Εκλογικός νόμος, Σύνταγμα και συνταγματική ιστορία

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Μπορεί ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ να απέκλεισε το ενδεχόμενο αλλαγής του εκλογικού νόμου, ωστόσο το συνταγματικό ερώτημα παραμένει: Απαγορεύεται από το Σύνταγμα η αλλαγή ενός εκλογικού νόμου προτού  αυτός εφαρμοσθεί; Η απάντηση είναι, με βάση το συνταγματικό κείμενο, αρνητική. Το άρθρο 54 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 2001, προβλέπει μόνο ότι το εκλογικό σύστημα ισχύει από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν αποφασιστεί από τα δύο τρίτα του συνόλου των βουλευτών (δηλαδή από τουλάχιστον διακόσιους βουλευτές) η άμεση εφαρμογή του από τις αμέσως επόμενες εκλογές.

Εκτός όμως από το κείμενο του Συντάγματος υπάρχει και μια πολιτική-συνταγματική κουλτούρα, η οποία συνδιαμορφώνεται και από το πνεύμα του Συντάγματος. Το συνταγματικό κείμενο δεν είναι νεκρό γράμμα, αλλά «ζει» και «αναπνέει» μέσα από τα πολιτικά ήθη και την τελολογία των συνταγματικών διατάξεων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου δεν υπάρχει τυπικό Σύνταγμα με υπέρτερη τυπική ισχύ έναντι του κοινού νόμου, υφίστανται όμως ορισμένοι άγραφοι συνταγματικοί κανόνες που ουδείς διανοείται να παραβιάσει. Υπό το γενικότερο αυτό πρίσμα, η αλλαγή του εκλογικού νόμου πριν την εφαρμογή του μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο με αξιολογήσεις που αφορούν τα  κενά  και τα ελαττωματικά του σημεία ανεξαρτήτως τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας. Αντιθέτως, η αλλαγή με βάση τα πολιτικά δεδομένα της στιγμής, την εκλογική δύναμη των κομμάτων, τις πιθανότητες συνεργασίας μεταξύ τους στις επερχόμενες εκλογές κ.ο.κ., είναι αυτό που ήθελε να αποτρέψει η συνταγματική αναθεώρηση του 2001.

Η ουσία όμως βρίσκεται μάλλον κάπου αλλού. Η συνταγματική ιστορία έχει αποδείξει ότι κανένας εκλογικός νόμος δεν μπορεί να επηρεάσει αποφασιστικά την εκδήλωση της λαϊκής βούλησης. Οι εκάστοτε κυβερνητικές πλειοψηφίες συνήθως υπερτιμούν τη σημασία του εκλογικού νόμου. Ακόμα και όταν το 1989 θεσπίσθηκε στο τέλος της κυβερνητικής θητείας του ΠΑΣΟΚ ένας νόμος ουσιαστικά απλής αναλογικής, με προφανή σκοπό να εμποδιστεί η άνοδος της ΝΔ στην εξουσία, τελικά αυτό δεν αποτράπηκε,  έστω και εάν χρειάσθηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν είναι δε λίγες οι φορές, όπου ο εκλογικός νόμος «εκδικείται» τους συντάκτες του. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας αποτελεί ο εκλογικός νόμος του 1958. Τότε που η Κυβέρνηση ΕΡΕ πέρασε έναν εκλογικό νόμο που αδικούσε το τρίτο κόμμα για να περιοριστεί η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση της ΕΔΑ. Μόνο που στις εκλογές του 1958 η ΕΔΑ αναδείχθηκε δεύτερη δύναμη αφήνοντας στην τρίτη θέση το Κόμμα των Φιλελευθέρων, με αποτέλεσμα να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο η θέση της ΕΔΑ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Υπάρχουν όμως και τα θετικά παραδείγματα από την πρόσφατη συνταγματική μας ιστορία. Η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ψήφισε τον νέο εκλογικό νόμο στην αρχή της θητείας της το 1990. Ο εκλογικός αυτός νόμος διατηρήθηκε σε ισχύ από τις επόμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και εφαρμόσθηκε στις εκλογές του 1993, 1996 και 2000. Όλα αυτά χωρίς ρητές συνταγματικές διατάξεις περί ισχύος του εκλογικού νόμου από τις μεθεπόμενες εκλογές, επιβεβαιώνοντας έτσι ότι η ομαλή πολιτειακή ζωή δεν είναι μόνο θέμα συνταγματικού κειμένου.

 

Σπύρος Βλαχόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Leave a Reply

Your email address will not be published.

4 × four =