Επισημάνσεις για την συμβολή της φιλοσοφικής σκέψης του Immanuel Kant στην εδραίωση των θεσμικοπολιτικών «αντηρίδων» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Προκόπιος Παυλόπουλος, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ

Πρόλογος

Αποτελεί, πλέον, κοινό τόπο η παραδοχή ότι την εποχή μας χαρακτηρίζει, μεταξύ άλλων «δεινών», η κρίση της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μέσ’ από την επιταχυνόμενη, δυστυχώς, παρακμιακή της πορεία.  Τα «πλήγματα» που υφίσταται, κυρίως τα τελευταία τριάντα χρόνια, ιδίως στην Δύση -συμπεριλαμβανομένης οπωσδήποτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης- είναι πλήρως ορατά και οι επώδυνες επιπτώσεις τους είναι κάτι παραπάνω από αισθητές για τον Άνθρωπο, για την Δημοκρατία και για την Δικαιοσύνη.  Η φιλελεύθερη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, κατά τις θεσμικές και πολιτικές της καταβολές, είναι το πιο «φιλικό» για τον Άνθρωπο σύστημα πολιτειακής και πολιτικής διακυβέρνησης, δοθέντος ότι εκ θεσμικής και πολιτικής «φύσεως», αντιστοίχως, μπορεί να λειτουργήσει αποκλειστικώς και μόνον ως εγγύηση της Ελευθερίας. Όχι βεβαίως της ανεξέλεγκτης «Ελευθερίας», αλλά της Ελευθερίας η οποία κατοχυρώνει την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό όρους Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τις αρχές της αναλογίας που εκπορεύεται από την «μήτρα»  της κατ’ Αριστοτέλη αναλογικής Δικαιοσύνης.  Μιας Ελευθερίας, η οποία αφενός πρέπει να προστατεύεται έναντι οιουδήποτε -και όχι μόνον έναντι του Κράτους- επιχειρεί να την υπονομεύσει.  Και, αφετέρου, πρέπει ν’ ασκείται με πλήρη επίγνωση ότι το ουσιαστικό της νόημα πραγματώνεται όταν δεν αναιρείται στην πράξη, όταν δεν περιορίζει υπερμέτρως και αυθαιρέτως τα δικαιώματα των άλλων και όταν τάσσεται στην υπηρεσία του Ανθρωπισμού, της Αλληλεγγύης και της Δικαιοσύνης, ιδίως δε της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Επέκεινα δε όταν επιτυγχάνει, αποτελεσματικώς, την προστασία της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

Α. Στο επίκεντρο της προμνημονευόμενης κρίσης της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας βρίσκεται η δράση και η αντίδραση πολλών και ισχυρών «παραγόντων», εντός και εκτός του εν γένει «πολιτικού συστήματος» –ήτοι θεσμικών και μη- με την αρνητική έμφαση να κατευθύνεται προς την πλευρά των τελευταίων. Αναγκαία προσθήκη:  Οι παράγοντες αυτοί όχι μόνον απαντώνται, με ολοένα και εντεινόμενη συχνότητα, διεθνώς αλλά και βρίσκονται σε στενή επικοινωνία μεταξύ τους, έχοντας την ίδια περίπου νοοτροπία και αξιοποιώντας στο έπακρο τα μέσα της, lato sensu, Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και του Διαδικτύου, κατ’ εξοχήν δε των «αρνητικών» πτυχών τους που κατατείνουν όχι στην θωράκιση της Ελευθερίας αλλά, όλως αντιθέτως, στην «ποδηγέτηση» της συμπεριφοράς του Ανθρώπου.  Είναι, επιπροσθέτως, χαρακτηριστικό και το ότι όλοι εκείνοι -και ας ευχηθούμε να λιγοστεύουν στο μέλλον, μέσω της ενεργού αντίστασης απέναντι στις μεθόδους τους και στην «λογική» τους- οι οποίοι καταφέρουν τέτοια «πλήγματα» στην φιλελεύθερη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, στην πλειονότητά τους δεν το πράττουν από άγνοια και επιπολαιότητα.  Η στάση τους είναι, κατά κανόνα, συνειδητή:  Στερούμενοι Παιδείας, εμφορούμενοι από την ιδεοληψία μιας στρεβλής και πλήρως αντίθετης προς τις αρχές του κλασικού καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος Παγκοσμιοποίησης που κατατείνει στην «επικυριαρχία» του «οικονομικού» επί του «θεσμικού»  και αδυνατώντας να υπηρετήσουν ιδέες, οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα της μετριότητας επειδή είναι ταγμένες να στηρίζουν την αυθεντική Αριστεία υπέρ του Ανθρώπου, προσφεύγουν, ακατασχέτως και ασυστόλως, στην εκμετάλλευση των λέξεων για να εντυπωσιάσουν, ν’ αποκρύψουν την αλήθεια για την απαιδευσία τους και έτσι να συνεχίσουν «απρόσκοπτα» την «επαγγελματική» τους ενασχόληση με την εν γένει Πολιτική.  Τελευταία, δεν διστάζουν να «επιστρατεύσουν»  και την πρόκληση του φόβου στα μέλη του κοινωνικού συνόλου για το σήμερα και, κυρίως, για το αύριο που τα περιμένει.  Μάλλον δεν θέλουν να θυμηθούν ή και να κατανοήσουν, γυρνώντας λίγο πίσω στο παρελθόν, ότι ο φόβος, ως μέσο διακυβέρνησης των πολιτών, είναι κατάλοιπο -και, ακόμη χειρότερα αν δεν γίνει αντιληπτή η υποφώσκουσα αντίστοιχη ανόσια πολιτική νοοτροπία, προπομπός- του κάθε είδους ολοκληρωτισμού.

Β. Οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν και οι συνακόλουθες διαπιστώσεις αρκούν για να καταδείξουν ότι ο ασφαλέστερος τρόπος υπεράσπισης της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας έναντι των «εχθρών» της συνίσταται στην κατανόηση της θεσμικής και πολιτικής πεμπτουσίας της, κατά την καταγωγή της.  Πεμπτουσίας, η οποία κατά τα προεκτεθέντα παραπέμπει, ευθέως και αδιαστίκτως, στην κατανόηση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας  ως εγγύησης της Ελευθερίας, όπως αυτή μετουσιώνεται σε πράξη μέσω της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά τα κανονιστικά δεδομένα όχι μόνο της in concreto Εθνικής Έννομης Τάξης αλλά και της Διεθνούς Έννομης Τάξης, καθώς και -σε ό,τι αφορά τους Πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης. Μια τέτοια «επιστροφή στις ρίζες» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας σημαίνει, και μάλιστα προεχόντως, ότι πολλά μπορούν να μας διδάξουν, λόγω της διαχρονικής αξίας τους -και του επέκεινα «κλασικισμού» τους- οι φιλοσοφικές και πολιτικές «συνιστώσες» του Διαφωτισμού, ως «κοιτίδας» της σύγχρονης έννοιας της Ελευθερίας και του Φιλελευθερισμού.  Εξίσου πολλά μπορεί να μας διδάξει εν προκειμένω και ο φιλοσοφικός στοχασμός του Immanuel Kant, δίχως τον οποίο το «οικοδόμημα» του Διαφωτισμού -σε ό,τι αφορά ιδίως την Ελευθερία- θα ήταν, δίχως αμφιβολία, ελλιπές, κατά κύριο λόγο υπό την έννοια ότι η σύνδεση του Διαφωτισμού με την Ελευθερία δεν θα είχε φθάσει στο «απόγειο» της ολοκλήρωσής της.  Και τούτο, γιατί ο φιλοσοφικός στοχασμός του Kant τον αναδεικνύει  ως κορυφαίο εκφραστή της «Κριτικής Σκέψης» απέναντι σε κάθε μορφής προκαταλήψεις, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχονται, μ’ έμφαση στις πολιτικές και τις θρησκευτικές προκαταλήψεις.  Μιας «Κριτικής Σκέψης», η οποία για τον Kant υπήρξε ένα είδος «γέφυρας»  μεταξύ «Ορθολογισμού» και «Εμπειρισμού».  Όπως είναι ευνόητο, η επιχειρούμενη στην συνέχεια ανασκόπηση της  φιλοσοφίας του Kant δεν διεκδικεί -κάθε άλλο- «φιλοδοξίες»  γενικευμένης περιγραφής και περαιτέρω επεξήγησης.  Περιορίζεται, στοιχειωδώς, στην καταγραφή ορισμένων από τις πιο αντιπροσωπευτικές για το βαθύτερο νόημα της Ελευθερίας  πτυχών της, που διευκολύνουν την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων ως προς το πώς, μέσ’ από τον φιλοσοφικό στοχασμό του Kant, μπορούμε να καταλήξουμε στον τρόπο με τον οποίο αποβαίνει προσιτό, δίχως αλλοιωτικές «εκπτώσεις», το «αυθεντικό» νόημα της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Άρα και ως προς το πώς οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε  πιο αποτελεσματικά τα εγγενή, κατά την θεσμική και πολιτική της υπόσταση, «προτάγματά» της[1].

Ι. Η Ελευθερία στον φιλοσοφικό στοχασμό του Kant

    Η έννοια της «Ελευθερίας» κατέχει καίρια θέση στο όλο φιλοσοφικό οικοδόμημα του Kant, βεβαίως κατά κανόνα σε συνδυασμό με την «Ηθική». Και τούτο διότι -σε γενικές οπωσδήποτε γραμμές- ενεργώντας στο πλαίσιο της «Ηθικής» ο Άνθρωπος αναλαμβάνει, κατ’ ανάγκη, το σύνολο της ευθύνης που απορρέει από την ελεύθερη επιλογή των πράξεών του, δοθέντος ότι αντιλαμβάνεται τον εαυτό του μόνον ως ελεύθερο.  Αυτό συνάγεται εκ του ότι για να ενεργήσει κατά τις επιταγές της «Ηθικής» ο Άνθρωπος πρέπει να δεχθεί, οιονεί εκ προοιμίου, ότι είναι ελεύθερος να καθορίσει την συμπεριφορά του δίχως να υπόκειται σε εξωγενείς περιορισμούς, οπότε και οφείλει ν’ αναδεχθεί το εξ αυτής βάρος της ευθύνης που του αναλογεί. Επομένως, κατά τον Kant ο Άνθρωπος δεν είναι απολύτως ελεύθερος αφού υπόκειται στους εγγενείς περιορισμούς της «Ηθικής», μ’ «επιστέγασμα» την ευθύνη που συνεπάγεται η ελεύθερη επιλογή των πράξεών του.  Οι περιορισμοί αυτοί όχι μόνο δεν οδηγούν στην αναίρεση της «Ελευθερίας» αλλά, όλως αντιθέτως, ολοκληρώνουν το νόημά της κατά τον ηθικό προορισμό της, στο μέτρο που ο τελευταίος σημαίνει, αναποδράστως, ότι η άνευ περιορισμών δράση του υποκειμένου καταλήγει στην καταλυτική αλλοίωση του «αυθεντικού» νοήματος της «Ελευθερίας».

Α. Η «προϊστορία» του Διαφωτισμού

    Ο Kant «συνάντησε» την «Ελευθερία» όπως είχαν αρχίσει να την αναδεικνύουν και να την επεξεργάζονται, φιλοσοφικώς και πολιτικώς, πριν από αυτόν οι σπουδαιότεροι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού.  Ο δικός του φιλοσοφικός στοχασμός της προσέδωσε νέες, και πολύ πιο στέρεες από πλευράς κατανόησης του βαθύτερου νοήματός της, προεκτάσεις.

  1. Το ότι ο Kant είχε βαθιά γνώση των θεμελιωδών αρχών του Διαφωτισμού, και ιδίως εκείνων που σχετίζονται με την «Ελευθερία», προκύπτει ευχερώς από το εν γένει έργο του και συνοψίζεται, με ιδιαιτέρως εύστοχο τρόπο, στην μελέτη του «Was ist Aufklärung[2]. Κατά τον Kant, ο Διαφωτισμός σηματοδοτεί την περίοδο σκέψης και αντίστοιχης δράσης που διαπνέεται, κατά βάση, από την ρήση «sapere aude»: «Τόλμησε να γνωρίζεις». Αλλά να γνωρίζεις με την χρήση, αποκλειστικώς, του δικού σου νου και, επομένως, της δικής σου σκέψης, απελευθερωμένος από κάθε μορφής προκαταλήψεις, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχονται.  Μέσ’ από αυτά τα «μονοπάτια» φιλοσοφικής και πολιτικής πορείας ο Διαφωτισμός έθεσε τις βάσεις της διανόησης και δράσης που διευκόλυναν την  κατάλυση της «ελέω Θεού Μοναρχίας» και την «ανάδυση» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως συστήματος πολιτειακής οργάνωσης το οποίο εγγυάται την Ελευθερία και την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που καθιστούν εφικτή την άσκησή της στην πράξη, με απώτερο στόχο την υπεράσπιση της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Ακώλυτη άσκηση, η οποία δεν σημαίνει πλήρη απουσία περιορισμών της ελεύθερης δράσης των φορέων των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι η ίδια η συνύπαρξη των μελών ενός οργανωμένου, θεσμικώς και πολιτικώς, κοινωνικού συνόλου προϋποθέτει τουλάχιστον τους περιορισμούς εκείνους, οι οποίοι δεν «ανέχονται» την άσκηση των δικαιωμάτων ενός μέλους εις βάρος των δικαιωμάτων άλλου ή άλλων μελών, επειδή μια τέτοια «εκτροπή» μπορεί, εξελικτικώς, να οδηγήσει τόσο στην καταστροφική για την συνοχή του κοινωνικού συνόλου αναρχία όσο και, μέσω της επιβολής του «ισχυρού» έναντι του «ανισχύρου», στην «υποδόρια» αναβίωση μιας μορφής δεσποτισμού.
  2. Όμως ο Kant ήταν εκείνος ο οποίος, όπως επισημάνθηκε, προσέδωσε νέα διάσταση στην έννοια της «Ελευθερίας», ξεκινώντας από την «αποθέωση» της «Κριτικής Σκέψης» και καταλήγοντας στην ανάδειξη των δυνατοτήτων της ν’ αντιμετωπίζει αποτελεσματικώς αναχρονιστικά και αστήρικτα επιστημονικώς δόγματα και τις εντεύθεν προκαταλήψεις, όποια και αν είναι η προέλευσή τους, ιδίως δε όταν έχουν επινοηθεί για να διευκολύνουν υποδορίως την διαιώνιση της κρατικής αυθαιρεσίας και των θρησκευτικών ιδεοληψιών. Και ήταν αυτή η «Κριτική Σκέψη» του Kant που αποτέλεσε τον «σύνδεσμο» μεταξύ «Ορθολογισμού» και «Εμπειρισμού», προκειμένου να «οικοδομηθεί» η «Ηθική» του με τρόπο ώστε ν’ αναδεικνύει, σε όλο της το μέγεθος, την έννοια της «Ελευθερίας» και τους στενούς δεσμούς της με την «Υποταγή»:  Η «Ελευθερία» «υπηρετεί» την «Ηθική», στο μέτρο που εκπροσωπεί και εκδηλώνει την αυτονομία του Ανθρώπου να υπαγορεύει στον εαυτό του, δια του «Ορθού Λόγου», το κατά περίπτωση καθήκον αλλά και να το υπηρετεί με απόλυτη συνέπεια.  Πράγμα που σημαίνει ότι κατά τα προτάγματα του «Ορθού Λόγου» και της «Ηθικής» ο Άνθρωπος, κατά τον «ηθικό νόμο», έχει χρέος όχι απλώς να ενεργεί σύμφωνα με το «καθήκον» αλλά, επιπλέον, και να δρα με κίνητρο το «καθήκον».

Β. Η «Κοπερνίκεια Επανάσταση» του Kant

    Φθάνοντας στο «απόγειο» της «Κριτικής Σκέψης» του  ο Kant διακήρυξε, επιχειρώντας ένα είδος «μετάβασης» στο επιστημονικό πεδίο της Φυσικής και της Αστρονομίας, ότι έκανε -ιδίως σε ό,τι αφορά την σύλληψη του «Ορθού Λόγου», της «Ηθικής» και της «Ελευθερίας»- την δική του «Κοπερνίκεια Επανάσταση».  Ας μην ξεχνάμε πως όταν γεννήθηκε, στο Königsberg το 1724, ο Kant είχε συντελεσθεί, μέσω του «μεγαλιθικού» επιστημονικού έργου του Isaac Newton -ο οποίος πέθανε τρία χρόνια μετά, το 1727, στο Kensington– η «Κοπερνίκεια Επανάσταση», στο σύνολό της.

  1. O Nicolaus Copernicus[3] έθεσε τις βάσεις της λεγόμενης «Κοπερνίκειας Επανάστασης» στο πεδίο της Αστρονομίας ανατρέποντας, μ’ επιστημονική μέθοδο, την ως τότε «κρατούσα» «Γεωκεντρική Θεωρία» του Πτολεμαίου, σύμφωνα με την οποία η Γη ήταν ακίνητη στο κέντρο του γνωστού την εποχή εκείνη Σύμπαντος. Και διατύπωσε την λεγόμενη «Ηλιοκεντρική Θεωρία», σύμφωνα με την οποία η Γη και τα λοιπά σώματα του Ηλιακού Συστήματος περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο[4]. Θεωρία, την οποία στην συνέχεια τελειοποίησε[5] -μελετώντας το δικό του «Ηλιοκεντρικό Σύστημα» στο μοναδικό διασωθέν έργο του «Περί μεγεθών και αποστημάτων Ηλίου και Σελήνης-  ο Johannes Kepler[6],  ο αποκαλούμενος «Νομοθέτης του Ουρανού», ασκώντας καταλυτική επιρροή στην συντέλεση της «Επιστημονικής Επανάστασης» των Νεότερων Χρόνων.  Επανάστασης, η οποία «κορυφώθηκε» από τον Isaac Newton, τον «Πατέρα της Κλασικής Φυσικής» και όχι μόνο.  Και τούτο διότι ο Isaac Newton[7], βασιζόμενος και στην θεωρητική προεργασία του Johannes Kepler, διατύπωσε τον «Νόμο της Παγκόσμιας Έλξης» και τεκμηρίωσε την κοσμολογική άποψη για την βαρύτητα, η οποία κυριάρχησε ως «Παράδειγμα» στην Επιστημονική Κοινότητα έως την αναθεώρησή της από τον Albert Einstein, το 1915, μέσω της «Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας».
  2. Η πεμπτουσία της «Κοπερνίκειας Επανάστασης» του Kant συνοψίζεται, κατά βάση, στην ανατροπή της περί «Ορθολογισμού» θεωρίας κυρίως των René Descartes, Benedictus de Spinoza, Gottfried Wilhelm Leibniz και Christian Wolff, οι οποίοι υπό την επιρροή των θέσεων του Πλάτωνος δέχονταν πως η Γνώση θεμελιώνεται σε ιδέες ανεξάρτητες από την εμπειρία.  Δοθέντος ότι όλα τα συμπεράσματα είναι δυνατό να προκύψουν μέσω της «συλλογιστικής διαδικασίας» που στηρίζεται σε συγκεκριμένες αναγκαίες «προκείμενες».  Ως προς δε την «Ηθική», ιδίως οι Leibniz και Wolff ανέπτυξαν την άποψη, πάντοτε κατά το πρότυπο του «Ορθολογισμού» τους, σύμφωνα με την οποία την βούληση καθοδηγεί η «προκείμενη» ιδέα του καλού και της επέκεινα ροπής προς την τελειότητα, με την τελευταία ν’ αποτελεί την πηγή τόσο της προσωπικής ευδαιμονίας όσο και της παγκόσμιας αρμονίας.  Αυτό τον δογματικό «Ορθολογισμό», θεμελιωμένο εν πολλοίς πάνω στην σαθρή επιστημονικώς υποδομή αυθαίρετων αξιωμάτων της «Μεταφυσικής» και της συγγενούς με αυτή, ως προς τα συμπεράσματά της, «Γνωσιοθεωρίας», ανέτρεψε ο Kant.

α) Ως προς τούτο «ευεργετικός» για τον Kant υπήρξε ο «Εμπειρισμός» του David Hume[8]  -ο «βρετανικής» προέλευσης εμπειρισμός, που είχε ως αφετηρία το έργο των John Locke και George Berkley- ο οποίος αφού άσκησε σφοδρή αλλά ουσιαστική κριτική στις κάθε μορφής προκατασκευασμένες φιλοσοφικές ιδέες υποστήριξε την άποψη, ότι την «αυθεντικώς» έγκυρη πηγή «Γνώσης» παρέχει μόνον η αισθητή εμπειρία, απορρίπτοντας ταυτοχρόνως και την αρχή της αιτιότητας.  Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινισθεί ότι ο Kant δεν υπήρξε «οπαδός»  του «Εμπειρισμού» του David Hume, διότι ο φιλοσοφικός στοχασμός του ουδέποτε συμβιβάσθηκε με το σύνολο των απόψεών του. Και είναι άκρως χαρακτηριστικό, π.χ., πως ο Kant  απέρριψε πολλαπλώς την προαναφερόμενη βασική θέση του David Hume ότι η αισθητική εμπειρία είναι η μοναδική πηγή «Γνώσης».  Και τούτο διότι η ως άνω θέση καταλήγει σε μια ουσιαστικώς «παθητική» επιστημολογική προσέγγιση, η οποία περιχαρακώνει την «Γνώση» στον στενό χώρο μιας αμιγώς υποκειμενικής σύλληψης και αντίληψης και αμφισβητεί κάθε έννοια αντικειμενικότητας.  Άρα -και κατ’ ακρίβεια- ο Kant  επηρεάσθηκε από τον φιλοσοφικό στοχασμό του David Hume κυρίως σε ό,τι αφορά την, επίσης προαναφερόμενη, αμφισβήτηση της αρχής της αιτιότητας, με το επιχείρημα ότι η αρχή αυτή, ως μέσο εξήγησης της αλληλουχίας μεταξύ αιτίων και αποτελεσμάτων, μπορεί να λειτουργεί στην εσωτερική σκέψη, όχι όμως απαραιτήτως και στον εξωτερικό κόσμο.

β) Υπό φιλοσοφικούς όρους, η όλη «Κοπερνίκεια Επανάσταση» του Kant επικεντρώνεται στο ότι ο δικός του φιλοσοφικός στοχασμός τον οδήγησε σε μιαν εντελώς ανανεωμένη σύλληψη της όλης θεωρίας για την «Γνώση».  Με την έννοια ότι η «ανατροπή» που επιχείρησε δεν αφορούσε την εμπειρική πραγματικότητα σχετικά με τον κόσμο -μια πραγματικότητα που, ούτως ή άλλως, δεν αλλάζει- αλλά την γνωστική προσέγγιση του κόσμου αυτού.  Με άλλες λέξεις ο Kant δεν θέτει το ζήτημα αν υπάρχει η «Γνώση» για τον κόσμο -και μόνο το έργο του Nicolaus Copernicus και του Isaac Newton αρκεί για να το αποδείξει- αλλά διερωτάται, κατά βάθος, πώς καθίσταται εφικτή η κατά τ’ ανωτέρω «Γνώση» για τον κόσμο.  Και η «ανατροπή» του συνίσταται στο ότι δεν μπορούμε να φθάσουμε στην «Γνώση»  αυτή μ’ έναν τρόπο παθητικό, ήτοι με τρόπο ο οποίος σημαίνει πως το υποκείμενο της «Γνώσης»  οφείλει να υποτάσσει τα αντικείμενά της σε ορισμένες έννοιες που κατέχει a priori και που αρκούν για να την καταστήσουν εφικτή.  Η «Γνώση», υπό επιστημονικούς όρους, επικεντρώνεται μόνο στα επαληθεύσιμα δεδομένα.

γ) Εν τέλει, ο Kant συνέλαβε την νέα θεώρηση της «Γνώσης»   συνδυάζοντας τα προγενέστερα βασικά επιστημολογικά ρεύματα της εποχής του.  Και αυτός ο συνδυασμός προέκυψε εκ του ότι από τον μεν «Εμπειρισμό» αποδέχθηκε την αρχή, πως η πραγματική «Γνώση»  έλκει την καταγωγή της εκ των δεδομένων των αισθήσεων.  Από δε τον «Ορθολογισμό» αποδέχθηκε την αρχή πως ο νους καταφεύγει και σε έννοιες «a priori», όπως ιδίως στις «a priori» έννοιες της διάνοιας, τις οποίες ο Kant αποκαλεί «κατηγορίες».  Έννοιες, οι οποίες προηγούνται της εμπειρίας και είναι ανεξάρτητες από αυτήν, επιπροσθέτως δε προηγούνται και της ενόρασης επιτρέποντας έτσι και την δική της, εν τέλει, κατανόηση.  Ο κατά τ’ ανωτέρω συνδυασμός του Kant καταλήγει σε μια νέα επιστημονική θεώρηση της «Γνώσης»   για τον κόσμο, μέσω της παραδοχής ότι η «Γνώση»   δημιουργείται υπό υποκει-μενικούς όρους και συνθήκες, οι οποίες και αποδίδουν τα αισθητηριακά δεδομένα και πάνω σε αυτά εφαρμόζει τις «a priori» έννοιες.  Πλην όμως η προαναφερόμενη υποκειμε-νικότητα οδηγεί σε μιαν αντικειμενική, ως ακριβή και έγκυρη, περιγραφή της πραγματικότητας γύρω από τον εξωτερικό κόσμο, η οποία δια της μεθόδου αυτής «απεξαρτάται» από το υποκείμενο και καθίσταται θέση «καθολικής αποδοχής».

Γ. Ο Kant και η «Ελευθερία»

Η ανάλυση που προηγήθηκε σχετικά με την όλη θεώρηση της «Γνώσης»  κατά τον φιλοσοφικό στοχασμό του Kant «ανοίγει τον δρόμο» και για την κατανόηση των περί «Ελευθερίας» θέσεών του καθώς και για την μέσω αυτών εξελικτική πορεία της έννοιας της «Ελευθερίας», την οποία είχαν ήδη επεξεργασθεί σε βάθος οι εκπρόσωποι των  φιλοσοφικών και πολιτικών ρευμάτων του Διαφωτισμού.  Εξελικτική πορεία η οποία, όπως ακροθιγώς επισημάνθηκε, διευκόλυνε στην συνέχεια -σε σημαντικό μάλιστα βαθμό- την εμπέδωση των θεσμών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως εγγύησης της Ελευθερίας και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, έτσι ώστε να καταστεί εν τέλει «κυρίαρχο» σύστημα και πρότυπο δημοκρατικής πολιτειακής οργάνωσης.

  1. Στο έργο του Kant η «Ελευθερία» αποκτά το πραγματικό νόημά της μόνο μέσω της «Ηθικής». Σε πολύ γενικές γραμμές, ο Kant  δέχεται ότι ο Άνθρωπος οφείλει να εκλαμβάνει τον εαυτό του κατ’ εξοχήν ως «ηθική ύπαρξη» και να μένει συνεπής στην πίστη του για την αξία του και την αξιοπρέπεια που εκ φύσεως διαθέτει ως έλλογο και ελεύθερο ον.  Αυτή η πίστη είναι εκείνη, η οποία όταν χαρακτηρίζει καθέναν και όλους καθιστά εφικτή την κοινωνική συμβίωση, άρα την ομαλή λειτουργία του κοινωνικού συνόλου με κύριο γνώμονα την διατήρηση της αρμονικής συνύπαρξης και, δι’ αυτού του τρόπου, του πυρήνα της συνοχής του.  Ουσιαστική έως και καθοριστική για την κατά τα ως άνω διαμόρφωση του ηθικοπολιτικού στοχασμού του Kant,  σε ό,τι αφορά την εγγενή ιδιοσυστασία του κοινωνικού συνόλου και της κοινωνικής συμβίωσης, υπήρξε η επιρροή του Jean-Jacques Rousseau, μέσω του «Du Contrat Social»[9], στο οποίο ανέπτυξε την κορυφαία πολιτική και κοινωνική θεώρησή του ιδίως για την Λαϊκή Κυριαρχία που στηρίζεται στα «προτάγματα» της Ελευθερίας, της Ισότητας και του Γενικού Συμφέροντος, αυτού που σήμερα αντιστοιχεί, περίπου, στο Δημόσιο Συμφέρον.  Το Γενικό Συμφέρον, προϊόν της Γενικής Βούλησης, υπερβαίνει το ατομικό και καθιστά εφικτή την ένωση και την ομαλή συμβίωση των μελών του κοινωνικού συνόλου δια της αντίστοιχης κατάλληλης πολιτικής του οργάνωσης.  Παραλλήλως προς την επιρροή που άσκησε πάνω του, όπως προεκτέθηκε, ο βρετανικός «Εμπειρισμός» του David Hume, ο Kant, μέσω της πολιτικής και κοινωνικής θεώρησης του Jean-Jacques Rousseau, συνέλαβε την δική του θεώρηση περί του «συνανθρώπου» και του «κοινωνικού συνόλου», αξιοποιώντας στο έπακρο πρωτίστως τον ηθικό δεσμό ο οποίος πρέπει να υφίσταται μεταξύ των μελών του.  Ηθικό δεσμό που επιτρέπει να συνδυάζονται, καταλλήλως και αρμονικώς, η Ελευθερία κάθε μέλους του κοινωνικού συνόλου με την υποχρέωσή του να υπηρετεί το Γενικό Συμφέρον.  Κάπως έτσι στην «Ηθική» του Kant λειτουργεί το «δίπολο» «Ελευθερία»  και «Υποταγή» -κατά το οποίο ο Άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ούτε απολύτως ελεύθερος αλλά ούτε και απολύτως υποταγμένος- με βασικό πλεονέκτημα της προσέγγισης αυτής ότι είναι η «αυτοδέσμευση» του Ανθρώπου που θεμελιώνει την Ελευθερία του, ενώ κάθε «ετερονομία» εν προκειμένω την καταπνίγει.  Τούτο «συμπυκνώνει» επαρκώς την όλη συμβολή του Kant στην εξέλιξη της έννοιας της «Ελευθερίας» όπως είχε ήδη διαμορφωθεί στο πλαίσιο του Διαφωτισμού και, επέκεινα, στην πορεία οικοδόμησης της φιλελεύθερης  Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως εγγύησης της Ελευθερίας και της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
  2. Τις κατά τ’ ανωτέρω περί «Ελευθερίας» θέσεις του Kant ολοκληρώνουν οι θέσεις του εκείνες, οι οποίες εντάσσονται περισσότερο στο πλαίσιο της πρακτικής φιλοσοφικής του σκέψης.

α) Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό η «Ελευθερία» συνδέεται αρρήκτως με τον «Ορθό Λόγο». Υπό την έννοια ότι μια από τις θεμελιώδεις συνιστώσες του είναι εκείνη, η οποία καταδεικνύει την ικανότητα του Ανθρώπου να καθοδηγείται από τον «Ορθό Λόγο».  Γι’ αυτό και κατά τον Kant ελεύθερος είναι εκείνος, ο οποίος υπακούει στον «νόμο» που ο ίδιος, ως έλλογο ον, έχει επιβάλει στον εαυτό του καθοδηγούμενος από τον «Ορθό Λόγο».

α1) Κατά τούτο η «Ελευθερία» συνίσταται τόσο στην επιλογή του «νόμου», που καθορίζει την συμπεριφορά του φορέα της, όσο και στην λήψη της απόφασης για την συνεπή και απαρέγκλιτη εφαρμογή του στην πράξη, πάντοτε σύμφωνα με τις επιταγές του «Ορθού Λόγου».  Εν τέλει, κατά τον Kant η «Ελευθερία» «συγκροτείται» από τον συνδυασμό της διάθεσης και της ικανότητας αναφορικά με την επιτέλεση του καθήκοντος που έχει ως «πηγή» του τον «Ορθό Λόγο».  Και για την ακρίβεια του καθήκοντος, το οποίο ο «Ορθός Λόγος» υπαγορεύει στην θέληση και το οποίο, κατ’ «ηθική επιταγή», μετουσιώνεται και σε κίνητρο της όλης συμπεριφοράς του φορέα της «Ελευθερίας». Με τον τρόπο αυτό, ο κατά τον Kant «Πρακτικός Λόγος» οδηγεί στην διαμόρφωση κανόνων με την μορφή «καθηκόντων». Γεγονός το οποίο φέρνει την φιλοσοφική του σκέψη κοντά στην διαδικασία της νομοθέτησης, καθ’ ο μέτρο οι προαναφερόμενοι κανόνες μπορεί να περιβάλλονται και τον τύπο του «θεσμικού νόμου», ο οποίος δια της κανονιστικής οδού επιβάλλει, αντιστοίχως, καθήκοντα και ανάλογες συμπεριφορές εκπλήρωσής τους.

α2) Αυτή η προσέγγιση της «Ελευθερίας»  αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, και την μεγάλη απόσταση που χωρίζει την φιλοσοφική σκέψη του Kant π.χ. από την Επικούρεια ή και την Στωική Φιλοσοφία: Το υποκείμενο δεν χρησιμοποιεί την ελεύθερη βούλησή του για την επίτευξη της «ευτυχίας» ή της «αλυπίας», αφού τούτο ανάγεται και ανήκει στην σφαίρα του ενστίκτου.  Η ελεύθερη βούληση -επομένως η «Ελευθερία»- «εξ ορισμού» κατατείνει στην επιτέλεση του καθήκοντος, επιβάλλοντας την αρχή ότι το υποκείμενο πρέπει να πράττει με «δείκτη πορείας» όχι την προδιάθεση, αλλά την επιτέλεση επιβεβλημένου χρέους. Καταληκτικώς, κατά τον Kant ο Άνθρωπος, για να πράξει σύμφωνα με τις επιταγές της «Ηθικής», πρέπει να αισθάνεται ελεύθερος.  Και η «Ελευθερία» του εστιάζεται κυρίως στο ότι δεν είναι εντελώς εντεταγμένος στο «περιβάλλον» της αιτιότητας, επειδή μετέχει και σ’ ένα «υπερβατολογικό περιβάλλον», εντός του οποίου δεν ισχύει η αρχή της αιτιότητας -άρα δεν ισχύουν οι αιτιώδεις νόμοι του φυσικού κόσμου- αλλά οι νόμοι της «Ηθικής»» και του «Πρακτικού Λόγου».

β) Αυτή η σύνθετη θεώρηση της έννοιας της «Ελευθερίας», η οποία καλύπτει το σύνολο του «διανύσματος» μεταξύ καθορισμού του «νόμου» της συμπεριφοράς και ολοκληρωμένης εφαρμογής του στην πράξη, με γνώμονα το καθήκον που «πηγάζει» από τον «Ορθό Λόγο», τεκμηριώνει μ’ ενάργεια και το πόσο ο εν προκειμένω φιλοσοφικός στοχασμός του Kant συνέβαλε στην μεταγενέστερη εδραίωσή της ως θεμελιώδους θεσμικής αντηρίδας της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

β1) Και τούτο διότι, όπως έχει αποδείξει η πορεία της φιλοσοφικής, πολιτικής και νομικής σκέψης, η έννοια της Ελευθερίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, δεν είναι μονοσήμαντη.  Αυτό συνάγεται από το ότι η Ελευθερία, μέσ’ από  αυτό το πρίσμα, μπορεί να εξετασθεί υπό δύο, τουλάχιστον, επόψεις: Πρώτον, εκείνη που την συλλαμβάνει ως αμιγώς εσωτερική νοητική διαδικασία, δια της οποίας ο φορέας της οδηγείται κάθε φορά στην λήψη απόφασης για το τι πρέπει να πράξει, κατ’ ελεύθερη επιλογή.  Πρόκειται για μιαν «εσωστρεφή» και, κατ’ αποτέλεσμα, «εσωτερικευμένη» νοητική διαδικασία, η οποία προηγείται της εξωτερίκευσης της απόφασης και της ενεργοποίησης της πραγμάτωσής της.  Υπό τα δεδομένα αυτά η κατά τ’ ανωτέρω «Ελευθερία» θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «ενδοσκοπική».

β2) Σε αντίστιξη προς την «ενδοσκοπική» σύλληψή της, υπό δεύτερη έποψη η «Ελευθερία» πρέπει ν’ αναλυθεί ως πραγμάτωση των αποφάσεων, στις οποίες ο φορέας της έχει καταλήξει κατά το πρότερο, εσωστρεφές και εσωτερικευμένο, στάδιο.  Η ως άνω εκδοχή της θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «εξωστρεφής».  Είναι δε αυτή, όπως καθίσταται προφανές, η οποία έχει μεγαλύτερη θεωρητική αλλά και πρακτική σημασία στο πλαίσιο της έρευνας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως εγγύησης της Ελευθερίας. Και τούτο διότι οι μηχανισμοί της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ενεργοποιούνται ιδίως για να προστατεύσουν την εκδήλωση της Ελευθερίας στην πράξη, με την μορφή της πραγμάτωσης των αποφάσεων που έχει λάβει ο φορέας της.  Πλην όμως είναι αυτονόητο ότι, για την κατανόηση των βασικών χαρακτηριστικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, οι δύο κατά τ’ ανωτέρω έννοιες της Ελευθερίας, η «ενδοσκοπική» και η «εξωστρεφής», πρέπει να εξετασθούν συνδυαστικώς, ως αλληλοσυμπληρούμενες. Αφού η υπό όρους «εξωστρέφειας» σύλληψη της Ελευθερίας θα ήταν ελλιπής δίχως την έρευνα του προηγούμενου σταδίου της «κυοφορίας» της, ήτοι του σταδίου της «ενδοσκοπικής» διεργασίας της λειτουργίας της. Πέραν δε τούτου, η αλήθεια είναι ότι συγκεκριμένα δικαιώματα, τα οποία εγγυάται το καθεστώς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας για την άσκηση της Ελευθερίας, έχουν ως στόχο, αμέσως ή εμμέσως, την προστασία και της Ελευθερίας της βούλησης, καθ’ όλο το στάδιο ως την λήψη μιας απόφασης, δηλαδή και το στάδιο της «εσωστρέφειας».

  1. Ο «Ηθικός Νόμος» του Kant, για τον οποίο έγινε λόγος προηγουμένως, αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας εν εκτάσει στον φιλοσοφικό του στοχασμό με την μορφή της «κατηγορικής προσταγής», η οποία έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα της στην Φιλοσοφία γενικότερα.

α) Κατ’ αρχάς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι υπό την μορφή που την καθιερώνει και την αποδέχεται ο Kant η «κατηγορική προσταγή» εμφανίζεται «τρισδιάστατη»: Πρώτον, είναι υποχρεωτική, με την έννοια ότι πρέπει να διαμορφώνεται από το υποκείμενο άνευ όρων και εκτός της συγκυρίας καθώς και, συνακόλουθα, εκτός των εμπειρικών καταστάσεων και δεδομένων.  Δεύτερον, η «κατηγορική προσταγή» συμπεριλαμβάνει την Ελευθερία, δοθέντος ότι το υποκείμενό της είναι εκείνο το οποίο την επιβάλλει στον εαυτό του και εν συνεχεία εκδηλώνει την βούλησή του να την εκπληρώσει, και μάλιστα στο ακέραιο.  Και, τρίτον, η «κατηγορική προσταγή» είναι «a priori», λαμβανομένου υπόψη ότι εξαρτάται καθ’ ολοκληρίαν από τον «Λόγο» και όχι από την όποια ιδιομορφία της ανθρώπινης φύσης ή από τις αντιλήψεις της εμπειρίας.

β) Στο έργο του Kant η «κατηγορική προσταγή», διατηρώντας βεβαίως τον ως άνω «σκληρό πυρήνα» της, εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές.  Αρκεί να τονισθεί εδώ ότι ορισμένοι μελετητές του απαριθμούν και πέντε.  Για τις ανάγκες της ανάλυσης που αφορά την σχέση του καντιανού φιλοσοφικού στοχασμού με τους θεσμούς της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ιδιαίτερη σημασία και ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξής τρεις:

β1) Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή -που είναι και η πιο γνωστή και διαδεδομένη- η «κατηγορική προσταγή» επιβάλλει «να πράττεις με τέτοιο τρόπο, ως εάν η αρχή που αποτελεί τον οδηγό της δράσης σου να ήταν εφικτό να καταστεί, μέσω της ελεύθερης βούλησής σου, καθολικός νόμος». Αυτή η πρώτη εκδοχή αποκτά το ουσιαστικό νόημά της μέσ’ από δύο, κυρίως, χαρακτηριστικά της: Πρώτον, αφορά ευθέως αυτό τούτο το υποκείμενό της, και συγκεκριμένα την ελεύθερη βούλησή του -άρα την συνείδησή του- και όχι τις συνέπειες της πράξης που απορρέει από το «δέον» της «κατηγορικής προσταγής».  Και, δεύτερον, η μετατροπή της σε «καθολικό νόμο» προϋποθέτει ότι δεν ενέχει αντιφάσεις και, ειδικότερα, δεν έχει «λογική» και «βουλητική» αντίφαση.  Ήτοι από την μια πλευρά δεν ενέχει εγγενή «εσωτερική» αντίφαση, η οποία την καθιστά μη λογική κατά την υπόστασή της.  Και, από την άλλη πλευρά, δεν ενέχει αντίφαση ως προς την πρόθεση της «παγκοσμιοποίησής» της και, κατ’ αποτέλεσμα, ως προς την «παγκοσμιοποίησή» της αυτή καθ’ εαυτή.

β2) Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, η «κατηγορική προσταγή» επιβάλλει «να πράττεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να εκλαμβάνεις την Ανθρωπότητα, σε ό,τι αφορά τον εαυτό σου αλλά και κάθε συνάνθρωπό σου, πάντοτε ως σκοπό και όχι ως απλό μέσο». Είναι προφανές ότι αυτή η εκδοχή δεν αφορά τόσο το υποκείμενο της «κατηγορικής προσταγής», όσο την σχέση του με τον συνάνθρωπο στο πεδίο ενός οργανωμένου κοινωνικού συνόλου, έτσι ώστε να είναι εφικτή η «παγκοσμιοποίησή» της.  Όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα στην συνέχεια, η δεύτερη αυτή εκδοχή της «κατηγορικής προσταγής» εμφανίζει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την πρώτη για την επιρροή του φιλοσοφικού στοχασμού του Kant στην εμπέδωση των θεσμών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, και πρωτίστως στους θεσμούς της εκείνους που αφορούν τον Κανόνα Δικαίου, το Κράτος Δικαίου και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι, κατ’ ουσία, μέσω αυτής της εκδοχής της «κατηγορικής προσταγής» ο Kant μας εισάγει στο κατ’ αυτόν «Βασίλειο των Σκοπών».  Εκεί όπου ο Άνθρωπος συμβιώνει με τους ομοίους του –«εν κοινωνία» -υπό όρους Ελευθερίας αλλά και αλληλοσεβασμού. Με βασικό συνεκτικό δεσμό την αποδοχή και εφαρμογή κοινών νόμων, οι οποίοι διασφαλίζουν τόσο την εφαρμογή στην πράξη της Αρχής της Ισότητας -υπό την αναλογική της έννοια, που σημαίνει ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων αλλά και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων- όσο και τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του άλλου.

β3) Σύμφωνα με την τρίτη εκδοχή, η «κατηγορική προσταγή» επιβάλλει «να πράττεις με τέτοιο τρόπο, ώστε η θέλησή σου να φθάνει έως το επίπεδο θέσπισης ενός παγκόσμιου νόμου». Αυτή η τρίτη εκδοχή υπερβαίνει αλλά και συμπληρώνει τις δύο άλλες, κυρίως στο μέτρο που κατατείνει σε μια σύλληψη της έννοιας της θέλησης, η οποία την οδηγεί έως το «απώτατο όριο» της θέσπισης νόμων που η καθολικότητά τους αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο καθίσταται εμφανές ότι η προαναφερόμενη τρίτη εκδοχή της «κατηγορικής προσταγής» καθιστά ακόμη πιο ευχερή την σύνδεση του φιλοσοφικού στοχασμού του Kant με τους εν γένει θεσμούς της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας σε διεθνή πλέον κλίμακα, και κυρίως με εκείνους που αφορούν τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι, όπως θα τονισθεί πιο αναλυτικά στον οικείο τόπο, συνάδει με την σύγχρονη τάση κατοχύρωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όχι μόνο μέσω των κανόνων δικαίου κάθε συγκεκριμένης Έννομης Τάξης αλλά και μέσω των κανόνων δικαίου του Διεθνούς Δικαίου, οι οποίοι συνθέτουν το κανονιστικό «σύμπλεγμα» της Διεθνούς Νομιμότητας.  Γεγονός το οποίο συμβάλλει ουσιωδώς και στην διεθνή κανονιστική «καταξίωση» των εν γένει αρχών και αξιών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

ΙΙ. Οι περί Ελευθερίας φιλοσοφικές σκέψεις του Kant και η πορεία εξέλιξης των θεσμών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας[10]

    Επισκοπώντας την πορεία εξέλιξης των θεσμών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, με γνώμονα την κοινώς αποδεκτή θέση ότι, κατά τον πυρήνα της, συνιστά εκείνο το σύστημα πολιτειακής και πολιτικής οργάνωσης που εγγυάται, πρωτίστως, την εφαρμογή της Ελευθερίας στην πράξη και, επέκεινα, την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποβαίνει δυνατή και πολλαπλώς χρήσιμη η ανάδειξη της επί της ως άνω εξέλιξης επιρροής της φιλοσοφικής σκέψης του Kant. Για λόγους καθαρώς συστηματικούς -διότι προφανώς η ουσία της επιρροής αυτής είναι, οιονεί εξ ορισμού, σύνθετη- ερευνάται στην συνέχεια, φυσικά εν συνόψει, η επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης του Kant διαδοχικώς σε ό,τι αφορά πρώτον, την Ελευθερία αυτή καθ’ εαυτή, δεύτερον την Δημοκρατία ιδίως ως προς την ειδικότερη υφή της Δημοκρατικής Αρχής, τρίτον, τον Κανόνα Δικαίου ως «αντηρίδα» του Κράτους Δικαίου, της Αρχής της Νομιμότητας και του Δημόσιου Συμφέροντος και, τέταρτον, την φύση καθώς και τα όρια της άσκησης των Θεμελιωδών  Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Α. Η Ελευθερία ως «ακρογωνιαίος λίθος» της θεσμικής και πολιτικής ιδιοσυστασίας της φιλελεύθερης Αντιπρο-σωπευτικής Δημοκρατίας

    Όπως ήδη επεξηγήθηκε, στην φιλοσοφική σκέψη του Kant, πάντοτε σε συνδυασμό με την περί Διαφωτισμού άποψή του, η Ελευθερία «συμπορεύεται» με την «Ηθική», ιδίως ως προς την λειτουργία του «διπόλου» «Ελευθερία» και «Υποταγή».  Υπό την έννοια αυτή η κοινωνική συνύπαρξη, εντός του οργανωμένου κοινωνικού συνόλου, επιβάλλει την αρχή ότι ο Άνθρωπος δεν είναι ούτε απολύτως ελεύθερος ούτε απολύτως υποταγμένος, δοθέντος ότι η ελεύθερη βούληση οφείλει να κατατείνει στην επιτέλεση του καθήκοντος, κυρίως με την μορφή που αυτό λαμβάνει όταν επικεντρώνεται στο χρέος του μέλους του κοινωνικού συνόλου να θέτει τον εαυτό του στην υπηρεσία του «Γενικού» -άλλως Δημόσιου- «Συμφέροντος».  Η εν προκειμένω φιλοσοφική σκέψη του Kant συνυπάρχει «αρμονικώς» με τις βασικές περί Ελευθερίας αντιλήψεις ορισμένων από τους πιο σημαντικούς πρωτοπόρους θεωρητικούς του όλου θεσμικού και πολιτικού «οικοδομήματος» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας                                          -προγενέστερων ή μη του Kant- όπως προκύπτει και από τ’ ακόλουθα:

  1. Από τους προγενέστερους του Kant, ξεχωρίζει η περί Ελευθερίας και των ορίων της, κατά την άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θεώρηση των:

α) John Locke[11]. Ο οποίος σηματοδοτεί το «λυκαυγές» του Φιλελευθερισμού, ως εμβληματικού χαρακτηριστικού της «αναδυόμενης» τότε Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

α1) Κατά τον Locke, υπό την επιρροή και του Αριστοτέλους, ο Άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό ον, άρα φύσει μέλος ενός ορισμένου κοινωνικού συνόλου, με στόχο την ελεύθερη ανάπτυξη οικονομικής δραστηριότητας για την απόκτηση των αναγκαίων αγαθών και για την εντεύθεν ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.  Εξ ου και η έμφαση του Locke στο δικαίωμα που αφορά την, lato sensu, ιδιοκτησία.  Επέκεινα, αποκλειστικός σκοπός της δημιουργίας -και μέσω αυτού της νομιμοποίησης- της κρατικής εξουσίας είναι η εγγύηση της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ουσιαστικώς δε του δικαιώματος στην Ιδιοκτησία.

α2) Ο ως άνω σκοπός συνιστά έτσι θεμέλιο αλλά και όριο της κρατικής εξουσίας.  Όριο το οποίο αφορά όλους τους κρατικούς θεσμούς, πρωτίστως δε τον νομοθέτη.  Με την έννοια ότι η Νομοθετική Εξουσία μπορεί να παρεμβαίνει θεσμικώς -και ειδικότερα κανονιστικώς- μόνο μέσω γενικών και απρόσωπων ρυθμίσεων, οι οποίες πρέπει να γίνονται, δια της κατάλληλης δημοσιοποίησης, γνωστές σε όλους και να παραμένουν, κατά το δυνατόν, σταθερές ως προς την εφαρμογή τους.  Η ως άνω θέσπιση ορίων στην κοινωνική δράση της Νομοθετικής Εξουσίας αποσκοπεί και στην εμπέδωση της Αρχής της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια και όχι υπό όρους «ισοπεδωτικής» μεταχείρισης η οποία, όλως αντιθέτως, κατατείνει στην αλλοίωση της Ελευθερίας και στην πλήρη συρρίκνωση του «πυρήνα» των δικαιωμάτων.

 

β) Charles-Louis de Secondat, Baron de la Brède et de Montesquieu[12].  Το έργο του οποίου συνέβαλε πολλαπλώς στην προώθηση των «συντεταγμένων», θεσμικών και πολιτικών, της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αναλύοντας, μεταξύ άλλων, και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα καθεστώς με δημοκρατική-σε γενικές γραμμές- δομή και λειτουργία, προκειμένου να εγγυηθεί αποτελεσματικώς την άσκηση της Ελευθερίας στην πράξη.

β1) Στην σκέψη του Montesquieu, η «εξωστρεφής» έννοια της Ελευθερίας προσδιορίζεται, σε γενικές βεβαίως γραμμές, ως η κατάσταση εκείνη, μέσα από την οποία καθένας μπορεί ν’ απολαμβάνει την ασφάλειά του για να δημιουργήσει αναπτύσσοντας την προσωπικότητά του.  Μπορεί η σκέψη του Montesquieu να μην έφθασε ως την ολοκληρωμένη σύλληψη των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, κατά την αναζήτηση των μέσων υπεράσπισης της Ελευθερίας από την «επιδρομή» του δεσποτικού απολυταρχισμού της γαλλικής μοναρχίας.  Πλην όμως άγγιξε τα θεσμικά της «κράσπεδα» αποκαλύπτοντας τις εγγυήσεις εκείνες, οι οποίες, υπό όρους κανονιστικών ρυθμίσεων που συνεπάγονται κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασής τους, είναι σε θέση να υπερασπισθούν αποτελεσματικώς την Ελευθερία από τις «δεσποτικές επιδρομές» εναντίον της.  Πρόκειται για εγγυήσεις οι οποίες, στην συνέχεια, έγιναν αναπόσπαστο μέρος των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως πρόσφορες διαδικασίες θωράκισης της Ελευθερίας.

β2) Κατά τον Montesquieu, κορυφαία εγγύηση υπέρ της Ελευθερίας είναι ο νόμος.  Και αν οι αναλύσεις του Montesquieu δεν επεκτάθηκαν στην δημοκρατική καταγωγή και στην αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποίηση του «Νόμου», ουδείς μπορεί να υποτιμήσει την ουσιαστική συμβολή του στον προσδιορισμό των θεμελίων της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μέσω της οξυδερκούς ανάλυσης των βασικών κανονιστικών χαρακτηριστικών του νόμου, ως πλήρους κανόνα δικαίου.  Ήτοι ως lex perfecta η οποία, εκ φύσεως, συνεπάγεται την λειτουργία κυρωτικών μηχανισμών, σε περίπτωση παραβίασης των ρυθμίσεών του, έναντι οιουδήποτε, ιδίως έναντι της κρατικής εξουσίας.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σκέψη του Montesquieu οδήγησε στην μελλοντική υιοθέτηση και εδραίωση του Κράτους Δικαίου, δηλαδή του Κράτους που, δια της Αρχής της Νομιμότητας, καθιερώνει τον κανόνα ότι τα κάθε είδους όργανά του δρουν μόνον εντός του πεδίου της κανονιστικώς οριοθετημένης αρμοδιότητάς τους, την οποία δεν μπορούν να υπερβούν δίχως την επιβολή των, εξίσου κανονιστικώς θεσπισμένων, κυρώσεων.  Όταν, πλέον, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία εδραιώθηκε, ως διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας «χρωστούσε», υπό τ’ ανωτέρω δεδομένα, στο έργο του Montesquieu ένα από τα εμβληματικά της «θεσμικά αντίβαρα» που διασφαλίζουν την δημοκρατική οργάνωση και λειτουργία της κρατικής δραστηριότητας.  Αυτή η θεώρηση στο έργο του Montesquieu πήρε τις οριστικές της -ακόμη πιο εντυπωσιακές από πλευράς θεωρητικής «ενόρασης»– διαστάσεις, μέσω της θεωρίας του αναφορικά με την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, ήτοι την διάκριση μεταξύ Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής Εξουσίας.  Από την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών ο Montesquieu διατύπωσε το θεωρητικό του «δόγμα» περί πλήρους -με την έννοια του αυστηρού- θεσμικού διαχωρισμού μεταξύ τους, λόγω της αμοιβαίας «ισοτιμίας» τους, ως το σημείο της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ τους, δηλαδή ως το σημείο της απαγόρευσης οιασδήποτε μορφής «διασταύρωσής» τους.  Αλλά είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, έστω και εμμέσως, ο Montesquieu οδηγήθηκε σταδιακώς σ’ ένα είδος «σχετικοποίησης» της απόλυτης διατύπωσης της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, όταν περιέγραψε τα βασικά χαρακτηριστικά της Δικαστικής Εξουσίας, αναγνωρίζοντάς της ένα είδος «πρωτείου» που της ανήκει εξ ορισμού: Το «πρωτείο» του κυρωτικού εκείνου μηχανισμού, ο οποίος ναι μεν δεν κατέχει θεσμικώς υπέρτερη θέση σε σχέση με τις άλλες δύο Εξουσίες, την Νομοθετική και την Εκτελεστική, πλην όμως είναι ο μόνος που έχει το «προνόμιο» να τις ελέγχει, επιβάλλοντας και τις προβλεπόμενες κυρώσεις, όταν αυτές λειτουργούν εκτός του κανονιστικού πλαισίου το οποίο τους έχει προδιαγράψει ο νόμος.  Με αυτό τον τρόπο, το έργο του Montesquieu συμπληρώνει και ολοκληρώνει την ανεκτίμητη συνεισφορά του στην θεωρία των «θεσμικών αντιβάρων», τα οποία καθιστούν την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία αποτελεσματική διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας.

  1. Από τους, περίπου, σύγχρονους του Kant, ξεχωρίζει, και πάλι σε ό,τι αφορά την Ελευθερία και τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου, η θεώρηση των:

α) Ο Henri- Benjamin Constant de Rebecque[13].  Στο έργο του, κορυφαία θέση κατέχει η ανάλυση για το τι σημαίνει ο όρος «Ελευθερία» και ποιοι είναι οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν εναντίον της, με τρόπο ώστε να καταλήγει σε μια «νεωτερική» αντίληψη περί αυτής, εντεταγμένη με συνέπεια στο κοινωνικό θεωρητικό πλαίσιο του Φιλελευθερισμού και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

α1) Κατά τον Constant, η Ελευθερία συνίσταται, κατά βάση, στην ειρηνική απόλαυση της ιδιωτικής ανεξαρτησίας του φορέα της. Πρόκειται για μια οιονεί «αμυντική» θεώρηση της Ελευθερίας, πλήρως προσαρμοσμένη στα προτάγματα των πρωτοεμφανιζόμενων τότε «Ατομικών Δικαιωμάτων», μέσ’ από την Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της Γαλλικής Επανάστασης του 1789.  Ο Constant συμπληρώνει την περί Ελευθερίας θεωρία του, επισημαίνοντας τον κυριότερο κίνδυνο που την απειλεί. Είναι, σε γενικές γραμμές, ο κίνδυνος του εφησυχασμού μπροστά στην απόλαυση μιας καθημερινότητας, το βαρύ τίμημα της οποίας είναι η εκούσια, πλην εντελώς «υποδόρια», αποποίηση του δικαιώματος συμμετοχής στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.  Διότι η τελευταία έχει την, σχεδόν «έμφυτη», τάση ν’ αποξενώνει τον φορέα της Ελευθερίας -και των εξ αυτής ατομικών δικαιωμάτων- από την συμμετοχή και τον έλεγχο κατά την άσκησή της, με «αντάλλαγμα» την ικανοποίηση των ιδιωτικών συμφερόντων του μέσα σε συνθήκες ειρηνικής διαβίωσης.

α2) Ακολουθώντας αυτούς τους διαύλους ανάλυσης της Ελευθερίας, ο Constant αποκαλύπτει -με τρόπο σχεδόν «προφητικό», σε σχέση με την όλη μελλοντική εξέλιξη των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας- και μιαν άλλη, εξαιρετικά σημαντική ως την εποχή μας, πτυχή της Ελευθερίας, εν μέρει «συμπλέοντας» κατά τούτο με τον Kant.  Πρόκειται για την πτυχή της «ευθύνης», η οποία είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με την Ελευθερία, ως ειρηνική απόλαυση της ιδιωτικής ανεξαρτησίας του φορέα της, κατά τ’ ανωτέρω. Και η «ευθύνη» αυτή έγκειται στο ότι ο φορέας της Ελευθερίας δεν πρέπει να εφησυχάζει, αλλά εν ονόματί της έχει χρέος να συμμετέχει στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας και να την ελέγχει.  Ο έλεγχος αυτός, πάντοτε στο πλαίσιο της ορθολογικής λειτουργίας των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, πρέπει να έχει έναν διπλό στόχο:  Πριν απ’ όλα τον στόχο του να υποχρεωθούν οι κυβερνώντες ν’ ασκούν την πολιτική εξουσία, η οποία τους έχει ανατεθεί μέσω των μηχανισμών της αντιπροσώπευσης, υπό όρους νομιμότητας και δικαιοσύνης.  Και, δεύτερον, τον στόχο διαφύλαξης του πεδίου της Ελευθερίας καθενός από την αυθαίρετη επέμβαση σε αυτό εκείνων που διαχειρίζονται την πολιτική εξουσία.

β) Ο Alexis-Charles-Henri Clérel, compte de Tocqueville[14]. O, «δάνειος» εν πολλοίς από την θεσμική και πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ, εμπλουτισμός των αντίστοιχων θεσμικών και πολιτικών «προταγμάτων» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας από τον de Tocqueville «συμβαδίζει» με τον αντίστοιχο εν προκειμένω -όπως αναλύθηκε προηγουμένως- φιλοσοφικό στοχασμό του Kant περί Ελευθερίας, κυρίως σε ό,τι αφορά αφενός την ανάγκη λειτουργίας μηχανισμών για την προστασία της από κάθε αυθαίρετο περιορισμό της.  Και, αφετέρου, την ανάγκη αποτελεσματικής λειτουργίας της Αρχής της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια, για την διασφάλιση της συνοχής του κάθε κοινωνικού συνόλου και, συνακόλουθα, της αρμονικής συμβίωσης των μελών του.

β1) Ως προς τους αυθαίρετους περιορισμούς της Ελευθερίας, ιδιαίτερη σημασία εμφανίζουν τα εξής συμπεράσματα του de Tocqueville: Η Ελευθερία, ως αναντικατάστατη  αρχή και αξία προορισμένη να διασφαλίσει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του φορέα της, είναι «εύθραυστο» αγαθό.  Καίτοι εμφανίζεται ως αυτονόητη κατάσταση για ένα δημοκρατικώς οργανωμένο Κράτος, οι κίνδυνοι που την απειλούν είναι πολλοί και, σε αρκετές τουλάχιστον περιπτώσεις, δυσδιάκριτοι.  Η άμυνα εναντίον των κινδύνων αυτών συνιστά conditio sine qua non για την υπεράσπιση της Ελευθερίας, κάτι όμως το οποίο προϋποθέτει την ανάδειξή τους, ώστε η αντιμετώπισή τους να είναι αποτελεσματική.  Η Ελευθερία υπονομεύεται επικίνδυνα από την «τυραννία» της πλειοψηφίας. Η πραγματική Δημοκρατία, ήτοι η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, πρέπει να διαθέτει τ’ αναγκαία «θεσμικά αντίβαρα», ώστε η πλειοψηφία να μην είναι «παντοδύναμη» επιβάλλοντας, δίχως έλεγχο, τις αποφάσεις της στην μειοψηφία.  Και, αντιστρόφως, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία πρέπει να παρέχει στην μειοψηφία τ’ αναγκαία μέσα ελέγχου της πλειοψηφίας.  Υπό διαφορετική εκδοχή, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία χάνει ένα από τα θεμελιώδη πλεονεκτήματα, τα οποία διασφαλίζουν την υπεροχή της απέναντι στην Άμεση Δημοκρατία.  Η οποία ναι μεν διαθέτει το δημοκρατικό πλεονέκτημα της ευθείας συμμετοχής των πολιτών στην εκλογή των κυβερνώντων, πλην όμως «χωλαίνει» δημοκρατικώς, ως στερούμενη επαρκών «θεσμικών αντιβάρων», διότι από την στιγμή που η εκλεγμένη ηγεσία αποφασίζει δεν υφίστανται, έστω και καθ’ υποφοράν, δικαιώματα της μειοψηφίας και, συνακόλουθα, έλεγχος της πλειοψηφίας.

β2) Ως προς δε την Αρχή της Ισότητας και την εδραίωση της αποτελεσματικής εφαρμογής της στην `πράξη για την θωράκιση της συνοχής του κοινωνικού συνόλου, ο de Tocqueville επισημαίνει τους άκρως υπονομευτικούς κινδύνους της «ισοπεδωτικής ισότητας» που αποδυναμώνουν τον, σύμφυτο με την θεσμική και πολιτική της υπόσταση, αναλογικό χαρακτήρα της. Στην σκέψη  του de Tocqueville η Ισότητα, ως ουσιώδες στοιχείο της Ελευθερίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, νοείται υπό την αναλογική της έννοια.  Ήτοι την έννοια, η οποία -υπό τα σύγχρονα δεδομένα της, όπως προεκτέθηκε- σημαίνει ίση μεταχείριση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και άνιση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων.  Άρα η Ισότητα, υπό τ’ ανωτέρω διακριτικά της γνωρίσματα, αναιρείται όταν μεταπίπτει σε κατάσταση ίσης μεταχείρισης ουσιωδώς ανόμοιων καταστάσεων ή και άνισης μεταχείρισης ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων.  Μια τέτοια εφαρμογή της Αρχής της Ισότητας «ισοπεδώνει» την προσωπικότητα, μέσ’ από την αντίστοιχη δραματική συρρίκνωση του πεδίου της Ελευθερίας.  Συμπερασματικώς, η «ισοπεδωτική» ισότητα ουδόλως συμβιβάζεται με το πραγματικό νόημα της Ελευθερίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, καθώς η τελευταία ρέπει προς τον δεσποτισμό και χάνει τα βασικά δημοκρατικά της χαρακτηριστικά.

Β. Η Δημοκρατική Αρχή  ως θεμελιώδης «αντηρίδα» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

Όπως συνάγεται από τα όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, η φιλοσοφική σκέψη του Kant επηρεάσθηκε εντόνως από το έργο του Jean-Jacques Rousseau σε ό,τι αφορά την σημασία της Λαϊκής Κυριαρχίας για την ρύθμιση της κοινωνικής συμβίωσης εντός οργανωμένου κοινωνικού συνόλου υπό όρους Ελευθερίας, Ισότητας και υπεράσπισης του «Γενικού» -άλλως Δημόσιου- «Συμφέροντος».  Κατά τούτο, η φιλοσοφική σκέψη του Kant, μέσω της Αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας -σε συνδυασμό με τις θέσεις του περί «Ηθικής»», άρα και περί του «διπόλου» «Ελευθερίας» και «Υποταγής» καθώς και περί εκπλήρωσης του «καθήκοντος» εντός των ορίων του «Γενικού Συμφέροντος»-  άσκησε, με την σειρά της, ουσιώδη επιρροή και στην καθιέρωση, δια της Δημοκρατικής Αρχής,  της Δημοκρατίας, ως θεμελιώδους «αντηρίδας» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Και αυτό διότι στο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της τελευταίας Δημοκρατία, Δημοκρατική Αρχή και Λαϊκή Κυριαρχία συνδέονται αρρήκτως, όπως συνάγεται και από τα εξής:

  1. Εκ φύσεως και εκ καταγωγής, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία είναι αντιστοίχως αρρήκτως, θεσμικώς και πολιτικώς, συνδεδεμένη με την Λαϊκή Κυριαρχία, στο μέτρο που οι πολιτειακές λειτουργίες, υπό το καθεστώς της αυθεντικής Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, έχουν ως στόχο την μέσω δημοκρατικών διαδικασιών πραγμάτωση των επιταγών της Λαϊκής Κυριαρχίας, υφ’ όλες της τις εκφάνσεις, πρωτίστως δε εκείνες, οι οποίες αφορούν την υπεράσπιση της Ελευθερίας. Το βασικό χαρακτηριστικό της Λαϊκής Κυριαρχίας συνίσταται στο ότι, με γνώμονα την Δημοκρατική Αρχή, αποτελεί πηγή κάθε εξουσίας. «Προάγγελος» μιας τέτοιας θεώρησης της Λαϊκής Κυριαρχίας υπήρξε ο Διαφωτισμός, οι εκπρόσωποι του οποίου διατύπωσαν την θέση ότι «κάθε εξουσία πηγάζει από τον Άνθρωπο».

α) Στο πεδίο των πολιτικών θεωριών, πρώτος ο Jean Jacques Rousseau, με το προμνημονευόμενο έργο του «Du Contrat Social», επιχείρησε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της έννοιας και του περιεχομένου της Λαϊκής Κυριαρχίας, η οποία μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Στο μέτρο που οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι, η κυριαρχία, ως προς την άσκηση της εξουσίας, ανήκει σε όλους εξίσου, άρα ανήκει στον Λαό.  Και όταν ο Λαός  παραχωρεί ορισμένες ελευθερίες στην κρατική εξουσία, τούτο μπορεί να συμβαίνει μόνον υπό τον όρο ότι αυτή του παρέχει, ως αντάλλαγμα, την προστασία όλων, ανεξαιρέτως, των λοιπών ελευθεριών.

α1) Επέκεινα, αυτό το θεωρητικό πρόπλασμα οδήγησε στην τελική διαμόρφωση της έννοιας της Λαϊκής Κυριαρχίας, όπως κατοχυρώνεται όπου εφαρμόζεται το σύστημα διακυβέρνησης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, αρχής γενομένης από τα Συντάγματα των ΗΠΑ και της Γαλλίας, μετά την Αμερικανική και την Γαλλική Επανάσταση, αντιστοίχως.  Το ισχύον Ελληνικό Σύνταγμα συνοψίζει αυτή την έννοια της Λαϊκής Κυριαρχίας με την ακόλουθη διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 3: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

α2) Από την ως άνω έννοια της Λαϊκής Κυριαρχίας, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, προκύπτει και  ο ευθύς δεσμός της με την Δημοκρατική Αρχή.  Και τούτο, διότι κατά την ουσία αυτής της έννοιας η Λαϊκή Κυριαρχία συνεπάγεται, αυτοθρόως, ότι αποκλειστικός φορέας της είναι ο Λαός.  Όταν δε -και καθ’ ο μέτρο- εκχωρείται από αυτόν προς την κρατική εξουσία, η εκχώρηση πρέπει να γίνεται με δημοκρατικές διαδικασίες, προκειμένου έτσι από την μια πλευρά αυτή να περιορίζεται κατά την άσκησή της. Και, από την άλλη πλευρά, να θωρακίζεται η απόλαυση της Ελευθερίας, μέσω της ακώλυτης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα οποία απορρέουν από αυτήν.

β) Τα όσα παρατέθηκαν εξηγούν ευχερώς και το γιατί, συνακόλουθα, η αποτελεσματική δημοκρατική πολιτειακή οργάνωση, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, προϋποθέτει, κατ’ ανεξαίρετο σχεδόν κανόνα, την θέσπιση και εφαρμογή τυπικού Συντάγματος, ως θεμελιώδους «Καταστατικού Χάρτη» άσκησης της κρατικής εξουσίας και εξίσου θεμελιώδους θεσμικής εγγύησης των κάθε είδους δικαιωμάτων.

β1) Πραγματικά, το τυπικό Σύνταγμα είναι κατά το μάλλον ή ήττον αυστηρό, με την έννοια ότι η αναθεώρησή του μπορεί να επέλθει μόνο μέσ’ από ειδικές διαδικασίες, οι οποίες διαφοροποιούνται, κατά πολύ, από εκείνες που αφορούν την τρέχουσα άσκηση της Νομοθετικής Εξουσίας.  Επιπροσθέτως, η αυξημένη κανονιστική ισχύς του τυπικού Συντάγματος επιβάλλει τον κανόνα ότι όλες, ανεξαιρέτως, οι πράξεις των κρατικών οργάνων πρέπει να εκδίδονται με τήρηση των διατάξεών του, ενώ σε περίπτωση παραβίασής τους ενεργοποιείται ο ειδικώς προβλεπόμενος και οργανωμένος έλεγχος συνταγματικότητας, με τις εντεύθεν θεσμοθετημένες κυρώσεις.

β2) Υπό τα δεδομένα αυτά, το τυπικό Σύνταγμα εμφανίζεται ως αποτελεσματική εγγύηση εφαρμογής στην πράξη των θεμελιωδών συνιστωσών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, οι οποίες αφορούν τόσο τους όρους άσκησης της κρατικής εξουσίας όσο και την θωράκιση της Ελευθερίας  και των εξ αυτής «καταγόμενων» Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Μεταξύ των εγγυήσεων τούτων, εξέχουσα θέση κατέχουν αφενός η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών δια της οποίας επιτυγχάνεται, εν τέλει, ο δημοκρατικός περιορισμός της κρατικής εξουσίας.  Και, αφετέρου, η Αρχή του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας, η οποία συνεπάγεται, σε γενικές βεβαίως γραμμές, ότι τόσον η άσκηση της κρατικής εξουσίας -κυρίως αυτή- όσο και η ιδιωτική πρωτοβουλία ρυθμίζονται από δημοκρατικώς θεσπισμένους κανόνες δικαίου, που η παραβίασή τους επισύρει τις προς τούτο προβλεπόμενες κυρώσεις.

  1. Η Αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας, εντός της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, έχει ως βασική προϋπόθεση σεβασμού της στην πράξη την ύπαρξη κανόνων δικαίου -και μάλιστα, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, θεσπισμένων μέσω τυπικού Συντάγματος- οι οποίοι διαγράφουν τους όρους και τις προϋποθέσεις τόσο της εκχώρησής της όσο και του ελέγχου του αν και κατά πόσον οι ως άνω όροι και προϋποθέσεις τηρούνται, ιδίως δια της οδού της αποτελεσματικής λειτουργίας των για τον σκοπό αυτό θεσπισμένων «θεσμικών αντιβάρων». Επιπροσθέτως δε κανόνων δικαίου, οι οποίοι εγγυώνται την ακώλυτη άσκηση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως εκφάνσεων της εν γένει Ελευθερίας.

α) Κατά πρώτο λόγο, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, ως διαδικασία τήρησης της Αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας, οργανώνει ειδικές θεσμικές εγγυήσεις, υπό τις οποίες επιτρέπεται η εκ μέρους του Λαού εκχώρησή της στους φορείς της κρατικής εξουσίας. Οι κατά τ’ ανωτέρω θεσμικές εγγυήσεις εκχώρησης της Λαϊκής Κυριαρχίας, σε όλο το φάσμα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, επιβάλλουν και τον κανόνα ότι μόνη αποδεκτή διαδικασία εκχώρησης είναι η οργάνωση δημοκρατικών εκλογών για την ανάδειξη των μελών των οικείων Αντιπροσωπευτικών Σωμάτων.  Εκλογών οι οποίες, για ν’ ανταποκρίνονται στις επιταγές της Δημοκρατικής Αρχής, πρέπει:

α1) Πρώτον, να διενεργούνται κατά τακτά χρονικά διαστήματα.  Διαστήματα, των οποίων η διάρκεια δεν μπορεί να είναι υπερμέτρως μεγάλη, επειδή όσο περισσότερο διαρκεί η εκχώρηση της Λαϊκής Κυριαρχίας τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι αυθαιρεσιών λόγω της, οιονεί «φυσικής», τάσης της κρατικής εξουσίας να υπερβαίνει τα θεσμικά όρια άσκησής της.

α2) Δεύτερον, να διενεργούνται με πλήρη σεβασμό τουλάχιστον  των αρχών αφενός της καθολικότητας της ψήφου, η οποία εγγυάται την όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή του Λαού στην άσκηση της Λαϊκής Κυριαρχίας.  Και, αφετέρου, της ισότητας της ψήφου, δοθέντος ότι η μη τήρηση της αρχής αυτής κατά την εκλογική διαδικασία «διαβρώνει», επικινδύνως, μεταξύ άλλων και την αρχή της καθολικότητας της ψήφου.

β) Όμως, οι θεσμικές εγγυήσεις εκχώρησης της Λαϊκής Κυριαρχίας, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, δεν εξαντλούνται στην δημοκρατική οργάνωση της κατά τ’ ανωτέρω διαδικασίας εκλογής των αντιπροσώπων-μελών των οικείων Αντιπροσωπευτικών Σωμάτων.  Επεκτείνεται και σε θεσμικές εγγυήσεις, οι οποίες διασφαλίζουν την ομαλή δημοκρατική άσκηση, εκ μέρους των εκλεγμένων αντιπροσώπων, του τμήματος εκείνου της Λαϊκής Κυριαρχίας το οποίο τους έχει εκχωρηθεί.  Και εδώ εντάσσονται κυρίως οι θεσμικές εγγυήσεις ελέγχου της Εκτελεστικής Εξουσίας από τα ως άνω Αντιπροσωπευτικά Σώματα, καθώς και οι θεσμικές εγγυήσεις που αποτρέπουν την «παντοδυναμία» της πλειοψηφίας.

β1) Πέραν της διαδικασίας εκλογής των μελών των Αντιπροσωπευτικών Σωμάτων και της λειτουργίας των αναγκαίων «θεσμικών αντιβάρων» εντός αυτών, η Αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας, πάντοτε στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, συνεπάγεται και την θέσπιση επαρκών θεσμικών εγγυήσεων, οι οποίες θέτουν αποτελεσματικούς φραγμούς στην κρατική εξουσία κατά τις επεμβάσεις της στο πεδίο της Ελευθερίας, άρα στο πεδίο άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Και τούτο διότι η εκ μέρους του Λαού άσκηση της Λαϊκής Κυριαρχίας, σ’ ένα δημοκρατικό καθεστώς αντιπροσώπευσης, επέρχεται -έστω και εν μέρει εμμέσως- και δια της αντίστοιχης άσκησης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εκ μέρους του φορέα τους, κατ’ εξοχήν δε των Πολιτικών Δικαιωμάτων.

β2)Μεταξύ των προαναφερόμενων «θεσμικών αντιβάρων» βαρύνουσα σημασία έχουν εν προκειμένω -και όπως προεκτέθηκε- κυρίως τα εξής:  Πρώτον, η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.  Αρχή η οποία αποτρέπει το φαινόμενο της άσκησης μιας Εξουσίας εις βάρος της άλλης, σύμφωνα με τους κανόνες αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας, τους οποίους καθιερώνει το Σύνταγμα.  Με τον τρόπο αυτό, π.χ., η Εκτελεστική Εξουσία δεν μπορεί να επεμβαίνει στο πεδίο άσκησης των δικαιωμάτων εκτός των ορίων νομιμότητας που θέτει η Νομοθετική Εξουσία.  Ενώ η Δικαστική Εξουσία αποτελεί «ασφαλιστική δικλείδα», μέσω της άσκησης της δικαιοδοτικής της λειτουργίας υπό τις εγγυήσεις της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών οργάνων, επειδή αποτρέπει τις εκ μέρους των δύο άλλων Εξουσιών -της Νομοθετικής και της Εκτελεστικής- αυθαίρετες επεμβάσεις κατά την άσκηση των δικαιωμάτων. Και, δεύτερον, η Αρχή του Κράτους Δικαίου και της Νομιμότητας. Αρχές οι οποίες, όπως συνάγεται από τα όσα ήδη διευκρινίσθηκαν, κατ’ ουσία «κατάγονται» από την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.  Με την έννοια ότι την εξειδικεύoυν στο συγκεκριμένο πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων δικαίου, τους οποίους καθιερώνει η Έννομη Τάξη με βάση και κορυφή της, από πλευράς κανονιστικής ιεραρχίας, το Σύνταγμα.  Το Κράτος Δικαίου και η Αρχή της Νομιμότητας σημαίνουν ότι τόσον η κρατική εξουσία όσο και όλα τα μέλη του οικείου κοινωνικού συνόλου δεσμεύονται να τηρούν τους ήδη θεσπισμένους κανόνες δικαίου, οι οποίοι οριοθετούν κανονιστικώς το πεδίο δράσης τους.  Ενώ η εκ μέρους τους παραβίαση αυτής της υποχρέωσης συνεπάγεται την επιβολή κυρώσεων, που προβλέπονται γι’ αυτή την περίπτωση. Πρωτίστως δε των κυρώσεων που επιβάλλονται από την Δικαστική Εξουσία κατά την άσκηση της δικαιοδοτικής της λειτουργίας.

β3) Πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι τα ως άνω «θεσμικά αντίβαρα» της Διάκρισης των Εξουσιών και του Κράτους Δικαίου -επομένως και της Αρχής της Νομιμότητας- δεν είναι σε θέση να λειτουργήσουν αποτελεσματικώς, ως προς την θωράκιση της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δίχως την αποτελεσματική εφαρμογή της Αρχής της Ισότητας, υπό την αναλογική της έννοια.  Άλλωστε, αυτή η Αρχή της Ισότητας συνιστά αναπόσπαστο μέρος της Έννομης Τάξης, κατά το σύστημα της πολιτειακής οργάνωσης της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, οπότε εντάσσεται, επίσης αναποσπάστως, στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.  Οι διαπιστώσεις αυτές προκύπτουν από το ότι η παραβίαση της Αρχής της Ισότητας στον χώρο άσκησης των δικαιωμάτων είναι φαινόμενο θεσμικώς και πολιτικώς «τοξικό» για την ίδια την κανονιστική υπόσταση της Ελευθερίας και των δικαιωμάτων, αφού οδηγεί, «μαθηματικώς», στην αναίρεσή τους στην πράξη.

  1. Η φύση της Λαϊκής Κυριαρχίας, ως θεμελίου νομιμοποίησης της άσκησης της κρατικής εξουσίας εξηγεί, επιπλέον, και το πώς και γιατί στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ιδίως τα επικεφαλής όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας μπορούν να δρουν, μέσω του θεσμικού πλαισίου της αρμοδιότητας, όχι υπό όρους «potestas» αλλά υπό συνθήκες συνδυασμού της με την «auctoritas», και μάλιστα με προφανώς υπερέχουσα την επιρροή της τελευταίας. Ειδικότερα:

α) Κατά το προ της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στάδιο εξέλιξης ακόμη και αυτών τούτων των πρώιμων δημοκρατικών θεσμών, βασικό στοιχείο της άσκησης της κρατικής εξουσίας, ακριβώς λόγω έλλειψης του νομιμοποιητικού θεμελίου της Λαϊκής Κυριαρχίας, ήταν η «potestas», η αμιγής «ισχύς», ως μέσο επιβολής των ειλημμένων αποφάσεων στους κάθε είδους αποδέκτες τους.

α1) Πρόκειται για την «potestas» σε πολιτικό επίπεδο, όπως παρεισέφρησε σε αυτό -ως ουσιώδες συστατικό στοιχείο της εξουσίας ανώτατων οργάνων του πολιτεύματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας- από το Ρωμαϊκό (οικογενειακό) Δίκαιο και την οιονεί αρχετυπική «potestas» του «pater familias», η οποία έφθανε έως τα όρια χρήσης του «jus vitae necisque»  επί των μελών της οικογένειας.

α2) Κύριο χαρακτηριστικό της «potestas» ήταν το ότι αντλούσε την καταγωγή της και την επέκεινα νομιμοποίησή της όχι από τον τρόπο επιλογής του οργάνου, στο οποίο ανετίθετο, αλλ’ αποκλειστικώς από την επιλογή του οργάνου τούτου, με όποιο τρόπο και αν αυτή είχε συντελεσθεί.  Άρα, το ίδιο το αξίωμα -πέρα κι έξω από τον τρόπο ανάρρησης σε αυτό- συνεπαγόταν, αυτοθρόως, την χρήση της «potestas» ως μέσου άσκησης της αντίστοιχης εξουσίας.

β) Η μεγάλη αλλαγή, την οποία επέφερε εν προκειμένω η εμπέδωση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι η εξής:

β1) Λόγω της φύσης της Λαϊκής Κυριαρχίας ως θεμελίου νομιμοποίησης της άσκησης της κρατικής εξουσίας κατά τ’ ανωτέρω, ιδίως τα επικεφαλής όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας ασκούν τις αρμοδιότητές τους όχι υπό όρους «potestas» και μόνον, αλλά κατ’ εξοχήν υπό όρους «auctoritas», δηλαδή υπό όρους θεσμικού και πολιτικού «κύρους».  Κύρους, το οποίο είναι συνδυασμός αφενός της δημοκρατικής τους νομιμοποίησης δια της Λαϊκής Κυριαρχίας, από την οποία εν τέλει προέρχονται και λόγω της οποίας ασκούν τις αρμοδιότητές τους κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας.  Και, αφετέρου -οπωσδήποτε δε δευτερευόντως αναφορικά με την ως άνω νομιμοποίηση- της εν γένει προσωπικότητάς τους, ως μέσου άσκησης θεμιτής επιρροής στο οικείο κοινωνικό σύνολο.  Μιας επιρροής η οποία, αυτονοήτως, νοείται ως νομιμοποιημένη δύναμη πειθούς επί του κοινωνικού συνόλου, και όχι ως αυθαίρετη επίδειξη ισχύος.

β2) Κατά τούτο, λοιπόν, στο πεδίο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η άσκηση της αρμοδιότητας εκ μέρους των κρατικών οργάνων -κυρίως δε εκ μέρους των οργάνων της Εκτελεστικής Εξουσίας- συμπεριλαμβάνει την χρήση της «ισχύος» («potestas»), αλλά μόνον όταν αυτή είναι κανονιστικώς οριοθετημένη μέσω των δημοκρατικώς θεσπισμένων κανόνων δικαίου και, οπωσδήποτε, ως «παρακολούθημα» του κύρους («auctoritas»), το οποίο διαθέτει το κατά περίπτωση κρατικό όργανο, μέσω του συνδυασμού της θεσμικής του νομιμοποίησης και της εμβέλειας της επίσης νομιμοποιημένης πειθούς της προσωπικότητάς του.

Γ. Ο Κανόνας Δικαίου ως «πυρηνικό στοιχείο» της θεσμικής οργάνωσης και λειτουργίας της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

    Η προηγούμενη σειρά συλλογισμών και οι αρχικές επισημάνσεις, σχετικά με τον καντιανό φιλοσοφικό στοχασμό -κατ’ εξοχήν σε ό,τι αφορά την «αντίστιξη»  μεταξύ «Ελευθερίας» και «Υποταγής»-τεκμηριώνει και το πόσο και πώς ο Kant επηρέασε την εξέλιξη της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως συστήματος πολιτειακής οργάνωσης που δομείται και λειτουργεί, κατά μέγιστο βαθμό, στην βάση ενός θεσμικού εποικοδομήματος το οποίο συντίθεται από κανόνες δικαίου.  Κανόνες δικαίου οι οποίοι, όπως αναλύθηκε στην προηγούμενη ενότητα, έχουν δημοκρατική καταγωγή, σύμφωνα με το «πρόταγμα» της Δημοκρατικής Αρχής, και εγγυώνται το ένα από τα δύο σπουδαιότερα «θεσμικά αντίβαρα» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.

  1. Η κατά τ’ ανωτέρω συμβολή του Kant στην «σύλληψη» του Κανόνα Δικαίου ως «πυρηνικού στοιχείου» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ανάγεται -όπως ήδη επισημάνθηκε- πρωτίστως στις θέσεις του περί του εντός της «Ηθικής» «διπόλου» μεταξύ «Ελευθερίας» και «Υποταγής», υπό το φως της ιδιοσυστασίας της «κατηγορικής προσταγής»[15]. Και τούτο διότι:

α) Η «κατηγορική προσταγή», στο πλαίσιο της φιλοσοφικής σκέψης του Kant, νοείται ως μέσο πραγμάτωσης τόσο της «Ελευθερίας» όσο και της «Υποταγής».  Της μεν «Ελευθερίας», αναφορικά με αυτό τούτο το περιεχόμενό της σε σχέση με το υποκείμενό της.  Της δε «Υποταγής», αναφορικά με την οριοθέτηση του καθήκοντος σύμφωνα με τις εγγυήσεις της συνεπούς εκπλήρωσής του.  Αυτή την λειτουργία της «κατηγορικής προσταγής» υπηρετούν κυρίως οι εξής δύο από τις, πολλαπλές κατά τα προεκτεθέντα, διαστάσεις της:

α1) Πρώτον, η διάσταση ότι η «κατηγορική προσταγή» είναι υποχρεωτική, με την έννοια ότι το υποκείμενό της οφείλει να την διαμορφώνει άνευ όρων και εκτός συγκυρίας, άρα πέραν των εμπειρικών καταστάσεων και δεδομένων.

α2) Και, δεύτερον, η διάσταση ότι η «κατηγορική προσταγή» συμπεριλαμβάνει την Ελευθερία, στο μέτρο που το υποκείμενό της είναι εκείνο, το οποίο την επιβάλλει στον εαυτό του και εν συνεχεία αναλαμβάνει το χρέος να την εκπληρώσει στο ακέραιο.

β) Περαιτέρω, η ίδια η υπόσταση της κατά τον Kant «κατηγορικής προσταγής», υφ’ όλες της τις εκφάνσεις -πέντε, όπως ήδη τονίσθηκε- παραπέμπει στην σύγχρονη έννοια του Κανόνα Δικαίου ως στοιχείου της θεσμικής οργάνωσης και λειτουργίας της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Αφού κατά την εγγενή φιλοσοφική ιδιοσυστασία της κατατείνει στην καθιέρωση ενός «καθολικού νόμου», τον οποίο το υποκείμενο οφείλει να διαμορφώσει πράττοντας, μέσω της ελεύθερης βούλησής του, με οδηγό την κατάλληλη προς τούτο αρχή της δράσης του.

β1) Και στο σημείο αυτό καταφαίνεται πως καθοριστική σημασία για την επιρροή του φιλοσοφικού στοχασμού του Kant επί του υπό την συγκεκριμένη έννοια Κανόνα Δικαίου και, επομένως, επί της σύγχρονης έννοιας της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας έχουν οι, επίσης προμνημονευόμενες, δεύτερη και τρίτη εκδοχή της «κατηγορικής προσταγής».  Εκείνες που, πέραν της καθιέρωσης του ως άνω «καθολικού νόμου», επιβάλλουν στο υποκείμενο να τηρεί συμπεριφορά, η οποία δεν επιφυλάσσει τον «νόμο» αυτό αποκλειστικώς στον εαυτό του, αλλά τον «προεκτείνει» και στον «συνάνθρωπο» εντός του κοινωνικού συνόλου.  Έτσι ώστε το υποκείμενο, εν τέλει, δια της δράσης του εντός των ορίων της «κατηγορικής προσταγής» να εκλαμβάνει την Ανθρωπότητα, όπως προεκτέθηκε, ως σκοπό και όχι ως απλό μέσο.

β2) Αυτή η συνολική φιλοσοφική θεώρηση του Kant ως προς την «κατηγορική προσταγή», σε συνδυασμό με τις προμνημονευόμενες θέσεις του περί Λαϊκής Κυριαρχίας, οδηγούν και στο ακόλουθο συμπέρασμα: Για να λειτουργήσει ο «καθολικός νόμος» προς την κατεύθυνση όχι μόνο του υποκειμένου αλλά και των «συνανθρώπων», κατ’ εφαρμογή των επιταγών της Λαϊκής Κυριαρχίας, πρέπει να προκύψει από συλλογική δημοκρατική δράση εντός του οικείου κοινωνικού συνόλου. Συλλογική δράση, η οποία προϋποθέτει, αναποδράστως, ότι ο «καθολικός νόμος» απορρέει από δημοκρατικές διαδικασίες, είτε κατ’ εφαρμογή των αρχών της Άμεσης Δημοκρατίας είτε, όταν τούτο είναι πρακτικώς αδύνατο -όπως συμβαίνει στην σύγχρονη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία- κατ’ εφαρμογή των αρχών της Έμμεσης Δημοκρατίας.  Γεγονός το οποίο καταδεικνύει πόσο και πώς, υπό το καθεστώς της σύγχρονης φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ο «καθολικός νόμος» συνδέεται ευθέως με τον Κανόνα Δικαίου που προκύπτει από την Νομοθετική Εξουσία.  Νομοθετική Εξουσία η οποία ασκείται από το αντιπροσωπευτικό σώμα της Βουλής, που κατ’ εφαρμογή της Λαϊκής Κυριαρχίας εκλέγεται από το Εκλογικό Σώμα, ιδίως μέσω άμεσης, μυστικής και καθολικής ψηφοφορίας.  Και είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της ψηφοφορίας, τα οποία καθιστούν εφικτό τον κατά το δυνατόν συγκερασμό μεταξύ Άμεσης και Έμμεσης Δημοκρατίας στο πλαίσιο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

γ) Η κατά τα ως άνω θεώρηση του Κανόνα Δικαίου μέσω του «καθολικού νόμου» που απορρέει από την «κατηγορική προσταγή» αποδεικνύει, εμμέσως πλην σαφώς, την επιρροή της φιλοσοφικής σκέψης του Kant σε συγκεκριμένες, καίριας σημασίας, συνιστώσες του θεσμικού οικοδομήματος της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, για τις οποίες έγινε λόγος και προηγουμένως, όπως ιδίως:

γ1) Στην θεσμική συνιστώσα του Κράτους Δικαίου και της, «συμπληρωματικής» προς αυτό, Αρχής της Νομιμότητας.  Η συνιστώσα αυτή, όπως ήδη τονίσθηκε, σημαίνει ότι η φιλελεύθερη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία λειτουργεί μόνον όταν το Κράτος, και μάλιστα ως προς όλη του την δομή και δράση -επομένως και ως προς τις τρεις Εξουσίες κατά την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, ήτοι την Νομοθετική, την Εκτελεστική και την Δικαστική-  οργανώνεται στην βάση δημοκρατικώς νομιμοποιημένων κανόνων δικαίου μ’ επικεφαλής τον Θεμελιώδη Νόμο, το Σύνταγμα, το οποίο και καθορίζει την ιεραρχία της Έννομης Τάξης.  Το Κράτος Δικαίου, υπό τα προεκτεθέντα χαρακτηριστικά του, συνεπάγεται και την εφαρμογή της Αρχής της Νομιμότητας σε όλο το φάσμα των φυσικών και νομικών προσώπων που εντάσσονται στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, του οποίου η οργάνωση συντελείται σύμφωνα με τους κανόνες της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Με την διευκρίνιση, ότι η Αρχή της Νομιμότητας εμφανίζεται «δισυπόστατη», κατά το εξής: Ως προς μεν τα lato sensu όργανα του Κράτους, η Αρχή της Νομιμότητας σημαίνει πως τα όργανα αυτά δρουν μόνον όταν κατά τους ισχύοντες κανόνες δικαίου έχουν σχετική αρμοδιότητα, η οποία και τα νομιμοποιεί να εκδίδουν τις in concreto πράξεις τους είτε κατά δέσμια αρμοδιότητα είτε κατά διακριτική ευχέρεια.  Ως προς δε τα λοιπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, εκτός του ευρύτερου «Δημόσιου Τομέα», η Αρχή της Νομιμότητας σημαίνει πως δρουν ελευθέρως -κατ’ ενάσκηση των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει η Έννομη Τάξη -υπό τον όρο ότι δεν παραβιάζουν τους ισχύοντες κανόνες δικαίου.  Με άλλες λέξεις στην πρώτη περίπτωση η κατά την Αρχή της Νομιμότητας αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων αποτελεί την κανονιστική «βάση» της δράσης τους, ενώ στην δεύτερη περίπτωση οι κατά την Αρχή της Νομιμότητας εφαρμοζόμενοι κανόνες δικαίου συνθέτουν το όριο, το οποίο τα εκτός του ευρύτερου «Δημόσιου Τομέα» φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν επιτρέπεται να υπερβούν.

γ2) Στην θεσμική συνιστώσα του Δημόσιου Συμφέροντος, το οποίο ερειδόμενο επί των κανονιστικών θεμελίων του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας μπορεί να νοηθεί ως ένα είδος θεσμικής-κανονιστικής «μετεξέλιξης» του κατά τον Rousseau και τον Kant «Γενικού Συμφέροντος».  Επιπλέον δε και -βεβαίως έμμεση- «μετεξέλιξη» του καθήκοντος, που πρέπει να υπηρετεί το υποκείμενο της «κατηγορικής προσταγής» εντός του πλαισίου του κατά την ελεύθερη επιλογή του διαμορφούμενου «καθολικού νόμου».  Υπό τα δεδομένα αυτά το Δημόσιο Συμφέρον καθορίζεται αποκλειστικώς από τις επιταγές του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας και συνιστά, ως προς όλες τις επιμέρους εκφάνσεις του, αόριστη νομική έννοια, η οποία συνθέτει κανονιστικώς τον «δείκτη πορείας» που οφείλουν, δίχως παρεκκλίσεις, ν’ ακολουθούν τα lato sensu κρατικά όργανα, και κυρίως εκείνα της Εκτελεστικής Εξουσίας.  «Δείκτη πορείας» ο οποίος οριοθετεί, ταυτοχρόνως, και τον εκάστοτε δημόσιο σκοπό που συγκεκριμενοποιεί το επίσης εκάστοτε Δημόσιο Συμφέρον, επιπλέον δε σηματοδοτεί την όλη θεσμική του ιδιομορφία.  Με την έννοια ότι το Δημόσιο Συμφέρον υπερβαίνει το απλό άθροισμα και την συνακόλουθη συνισταμένη των επιμέρους συμφερόντων ενός κοινωνικού συνόλου, άρα υπερβαίνει το «Γενικό Συμφέρον» και έτσι «περιβάλλεται» τον «μανδύα» του δημόσιου χαρακτήρα του.

  1. Οι κατά τ’ ανωτέρω θέσεις του Kant σχετικά με την φύση του Κανόνα Δικαίου, πάνω στην «λογική» της «κατηγορικής προσταγής», απαντώνται, αμέσως ή εμμέσως, συχνά -φυσικά υπό διαφορετικές εκδοχές, ανάλογα με την οπτική γωνία που υιοθετείται εκάστοτε- στο έργο κορυφαίων σύγχρονων εκπροσώπων της Γενικής Θεωρίας του Δικαίου αλλά και της Φιλοσοφίας του Δικαίου, τόσο στον Ευρωπαϊκό χώρο όσο και σ’ εκείνο των ΗΠΑ. Ενδεικτικώς, και με κριτήριο την επιρροή του έργου καθενός εξ αυτών στα προαναφερόμενα δύο πεδία της lato sensu Νομικής Επιστήμης, αναφέρονται τ’ ακόλουθα παραδείγματα:

α) Το κατά τον Kant -και κατά την μετέπειτα Νεοκαντιανή φιλοσοφική προσέγγιση- «δέον» του «καθολικού νόμου», στο πλαίσιο της «κατηγορικής προσταγής», μέσω των αδιαμφισβήτητων κανονιστικών διαστάσεων που το κατευθύνουν έως τα «κράσπεδα» της Νομικής Επιστήμης, ιδίως δε της Γενικής Θεωρίας του Δικαίου, άσκησε ουσιώδη επιρροή στο έργο του Hans Kelsen.

α1) Κατ’ ακρίβεια, το «πνεύμα» του Kant ως προς το προμνημονευόμενο «δέον» είναι «παρόν», και μάλιστα με «πολυπρισματική» επίδραση, στην «Καθαρή Θεωρία του Δικαίου» («Reine Rechtslehre») του Kelsen[16]. Δεν είναι υπερβολή να υποστηριχθεί ότι στο πλαίσιο του έργου του αυτού ο Kelsen «συλλαμβάνει» τον Κανόνα Δικαίου υπό την καθαρώς κανονιστική-ρυθμιστική του υφή -ήτοι «απαλλαγμένο» από την κοινωνικοοικονομική «υποδομή» που υφίσταται πριν αυτός αποτελέσει το «εποικοδόμημά» της- εν πολλοίς μέσ’ από το αντίστοιχο «δέον» του κατά τον Kant «καθολικού νόμου» που εκπορεύεται από την «κατηγορική προσταγή».  «Δέον» το οποίο, οπωσδήποτε, λειτουργεί αποκλειστικώς εντός της καντιανής θεώρησης της «Ηθικής».  Ο Kelsen, με «σημείο αναφοράς» την κατά τα προεκτεθέντα θεωρητική εκδοχή της «κατηγορικής προσταγής» του Kant μεταφέρει τον Κανόνα Δικαίου από το «περιβάλλον» της «Ηθικής» σ’ εκείνο του κοινωνικού συνόλου, το οποίο οργανώνεται και λειτουργεί με βάση τις αρχές της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Οπότε ο Κανόνας Δικαίου αποκτά τις αμιγώς κανονιστικές του διαστάσεις όχι με στήριγμα τα «προτάγματα» της «Ηθικής» αλλά του «θεσμικού νόμου», ο οποίος «καταξιώνεται» δημοκρατικώς μέσω της προέλευσής του από την Νομοθετική Εξουσία -και ειδικότερα το Κοινοβούλιο- την εκλεγμένη σύμφωνα με τις αρχές της άμεσης, μυστικής και καθολικής ψηφοφορίας εντός των θεσμικών και πολιτικών ορίων της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Γεγονός το οποίο συνεπάγεται και ότι, με τον τρόπο αυτό, ο «καθολικός νόμος» του Kant «μετουσιώνεται», κατά τον Kelsen, σε «θεσμικό νόμο», κατ’ εξοχήν στο μέτρο που ο τελευταίος αποκτά στοιχεία «καθολικότητας» δια της κατά τα προαναφερόμενα δημοκρατικώς εκλεγμένης Νομοθετικής Εξουσίας.  Πολλώ μάλλον όταν, κατά τις εν προκειμένω αρχές της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, και όταν ο Κανόνας Δικαίου προέρχεται από άλλο, εκτός της stricto sensu Νομοθετικής Εξουσίας, κρατικό όργανο, τούτο συμβαίνει μόνον όταν -και διότι- το προβλέπει ρητώς ο «Θεμελιώδης Νόμος», ήτοι το Σύνταγμα.  Και αυτό κατά κανόνα μέσω ειδικών εξουσιοδοτήσεων εκ μέρους της Νομοθετικής Εξουσίας -εν τέλει δε μέσω εξουσιοδότησης του «θεσμικού νόμου»– και κατ’ εξαίρεση ευθέως, κατά ρητή πρόβλεψη του Συντάγματος.

α2) Δι’ αυτής της θεωρητικής «οδού», που έχει αφετηρία την φιλοσοφική σκέψη του Kant, ο Kelsen φθάνει στην «κορύφωση» της αμιγώς κανονιστικής προσέγγισης του Κανόνα Δικαίου, καθώς οδηγείται στην περιγραφή της Έννομης Τάξης ως ιεραρχικώς δομημένου συνόλου νομικών ρυθμίσεων:  Η ιεραρχία των κανόνων της Έννομης Τάξης είναι οιονεί «φυσική» απόρροια του κανονιστικού «δέοντος» που εκπέμπει ο Κανόνας Δικαίου υπό τ’ ανωτέρω χαρακτηριστικά του.  Και τούτο διότι αυτό το «δέον», κατά την κανονιστική του ιδιοσυστασία, συνεπάγεται ότι η κανονιστική ισχύς των κανόνων δικαίου της Έννομης Τάξης πρέπει να πηγάζει από έναν αρχικό και θεμελιώδη Κανόνα Δικαίου («Ursprungsnorm»), ο οποίος υφίσταται οιονεί «a priori»  -και εδώ παρατηρείται ακόμη μια ουσιώδης επιρροή της καντιανής σκέψης, μέσω της «κατηγορικής προσταγής» και του «καθολικού νόμου»– αφού κατ’ ανάγκην «προϋποτίθεται».  Πρόκειται για τον κατά τον Kelsen «Θεμελιώδη Νόμο», ήτοι για το Σύνταγμα, που μεταξύ άλλων καθιστά conditio sine qua non για την κανονιστική συνοχή της Έννομης Τάξης τον έλεγχο της συμφωνίας του Κανόνα Δικαίου με τον «Θεμελιώδη Νόμο». Συνεπώς, τον έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου μέσω των προς τούτο καθορισμένων από το Σύνταγμα οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας.

β) Άλλοι, επίσης κορυφαίοι, θεωρητικοί εκπρόσωποι της Γενικής Θεωρίας του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου επηρεάσθηκαν από την αντίστοιχη σκέψη του Kant όχι σε ό,τι αφορά αποκλειστικώς το «δέον», το οποίο εμπερικλείει κατά τον κανονιστικό του προορισμό ο Κανόνας Δικαίου, αλλά σε ό,τι αφορά τον συνδυασμό ανάμεσα στο ως άνω «δέον» και στην «Ηθική».  Ήτοι στο σύνολο των αρχών και αξιών, οι οποίες ισχύουν στο οικείο κοινωνικό σύνολο και επηρεάζουν τόσο την διαμόρφωση του κανονιστικού περιεχομένου του Κανόνα Δικαίου όσο και την εφαρμογή του στην πράξη.  Είναι δε αξιομνημόνευτο το ότι αυτός ο «σύνδεσμος» μεταξύ Δικαίου και Ηθικής έχει επηρεάσει το έργο ακόμη και ακραιφνών εκπροσώπων του Νομικού Θετικισμού.  Για παράδειγμα:

β1) Ο H.L.A. Hart[17] δέχθηκε ότι Δίκαιο και Ηθική δεν έχουν μεν αναγκαία σχέση, έχουν όμως, οπωσδήποτε, ιστορική συνάφεια.  Με την έννοια ότι υφίσταται εμπειρικός -και όχι εννοιολογικός- σύνδεσμος μεταξύ Δικαίου και Ηθικής, αφού σε κάθε νομοθεσία ενυπάρχει ένας «δομικός» ηθικός πυρήνας, ως «ελάχιστο περιεχόμενο φυσικού δικαίου».  Περαιτέρω δε δέχθηκε ότι ο σύνδεσμος μεταξύ Δικαίου και Ηθικής εμφανίζεται ακόμη και αναγκαίος σ’ εκείνες τις Έννομες Τάξεις, οι οποίες ανάγουν την Ηθική -εν μέρει ή εν όλω- σε απαραίτητο συστατικό στοιχείο του Θετικού Δικαίου.  Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Συντάγματος των ΗΠΑ, όταν π.χ. απαγορεύει «βάναυσες ποινές» ή επιβάλλει «προσήκουσα νομική διαδικασία» για τον περιορισμό ή την στέρηση δικαιωμάτων.  Και οι πιο «συνεπείς» προς τον Νομικό Θετικισμό -και επικριτικοί για τον Hart- «επίγονοί» του, όπως ο Joseph Raz[18], δέχθηκαν ότι, ενδεχομένως, η Ηθική δεν έχει μεν σχέση με την δημιουργία και την υπόσταση του Κανόνα Δικαίου, έχει όμως σχέση με την εφαρμογή του.  Υπό την έννοια ότι το Δίκαιο τότε μόνο μπορεί ν’ «αξιώσει» αποτελεσματικώς την, εκ μέρους των υποκειμένων του, υπακοή στις επιταγές που καθιερώνει, όταν στηρίζεται σ’ ένα minimum Ηθικής νομιμοποίησης, σύμφωνα με τις αρχές του «αξιακού κώδικα» του κοινωνικού συνόλου, του οποίου τα ως άνω υποκείμενα είναι μέλη. Τέλος, ορισμένοι θετικιστές της τελευταίας γενιάς (π.χ. ο Leslie Green)[19] αποστασιοποιούνται ανοιχτά από τους «προγόνους» τους, όταν δέχονται ότι το Δίκαιο είναι, σε τελική ανάλυση, ένας sui generis «ηθικός χώρος».  Τούτο συνάγεται, κατ’ ανάγκην, από το ότι η ίδια η νομική ορολογία το αποδεικνύει, καταφεύγοντας σ’ έννοιες όπως δικαιώματα, καθήκοντα, Ελευθερία, ισότητα, ευθύνη καθώς και σ’ έννοιες αμιγώς πολιτισμικού περιεχομένου.  Είναι δε άκρως χαρακτηριστικό αυτής της αποστασιοποίησης το ότι καταλήγει στο συμπέρασμα, πως οι αρχές του Κράτους Δικαίου και της βασικής θεσμικής του «αντηρίδας», της Αρχής της Νομιμότητας, συνιστούν αυτοτελείς ηθικές αξίες, σχεδόν «υπαρξιακές» τόσο για την υπόσταση του Κανόνα Δικαίου όσο και για την εφαρμογή του.

β2) Μέσα σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο «σύμπλευσης» Δικαίου και Ηθικής, μ’ επίκεντρο την φύση του Κανόνα Δικαίου, οι θέσεις των ως άνω ακραιφνών θετικιστών «συναντούν» εκείνες διαπρεπών «αντιθετικιστών», όπως κατ’ εξοχήν ο Ronald Dworkin[20]. Ο οποίος, κατά την ανάλυση του Παύλου Σούρλα[21], υποστηρίζει ότι «δίκαιο παράγεται εκεί όπου υπάρχουν αληθινά λόγοι δημιουργίας του και όχι όπου κάποιοι ισχυρίζονται ή και πιστεύουν ότι υπάρχουν ή διακηρύσσουν τη βούλησή τους να δημιουργηθούν.  Για το λόγο αυτό τα ιστορικά συμβάντα θέσπισης δικαίου τότε μόνο θέτουν πράγματι δίκαιο, όταν μπορούν να ερμηνευθούν ως τέτοια βάσει κάποιων θεμελιωδών αρχών πολιτικής «Ηθικής» – και αυτές είναι αδύνατον, χωρίς τον κίνδυνο λήψης του ζητουμένου, με τη σειρά τους να έλκουν την ισχύ τους από αυτά τούτα τα γεγονότα ως ωμά εμπειρικά δεδομένα, στην ερμηνεία των οποίων καλούνται να συμβάλουν.  Κατ’ επέκταση, σαφείς ρυθμίσεις δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν απρόσμικτα από ηθικές εκτιμήσεις, επομένως απλή διαπίστωση του ισχύοντος δικαίου σαν να ήταν ένα απλό εμπειρικό γεγονός είναι παντελώς αδιανόητη».

Δ. Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα του Ανθρώπου ως «εμβληματική» πραγμάτωση της έννοιας της Ελευθερίας στο θεσμικό και πολιτικό πεδίο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας

    Και πάλι το «δίπολο» «Ελευθερία» και «Υποταγή», μ’ επίκεντρο την «κατηγορική προσταγή» -κυρίως κατά την δεύτερη και τρίτη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εκδοχή της- στην φιλοσοφική σκέψη του Kant είναι εκείνο, το οποίο καταδεικνύει πώς και πόσο η σκέψη αυτή επηρέασε στην πορεία την «ανέλιξη» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μέσω του καθορισμού της θεσμικής πεμπτουσίας ενός άλλου «πυρηνικού» στοιχείου της, ήτοι των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

  1. Η ως άνω επιρροή της εν προκειμένω φιλοσοφικής σκέψης του Kant προκύπτει ιδίως μέσ’ από την «περίοπτη» θέση που κατέχει, όπως επανειλημμένως τονίσθηκε, η Ελευθερία στο πεδίο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Υπό την έννοια ότι βασικό χαρακτηριστικό της τελευταίας είναι η φιλελεύθερη, θεσμικώς και πολιτικώς, υπόστασή της.

α) Οι αναλύσεις που προηγήθηκαν επιτρέπουν μια, πρώτη, συνθετική καταγραφή των βασικών συνιστωσών, θεσμικών και πολιτικών, του καθεστώτος, το οποίο προσδιορίζει τις συντεταγμένες του πεδίου προστασίας της Ελευθερίας στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Η καταγραφή αυτή περιστρέφεται γύρω από το βασικό χαρακτηριστικό της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, το οποίο «φωτίζει» και την θεμελιώδη ιδιαιτερότητά της ως διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας.

β) Και το χαρακτηριστικό αυτό έγκειται στο ότι η «αυθεντική» Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -ήτοι εκείνη που ανταποκρίνεται στους όρους γέννησής της και στις προοπτικές του προορισμού της- είναι, εξ ορισμού, Φιλελεύθερη.  Συγκεκριμένα δε ως εκ καταγωγής Ανθρωποκεντρική, η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, μέσω των θεσμικών και πολιτικών συνιστωσών της, έχει ως κύρια αποστολή την θωράκιση της Ελευθερίας έναντι όλων των εν δυνάμει υπονομευτών της, είτε αυτοί ανήκουν στην σφαίρα της κρατικής εξουσίας είτε στην πλευρά των ιδιωτών, φυσικών ή νομικών προσώπων.  Υπό τα δεδομένα αυτά ο φιλελεύθερος χαρακτήρας της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εκπορεύεται κυρίως από την αποστολή της εκείνη, η οποία προσανατολίζεται στο να διασφαλίσει σε καθέναν, και έναντι παντός, την μέσω της Ελευθερίας υπεράσπιση της αξίας του και της ανάπτυξης της προσωπικότητάς του.

  1. Η κατά τ’ ανωτέρω «περίοπτη» θέση της Ελευθερίας στο πεδίο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι εκείνη, η οποία «εμπεδώνει» και την εντός αυτής αντίστοιχη θέση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Συγκεκριμένα:

α) Η φιλελεύθερη Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της διαδικασίας εγγύησης της Ελευθερίας επειδή οργανώνει το καθεστώς άσκησης των επιμέρους δικαιωμάτων με τρόπο ορθολογικό και εντός του κοινωνικού συνόλου -δίχως να θέτει υπέρμετρα εμπόδια στην δραστηριότητα του φορέα του δικαιώματος- πάντοτε με στόχο την υπεράσπιση της αξίας του και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

α1) Ο κατά τ’ ανωτέρω «ορθολογισμός» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως προς τον τρόπο, με τον οποίο οργανώνει την άσκηση των δικαιωμάτων εκ μέρους του φορέα τους, προκύπτει από την νοοτροπία του «μέτρου» που πρέπει να διαπνέει τους κανόνες δικαίου, μέσω των οποίων ασκούνται τα δικαιώματα αυτά.

α2) Το «μέτρο» τούτο αναδεικνύεται κατά πρώτο λόγο επειδή, στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ο φορέας του δικαιώματος είναι θωρακισμένος όχι μόνον έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας.  Θωρακίζεται, επιπλέον, και έναντι της εις βάρος του αυθαίρετης άσκησης δικαιωμάτων εκ μέρους άλλων ιδιωτών-μελών του οικείου κοινωνικού συνόλου.  Αυτή την θεσμική εγγύηση επιτελεί η διαρκώς διευρυνόμενη κατοχύρωση, μέσω κανόνων δικαίου -ακόμη και συνταγματικής προέλευσης, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ΄ του Συντάγματός μας- της τριτενέργειας των δικαιωμάτων, κατ’ εξοχήν δε των Θεμελιωδών.  Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει, δίχως υπερβολή, ότι η εμφάνιση των εγγυήσεων της τριτενέργειας των δικαιωμάτων είναι μια άκρως πειστική απόδειξη για το πώς η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία έχει την δύναμη να επιβάλλει τις κατάλληλες αλλαγές ως προς την θωράκιση των δικαιωμάτων, όταν οι αλλαγές αυτές είναι επιβεβλημένες λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των δεδομένων του κοινωνικού και οικονομικού γίγνεσθαι.  Και τούτο, διότι οι εγγυήσεις της τριτενέργειας των δικαιωμάτων εμφανίσθηκαν όταν έγινε κατανοητό ότι, στο πλαίσιο λειτουργίας του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος, ο κίνδυνος αυθαίρετης επέμβασης στα δικαιώματα καθενός δεν «πηγάζει» μόνον από την κρατική δραστηριότητα αλλά -και μάλιστα a fortiori σταδιακώς- και από φορείς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, οι οποίοι έχουν σωρεύσει οικονομική δύναμη μεγάλης ισχύος.

β) Η επιρροή της καντιανής φιλοσοφικής σκέψης ως προς την κατά τ’ ανωτέρω θέση της Ελευθερίας στο πεδίο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας εκδηλώνεται και κατά το ότι η ελεύθερη δράση του υποκειμένου δεν είναι εντελώς ελεύθερη, όπως συνάγεται ευχερώς από τα προτάγματα της κατά την «Ηθική» «Υποταγής» και, επέκεινα, από τ’ αντίστοιχα προτάγματα της «κατηγορικής προσταγής».  Συνακόλουθα, τα Θεμελιώδη Δικαιώματα δεν είναι επιτρεπτό ν’ ασκούνται δίχως περιορισμούς, αφού τούτο θα οδηγούσε, οιονεί νομοτελειακώς, στην αναίρεση της Ελευθερίας.

β1) Ανεξαρτήτως δε τούτου, κάθε περιορισμός οφείλει να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας η οποία αποτρέπει, εν πάση περιπτώσει, την μέσω τούτου «τήξη» του πυρήνα οιουδήποτε δικαιώματος.  Είναι δε χαρακτηριστικό -αλλά, ταυτοχρόνως, και ευνόητο- ότι η νομολογία των δικαστηρίων των Κρατών, τα οποία ανταποκρίνονται επαρκώς και αποτελεσματικώς στο πρότυπο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ερμηνεύει και εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας με τρόπο που να προσαρμόζεται συνεχώς στις, πολλαπλές και πολύμορφες, προκλήσεις, οι οποίες απειλούν την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι ώστε η θωράκισή τους να παραμένει όσο το δυνατόν θεσμικώς «αξιόπιστη». Είναι, οπωσδήποτε, επιβεβλημένο να εξετασθεί, με ειδικότερο τρόπο, η πτυχή εκείνη «ορθολογισμού» της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας κατά την άσκηση των δικαιωμάτων, η οποία αποτρέπει την άσκηση αυτή κατά τρόπο που θα οδηγούσε στην αναίρεσή τους με ευθύνη του φορέα τους.  Μια πτυχή, η οποία εξηγεί, επιπλέον, το πώς και γιατί στο πλαίσιο της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας τα δικαιώματα νοούνται ως «μικτές» θεσμικώς οντότητες.  Υπό την έννοια ότι η άσκησή τους δεν επιτρέπεται ν’ αγνοεί την εκπλήρωση συγκεκριμένων υποχρεώσεων, σύμφυτων με την κοινωνική συμβίωση.

β2) Σπουδαιότερες από τις υποχρεώσεις αυτές, ιδίως υπό τα δεδομένα της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι οι εξής: Πρώτον, ο φορέας του δικαιώματος υποχρεούται να το ασκεί σύμφωνα με τον σκοπό, ο οποίος συνάγεται από τους κανόνες δικαίου που το έχουν καθιερώσει.  Επομένως, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος -ήτοι η άσκησή του είτε για σκοπό άλλον από εκείνο, για τον οποίο έχει θεσμοθετηθεί είτε εκτός των, πάντοτε συνταγματικώς αποδεκτών, περιορισμών- απαγορεύεται, όπως π.χ. ορίζει και η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματός μας.  Και η απαγόρευση αυτή συνοδεύεται, υποχρεωτικώς, από την ενεργοποίηση κυρωτικών μηχανισμών εις βάρος των παραβατών της. Και, δεύτερον, ο φορέας του δικαιώματος υποχρεούται να το ασκεί και υπό τους περιορισμούς, τους οποίους συνεπάγεται- οπωσδήποτε μέσω συγκεκριμένων ρυθμίσεων, που δεν μπορούν να θίξουν τον πυρήνα του- η ανάγκη υπεράσπισης της κοινωνικής και της  Εθνικής Αλληλεγγύης, για ν’ αναφερθούμε π.χ. στην διάταξη του άρθρου 25 παρ. 4 του Συντάγματος.   Δοθέντος ότι χωρίς την θωράκιση της αλληλεγγύης αυτής, υφίσταται κίνδυνος ρήξης του εθνικού και κοινωνικού ιστού, άρα γενικευμένη αδυναμία αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου.

  1. Το θεσμικό και πολιτικό «κύρος» των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πάντοτε στο πλαίσιο της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ενισχύεται -ή μπορεί να ενισχύεται, με την επιφύλαξη αυτή ν’ αφορά ιδίως την εμφανώς φθίνουσα πορεία των κυρωτικών μηχανισμών που εγγυώνται τον σεβασμό και την πλήρη εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου- από την «διεθνοποίησή» τους, μέσω του Διεθνούς Δικαίου και, προκειμένου περί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγου. Γεγονός το οποίο συμβάλλει, αυτονοήτως, και στην ανάλογη ενίσχυση του θεσμικού και πολιτικού «κύρους» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, λόγω της αντίστοιχης «διάχυσης» διεθνώς των αρχών και αξιών της.

α) Αυτή, ακριβώς, η «διεθνοποίηση» των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «έλκει» την φιλοσοφική «καταγωγή» της, κατά τα προεκτεθέντα στο πρώτο μέρος, και από το φιλοσοφικό στοχασμό του Kant με την προσθήκη της σύνδεσής του και με την σύγχρονη έννοια του Κανόνα Δικαίου στο πλαίσιο της Γενικής Θεωρίας του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου, για την οποία επίσης έγινε λόγος προηγουμένως.  Όπως εκεί τονίσθηκε, από τον συνδυασμό ιδίως της δεύτερης και της τρίτης εκδοχής της «κατηγορικής προσταγής» συνάγεται ότι, κατά τον Kant, ο «νόμος» που το υποκείμενο επιβάλλει δι’ αυτής στον εαυτό του πρέπει εν τέλει να διεκδικεί την καθολικότητα εκείνη, η οποία τον οδηγεί σ’ ένα απώτατο στάδιο «παγκοσμιοποίησης».  Υπ’ αυτή την έννοια μπορεί να συνδεθεί η ολική, μέσω του Διεθνούς Δικαίου, ή μερική, π.χ. μέσω της του Ευρωπαϊκού Δικαίου για τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά τα ως άνω  «παγκοσμιοποίηση» της κατοχύρωσης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με συγκεκριμένα στοιχεία της φιλοσοφικής σκέψης του Kant.

β) Συμπληρωματικώς, προστίθεται ότι οι κανόνες δικαίου που διασφαλίζουν -πάντοτε με την επιφύλαξη της ραγδαίας αποδυνάμωσης της κανονιστικής ισχύος των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου- την «διεθνοποίηση» ή και «παγκοσμιοποίηση» του κανονιστικού «κύρους» των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου «πηγάζουν» : Σε «παγκόσμια» μεν κλίμακα, κυρίως από την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ (1948) και από τις λοιπές, αντίστοιχες, Διακηρύξεις για επιμέρους ενότητες Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.  Και σ’ Ευρωπαϊκή κλίμακα, σε ό,τι αφορά το Συμβούλιο της Ευρώπης από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη και σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  1. Η κατά τ’ ανωτέρω θεσμική υπόσταση των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, και κυρίως το γεγονός ότι η θεσμοθέτησή τους και οι προϋποθέσεις ακώλυτης άσκησής τους καθώς και οι περιορισμοί τους ρυθμίζονται από κανόνες δικαίου, στο πλαίσιο του Συντάγματος και της εκτελεστικής του νομοθεσίας, «συμπυκνώνονται» στον σύγχρονο, γενικώς αποδεκτό -στο πλαίσιο της Θεωρίας- ορισμό του Δικαιώματος. Ορισμό, ο οποίος διαμορφώθηκε κυρίως στην Γερμανία, περί το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, στην προσπάθεια αφενός «απομάκρυνσης» από την, μέσω της «actio» του Ρωμαϊκού Δικαίου πρωτίστως, σχεδόν αμιγώς δικονομικής θεώρησης του Δικαίου και, αφετέρου, πρόσδοσης πρωτεύουσας θέσης στο ουσιαστικό δίκαιο.

α) Η πρώτη μεγάλη, αλλά όχι απόλυτη, «απομάκρυνση» από την actio επιχειρήθηκε από τον Β. Windscheid[22]. Εδώ, στην βάση του δικαιώματος δεν βρίσκεται η «actio» αλλά η «αξίωση», την οποία θεμελιώνει ένας κανόνας δικαίου.  Άρα, δικαίωμα είναι η εξουσία βουλήσεως που απονέμεται στο υποκείμενο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, από τον κανόνα δικαίου.  Κάτι παρόμοιο υποστήριξε και ο H.L.A. Hart[23]  στο πλαίσιο της «Claim Τheory», που ορίζει το δικαίωμα ως την ικανότητα του φορέα να καθορίζει, πάντα κατά το ισχύον δίκαιο, ποιό ή ποιά δικαιώματα θα επιλέξει για ν’ ασκήσει.   

β) Στον αντίποδα, ο R. Jhering[24], ως εκπρόσωπος της Σχολής της «στάθμισης συμφερόντων», τόνισε ακόμη περισσότερο το ουσιαστικό δίκαιο δεχόμενος ότι το δικαίωμα συνίσταται στην μέσω της ισχύουσας νομοθεσίας ικανοποίηση συμφέροντος.  Κάτι παρόμοιο, στην βάση του στοχασμού του Jeremy Bentham[25] υποστήριξε μετέπειτα ο Neil MacCormick[26] δεχόμενος ότι η πεμπτουσία του δικαιώματος βασίζεται στο επιδιωκόμενο μέσω αυτού όφελος, όπως τούτο αναγνωρίζεται από τον κανόνα δικαίου.

γ) Σύνθεση των δύο προηγούμενων θεωριών, η οποία και σήμερα είναι η επικρατέστερη -συνδυάζοντας το ουσιαστικό με το δικονομικό δίκαιο, πλην όμως δίνοντας το μεγαλύτερο βάρος στο πρώτο -επιχείρησε ο F. Regelsberger[27], δεχόμενος ότι το δικαίωμα συνίσταται στην, πάντοτε σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, απονεμόμενη εξουσία βουλήσεως για την ικανοποίηση έννομου συμφέροντος.  Η διαχρονική επικαιρότητα και ορθότητα της θεωρίας αυτής συνίσταται στην αρμονική σύνθεση ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου.  Βεβαίως με βάση το ουσιαστικό δίκαιο, δίχως όμως να υποτιμάται η χρησιμότητα του δικονομικού δικαίου.  Αφού δίχως αυτό η εφαρμογή στην πράξη του ουσιαστικού δικαίου δεν μπορεί να καταστεί εφικτή, ήτοι το ουσιαστικό δίκαιο είναι οιονεί «ανενεργό», αφού ισχύει μεν και ερμηνεύεται, όμως η κατά τον προορισμό του εφαρμογή του στην πράξη απενεργοποιείται.  Πέραν τούτου, π.χ. αυτή η θεωρητική «σύνθεση» επιτρέπει και την διάκριση μεταξύ δικαιώματος και έννομου συμφέροντος, το οποίο υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις προστατεύεται δίχως να φθάνει στα όρια του δικαιώματος και εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως προϋπόθεση του παραδεκτού άσκησης ένδικων βοηθημάτων και μέσων στο πεδίο άσκησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.  Π.χ., στο πεδίο της Διοικητικής Δικονομίας το έννομο συμφέρον είτε ως προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης αίτησης ακύρωσης ή προσφυγής, είτε ως προϋπόθεση του βασίμου στην περίπτωση της αγωγής αποζημίωσης.

Επίλογος

Όπως εκτέθηκε στον Πρόλογο, βιώνουμε σήμερα, σε διεθνή κλίμακα και ιδίως στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια φθίνουσα -και, ταυτοχρόνως, εντόνως παρακμιακή- πορεία των θεσμών της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.  Στην ανάλυση που προηγήθηκε περιγράφηκε -οπωσδήποτε συνοπτικώς, αν αναλογισθεί κανείς το τεράστιο «μέγεθος» του όλου ζητήματος που εκτείνεται σε πολλά επιστημονικά πεδία- το φιλοσοφικό και θεσμικοπολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου εξελίχθηκε η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία για να φθάσει στο «απόγειο» της φιλελεύθερης εξέλιξής της.  Και στο πλαίσιο αυτό επισημάνθηκε από την μια πλευρά η καταλυτική «συνεισφορά» του φιλοσοφικού στοχασμού του Kant, κυρίως στο πεδίο της «Ηθικής», του «διπόλου» «Ελευθερία» και «Υποταγή» και της «κατηγορικής προσταγής».  Και, από την άλλη πλευρά, η εξίσου καταλυτική συμβολή της σταδιακής εμπέδωσης των θεσμικών εγγυήσεων της Ελευθερίας,  της Δημοκρατικής Αρχής, του Κανόνα Δικαίου -ως βάσης του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας-και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.   Αναζητώντας τις κυριότερες αιτίες της σύγχρονης παρακμιακής πορείας της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας μάλλον το συμπέρασμα πρέπει να βασισθεί και στην εξίσου φθίνουσα πορεία της κανονιστικής ισχύος καθώς και της δημοκρατικής νομιμοποίησης του Κανόνα Δικαίου, του Κράτους Δικαίου και της Αρχής της Νομιμότητας.  Αφού αυτό το «έλλειμμα» είναι εκείνο, το οποίο εξηγεί επαρκώς και την επικίνδυνη «υπονόμευση» των εγγυήσεων υπέρ της Ελευθερίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Α. Κύριο αίτιο της ως άνω φθίνουσας πορείας της κανονιστικής ισχύος θεμελιωδών θεσμικών «αντηρίδων» της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας είναι, χωρίς αμφιβολία η, μέσω της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης και της εμφάνισης ακραίως νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων, επικράτηση των περί «απορρύθμισης» θέσεων, με συνέπεια την ραγδαία εξάπλωση μιας μορφής «επικυριαρχίας» του «οικονομικού» επί του θεσμικού.  Κατά την αντίληψη αυτή, στις γενικές της γραμμές, η εφαρμογή των παραδοσιακών αρχών του Καπι­ταλισμού, ως προς την προσφορά και την ζήτηση, αρκεί κατά βάση, από μόνη της, για να επιτύχει την αναγκαία, κάθε φορά, ισορ­ροπία του όλου οικονομικού συστήματος. Ακόμη και σε πε­ριόδους οικονομικής κρίσης, η ισορροπία αποκαθίσταται αποκλειστικώς δια της εφαρμογής των οικονομικών, αμιγώς, κανόνων της Αγοράς. Η κρατική παρέμβαση μόνο «δεινά» μπορεί να προκαλέσει.  Άρα, ο κάθε είδους και έκτασης κρατικός παρεμβατισμός όχι μόνο δεν επιλύει τα προ­βλήματα των οικονομικών κρίσεων αλλά, όλως αντιθέτως, τα επιδεινώνει. Υπό τα δεδομένα αυτά π.χ. η μέσω της κρατικής παρέμβασης οργάνωση και επέκταση του Κοινωνικού Κράτους Δι­καίου, πέρα και έξω από την αυτοδύναμη λειτουργία της Αγο­ράς, αποτελεί «πρόβλημα» και όχι λύση για τις οικονομι­κές κρίσεις.  Κατ’ ακολουθία, η ως άνω αντίληψη περί «αυτορρύθμισης» της Αγοράς -και, άρα, του οικονομικού συστήματος- αποκλειστικώς μέσω των κανόνων της προσφοράς και της ζή­τησης, προϋποθέτει: Αφενός σταδιακή συρρίκνωση του πεδίου δράσης του Κράτους. Και, αφετέρου, ανάλογη συρρίκνωση του «όγκου» των κανόνων δικαίου, οι οποίοι διέπουν την άσκηση των κάθε είδους κρατικών δραστηριοτήτων. Ιδίως δε εκείνων που διέπουν την δραστηρι­ότητα της Εκτελεστικής Εξουσίας, ως «αιχμής του δόρατος» της όλης κρατικής δραστηριότητας. Την πλήρη αποτυχία των θεωρήσεων και προβλέψεων αυτής της περί «αυτορρύθμισης» της Αγοράς αντίληψης επιβεβαιώνει σήμερα και η επώδυνη τραπεζική κρίση σε ΗΠΑ και Ευρώπη.  Και τούτο διότι καθένας πλέον γνωρίζει και αναγνωρίζει ότι, δίχως την «άνωθεν» κρατική παρέμβαση, η κατάρρευση των τραπεζών θα είχε οδηγήσει σε μια καταστροφική «περιδίνηση» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα στο σύνολό του.

Β. Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή στην πράξη της προμνημονευόμενης επιχείρησης «απορρύθμιση» μπορούν να συνοψισθούν στα εξής: Κατά πρώτο λόγο, ακριβώς εξαιτίας της συρρίκνωσης του το­μέα παρέμβασης του Κράτους, μεγάλο μέρος του κενού που προκύπτει το καταλαμβάνουν, με την δράση τους, νεοπαγείς φο­ρείς του ιδιωτικού τομέα. Φορείς οι οποίοι, λόγω της καταγωγής τους, στερούνται οιασδήποτε δημοκρατικής νομιμοποίησης. Αυ­τή δε η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι εκείνη, η οποία αναδεικνύει και το μέγεθος των συνεπειών της φθίνουσας πορεί­ας του Κράτους Δικαίου. Και τούτο, διότι οι φορείς του ιδιωτι­κού τομέα αναλαμβάνουν έτσι την διεκπεραίωση καθηκόντων, τα οποία συνδέονται ευθέως ακόμη και με την άσκηση δημόσι­ας εξουσίας stricto sensu. Γεγονός που θίγει τον ίδιο τον πυρή­να του παραδοσιακού Κράτους Δικαίου και της φιλελεύθερης Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.   Κατά δεύτερο λόγο -και κατά συνέπεια- εκεί όπου η παραδοσια­κή κρατική δραστηριότητα ανατίθεται πλέον σε φορείς του ιδιω­τικού τομέα, η κανονιστική ρύθμιση της αντίστοιχης δραστηριό­τητας δεν γίνεται μόνο μέσω των κανόνων δικαίου κρατικής προ­έλευσης και, άρα, αντίστοιχης δημοκρατικής νομιμοποίησης.  Επιχειρείται -ίσως δε κατεξοχήν- και μέσω «νεότευκτων» κανόνων ιδιωτικής προέλευσης και έμπνευσης, των οποίων η «νομιμοποίηση» δεν έχει ίχνος δημοκρατικής κάλυψης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων κανόνων παρέχουν οι, διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι, παγκόσμιοι χρηματοπιστωτικοί κανόνες, όπως είναι ιδίως οι διεθνείς λογιστικοί κανόνες.  Με την μέθοδο αυτή η γενικότερη συρρίκνωση του Κράτους Δι­καίου εκκολάπτει και ανάλογη δραστική συρρίκνωση της δη­μόσιου χαρακτήρα Έννομης Τάξης, αφήνοντας πεδίο ανάπτυ­ξης σε μια «κανονιστική παραγωγή» ιδιωτικής καταγωγής, με κυρωτικούς μηχανισμούς επίσης ιδιωτικής καταγωγής. Οι προαναφερόμενες εγγενείς αδυναμίες -λόγω των θεσμικών και πο­λιτικών κενών του- αλλά και οι επίσης προαναφερόμενες σοβαρές ατέ­λειες του Κανόνα Δικαίου, κατά την «περιπλάνησή» του στο κανονιστικώς άναρχο πεδίο της «απορρύθμισης», συνιστούν τις βασικές αι­τίες του «δημοκρατικού ελλείμματος», το οποίο  πλήττει καιρίως το σύγχρο­νο Κράτος Δικαίου. Ένα «δημοκρατικό έλλειμμα» το οποίο ανιχνεύεται, και μάλιστα ευκρινώς, από την μια πλευρά στα ολοένα και πολλαπλα­σιαζόμενα κρούσματα αποδυνάμωσης της Αρχής της Νομιμότητας της δράσης των κρατικών οργάνων. Και, από την άλλη πλευρά, στην δι­αρκώς φθίνουσα πορεία της δημοκρατικής νομιμοποίησης της δρά­σης αυτής. Εν τέλει, τις δημοκρατικές «αντηρίδες» του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπονο­μεύει η κρίση της Αρχής της Νομιμότητας. Δηλαδή, κατ’ ουσίαν, η αδυναμία του δημοκρατικώς θεσπισμένου Κανόνα Δικαίου να τιθα­σεύσει κανονιστικώς την δράση των κρατικών οργάνων εν γένει. Γε­γονός το οποίο οφείλεται, ιδίως, στο ότι ο Κανόνας Δικαίου αδυνατεί πια να ρυθμίσει επαρκώς την κοι­νωνική και οικονομική πραγματικότητα, της οποίας αποτελεί εποικοδόμημα. Δοθέντος ότι -και πέραν των ως άνω περιπτώσεων της Οικονομικής Παγκοσμιοποίησης- επιπλέον η ταχύτητα των μεταμορφώσεών της και η ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας καθιστούν, πολλές τουλάχιστον φορές, κανονιστικώς ανεπαρκή τον Κανόνα Δικαίου, ήδη κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του. Επέκεινα, η δρά­ση των κρατικών οργάνων διαμορφώνεται μέσα σ’ έναν -οιονεί άναρχο- κανονιστικό χώρο, η ιδιομορφία του οποίου έγκειται στο ότι δεν παρέχει στην αρμοδιότητα των ως άνω οργάνων στέρεο και σαφές δημοκρατικό υπόβαθρο. Συνακόλουθα, οι κυρωτικοί μηχανισμοί, οι οποίοι καλούνται να εγγυηθούν την in concreto τήρηση της Αρχής της Νομιμότητας, δεν διαθέτουν το αναγκαίο, αναφορικά με την κανονιστική του εμβέλεια, θεσμικό «οπλοστάσιο», που θα τους διασφάλιζε τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής οριοθέτησης της δράσης των κρα­τικών οργάνων εντός μιας δημοκρατικώς -και με την δέουσα πληρότητα- οργανωμένης Έννομης Τάξης.

Γ. Συμπερασματικώς, το κατά τ’ ανωτέρω φαινόμενο της «απορρύθμισης», ως σύμπτωμα περιθωριοποίησης της ρύθμισης της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας μέσω κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης, υποσκάπτει, με την σειρά του, τις δημοκρατικές «αντηρίδες» του σύγχρονου Κράτους Δικαίου υπό τις εξής δύο, πρωτίστως, εκδοχές: Πρώτον, η ιδιωτική πρωτοβουλία εξελίσσεται, σε μεγάλο βαθμό, πέρα και έξω από την ρυθμιστική επιρροή δημοκρατικώς διαμορ­φωμένων κανόνων δικαίου κρατικής προέλευσης. Εξελίσσεται δηλαδή, και μάλιστα με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση, υπό την ρυθμιστική επιρροή ατελών κανόνων δικαίου άγνωστης και, εν πάση περιπτώσει, μη δημοκρατικώς δομημένης προέλευσης. Επέκεινα, η «αρμοδιότητα» των κρατικών οργάνων, κατά την ανάπτυξη της δράσης τους, χάνει σταδιακώς όχι μόνο την κανονιστική της δύ­ναμη αλλά και την απαραίτητη σύνδεσή της με τους, δημοκρα­τικής θεσμικής καταγωγής, πυλώνες στήριξης του Κράτους Δικαίου και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και, δεύτερον, η κατά τ’ ανωτέρω, μειωμένη πλέον, δημοκρατική νο­μιμοποίηση της «αρμοδιότητας» των κρατικών οργάνων έχει άμεση επίπτωση πάνω στην αντίστοιχη δημοκρατική νομιμοποί­ηση αυτών τούτων των κρατικών οργάνων-φορέων της «αρμοδιότητας». Υπό την έννοια, ότι αντιστοίχως μειωμένη εμφανίζε­ται και η δημοκρατική νομιμοποίηση των οργάνων τούτων, με όλες τις εντεύθεν αρνητικές συνέπειες ως προς την αναγνώριση του κύρους τους και την γενικευμένη αποδοχή της εξουσίας τους εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου.

 

 

[1] Από το κολοσσιαίο, κυριολεκτικώς, φιλοσοφικό έργο του Kant η επιλογή για τις επισημάνσεις που έπονται βασίζεται στα συγγράμματά του αναφορικά με την «Κριτική του Καθαρού Λόγου»Kritik der reinen Vernunft», 1781 και δεύτερη, εκτενώς αναθεωρημένη, έκδοση 1787, «Κριτική του Καθαρού Λόγου», τ. Α΄και Β΄, μετ. Αναστασίου Γιανναρά, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1977, 1979), με την «Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών»Grundlegung zur Metaphysik der Sitten»,1785, «Θεμελίωση της Μεταφυσικής των Ηθών», μετ. Κωνσταντίνου Ανδρουλιδάκη, εκδ. Σμίλη, 2013), με την «Κριτική του Πρακτικού Λόγου» («Kritik der praktischen Vernunft», 1788, «Κριτική του Πρακτικού Λόγου», μετάφραση-σημειώσεις-επιλεγόμενα, Κωνσταντίνου Ανδρουλιδάκη, εκδ. Εστία, 5η έκδ., Αθήνα, 2012), και με την «Κριτική της Κριτικής Ικανότητας» («Kritik der Urteilskraft», 1790, «Κριτική της Κριτικής Ικανότητας», μετ. Χάρης Τασάκος, 2η έκδ., Ροές, Αθήνα, 2005).

[2] Μετ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, in «Συλλογή κειμένων», εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1989. Η μελέτη αυτή του Kant δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Berlinische Monatsschrift, Δεκέμβριος 1784. Πρβλ. Immanuel Kant, «Δοκίμια», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Ε.Π. Παπανούτσου, εκδ. Δωδώνη, 1971: «Απόκριση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός;», σελ. 42 επ.

[3] Βλ. «De Revolutionibus Orbium Coelestium libri VI» (1η έκδ. 1543, Nuremberg).

[4] Είχε προηγηθεί, αιώνες πριν, ο Αρίσταρχος ο Σάμιος (310-230 π.Χ.).

[5] Βλ. ιδίως «Mysterium Cosmographicum», Tübingen, 1596.

[6] Πρέπει να επισημανθεί η επιρροή που άσκησε στο έργο του Johannes Kepler ο Tycho Brahe, κυρίως μέσω των έργων του «De Nova et Nullius Aevi Memoria Prius Visa Stella», 1573 και «De Mundi Aetherei Recentioribus Phaenomenis», 1588.

[7] Βλ., ιδίως, «Philosophiae Naturalis Ρrincipia Mathematica», Londini, 1687.

[8] Βλ., π.χ., «Essays, Moral and Political», Edinburgh, 1741.

[9] «Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου», Amsterdam, 1762. Μετ. Φώντας Κονδύλης, εκδ. Δαμιανός, Αθήνα, 1986.

[10] Ορισμένες από τις αναλύσεις που ακολουθούν περιλαμβάνονται στην μελέτη μου «Το “μετέωρο βήμα” της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας», εκδ. Gutenberg, Αθήνα, 2021, σελ. 37 επ., με περισσότερες και πιο εκτενείς βιβλιογραφικές αναφορές.

[11] Για την σκέψη του John Locke βλ., ιδίως, τα έργα του «An Essay concerning Human Understanding», 1689,(«Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Χρήστου Ξανθόπουλου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016), «Two Treatises of Government», 1689, («Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως. Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίας», εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια Πασχάλη Κιτρομηλίδη, έκδ. Πόλις, 2η έκδ., Αθήνα, 2010), «A Letter concerning Toleration», 1689, («Επιστολή για την Ανεξιθρησκεία», μετ. Γιάννης Πλάγγεσης, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1998).

[12] «Lettres persanes», 1721, («Περσικές επιστολές», μετ. Νίκη Μολφέτα, Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1998), «Considérations sur les causes de la grandeur des Romains et de leur cadence», 1734, («Εκτιμήσεις για τα αίτια του μεγαλείου και της παρακμής των Ρωμαίων», μετ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2009), «De l’Esprit des Lois», 1750, («Το πνεύμα των Νόμων», τ. Α΄και Β΄, μετ. Κωστής Παπαγιώργης και Παναγιώτης Κονδύλης, εκδ. Γνώση, Αθήνα ,1994).

[13] «De la Liberté des Anciens comparée à celle des Modernes», 1819, («Περί της ελευθερίας των αρχαίων εν συγκρίσει προς εκείνη των νεοτέρων»). Πρβλ. «Περί ελευθερίας και ελευθεριών», εισ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης, μετ. Ε. Κόλλια και Τ. Δαρβέρης, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2000.

[14] «De la Démocratie en Amérique», 1835 («Η Δημοκρατία στην Αμερική», μετ. Βασίλης Λ. Καζαντζής, εκδ. Καραβίας, Αθήνα 1987), «LAncien Régime et la Révolution», 1856, («Το παλαιό καθεστώς και η Επανάσταση», μετ. Ανδρέας Παππάς, πρόλογος Πασχάλης Κιτρομηλίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006).

[15] Από την πιο πρόσφατη βιβλιογραφία βλ., εντελώς ενδεικτικά, Β. Βουτσάκη, «Ο λαός των διαβόλων: Ένα επιχείρημα για τις σχέσεις ηθικής και δικαίου», περιοδικό «Δευκαλίων», τ. 36/1-2, «Η φιλοσοφία του Kant II», 2022.

[16]  Βλ., ιδίως, «Reine Rechtslehre», 1934, 2η έκδ., 1960 και «General Theory of Law and State», New York, 1961.

[17] «The Concept of Law», 3η έκδ., με εισαγωγή του Leslie Green και επίμετρο, από την 2η έκδ., των Penelope A. Bulloch και Joseph Raz, Oxford University Press, Oxford, 2012.

[18] «Law and Value in Adjudication», in «The Authority of Law», Oxford University Press, 1979, ιδίως σελ. 180 επ.

[19] «Positivism and the Inseparability of Law and Morals», New York University Law Review, 83, 2008, σελ. 1025 επ., Scott Shapiro, «Legality», The Belknap Press of Harvard University Press, 2011.

[20] Βλ., ιδίως, «Taking Rights Seriously», Harvard University Press, 1977, σελ. 81 επ. και «Law’s Empire», Harvard University Press, 1986.

[21] «Ο νομικός θετικισμός και οι πολυσχιδείς σχέσεις Δικαίου και Ηθικής», in «Η επιστροφή της Ηθικής, παλαιά και νέα ερωτήματα», επιμ. Κώστας Σπαθαράκης και Σταύρος Ζουμπουλάκης, εκδ. Άρτος Ζωής, Συναντήσεις, 3, 2013, σελ. 553.

[22] Βλ. «Die Actio des römischen Civilrechts des heutigen Rechts», Düsseldorf, 1856.

[23] Όπ.παρ.

[24] «Geist des Römischen Rechts», ΙΙΙ, 1865.

[25] Βλ. H.L.A. Hart, «Essays on Bentham», Clarendon Press, Oxford, 1982, σελ. 164 επ.

[26] «Rights in Legislation», in PMS Hacker – J. Raz (επιμ.), «Law, Morality and Society», Clarendon Press, Oxford, 1977, σελ. 189 επ.

[27] «Pandekten», Ι., 1893.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

1 × four =