El garantismo de Aristovoulos Manessis como constitucionalismo positivista. Elementos biográficos y teóricos de su trayectoria académica – Ο Εγγυητισμός του Αριστοβούλου Μάνεση ως Συνταγματικός Θετικισμός. Βιογραφικά και Θεωρητικά Στοιχεία της Ακαδημαϊκής Σταδιοδρομίας του

Τριαντάφυλλος Γκούβας, μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο Carlos III (Μαδρίτη).

Εισαγωγικό σημείωμα

Αντικείμενο του ισπανόγλωσσου δοκιμίου με τίτλο Ο Εγγυητισμός του Αριστοβούλου Μάνεση ως Συνταγματικός Θετικισμός: Βιογραφικά και Θεωρητικά Στοιχεία της Ακαδημαϊκής Σταδιοδρομίας του είναι η ανάδειξη ενός διαλαθόντος συνδέσμου. Στην λατινόφωνη βιβλιογραφία και ακαδημαική συζήτηση η θεωρία του εγγυητισμού εκτίθεται και συχνά δοξολογείται ως οιονεί τέκνο της διανοίας του Luigi Ferrajoli, του Ιταλού νομικού και μαθητή του Norberto Bobbio ο οποίος, εκκινώντας από το πεδίο του ποινικού δικαίου, εισήγαγε την εγγυητική σκοπιά στο πεδίο του δημοσίου δικαίου.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εισφορά του Ferrajoli είναι ανεκτίμητη όχι μόνο στην λατινόφωνη ακαδημαϊκή σφαίρα αλλά και επέκεινα αυτής. Αυτό ωστόσο που προξενεί εντύπωση, προφανώς από την εξωτερική σκοπιά ενός μη λατινομαθούς νομικού, είναι η επιχωρικότητα (parochiality), πολύ συχνά μάλιστα και ανεπίγνωστη, της δικαιοσοφικής έρευνας. Δεν πρόκειται φυσικά για φαινόμενο που περιγράφει μόνο την πραγματικότητα που μαρτυρείται στην Ιβηρική ή Ιταλική χερσόνησο. Για ισοδύναμους λόγους παρόμοια φαινόμενα μαρτυρούνται και στην καθ’ ημάς χερσόνησο και ίσως κάπως λιγότερο στην κεντρική και βόρειο Ευρώπη.

Ένας βάσιμος λόγος για τη στεγανοποίηση πολλών συζητήσεων που αφορμώνται από κοινές θεωρητικές προκείμενες είναι και θα είναι ο γλωσσικός φραγμός. Εξαιρώντας τη γαλλική γλώσσα από τις λοιπές συγγενείς της, οι υπόλοιπες γλώσσες της ρωμανικής οικογένειας κοσμούνται και θεραπεύονται από ακαδημαϊκούς χρήστες που, με ορισμένες εξαιρέσεις που βραβεύουν τους υπαιτίους τους (στο μυαλό μου έρχεται πρώτα και κύρια ο αείμνηστος Σταύρος Τσακυράκης και η εισφορά του στην εξοικείωσή μας με το έργο και τη σκέψη του Norberto Bobbio), παραμένουν απροσπέλαστοι σε ολιγάνθρωπες γλωσσικές κοινότητες, όπως η ελληνική, οι οποίες είναι «μεταφραστικά γεφυροποιημένες» με τη γαλλική, αγγλική και γερμανική κυρίως βιβλιογραφία, έρευνα και διδασκαλία.

Φρονώ βάσιμα ότι η περίπτωση του έργου του Α. Μάνεση παραδειγματοποιεί αυτήν την παρατήρηση περισσότερο από οιανδήποτε άλλη στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Για μένα όπως, πολλώ μάλλον, για τους μαθητές και εγνωσμένους μελετητές του, είναι ζήτημα αληθείας να μετριαστεί η εντύπωση ότι ο εγγυητισμός ως θεωρητική σύλληψη έχει «μονογονεϊκή» ή μονοεθνή προέλευση. Το δοκίμιο αυτό είναι μία προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση από κάποιον που κάθε άλλο παρά ειδήμων μπορεί να θεωρηθεί σε σχέση με την ζώσα παρακαταθήκη της γραφής και της διδασκαλίας του Α. Μάνεση.

Το δοκίμιο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μία καταγωγική συσχέτιση της θεωρίας του εγγυητισμού με δύο, κατά τη γνώμη του γράφοντος, αρκούντως διακριτές και ενίοτε ενάντιες δικαιοσοφικές παραδόσεις: τον φιλελεύθερο συνταγματισμό και τον νομικό θετικισμό. Η εναντιότητα αυτών των παραδόσεων μπορεί να γίνει αντιληπτή καθ’ όλη την έντασή της αν γίνει παραδεκτή μία βασική προκείμενη του γράφοντος: ο συνταγματισμός και ο θετικισμός είναι τόσο ενάντιοι όσο ενάντιες μπορεί να είναι οι έννοιες του ορίου (limit) και του τύπου ή μορφής (form). Πριν από τις αναγκαίες διευκρινίσεις, αξίζει να σημειωθεί οτι ο συνταγματισμός είναι μια θεωρία (και μέθοδος) αρθρωμένη σε χαμηλότερη βαθμίδα αφαίρεσης από εκείνη όπου ενοικεί ο νομικός θετικισμός. Επομένως, η αντιπαραβολή που επιχειρείται εδώ ενέχει και μία υπερβολή ή υπερκερασμό της πραγματικής απόστασης που χωρίζει τις δύο αυτές θεωρίες.

Από μια εναλλακτική σκοπιά, η ίδια απόσταση φαντάζει μικρότερη. Ο κύριος λόγος είναι ότι τόσο ο φιλελεύθερος συνταγματισμός όσο και ο νομικός θετικισμός αναγνωρίζουν το θεωρητικό πρωτείο μιας εμβληματικής κανονιστικής έννοιας: της κρατικής αυθεντίας. Η διαφοροποίησή τους γίνεται αντιληπτή όταν γίνει επίσης αντιληπτό ότι η απόσταση μεταξύ των δύο θεωριών είναι πρωτίστως οντολογική: ο συνταγματισμός αντιλαμβάνεται την πρακτική αυθεντία του κράτους ως μια εγγενώς περιορίσιμη εξουσία, ενώ ο θετικισμός αντιλαμβάνεται την ίδια αυθεντία ως μια απεριορίστως δικαιοπαραγωγική ή δικαιογενετική εξουσία. Η απέδητη παραγωγικότητα της «θετικιστικής» εξουσίας είναι απότοκη του τυπικού της χαρακτήρα ως εξουσίας διαπλάσεως και όχι απλώς επιβολής καθηκόντων. Η πεπερασμένη παραγωγικότητα της «συνταγματιστικής» εξουσίας είναι απότοκη του «τερματικού» της χαρακτήρα ως περιγεγραμμένης ευθύνης επιβολής καθηκόντων και λογοδοσίας για την ορθότητα της επιβολής τους.

Ακολούθως και ύστερα από ορισμένες ενδιάμεσες παραδοχές το πρώτο μέρος του δοκιμίου προτείνει την ιδέα ότι ο εγγυητισμός είναι ένα παράλλαγμα του συνταγματικού θετικισμού το οποίο αναθέτει τον περιορισμό της δημόσιας εξουσίας όχι απευθείας στα θεμελιώδη δικαιώματα ούτε σε δογματικώς διαπεπλασμένα συνταγματικά ένδικα βοηθήματα αλλά στις λεγόμενες «συνταγματικές εγγυήσεις». Ο Ferrajoli υποδιαιρεί αυτές τις εγγυήσεις σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Οι πρωτογενείς εγγυήσεις αποτελούν καθήκοντα κατασφάλισης θετικών κανονιστικών προσδοκιών καθώς και απαγορεύσεις διαψεύσεως αρνητικών κανονιστικών προσδοκιών. Οι δευτερογενείς εγγυήσεις αποτελούν καθήκοντα διορθώσεως ή έννομου κολασμού παραβιάσεων των πρωτογενών εγγυήσεων.

Οι συνταγματικές εγγυήσεις αποτελούν σύμφυρμα της συνταγματικής ευθύνης προστασίας της αυτονομίας των πολιτών από την εκτός ορίων άσκηση της κρατικής εξουσίας και της θετικής υποχρέωσης προστασίας της αυτονομίας του πολίτη. Με άλλα λόγια, οι συνταγματικές εγγυήσεις είναι συνάμα περιγεγραμμένες (όριο) ευθύνες και τυπικές (μορφή) υποχρεώσεις των δημοσίων θεσμών. Ως θεσμικές υποχρεώσεις φέρουν τον θετικό τύπο της προστασίας αυτής. Ως ευθύνες σημειοδοτούν την ύπαρξη ορίων στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας.

Με αυτές τις παραδοχές επ’ ώμου το δεύτερο μέρος του δοκιμίου προσπαθεί να εξηγήσει πώς η κατά Μάνεση «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας» είναι μια θεωρητικά ισοβαθής και πρακτικά ισοδύναμη επεξεργασία των ίδιων κανονιστικών ζητημάτων που απασχολούσαν και απασχολούν την ιταλοϊβηρική κοινότητα φιλελεύθερων συνταγματιστών και νομικών θετικιστών. Κατά τον Μάνεση ο τύπος του συντάγματος είναι η πρώτιστη τεχνική εγγύηση της εν γένει πολιτικής ελευθερίας. Η αντιεξουσιαστική χρώση του λόγου του Μάνεση μαρτυρεί την φιλελεύθερη προσήλωση του ιδίου στην ερμηνεία του συντάγματος ως συστήματος εγγυήσεων και του συνταγματικού δικαίου ως πειθαρχίας τεθειμένης στην υπηρεσία των κυβερνωμένων. Ως τεχνική της πολιτικής ελευθερίας νοείται εκείνη μεθοδολογία του δικαίου που αποβλέπει στην προστασία του αυτοκαθορισμού του πολίτη εντός της πολιτικής κοινότητας μέσω του θεσμικού περιορισμού της κρατικής εξουσίας, της οργάνωσης των επι μέρους κρατικών αρμοδιοτήτων καθώς και μέσω της θέσπισης ενός συστήματος ατομικών δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια, ως αντικείμενο αυτής της τεχνικής ή μεθόδου το σύνταγμα, κατά τον Μάνεση, είναι πρωτίστως ένας εγγυητικός μηχανισμός. Δεν υπάρχουν απλώς ορθές ή καλές πολιτικές, μόνο ορθές ή καλές πολιτικές εν τω πράττειν. Αυτή η πράξη ή ακόμη καλύτερα πρακτική δεν είναι αυθόρμητη, αυτόνομη ή αυτοποίητη. Αποτελεί έκφραση της εφαρμογής μιας μεθόδου νομικού επιλογισμού (ratiocinatio) η οποία λειτουργεί ταυτόχρονα και ως πρότυπο αξιόλογησης της πρακτικής αυτής.

Αντικείμενο αυτής της μεθόδου είναι ακριβώς η δομή των συνταγματικών εγγυήσεων που ως στόχο έχουν την περιστολή της κρατικής αυθαιρεσίας. Κατά συνέπεια, ο βαθμός επιτυχίας της άσκησης αυτής της περισταλτικής λειτουργίας είναι το κυριώτερο πρότυπο αξιόλογησης της πολιτικής πρακτικής. Η αξιολόγηση της πολιτικής πρακτικής επί τη βάσει αυτού του προτύπου δηλοποιείται μέσω της απόδοσης πολιτικής ευθύνης στους ασκούντες την κρατική εξουσία. Κατά συνέπεια, και έτσι ολοκληρώνεται το δεύτερο μέρος του δοκιμίου, ο εγγυητισμός του Μάνεση είναι διδιάστατος. Η πρώτη διάστασή του είναι αρνητική και φιλελεύθερη και η δεύτερη καταφατική και δημοκρατική. Η φιλελεύθερη διάσταση προτάσσει όρια στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και η δημοκρατική διάσταση επιτάσσει τους όρους ισότητας υπό τους οποίους σχηματίζεται και ασκείται η κρατική εξουσία. Η δημοκρατία ως αρχέτυπο της πολιτικής ευθύνης και λογοδοσίας δεν εξαντλείται στην κοινοβουλευτική και εκλογική διαδικασία και πρακτική. Χωρίς δικαίω τεθειμένους όρους απόδοσης αυτής της ευθύνης δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για πολιτική ευθύνη. Αυτόν ακριβώς τον ρόλο διαδραματίζουν οι κατά Μάνεση συνταγματικές εγγυήσεις ως θετικά (form) όρια (limit) στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

 

Για το ισπανικό κείμενο πατήστε  T. Gkouvas El garantismo de Aristovoulos Manessis como constitucionalismo positivista. Elementos biográficos y teóricos de su trayectoria académica (1)

 

 

 

 

 

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

twenty + two =