Δικαίωμα στη λήθη: πρόσφατες  νομολογιακές εξελίξεις

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ. - Βασίλειος Νάιντος, Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου του Μονάχου

Α. Εισαγωγή

Η εξάπλωση του διαδικτύου ως του πλέον κυρίαρχου μέσου πληροφόρησης και επικοινωνίας έχει σε μεγάλο βαθμό υποκαταστήσει τη μνήμη μας και έχει διευρύνει τις δυνατότητες πρόσβασης σε δεδομένα και πληροφορίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι αν δεν θυμάται κανείς ολόκληρο ένα τραγούδι παρά μόνο ένα στίχο του, αρκεί να πληκτρολογήσει το στίχο αυτό σε μία μηχανή αναζήτησης και θα εμφανιστεί το σωστό αποτέλεσμα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα[1].

Η εξέλιξη αυτή έχει βέβαια και μία άλλη όψη, ότι «το διαδίκτυο δεν ξεχνά»[2]. Στην εποχή της «αβάσταχτης» και της «απόλυτης» μνήμης[3], πληροφορίες οι οποίες ανέβηκαν σε μια δεδομένη χρονική στιγμή στο διαδίκτυο είναι κατά κανόνα μονίμως διαθέσιμες. Με τον τρόπο όμως αυτό χάνονται τα θετικά αποτελέσματα της λήθης. Δυσμενή γεγονότα από την προσωπική ιστορία των ατόμων, όπως η διάπραξη μιας ποινικά κολάσιμης πράξης στο παρελθόν, μπορεί να είναι προσβάσιμα για δεκαετίες μέσω απλώς της πληκτρολόγησης σε μηχανές αναζήτησης π.χ. του ονόματος του εγκληματία ή απλώς του συμβάντος. Σε τέτοιους κινδύνους -οι οποίοι δυσχεραίνουν τη  ζωή του ατόμου και την επανένταξη του στην κοινωνία- που γεννώνται στο χώρο του διαδικτύου έρχεται να απαντήσει το «δικαίωμα στη λήθη»[4].

Το δικαίωμα αυτό διαμορφώθηκε κυρίως μέσα από την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΔΕΕ) και ανωτάτων εθνικών δικαστηρίων[5]. Η νομολογία ασχολήθηκε με το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις οι πληροφορίες στο διαδίκτυο σε σχέση με γεγονότα του παρελθόντος θα πρέπει να ξεχαστούν[6]. Η σχετική νομολογία είναι πλούσια και έχει παρουσιάσει προσφάτως στη Γερμανία ιδιαίτερη εξέλιξη. Εξίσου σημαντική είναι όμως και η πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής: ΕΔΔΑ) πάνω στο δικαίωμα στη λήθη. Έτσι, με το παρόν άρθρο θα αναλυθούν η σχετική νομολογία του ΔΕΕ (Β), οι εξελίξεις που έχουν διαδραματιστεί στη γερμανική νομολογία (Γ) καθώς και οι πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ (Δ).

Β. Η απόφαση Google Spain του ΔΕΕ

Ένα δικαίωμα στη λήθη αναγνωρίστηκε από το ΔΕΕ στην απόφαση Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) το 2014[7]. Πρόκειται για μια απόφαση η οποία είχε προκαλέσει έκπληξη στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, ενώ και γνώστες του αντικειμένου εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι το Δικαστήριο σε πολλά σημεία απέκλινε από τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα[8].

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είχαν ως εξής[9]: Ένας Ισπανός πολίτης θεώρησε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα προσωπικότητάς του, επειδή η μηχανή αναζήτησης Google το έτος 2010 με την πληκτρολόγηση του ονόματός του παρέπεμπε σε σελίδες ισπανικής εφημερίδας του έτους 1998, στις οποίες ανακοινωνόταν ο πλειστηριασμός ακίνητης περιουσίας του κατόπιν κατάσχεσης που του επιβλήθηκε λόγω κοινωνικοασφαλιστικών χρεών του. Κατόπιν αιτήματός του η Ισπανική Αρχή Προστασίας Δεδομένων αποφάσισε υπέρ της εφημερίδας, με το αιτιολογικό ότι οι σχετικές πληροφορίες είχαν δημοσιευτεί νόμιμα εκεί, ζητήθηκε όμως από την Google να απαλείψει από το ευρετήριό της τα δεδομένα και να εμποδίσει για το μέλλον την πρόσβαση στους συγκεκριμένους συνδέσμους. Έτσι η Google προσέφυγε δικαστικά και το ισπανικό δικαστήριο υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ στο ΔΕΕ.

Το Δικαστήριο αναγνώρισε στο πλαίσιο της τότε ισχύουσας Οδηγίας 95/46/ΕΚ μία αξίωση απέναντι στον φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης Google, να απαλείψει τους συνδέσμους που εμφανίζονται με την πληκτρολόγηση του ονόματος του Ισπανού πολίτη. Κατά το Δικαστήριο το δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής καθώς και το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά κανόνα υπερέχουν τόσο απέναντι στο οικονομικό συμφέρον του φορέα εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης όσο και στο συμφέρον της κοινής γνώμης να αποκτήσει πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες και μόνο εφόσον υπάρχουν ειδικοί λόγοι για τους οποίους το ως άνω συμφέρον της κοινής γνώμης υπερτερεί, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει το πρόσωπο στο δημόσιο βίο, δεν θα υπάρχει αξίωση για τέτοια διαγραφή[10].

Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε και το 2019 με δύο αποφάσεις του ΔΕΕ[11], μέσω των οποίων μετέφερε τις ως άνω αρχές στον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων, ο οποίος στο άρθρο 17 προβλέπει  το δικαίωμα διαγραφής[12]. Εξάλλου η ίδια η απόφαση Google Spain, θέτοντας βασικές αρχές[13], επηρέασε τη μεταρρύθμιση στο πεδίο της προστασίας των δεδομένων η οποία συντελέστηκε με τον ως άνω Κανονισμό[14]. Η απόφαση, όμως, αυτή υπόκειται σε κριτική ως προς το γεγονός ότι αναγνωρίζει μία κατά κανόνα προτεραιότητα στην προστασία της προσωπικότητας έναντι των συγκρουόμενων θεμελιωδών δικαιωμάτων[15].

Γ. Το δικαίωμα στη λήθη στη γερμανική νομολογία

Ι. Η απόφαση Lebach του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου

            Ένα δικαίωμα στη λήθη είχε, όμως, αναγνωριστεί ήδη το 1973 από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφαση Lebach[16]. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είχαν, εν συντομία, ως εξής: Ο προσφεύγων στράφηκε κατά της μετάδοσης ενός τηλεοπτικού παιχνιδιού που ασχολούνταν με μία δολοφονία τεσσάρων στρατιωτών σε μια μονάδα του ομοσπονδιακού στρατού. Στο παιχνίδι αναφέρθηκε το όνομα ενός συμμετόχου ο οποίος σύντομα θα έβγαινε από την φυλακή[17].

Το Συνταγματικό Δικαστήριο τόνισε ότι το συμφέρον της κοινής γνώμης να ενημερωθεί για την ποινική υπόθεση υπερτερεί κατά κανόνα του δικαιώματος προσωπικότητας ενός δράστη, ιδίως όταν η υπόθεση έχει προκαλέσει μεγάλη προσοχή στα μέσα ενημέρωσης[18]. Ο δράστης ο οποίος έχει διαταράξει τη δικαιική ειρήνη, έκρινε το δικαστήριο, θα πρέπει να υπομένει τις συνέπειες της πράξης του στις οποίες ανήκει όχι μόνο η ποινική κύρωση αλλά και η δημόσια ενημέρωση[19]. Το δικαστήριο, όμως, επισήμανε περαιτέρω ότι το «δικαίωμα, να αφεθώ μόνος» («Recht, allein gelassen zu werden») κερδίζει μεγαλύτερη σημασία όσο αυξάνεται η απόσταση από την ποινική υπόθεση[20] και απαγορεύει μία δημοσίευση προσωπικών πληροφοριών, όταν ενόψει της επικείμενης απελευθέρωσης υπάρχει κίνδυνος για την επανένταξη του δράστη στην κοινωνία[21].

Γίνεται αντιληπτό μέσα από την απόφαση αυτή ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν τυγχάνει γενικής αναγνώρισης αλλά εξαρτάται από μία in concreto στάθμιση ανάμεσα στα συγκρουόμενα συμφέροντα[22]. Στη στάθμιση αυτή σημαντικό ρόλο διαδραματίζει μεταξύ άλλων το συμφέρον επανένταξης στην κοινωνία[23].

ΙΙ. Η πρόσφατη νομολογία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου

            Μετά από μακρά αναμονή, στο τέλος του 2019, έλαβε το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, με δύο αποφάσεις του, θέση ως προς τις προϋποθέσεις της λήθης στο διαδίκτυο[24]. Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι δύο αποφάσεις τιτλοφορούνται «Δικαίωμα στη λήθη» (Recht auf Vergessen) όρος ο οποίος μέχρι τώρα στη γερμανική νομική επιστήμη συνδυαζόταν με την απόφαση Google Spain του ΔΕΕ[25].

α. Η απόφαση Recht auf Vergessen I

Η απόφαση Recht auf Vergessen I της 6ης Νοεμβρίου 2019 (1 BvR 16/13)[26] αφορούσε έναν δολοφόνο που είχε καταδικαστεί στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και για τον οποίο υπήρχαν αρκετά δημοσιεύματα σε ένα περιοδικό, διαθέσιμα και μέσω ενός online αρχείου και των οποίων η αρχική νομιμότητα ήταν αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, τα άρθρα εξακολουθούσαν να εμφανίζονται, όταν πληκτρολογούσε κανείς το όνομά του καταδικασθέντος στην Google. Ο καταδικασθείς που είχε βγει από τη φυλακή το 2002, έχασε την δίκη ενώπιον του γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου και άσκησε συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου[27].

Το τελευταίο δέχτηκε την προσφυγή. Ειδικότερα, το Δικαστήριο θεώρησε την απόρριψη της αγωγής του ως προσβολή του γενικού δικαιώματος προσωπικότητας («allgemeines Persönlichkeitsrecht»), που πηγάζει από το συνδυασμό των άρθρων 2 παρ. 1[28] και 1 παρ. 1[29] του Θεμελιώδους Νόμου[30]. Κατά το Δικαστήριο στη στάθμιση με την ελευθερία της γνώμης και του τύπου (άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του Θεμελιώδους Νόμου[31]) ο χρόνος λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία[32] και η έννομη τάξη οφείλει να προστατεύει ένα πρόσωπο από τον κίνδυνο να είναι επ’ αόριστον δημοσίως αντιμέτωπο με προηγούμενες τοποθετήσεις, εκφράσεις και ενέργειες («Die Rechtsordnung muss deshalb davor schützen, dass sich eine Person frühere Positionen, Äußerungen und Handlungen unbegrenzt vor der Öffentlichkeit vorhalten lassen muss»[33]). Ωστόσο, το Δικαστήριο απορρίπτει ρητά την ύπαρξη ενός δικαιώματος φιλτραρίσματος διαθέσιμων στο κοινό πληροφοριών κατ’ ελεύθερη επιλογή του θιγόμενου («Insbesondere gibt es kein Recht, öffentlich zugängliche Informationen nach freier Entscheidung und allein eigenen Vorstellungen zu filtern»)[34]. Επίσης δεν αναγνωρίζει σαφείς ή αυστηρές προθεσμίες. Απαιτείται πάντα μία νέα στάθμιση in concreto που λαμβάνει υπόψη επίκαιρες συνθήκες[35]. Σε κάθε περίπτωση, οι διαχειριστές αρχείων δεν υποχρεούνται να ελέγχουν προληπτικά το αρχείο τους, ώστε να δουν εάν όλες οι παλιές ειδήσεις μπορούν να διατηρηθούν νόμιμα, παρά μόνο αν έχει υπάρξει προηγουμένως σχετική διαμαρτυρία («qualifizierte Beanstandung») από τον θιγόμενο[36].

Τέλος, σε σχέση με τον τρόπο παροχής της προστασίας το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο θεωρεί ως ιδανική λύση τον περιορισμό της δυνατότητας εύρεσης του δημοσιεύματος μέσω μιας καθαρής αναζήτησης του ονόματος στη μηχανή αναζήτησης. Το πρωτότυπο κείμενο, αντιθέτως, να εξακολουθεί να υπάρχει για τους χρήστες του διαδικτύου οι οποίοι θα ενδιαφέρονται για τις συνθήκες της πράξης[37].

β. Η απόφαση Recht auf Vergessen II

            Ενώ η απόφαση Recht auf Vergessen I αφορούσε σε διαχειριστή ενός online-αρχείου, η απόφαση Recht auf Vergessen IΙ επίσης της 6ης Νοεμβρίου του 2019 (1 BvR 276/17)[38] αφορούσε στη μηχανή αναζήτησης Google. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης ήταν τα εξής[39]: Τον Ιανουάριο του 2010 ο ραδιοτηλεοπτικός σταθμός Norddeutsche Rundfunk παρουσίασε μία εκπομπή, στην οποία κατηγορήθηκε η διευθύντρια μιας εταιρίας για αθέμιτη μεταχείριση των εργαζομένων. Ο σταθμός ανέβασε στην ιστοσελίδα του ένα αρχείο με απομαγνητοφώνηση της εκπομπής που έφερε τον τίτλο «Τα άσχημα κόλπα των εργοδοτών» («Die fiesen Tricks der Arbeitgeber»). Με την πληκτρολόγηση, λοιπόν, του ονόματος της διευθύντριας στην Google εμφανιζόταν ένας σύνδεσμος προς το αρχείο αυτό στα πρώτα αποτελέσματα αναζήτησης. Αφότου η Google αρνήθηκε να απαλείψει τις παραπομπές σε αυτή τη σελίδα, η διευθύντρια προσέφυγε δικαστικά. Η προσφυγή της όμως απορρίφτηκε και έτσι άσκησε συνταγματική προσφυγή ενώπιον του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, επικαλούμενη προσβολή του γενικού της δικαιώματος προσωπικότητας καθώς και του δικαιώματός της στον πληροφοριακό αυτοκαθορισμό.

Η συνταγματική προσφυγή απορρίφτηκε όμως επί της ουσίας. Ειδικότερα, το δικαστήριο εφαρμόζοντας ως μέτρο ελέγχου τα θεμελιώδη δικαιώματα του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, τόνισε ότι τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα άρθρα 7[40] και 8[41] του Χάρτη αντιπαρατίθενται στη στάθμιση με την επιχειρηματική ελευθερία του φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης, την ελευθερία της γνώμης των παρόχων των περιεχομένων και το συμφέρον των χρηστών του διαδικτύου για πρόσβαση στις πληροφορίες[42]. Επιπλέον έκρινε ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πάροδος του χρόνου ανάμεσα στην αρχική δημοσίευση και την τρέχουσα διαθεσιμότητα των πληροφοριών[43]. Κατά το δικαστήριο ναι μεν οι αξιώσεις ενάντια στον πάροχο των περιεχομένων και τη μηχανή αναζήτησης είναι αυτοτελείς, μπορούν ωστόσο να υπάρξουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους[44]. Το δικαστήριο κατέληξε πως η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε σωστά όλες τις παραμέτρους και ιδίως στηρίχτηκε σωστά στο γεγονός ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα γενικό ενδιαφέρον για το ζήτημα. Εξάλλου, το χρονικό διάστημα που πέρασε δεν ήταν αρκετό για να δικαιολογήσει μία αξίωση προστασίας[45].

γ. Ο χρόνος ως κριτήριο της στάθμισης ειδικότερα

Παρατηρείται στις ως άνω αποφάσεις ότι το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο δίνει έμφαση στο στοιχείο του χρόνου ως κριτήριο της στάθμισης. Όπως, όμως, επισημαίνεται σωστά[46], το δικαστήριο δεν δέχεται ότι οι πληροφορίες μετά από την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος πρέπει πάντα να διαγράφονται. Ο χρόνος αποτελεί απλώς ένα στοιχείο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στη στάθμιση. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε και από δύο μεταγενέστερες αποφάσεις του δικαστηρίου οι οποίες στηρίχτηκαν στις αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Recht auf Vergessen I και II[47].

Ειδικότερα, στην απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2020 (1 BvR 1282/17)[48] το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το γενικό δικαίωμα στην προσωπικότητα: «δεν εγγυάται το δικαίωμα, να γίνεται κανείς δημοσίως αντιληπτός κατά τρόπο που ικανοποιεί τις επιθυμίες του» («Es [Das allgemeine Persönlichkeitsrecht] gewährleistet jedoch nicht das Recht, öffentlich so wahrgenommen zu werden, wie es den eigenen Wünschen entspricht»)[49] και ενόψει και του ότι δεν διαφαίνονται αρνητικές συνέπειες από τη δημοσιοποίηση της υιικής σχέσης[50], αρνήθηκε την  αξίωση να διαγραφεί από ένα άνω των 35 ετών online διαθέσιμο άρθρο περιοδικού η πληροφορία ότι ο προσφεύγων είναι υιός ενός πρώην δημάρχου του Μονάχου, παρά το γεγονός ότι είχε περάσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αλλά και στην απόφαση της 23ης Ιουνίου 2020 (1 BvR 1240/14)[51] χαρακτηριστικά επισημαίνει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο ότι το δικαίωμα του τύπου να ενημερώνει για αληθή γεγονότα «δεν παύει να υπάρχει με σχηματικό τρόπο μέσω της απλής παρόδου του χρόνου» («Sie [Die angegriffenen Entscheidungen] verkennen, dass die im Ausgangspunkt bestehende Berechtigung der Presse zur Mitteilung wahrer, nicht grundsätzlich der öffentlichen Erörterung entzogener Umstände über in der Öffentlichkeit stehende Personen nicht in schematischer Weise durch bloßen Zeitablauf erlischt»[52]).

δ. Η περίπτωση του ρεπορτάζ για υπόπτους ειδικότερα

Οι αρχές που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Recht auf Vergessen I και II συγκεκριμενοποιήθηκαν στην απόφαση της 7ης Ιουλίου 2020 (1 BvR 146/17), η οποία αφορούσε την ειδική περίπτωση του ρεπορτάζ για υπόπτους τέλεσης αδικημάτων (Verdachtsberichterstattung)[53].  Κατά το δικαστήριο το γεγονός ότι ένα ρεπορτάζ είναι αρχικά επιτρεπτό -με την έννοια ότι δεν προσβάλλει την προσωπικότητα των εμπλεκομένων- αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το επιτρεπτό μιας αρχειοθέτησης προσβάσιμης μέσω του διαδικτύου και κατά κανόνα δικαιολογεί μια διάθεση των ειδήσεων δημοσίως ακόμη και μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε τελική ανάλυση, στην περίπτωση αυτή θα ισχύουν ιδιαίτερα αυξημένες απαιτήσεις στην αρχική δημοσίευση. Το δικαστήριο δέχεται ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες οι συνέπειες για το άτομο είναι ιδιαίτερα σοβαρές, είναι ανεκτά περιοριστικά μέτρα ως προς την ευχερή πρόσβαση από τον χρήστη στο περιεχόμενο του ρεπορτάζ σε online-αρχεία[54]. Αλλά και στην περίπτωση αυτή, επισημαίνει το συνταγματικό δικαστήριο, θα πρέπει τα δικαστήρια που επιλύουν τη διαφορά να εξετάζουν τυχόν ενδιάμεσες λύσεις[55]. Όμως, μία διευκρινιστική συμπλήρωση μπορεί μόνο τότε να ζητηθεί, όταν το άτομο έχει ενημερώσει τον τύπο ότι έχει αθωωθεί ή ότι έχει ανασταλεί η διαδικασία της έρευνας λόγω έλλειψης στοιχείων ή απόφασης του εισαγγελέα να μην κινήσει τη διαδικασία έρευνας, επειδή λείπουν επαρκή στοιχεία που καταφάσκουν την ύπαρξη εγκλήματος[56]. Ωστόσο, το δικαστήριο συμπληρώνει ότι δεν αρκεί η απλή ανακοίνωση της αναστολής της διαδικασίας έρευνας ή της μη εκκίνησής της, διότι αυτό μπορεί να οφείλεται και σε άλλους λόγους, κυρίως δικονομικούς οι οποίοι δεν θέτουν ενδεχομένως υπό αμφισβήτηση τις σοβαρές ενδείξεις που αφορούν στην τέλεση της πράξης [57], τις οποίες ο τύπος ευλόγως αναδεικνύει. Κατά το δικαστήριο, δεν ήταν δυνατό να ζητηθεί από τον Τύπο να διερευνήσει κάτι τέτοιο[58].

ε. Ενδιάμεσα συμπεράσματα

Από τα παραπάνω συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Σε σχέση με τους διαχειριστές online αρχείων, το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο αναγνωρίζει αξιώσεις στον θιγόμενο, μόνο όταν τα δικαιώματά του κατόπιν μιας in concreto και επίκαιρης στάθμισης υπερισχύουν. Με τη νομολογία του αυτή το Δικαστήριο επιδιώκει να αποτρέψει τον θιγόμενο από το να μπορεί να επηρεάσει μονομερώς την εικόνα του στο δημόσιο χώρο[59].
  2. Οι διαχειριστές online αρχείων υποχρεούνται να ελέγχουν το αρχείο τους μόνο αν έχει υπάρξει προηγουμένως σχετική διαμαρτυρία από το θιγόμενο. Έτσι, μέχρι το χρονικό σημείο της διαμαρτυρίας η συμπεριφορά τους δεν είναι ακόμα παράνομη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση[60].
  3. Στη δίκη με φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη αντιπαρατίθενται στη στάθμιση όχι μόνο με την επιχειρηματική ελευθερία του φορέα εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης αλλά και με την ελευθερία της γνώμης των παρόχων των περιεχομένων καθώς και με το συμφέρον των χρηστών του διαδικτύου για πρόσβαση στις πληροφορίες.

Δ. Η πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ

Με το ζήτημα της λήθης έχει, βέβαια, ασχοληθεί και το ΕΔΔΑ[61]. Χαρακτηριστικά το 2006 στην απόφαση Segerstedt-Wiberg και άλλοι κατά Σουηδίας (αριθμ. 62332/00)[62] το Δικαστήριο τάχτηκε υπέρ του δικαιώματος επανένταξης του ατόμου στην κοινωνία, κρίνοντας ότι η διαρκής διατήρηση φακέλων πολιτικά αντιφρονούντων της ψυχροπολεμικής περιόδου από τις μυστικές υπηρεσίες αποτελούσε δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος στον ιδιωτικό βίο, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν ιδιάζοντες λόγοι που να δικαιολογούν την ανάγκη διατήρησης των αρχείων αυτών[63]. Ωστόσο, η σχετική νομολογία εμπλουτίστηκε προσφάτως με δύο αποφάσεις, την απόφαση Hurbain κατά Βελγίου και την απόφαση M.L. κατά Σλοβακίας.

Ι. Η απόφαση Hurbain κατά Βελγίου

Η απόφαση Hurbain κατά Βελγίου της 22ας Ιουνίου 2021 (αριθμ. 57292/16)[64] αφορούσε ένα άρθρο του 1994 στη βέλγικη εφημερίδα «Le soir» που αναφερόταν σε ένα θανατηφόρο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Το άρθρο κατονόμαζε τον οδηγό, οποίος καταδικάστηκε το 2000, εξέτισε την ποινή του και  αφέθηκε ελεύθερος το 2006. Ωστόσο, το 2008 η εφημερίδα δημιούργησε μια ηλεκτρονική έκδοση των αρχείων της από το 1989 και εξής, ελεύθερα προσβάσιμη στον ιστότοπό της. Ενόψει τούτου ο οδηγός απευθύνθηκε στην εφημερίδα αιτούμενος την αφαίρεση του άρθρου από τα ηλεκτρονικά της αρχεία ή τουλάχιστον την ανωνυμία του, ενώ στο αίτημά του ανέφερε μεταξύ άλλων το γεγονός ότι το άρθρο εμφανιζόταν, όταν καταχωρούνταν το όνομά του σε πολλές μηχανές αναζήτησης. Η νομική υπηρεσία της εφημερίδας αρνήθηκε μεν την αφαίρεση του άρθρου από τα αρχεία της, ανέφερε όμως ότι είχε ειδοποιήσει το διαχειριστή της μηχανής αναζήτησης Google προκειμένου να απαλείψει  τις σχετικές παραπομπές. Προσφυγή του οδηγού που αποσκοπούσε στην απόκρυψη του ονόματός του έγινε δεκτή από το βελγικό δικαστήριο και ενάντια σ’ αυτό ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας κατέφυγε στο ΕΔΔΑ επικαλούμενος την ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ[65])[66].

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η στάθμιση εν προκειμένω αποβαίνει υπέρ του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Ειδικότερα, κατά το Δικαστήριο θα πρέπει με την πάροδο του χρόνου να υπάρχει η ευκαιρία να αποκατασταθεί η φήμη του προσώπου, παραπέμποντας στο πλαίσιο αυτό στο δικαίωμα στη λήθη[67]. Δεν πρέπει να υπάρχει κάποιο είδος «ηλεκτρονικού ποινικού μητρώου» («casier judiciaire virtuel») μέσω αρχειοθετημένων κειμένων[68]. Κατά τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου μόνη η πληκτρολόγηση του ονόματος του οδηγού στη Google οδηγούσε στο επίμαχο άρθρο[69], ενώ και ο οδηγός δεν είναι ένα πρόσωπο του δημόσιου βίου[70]. Για το Δικαστήριο η απόφαση των βελγικών δικαστηρίων να αποδεχτούν το αίτημα για ανωνυμοποίηση παρίσταται ανάλογη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού, δεδομένου ότι το άρθρο μπορεί να διαβαστεί στο αρχείο και χωρίς να είναι γνωστό το όνομα του οδηγού[71]. Πάντως στην απόφαση τονίζεται ότι τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν είναι υποχρεωμένα να εξετάζουν τα διαδικτυακά τους αρχεία για παραπλήσιες περιπτώσεις ούτε να σταθμίζουν τα σχετικά δικαιώματα, αλλά αρκεί να ασχοληθούν με την εκάστοτε περίπτωση κατόπιν ρητής αίτησης («seulement en cas de demande expresse»)[72].

ΙΙ. Η απόφαση M.L. κατά Σλοβακίας

Η απόφαση M.L. κατά Σλοβακίας της 14.10.2021 (αρ. προσφ. 34159/17)[73] αφορούσε τρία άρθρα εφημερίδων του 2006 για έναν πρώην ιερέα ενορίας οποίος είχε καταδικαστεί για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Τα άρθρα αυτά, που κυκλοφόρησαν μετά το θάνατό του και τις μετέπειτα δίκες, είχαν συνδυάσει στοιχεία από τις ποινικές υποθέσεις των καταδικών του με αβάσιμες και μη επαληθευμένες δηλώσεις, ιδίως σε σχέση με το θάνατο του άνδρα και τις φερόμενες ομολογίες. Η μητέρα του θανόντος προσέφυγε δικαστικά κατά των εκδοτών των εφημερίδων, δίχως όμως επιτυχία. Για το λόγο αυτό προσέφυγε ενώπιον του ΕΔΔΑ.

Επικαλούμενη το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ[74]) υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η απόρριψη της προσφυγής της κατά των εκδοτών της εφημερίδας ισοδυναμούσε με παράβαση των δικαιωμάτων της που πηγάζουν από τη Σύμβαση[75].

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι η προσφεύγουσα επηρεάστηκε άμεσα από τα συγκεκριμένα άρθρα[76]. Για το Δικαστήριο ο γιος της προσφεύγουσας δεν ήταν γνωστό δημόσιο πρόσωπο ή υψηλού επιπέδου εκκλησιαστικός αξιωματούχος[77]. Το αξιοσημείωτο, όμως, της απόφασης αυτής είναι ότι αναγνωρίζει και τους νεκρούς ως φορείς του δικαιώματος στη λήθη. Κατά το Δικαστήριο μια ποινική καταδίκη δεν στερούσε από έναν καταδικασμένο το δικαίωμα του στη λήθη, ιδίως όταν έχει εκτίσει την ποινή του, και ο γιος της προσφεύγουσας δεν θα μπορούσε να στερηθεί της προστασίας του άρθρου 8[78]. Το Δικαστήριο προσθέτει ότι τα άρθρα αυτά δεν είχαν συμβάλει σε σημαντικό βαθμό στη δημόσια συζήτηση σε σχέση με το εν λόγω θέμα[79]. Τέλος, συνολικά διαπιστώνει ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν κατάφεραν να εξισορροπήσουν επαρκώς το δικαίωμα της προσφεύγουσας στην ιδιωτική ζωή και το δικαίωμα της εφημερίδας στην ελευθερία της έκφρασης, οδηγώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης[80].

Από την πρόσφατη αυτή νομολογία συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Η απόφαση Hurbain κατά Βελγίου καταδεικνύει ότι ενώ αρχικά θεωρείται νόμιμη η δημοσίευση ενός άρθρου με το πλήρες όνομα του δράστη και η ανάρτησή του στο διαδίκτυο, η διατήρηση ωστόσο διαρκώς του ίδιου κειμένου μπορεί να κριθεί ως αντίθετη προς την Σύμβαση[81]. Πάντως η απόφαση επιβεβαιώνει ότι τα Μέσα Ενημέρωσης δεν είναι υποχρεωμένα να ελέγχουν προληπτικά τα αρχεία τους, αν και οφείλουν να απαντάνε στα σχετικά αιτήματα των θιγομένων που αφορούν στην ισχύ του δικαιώματος της λήθης[82].
  1. Το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ως φορείς του δικαιώματος στη λήθη και τους νεκρούς. Αυτή είναι, ίσως, η σημαντικότερη συνεισφορά της απόφασης M.L. κατά Σλοβακίας.

Ε. Επίλογος

Η διαρκής διαθεσιμότητα μιας πληροφορίας για ένα παρελθοντικό γεγονός έχει σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν το παρελθόν τους αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν στο παρόν[83]. Σε μια εποχή αβάσταχτης και διαρκώς παρούσας διαδικτυακής μνήμης, η αναγνώριση ενός δικαιώματος στη λήθη είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του διαδικτύου ούτε η απάλειψη των ιχνών που αφήνουν οι χρήστες στον ψηφιακό κόσμο είναι εφικτή, ούτε μία ολιστική διαγραφή δεδομένων είναι τεχνικά δυνατή, δεδομένης της δυσκολίας εύρεσης όλων των αντιγράφων των δεδομένων που θα υπάρχουν διάσπαρτα στο διαδίκτυο. Ωστόσο, οι τεχνικές αυτές δυσκολίες δεν πρέπει να αποτελέσουν επιχείρημα ενάντια στις προσπάθειες για παροχή έννομης προστασίας όσων θεωρούν ότι θίγονται[84].

Τόσο το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο όσο και το ΕΔΔΑ, έχοντας επίγνωση των ως άνω δυσκολιών, έθεσαν κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με το δικαίωμα στη λήθη[85], συνεισφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη συζήτηση για τη θεμελίωση και την οριοθέτηση του[86]. Οι πρόσφατες αποφάσεις τους, διακρινόμενες για τη δογματική τους θεμελίωση και ανταποκρινόμενες στο νομικό πολιτισμό της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπως ακριβώς και η απόφαση Google Spain του ΔΕΕ[87], δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως αποφάσεις «ορόσημο»[88].

Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από τον τιμητικό τόμο στον αείμνηστο  Γ.Παναγιώτοπουλο, π. Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

[1] Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, Das »Recht auf Vergessenwerden« im Internet. Bedeutung, Auswirkungen und Würdigung der »Google-Entscheidung« des Europäischen Gerichtshofs vom 13. Mai 2014, Juristische Ausbildung 2 / 2019, σελ. 125 (125).

[2] Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 125. Για τη γνωστή αυτή έκφραση βλ. μεταξύ άλλων Wagner, Livia, Ein Recht auf Vergessen im Internet, Berlin 2018, σελ. 29.

[3] Έτσι, Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, Το δικαίωμα στη λήθη στην εποχή της αβάσταχτης μνήμης: Σκέψεις αναφορικά με την Πρόταση Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων, ΕφημΔΔ 2/2012, σελ. 264.

[4] Βλ. αναλυτικά Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 125. Πρβλ. Ιγγλεζάκη, Ιωάννη, Το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη και οι περιορισμοί του, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2014, σελ. 1 επ.

[5] Βλ. σχετικά Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, H εξέλιξη του δικαιώματος στη λήθη (περί λήθης της λήθης;), ΕφημΔΔ 6/2016, σελ. 714 (714 επ.).

[6] Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, Das Recht auf Vergessenwerden – Persönlichkeitsschutz und digitale Ewigkeit (Teil 1), στην ιστοσελίδα: https://blogs.dlapiper.com/iptgermany/2020/08/22/das-recht-auf-vergessenwerden-personlichkeitsschutz-und-digitale-ewigkeit-teil-1/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[7] ECLI:EU:C:2014:317, στην υπόθεση C-131/12. Πρβλ. ανάλυση της απόφασης σε: Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, H εξέλιξη του δικαιώματος στη λήθη, ό.π., σελ. 715 επ., Schmidt-Kessel, Martin/ Langhanke, Carmen/ Gläser, Isabel/ Herden, Hannah Kathrin, Recht auf Vergessen und piercing the corporate veil zugleich Anmerkungen zur Google-Entscheidung des EuGH, Rs. C-131/12 Google Spain SL und Google Inc., GPR 4/2014, σελ. 192 (194 επ.), Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 126 επ. και Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 1).

[8] Βλ. σχετικά Schmidt-Kessel, Martin/ Langhanke, Carmen/ Gläser, Isabel/ Herden, Hannah Kathrin, ό.π., σελ. 193.

[9] Βλ. αναλυτικά σκέψεις 14-20 της απόφασης.

[10] Σκέψεις 81 και 99 της απόφασης.

[11] ΔΕΕ, Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, στην υπόθεση C‑136/17 (ECLI:EU:C:2019:773) και ΔΕΕ, Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2019, στην υπόθεση C‑507/17 (ECLI:EU:C:2019:772).

[12] Βλ. σχετικώς Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 1). Για τη ρύθμιση του άρθρου 17 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων βλ. Μήτρου, Λίλιαν, Το «δικαίωμα στη λήθη» στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων: μία απόπειρα οριοθέτησης, σε: Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου, Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, 2018, σελ. 35 (41 επ.) και Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων 679/2016/ΕΕ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 75 επ.

[13] Schmidt-Kessel, Martin/ Langhanke, Carmen/ Gläser, Isabel/ Herden, Hannah Kathrin, ό.π., σελ. 196.

[14] Βλ. σχετικώς Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 129. Βλ. περαιτέρω μία ηθικο-συνταγματική αποτίμηση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας των Δεδομένων ένα χρόνο μετά τη θέση του σε εφαρμογή σε: Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων: μια κριτική ηθικο-συνταγματική αποτίμηση ένα χρόνο μετά από τη θέση σε εφαρμογή, ΕφημΔΔ 2/2019, σελ. 226 επ.

[15] Βλ. σχετικώς Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 132.

[16] BVerfGE 35, 202. Πρβλ. ανάλυση της απόφασης σε: Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, H εξέλιξη του δικαιώματος στη λήθη, ό.π., σελ. 714-715 και Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 133.

[17] Βλ. αναλυτικά BVerfGE 35, 202 (204 επ.).

[18] BVerfGE 35, 202 (231).

[19] BVerfGE 35, 202 (231-232).

[20] BVerfGE 35, 202 (233).

[21] BVerfGE 35, 202 (234 επ.).

[22] Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 133.

[23] Reinhard, Singer/Benjamin, Beck, ό.π., σελ. 133.

[24] Βλ. σχετικώς Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 1).

[25] Βλ. σχετικώς Ory, Stephan, Das Äußerungsrecht auf dem Zeitstrahl-“Recht auf Vergessen” bei Medienanbieter und/oder Suchmaschine, zugleich Anm. zu den BVerfG-Entscheidungen Recht auf Vergessen I und Recht auf Vergessen II, AfP 2/2020, σελ. 119 (119-120).

[26] AfP 1/2020, σελ. 35 επ. Πρβλ. ανάλυση της απόφασης σε: Ory, Stephan, ό.π., σελ. 119 επ. και Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 1).

[27] AfP 1/2020, σελ. 35 (35-36).

[28] Άρθρο 2 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου: «Καθένας έχει το δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει τη συνταγματική τάξη ή τον ηθικό νόμο.» («Jeder hat das Recht auf die freie Entfaltung seiner Persönlichkeit, soweit er nicht die Rechte anderer verletzt und nicht gegen die verfassungsmäßige Ordnung oder das Sittengesetz verstößt.»)

[29] Άρθρο 1 παρ. 1 του Θεμελιώδους Νόμου: «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου είναι απαραβίαστη. Είναι καθήκον του συνόλου της κρατικής εξουσίας να την προσέχει και να την προστατεύει.» («Die Würde des Menschen ist unantastbar. Sie zu achten und zu schützen ist Verpflichtung aller staatlichen Gewalt.»)

[30] AfP 1/2020, σελ. 35 (36).

[31] Άρθρο 5 παρ. 1 εδ. α΄ και β΄ του Θεμελιώδους Νόμου: «Καθένας έχει το δικαίωμα να εκφράζει και να διαδίδει ελεύθερα τη γνώμη του προφορικά, γραπτά ή μέσω εικόνων και να ενημερώνεται ανεμπόδιστα από πηγές προσβάσιμες σε όλους. Η ελευθερία του τύπου και η ελευθερία της αναφοράς μέσω ραδιοτηλεόρασης και ταινίας είναι εγγυημένη.» («Jeder hat das Recht, seine Meinung in Wort, Schrift und Bild frei zu äußern und zu verbreiten und sich aus allgemein zugänglichen Quellen ungehindert zu unterrichten. Die Pressefreiheit und die Freiheit der Berichterstattung durch Rundfunk und Film werden gewährleistet.»)

[32] AfP 1/2020, σελ. 35 (44).

[33] AfP 1/2020, σελ. 35 (45).

[34] AfP 1/2020, σελ. 35 (45).

[35] AfP 1/2020, σελ. 35 (46).

[36] AfP 1/2020, σελ. 35 (47).

[37] AfP 1/2020, σελ. 35 (47 επ.). Βλ. αναλυτικά Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π.  (Teil 1).

[38] Στην ιστοσελίδα: http://www.bverfg.de/e/rs20191106_1bvr027617.html (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022). Πρβλ. ανάλυση της απόφασης σε: Ory, Stephan, ό.π., σελ. 123 επ. και Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 1).

[39] Βλ. αναλυτικά παραγρ. 2-18.

[40] Άρθρο 7 ΧΘΔΕΕ: «Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»

[41] Άρθρο 8 ΧΘΔΕΕ: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. 2. Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους. 3. Ο σεβασμός των κανόνων αυτών υπόκειται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής.»

[42] Παραγρ. 102 επ.

[43] Παραγρ. 122.

[44] Παραγρ. 114 επ.

[45] Παραγρ. 123 επ.

[46] Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, Das Recht auf Vergessenwerden – Persönlichkeitsschutz und digitale Ewigkeit (Teil 2), στην ιστοσελίδα: https://blogs.dlapiper.com/iptgermany/2020/08/23/das-recht-auf-vergessenwerden-personlichkeitsschutz-und-digitale-ewigkeit-teil-2/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[47] Βλ. αναλυτικά Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 2).

[48] AfP 3/2020, σελ. 318 επ.

[49] AfP 3/2020, σελ. 218 (219).

[50] AfP 3/2020, σελ. 218 (220).

[51] AfP 4/2020, σελ. 307 επ.

[52] AfP 4/2020, σελ. 307 (310).

[53] Στην ιστοσελίδα: http://www.bverfg.de/e/rk20200707_1bvr014617.html (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022). Πρβλ. ανάλυση της απόφασης σε: Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 2).

[54] Ανακοίνωση τύπου Nρ. 65/2020 της 30ης Ιουλίου 2020, στην ιστοσελίδα: https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/DE/2020/bvg20-065.html (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[55] Παραγρ. 17.

[56] Παραγρ. 17.

[57] Παραγρ. 17.

[58] Παραγρ. 17.

[59] Ορθώς, Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 2).

[60] Βλ. σχετικά και Engels, Stefan/Elsaß, Lennart, ό.π. (Teil 2).

[61] Για τη νομολογία του ΕΔΔΑ βλ. Μήτρου, Λίλιαν, Το «δικαίωμα στη λήθη» στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, ό.π., σελ. 48-49.

[62] Στην ιστοσελίδα: https://www.legislationline.org (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[63] Βλ. σχετικά Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Φερενίκη, H εξέλιξη του δικαιώματος στη λήθη, ό.π., σελ. 715.

[64] Στην ιστοσελίδα: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-210467 (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022). Πρβλ. ανάλυση της απόφασης στην ιστοσελίδα: https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/i-efimerida-le-soir-upoxreothike-na-anonumopoiisi-sti-diadiktiaki-tis-istoselida-tin-taftotita-drasti-sevomeno-to-dikaioma-tou-sti-lithi-mi-paraviasi-tis-eleftherias-tis-ekfrasis/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022) καθώς και σε: Mainzer Medieninstitut, EGMR zum „Recht auf Vergessenwerden“, στην ιστοσελίδα: https://www.mainzer-medieninstitut.de/egmr-zum-recht-auf-vergessenwerden/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[65] Άρθρο 10 ΕΣΔΑ: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.»

[66] Παραγρ. 1 επ.

[67] Παραγρ. 109-110.

[68] Παραγρ. 109.

[69] Παραγρ. 121-122.

[70] Παραγρ. 106.

[71] Παραγρ. 132.

[72] Παραγρ. 134.

[73] Στην ιστοσελίδα: https://hudoc.echr.coe.int/eng?i=001-212150 (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022). Πρβλ. ανάλυση της απόφασης στην ιστοσελίδα: https://www.echrcaselaw.com/apofaseis-edda/kai-oi-nekroi-exoun-dikaioma-sti-lithi/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[74] Άρθρο 8 ΕΣΔΑ: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.»

[75] Βλ. αναλυτικά παραγρ. 2 επ.

[76] Παραγρ. 34.

[77] Παραγρ. 37.

[78] Παραγρ. 38-39.

[79] Παραγρ. 54.

[80] Παραγρ. 55-59.

[81] Βλ. σχετικά Hembach, Holger, EGMR zum Recht auf Vergessenwerden. Den Unfallverursacher nicht beim Namen nennen, στην ιστοσελίδα: https://www.lto.de/recht/hintergruende/h/egmr-5729216-recht-auf-vergessenwerden-veroeffentlichung-beitraege-internet-namensnennung-anonymisierung/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022)

[82] Βλ. σχετικά Moore, Thomas, Hurbain v Belgium – anonymisation of archives and the right to be forgotten, στην ιστοσελίδα: https://www.simkins.com/news/hurbain-v-belgium-anonymisation-of-archives-and-the-right-to-be-forgotten (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[83] Μήτρου, Λίλιαν, Η δημοσιότητα της κύρωσης ή η κύρωση της δημοσιότητας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2012, σελ. 218-219 με τις εκεί παραπομπές.

[84] Ορθώς, Wagner, Livia, ό.π., σελ. 305. Για τις τεχνικές δυσκολίες βλ. επίσης Jandt, Silke/ Kieselmann, Olga/ Wacker, Arno, Recht auf Vergessen im Internet. Diskrepanz zwischen rechtlicher Zielsetzung und technischer Realisierbarkeit?, DuD 4/2013, σελ. 235 επ.

[85] Έτσι για τις αποφάσεις του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου Recht auf Vergessen I και ΙΙ, Fricke, Michael, BVerfG entwickelt Leitlinien zum Recht auf Vergessen, στην ιστοσελίδα: https://www.cmshs-bloggt.de/tmc/bverfg-entwickelt-leitlinien-zum-recht-auf-vergessen/ (τελευταία πρόσβαση 8/1/2022).

[86] Βλ. για τη δυσκολίες της συζήτησης αυτής Μήτρου, Λίλιαν, Το «δικαίωμα στη λήθη» στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων, ό.π., σελ. 55.

[87] Έτσι για την απόφαση Google Spain του ΔΕΕ, Βλαχόπουλος, Σπύρος Β, Παρατηρήσεις στη ΔΕΕ της 13.5.2014, C-131/12, Google Spain SL, Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD), Mario Costeja González, ΔιοικΔίκη 3/2014, σελ. 831 επ. (www.sakkoulas-online.gr).

[88] Έτσι για την απόφαση Google Spain του ΔΕΕ, Wagner, Livia, ό.π., σελ. 268.

 

Παναγιώτης Μαντζούφας, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.
Βασίλειος Νάιντος, Διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου του Μονάχου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

2 × three =