Απόφαση 2010/320/ΕΕ (ΕΕ L 145 της 11.6.2010) ειδοποίηση λήψης μέτρων του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος
Η απόφαση 2010/320/ΕΕ του Συμβουλίου της ΕΕ, που εκδόθηκε με έρεισμα τα άρθρα 126 παρ. 9 και 136 παρ. 1 περ. α ΣΛΕΕ, τροποποιεί την προγενέστερη απόφαση 2010/182/ΕΕ του Συμβουλίου της ΕΕ. Με την τελευταία, η Ελληνική Δημοκρατία, εισερχόμενη στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (άρθρο 126 παρ. 9 ΣΛΕΕ), εκλήθη στις 16/02/2010 να υιοθετήσει μέτρα που της απηύθυνε το Συμβούλιο της ΕΕ, προκειμένου να επιτύχει τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης (βλ. πιο αναλυτικές παρατηρήσεις για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος στο ενημερωτικό σημείωμα που συνοδεύει την απόφαση 2010/182/ΕΕ). Η υπογραφή, ωστόσο, στις 03/05/2010, του «Μνημονίου Συνεννόησης» (“Memorandum of Understanding”) μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημιούργησε την ανάγκη ευθυγράμμισης των μέτρων της απόφασης 2010/182/ΕΕ με εκείνων που προβλέπονται στο «Μνημόνιο Συνεννόησης». Και τούτο διότι η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν έπαυσε μετά την υπογραφή του «Μνημονίου Συνεννόησης», αλλά, αντίθετα, εξακολουθούσε να υφίσταται. Η αναγκαία αυτή ευθυγράμμιση συντελέστηκε με την απόφαση 2010/320/ΕΕ, όπου, με μία μέθοδο τύπου «copy – paste», τα μέτρα του Μνημονίου αναγορεύθηκαν σε μέτρα που οφείλει να λάβει η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της διαδικασίας του υπερβολικού ελλείμματος. Μάλιστα, ενώ, με βάση την πλειοψηφία της (Ολ.) ΣτΕ 668/2012, το «Μνημόνιο Συνεννόησης» δεν έχει ούτε νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα ούτε χαρακτήρα διεθνούς συνθήκης, γίνεται δεκτό ότι με την απόφαση 2010/320/ΕΕ δημιουργούνται υποχρεώσεις του ελληνικού κράτους, σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, εν σχέσει με την πραγματοποίηση των παραπάνω μέτρων [βλ. σκέψη 28 (Ολ.) ΣτΕ 668/2012 καθώς και σελ. 80 από τη σχετική εισήγηση της Συμβούλου Ειρ. Σαρπ σε www.constitutionalism.gr]. Και τούτο διότι η απόφαση συνιστά νομικά δεσμευτική πράξη του παράγωγου δευτερογενούς ενωσιακού δικαίου (όπως ο κανονισμός και η οδηγία).
