Ενάμισι εκατομμύριο υπογραφές δείχνουν τον δρόμο της συνταγματικής αναθεώρησης

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α. Το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών είναι αναμφίβολα ένα εξαιρετικά πολυσήμαντο γεγονός. Και αυτό δεν αφορά μόνο την τεράστια συγκίνηση που προκάλεσε, λόγω του τρόπου που συνέβη, των παραλείψεων που το προκάλεσαν και του πρωτοφανούς αριθμού των θυμάτων. Εξ ίσου εντυπωσιακές είναι και οι πολλαπλές   αναταράξεις που προκάλεσε στο πολιτικό επίπεδο και ιδίως στην σημερινή κυβέρνηση, η οποία έως τώρα, παρά τις επανειλημμένες θεσμικές παρεκτροπές της, φαινόταν άτρωτη, χάρη στον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί, μέσω της διαπλοκής, στο πεδίο της ενημέρωσης (βοηθούσης βέβαια και της απουσίας ισχυρής αντιπολίτευσης…).

Στο σημείο αυτό θέλω να επιμείνω ιδιαίτερα. Η προσπάθεια συγκάλυψης των ευθυνών για την τραγωδία των Τεμπών δεν είναι η μόνη σοβαρή παραβίαση του κράτους δικαίου που στιγματίζει την σημερινή κυβέρνηση. Κάθε άλλο μάλιστα. Από την ασφυκτική χειραγώγηση των ΜΜΕ μέχρι την υπονόμευση των Ανεξάρτητων Αρχών και από τις υποκλοπές μέχρι την παραβίαση του Συντάγματος για τα ιδιωτικά Πανεπιστήμια, κοινός παρονομαστής της πολιτικής του σημερινού καθεστώτος είναι η προκλητική αγνόηση ή παράκαμψη των συνταγματικών κανόνων και η απροκάλυπτη παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, στην υπόθεση των Τεμπών υπήρξαν δύο απρόβλεπτοι παράγοντες. Ήταν τόση η θλίψη που σκέπασε την χώρα αλλά και τόσο γενναία και αξιοπρεπής η στάση των οικείων των τραγικών θυμάτων, που υπερκέρασαν τελικά τους συνήθεις μηχανισμούς συγκάλυψης και παραπλάνησης. Όπως δείχνουν οι σχετικές δημοσκοπήσεις, οι πολίτες, στην συντριπτική τους πλειονότητα, αμφισβητούν έντονα τις προθέσεις, τους χειρισμούς και τα προσχήματα της κυβέρνησης ενώ πολλοί από αυτούς έσπευσαν να συστρατευθούν ενεργά με τους συγγενείς των θυμάτων μέσω της συλλογής υπογραφών, που έφτασαν αισίως στο ενάμισι σχεδόν εκατομμύριο. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμη και τα καθεστωτικά  ΜΜΕ της διαπλοκής να αναγκασθούν να αναδιπλωθούν και να ψελλίσουν κάποια κριτική, που επέτεινε τους τριγμούς της κυβέρνησης, διότι ως γνωστόν τα εξ οικείων βέλη πονούν περισσότερο …

Β. Η σημασία των κινητοποιήσεων των πολιτών, πάντως, δεν πρέπει να αντιμετωπισθεί απλώς σαν μία ακόμη ρωγμή του σημερινού  καθεστώτος, το οποίο ήδη κλυδωνίζεται μετά από τις αλλεπάλληλες καταδίκες του από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Οι ενάμισι εκατομμύριο υπογραφές συνιστούν, παράλληλα, μία σημαντική λαϊκή πρωτοβουλία, η οποία τυπικά μεν θα μπορούσε να απευθυνθεί μόνο στην νομοθετική εξουσία της Βουλής – αν είχε ψηφισθεί ο εκτελεστικός νόμος της σχετικής συνταγματικής τροποποίησης του 2019 (άρθρο 73 παρ. 6) που την προβλέπει…– πλην όμως έχει ιδιαίτερη σημασία, έστω και ατύπως, και για την αναθεωρητική διαδικασία, που μπορεί (και πρόκειται όπως φαίνεται) να ξεκινήσει μέσα στο 2024. Με άλλα λόγια, η λαϊκή αυτή πρωτοβουλία (η οποία ξεκίνησε και εξελίχθηκε ερήμην των κομμάτων), πέρα από την πίεση που ασκεί στην σημερινή κυβέρνηση, έχει και μία πρόσθετη ιδιαίτερη σημασία, καθώς υποδεικνύει από τώρα στον αναθεωρητικό νομοθέτη την κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθεί, σε τέσσερα τουλάχιστον σημεία:

α. Πρώτον και κύριον, στην ολοκλήρωση της  αναθεώρησης του άρθρου 86 του Συντάγματος. Η κατάργηση της παραγραφής, που αποφασίσθηκε το 2019, είναι φανερό πλέον ότι δεν αρκεί. Η πρόσφατη άρνηση σύστασης προανακριτικής επιτροπής για την τραγωδία των Τεμπών δείχνει εύγλωττα ότι απαιτείται όντως να γίνει και το επόμενο βήμα, δηλαδή η πλήρης κατάργηση της ανάμιξης της Βουλής στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά υπουργών. Πρόκειται για αρμοδιότητα που όταν ξεκίνησε ήταν μια σημαντική κοινοβουλευτική κατάκτηση (impeachment) αλλά σήμερα έχει πλέον εγκαταλειφθεί ακόμη και στις κοιτίδες του κοινοβουλευτισμού, την Αγγλία και την Γαλλία. Για όσους δε ανησυχούν ότι θα υπάρχει κίνδυνος άσκησης καταχρηστικών διώξεων κατά υπουργών, η απάντηση είναι απλή. Πρέπει να προβλεφθεί, παράλληλα, ως ασφαλιστική δικλείδα, η ειδική δωσιδικία των υπουργών, ώστε η  αρμοδιότητα για την άσκηση ποινικής δίωξης να περιέλθει σε ένα συλλογικό δικαστικό σώμα με μείζονες εγγυήσεις, (όπως, πχ, η Ολομέλεια των Εφετών της Αθήνας), που θα διηθεί με προσοχή όλες τις κατηγορίες.

Αντίθετα, ως προς την ασυλία των βουλευτών νομίζω ότι οι αναθεωρημένες το 2019 σχετικές διατάξεις (άρθρο 62) είναι επαρκείς και δεν χρειάζονται περαιτέρω τροποποίηση.

Β. Ολοκλήρωση όμως της προηγηθείσας συνταγματικής αναθεώρησης, του 2019, δεν απαιτείται μόνο για την ποινική δίωξη των υπουργών αλλά και για τις εξεταστικές επιτροπές. Η ορθή επιλογή να τροποποιηθεί το άρθρο 68 παρ. 2 του Συντάγματος και να επιτραπεί πλέον η σύσταση εξεταστικής επιτροπής ακόμη και με τα 2/5 των βουλευτών (120) κινδυνεύει να μείνει χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα, αν δεν ανατεθεί, ταυτόχρονα, η αρμοδιότητα της σύνταξης ενός μόνο πορίσματος σε πρόσωπα εκτός Βουλής και συγκεκριμένα σε τρεις μέχρι πέντε  προσωπικότητες εγνωσμένου κύρους. Αυτές θα επιλέγονται από την ίδια την εξεταστική επιτροπή με αυξημένη πλειοψηφία (3/5 ή 4/5) και θα δεσμεύονται να καταθέσουν το πόρισμα σε τακτή προθεσμία, βάσει των ευρημάτων της εξεταστικής επιτροπής (των οποίων, πάντως, θα μπορούν να ζητήσουν συμπλήρωση). Μόνο έτσι θα σταματήσει η θεσμική παρωδία των πολλών και πολιτικά προκατειλημμένων πορισμάτων.

Γ. Ένα τρίτο σημείο, στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί η επόμενη συνταγματική αναθεώρηση με βάση την προεκτεθείσα λαϊκή πρωτοβουλία, είναι η κατάργηση της αρμοδιότητας του υπουργικού συμβουλίου να επιλέγει την ηγεσία των Ανώτατων Δικαστηρίων της χώρας. Η θλιβερή πείρα των τελευταίων ετών και ιδίως η ολοένα και ενεργότερη εμπλοκή της δικαστικής εξουσίας στις προσπάθειες συγκάλυψης σειράς κυβερνητικών σκανδάλων, με αποκορύφωμα τις υποκλοπές, καθιστά πλέον επιτακτική την ανάγκη να κοπεί ο ομφάλιος λώρος μεταξύ εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας και να αναζητηθεί, με οργανωμένο διάλογο και με πολλή περίσκεψη, ένας άλλος τρόπος ανάδειξης των ηγεσιών των ανώτατων δικαστηρίων, με πρωταγωνιστικό πλέον τον ρόλο των ίδιων των δικαστών. Αν μάλιστα αυτό συνοδευόταν και από την καθιέρωση Συνταγματικού Δικαστηρίου,  η αναθεώρηση θα ήταν πληρέστερη,  διότι τα υφιστάμενα Ανώτατα Δικαστήρια δυστυχώς δεν έχουν δείξει έως τώρα το απαιτούμενο σθένος ως προς την άσκηση του ελέγχου  συνταγματικότητας, προσέχοντας ιδιαίτερα να μην φέρνουν σε δύσκολη θέση την εκτελεστική εξουσία για κρίσιμα ζητήματα… (ελπίζω πάντως να διαψευσθώ στην υπόθεση των ιδιωτικών πανεπιστημίων…).

Δ. Τέλος, παρά το ότι τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης δεν αποτόλμησαν για την τραγωδία των Τεμπών πλήρη  επιβολή της ομερτά, όπως συνέβη με τις υποκλοπές,  το πρόβλημα της συγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια μιας δράκας ολιγαρχών και της συνακόλουθης καταθλιπτικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης προς την κατεύθυνση που αυτοί επιθυμούν, παραμένει ένα από τα μείζονα προβλήματα της ελληνικής δημοκρατίας, που πρέπει να επιλυθεί μέσω μιας νέας συνταγματικής ρύθμισης. Η αποτυχία της προηγούμενης προσπάθειας («βασικός μέτοχος»)», μέσω ποικίλων μεθοδεύσεων, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται εσαεί σαν άλλοθι για την μη ανάληψη σχετικής αναθεωρητικής πρωτοβουλίας, διότι η διασφάλιση του πλουραλισμού στην ενημέρωση αποτελεί ίσως το σημαντικότερο κριτήριο για την αξιολόγηση του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματός μας…

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

five × five =