονες επιλογές δεν θα ολοκληρώνονταν αν δεν είχε συντελεσθεί η αποκοπή και η συνταγματική οριοθέτηση από τα θεσμικά και εξωθεσμικά κέντρα εξουσίας που ασκούσαν επιρροή από καταβολής ελληνικού κράτους που ήταν η μοναρχία, ο στρατός και ο ξένος παράγοντας[28], κυρίως οι Αμερικάνοι[29] στους οποίους ένα μεγάλο μέρος των πολιτικών δυνάμεων και της κοινής γνώμης απέδιδε ευθύνες για την επικράτηση της δικτατορίας και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Σε ιδεολογικό επίπεδο ανατράπηκαν τα ιδεολογικά και πολιτικά θεμέλια του μετεμφυλιακού κράτους: η ελληνοχριστιανική ιδεολογία, ο αντικομμουνισμός[30], ο αντισλαβισμός, η εθνικοφροσύνη αλλά και ο τρόπος που αντιλαμβάνονταν οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις την σχέση του κράτους με τον λαό για τον οποίο θεωρούσαν ότι αν αφεθεί ανεξέλεγκτος θα απειλήσει το εθνικό κράτος[31]. Έτσι, στην μεταπολίτευση αφού ο λαός είναι κυρίαρχος και  εκφράζει το έθνος επανέρχονται τα σύμβολα της εαμικής παράδοσης και των ηττημένων του εμφυλίου τους οποίους εκφράζει, κατά μεγάλο μέρος, ο ριζοσπαστικός λόγος του ΠΑΣΟΚ[32]. Στο πνεύμα αυτό το  1974 δεν συντελέστηκε απλώς μια ομαλή μετάβαση στην δημοκρατία, αλλά σήμανε και το τέλος του εμφυλίου πολέμου με τα αρνητικά θεσμικά κατάλοιπα που τον συνόδευαν για εικοσιπέντε χρόνια(παρασύνταγμα) και ουσιαστικά το τέλος των δύο διχασμών(εθνικού και εμφύλιου) που ξεκίνησαν από το 1915[33]. Η ελεύθερη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και η κατάργηση της Βασιλείας ήταν η προίκα του Συντάγματος του 1975 και αποτέλεσαν δύο από τις θεσμικές αφετηρίες της νέας εποχής. Ο συμπεριληπτικός κοινοβουλευτισμός και ο εξευρωπαϊσμός ήταν τα επιτεύγματα της περιόδου, μολονότι στην εξωτερική πολιτική και λόγω των γεγονότων στην Κύπρο, αποχωρίσαμε από το νατοϊκό δόγμα και υιοθετήσαμε μια αμυντική πολιτική εναντίον της Τουρκίας που έκτοτε λογίζεται ως η βασική απειλή της εθνικής κυριαρχίας. Ο κίνδυνος απ’ τον Βορρά(κομμουνιστική απειλή) αντικαταστάθηκε από τον  εξ’ ανατολών κίνδυνο(Τουρκία)[34].

Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης -πέραν της έντονης πολιτικοποίησης- ανακινούνταν ζητήματα ταυτοτικού χαρακτήρα[35] με κυρίαρχο το ερώτημα της ιδιοσυστασίας του ελληνισμού και κυρίως αν ο τελευταίος  ανήκει στην Δύση ή την Ανατολή. Με την μεταπολίτευση μεταβάλλεται ο τρόπος που οι Έλληνες αντιλαμβάνονται την σχέση τους με αυτό που ονομάζουμε κοινωνία και έθνος, δηλαδή με τον εαυτό τους.  Τέτοιου είδους διλήμματα σε μεγάλο βαθμό υποχώρησαν, καθόσον παγιωνόταν η θέση μας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, ενώ αναβίωσαν σε μάλλον εξασθενημένη μορφή την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης επικρατούσε ένα κλίμα πολιτικού ριζοσπαστισμού[36] και αυξημένων κοινωνικών προσδοκιών για κατανάλωση και απελευθέρωση των ηθών. Η μετάβαση στην δημοκρατία δεν είχε μόνο πολιτειακή και θεσμική διάσταση, αλλά συνοδεύτηκε και από μια πολιτιστική έκρηξη σε όλα τα επίπεδα[37]. Έτσι βιώνονταν, καθυστερημένα κατά μια δεκαετία απ’ τους περισσότερους,  όσα επικράτησαν στο υπόλοιπο δυτικό κόσμο τις δεκαετίες του 60 και του 70.

Επιπλέον, τα κόμματα μαζικοποιούνται[38] και σε μεγάλο βαθμό καταλαμβάνουν το κράτος και τον  συνδικαλισμό ο οποίος αναπτύσσεται και αποκτά κυρίαρχο ρόλο σε μια οικονομία που στην αρχή της μεταπολίτευσης[39] και για μεγάλο διάστημα, ελέγχεται από το κράτος (κρατικοποιήσεις Καραμανλή, ΠΑΣΟΚ και προβληματικές επιχειρήσεις).

 

Οι θεσμικές καινοτομίες  του Συντάγματος του 1975, η δοκιμασία της οικονομικής κρίσης και οι σύγχρονες αδυναμίες του κράτους δικαίου

Με το Σύνταγμα του 1975 τέθηκαν οι θεσμικές προδιαγραφές για να εξελιχθούμε σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία, εξέλιξη στην οποία συνηγορούσε και η ένταξή μας στην ΕΟΚ  που δικαίως θεωρήθηκε ότι πέραν της οικονομικής ανάπτυξης θα εξασφάλιζε και την πολιτική σταθερότητα[40]. Πράγματι, παρά την ακραία πόλωση που επικρατούσε κατά καιρούς, η ομαλή και αποδεκτή από όλους εναλλαγή των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία μπορεί να θεωρηθεί επίτευγμα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Επιπλέον, η ένταξη στην τότε ΕΟΚ νομιμοποιούσε τις προσδοκίες των πολιτών για μισθούς και κοινωνικές παροχές αντίστοιχες με των υπόλοιπων Ευρωπαίων.

Στο επίπεδο των θεσμών το θεμέλιο του πολιτεύματος, το Σύνταγμα  του 1975 γνώρισε καθολική αποδοχή στην διάρκεια του βίου του, κοινή  αίσθηση η οποία ενισχύθηκε όταν με την πρώτη αναθεώρησή του απάλειψε τις λεγόμενες υπερεξουσίες του ΠτΔ, διαμορφώνοντας ένα αμιγώς κοινοβουλευτικό πολίτευμα με εξαιρετικά λεπτομερείς ρυθμίσεις για την ανακήρυξη της κυβέρνησης και ενισχυμένο το ρόλο του πρωθυπουργού. Αυτό το πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο ενισχύθηκε από θεσμούς που τυποποιούσαν αυστηρά τις αρμοδιότητες  της εκτελεστικής εξουσίας, όπως οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου(ΠΝΠ) και η πρόβλεψη της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Επιπλέον, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων απέκτησε συνταγματική και διεθνή υπόσταση, ενώ τονίστηκε και η κοινωνική τους διάσταση, ως θεμέλιο εύλογων και αναλογικών περιορισμών. Σημαντικές καινοτομίες για την εποχή αποτέλεσε η πρωτοποριακή αναγνώριση του περιβάλλοντος(άρθρο 24 Σ.) ως συνταγματικό αγαθό και η πρόβλεψη διατάξεων (άρθρο 28 παρ. 2 και 3 Σ.) που θα διευκόλυναν την είσοδο της χώρας στην τότε ΕΟΚ.

Από το Σύνταγμα του 1975 έχουμε διανύσει μισό αιώνα χωρίς πολιτειακή κρίση, χωρίς εκτροπή από τις ράγες ενός λειτουργικού κοινοβουλευτισμού, καθώς  η ελεύθερη λειτουργία της λαϊκής κυριαρχίας, συνδυάστηκε με την ομαλή λειτουργία της αντιπροσωπευτικής αρχής[41]. Στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού συστήματος πλειοψηφικού τύπου παρατηρείται μια πλήρης εφαρμογή της κοινοβουλευτικής αρχής, που εμπλουτίστηκε με περιόδους όπου πολυκομματικά και κατά βάσιν συναινετικά κυβερνητικά σχήματα άσκησαν την εξουσία τα χρονικά διαστήματα 1989 – 1990 και 2011 – 2019.

Βέβαια στην πράξη παρατηρήθηκε μια κριτική δυσπιστία απέναντι σε θεσμικά αντίβαρα, καθιερωμένα στα δυτικά πολιτεύματα, όπως η Δικαιοσύνη και οι Ανεξάρτητες Αρχές γεγονός που ενισχύθηκε από ένα κλίμα λαϊκισμού ιδίως την περίοδο της κρίσης. Η τρίτη  ελληνική δημοκρατία δοκιμάστηκε έντονα από τα κύματα του αριστερόστροφου λαϊκισμού και του δεξιού εξτρεμισμού και άντεξε, αν και έχασε πολύτιμο χρόνο προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Το Σύνταγμα του 1975 παρά την ρυθμιστική υπερφόρτωσή του σε ορισμένες διατάξεις σε συνδυασμό με τις αναθεωρήσεις του επέδειξε ανθεκτικότητα και σημαντική προσαρμοστικότητα τόσο γιατί κατόρθωσε να  ενσωματώσει ομαλά τη χώρα στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη όσο και διότι σημείωσε προόδους στην προστασία των δικαιωμάτων και με την ευεργετική, κατά κανόνα, επιρροή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) και της νομολογίας του Δικαστηρίου του Στρασβούργου(ΕΔΔΑ), ενώ ο έλεγχος συνταγματικότητας σε πολλά πεδία ασκήθηκε με μέτρο και ιστορική επίγνωση. Η Ελλάδα ρίζωσε θέλω να πιστεύω, αμετάκλητα στο δυτικό υπόδειγμα πολιτευμάτων.

Δεν έλειψαν βέβαια και μετά το 1975 τα προβλήματα στο πεδίο των δικαιωμάτων: με τις αλλεπάλληλες  παρατάσεις των προφυλακίσεων, τις παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, την καθυστερημένη απονομή της δικαιοσύνης στην οποία συνέβαλε μια πελατειακού τύπου πολυνομία η οποία ενίσχυσε την κακονομία και όχι σπάνια εξέβαλε σε ανομία, τις απαλλοτριώσεις που δεν ολοκληρώνονταν καθηλώνοντας τις ιδιοκτησίες σε αδράνεια, την απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών φυλακών. Αρκετά  από αυτά τα ζητήματα λύθηκαν και ορισμένα έμειναν σε εκκρεμότητα, καθώς ανώτατα δικαστήρια της χώρας όπως ο ΑΠ και λιγότερο το ΣτΕ -μάθημα θρησκευτικών, ιθαγένεια, Nen bis in idem- έδωσαν και κατά ένα μέτρο δίνουν ακόμα αχρείαστες μάχες οπισθοφυλακής.

Ωστόσο, δεν πρέπει να αρνηθούμε ότι στην χώρα μας, παρά τις πάγιες συνταγματικές προβλέψεις, δεν επικράτησε στα δημόσια ήθη μια γνήσια φιλελεύθερη παράδοση που να δίνει έμφαση στις ατομικές επιλογές πέρα και πάνω από τις επιταγές και τις δεσμεύσεις της κοινότητας. Το κοινοτικό -ιδίως θρησκευτικό- πνεύμα[42] επί δεκαετίες κυριαρχούσε στις επιλογές των ατόμων και οδήγησε στο παρελθόν σε διώξεις μορφών τέχνης που θεωρήθηκαν βλάσφημες προς την θρησκεία ή το έθνος (Βλ. τις έντονες αντιδράσεις για την ταινία «Ο τελευταίος πειρασμός», τα βιβλία Μπαμπινιώτη και Ανδρουλάκη, την εικαστική έκθεση Outlook, το βανδαλισμός έργων τέχνης στην Εθνική Πινακοθήκη). Ωστόσο, δεν θεωρώ εύστοχο το διχοτομικό σχήμα εκσυγχρονισμός/οπισθοδρόμηση-λαϊκισμός, ούτε το σχήμα των δύο Ελλάδων[43] -μία δήθεν προοδευτική, ενώ η άλλη παραδοσιακή- καθώς δεν επιβεβαιώνεται από τις ιστορικές εξελίξεις, ούτε μπορεί να αντιστοιχηθεί σε συγκεκριμένους πολιτικούς φορείς, πολύ δε περισσότερο δεν υπάρχουν  εχθροί  του Συντάγματος[44] με την έννοια των αμετακίνητων αρνητών των συνταγματικών θεσμών.

Στο οργανωτικό μέρος του Συντάγματος μολονότι τα πράγματα κύλησαν σχετικά ομαλά, υπήρχε σχετική κατάχρηση στην έκδοση ΠΝΠ[45] και κυρίως στην ψήφιση άσχετων διατάξεων με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου. Αλλά και στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος και των συνταγματικών διευθετήσεων του κομματικού φαινομένου παρουσιάζονται προβλήματα. Ενδεικτικά, μπορεί να επισημάνει κανείς το έλλειμμα εσωκομματικής δημοκρατίας, την επιβίωση των πελατειακών σχέσεων, παρά την λειτουργία του ΑΣΕΠ και την απουσία αποτελεσματικού  -παρά την σχετική νομοθεσία- ελέγχου των χρηματικών ροών προς τα κόμματα και τους πολιτικούς. Ωστόσο, συνολικά το θεσμικό αποτέλεσμα μπορεί να θεωρηθεί θετικό.

Ο βαθμός ικανοποίησης από το Σύνταγμά μας- ένα από τα θεσμικά κεκτημένα της μεταπολίτευσης- μειώθηκε εξαιτίας της  οικονομικής κρίσης και της υγειονομικής πανδημίας και τις συνέπειές που αυτές προκάλεσαν, αλλά συνολικά δεν ανατράπηκε η στήριξη των πολιτών σε αυτό[46].

Στο ίδιο πνεύμα η πρόβλεψη Ανεξάρτητων Αρχών και ενός ενισχυμένου ρόλου της δικαιοσύνης υπό την επιρροή του δικαίου της ΕΕ και της ΕΣΔΑ σηματοδοτεί ένα νέο θεσμικό δεδομένο για την μεταπολίτευση. Αυτό επιβεβαιώθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης του 2009, όπου η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση από διεθνείς οργανισμούς έθεσε αυστηρούς κανόνες(μνημόνια)[47] στη χώρα προκειμένου να δανειοδοτηθεί και να αποφύγει την χρεοκοπία, παρά τις αστοχίες στην εκτίμηση των παρενεργειών των μέτρων στην οικονομία και στην κοινωνία. Αναμφίβολα, η συμμετοχή μας στην ΕΕ άσκησε εκσυγχρονιστική επίδραση στους εθνικούς θεσμούς και στην διαδικασία λήψης των αποφάσεων ενώ συνέβαλε, παρά τις αντιστάσεις, σε ένα συμμάζεμα της δημόσιας διοίκησης διοχετεύοντας  σε αυτή  ισχυρούς οικονομικούς πόρους. Δεν θα απείχε απ’ την αλήθεια ο ισχυρισμός ότι σταθερά της μεταπολίτευσης είναι ένας διάχυτος εξευρωπαϊσμός και η ένταξη σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον παγκόσμιων αγορών που άσκησε πίεση στο αδύναμο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Συμπερασματικά αν δούμε την μεταπολίτευση ως θεσμική τομή και εν συνεχεία ως εμπέδωση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών θεσμών θα καταλήξουμε σε ένα θετικό απολογισμό μολονότι δεν θα πρέπει να  θεωρούμε ως άτρωτη την δημοκρατίας μας. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραγνωρίσουμε ότι τα χρόνια που διανύσαμε δεν συντελέστηκε ένας ευρύτερος κοινωνικός και οικονομικός εκσυγχρονισμός καθώς οι ανισότητες, η ελλιπής φιλελευθεροποίηση και οι παραγωγικές αδυναμίες της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης δεν μείωσαν την απόσταση από χώρες που ξεκίνησαν από την ίδια, πάνω κάτω, θεσμική και αναπτυξιακή αφετηρία με εμάς, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία.

 

[1] Βλ. εντελώς ενδεικτικά δύο συνθετικά έργα, Μ. Μελετόπουλου, Η δικτατορία των συνταγματαρχών, Κοινωνία-ιδεολογία- οικονομία, 1996, Γ.Αθανασάτου-Α.Ρήγου-Σ.Σεφαριάδη, (επιμ.)Η δικτατορία 1967-1974, Πολιτικές πρακτικές-Ιδεολογικός λόγος -Αντίσταση, 1999.

[2] Βλ. Ν.Διαμαντούρου, 1974. Η μετάβαση απ’ το αυταρχικό στο δημοκρατικό καθεστώς στην Ελλάδα, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών,49, σ. 52-87.

[3] Βλ. Κ.Ε.Μπότσιου, Οι σχέσεις του στέμματος με τη δικτατορία των συνταγματαρχών, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», εκδ. Ίδρυμα της βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και την δημοκρατία, 2016(πρακτικά συνεδρίου), σ. 113 επ.

[4] Βλ. Θ.Βερέμη, Το κίνημα της 21ης Απριλίου και η «θεωρία» του, , στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, σ. 77 επ.

[5] Βλ. Σ.Ριζά, Νόμιμο καθεστώς ή παρένθεση: Κενό νομιμοποίησης, Κρίση στρατηγικής και η αποτυχία της ελεγχόμενης πολιτικοποίησης 1970-1973 στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, σ. 91 επ.

[6] Βλ. Γ.Νοταρά, Δικτατορία και οργανωμένη αντίσταση, στον τόμο Γ.Αθανασάτου-Α.Ρήγου-Σ.Σεφαριάδη, (επιμ.)Η δικτατορία 1967-1974, ό.π, σ. 189 επ.

[7] Βλ. Λ.Καλλιβρετάκη, Η ομάδα Παπαδόπουλου στην τελική ευθεία για την εξουσία(1966-1967), στον τόμο Β.Καραμανωλάκη(επιμ.) Η στρατιωτική δικτατορία 1967-1974, 2010, σ. 59 επ.

[8] Βλ. γενικότερα για το ρόλο του στρατού στην μεταπολεμική Ελλάδα, Δ.Α.Παπαδιαμάντη, Στρατός και πολιτική εξουσία στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, 2014.

[9] Για τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της δικτατορίας βλ. Δ.Παπαδημητρίου, Η δικτατορία της 21ης Απριλίου και η ιδεολογική προετοιμασία για την αποδοχή της, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας, ό.π, σ. 35 επ.

[10] Βλ. Ε. Χατζηβασιλείου, Απαρχές και χαρακτήρας της δικτατορίας των συνταγματαρχών :μια επανεκτίμηση, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, , σ. 17 επ.

[11] Βλ. Π.Καζάκου, Πολιτικοί θεσμοί και οικονομική ανάπτυξη: Η εμπειρία της δικτατορίας 1957-1974, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, , σ. 137 επ.

[12] Βλ. Χ.Χρηστίδη, Η Ευρώπη έναντι της δικτατορίας των συνταγματαρχών: Η περίπτωση της ελληνικής υπόθεσης στο Συμβούλιο της Ευρώπης, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, σ. 405 επ.

[13] Για μια συνολική αποτίμηση της περιόδου μετά τον εμφύλιο και ιδίως για  τα γεγονότα της δεκαετίας του 1960, βλ. Σ.Ριζά, Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο: Κοινοβουλευτισμός και Δικτατορία, 2008.

[14] Στην αντίδραση σε αυτό το τρίπτυχο οφείλεται και η επιτυχία του κινήματος των Λαμπράκηδων που εξέφραζε την ανάγκη απελευθέρωσης της νεολαίας από το ασφυκτικό πλαίσιο του μετεμφυλιακού συντηρητισμού, Βλ. Ι.Παπαθανασίου, Η Νεολαία Λαμπράκη την δεκαετία του 1960, Αρχειακές τεκμηριώσεις και αυτοβιογραφικές καταθέσεις, 2008 σ. 31 επ.

[15] Βλ. Ν.Αλιβιζάτου, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974, όψεις της ελληνικής εμπειρίας, 1983.

[16] Βλ. Η.Νικολακόπουλου, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές 1946-1967, Πατάκης, 2010.

[17] Βλ. Α.Συρίγου-Ε.Χατζηβασιλείου, Μεταπολίτευση 1974-1975, 50 ερωτήματα και απαντήσεις, Πατάκης, 2024.

[18] Μια συνοπτική και ακριβής αποτίμηση των απόψεων για τον τρόπο με τον οποίο οι ερευνητές επιχείρησαν να περιοδολογήσουν την μεταπολίτευση στην μελέτη του Κ.Κωστή, Μεταπολίτευση: Ένας όρος και μια εποχή, στο τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, Πατάκης, 2025, σ. 13 επ.

[19] Βλ. Η.Νικολακόπουλου, Οι εκλογές και το δημοψήφισμα του 1974, στον τόμο «Η δικτατορία των συνταγματαρχών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας», ό.π, σ. 513 επ.

[20] Για την αντιμετώπιση της δικτατορίας ως ενός χρονικού διαστήματος που ξεκινάει με την Κυβέρνηση εθνικής ενότητας και ολοκληρώνεται με την θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1975, βλ. ενδεικτικά, Α.Κλάψη, 1974. Μεταπολίτευση, Μεταίχμιο, 2021. Έτσι αντιλαμβάνονται και περιγράφουν την μεταπολίτευση από νομική σκοπιά και όλα τα εγχειρίδια του Συνταγματικού δικαίου.

[21] Βλ. Β.Καραμανωλάκη, Η.Νικολακόπουλου, Τ.Σακκελαρόπουλου, στην Εισαγωγή του τόμου, Β.Καραμανωλάκη(επιμ.),Η μεταπολίτευση, 74-75. Στιγμές μιας μετάβασης, Θεμέλιο, 2016, σ. 29 επ.

[22] Βλ. Γ.Βούλγαρη, Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης 1974-1990. Σταθερή δημοκρατία σημαδεμένη από την μεταπολεμική ιστορία, Θεμέλιο, 2001 σ. 14 επ., του ιδίου, Μεταπολίτευση μια στιγμή, μια εποχή, στον τόμο Β.Γεωργιάδου-Χ.Κουλούρη(επιμ.) Μεταπολίτευση 1974, οι προκλήσεις της μετάβασης, Αλεξάνδρεια, 2024, σ. 47 επ.

[23] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Μια θεσμική αποτίμηση της Μεταπολίτευσης: πενήντα από τα διακόσια χρόνια του ελληνικού κράτους, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 22 επ.

[24] Βλ. Η.Νικολακόπουλου, Συνέχειες και ρήξεις : Ο αμφίσημος όρος μεταπολίτευση στον τόμο, Μ.Αυγερίδη- Ε.Γαζή-Κ.Κορνέτη(επιμ.) Μεταπολίτευση, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, Θεμέλιο, 2015, σ. 429-431.

[25] Βλ. και τις εισηγήσεις από το συνέδριο του Κύκλου Ιδεών που συγκεντρώθηκαν στον τόμο, Η καμπύλη της μεταπολίτευσης(1974-2024), Επίκεντρο, 2024, όπου δίνεται μια ολοκληρωμένη εικόνα από ποικίλες οπτικές της χρήσης του όρου μεταπολίτευση στον πολιτικό διάλογο.

[26] Βλ. Κ.Κορνέτη, Μεταβάσεις, συλλογική μνήμη και δημόσια ιστορία στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία, στον τόμο, Μ.Αυγερίδη- Ε.Γαζή-Κ.Κορνέτη(επιμ.) Μεταπολίτευση, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, ό.π, σ. 393 επ.

[27] Βλ. Σ.Βλαχόπουλου, Οι πρώτες «θεσμικές στιγμές» της μεταπολίτευσης, στον τόμο Β.Γεωργιάδου-Χ.Κουλούρη(επιμ.) Μεταπολίτευση 1974, ό.π, σ. 25 επ.

[28] Βλ. Σ.Ριζά, Το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Τα θεμέλια της δημοκρατίας της Μεταπολίτευσης, 1974-2000, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 39 επ.

[29] Βλ. Τ.Λαλιούτη, Ο αντιαμερικανισμός και το εθνικό αφήγημα της μεταπολίτευσης, 1974-1985: Ανορθολογικά στοιχεία, ορθολογικές χρήσεις, στον τόμο, Μ.Αυγερίδη- Ε.Γαζή-Κ.Κορνέτη(επιμ.) Μεταπολίτευση, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, ό.π, σ. 197 επ.

[30] Βλ. Σ.Μπουρνάζου, Το κράτος των εθνικοφρόνων: αντικομμουνιστικός λόγος και πρακτικές, στον τόμο Χ.Χατζηιωσήφ(επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, τόμος Δ2, Βιβλιόραμα, 2009 σ. 9-49.

[31] Βλ. Έφη Γαζή, Μεταπλάσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας και ταυτότητας στην μεταπολίτευση, στον τόμο, Μ.Αυγερίδη- Ε.Γαζή-Κ.Κορνέτη(επιμ.) Μεταπολίτευση, Η Ελλάδα στο μεταίχμιο δύο αιώνων, ό.π, σ. 246 επ.

[32] Βλ. Α.Πανταζόπουλου, «Για το λαό και το έθνος». Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989, Πόλις, 2001 σ. 106 επ.

[33] Βλ. Σ.Ριζά, το ελληνικό πολιτικό σύστημα.., ο.π, σ. 39 επ.

[34] Βλ. Κ.Φίλη, Εξωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά την Μεταπολίτευση, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 529 επ.

[35] Βλ. Ε.Βενιζέλου, Μια θεσμική αποτίμηση της Μεταπολίτευσης: πενήντα από τα διακόσια χρόνια του ελληνικού κράτους, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 22 επ.

[36] Βλ. Σ.Ζουμπουλάκη, 1974:Πύκνωση γεγονότων και απελευθέρωση δυνάμεων, στον τόμο Β.Γεωργιάδου-Χ.Κουλούρη(επιμ.) Μεταπολίτευση 1974, ό.π, σ. 91 επ.

[37] Βλ. τις μελέτες που αφιερώνονται στην πεδίο κουλτούρα(τελευταίο μέρος της συλλογής) στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 689 επ.

[38] Βλ. Κάρμεν Μίσιου και Η.Ντίνα, Το ιδεολογικό εκκρεμές της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 148 επ.

[39] Βλ. τις εισηγήσεις του κεφαλαίου: Η πρώτη και η δεύτερη μεταπολίτευση της ελληνικής οικονομίας στον τόμο Η καμπύλη της μεταπολίτευσης(1974-2024), ό.π, σ. 258 επ.

[40] Βλ. Π.Ιωακειμίδη, Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον τόμο Κώστα Κωστή-Σωτήρη Ριζά(επιμ.) Ιστορίες της μεταπολίτευσης, ό.π, σ. 539 επ.

[41] Για μια πανοραμική κριτική παρουσίαση των εξελίξεων στο πολιτικό πεδίο από τη μεταπολίτευση μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης, βλ. Γ.Βούλγαρη, Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, 1974-2009 (αναθεωρημένη έκδοση), Πόλις, Αθήνα, 2013.

[42] Βλ. Αντ. Μανιτάκη, Οι σχέσεις της εκκλησίας με το κράτος-έθνος. Στην σκιά των ταυτοτήτων, Νεφέλη, 2000

[43] Βλ. Ν.Διαμαντούρου, Πολιτιστικός δυισμός και πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, Αλεξάνδρεια, 2000.

[44] Βλ. Ν.Αλιβιζάτου, Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στην νεοελληνική ιστορία 1800-2010, (εισαγωγή) σ. 19 επ

[45] Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο κατά το έτος 2012 εκδόθηκαν είκοσι πέντε (25) ΠΝΠ, περισσότερες από όσες είχαν εκδοθεί κατά τα έτη 2000-2011, που καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα ρυθμίσεων από δημοσιονομικά μέτρα ως μισθολογικές περικοπές με εύλογες αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά τους με το άρθρο 44 παρ.1 Σ. Βλ. αντί πολλών Κ.Χρυσόγονου, Η καταστρατήγηση του Συντάγματος στην εποχή των Μνημονίων, Λιβάνη, Αθήνα,  2013, σ. 27 επ.

[46] Βλ. Π.Μαντζούφα, 200 χρόνια ελληνικού Συνταγματισμού. Απ’ τα επαναστατικά Συντάγματα στην πανδημία: Υπερβάσεις και υστερήσεις στο δρόμο προς ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό Σύνταγμα, Books Journal, Φεβρουάριος 2022, και σε: ΔτΑ 93/2022

[47] Βλ. Π.Μαντζούφα, Οικονομική Κρίση και Σύνταγμα, Σάκκουλας, 2014, σ. 13 επ.

 

Δημοσιεύτηκε στο Book’s Journal (Σεπτέμβριος 2025).

Αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των Ανεξάρτητων Αρχών: Οι προεκτάσεις της «Πρότασης Ανδρουλάκη»

Δρ. Απ. Παπατόλιας, Εμπειρογνώμων δημόσιας διοίκησης, πρ. Μέλος ΑΣΕΠ

Το ζήτημα του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των Ανεξάρτητων Αρχών επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο, καθώς η πρωτοβουλία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για αλλαγές στη διαδικασία επιλογής συνάντησε αίφνης τα ευήκοα ώτα του Πρωθυπουργού. Η αλήθεια είναι ότι η επιστολή Ανδρουλάκη στον Πρόεδρο της Βουλής έρχεται σε μία περίοδο που τουλάχιστον τρεις από αυτές αντιμετωπίζουν σχεδόν υπαρξιακό πρόβλημα λειτουργίας. Θυμίζουμε ότι έχει ήδη παραιτηθεί ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ Χρήστος Ράμμος, ενώ και στην ΑΠΔΠΧ ο Πρόεδρος Κώστας Μενουδάκος έχει υποβάλει την παραίτησή του, χωρίς να έχει ακόμη εκδοθεί η σχετική διαπιστωτική πράξη. Η δε θητεία του Συνηγόρου του Πολίτη έχει λήξει εδώ και 2 χρόνια, με την αντικατάστασή του να παραπέμπεται διαρκώς στο άδηλο μέλλον. Την ίδια στιγμή και οι 5 συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές αντιμετωπίζουν μείζον θέμα με τη λήξη της συνταγματικά ορισμένης θητείας αρκετών μελών τους, μεταξύ των οποίων και οι 2 Αντιπρόεδροι του ΑΣΕΠ.

Οι προοπτικές επίλυσης της θεσμικής αυτής εκκρεμότητας μόνο ευοίωνες δεν είναι με τους παρόντες κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, καθώς η κυβέρνηση αδυνατεί να συγκεντρώσει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων για την επιλογή νέων μελών, ενώ δεν δείχνει πλέον πρόθυμη να επαναλάβει τη «δημιουργική λογιστική» των 2,9/5 που οδήγησε στην επιλογή της ηγεσίας του ΕΣΡ και του Αντιπροέδρου της ΑΔΑΕ.

Στο πλαίσιο αυτό, η «πρόταση Ανδρουλάκη» για επιλογή των Προέδρων μέσω μιας ανοικτής διαδικασίας πρόσκλησης ενδιαφέροντος, τύπου open gov (που θα ορίζει τυπικά και ουσιαστικά προσόντα επιλογής, καθώς και διαδικασία ουσιαστικής αξιολόγησης υποψηφιοτήτων), ταράζει αναμφίβολα τα λιμνάζοντα ύδατα των Ανεξάρτητων Αρχών και προκαλεί μια ενδιαφέρουσα νέα κινητικότητα, στο πλαίσιο της συνταγματικής πρόνοιας για αυξημένη πλειοψηφία στη Διάσκεψη των Προέδρων. Η πρόταση αυτή συγκλίνει μάλιστα με τη συνταγματική επιταγή για επίτευξη ευρείας συναίνεσης («επιδίωξη ομοφωνίας») ως προς τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τις Αρχές, τα οποία πρέπει να διαθέτουν υψηλού επιπέδου «ανάλογα προσόντα» που θα λειτουργούν παράλληλα και ως εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους.

Εκ πρώτης όψης, δεν πρόκειται για πρόταση αλλαγής του εκτελεστικού νόμου σχετικά με την επιλογή των Μελών των Ανεξάρτητων Αρχών, αλλά για άτυπη διαδικασία προεπιλογής, που θα συντονιστεί από συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και θα καταλήξει στην πολιτική αυτοδέσμευσή τους να προτείνουν και επισήμως στη Διάσκεψη των Προέδρων τα πρόσωπα που θα έχουν προκριθεί μέσω opengov.

Θυμίζουμε ότι αντίστοιχη διαδικασία opengov είχε εφαρμοστεί επί θητείας Γιώργου Παπανδρέου για την ανάληψη κρατικών αξιωμάτων, με υποβολή βιογραφικών μετά από πρόσκληση ενδιαφέροντος και αξιολόγηση υποψηφιοτήτων από τις ομάδες του opengov που συντονίζονταν από το γραφείο του Πρωθυπουργού, ενώ και οι Υπουργοί δεσμεύονταν ότι θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης.

Η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με τη σειρά της, προέβλεψε με ειδικό νόμο (ν.4325/2015) ότι για την επιλογή των Μελών του ΑΣΕΠ και του Συνηγόρου του Πολίτη υποβάλλουν εισήγηση οι Ενώσεις των Δικαστικών Λειτουργών, η Ένωση Μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οι Σύγκλητοι των Πανεπιστημίων και οι Συνελεύσεις των ΤΕΙ, η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων και η ΑΔΕΔΥ. Επρόκειτο για χαλαρή διαδικασία κοινωνικής διαβούλευσης, χωρίς φιλοδοξίες πολιτικής αυτοδέσμευσης και γι’ αυτό με περιορισμένο πρακτικό αντίκτυπο στη Διάσκεψη των Προέδρων.

Υπάρχει, επομένως, ιστορικό και θεσμικό προηγούμενο για ανοικτές διαδικασίες αξιολόγησης κρατικών αξιωματούχων, ανεξάρτητα από το εάν αυτές όντως συνέβαλαν σε πιο δίκαιες και αξιοκρατικές επιλογές. Η «πρόταση Ανδρουλάκη» στην πραγματικότητα αποκτά νόημα ως κίνηση ηθικο-πολιτικής αυτορρύθμισης, εάν η σχετική συμφωνία των πολιτικών δυνάμεων συνδυαστεί με σοβαρές διαδικαστικές εγγυήσεις αξιοκρατικής επιλογής, δηλαδή με αξιόπιστες διαδικασίες κοινωνικής διαβούλευσης και ανεξάρτητες επιτροπές αξιολόγησης των υποψηφιοτήτων, ώστε να αποτραπεί η κομματική συναλλαγή και να ενισχυθεί η διακομματική εμπιστοσύνη στις Αρχές. Όπερ σημαίνει ότι η όλη διαδικασία πρέπει να οργανωθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα πρόσωπα που θα προταθούν από κοινού να μην εξυπηρετούν απλώς την κομματική αριθμητική, εσωκομματικές διευθετήσεις ή άλλες πολιτικές σκοπιμότητες, ξένες προς τη συνταγματική αποστολή των Αρχών. Στην παρούσα φάση είναι ανάγκη να επιλεγούν μόνον όσες και όσοι διαθέτουν αποδεδειγμένα το γνωστικό υπόβαθρο, το κύρος και την προσωπικότητα να υπηρετήσουν το έργο των Ανεξάρτητων Αρχών για την προάσπιση θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και την αντιστάθμιση της αυθαιρεσίας (κυβερνητικής ή ευρύτερα κρατικής).

Καθώς είναι νωπά ακόμη τα ίχνη της κυβερνητικής αμφισβήτησης στις απερχόμενες ηγεσίες των Αρχών για τον τρόπο που αυτές διαχειρίστηκαν ευαίσθητες υποθέσεις, όπως οι υποκλοπές, η διαρροή δεδομένων ψηφοφόρων ή το ναυάγιο της Πύλου, μόνο μια ισχυρή ένεση συναινετικής λειτουργίας και διακομματικής εμπιστοσύνης, ως αντίδοτο σε ελεγχόμενες κομματικές επιλογές, μπορεί να ξαναφέρει τη χαμένη λάμψη των Αρχών για το καλό και του διοικητικού και του πολιτικού μας συστήματος.