Εκλογές προκηρύσσει η ΠτΔ, όχι ο πρωθυπουργός

Ακρίτας Καϊδατζής, Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Εκλογές προκηρύσσονται με προεδρικό διάταγμα. Η ουσιαστική αποφασιστική αρμοδιότητα ανήκει βεβαίως κατά το Σύνταγμα στο υπουργικό συμβούλιο (προσοχή: όχι στον πρωθυπουργό), το οποίο προσυπογράφει το διάταγμα, όμως η τυπική αποφασιστική αρμοδιότητα δεν παύει να ανήκει στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μόνο η Πρόεδρος δικαιούται να προκηρύσσει εκλογές και, ιδίως, να ορίζει την ημερομηνία διενέργειάς τους. Αυτό δεν είναι γυμνός τύπος. Ο τύπος πάντοτε υπηρετεί κάποιαν ουσία. Και η ουσία εδώ είναι ότι το Σύνταγμα ορίζει με εξαιρετική τυπικότητα και αυστηρότητα πότε και πώς μπορούν να προκηρυχθούν εκλογές. Είτε με τη λήξη της βουλευτικής περιόδου, οπότε εκδίδεται προεδρικό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διενέργεια εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες (άρθρο 53 παρ. 1). Είτε στην περίπτωση των λεγόμενων πρόωρων εκλογών, οπότε εκδίδεται διπλό διάταγμα διάλυσης της βουλής και προκήρυξης εκλογών, επίσης μέσα σε τριάντα ημέρες (άρθρο 41 παρ. 3 και ερμηνευτική δήλωση και άρθρο 37 παρ. 3 in fine). Η Πρόεδρος εκδίδει βεβαίως κατά δέσμια αρμοδιότητα (με την εξαίρεση της, στην πράξη σχεδόν απίθανης, περίπτωσης του άρθρου 41 παρ. 1) το διάταγμα διάλυσης της βουλής και προκήρυξης εκλογών, αυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι δεν ελέγχει πρώτα το σχέδιο διατάγματος που της υποβάλλει το υπουργικό συμβούλιο για την τήρηση της τυπικής και ουσιαστικής συνταγματικής νομιμότητας. Ο έλεγχος αυτός, όσο οριακός κι αν είναι, είναι πάντως υποχρεωτικός. Κανείς δεν μπορεί να προκαταλαμβάνει την απόφαση της Προέδρου.

Διάλυση της βουλής προκειμένου να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές (πάντα με την εξαίρεση της πρακτικά ασήμαντης περίπτωσης του άρθρου 41 παρ. 1) σε δύο μόνο περιπτώσεις είναι συνταγματικά επιτρεπτή. Είτε αν παραιτηθεί κυβέρνηση ο πρωθυπουργός της οποίας είναι αρχηγός ή εκπρόσωπος κόμματος που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των βουλευτών (άρθρο 38 παρ. 1 εδ. γ΄ σε συνδυασμό με το άρθρο 37 παρ. 3 εδ. γ΄). Είτε αν τη διάλυση ζητήσει κυβέρνηση που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας (άρθρο 41 παρ. 2). Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Στη μεν πρώτη περίπτωση, τις εκλογές διενεργεί, μετά την παραίτηση της κυβέρνησης, εκλογική κυβέρνηση, είτε η λεγόμενη οικουμενική από όλα τα κόμματα της βουλής είτε, κατά απόλυτο κανόνα στην πρακτική του πολιτεύματος, υπηρεσιακή κυβέρνηση όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής με πρωθυπουργό τον πρόεδρο του Συμβούλιο της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Στη δεύτερη περίπτωση, τις εκλογές διενεργεί η κυβέρνηση που έχει την εμπιστοσύνη της διαλυόμενης βουλής, αφού δεν έχει παραιτηθεί.

Με πλήρη έλλειψη θεσμικής ενσυναίσθησης και βοναπαρτικό ύφος, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε διάλυση της βουλής και διενέργεια εκλογών, προσδιορίζοντας μάλιστα την ημερομηνία διεξαγωγής τους στις 21 Μαΐου, με δημόσια ανακοίνωσή του σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Τις εκλογές είχε προεξαγγείλει σε μαγνητοσκοπημένη εκπομπή ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού. Αυτό συνιστά μείζον θεσμικό ατόπημα. Και μάλιστα διπλό. Καταρχάς, απέναντι στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που μόνη αυτή έχει τη συνταγματική αρμοδιότητα να ορίζει –έστω μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου και, πάντως, μετά από έλεγχο της πρότασης αυτής– την ημερομηνία των εκλογών. Είναι θεσμικά αδιανόητο, πρωθυπουργός να εξαγγέλλει ημερομηνία εκλογών ερήμην της. Και, περαιτέρω, ακόμα και απέναντι στο ίδιο το υπουργικό συμβούλιό του, αφού αυτό μόνο –κι όχι ο ίδιος– έχει τη συνταγματική αρμοδιότητα να προτείνει στην Πρόεδρο διάλυση της βουλής και ημερομηνία εκλογών. Είναι θεσμικά αδιανόητο, πρωθυπουργός να ανακοινώνει απλώς στο υπουργικό συμβούλιο προειλημμένες αποφάσεις του, ενώ έχει μόνο αρμοδιότητα εισήγησης προς το, εκ του Συντάγματος μόνο αρμόδιο, υπουργικό συμβούλιο.

Πέρα από τη θεσμική απρέπεια, ωστόσο, στην τρέχουσα συγκυρία τίθεται και ένα ουσιαστικό ζήτημα, που οφείλει να απασχολήσει το πολιτικό σύστημα και, μοιραία, την Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Διαμορφωθείσα συνταγματική πρακτική αναγνωρίζει περίπου ως προνομία της κυβέρνησης να ζητάει από την Πρόεδρο διάλυση της βουλής και προκήρυξη εκλογών με την επίκληση, ακόμη και προσχηματική, εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας κατά το άρθρο 41 παρ. 2. Στην τρέχουσα συγκυρία βρισκόμαστε, ωστόσο, ενώπιον μιας πρωτοφανούς πολιτικής ανωμαλίας. Γνωρίζουμε θετικά ότι πολιτικά πρόσωπα και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί παρακολουθούνταν από τις μυστικές υπηρεσίες. Πέραν αυτού, και με ευθύνη της κυβέρνησης που παρακωλύει συστηματικά τη διερεύνησή του, το μείζον αυτό σκάνδαλο παραμένει στο σκοτάδι. Δεν γνωρίζουμε καν αν τυχόν συνεχίζονται ακόμα παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η διενέργεια εκλογών από την ίδια την κυβέρνηση που εμπλέκεται στο σκάνδαλο θέτει ένα προφανές ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας.

Με τα δεδομένα αυτά, η διάλυση της βουλής και προκήρυξη εκλογών με την επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας, παρότι τυπικά επιτρεπτή, είναι αμφίβολο αν εξυπηρετεί τις συνταγματικές αρχές για τη διεξαγωγή δίκαιων και ελεύθερων εκλογών, όπως συμβολικά τυποποιούνται στο άρθρο 52 για τη διασφάλιση της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης ως έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας. Πόσο ελεύθερες μπορούν να θεωρηθούν εκλογές στις οποίες συμμετέχουν υποψήφιοι που δεν γνωρίζουν αν εξακολουθούν να παρακολουθούνται από τις μυστικές υπηρεσίες; Με τα δεδομένα αυτά, μόνη διέξοδος –σίγουρα συνταγματικά ευκταία, κατά πάσα πιθανότητα και συνταγματικά επιβεβλημένη– για την αντιμετώπιση αυτού του θεσμικο-πολιτικού τραύματος είναι η διάλυση της βουλής και διενέργεια εκλογών μετά από παραίτηση της κυβέρνησης και διορισμό εκλογικής κυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, η Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει να ελέγξει και υπό το πρίσμα αυτό τυχόν αίτημα της κυβέρνησης για διάλυση της βουλής με την επίκληση εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Όσο κι αν ένας τέτοιος έλεγχος δεν μπορεί παρά να είναι τελείως οριακός, δεν παύει να είναι μια απόφαση που ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Προέδρου. Είναι συνταγματικά ανεπίτρεπτο και πολιτικά αδιανόητο να επιχειρεί ο πρωθυπουργός να προκαταλάβει τη σχετική κρίση της Προέδρου προεξαγγέλλοντας εκλογές σε ημερομηνία της αρεσκείας του, που εμμέσως πλην σαφώς παραπέμπει σε διάλυση της βουλής με την επίκληση εθνικού θέματος.

Το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που εγκαθιδρύει το Σύνταγμά μας έχει προ πολλού, όπως καλά γνωρίζουμε, διαμορφωθεί σε πρωθυπουργοκεντρικό. Τα τελευταία χρόνια μοιάζει να μετασχηματίζεται σε πρωθυπουργική δημοκρατία. Από την υπερσυγκέντρωση εξουσιών στον πρωθυπουργό και την προεδρία της κυβέρνησης με το λεγόμενο επιτελικό κράτος μέχρι την αγνόηση ή παράκαμψη των κεντρικών θεσμών του: βουλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ακόμα και υπουργικό συμβούλιο. Αυτό είναι μια εξέλιξη που πρέπει να μας ανησυχήσει, και πάντως να μας απασχολήσει, πολύ σοβαρά.

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

nineteen − fourteen =