BREXIT-Συνταγματικές και πολιτικές παράμετροι

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

BREXIT-Συνταγματικές και πολιτικές παράμετροι

Ι. Εισαγωγή

Ο βρετανικός ευρωσκεπτικισμός -που αποτελεί την ιδεολογική μήτρα, μεταξύ άλλων, των αποφάσεων που οδήγησαν στο brexit-  έχει τις ρίζες του στην εδραιωμένη αντίληψη των βρετανών ότι οι θεσμοί τους έχουν μεγαλύτερη ιστορική συνέχεια και αποτελεσματικότητα από τους ευρωπαϊκούς. Η κρίση του ευρώ και η μετανάστευση[1] ενίσχυσαν τον σκεπτικισμό σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ρυθμός της οικονομικής ανάπτυξης και ο δείκτης ανεργίας είχαν σαφώς καλύτερες επιδόσεις, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο[2].

Ιστορικά οι βρετανοί μπαίνουν στην τότε ΕΟΚ το 1973 μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες (τα έτη 1963 και 1967 λόγω της αντίδρασης του Στρατηγού Ντε Γκωλ), ενώ το 1975 το ερώτημα για την παραμονή σε αυτή τίθεται σε δημοψήφισμα, που καταλήγει υπέρ της παραμονής με ποσοστό 62%. Το 1984 η Θάτσερ κατορθώνει να επιστρέφεται στην χώρα τα 2/3 των ποσών που καταβάλλει στον προϋπολογισμό της ΕΟΚ (rebate), ενώ το 1993 η χώρα αποφασίζει να μην συμμετάσχει στη ζώνη του ευρώ. Το 2004 ο Τόνυ Μπλέρ ανοίγει τα σύνορα στους ανατολικοευρωπαίους πολίτες των κρατών-μελών που είχαν πρόσφατα εισέλθει στην Ένωση, αρνούμενος την μεταβατική περίοδο που αξιοποίησαν τα άλλα κράτη-μέλη, με αποτέλεσμα η μετανάστευση να πενταπλασιαστεί, καθώς προστέθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο 2,5 εκατομμύρια ευρωπαίοι μετανάστες σε 15 χρόνια. Το 2016 με δημοψήφισμα αποφασίζεται το Brexit με ποσοστό 51,9% μετά από ένα ογκούμενο κίνημα ευρωσκεπτικισμού[3]. Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό του συντηρητικού κόμματος, το κίνημα αυτό εκφράστηκε με κοινοβουλευτικές ανταρσίες ήδη από το 2011 και ανάγκασε έτσι τον Ντέιβιντ Κάμερον να εξαγγείλει τη διενέργεια δημοψηφίσματος, καθώς οι αρχικές ενδείξεις για την έκβαση του ήταν υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. Μετά από δύο χρόνια διαπραγματεύσεων η Πρωθυπουργός Τερέζα Μέι υιοθέτησε μια ήπια εκδοχή του Brexit χωρίς να προλάβει την ολοκλήρωση των διαδικασιών στις 29 Μαρτίου 2019, που ήταν η καταληκτική ημερομηνία[4].

Η κοινωνική διαστρωμάτωση όσων ψήφισαν υπέρ του Brexit είναι επίσης ενδεικτική του πόσο βαθιά διχασμένη είναι η βρετανική κοινωνία. Οι νέοι, τα υψηλότερα εισοδήματα, οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων, οι πλέον μορφωμένοι ψήφισαν κατά του Brexit, ενώ οι μεγαλύτερες ηλικίες, χαμηλότερης μόρφωσης και εισοδήματος, και οι κάτοικοι της επαρχίας ψήφισαν υπέρ. Σύμφωνα με μία άλλη κατάταξη, όσοι αισθάνονται άνετα με μια ανοικτή παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κοινωνία ψήφισαν κατά του Brexit, σε αντίθεση με όσους αντιμετωπίζουν φοβικά τις αλλαγές και ομνύουν στην παράδοση και στην παρελθούσα αίγλη της αυτοκρατορίας και θέλουν η Βρετανία να ανακτήσει την απολεσθείσα από την ένωση κυριαρχία της.[5]

Σε επίπεδο ρητορικής υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ της αντισυστημικής  ρητορικής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και της ξενοφοβικής δεξιάς στην Βρετανία που επηρέασαν το κλίμα των δύο δημοψηφισμάτων. Κόμματα με αντίθετα ιδεολογικά χαρακτηριστικά ωθούνται  μέσω του λαϊκισμού σε συγκλίνουσες θέσεις. Και τα δύο κόμματα υποτίθεται ότι είχαν plan B το οποίο θα υπέβαλλαν στην ΕΕ για να μειώσουν τις συνέπειες της πιθανής εξόδου από την Ένωση: Στην περίπτωση της Ελλάδας ήταν μια νέα δανειακή σύμβαση χωρίς προϋποθέσεις και όρους, ενώ για την Βρετανία ήταν μια ελεύθερη αγορά με κλειστά σύνορα για τους μετανάστες και χωρίς συμμετοχή στον προϋπολογισμό της Ένωσης. Πρόκειται για προσδοκίες οι οποίες αποδείχθηκαν φρούδες και για τις δύο χώρες, καθώς ήδη φάνηκε ο μεγάλος οικονομικός αντίκτυπος. Οι διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, οδήγησαν την Ελλάδα σε ένα τρίτο επαχθέστερο μνημόνιο και την Βρετανία σε μια τρίχρονη αβεβαιότητα και σε πολιτικές αμφιταλαντεύσεις που είναι ακόμα σε εξέλιξη με αβέβαιη κατάληξη. Και στις δύο περιπτώσεις η ΕΕ δεν συνθηκολόγησε, όπως προεξοφλούσαν οι λαϊκιστές, αλλά επέδειξε σθεναρή και ενιαία στάση αντίθεσης στις πιέσεις των δύο χωρών. Η δημιουργική ασάφεια και για τις δύο χώρες είχε ως αποτέλεσμα δυσμενέστερες οικονομικές συνθήκες και τούτο κατέστη ήδη εμφανές στην περίπτωση της Ελλάδας[6].

ΙΙ. Το Brexit και επιπτώσεις του

Η μεγάλη συζήτηση που έχει ανοίξει δείχνει ότι το Brexit θα έχει έναν μεγάλο αριθμό πολλαπλών και απρόβλεπτων επιπτώσεων σε μεγάλο αριθμό ζητημάτων, καθώς στην Βρετανία ζουν 3, 5 εκατομμύρια ευρωπαίοι μετανάστες. Σε αντίθεση με ό,τι πίστευαν οι οπαδοί του Brexit, το τελευταίο δεν είναι ένα στιγμιαίο γεγονός, αλλά μία κατάσταση που απαιτεί πολλά χρόνια προσαρμογής, προκειμένου να ολοκληρωθεί πλήρως η διαδικασία εξόδου.

Η ΕΕ και η Βρετανία διαπραγματεύονται τρεις συμφωνίες: Πρώτον τους όρους υπό τους οποίους η Βρετανία θα αποχωρήσει από την Ένωση. Δεύτερον, το μεταβατικό καθεστώς ανάμεσα στο επίσημο Brexit[7] και στην πλήρη έξοδο και τρίτον τη μελλοντική εμπορική σχέση μεταξύ ΕΕ και Βρετανίας μετά την πλήρη αποχώρηση και την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου. Άρα τη συμφωνία αποχώρησης θα διαδεχθεί μια νέα συμφωνία για την μελλοντική σχέση, στοιχείο που πέτυχε η ΕΕ παρά τις αντιρρήσεις της Βρετανίας, η οποία απαιτούσε ενιαία διαπραγμάτευση και για τα δύο θέματα.

Η συμφωνία αποχώρησης περιλαμβάνει τη διευθέτηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η βρετανική κυβέρνηση έναντι του προϋπολογισμού της Ένωσης, το καθεστώς των ευρωπαίων υπηκόων που ζουν στην Βρετανία, και το ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας που είναι και το δυσκολότερο (γνωστό ως backstop, δηλαδή μια συμφωνία που να προβλέπει ότι μετά το Βrexit τα σύνορα μεταξύ Β.Ιρλανδίας και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας-μέλους της ΕΕ θα παραμείνουν ανοικτά, γεγονός που ισοδυναμεί με μιας μορφής τελωνειακή ένωση).

Ως προς τη συμφωνία αποχώρησης, η Βουλή αρνήθηκε να επικυρώσει την νομικά δεσμευτική συμφωνία του Νοεμβρίου 2018 στην οποία κατέληξε η κυβέρνηση της Τ. Μέι και έτσι οδηγηθήκαμε σε μια νέα συμφωνία υπό τον Μ. Τζόνσον, η οποία και πάλι υποβλήθηκε στο κοινοβούλιο προς έγκριση, μετά από νέα παράταση που δόθηκε. Οι βρετανοί καλούνται να συνειδητοποιήσουν ότι οφείλουν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο έχουν οργανωθεί ως κράτος τα τελευταία 44 χρόνια και να μετατρέψουν όλη την ενωσιακή νομοθεσία των χιλιάδων νόμων σε βρετανική νομοθεσία, ενώ τεράστιος είναι και ο αριθμός των εμπορικών συμφωνιών που πρέπει να καταρτιστούν με τρίτες χώρες. Επιπρόσθετες δυσκολίες συνεπάγεται ο τρόπος προσαρμογής της νομοθεσίας σε Σκωτία, Β. Ιρλανδία και Ουαλία που έχουν τα δικά τους κοινοβούλια με νέες παραχωρημένες από την Αγγλία, εξουσίες, σημείο το οποίο αποτελεί παράγοντα εντάσεων.

Η αρχική Συμφωνία Αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ και η συνοδευτική της Κοινή Πολιτική Διακήρυξη για τις μελλοντικές σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ συμφωνήθηκαν, καταρχήν, από την βρετανική κυβέρνηση και τους ηγέτες των 27 κρατών μελών της Ε.Ε. (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο άρθρου 50 ΣΕΕ) στις 25 Νοεμβρίου 2018. Δεν τέθηκαν, όμως, ποτέ σε ισχύ, καθώς καταψηφίστηκαν τρεις φορές από την Βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων. Για το λόγο αυτό, στις 10 Απριλίου 2019 αποφασίστηκε αναβολή της εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ έως τις 31 Οκτωβρίου 2019[8].

Έπειτα από αλλαγή της κυβέρνησης στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Ιούλιο του 2019, οι διαπραγματεύσεις με την ΕΕ συνεχίστηκαν και κατέληξαν σε αναθεωρημένη Συμφωνία Αποχώρησης, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Οκτωβρίου 2019[9].

Η αναθεωρημένη συμφωνία αποχώρησης, για να τεθεί σε ισχύ, πρέπει να κυρωθεί από τη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων και στη συνέχεια να εγκριθεί και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μέχρι και την ολοκλήρωση της κυρωτικής αυτής διαδικασίας, η νομοθεσία της ΕΕ εξακολουθεί να ισχύει κανονικά για το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κράτους-μέλους, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις Συνθήκες και την παράγωγή νομοθεσία της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, για να εξασφαλιστεί η ομαλή κυρωτική διαδικασία και να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα εξόδου του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ χωρίς συμφωνία, έπειτα από αίτημα της Βρετανικής κυβέρνησης και έγκριση από τα 27 κράτη-μέλη, ως νέα ημερομηνία εξόδου ορίζεται η 31 Ιανουαρίου 2020.

Η κύρωση της συμφωνίας αποχώρησης πραγματοποιήθηκε στις 20/12/2019 από την βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 12/12/2019 και έδωσε μια άνετη πλειοψηφία 80 εδρών στους συντηρητικούς του Μ.Τζόνσον[10]. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι στον κυρωτικό νόμο της συμφωνίας αποχώρησης προστέθηκε τροπολογία που δεν επιτρέπει στην κυβέρνηση να ζητήσει παράταση των διαπραγματεύσεων πέραν του τέλους του 2020 για την μελλοντική εμπορική σχέση μεταξύ της Βρετανίας και της ΕΕ. Στην συμφωνία αποχώρησης παρέχονταν η δυνατότητα διετούς παράτασης της μεταβατικής περιόδου – δηλαδή μετά την 31/12/2020- μετά από συμφωνία των δύο μερών. Μετά την ψήφιση της τροπολογίας η προοπτική αυτή φαίνεται να εγκαταλείπεται, γεγονός που θέτει υπό ασφυκτική χρονική πίεση την εμπορική συμφωνία, αφήνοντας ενδεχομένως άλυτα πολλά σημαντικά ζητήματα[11].

Οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών δήλωσαν εξαρχής ότι επιθυμούν να συνεχίσουν απρόσκοπτα στο μέλλον τη συνεργασία της ΕΕ με το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν αυτό αποχωρήσει από την Ένωση. Σε αυτό το πλαίσιο, οι βασικές κατευθύνσεις και τα κριτήρια για τη μελλοντική σχέση του Ηνωμένου Βασιλείου με την ΕΕ αποτυπώθηκαν σε Κοινή Πολιτική Διακήρυξη που συνοδεύει την Συμφωνία Αποχώρησης.

Η Κοινή Πολιτική Διακήρυξη (αρχική[12] και αναθεωρημένη[13]) είναι πολιτικά δεσμευτικό κείμενο που διαπιστώνει ότι ως τρίτη, εκτός ΕΕ, χώρα, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα μπορεί πλέον να απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα με εκείνα των κρατών-μελών της ΕΕ(ως προς αυτό οι ευρωπαίοι ηγέτες υπήρξαν κατηγορηματικοί). Προβλέπει όμως και προετοιμάζει μία φιλόδοξη εμπορική, οικονομική και αμυντική συνεργασία των δύο πλευρών, που θα σέβεται τις αρχές της ισονομίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των δύο πλευρών και την αυτονομία ως προς την  λήψη των  αποφάσεων της ΕΕ. Η συνεργασία αυτή θα ξεκινήσει με την συνομολόγηση σειράς συμφωνιών (κατά τη μεταβατική περίοδο) και θα βασίζεται στις αρχές και κατευθύνσεις των αποφάσεων και Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Για τον εμπορικό και οικονομικό τομέα, η Κοινή Πολιτική Διακήρυξη προκρίνει Συμφωνία Ελευθέρων Συναλλαγών και εκτεταμένες τομεακές διευθετήσεις, ενώ για την κινητικότητα προβλέπεται ελεύθερη μετακίνηση προσώπων, χωρίς θεώρηση, για βραχυπρόθεσμους ταξιδιωτικούς και επαγγελματικούς σκοπούς, καθώς και ειδικές διευθετήσεις εισόδου και παραμονής για ερευνητές, φοιτητές, εργαζομένους, επαγγελματική κατάρτιση κλπ[14].

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η όποια εμπορική συμφωνία προκύψει θα προϋποθέτει ισότιμους όρους ανταγωνισμού ανάμεσα στις δύο πλευρές και αποκλεισμού κάθε σκέψεις από πλευρά της Βρετανίας για επιδότηση των προϊόντων της και εγκατάλειψη των περιβαλλοντολογικών δεσμεύσεων έναντι της Ένωσης.

III. Οι ιδιαιτερότητες του αγγλικού συνταγματισμού όπως αναδείχθηκαν στην υπόθεση του Brexit

Σε μία συμπυκνωμένη περιγραφική αναφορά, οι ιδιαιτερότητας της βρετανικής συνταγματικής τάξης, όπως αναδείχθηκαν επ’ αφορμή του Brexit, είναι οι εξής[15] :

Α) Η έλλειψη κωδικοποίησης των συνταγματικών κανόνων σε ένα ενιαίο κείμενο, γεγονός που καθιστά ευέλικτο το πολίτευμα, το οποίο διαμορφώθηκε εξελικτικά από το 1689 έως τις μέρες μας, σε ένα σύγχρονο κοινοβουλευτικό κράτος[16].

Β) Ο αγγλικός συνταγματισμός στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: στην αρχή της κυριαρχίας του κοινοβουλίου, στην αρχή της εξουσίας του νόμου (rule of law) και στις συνθήκες του πολιτεύματος. Η εξουσία του νόμου σημαίνει υπεροχή και κυριαρχία του νόμου έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας και ισότητα ενώπιον του νόμου. Εδώ οι δικαστικές αποφάσεις παίζουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση του αγγλικού συνταγματικού δικαίου (common law)[17].

Γ) Κυριαρχία του κοινοβουλίου σημαίνει καταρχήν ότι δεν μπορεί να τεθεί κανένα όριο στην νομοθετική εξουσία του κοινοβουλίου. Η εξουσία του κοινοβουλίου προηγείται της καθιέρωσης της δημοκρατικής αρχής και δεν μπορεί –όπως σε ένα κωδικοποιημένο Σύνταγμα– να υπάρχει ένα τρίτο όργανο, όπως τα δικαστήρια, που να  ελέγχει την συμβατότητα του νόμου με αυτό. Εδώ η λαϊκή κυριαρχία νοείται ως κυριαρχία του κοινοβουλίου, δηλαδή ως πολιτική έκφραση της  κυριαρχίας του λαού. Το ίδιο το κοινοβούλιο δεν μπορεί να δεσμεύσει τα επόμενα κοινοβούλια για το μέλλον θεσπίζοντας κανόνες υπέρτατης νομοθετικής ισχύος. Κάθε νόμος, ακόμη και αυτοί που χαρακτηρίζονται ως συνταγματικοί, έχει ίση τυπική ισχύ με τους υπόλοιπους και μεταβάλλεται μεταγενέστερα με την συνήθη νομοθετική διαδικασία[18]. Ωστόσο, ο European Communities Act του 1972 επέδρασε και στα δύο αυτά χαρακτηριστικά, καθώς αναγνώρισε ότι όργανα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου(ΗΒ) μπορούν να θεσπίζουν νομοθεσία άμεσης εφαρμογής στο εσωτερικό της Βρετανίας χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση του κοινοβουλίου. Βέβαια η κυριαρχία διατηρείται, διότι το κοινοβούλιο που αναγνώρισε αυτή τη δυνατότητα στο δίκαιο της ΕΕ μπορεί να την ανακαλέσει, ενώ όσο το ΗΒ παρέμενε μέλος της ΕΕ η νομοθεσία της ΕΕ δεν μπορούσε να καταργηθεί ή να τροποποιηθεί. Την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ αναγνώρισε και η περίφημη απόφαση Factortame 2 του 1998, χωρίς όμως να δοθεί νέα αφορμή στη νομολογία που να αποσαφηνίζει το θέμα.[19]

Δ) Πολιτική και νομική κυριαρχία γίνεται εφικτή μέσω των συνθηκών του πολιτεύματος. Είναι οξύμωρο ότι η σημαντικότερη αμφισβήτηση της κυριαρχίας του κοινοβουλίου έρχεται από την διαδικασία του δημοψηφίσματος ενός θεσμού άμεσης δημοκρατίας. Σε αυτό η απόφαση Miller έκανε την σκέψη ότι το δημοψήφισμα, παρά την αδιαμφισβήτητη πολιτική του σημασία, θα παρήγαγε δεσμευτικότητα μόνο όταν αυτό το αναγνώριζε ένας νόμος του κοινοβουλίου που το προκηρύσσει. Με αυτή την έννοια το νομοσχέδιο έχει μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα.

Ε) Οι συνθήκες του πολιτεύματος είναι μια σύνθεση κανόνων πολιτικού και νομικού χαρακτήρα που δεν συνιστούν δίκαιο. Οι τρεις βασικές συνθήκες του πολιτεύματος, οι οποίες λειτούργησαν καταλυτικά για την διαμόρφωση του αγγλικού συνταγματισμού είναι οι εξής: Εκείνη που περιόρισε τις εξουσίες του Μονάρχη. Εκείνη που μετέφερε την άσκηση της εκτελεστικής λειτουργίας στην κυβέρνηση, με συνέπεια η κυβέρνηση να γίνει ένα ανεξάρτητο όργανο από απλό συμβούλιο του μονάρχη, ενώ ο νομοθετικός ρόλος του στέμματος κατέστη συμβολικός, και τέλος εκείνη, που αφορά στην υπεροχή της βουλής των αντιπροσώπων έναντι της βουλής των λόρδων και περιλαμβάνει την εξάρτηση της κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της βουλής.[20]

Στ) Ως προς τις προνομίες του στέμματος, δηλαδή της κυβέρνησης, σε μια απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων της Βουλής των λόρδων του 2008 κρίθηκε ότι τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση κατά την άσκηση του προνομίου της υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο ακόμα και αν αποτελούν πρωτογενή νομοθεσία, ενώ δεν υπάγονται στον ίδιο έλεγχο τα μέτρα που λαμβάνει το κοινοβούλιο λόγω της κυριαρχίας του.

  1. IV. Brexit και απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Miller 1)[21]

Προκαταρκτικά πρέπει να πούμε ότι τα μέλη του κοινοβουλίου δεν διεκδίκησαν διεύρυνση των αρμοδιοτήτων τους και δεν ζήτησαν να κατατεθεί νομοσχέδιο που θα εξουσιοδοτεί την κυβέρνηση να ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 50, αλλά η προσφυγή προήλθε από ιδιώτες. Η στάση αυτή εξηγείται, διότι το κοινοβούλιο δεν θα ήθελε να αντιπαρατεθεί ευθέως για ένα ζήτημα που έχει αποφανθεί με δημοψήφισμα ο βρετανικός λαός, ανατρέποντας μια τέτοια απόφαση, που θα έθετε σε δοκιμασία την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Στη απόφαση υπονοείται ως θεωρητικό υπόστρωμα η λεπτή σχέση μεταξύ των προνομίων του στέμματος, δηλαδή της κυβέρνησης και της κυριαρχίας του κοινοβουλίου[22]. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση (το στέμμα) μέσω των προνομίων του δεν μπορεί να καταργήσει νόμο ψηφισμένο από το κοινοβούλιο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η κυβέρνηση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 50 στηρίχθηκε στο προνόμιο σύναψης διεθνών συνθηκών που αφορούν στην εξωτερική πολιτική η οποία περιλαμβάνει και την δυνατότητα αποχώρησης από αυτές τις συνθήκες. Εδώ το δικαστήριο απάντησε ότι χωρίς την παρέμβαση του κοινοβουλίου η προνομία αυτή δεν μπορεί να επηρεάζει το ισχύον εσωτερικό δίκαιο που αφορά όχι μόνο τις διεθνείς σχέσεις αλλά πρωτίστως και τα δικαιώματα των πολιτών. Εν προκειμένω, πηγή της συμμετοχής της Βρετανίας στην ΕΕ είναι ο νόμος του 1972 με τον οποίο το τελευταίο ενσωματώθηκε στο εσωτερικό δίκαιο επηρεάζοντας άμεσα τα δικαιώματα των πολιτών, δηλαδή δικαιώματα συμμετοχής στα ευρωπαϊκά όργανα και δικαιώματα που οι πολίτες απολαμβάνουν δυνάμει του δικαίου της ΕΕ, ενώ προέβλεψε ότι η ενωσιακή νομοθεσία θα έχει ανώτερη ισχύ από την εσωτερική –εθνική νομοθεσία. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ο νόμος αυτός προσθέτει μια ακόμα πηγή δικαίου στο δικαϊκό σύστημα της χώρας, πέραν των τυπικών νόμων, του common law και του εθίμου. Δεδομένου –καταλήγει το δικαστήριο– ότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας εξόδου από την ΕΕ είναι ανέκκλητη, η σχετική κυβερνητική απόφαση θα ενεργοποιήσει μία διαδικασία που θα οδηγήσει στην κατάργηση δικαιωμάτων και στην κατάργηση μιας πηγής δικαίου συνταγματικής ισχύος.

Ένα δεύτερο στοιχείο της απόφασης είναι ότι δεν μπορούν οι παραχωρημένες εξουσίες στα κοινοβούλια Σκωτίας, Β. Ιρλανδίας και Ουαλίας να ασκούνται κατά τρόπο που αντιβαίνει στο δίκαιο της ΕΕ ή να εξαρτάται η σχέση Βρετανίας και ΕΕ από την συναίνεσή τους.

Ειδικότερα ως προς το πρώτο επιχείρημα, μία από τις σκέψεις του δικαστηρίου με τις οποίες απορρίφθηκε η επιλογή της κυβέρνησης να ενεργοποιήσει το άρθρο 50 ΣυνθΕΕ για την αποχώρηση της Μ. Βρετανίας από αυτή χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου, ήταν ότι η αποχώρηση δεν εμπίπτει στα προνόμια του στέμματος –κυβέρνησης περί καθορισμού της εξωτερικής πολιτικής αλλά αφορά και τα δικαιώματα των πολιτών σε πολλά επίπεδα, επομένως θα πρέπει να γίνει με νόμο του κοινοβουλίου:

Οι Συνθήκες της ΕΕ δεν αφορούν μόνο τις διεθνείς σχέσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, είναι πηγή εσωτερικού δικαίου και αποτελούν πηγή εγχώριων νομικών δικαιωμάτων, πολλά από τα οποία συνδέονται άρρηκτα με το εσωτερικό δίκαιο από άλλες πηγές. Συνεπώς, το βασιλικό προνόμιο να συνάπτει και να εκδίδει συνθήκες, το οποίο λειτουργεί εξ ολοκλήρου στο διεθνές επίπεδο, δεν μπορεί να ασκηθεί σε σχέση με τις Συνθήκες της ΕΕ, τουλάχιστον ελλείψει εθνικής κύρωσης με την κατάλληλη νομική μορφή. Από τη στιγμή που απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 2 του νόμου του 1972 προβλέπει την ύπαρξη υπουργικής εξουσίας να αποχωρήσει από τις Συνθήκες της ΕΕ (στις παραγράφους 79 και 84), είναι σαφές ότι η Πράξη του 1972 δεν δημιούργησε μια τέτοια εξουσία απόσυρσης.

Είναι προφανές ότι η πλειοψηφία και οι μειοψηφίες της απόφασης  έχουν θεμελιωδώς διαφορετικές απόψεις σχετικά με το συνταγματικό καθεστώς που έχει το δίκαιο της ΕΕ στο νομικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου. Για παράδειγμα, ενώ η πλειοψηφία αναγνωρίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ενώ υιοθετεί και παραμένει σε ένα «δυαδικό» σύστημα, θεωρεί ωστόσο ότι το δίκαιο της ΕΕ αποτέλεσε, όχι απλώς νομικά, συστατικό μέρος του εσωτερικού δικαίου, αλλά ανεξάρτητη πηγή η οποία με ρητή πρόβλεψη του νόμου του 1972, τόσο ως πρωτογενές όσο και ως παράγωγο δίκαιο, υπερέχει των εσωτερικών κανόνων δικαίου. Όπως το έθεσε η πλειοψηφία, το δίκαιο της ΕΕ, σε αυτή την ανάλυση, «μεταμοσχεύτηκε» και έτσι έγινε μια πτυχή του βρετανικού δικαίου. Η αποδοχή αυτής της θέσης, που αποδίδει στο δίκαιο της ΕΕ αυτό το καθεστώς, έχει ως εύλογη συνέπεια, ότι το προνόμιο των εξωτερικών σχέσεων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεκινήσει η εκτομή του ενωσιακού δικαίου από το σώμα του εσωτερικού δικαίου: μόνο το Κοινοβούλιο μπορεί να χειριστεί (ή τουλάχιστον να παραδώσει στην κυβέρνηση) το νυστέρι. Αντιθέτως, ο Λόρδος Reed θεωρεί ότι το δίκαιο της ΕΕ παραμένει ένα νομικό πλαίσιο που διαφέρει από το εσωτερικό δίκαιο: επομένως το ευρωπαϊκό-ενωσιακό δίκαιο «δεν δημιούργησε τα νόμιμα δικαιώματα με την ίδια έννοια όπως άλλα νομοθετήματα, αλλά έδωσε νομική ισχύ στο Ηνωμένο Βασίλειο σε ένα νομοσχέδιο που είναι τώρα γνωστό ως δίκαιο της ΕΕ».

Αυτή η διαφωνία σχετικά με τη φύση του ευρωπαϊκού-ενωσιακού δικαίου και τη θέση του στο νομικό σύστημα του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αυτή που δεν επιτρέπει την εύκολη επίλυση του ζητήματος. Εν πάση περιπτώσει, η θέση της πλειοψηφίας θέτει -αλλά δεν απαντά οριστικά- μια σειρά ενδιαφέρουσες ερωτήσεις σχετικά με το από που απορρέει το συγκεκριμένο καθεστώς του ευρωπαϊκού δικαίου και, ως εκ τούτου, σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να αποκτήσουν άλλα όργανα, βάσει της Συνθήκης, παρόμοια νομικά χαρακτηριστικά. Αυτά τα ερωτήματα θα λάβουν πρακτική σημασία, όταν προκύψουν μελλοντικά ζητήματα σχετικά με το βαθμό στον οποίο η ανάλυση της πλειοψηφίας στην Miller είναι εφαρμόσιμη σε άλλα πεδία εφαρμογής[23]. Ενδεχομένως, σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να καταστεί σαφέστερο σε σχέση με τις σκέψεις της πλειοψηφίας, ποιος παράγοντας ή συνδυασμός παραγόντων οδήγησε την ευρωπαϊκή νομοθεσία να αποκτήσει το νομικό καθεστώς που της αποδίδεται τώρα.

Πρέπει να πούμε ότι η απόφαση αυτή στο θέμα του Brexit δεν είχε καμία επίδραση, αφού η κυβέρνηση συμμορφούμενη με την απόφαση κατέθεσε μικρής εκτάσεως νομοσχέδιο που ψηφίστηκε με μεγάλη πλειοψηφία, οπότε η διαδικασία του άρθρου 50 συνεχίστηκε χωρίς περαιτέρω εμπόδια. Είναι βέβαιο ότι η απόφαση αυτή δημιούργησε νομολογία σε ένα θέμα που μέχρι τότε δεν είχε αντιμετωπιστεί ως τέτοιο, καθώς το προνόμιο της κυβέρνησης ασκήθηκε, για να καταγγελθεί μια διεθνής συνθήκη, που θα οδηγούσε στην κατάργηση ενός νόμου συνταγματικής ισχύος. Από την άλλη. είναι εντυπωσιακό ότι δεν αφιερώνονται στην απόφαση ιδιαίτερα αναλυτικές σκέψεις για  το δημοψήφισμα, καθώς θεωρήθηκε ότι, εφόσον είναι συμβουλευτικού χαρακτήρα, η κυβέρνηση είναι εκείνη που αποφασίζει να ενεργοποιήσει την διαδικασία, έχοντας τη σχετική νομιμοποίηση εντός του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος.[24]

  1. Brexit και απόφαση Miller 2

Στη δεύτερη υπόθεση, γνωστή ως Miller 2, ετέθη υπό την κρίση του δικαστηρίου, το ερώτημα  αν ανήκει στην νόμιμη εξουσία του πρωθυπουργού να αναστέλλει την έναρξη λειτουργίας του κοινοβουλίου και αν μπορεί να υπάρξει δικαστική κρίση επ’ αυτού.

Πριν εξετάσω το ζήτημα της αιτιολογίας, υπάρχουν τέσσερα σημεία που πρέπει να καταστούν σαφή από την αρχή. Πρώτον, η εξουσία να διατάξει την αναστολή λειτουργίας του κοινοβουλίου(prologation)[25] είναι ένα προνόμιο που ασκείται από το Στέμμα, εν προκειμένω από τον κυρίαρχο αυτοπροσώπως, ενεργώντας κατόπιν συμβουλών της κυβέρνησης, σύμφωνα με τη σύγχρονη συνταγματική πρακτική. Δεν περιλαμβάνεται σε αυτές τις εκκλήσεις ότι η Αυτού Μεγαλειότητα ήταν υποχρεωμένη από συνταγματική συνθήκη να δεχτεί αυτή τη συμβουλή. Ο Πρωθυπουργός έχει την  συνταγματική ευθύνη, ως το μόνο πρόσωπο που έχει την εξουσία να το πράξει, να λαμβάνει υπόψη όλα τα συναφή συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων του Κοινοβουλίου, πριν κάνει την πρότασή του.

Δεύτερον, μολονότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να αποφασίσουν για πολιτικά ζητήματα, το γεγονός ότι μια νομική διαφορά αφορά τη συμπεριφορά των πολιτικών ή προέρχεται από ένα πολιτικό θέμα, δεν υπήρξε ποτέ επαρκής λόγος, για να αρνούνται τα δικαστήρια να την εξετάσουν.

Όπως διαπίστωσε το Divisional Court στην παράγραφο 47 της απόφασής του, σχεδόν όλες οι σημαντικές αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας έχουν πολιτική απόχρωση. Παρ’ όλα αυτά, τα δικαστήρια έχουν ασκήσει εποπτική δικαιοδοσία επί των αποφάσεων της εκτελεστικής εξουσίας για αιώνες, παρά το γεγονός ότι για πρώτη φορά ασκείται δικαστικός έλεγχος για τέτοιου είδους απόφαση[26].

Τρίτον, η ευθύνη του πρωθυπουργού έναντι του κοινοβουλίου δεν δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι τα δικαστήρια δεν έχουν νόμιμο ρόλο να διαδραματίσουν. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι η επίδραση της αναστολής είναι να αποφευχθεί η αναζήτηση της υπουργικής ευθύνης έναντι του κοινοβουλίου κατά την περίοδο που βρίσκεται το κοινοβούλιο σε αναστολή. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα δικαστήρια έχουν καθήκον να εφαρμόζουν το νόμο, ανεξαρτήτως της πολιτικής λογοδοσίας του υπουργού έναντι του κοινοβουλίου. Το γεγονός ότι ο υπουργός είναι πολιτικά υπεύθυνος στο Κοινοβούλιο δεν σημαίνει ότι ορισμένες από τις πολιτικές του επιλογές δεν τίθεται και υπό την κρίση των δικαστηρίων.

Τέταρτον, αν η προσφυγή στην δικαιοσύνη είναι παραδεκτή και βάσιμη δεν τίθεται ζήτημα προσβολής της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς τα όργανα του πολιτεύματος επιτελούν τη λειτουργία τους βάσει του Συντάγματος. Πράγματι, εξασφαλίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν χρησιμοποιεί παράνομα την εξουσία της παρεμποδίζοντας το κοινοβούλιο να ασκεί τα καθήκοντά του, το δικαστήριο θα σεβαστεί την διάκριση των εξουσιών.

Στην απόφαση υπάρχουν ορισμένες ενδιαφέρουσες σκέψεις γενικότερα για το ρόλο του Συντάγματος και τα όρια του δικαστικού ελέγχου.

«Μολονότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν διαθέτει ενιαίο έγγραφο με τίτλο «Το Σύνταγμα», έχει, ωστόσο, ένα Σύνταγμα, που καθιερώθηκε κατά τη διάρκεια της πορείας της ιστορίας μας μέσω του κοινού δικαίου(common law)[27], των γραπτών νόμων, των συνθηκών του πολιτεύματος και της συνταγματικής πρακτικής. Δεδομένου ότι δεν κωδικοποιήθηκε, έχει αναπτυχθεί ρεαλιστικά και παραμένει επαρκώς ευέλικτο και ικανό για περαιτέρω προσαρμογή. Παρ’ όλα αυτά, περιλαμβάνει πολλές αρχές οι οποίες είναι εφαρμόσιμες από τα δικαστήρια κατά τον ίδιο τρόπο με τις άλλες νομικές αρχές. Τα δικαστήρια έχουν την ευθύνη να διατηρούν τις αξίες και αρχές του συντάγματός μας και να τις καταστήσουν αποτελεσματικές. Έχουν ευθύνη καθορισμού των νομικών ορίων των εξουσιών που ανατίθενται στην κυβέρνηση, για να αποφασίσουν εάν οποιαδήποτε άσκηση εξουσίας έχει παραβιάσει αυτά τα όρια. Τα δικαστήρια δεν μπορούν να αποφύγουν αυτή την ευθύνη απλώς και μόνον επειδή το θέμα που τίθεται είναι πολιτικό σε τόνο ή πλαίσιο.

Οι νομικές αρχές του συντάγματος δεν περιορίζονται στους θεσμοθετημένους κανόνες, αλλά περιλαμβάνουν τις συνταγματικές αρχές που αναπτύσσονται από το κοινό δίκαιο. Έχουμε ήδη δύο παραδείγματα τέτοιων αρχών, δηλαδή ότι η νομοθεσία περί ιδιοκτησίας δεν τροποποιείται παρά με νόμο του κοινοβουλίου, και ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραβιάσει ιδιωτικούς χώρους χωρίς νόμιμη εξουσία. Πολλά περισσότερα παραδείγματα θα μπορούσαν να δοθούν. Οι αρχές αυτές δεν περιορίζονται στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αλλά περιλαμβάνουν αρχές σχετικά με τη συμπεριφορά δημόσιων φορέων και οργανισμών. Για παράδειγμα, περιλαμβάνουν την αρχή της δικαιοσύνης  που πρέπει να απονέμεται δημόσια (Scott v Scott [1913] AC 417), και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών μεταξύ της εκτελεστικής εξουσίας, του κοινοβουλίου και των δικαστηρίων (Ex p FireUnionBrigades, σελ. 567-568). […] Οι συνταγματικές αρχές δεν εφαρμόζονται μόνο στις εξουσίες που παρέχονται από το νόμο, αλλά επεκτείνονται και στις προνομιακές εξουσίες. Για παράδειγμα, περιλαμβάνουν την αρχή ότι η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να ασκήσει προνομιακές εξουσίες, ώστε να στερήσει τους ανθρώπους από την περιουσία τους χωρίς την καταβολή αποζημιώσεως (απόφαση Burmah Oil Co Ltd κατά Λόρδας Advocate[1965] AC 75).

Δύο θεμελιώδεις αρχές του συνταγματικού μας δικαίου αφορούν την παρούσα περίπτωση. Η πρώτη είναι η αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας: οι νόμοι που θεσπίστηκαν στο κοινοβούλιο είναι η υπέρτατη μορφή δικαίου στο νομικό μας σύστημα, με την οποία όλοι, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης, πρέπει να συμμορφωθούν. Στο παρελθόν η δικαιοσύνη ξανά και ξανά, σε μια σειρά περιπτώσεων από τον 17ο αιώνα, έχει προστατεύσει την κοινοβουλευτική κυριαρχία από τις απειλές που θέτει σε αυτήν η χρήση των προνομιούχων εξουσιών, και με αυτόν τον τρόπο απέδειξε ότι οι προνομιακές εξουσίες περιορίζονται από την αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας. Στην υπόθεση των διακηρύξεων το δικαστήριο προστατεύει την κοινοβουλευτική κυριαρχία, δηλώνοντας ότι οι προνομιακές εξουσίες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αλλάξουν το δίκαιο της γης. Τρεις αιώνες αργότερα, στην περίπτωση του Γενικού Εισαγγελέα v DeKeyser’s Royal HotelLtd [1920] AC 508, το δικαστήριο εμπόδισε την κυβέρνηση από την αναζήτηση έμμεσων μέσων για την παράκαμψη του Κοινοβουλίου, παρακάμπτοντας έναν νόμο μέσω της χρήσης του προνομίου. Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Ένωση Πυροσβεστικών το δικαστήριο εμπόδισε και πάλι την κυβέρνηση να μην καταστήσει έναν νόμο άκυρο μέσω της προσφυγής στο προνόμιο [..]. Όπως ο Λόρδος Browne-Wilkinson παρατήρησε, ‘το συνταγματικό ιστορικό αυτής της χώρας είναι η ιστορία των προνομιακών εξουσιών του Στέμματος, που υπόκεινται στις υπερισχύουσες εξουσίες της δημοκρατικά εκλεγμένης αντιπροσωπίας ως το κυρίαρχο σώμα’.

Ωστόσο, η κυριαρχία του κοινοβουλίου θα υπονομευθεί ως η θεμελιώδης αρχή του Συντάγματός μας, αν η εκτελεστική εξουσία μπορούσε, μέσω της χρήσης του προνομίου της, να εμποδίσει το κοινοβούλιο να ασκήσει τη νομοθετική εξουσία του όπως επιθυμεί. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει νόμιμο όριο σχετικά με την εξουσία εκτίμησης του κοινοβουλίου. Μια απεριόριστη εξουσία θα ήταν επομένως ασυμβίβαστη με τη νομική αρχή της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας»[28]

Ουσιαστικά η απόφαση κρίνει ότι η επιλογή του Πρωθυπουργού για αναστολή της λειτουργίας του κοινοβουλίου, χωρίς πειστική αιτιολογία,  συνεπάγεται την κατάργηση ή την παρεμπόδιση της δυνατότητας του να νομοθετεί και να ελέγχει την κυβέρνηση με συνέπειες ιδιαίτερα σοβαρές για την χώρα, όπως θα ήταν η προοπτική της εξόδου της χώρας από την ΕΕ χωρίς συμφωνία που να έχει την έγκριση του κοινοβουλίου.

Η απόφαση κατέληξε ότι η επιλογή του Πρωθυπουργού ήταν παράνομη και το κοινοβούλιο έπρεπε να ξανασυνεδριάσει, διότι υπήρχε ο κίνδυνος, λόγω των ασφυκτικών προθεσμιών για μια χωρίς συμφωνία αποχώρηση από την ΕΕ μετά τις 31-10-2019 και χωρίς την έγκριση του κοινοβουλίου.

 

  1. VI. Συμπεράσματα

Η εύκολη ρητορική των βρετανικών κυβερνήσεων κατά των Βρυξελλών διάβρωσε τη σχέση των πολιτών της με την ΕΕ, καθώς οι κυβερνήσεις έδειχναν τα όργανα της ΕΕ ως υπεύθυνα για αντιδημοφιλείς αποφάσεις και απέκρυπταν ότι στα όργανα αυτά μετείχαν και εκπρόσωποι της βρετανικής κυβέρνησης. Η κυρίαρχη αίσθηση των πολιτών ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην της κυβέρνησή τους αποδυνάμωσε την πίστη στους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς, ενώ το κλίμα που διαμορφώθηκε οδηγούσε στην σκέψη ότι η ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας θα ξαναδώσει την χαμένη αίγλη της Βρετανίας και στους πολίτες νέες ευκαιρίες οικονομικής προόδου. Ο θεσμός του δημοψηφίσματος με τα χαρακτηριστικά του αποτέλεσε το βασικό θεσμικό όχημα για να εκφραστεί αυτή η λαϊκιστική ροπή και έδειξε και τις αδυναμίες των κυβερνήσεων να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, εφόσον μεταθέτουν τις ευθύνες των αποφάσεων σε έναν ανενημέρωτο λαό που είναι εκτεθειμένος στην μιντιακή δημαγωγία.

Σε πολιτικό επίπεδο μετά την νίκη του Τζόνσον στις εκλογές της 12/12/2019 και την ακλόνητη πεποίθησή  για μια πορεία προς την ολοκλήρωση του Brexit, είναι σαφές ότι η Βρετανία εισέρχεται σε μια τελική διαπραγμάτευση για την εμπορική συμφωνία με την ΕΕ έχοντας απέναντί της ένα ισχυρότερο οικονομικά εταίρο ο οποίος -και υπό ασφυκτικές χρονικά προθεσμίες- έχει την δύναμη να επιβάλλει τους δικούς του όρους.

Για την ΕΕ η επιτυχία του Μ.Τζόνσον θα σημάνει αναζωπύρωση των φυγόκεντρων τάσεων και ενδεχομένως θα απειλήσει την συνοχή της, σενάριο που συγκεντρώνει μικρότερες πιθανότητες[29].

Στο νομικό επίπεδο η κρίσιμη παρέμβαση της δικαιοσύνης όπως εκφράστηκε με τις δύο παραπάνω αποφάσεις, δεν υποκαθιστά την κρίση του κοινοβουλίου με αυτή της δικαιοσύνης, αλλά αποβλέπει στο να αποκαταστήσει την σχέση ισορροπίας μεταξύ κοινοβουλίου και κυβέρνησης.

Γενικότερα με αφορμή της δικαστική διάσταση της υπόθεσης του Brexit τίθεται με ιδιαίτερη έμφαση από την θεωρία[30]το ζήτημα της απόκτησης από την Βρετανία ενός κωδικοποιημένου και ενιαίου Συντάγματος που να προστατεύει τα δικαιώματα των πολιτών, όπως τα Συντάγματα των χωρών της Ηπειρωτικής Ευρώπης, ρόλο τον οποίο επιτελούσαν οι Συνθήκες της ΕΕ σε συνδυασμό με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Το Brexit ξαναέθεσε με επιτακτικό τρόπο το σχετικό αίτημα, καθώς αποτελεί μια ισχυρή τομή στην συνέχεια της βρετανικής νομικής παράδοσης, η οποία δύσκολα θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά τα οποία είχε η χώρα πριν ενταχθεί στην ΕΕ.

Αποτελεί σίγουρα την συνταγματική στιγμή της Βρετανίας κάτι το οποίο πρέπει να αποδεχθεί η πολιτικής της ηγεσία προς όφελος των βρετανών και όλων των Ευρωπαίων γενικότερα.

Γραπτή απόδοση με τον στοιχειώδη υπομνηματισμό της προφορικής παρέμβασης που έγινε στο πλαίσιο ημερίδας για το brexit που οργάνωσε το μεταπτυχιακό μάθημα του συνταγματικού δικαίου στην Θεσσαλονίκη(18/11/2019) με την συμμετοχή των καθηγητών Ε.Βενιζέλου, Π.Ελευθεριάδη, Π.Μαντζούφα, Β.Σκουρή και Κ.Χρυσόγονου. Θέλω να ευχαριστήσω από την θέση αυτή τον ΔΝ και εντεταλμένο διδασκαλίας στην Νομική σχολή του ΑΠΘ Α.Παυλόπουλο για τις πολύτιμές υποδείξεις του.

[1] Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί ότι δύο θεσμοί στους οποίους δεν μετέχει η Βρετανία είναι η ζώνη του ευρώ και συνθήκη Σέγκεν.

[2] Βλ. για την ιστορία του βρετανικού ευρωσκεπτικισμού Θ. Τζιάλα, Brexit, Ευρώπη και Ελλάδα-Οι αιτίες και οι συνέπειες του βρετανικού ευρωσκεπτικισμού, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα, 2019, σελ. 57-91.

[3] Bλ. Ε. Βενιζέλου, Το Brexit ως το σημείο εκκίνησης της συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης 60 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης, ΤοΣ 2/2017 διαθέσιμο και στον εξής σύνδεσμο: https://www.evenizelos.gr/speeches/conferences-events/413-conferencespeech2017/5566-brexit-60.html

[4] Είχαν ήδη προηγηθεί τρεις απορρίψεις των όρων εξόδου από την βουλή, ενώ η ίδια βρισκόταν σε ανοικτή σύγκρουση με το κόμμα της.

[5] Όπως σωστά επισημαίνει η Β. Χρήστου, Το συνταγματικό διακύβευμα του Brexit, The books’ journal, Νοέμβριος 2019, σελ. 24 επ., η διαδικασία του Brexit διατάραξε, όχι μόνο τη λειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος, αλλά και τον μηχανισμό λογοδοσίας και απόδοσης ευθύνης στο κοινοβουλευτικό σύστημα.

[6] Για τα σημεία επαφής του Brexit με την πολιτική και οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, βλ. αναλυτικότερα Θ. Τζιάλα, Brexit, Ευρώπη και Ελλάδα, όπ.π., σελ. 102-106. Ως προς τις πιθανές οικονομικές συνέπειες του Brexit στην ελληνική οικονομία, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη των Α. Σάμιτα/Σ. Πολύζου, Οι επιπτώσεις του Brexit στην Ελληνική Οικονομία, σε: Α. Κουτσουράδης/Δ. Λαγός, Οικονομικές και νομικές παράμετροι του ελληνικού τουρισμού, εκδ. Σάκκουλας, Αθηνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 49-64.

[7] Ήδη μετατέθηκε από τις 29 Μαρτίου στις 31 Οκτωβρίου και με βάση την τελευταία παράταση στις 31 Ιανουαρίου 2020.

[8] Βλ. Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (άρθρο 50), 10 Απριλίου 2019 στον εξής σύνδεσμο: https://www.consilium.europa.eu/el/press/press-releases/2019/04/10/european-council-art-50-conclusions-10-april-2019/#

[9]  Βλ. Συμπεράσματα Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Άρθρου 50, 17 Οκτωβρίου 2019, στον εξής σύνδεσμο:

https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=LEGISSUM:4301000&from=EL

[10] Η άνετη νίκη των συντηρητικών έναντι των μαξιμαλιστικών και αντίθετων προς το πνεύμα της πολιτικής σύγκρουσης προτάσεων των εργατικών του Τ. Κόρμπιν αποδόθηκε στην κόπωση του εκλογικού σώματος που ήθελε μια ξεκάθαρη λύση και αποκήρυξε τα διφορούμενα μηνύματα των εργατικών σε σχέση με το επίδικο ζήτημα του Brexit(δεύτερο δημοψήφισμα χωρίς σαφή τοποθέτηση υπέρ ή κατά του Brexit). Βλ. άρθρο Α.Χρυσόγελου εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ» 17/12/2019

[11] Η ανακοίνωση της απόφασης για μη παράταση των εμπορικών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ προκάλεσε μεγάλη πτώση της στερλίνας γεγονός που εκλαμβάνεται ως προεξόφληση από τις αγορές ότι η Βρετανία θα συρθεί -εφόσον ισχύσει η τροπολογία και δεν υπάρξει άτυπη παράταση των διαπραγματεύσεων- σε συμφωνία υπό δυσμενείς όρους και ουσιαστικά θα συμφωνήσει με τις προτάσεις της ΕΕ για τα εργασιακά, το περιβάλλον και το καθεστώς των επιδοτήσεων, ενώ δεν αποκλείεται και το ενδεχόμενο μιας εξόδου χωρίς συμφωνία.

Βλ. ρεπορτάζ εφημ. «ΤΟ ΒΗΜΑ» 22/12/2019

[12] Βλ. τον εξής σύνδεσμο: https://brexit.gov.gr/wp-content/uploads/2019/10/arxiki_politiki_diakiriksi_noemvrios_18_ellinika.pdf

[13] Βλ. τον εξής σύνδεσμο: https://brexit.gov.gr/wp-content/uploads/2019/10/revised_political_declaration.pdf

[14] Το ίδιο ισχύει για τις αερομεταφορές, την αλιεία (: πρόσβαση σε ύδατα, θαλάσσιες ζώνες, ποσοστώσεις) και την ανταλλαγή δεδομένων και πληροφοριών. Βλ. αναλυτικότερα Β. Χριστιανού, Νομικές αβεβαιότητες κατά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε: Α. Κουτσουράδη/Δ. Λαγού, Οικονομικές και νομικές παράμετροι του ελληνικού τουρισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 41-48.

[15] Βλ. για τα βασικά χαρακτηριστικά του βρετανικού Συντάγματος Α. Παυλόπουλου, Ένας ύμνος στο κράτος δίκαιου: Η υπόθεση UNISON για το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη επί εργατικών διαφορών και o οιονεί έλεγχος συνταγματικότητας από το U.K. Supreme Court ΤοΣ 4/2018, σελ. 1291-1322 και από την αγγλόφωνη θεωρία N. Howard, Beginning Constitutional Law, εκδ. Routledge, Λονδίνο & Νέα Υόρκη, 2017, σελ. 17, 29 επ.

[16] Για μία επισκόπηση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας του Ηνωμένου Βασιλείου αναλυτικότερα Γ. Γεραπετρίτη, Αγγλο-Αμερικανικοί Συνταγματικοί Θεσμοί, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2016, σελ. 21-54.

[17] Βλ. αναλυτικότερα, Γ. Γεραπετρίτη, Αγγλο-Αμερικανικοί Συνταγματικοί Θεσμοί, όπ.π., σελ. 49-54 και Π. Δουδωνή, Το Brexit, η απόφαση Miller του Supreme Court και η αγγλική συνταγματική ιδιαιτερότητα, ΕφημΔΔ 6/2016, σελ. 618-126.

[18] Βλ. Α. Dicey, Introduction to the Study of the Law of the Constitution, 1885, σελ. 39-40, ο οποίος δίνει τον ευρύτατα παραπεμπόμενο, στα βρετανικά εγχειρίδια του Συνταγματικού Δικαίου, ορισμό της έννοιας της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου: «The principle, therefore, of parliamentary sovereignty means neither more nor less than this, namely that “Parliament” has “the right to make or unmake any law whatever; and further, that no person or body is recognised by the law of England a s having a right to over ride or set aside the legislation of Parliament…».

[19] Η αρχή της κυριαρχίας ή της υπεροχής του Κοινοβουλίου (parliamentary sovereignty ή parliamentary supremacy) αποτελεί ιστορικό απότοκο της Ένδοξης (ή Αναίμακτης) Επανάστασης του 1688, η οποία οδήγησε σε μείζονες μεταβολές του πολιτεύματος προς φιλελεύθερη κατεύθυνση και στη σημαντική ενίσχυση του ρόλου του Κοινοβουλίου, έναντι του Βασιλιά. Βλ. αναλυτικότερα για την ένδοξη επανάσταση S. Jenkins, A short history of England, εκδ. Profile Books, Λονδίνο, 2012, σελ. 160-169. Για την επίδραση της Ένδοξης Επανάστασης στην εν γένει φυσιογνωμία του πολιτεύματος βλ. αναλυτικότερα, Β. Παπαγρηγοριου, Λαïκή κυριαρχία και κοινοβουλευτισμός στην Αγγλία, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, σελ. 137-170. Κατά τον Α. Μάνεση, Πολιτική ιστορία και σύγχρονοι πολιτικοί θεσμοί, εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1978, σελ.72, η Ένδοξη Επανάσταση υπήρξε μάλλον συντηρητική παρά ριζοσπαστική, στο βαθμό, που κύρια επιδίωξη της υπήρξε η αποτελεσματική κατοχύρωση των ήδη κεκτημένων και η εξασφάλιση τους και στο μέλλον.

Σημείο αναφοράς της σύγχρονης βιβλιογραφία για την έννοια, το περιεχόμενο και την εξελικτική διαμόρφωση της αρχής της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας μπορεί να θεωρηθεί η μελέτη του N. W. Barber, The afterlife of Parliamentary sovereignty, International Journal of Constitutional Law, Volume 9/2011, σελ. 144-154.

[20] Τα γεγονότα του Brexit επανέφεραν με δυναμικό τρόπο τη συζήτηση για τον ρόλο των συνθηκών του πολιτεύματος στη διαμόρφωση και λειτουργία της πολιτικής ζωής. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα της θεματικής αυτής, το οποίο απασχόλησε και τις αποφάσεις του UK Supreme Court, που ακολουθούν στο κυρίως κείμενο, είναι ο δικαστικός έλεγχος των συνθηκών του πολιτεύματος. Βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα αυτό την πρόσφατη μελέτη των F. Ahmed/R. Albert/A. Perry, Judging constitutional conventions, International Journal of Constitutional Law, V. 17/2019, σελ. 787–806.

[21] Βλ. ένα αναλυτικό χρονικό των γεγονότων που οδήγησαν στην ιστορική αυτή απόφαση σε Α. Παπαϊωάννου, Πολιτική και δικαιοσύνη στη δίνη του Brexit, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 39-62. Για μία πανοραμική θεώρηση των αρμοδιοτήτων του UK Supreme Court, βλ. N.Andrews, Το Ανώτατο Δικαστήριο στο Ηνωμένο Βασίλειο, μτφρ. Β.-Στ. Mπάμπη, ΕφημΔΔ 2010, σελ. 86-101.

[22] Αναφορικά με την έννοια του «εκτελεστικού» ή «βασιλικού» προνομίου στο βρετανικό συνταγματικό δίκαιο, βλ. Α. Παπαϊωάννου, Πολιτική και δικαιοσύνη στη δίνη του Brexit, όπ.π., σελ. 19-24.

[23] Bλ. Guilluy Τ., Les juges britanniques face au Brexit : Une revanche posthume du droit de l’Union européenne ? , διαθέσιμο στο: http://juspoliticum.com/article/Les-juges-britanniques-face-au-Brexit-Unerevanche-posthume-du-droit-de-l-Union-europeenne-1188.html

[24] Ευρύτερα για το ζήτημα των σχέσεων του εσωτερικού δικαίου και του ευρωπαϊκού-ενωσιακού δικαίου και τους συναφείς προβληματισμούς, βλ. Κ. Γιαννακόπουλου, Η συνταγματική απορρύθμιση, ΕφημΔΔ 1/2017, σελ. 73-80.

[25] Κατά την παράδοση η προετοιμασία για το λόγο της Βασίλισσας συνεπαγόταν συνήθως τριήμερη έως πενθήμερη αναστολή λειτουργίας του κοινοβουλίου και όχι αναστολή διάρκειας πέντε εβδομάδων όπως ζήτησε ο Πρωθυπουργός Μ.Τζόνσον.

 

[26] Βλ. σχετικά Ν.Αλιβιζάτου, My Ladies, my Lords, welcome to the club!, εφ. «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 30/9/2019

[27] Εν γένει για τη «συλλογιστική του κοινοδικαίου», βλ. B. Bix, Φιλοσοφία του δικαίου, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 2007, σελ. 217-226.

[28] Είναι φανερό από το απόσπασμα που προηγήθηκε ότι η απόφαση αυτή ανήκει στην κατηγορία εκείνων των αποφάσεων, με τις οποίες τα ανώτατα και συνηθέστερα τα συνταγματικά δικαστήρια επεμβαίνουν άμεσα στη διαμόρφωση της πολιτικής ζωής. Το πολύ ενδιαφέρον αυτό ζήτημα πραγματεύεται ο συλλογικός τόμος Judicial Power-How Constitutional Courts Affect Political Transformations (επιμ. Christine Landfried), Cambridge University Press, 2019.

[29] Βλ. άρθρο Α.Τριφύλλη,  εφημ. «ΤΑ ΝΕΑ»21-22/12/2019

[30]Βλ.  Vernon Bogdanor, Brexit Means Britain Needs a Constitution, https://foreignpolicy.com/2019/10/08/brexit-means-britain-needs-a-constitution/October 8, 2019

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

19 − fourteen =