Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Εθνικά Συντάγματα

Γιώργος Κατρούγκαλος, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο ΔΠΘ

Εισαγωγικές παρατηρήσεις. 2

Ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης. 2

Abstract της Έκθεσης. 2

Ψήφισμα.. 2

Β. Αιτιολογική έκθεση του εισηγητή  Γιώργου Κατρούγκαλου. 9

  1. Εισαγωγή. 9
  2. Η θέση της ΕΣΔΑ στις εθνικές έννομες τάξεις. 10

2.1. Από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου: οι παραδοσιακές μονιστικές και δυϊστικές προσεγγίσεις  11

2.2. Η ευθύνη των κρατών να εφαρμόζουν τις συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. 12

2.3. Το καθεστώς των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα εθνικά συντάγματα. 13

2.4. Η θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ στα εθνικά νομικά συστήματα. 14

2.5. Ο αναδυόμενος πολυεπίπεδος συνταγματισμός στην Ευρώπη: εθνικά συντάγματα, δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΕΣΔΑ.. 15

  1. Τα εθνικά συντάγματα και η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.. 16

3.1. Νομική υποχρέωση εκτέλεσης αποφάσεων του ΕΔΔΑ.. 16

3.2. Πιθανές συγκρούσεις για την υπεροχή του Συντάγματος στην εθνική έννομη τάξη και την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ.. 18

3.3. Δικαστικός διάλογος μεταξύ του ΕΔΔΑ και των ανώτατων δικαστηρίων. 19

  1. Εκτέλεση και εξέταση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ: μερικά πρόσφατα παραδείγματα. 20

4.1. Πολωνία. 20

4.2. Το Ηνωμένο Βασίλειο. 23

  1. Πληροφορίες που ελήφθησαν από τα εθνικά κοινοβούλια και ακροάσεις. 24

5.1. Τα αποτελέσματα από το ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησαν στα εθνικά κοινοβούλια  24

5.2. Ακροάσεις. 24

  1. Συμπεράσματα. 27

Παράρτημα: Απαντήσεις των εθνικών κοινοβουλίων. 29

Α. Εισαγωγή. 29

  1. Σύνοψη των απαντήσεων που δόθηκαν ως απάντηση στο ερωτηματολόγιο. 29
  2. Σύμφωνα με το εθνικό Σύνταγμα, ποια είναι η ιεραρχική θέση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) σε σχέση με το Σύνταγμα; 29
  3. Στο Σύνταγμα υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ΕΣΔΑ και στους κανόνες του διεθνούς δικαίου που σχετίζονται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων; 32
  4. Υπάρχει νομολογία για τη σχέση Συντάγματος και ΕΣΔΑ, σε περίπτωση σύγκρουσης κανόνων; 32
  5. Σε περίπτωση που η χώρα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει νομολογία σχετικά με τη σχέση μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΕΣΔΑ; 34

 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις: Αναγνώριση του πολυεπίπεδου συνταγματισμού από το Συμβούλιο της Ευρώπης

Το Ψήφισμα και η Έκθεση που ακολουθούν υιοθετήθηκαν από την Ολομέλεια της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, μετά από πρόταση μου (motion) για τη συζήτησή τους. Από όσο γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που σε παρόμοιο Ψήφισμα του Συμβουλίου της Ευρώπης γίνεται αναφορά στο εξηγητικό σχήμα του πολυεπίπεδου συνταγματισμού για τον προσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ εθνικών Συνταγμάτων, Ευρωπαϊκού Δικαίου και Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Ειδικότερα, κατά το Ψήφισμα, «ένα νέο είδος συνεργικής έννομης τάξης έχει αναδυθεί στην Ευρώπη, μέσω του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επίπεδο Συμβουλίου της Ευρώπης. Η συνέργεια αυτή μερικές φορές προσδιορίζεται ως πολυεπίπεδος συνταγματισμός (multilevel constitutionalism) ή συντονιστικός συνταγματισμός (coordinated constitutionalism)» .

Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται δεκτό ότι «δεν υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ του ΕΔΔΑ, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων ή μεταξύ της Σύμβασης, του δικαίου της ΕΕ και των εθνικών συνταγμάτων, κατά την παραδοσιακή προσέγγιση της ιεραρχίας των κανόνων στο εθνικό συνταγματικό πλαίσιο. Πράγματι, οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής μιας τέτοιας ιεραρχίας είναι προβληματική και αλυσιτελής». (…)  «Ενώ καθένα από αυτά τα δικαστήρια είναι ανώτατο στη δική του έννομη τάξη, οι αποφάσεις τους, ακριβώς όπως οι έννομες τάξεις τους, τέμνονται και αλληλεπιδρούν. Ως μέρος του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, κάθε δικαστήριο αναγνωρίζει τις αποφάσεις του άλλου στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι αποφάσεις σέβονται τις αμοιβαία συμφωνημένες θεμελιώδεις αρχές

Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση θεωρεί, περαιτέρω,  ότι «ένα σύστημα αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των δικαιοδοσιών αυτών λειτουργεί γενικά καλά, εφόσον υφίσταται μια επικαλυπτόμενη συναίνεση (overlapping consensus)  στα τρία επίπεδα – Συμβούλιο της Ευρώπης, ΕΕ και  εθνικών συστημάτων. Ωστόσο, δεν λειτουργεί όταν, ενίοτε, προκύπτουν σοβαρές εντάσεις. Για παράδειγμα, έχουν προκύψει παρόμοιες εντάσεις σε σχέση με την κρίση του κράτους δικαίου σε ορισμένα κράτη» (…) Η Συνέλευση θεωρεί, περαιτέρω, ότι, «αντί για την αναζήτηση μιας μοναδικής, ενιαίας λύσης σε περίπλοκα συνταγματικά ζητήματα, είναι σημαντικό να βρεθούν τρόποι για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές και υπερεθνικές αρχές συνεργάζονται αποτελεσματικά και επικοινωνούν. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης πρέπει να αποδεχθεί ότι τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια μπορούν να υπερασπίζονται αποκλίσεις από τα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απαιτούνται από τη Σύμβαση, όπως ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ.»

Τα κράτη μέλη δεσμεύονται από με οριστικές δεσμευτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης. «Εθνικές νομοθετικές ή συνταγματικές ρυθμίσεις δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις αυτές.» Σε κάθε περίπτωση, «(πρέπει να προτιμάται) η επιδίωξη από τα εθνικά δικαστήρια, στο μέτρο του δυνατού, της εναρμόνισης αντικρουόμενων διατάξεων μέσω της ερμηνείας έναντι οποιασδήποτε αυστηρής ιεράρχησης κανόνων που καταλήγει να μην εφαρμόσει είτε το εσωτερικό δίκαιο είτε την ΕΣΔΑ».

Ακολουθούν τα σχετικά κείμενα του Συμβουλίου της Ευρώπης σε δική μου, μη επίσημη μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο.  Περιλαμβάνεται επίσης ερωτηματολόγιο, στο οποίο οι νομικές υπηρεσίες των κρατών-μελών του Συμβουλίου απαντούν σε σειρά σχετικών ερωτήσεων για τη σχέση της εθνικής έννομης τάξης με τις υπερκείμενες ευρωπαϊκές, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Οφείλω ευχαριστίες στην Γραμματεία της Νομικής Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης και ιδίως στην κυρία Έλλη Χούριγκαν για την βοήθεια τους κατά τη σύνταξη και τη συζήτησή τους.

 

Ψήφισμα της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης

Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και Εθνικά Συντάγματα

Έγγραφο 15741 11 Απριλίου 2023

Εισηγητής: Γιώργος ΚΑΤΡΟΥΓΚΑΛΟΣ, Ελλάδα, Ενωμένη Ευρωπαϊκή Αριστερά

Abstract της Έκθεσης [1]

Η ανάγκη για την έκθεση αυτή προέκυψε λόγω της αυξανόμενης διασύνδεσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με δεδομένη την απουσία σαφούς συνταγματικής ιεραρχίας μεταξύ αυτών των δικαιοδοσιών, αναδείχθηκε μία μορφή «πολυεπίπεδου συνταγματισμού». Μολονότι προκύπτουν περιπτώσεις σύγκρουσης ή έντασης μεταξύ των διαφορετικών έννομων τάξεων, είναι σημαντικό οι λύσεις σε παρόμοιες συγκρούσεις να σέβονται τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών, καθώς και την αξιοπιστία και τη νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως το διεθνές δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης.

Θα πρέπει να βρίσκονται  εποικοδομητικοί τρόποι για την αποφυγή συγκρούσεων μεταξύ των δικαιοδοσιών των διαφορετικών νομικών συστημάτων  και να διασφαλιστεί ότι μπορεί να διεξαχθεί ουσιαστικός διάλογος μεταξύ των δικαστηρίων, όταν προκύπτουν συγκρούσεις. Αυτοί περιλαμβάνουν βελτιωμένους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση της αμοιβαίας κατανόησης, του αμοιβαίου σεβασμού και του διαλόγου μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Απαιτούνται επίσης μέτρα  για να διασφαλιστεί ότι τα εθνικά δικαστήρια δεσμεύονται από τη νομολογία του ΕΔΔΑ κατά την εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε εθνικό επίπεδο – μεταξύ άλλων μέσω της  ανταλλαγής των σχετικών εκδόσεων του Δικαστηρίου σε όλες τις γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ψήφισμα

Α.

  1. Η Συνέλευση υπογραμμίζει ότι ένας από τους στόχους του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη βαθύτερης ενότητας μεταξύ των κρατών μελών του, στη βάση κοινών αξιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά καιρούς ωστόσο προκύπτει σύγκρουση μεταξύ των εθνικών συνταγματικών διατάξεων και των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα («ΕΣΔΑ» ή «Σύμβαση»). Περαιτέρω πιθανές συγκρούσεις μπορεί επίσης να υπάρξουν μεταξύ της ΕΣΔΑ, των εθνικών συνταγματικών συστημάτων και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΕΕ»).
  2. Η πλήρης εφαρμογή της Σύμβασης και η τήρηση της εθνικής συνταγματικής τάξης δεν βρίσκονται σε αντίθεση η μία προς την άλλη, αλλά σε πλήρως συμπληρωματική σχέση. Η Συνέλευση θεωρεί ότι προτεραιότητα του Συμβουλίου της Ευρώπης πρέπει να είναι η ενίσχυση της νομικής και ηθικής νομιμοποίησης της ΕΣΔΑ. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης να αναζητήσουν καινοτόμα εργαλεία που είναι απαραίτητα για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της Σύμβασης, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας, το περιθώριο εκτίμησης και τον αμοιβαίο σεβασμό των εθνικών συνταγματικών συστημάτων. Τα κράτη μέλη απολαμβάνουν περιθώριο εκτίμησης κατά την εφαρμογή των προτύπων (standards ) της Σύμβασης σε εθνικό επίπεδο, με την επιφύλαξη της ελεγκτικής δικαιοδοσίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΔΑ»), καθήκον του οποίου είναι να ερμηνεύει τη Σύμβαση και να διασφαλίζει την τήρηση των δεσμεύσεων που απορρέουν από αυτήν για τα συμβαλλόμενα κράτη.
  3. Η Συνέλευση θεωρεί ότι δεν υφίσταται ιεραρχική σχέση μεταξύ του ΕΔΔΑ, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ») και των εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων ή μεταξύ της Σύμβασης, του δικαίου της ΕΕ και των εθνικών συνταγμάτων, κατά την παραδοσιακή προσέγγιση της ιεραρχίας των κανόνων στο εθνικό συνταγματικό πλαίσιο. Πράγματι, οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής μιας τέτοιας ιεραρχίας θα ήταν προβληματική και αλυσιτελής. Ωστόσο, η Συνέλευση θεωρεί ότι χρειάζεται να υπάρξει εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ των δικαιοδοτικών θεσμών και οι διαφορετικές δικαιοδοσίες πρέπει να σέβονται και να αναγνωρίζουν τους αντίστοιχους ρόλους, τις αρμοδιότητες και τις σφαίρες εμπειρογνωμοσύνης των άλλων.
  4. Η Συνέλευση θεωρεί επίσης ότι δεν είναι αναγκαίο να επιδιώκεται πάση θυσία η πλήρης αποφυγή συγκρούσεων ή αντικρουόμενων ερμηνειών μεταξύ των διαφορετικών δικαιοδοσιών. Σε γενικές γραμμές, τέτοιες συγκρούσεις, ενώ φαίνονται προβληματικές όταν εκδηλώνονται, μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη της δικαστικής σκέψης και του δικαστικού διαλόγου. Άλλωστε, όταν αναζητούνται λύσεις μέσα από τον εποικοδομητικό διάλογο, η εστίαση είναι στην επίλυση του νομικού ζητήματος και όχι στην αμφισβήτηση του άλλου νομικού συστήματος.
  5. Η Συνέλευση υπενθυμίζει ότι ένα παρόμοιο σύστημα αμοιβαίου σεβασμού λειτουργεί γενικά καλά, εφόσον υφίσταται μια επικαλυπτόμενη συναίνεση (overlapping consensus) στα τρία επίπεδα – Συμβούλιο της Ευρώπης, ΕΕ και εθνικών συστημάτων. Ωστόσο, δεν λειτουργεί όταν, ενίοτε, προκύπτουν σοβαρές εντάσεις. Για παράδειγμα, έχουν προκύψει παρόμοιες εντάσεις σε σχέση με την κρίση του κράτους δικαίου σε ορισμένα κράτη. Εντάσεις προκύπτουν επίσης όταν υπάρχουν σημαντικές πολιτικές αποκλίσεις για τον προσδιορισμό του καλύτερου αποτελέσματος για τους πολίτες μιας χώρας ενώπιον σημαντικών οικονομικών, κοινωνικών ή περιβαλλοντικών προκλήσεων ή αμφισβήτησης των υφιστάμενων δομών εξουσίας. Αυτά είναι τις περισσότερες φορές εγγενώς πολιτικά ζητήματα. Όμως, λόγω της έλλειψης συνταγματικής ιεραρχίας μεταξύ των διαφορετικών συνόλων νομικών κανόνων (εθνικό, ΕΣΔΑ, ΕΕ), και την  έλλειψη θεσμικών οδών αντιμετώπισης και επίλυσης τέτοιων διαφωνιών, παρόμοια πολιτικά προβλήματα καθίστανται νομικά.
  6. Πράγματι, έχουν υπάρξει στο παρελθόν συγκρούσεις ανάμεσα στις εθνικές συνταγματικές διατάξεις και τις απαιτήσεις του δικαίου της ΕΕ και της νομολογίας του ΔΕΕ. Η συλλογιστική και η προσέγγιση που εφαρμόσθηκε στην προσπάθεια επίλυσης συγκρούσεων μεταξύ της ερμηνείας του ΔΕΕ του δικαίου της ΕΕ και του δικαίου των κρατών μελών της ΕΕ, μπορεί να είναι διδακτική ως έμπνευση για πιθανά εργαλεία για την επίλυση συγκρούσεων σε επίπεδο ΕΣΔΑ. Επιπλέον, πιθανές συγκρούσεις θα μπορούσαν να προκύψουν ως αποτέλεσμα της προσχώρησης της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, ιδίως λόγω ορισμένων από τις ειδικές απαιτήσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ μετά τη γνωμοδότηση 2/13 του ΔΕΕ, και τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως μέρος των συνεχιζόμενων εργασιών για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ.
  7. Η Συνέλευση θεωρεί ότι ένα νέο είδος συνεργικής έννομης τάξης έχει αναδυθεί στην Ευρώπη, μέσω του σχεδίου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επίπεδο Συμβουλίου της Ευρώπης. Η συνέργεια αυτή μερικές φορές προσδιορίζεται ως πολυεπίπεδος συνταγματισμός (multilevel constitutionalism) ή συντονιστικός συνταγματισμός (coordinated constitutionalism). Οι όροι αυτοί δηλώνουν ότι δεν υφίσταται ιεραρχία ούτε μεταξύ των διαφορετικών συστατικών στοιχείων αυτής της πολυεπίπεδης τάξης – της ΕΕ, της ΕΣΔΑ και των εθνικών συνταγμάτων, ούτε μεταξύ των αντίστοιχων (ανώτατων) δικαστηρίων τους – του ΔΕΕ, του ΕΔΔΑ και των εθνικών ανώτατων ή συνταγματικών δικαστηρίων. Ενώ καθένα από αυτά τα δικαστήρια είναι ανώτατο στη δική του έννομη τάξη, οι αποφάσεις τους, ακριβώς όπως οι έννομες τάξεις τους, τέμνονται και αλληλεπιδρούν. Ως μέρος του πολυεπίπεδου συνταγματισμού, κάθε δικαστήριο αναγνωρίζει τις αποφάσεις του άλλου στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές οι αποφάσεις σέβονται τις αμοιβαία συμφωνημένες θεμελιώδεις αρχές. Η Συνέλευση ευνοεί μια τέτοια προσέγγιση που βασίζεται στη συμπληρωματικότητα και τον αμοιβαίο σεβασμό.
  8. Η Συνέλευση σημειώνει ότι υφίστανται διαφορετικά συνταγματικά πρότυπα και ακόμη περισσότεροι τρόποι με τους οποίους τα ανθρώπινα δικαιώματα εφαρμόζονται, στην πράξη, στα κράτη μέλη. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Διαφορετικά μοντέλα (μονιστικά ή δυϊστικά) μπορούν να είναι επιτυχή στην υλοποίηση των υποχρεώσεων εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο Συμβούλιο της Ευρώπης έχουμε πολλά διαφορετικά συνταγματικά μοντέλα και προσεγγίσεις. Η Συνέλευση ενθαρρύνει τα βήματα προς την βελτίωση της αμοιβαίας κατανόησης και του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ αυτών των διαφορετικών συνταγματικών μοντέλων, σημειώνοντας ότι κατά την εξέταση θεμάτων συνταγματικής φύσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλοί διαφορετικοί παράγοντες για την κατανόηση των θεσμικών, πολιτιστικών, νομικών και ιστορικών συνθηκών στο πλαίσιο κάθε συστήματος.
  9. Η Συνέλευση θεωρεί ότι, αντί για την αναζήτηση μιας μοναδικής, ενιαίας λύσης σε περίπλοκα συνταγματικά ζητήματα, είναι σημαντικό να βρεθούν τρόποι για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές και υπερεθνικές αρχές συνεργάζονται αποτελεσματικά και επικοινωνούν. Ωστόσο, η Συνέλευση σημειώνει ότι αυτό δεν σημαίνει ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης πρέπει να αποδεχθεί ότι τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια μπορούν να υπερασπίζονται αποκλίσεις από τα πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απαιτούνται από τη Σύμβαση, όπως ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ.
  10. Η Συνέλευση υπογραμμίζει το σαφή και αναμφισβήτητο χαρακτήρα της υποχρέωσης των κρατών μελών να συμμορφώνονται με τις οριστικές δεσμευτικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ, δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης, και υπογραμμίζει ότι οι εθνικές νομοθετικές ή συνταγματικές ρυθμίσεις δεν αποτελούν βάσιμη δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση προς τις αποφάσεις αυτές. Η Συνέλευση καλεί τις εθνικές κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια και τα δικαστήρια να προσεγγίσουν τα ζητήματα αυτά με εποικοδομητικό τρόπο, προκειμένου να βρουν έγκαιρες, πρακτικές λύσεις σε τυχόν πιθανές νομικές διαφορές.
  11. Η Συνέλευση υπενθυμίζει ότι, γενικά, οι εντάσεις που δημιουργούνται τείνουν να σχετίζονται περισσότερο με την ερμηνεία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων της Σύμβασης από το ΕΔΔΑ και από τα εθνικά δικαστήρια σε μια δεδομένη υπόθεση, παρά σε σχέση με διαφωνίες σχετικά με τα δικαιώματα της Σύμβασης αυτά καθ’εαυτά. Η Συνέλευση προτείνει στα εθνικά συνταγματικά και ανώτατα δικαστήρια να επιδιώξουν, όπου είναι δυνατόν, να ευθυγραμμίσουν την ανάλυσή τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα με την αναλυτική προσέγγιση που ακολουθεί το ΕΔΔΑ. Παρόμοια προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τη διασφάλιση μιας συνεπούς προσέγγισης μεταξύ των δικαιοδοσιών και για την αποφυγή περιττών συγκρούσεων. Η Συνέλευση θεωρεί ότι η επιδίωξη από τα εθνικά δικαστήρια, στο μέτρο του δυνατού, της εναρμόνισης αντικρουόμενων διατάξεων μέσω της ερμηνείας πρέπει να προτιμάται έναντι οποιασδήποτε αυστηρής ιεράρχησης κανόνων που καταλήγει να μην εφαρμόσει είτε το εσωτερικό δίκαιο είτε την ΕΣΔΑ.
  12. Η Συνέλευση θεωρεί ότι μπορούν να γίνουν περισσότερα για να βελτιωθεί η γνώση και η εξοικείωση των εθνικών δικαστών με τη νομολογία του ΕΔΔΑ και ο βαθμός στον οποίο οι εθνικοί δικαστές –και ιδίως οι ανώτερες δικαιοδοσίες– συνδιαλέγονται με το ΕΔΔΑ κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των δικαιωμάτων της Σύμβασης στο εθνικό πλαίσιο. Αυτό όχι μόνο θα βελτιώσει την ομοιόμορφη εφαρμογή των δικαιωμάτων της Σύμβασης σε ολόκληρη την εδαφική περιοχή του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά θα διασφαλίσει επίσης ότι ορθές νομικές εκτιμήσεις λαμβάνονται υπόψη από τα εθνικά δικαστήρια, με βαθύτερη κατανόηση των πραγματικών, νομικών, πολιτιστικών και ουσιαστικών συνθηκών στο κράτος τους. Κάτι τέτοιο είναι σημαντικό, διότι η συλλογιστική του ΕΔΔΑ χρειάζεται συχνά να εφαρμόζεται σε πολύ συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες και ιδιαίτερες περιστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης. Επιπλέον, μια τέτοια προσέγγιση συμβάλλει στη βελτίωση του επιπέδου του δικαστικού διαλόγου και, επομένως, της ποιότητας των αποφάσεων τόσο του ΕΔΔΑ όσο και των εθνικών δικαστηρίων, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι αυτές βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό.
  13. Υπό αυτό το πρίσμα, η Συνέλευση υπενθυμίζει τη χρησιμότητα διατάξεων όπως αυτή που περιέχεται στην ενότητα 2 του Νόμου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Ηνωμένου Βασιλείου (Human Rights Act), οι οποίες απαιτούν από τα δικαστήρια να «λαμβάνουν υπόψη» τη νομολογία του ΕΔΔΑ που σχετίζεται με το θέμα που τους αντιμετωπίζει. Μια παρόμοια προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει τα εθνικά δικαστήρια στην αποτελεσματική και ταχεία επίλυση θεμάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εθνικό επίπεδο, με την ορθή εφαρμογή της συλλογιστικής του ΕΔΔΑ, αποφεύγοντας έτσι την προσφυγή στην ελεγκτική δικαιοδοσία του τελευταίου. Παρόμοια τακτική θα διευκολύνει το ΕΔΔΑ να θεωρήσει ότι ακολουθήθηκε από τα εθνικά δικαστήρια η ορθή νομική ανάλυση, και να υποβοηθηθεί έτσι στον προσδιορισμό του περιθωρίου εκτίμησης. Μπορεί επίσης να οδηγήσει σε βελτιωμένο δικαστικό διάλογο μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ και, ως εκ τούτου, στην αποφυγή πιθανών συγκρούσεων μεταξύ τους.
  14. Η Συνέλευση επαναλαμβάνει τη σημασία του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των διαφόρων δικαστικών οργάνων και τη σημασία του δικαστικού διαλόγου για τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας του δικαστικού συλλογισμού και για την εξασφάλιση εποικοδομητικών λύσεων σε ενδεχόμενες συγκρούσεις μεταξύ δικαιοδοσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η Συνέλευση σημειώνει τη σημασία τόσο του επίσημου δικαστικού διαλόγου, με τη μορφή της έκδοσης αποφάσεων από τα αντίστοιχα δικαστήρια, όσο και του άτυπου δικαστικού διαλόγου για τη βελτίωση της αμοιβαίας κατανόησης και του σεβασμού.
  15. Η Συνέλευση υπενθυμίζει τη θετική εξέλιξη της θέσπισης και λειτουργίας του Δικτύου Ανωτάτων Δικαστηρίων (SCN) ως βήματος διαλόγου και ανταλλαγής εμπειριών σχετικά με τη νομολογία της Σύμβασης και το συγκριτικό δίκαιο, και χαιρετίζει την περαιτέρω εμπλοκή των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ για τη βέλτιστη χρήση αυτού του δικτύου. Η Συνέλευση ενθαρρύνει την ανάπτυξη εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων (συνέδρια, διαδικτυακά σεμινάρια, επισκέψεις μελέτης και αποσπάσεις) για να διασφαλιστεί η βελτιωμένη αμοιβαία κατανόηση μεταξύ του ΕΔΔΑ και των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων, έτσι ώστε τα αντίστοιχα δικαστήρια να είναι σε θέση να κατανοήσουν το πλαίσιο και την προοπτική των κρίσεων του άλλου και να βρουν τις κατάλληλες δυνατότητες για την ευθυγράμμιση της δικαστικής κατανόησης. Χαιρετίζει το πρόσφατο άνοιγμα του SCN στο ΔΕΕ και στα περιφερειακά δικαστήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τη δυνατότητα που τους δόθηκε να συμμετέχουν ως παρατηρητές σε αυτό και ενθαρρύνει περαιτέρω ανάλογες κινήσεις.
  16. Η Συνέλευση σημειώνει ότι το σύστημα συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων του ΕΔΔΑ που προβλέπεται από το Πρωτόκολλο αριθ. 16 θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για την επίλυση πιθανών συγκρούσεων μεταξύ των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ και για τη βελτίωση του δικαστικού διαλόγου Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι μόνο 19 κράτη μέλη έχουν επικυρώσει το Πρωτόκολλο και ότι μόνο επτά αιτήσεις για συμβουλευτική γνώμη έχουν υποβληθεί μέχρι στιγμής από τα εθνικά δικαστήρια.
  17. Η Συνέλευση υπενθυμίζει τον χρήσιμο ρόλο που διαδραματίζει η Επιτροπή της Βενετίας στην επίλυση πιθανών συγκρούσεων, ιδίως εκείνων που σχετίζονται με το συνταγματικό δίκαιο ή με διατάξεις συνταγματικού χαρακτήρα. Η Συνέλευση αναγνωρίζει την εμπειρογνωμοσύνη της Επιτροπής της Βενετίας σε σχέση με συνταγματικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της συγκρότησης των δικαστηρίων και της εκλογής δικαστών, και καλεί όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις γνώμες της Επιτροπής της Βενετίας για την προσέγγιση παρόμοιων πολύπλοκων ζητημάτων.
  18. Η Συνέλευση παρακολουθεί τις συνεχιζόμενες εργασίες για την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ και, στο πλαίσιο των εργασιών αυτών, θα ήθελε να τονίσει τη σημασία του αμοιβαίου σεβασμού και του διαλόγου μεταξύ του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ. Υπογραμμίζει ότι τα θέματα ερμηνείας των δικαιωμάτων της Σύμβασης πρέπει τελικά να καθορίζονται από το ΕΔΔΑ, ενώ το ΔΕΕ έχει τον τελευταίο λόγο για την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ.
  19. Η Συνέλευση καλεί τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να:

19.1. Συμμορφωθούν και να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την ταχεία εφαρμογή των οριστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τη σαφή και άνευ όρων υποχρέωση τους, βάσει του άρθρου 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης.

19.2. Συμμορφωθούν με τυχόν προσωρινά μέτρα που εκδίδονται από το ΕΔΔΑ, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 34 της Σύμβασης.

19.3. Αποφύγουν τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων που θα μπορούσαν να επιδεινώσουν οποιοδήποτε ενδεχόμενο σύγκρουσης μεταξύ εθνικής συνταγματικής τάξης και ΕΔΔΑ.

19.4. Να αναπτύξουν μηχανισμούς για την ενθάρρυνση της αμοιβαίας κατανόησης, του αμοιβαίου σεβασμού και του δικαστικού διαλόγου μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων, ιδίως σε σχέση με συνταγματικές διατάξεις, τονίζοντας παράλληλα ότι αυτοί οι μηχανισμοί θα πρέπει να σχεδιάζονται για να βοηθούν στην ανάπτυξη της δικαστικής σκέψης και συλλογιστικής, μετά από εποικοδομητικό διάλογο που επικεντρώνεται στην επίλυση συγκεκριμένων  νομικών ζητημάτων, αντί να δημιουργείται η εντύπωση επίθεσης κατά συγκεκριμένου νομικού συστήματος στο σύνολό του.

19.5. Να εξετάσουν το ενδεχόμενο ανάπτυξης βελτιωμένων μηχανισμών που θα διασφαλίζουν ότι τα εθνικά δικαστήρια συνδιαλέγονται αποτελεσματικά με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ώστε να εφαρμόζονται ορθά οι νομικές αξιολογήσεις προς όφελος της βαθύτερης κατανόησής των πραγματικών, νομικών, πολιτιστικών και πραγματολογικών περιστάσεων κάθε κράτους.

19.6. Να συνεργαστούν με το Συμβούλιο της Ευρώπης για την ενσωμάτωση της εφαρμογής της ΕΣΔΑ στη νομολογία και τις εθνικές δικαστικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας με τον Οργανισμό για την ανάπτυξη και την εφαρμογή νέων εργαλείων για την ενσωμάτωση της γνώσης της Σύμβασης στις εθνικές δικαστικές πρακτικές.

19.7. Να επικυρώσουν το πρωτόκολλο με αριθ. 16, ως εργαλείο επίλυσης πιθανών συγκρούσεων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και βελτίωσης της ποιότητας του δικαστικού διαλόγου, και εάν το έχουν ήδη κάνει, να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο αυτό το εργαλείο.

19.8. Να υποστηρίξουν τον δικαστικό διάλογο και την ανταλλαγή γνώσεων για θέματα της Σύμβασης μέσω του δικτύου SCN και άλλων υφιστάμενων μηχανισμών, μεταξύ άλλων προβαίνοντας σε εθελοντικές συνεισφορές στα σχετικά προγράμματα του Συμβουλίου της Ευρώπης που στοχεύουν στην ενίσχυση του SCN και στη διάθεση της πλατφόρμας ανταλλαγής γνώσεων του ΕΔΔΑ στις μη επίσημες γλώσσες.

19.9. Να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο την εμπειρογνωμοσύνη της Επιτροπής της Βενετίας, ειδικά σε συνταγματικά θέματα, προκειμένου να επιδιώξουν την πρόληψη ενδεχόμενων δυσκολιών ή την αναζήτηση εποικοδομητικών λύσεων σε πιθανά προβλήματα.

 

Β. Αιτιολογική έκθεση του εισηγητή  Γιώργου Κατρούγκαλου

1. Εισαγωγή

  1. Μετά από πρόταση μου για την ανάγκη έκδοσης απόφασης της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης με τίτλο «Ευρωπαϊκή σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα εθνικά συντάγματα»[2], που κατατέθηκε στις 25 Ιουνίου 2021, στη συνεδρίασή της που πραγματοποιήθηκε με υβριδικό τρόπο στο Παρίσι στις 5 Νοεμβρίου 2021, η Επιτροπή Νομικών Θεμάτων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («η επιτροπή») με όρισε εισηγητή επί του θέματος.
  2. Η πρόταση, της οποίας είμαι συντάκτης, υπενθυμίζει ότι «ένας από τους στόχους του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι η επίτευξη μεγαλύτερης ενότητας μεταξύ των κρατών μελών του, βασισμένη σε κοινές αξίες, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η ενότητα είναι θεμελιώδης για μια αποτελεσματική και ουσιαστική δημοκρατία που διέπεται από τις αρχές του κράτους δικαίου». Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («στο εξής το Δικαστήριο» ή «ΕΔΔΑ») είναι ο θεματοφύλακας της ordo juris communis Europae, όπως κατοχυρώνεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (στο εξής «Σύμβαση» ή «ΕΣΔΑ» ). Ενώ το άρθρο 1 της Σύμβασης απαιτεί από τα Συμβαλλόμενα Κράτη να διασφαλίζουν σε κάθε άτομο που βρίσκεται στη δικαιοδοσία τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που ορίζονται σε αυτό, δεν προβαίνει σε καμία διάκριση ως προς το είδος του σχετικού εθνικού κανόνα συμμόρφωσης, ούτε εξαιρεί οποιοδήποτε δικαιοδοσία των κρατών μελών. Ωστόσο, σε ορισμένα κράτη μέλη, τα συνταγματικά και τα ανώτατα δικαστήρια συχνά θεωρούν ότι οι συνταγματικές διατάξεις υπερισχύουν των κυρωμένων διεθνών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης.
  3. Όσοι συνυπέγραψαν την πρόταση μου, συμφωνούν ότι «η πλήρης τήρηση της Σύμβασης και της εθνικής συνταγματικής τάξης δεν είναι αντιθετική αλλά πλήρως συμπληρωματική». Μια παρόμοια προσέγγιση υφίσταται στη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς και στην ερμηνευτική προσέγγιση των ρητρών που κατοχυρώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα στα εθνικά συντάγματα, η οποία γίνεται συχνά με αναφορά στη Σύμβαση. Ως εκ τούτου, η πρόταση καλούσε την Κοινοβουλευτική Συνέλευση «να ενισχύσει περαιτέρω πολιτικά και νομικά αυτή τη θέση διερευνώντας και συγκρίνοντας τις ορθές εθνικές πρακτικές των συνταγματικών κειμένων και της εθνικής νομολογίας και προτείνοντας θεσμικές λύσεις που θα ελαχιστοποιούσαν τις τριβές μεταξύ συνταγματικών δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιώματα».
  4. Η μελέτη των πιθανών συγκρούσεων μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων και της ΕΣΔΑ έχει ομοιότητες με τη σχέση μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων και των απαιτήσεων του δικαίου της ΕΕ. Πράγματι, μετά την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ είναι επίσης πιθανό να αναπτυχθούν παρόμοιες εντάσεις μεταξύ του δικαίου της ΕΕ και της Σύμβασης (και επομένως του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ).
  5. Ως μέρος αυτής της εργασίας απέστειλα ερωτηματολόγιο στις εθνικές κοινοβουλευτικές υπηρεσίες έρευνας μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ECPRD) ζητώντας πληροφορίες για τις εθνικές αντιλήψεις για τη σχέση μεταξύ του εθνικού συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των άλλων διεθνών συμβάσεων που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ερωτηματολόγιο περιλαμβάνει ειδικές ερωτήσεις για οποιαδήποτε εθνική νομολογία επί της σχέσης μεταξύ της ΕΣΔΑ και του εθνικού συντάγματος, τον βαθμό στον οποίο τα ανώτατα ή συνταγματικά δικαστήρια αναφέρονται στη Σύμβαση όταν εκδικάζουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Περιλαμβάνεται επίσης ερώτημα για τη νομολογία για τη σχέση μεταξύ του δικαίου της ΕΕ και της ΕΣΔΑ. Μια περίληψη των απαντήσεων σε αυτό το ερωτηματολόγιο βρίσκεται στο παράρτημα της παρούσας Έκθεσης.
  6. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2022, κατά τη συνεδρίασή της στη Βέρνη, η Επιτροπή δέχθηκε σε ακρόαση την Καθηγήτρια Helen Keller, Προέδρο του Τμήματος Δημοσίου Δικαίου, Ευρωπαϊκού και Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, και της κας Simona Granata-Menghini, Γραμματέα της Επιτροπή της Βενετίας. Στις 12 Οκτωβρίου 2022, η Επιτροπή πραγματοποίησε παρόμοια ανταλλαγή απόψεων με τη συμμετοχή του καθηγητή Joseph Η. Weiler, καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Κατά τη διάρκεια αυτών των ακροάσεων διερεύνησα πιθανές καινοτόμες ιδέες, όπως, για παράδειγμα, εάν η πρόταση του καθηγητή Weiler για ένα μικτό δικαστικό σχηματισμό, με τη συμμετοχή εθνικών δικαστών και δικαστών του Δικαστηρίου της ΕΕ, που θα συντελούσε στην επίλυση συγκρούσεων αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της, θα μπορούσε αναλογικά να εφαρμοστεί και στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ.
  7. Σε αυτήν την Έκθεση, αρχικά περιγράφω τη νομική θέση της ΕΣΔΑ στα εθνικά νομικά συστήματα πριν εξετάσω την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ σε αυτά. Στη συνέχεια, εξετάζω τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ μπορεί να θίγουν τις εθνικές συνταγματικές υποχρεώσεις και επισημαίνω ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα που δείχνουν ένταση μεταξύ της νομολογίας του ΕΔΔΑ και της εθνικής έννομης τάξης. Στη συνέχεια εκθέτω εναλλακτικές προοπτικές που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της εργασίας, προτού εξαγάγω ορισμένα συμπεράσματα εστιάζοντας στη σημασία του αμοιβαίου σεβασμού και κατανόησης στη νέα συνεργική έννομη τάξη που έχει αναδυθεί στην Ευρώπη (πολυεπίπεδος ή συντονιστικός συνταγματισμός) . Αυτός ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός συνεπάγεται τον αμοιβαίο σεβασμό από τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια, το ΕΔΔΑ και το ΔΕΕ των αποφάσεων του άλλου, υπό τον όρο ότι αυτές οι αποφάσεις σέβονται τις αμοιβαία συμφωνημένες βασικές αρχές.

2. Η θέση της ΕΣΔΑ στις εθνικές έννομες τάξεις

  1. Οι διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν σαφή επίδραση στο εσωτερικό δίκαιο, καθώς επιβάλλουν υποχρεώσεις στα συμβαλλόμενα κράτη και ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ του κράτους (και των δημόσιων αρχών του) και ιδιωτικών φορέων. Αυτό εγείρει το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα και των εσωτερικών έννομων τάξεων, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών συνταγμάτων, το οποίο έχει εξεταστεί σε πολλές περιπτώσεις από την Επιτροπή της Βενετίας[3]. Το θέμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο όταν η διεθνής συνθήκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα θεσπίζει ένα δικαστικό σύστημα ελέγχου (όπως συμβαίνει με τα τρία περιφερειακά συστήματα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: ευρωπαϊκό, αμερικανικό και αφρικανικό). Σε μια τέτοια περίπτωση, όχι μόνο θα χρειαστεί να ενσωματωθεί η συνθήκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη νομολογία του αρμόδιου δικαστικού οργάνου. Σε αυτό το τμήμα, θα εξετάσω πρώτα τη σχέση μεταξύ του διεθνούς δικαίου και του εσωτερικού δικαίου – ιδίως υπό το φως των διαφορετικών μονιστικών και δυϊστικών προσεγγίσεων για την υποχρέωση εφαρμογής διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα – πριν αναλυθεί η σχέση μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων και των διεθνών συνθηκών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και, στη συνέχεια, η αναδυόμενη κατάσταση του πολυεπίπεδου συνταγματισμού στην Ευρώπη.

2.1. Από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου: οι παραδοσιακές μονιστικές και δυϊστικές προσεγγίσεις

  1. Παραδοσιακά, υφίστανται δύο κύριες προσεγγίσεις για τη σχέση μεταξύ διεθνούς και εθνικού δικαίου: η μονιστική προσέγγιση (μονισμός) και η δυϊστική προσέγγιση (δυισμός)[4].
  2. Η μονιστική προσέγγιση (μονισμός) βασίζεται στη θέση ότι το διεθνές δίκαιο και το εθνικό δίκαιο είναι δύο συστατικά στοιχεία, ή δύο διαφορετικές εκδηλώσεις, του ίδιου νομικού συστήματος[5][6][7]. Σύμφωνα με την παραδοσιακή μονιστική προσέγγιση, οι συνθήκες δεν χρειάζεται να μεταφερθούν στο εθνικό δίκαιο με εγχώριες νομικές πράξεις προκειμένου να ενσωματωθούν στην εσωτερική έννομη τάξη για να μπορούν να επικληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων χωρίς προηγούμενη μεταφορά, υπό τον όρο ότι η φύση και το περιεχόμενο της σχετικής διάταξης είναι επαρκώς σαφής (δηλαδή είναι «αυτοεκτέλεστες» [8]) Τα κράτη που ακολουθούν τη μονιστική προσέγγιση έχουν συνήθως μια «ρήτρα ενσωμάτωσης» στο Σύνταγμα ή σε άλλη νομική πράξη (π.χ. οργανικό/συνταγματικό νόμο[9]),  που ορίζει ότι το διεθνές δίκαιο ή συγκεκριμένες διεθνείς συνθήκες ή τύποι διεθνούς δικαίου αποτελούν τμήμα της εσωτερικής έννομης τάξης. Για παράδειγμα, παρόμοια ρήτρα ενσωμάτωσης περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα της Αλβανίας, της Αρμενίας, της Βουλγαρίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Λιθουανίας, της Ολλανδίας, της Πολωνίας και της Πορτογαλίας. Οι συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν συνήθως σημαντική θέση στην κανονιστική ιεραρχία στα κράτη με μονιστική προσέγγιση[10].
  3. Σύμφωνα με τη δυϊστική προσέγγιση (δυϊσμός), το εθνικό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο αποτελούν δύο αυτοτελή νομικά συστήματα, τα οποία έχουν διαφορετικά νομικά υποκείμενα και διαφορετικές πηγές. Έτσι, κατά την παραδοσιακή δυϊστική προσέγγιση, οι διεθνείς συνθήκες δεν εφαρμόζονται άμεσα στην εσωτερική έννομη τάξη. Προκειμένου οι υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε μια συνθήκη να αποκτήσουν εσωτερική έννομη ισχύ, οι διατάξεις της συνθήκης πρέπει να ενσωματωθούν στην εσωτερική έννομη τάξη μέσω τυπικού νόμου ή άλλης πηγής εθνικού δικαίου. Δεν επιτρέπεται η απευθείας επίκληση των Συνθηκών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, ενώ μπορεί να υπάρχουν διατάξεις εσωτερικού δικαίου που εμπνέονται από αυτές ή απλώς τις επαναλαμβάνουν[11]. Τρεις κύριες νομικές τεχνικές – μετασχηματισμός, προσαρμογή ή υιοθέτηση –χρησιμοποιούνται για την ένταξη του διεθνούς δικαίου στο εσωτερικό δίκαιο.[12]
  4. Οι παραδοσιακοί ιδεότυποι μονισμού και δυϊσμού αποτελούν σε μεγάλο βαθμό κατασκευάσματα του προηγούμενου αιώνα, προηγούνται δηλαδή χρονικά της ανάπτυξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και των σύγχρονων νομικών πρακτικών. Στην πραγματικότητα, ένα μονιστικό σύστημα μπορεί συχνά να απαιτεί ειδική νομοθετική δράση για την εφαρμογή των διεθνών συμβατικών υποχρεώσεων προκειμένου αυτές να ισχύουν πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο, ενώ σε ένα δυαδικό σύστημα συχνά τα εθνικά δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη το ευρύτερο διεθνές νομικό πλαίσιο. Σήμερα, πολλά κράτη συνδυάζουν στοιχεία και των δύο προσεγγίσεων εντός της έννομης τάξης τους και τα περισσότερα έχουν υιοθετήσει έναν «μικτό τύπο», με τη γενική τάση να είναι προς ένα ήπιο μονισμό (συχνά με ειδική μεταχείριση να επιφυλάσσεται στις διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα). Γενικά, οι χώρες του κοινού δικαίου, όπως οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υιοθετούν μια μονιστική προσέγγιση[13]. Πάντως, ούτε ο μονισμός ούτε ο δυϊσμός παρέχουν επαρκή απάντηση για τον προσδιορισμό των παραγόντων που επηρεάζουν την ενσωμάτωση των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό δίκαιο και οι δύο προσεγγίσεις μπορεί να είναι επιτυχείς ως προς την εφαρμογή των υποχρεώσεων που απορρέουν από διεθνείς συνθήκες[14].

2.2. Η ευθύνη των κρατών να εφαρμόζουν τις συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο

  1. Η επιλογή της σχέσης μεταξύ του διεθνούς δικαίου και της εθνικής έννομης τάξης αποτελεί κυρίαρχη απόφαση κάθε κράτους[15]. Ωστόσο, όποιο μοντέλο και αν επιλεγεί, ένα κράτος δεσμεύεται από τις υποχρεώσεις του βάσει του διεθνούς δικαίου και των γενικών αρχών του. Σε σχέση με τις συνθήκες που έχει συνάψει ένα κράτος, αυτές περιλαμβάνουν την αρχή του Pacta sunt servanda[16]. Το εσωτερικό δίκαιο ενός κράτους, συμπεριλαμβανομένου του συνταγματικού δικαίου, δεν μπορεί να επιτελέσει λόγο επίκλησης για πράξη ή παράλειψη που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο (βλ. άρθρο 27 της σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών)[17]. Εάν το κράτος δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνή συνθήκη, τότε υπέχει διεθνή ευθύνη[18].
  2. Ένα κράτος υπέχει ευθύνη για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου που ανάγονται στη συμπεριφορά οποιουδήποτε κρατικού οργάνου «είτε το όργανο ασκεί νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές ή οποιεσδήποτε άλλες λειτουργίες, όποια θέση και αν κατέχει στην οργάνωση του κράτους και ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του ως οργάνου της κεντρικής κυβέρνησης ή μιας εδαφικής ενότητας του κράτους[19].» Κατά την εφαρμογή των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, τα κράτη είναι ελεύθερα να επιλέξουν τους τρόπους και τα μέσα συμμόρφωσης προς την διεθνή υποχρέωση, υπό τον όρο ότι το αποτέλεσμα είναι σύμφωνο με αυτήν (« υποχρέωση αποτελέσματος» και όχι «υποχρέωση συμπεριφοράς» ή «υποχρέωση μέσων»[20]).

2.3. Το καθεστώς των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα εθνικά συντάγματα

  1. Το καθεστώς των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΣΔΑ, στην εσωτερική έννομη τάξη διαφέρει από χώρα σε χώρα. Ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις περιέχουν ρητή αναφορά στο καθεστώς των διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε άλλα, το καθεστώς τους πρέπει να συνάγεται από τους εσωτερικούς κανόνες που αφορούν το διεθνές δίκαιο γενικά. σε άλλες πάλι, η εθνική έννομη τάξη δεν περιέχει νομικούς κανόνες ως προς το νομικό καθεστώς των διεθνών συνθηκών[21].
  2. Όπως φαίνεται από το Παράρτημα που περιέχει μια περίληψη των αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου, όταν υπάρχει ρητή αναφορά σε διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Τείνει να υιοθετηθεί μία από τις ακόλουθες λύσεις:[22]

– το Σύνταγμα ορίζει ότι οι διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα υπερισχύουν του εσωτερικού δικαίου (π.χ. Βοσνία-Ερζεγοβίνη)[23].

– το Σύνταγμα ορίζει ότι οι συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν συνταγματικό καθεστώς (π.χ. σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής)[24].

– το Σύνταγμα ορίζει ότι οι συνθήκες (συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα) έχουν υπερνομοθετική, αλλά όχι υπερσυνταγματική ισχύ (π.χ. Αλβανία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Γαλλία, Γεωργία, Γερμανία, Ελλάδα , Δημοκρατία της Μολδαβίας,  Βόρεια Μακεδονία, Πολωνία και Ρωσική Ομοσπονδία)[25].

– η πιο πρόσφατη τάση, με[26] ή χωρίς αποτύπωση σε συγκεκριμένη συνταγματική διάταξη, είναι τα δικαστήρια να ερμηνεύουν το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των συνταγματικών διατάξεων, σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η μέγιστη προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[27]. Με αυτόν τον τρόπο, οι διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα εισάγονται στο «μπλοκ της συνταγματικότητας» και σε περίπτωση σύγκρουσης ή συρροής κανόνων, δίνεται προτεραιότητα στον πιο ευνοϊκό κανόνα για την προστασία του ατόμου.

2.4. Η θέση της νομολογίας του ΕΔΔΑ στα εθνικά νομικά συστήματα

  1. Ενώ η εστίαση είναι συχνά στην τυπική σχέση μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων και της ΕΣΔΑ, συνήθως δεν βρίσκεται εκεί η ένταση. Όπου τείνουν να προκύψουν δυσκολίες, αυτές σχετίζονται περισσότερο με τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται και εφαρμόζονται τα άρθρα της Σύμβασης από το ΕΔΔΑ από τα εθνικά δικαστήρια. Αυτό που έχει επομένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνεται η ΕΣΔΑ στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν τη νομολογία του ΕΔΔΑ κατά την εφαρμογή των δικαιωμάτων στο εσωτερικό.
  2. Από τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο, φαίνεται ξεκάθαρο ότι, ενώ σχεδόν όλα τα εθνικά δικαστήρια αναφέρονται τακτικά στη νομολογία της ΕΣΔΑ, γενικά φαίνεται να υπάρχει περιθώριο (είτε θεωρητικά, είτε στην πράξη είτε αμφότερα) να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Από πολλές απόψεις, η σχετική υστέρηση είναι αναμενόμενη δεδομένου ότι (i) η Σύμβαση αναφέρει ότι οι αποφάσεις δεσμεύουν τα μέρη στο πλαίσιο της δεδομένης υπόθεση (άρθρο 46 παράγραφος 1 ΕΣΔΑ). (ii) οι πραγματικές, νομικές και συμφραζόμενες περιστάσεις που επηρεάζουν τη συλλογιστική σε οποιαδήποτε δεδομένη απόφαση του ΕΔΔΑ μπορεί να ποικίλλουν πάρα πολύ, πράγμα που σημαίνει ότι η εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και της συλλογιστικής του ΕΔΔΑ πρέπει να γίνεται με τρόπο που λαμβάνει υπόψη το πραγματολογικό πλαίσιο της κάθε υπόθεσης. και (iii) η νομολογία και η συλλογιστική του ΕΔΔΑ μπορούν να εξελιχθούν και να αναπτυχθούν, ιδίως μέσω των ανταλλαγών με τη μορφή του δικαστικού διαλόγου μεταξύ του ίδιου και των εθνικών δικαστηρίων.
  3. Υπάρχουν ποικίλες προσεγγίσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια εξετάζουν συνεπώς τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Υπάρχουν πολλές προσπάθειες για τη βελτίωση της πρόσβασης των ημεδαπών δικαστών στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ (ειδικά εκείνες που θα μπορούσαν να είναι σχετικές με την υπόθεση που δικάζουν). Ωστόσο, όλες οι προσεγγίσεις προϋποθέτουν ότι ο δικαστής έχει κατανοήσει τόσο το εφαρμοστέο εθνικό πλαίσιο όσο και το πλαίσιο της απόφασης του ΕΔΔΑ σε κάθε δεδομένη υπόθεση. Μολονότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι εθνικοί δικαστές και μάλιστα οι δημόσιοι φορείς μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τις ερμηνείες που παρέχει το ΕΔΔΑ, θα μπορούσαν ίσως να γίνουν περισσότερα για τη διάδοση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ (π.χ. σε άλλες γλώσσες εκτός από τα αγγλικά και τα γαλλικά), για να βελτιωθεί η κατανόηση εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων της νομολογίας του ΕΔΔΑ, να εξετάζονται οι βέλτιστες πρακτικές μεταξύ των κρατών και να ενθαρρύνεται η εποικοδομητική διαλεκτική δέσμευση με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σε εθνικό επίπεδο.
  4. Υπάρχει επίσης μια σειρά από χρήσιμα εργαλεία και εργασίες (projects) του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ενσωμάτωση της της ΕΣΔΑ στις εθνικές δικαστικές πρακτικές, όπως το Δίκτυο Ανωτάτων Δικαστηρίων και η πλατφόρμα ανταλλαγής γνώσεων του ΕΔΔΑ. Η πλατφόρμα αυτή παρέχει βοηθητικές καθοδηγητικές οδηγίες και νομολογία για τη βελτίωση της ανταλλαγής γνώσεων σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων της Σύμβασης. Η διαθεσιμότητα της πλατφόρμας ανταλλαγής γνώσεων του ΕΔΔΑ σε μη επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου της Ευρώπης θα βοηθούσε σε μεγάλο βαθμό τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόσουν αποτελεσματικά τη νομολογία του ΕΔΔΑ σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο ΕΔΔΑ. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επικροτηθούν περαιτέρω εργασίες για την υποστήριξη αυτής της δραστηριότητας και να αυξηθούν οι συνεισφορές για την υποστήριξη τους.

2.5. Ο αναδυόμενος πολυεπίπεδος συνταγματισμός στην Ευρώπη: εθνικά συντάγματα, δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΕΣΔΑ

 

  1. Η κρατούσα άποψη υιοθετεί το δόγμα της συνταγματικής υπεροχής, σύμφωνα με το οποίο το σύνταγμα είναι ο ανώτατος κανόνας στην εθνική έννομη τάξη του κράτους. Ο πολλαπλασιασμός των νομικά δεσμευτικών διεθνών κανόνων, με ισχυρές κυρώσεις επιβολής (ειδικά σε περιφερειακό επίπεδο) έχει θέσει σε αμφισβήτηση την παραδοσιακή προσέγγιση της ιεραρχίας των κανόνων. Το σαφέστερο παράδειγμα παρόμοιας αμφισβήτησης σχετίζεται με την ΕΣΔΑ και επίσης με τη θέση του δικαίου της ΕΕ, δεδομένης της υπεροχής του τελευταίου ως προς τα κράτη μέλη της ΕΕ. Ως εκ τούτου, διατυπώθηκε η έννοια του «πολυεπίπεδου συνταγματισμού» ως μια προσπάθεια να επιδιωχθεί ο συμβιβασμός των πιθανών συγκρούσεων μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων, της ΕΣΔΑ και του δικαίου της ΕΕ[28].
  2. Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός αντιμετωπίζει τον ευρωπαϊκό νομικό χώρο ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα, που αποτελείται από εθνικά συντάγματα, την ΕΣΔΑ και, για τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπερεθνικές (Ευρωπαϊκή Ένωση και ΕΣΔΑ) και οι εθνικές συνταγματικές τάξεις είναι συνυφασμένες και αλληλεξαρτώμενες, αποτελούν ένα σύστημα δικαίου, που παράγει, ιδανικά, μία νομική λύση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο όρος «πολυεπίπεδο» δεν υπονοεί μια επίσημη ιεραρχία: το υπερεθνικό είναι ένα πρόσθετο συνταγματικό επίπεδο αλλά όχι ιεραρχικά υψηλότερο από τα εθνικά συντάγματα.
  3. Ο πολυεπίπεδος συνταγματισμός δείχνει ότι οι διάφορες αυτόνομες έννομες τάξεις είναι ξεχωριστές αλλά πορώδεις. Διασυνδέονται με κανόνες που επιδιώκουν να αποτρέψουν καταστάσεις στις οποίες δύο αντικρουόμενες νομικές απαντήσεις προκύπτουν για το ίδιο νομικό πρόβλημα. Προφανώς, για τη διασφάλιση της αρμονίας των διασυνδεδεμένων έννομων τάξεων, είναι απαραίτητο να υπάρχει λειτουργικός διάλογος μεταξύ των αντίστοιχων δικαστηρίων[29]. Το ΕΔΔΑ έχει δηλώσει επανειλημμένα την προθυμία του να συμμετάσχει σε έναν τέτοιο «δικαστικό διάλογο». Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές όταν το ΕΔΔΑ αναζητά μια «ευρωπαϊκή συναίνεση» ή «κοινή προσέγγιση για την αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου ζητήματος από την πλειονότητα των Υψηλών Συμβαλλόμενων Μερών»[30]. Το ΕΔΔΑ συμμετέχει επίσης σε διάλογο με άλλα διεθνή όργανα και δικαστικές αποφάσεις ή αποφάσεις διεθνών και περιφερειακών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων[31].

3. Τα εθνικά συντάγματα και η εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ

3.1. Νομική υποχρέωση εκτέλεσης αποφάσεων του ΕΔΔΑ

  1. Προσχωρώντας στην ΕΣΔΑ, τα Κράτη Μέρη της Σύμβασης όχι μόνο συμφώνησαν να εξασφαλίσουν σε όλα τα υποκείμενα δικαίου στη δικαιοδοσία τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της (άρθρο 1 της ΕΣΔΑ), αλλά και να δημιουργήσουν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως μηχανισμό διασφάλισης της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση (άρθρο 19 ΕΣΔΑ). Σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 1 της Σύμβασης, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καλύπτει «όλα τα θέματα που αφορούν την ερμηνεία και την εφαρμογή της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων αυτής». Ως εκ τούτου, η νομολογία του Δικαστηρίου, ως προς την αυθεντική ερμηνεία των δικαιωμάτων της Σύμβασης και τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεών της σύμφωνα με το άρθρο 19, αφορά όλα τα κράτη, στο βαθμό που βοηθά «να διευκρινιστούν, να διαφυλαχθούν και να αναπτυχθούν οι θεσπισμένοι κανόνες από τη Σύμβαση»[32]. Όπως τονίζεται από το ΕΔΔΑ στη νομολογία του, το άρθρο 1 της Σύμβασης δεν αποκλείει κανένα μέρος της «δικαιοδοσίας» ενός κράτους μέλους από τον έλεγχο βάσει της Σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματος[33].
  2. Επιπλέον, το άρθρο 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης ορίζει ότι «τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την οριστική απόφαση του Δικαστηρίου σε κάθε υπόθεση στην οποία είναι διάδικοι» και το άρθρο 46 παράγραφος 2 χορηγεί στην Επιτροπή Υπουργών την εξουσία επίβλεψης της εκτέλεσης των οριστικών αποφάσεων του Δικαστηρίου. Αυτό σημαίνει ότι όταν το Δικαστήριο διαπιστώνει παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της, η εν λόγω απόφαση επιβάλλει στο εναγόμενο κράτος νομική υποχρέωση βάσει του άρθρου 46 παράγραφος 1 να θέσει τέλος στην παραβίαση και να επανορθώσει τις συνέπειές της με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκατασταθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η κατάσταση που υπήρχε πριν από την παραβίαση (restitutio in integrum).

Ως αποτέλεσμα, σε ορισμένες περιπτώσεις το κράτος έχει νομική υποχρέωση όχι απλώς να καταβάλει τα ποσά που επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο ως δίκαιη ικανοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 41 της Σύμβασης, αλλά και να λάβει άλλα μέτρα για την αποκατάσταση των συνεπειών της παραβίασης («ατομικά μέτρα» – όπως η επιστροφή περιουσίας, η επανάληψη της εσωτερικής διαδικασίας ή η απελευθέρωση κρατουμένου). Επιπλέον, εάν χρειαστεί, το κράτος πρέπει να λάβει «γενικά μέτρα», προκειμένου να αποτρέψει μελλοντικές παρόμοιες παραβιάσεις (για παράδειγμα, να αναθεωρήσει τη νομοθεσία του ή να τροποποιήσει τη διοικητική ή δικαστική του πρακτική). Το Κράτος Μέρος (υπό την εποπτεία της Επιτροπής Υπουργών) έχει γενικά τη δυνατότητα επιλογής μέσων ως προς τα μέτρα που θα λάβει, υπό τον όρο ότι ανταποκρίνονται στην υποχρέωση συμμόρφωσης[34]. Ο δεσμευτικός χαρακτήρας της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί από την Επιτροπή Υπουργών σε πολυάριθμες αποφάσεις της σχετικά με την εκτέλεση συγκεκριμένων αποφάσεων του ΕΔΔΑ και από τη Συνέλευση στα ψηφίσματά της για την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ[35]. Το Δικαστήριο έχει μάλιστα επισημάνει ότι αυτή η υποχρέωση, δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 1, μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να είναι δεσμευτική για τα εθνικά δικαστήρια του οικείου κράτους[36].

3.2. Πιθανές συγκρούσεις για την υπεροχή του Συντάγματος στην εθνική έννομη τάξη και την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ

  1. Η σύγκρουση μεταξύ διεθνούς συνθήκης και Συντάγματος ή, όπου υπάρχουν, συνταγματικών (οργανικών) νόμων, αποτελεί πάντα ένα σύνθετο νομικό πρόβλημα, καθώς αφορά τους ανώτατους κανόνες μιας χώρας και όργανα που έχουν εγκριθεί σε διεθνές επίπεδο. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι εθνικές αρχές, και συχνά τα εθνικά δικαστήρια, πρέπει να βρουν λύση σε ενδεχόμενη σύγκρουση. Οι επιλογές θεωρητικά περιλαμβάνουν: την τροποποίηση του εσωτερικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του συντάγματος· την επιδίωξη τροποποίησης της διεθνούς νομικής υποχρέωσης· χρήση ερμηνευτικών τεχνικών για την επίλυση της σύγκρουσης· ή λύση που βασίζεται στην ιεραρχία των κανόνων, η οποία συνεπάγεται τη μη εφαρμογή είτε του εσωτερικού δικαίου είτε της διεθνούς συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (που όμως δεν θα επιλύσει τη σύγκρουση εάν εξακολουθεί να υπάρχει ασυμβατότητα του εθνικού δικαίου με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις).
  2. Σε κράτη όπου το Σύνταγμα θεωρείται ότι έχει ανώτερη τυπική ισχύ από την ΕΣΔΑ, υπάρχει πιθανότητα το Συνταγματικό Δικαστήριο να διαπιστώσει σύγκρουση μεταξύ του Συντάγματος και της ερμηνείας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μιας δεδομένης διάταξης της ΕΣΔΑ. Μια τέτοια διαπίστωση δεν μπορεί να επηρεάσει την υποχρέωση εκτέλεσης απόφασης του ΕΔΔΑ[37]. Παρόμοια σύγκρουση μπορεί να αποφευχθεί μέσω «(…) της ερμηνείας των εθνικών συνταγματικών διατάξεων με τρόπο σύμφωνο προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από αποφάσεις του ΕΔΔΑ»[38], ενώ σε «ακραίες περιπτώσεις θα μπορούσε να απαιτείται ακόμη και η τροποποίηση του Συντάγματος»[39].
  3. Η πρακτική των Κρατών Μερών δείχνει ότι πολλά κράτη μπόρεσαν να βρουν τις κατάλληλες λύσεις, είτε μέσω μιας διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης (π.χ. στην Αρμενία, την Ουγγαρία, την Ιταλία, τη Λιθουανία, τη Σερβία, τη Σλοβακική Δημοκρατία, την Τουρκία και την Ουκρανία) ή μέσω αλλαγών στη νομολογία των συνταγματικών τους δικαστηρίων (για παράδειγμα, στην Αυστρία, την Κροατία ή την Τσεχική Δημοκρατία), οι οποίες στη συνέχεια έγιναν δεκτές από την Επιτροπή Υπουργών ως κατάλληλα γενικά μέτρα[40].
  4. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος του Συνταγματικού Δικαστηρίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση της απόφασης Anchugov and Gladkov κατά Ρωσίας[41], στην οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας επέδειξε «διαθεσιμότητα συμμετοχής σε διάλογο με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»[42]. Στην απόφασή του της 19ης Απριλίου 2016, που εκδόθηκε μετά την απόφαση του ΕΔΔΑ, το Συνταγματικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον επιτακτικό χαρακτήρα της συνταγματικής διάταξης που ήταν η πηγή της παραβίασης των δικαιωμάτων των προσφευγόντων αλλά ταυτόχρονα υπέδειξε στον ομοσπονδιακό νομοθέτη μια διέξοδο από το αδιέξοδο. Κατά συνέπεια, τροποποιήθηκε η εσωτερική νομοθεσία και η Επιτροπή Υπουργών έκρινε ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ είχε εκτελεστεί πλήρως[43].

3.3. Δικαστικός διάλογος μεταξύ του ΕΔΔΑ και των ανώτατων δικαστηρίων

  1. Σε ό,τι αφορά ΕΣΔΑ, υφίσταται ειδική σχέση με τα εθνικά δικαστήρια λόγω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του ΕΔΔΑ και των εθνικών δικαστηρίων κατά την ερμηνεία της Σύμβασης. Αυτό επιτρέπει έναν «διάλογο δικαστών», ο οποίος περιλαμβάνει αμοιβαίες αναφορές στη νομολογία του ΕΔΔΑ, αφενός, και στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, αφετέρου, «(…) όχι μόνο όταν τέτοιες παραπομπές έχουν θετικό αντίκτυπο και προάγουν την κατανόηση, αλλά και όταν οδηγούν σε συζητήσεις ή αντίθετες δικαστικές λύσεις»[44]. Αυτός ο διάλογος είναι σύμφωνος με την υποχρέωση ενός κράτους να ερμηνεύει τη συνθήκη με «καλή πίστη»[45]. Μπορεί επίσης να επιτρέψει άρση πιθανών εντάσεων και αντιφάσεων μεταξύ των αποφάσεων του ΕΔΔΑ και των εθνικών συστημάτων και έχει αποδείξει την αποτελεσματικότητά της σε πολλές περιπτώσεις, σε πολλά κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης[46].
  2. Ο διάλογος μεταξύ του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων είναι το κατάλληλο βήμα για την εξεύρεση λύσης πριν το ΕΔΔΑ διαπιστώσει παραβίαση της Σύμβασης και το θέμα εξεταστεί από την Επιτροπή Υπουργών σύμφωνα με το άρθρο 46 της Σύμβασης[47]. Το ΕΔΔΑ θεώρησε αυτόν τον διάλογο ως μία από τις προτεραιότητές του και, τον Οκτώβριο του 2015, εγκαινίασε το Δίκτυο Ανωτάτων Δικαστηρίων (SCN), μετά τις προτρεπτικές αναφορές που περιέχονταν στη Διακήρυξη των Βρυξελλών, που εγκρίθηκε στη Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου τον Μάρτιο του 2015[48]. Το SCN περιλαμβάνει τώρα 103 ανώτερα δικαστήρια από 44 Κράτη Μέρη της Σύμβασης. Το SCN αποτελεί ένα μοναδικό βήμα, όπου οι γνώσεις για νομικά ζητήματα της Σύμβασης προσεγγίζονται συνεχώς μέσω διμερών και πολυμερών ανταλλαγών (ετήσια φόρουμ, διαδικτυακά σεμινάρια, διάδοση της νομολογίας του Δικαστηρίου μέσω ασφαλούς ιστότοπου σε εβδομαδιαία βάση). Τα εθνικά δικαστήρια παρέχουν επίσης στο ΕΔΔΑ πληροφορίες για τα αντίστοιχα εθνικά τους συστήματα, βοηθώντας το Δικαστήριο στο συγκριτικό του έργο όταν αναζητά μια πιθανή ευρωπαϊκή συναίνεση για ένα συγκεκριμένο νομικό θέμα. Το SCN υποδέχθηκε πρόσφατα το ΔΕΕ και το Διαμερικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ως παρατηρητές, διευκολύνοντας έτσι τις ανταλλαγές σχετικά με τα διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  3. Επιπλέον, ο διάλογος μεταξύ των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ μπορεί πλέον να ενισχυθεί μέσω της δυνατότητας αναζήτησης συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων από το Δικαστήριο του Στρασβούργου «για ζητήματα αρχής που σχετίζονται με την ερμηνεία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων και ελευθεριών που ορίζονται στη Σύμβαση και τα πρωτόκολλα αυτών» στο πλαίσιο υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον των δικαστηρίων αυτών (όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 16). Ωστόσο, είναι λυπηρό το γεγονός ότι μόνο 19 Κράτη Μέρη στη Σύμβαση έχουν επικυρώσει το Πρωτόκολλο αριθ. 16[49] και ότι αυτή η δυνατότητα έχει χρησιμοποιηθεί μέχρι στιγμής μόνο σε λίγες περιπτώσεις (υποβλήθηκαν μέχρι σήμερα μόνον επτά αιτήματα).

4. Εκτέλεση και εξέταση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ: μερικά πρόσφατα παραδείγματα

  1. Τα τελευταία χρόνια, προέκυψαν νέες εντάσεις μεταξύ της ΕΣΔΑ και της νομολογίας του ΕΔΔΑ, αφενός, και εθνικών έννομων τάξεων, αφετέρου. Για παράδειγμα, πήρε ευρεία δημοσιότητα η υπόθεση της αναθεώρησης του ρωσικού Συντάγματος σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης OAO Neftyanaya Kompaniya YUKOS κατά Ρωσίας[50]. Στις 19 Ιανουαρίου 2017, το ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε μια απόφαση που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν αδύνατο να εφαρμόσει την απόφαση του ΕΔΔΑ για δίκαιη ικανοποίηση σε αυτή την υπόθεση χωρίς να παραβιάζει το ρωσικό Σύνταγμα[51]. Το 2020, το ρωσικό Σύνταγμα αναθεωρήθηκε για να προβλέψει ότι οι αποφάσεις των διεθνών οργάνων δεν είναι εκτελεστές στη Ρωσική Ομοσπονδία, εάν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και ότι μόνο το Ρωσικό Συνταγματικό Δικαστήριο μπορεί να επιλύσει ζητήματα που αφορούν τη δυνατότητα εκτέλεσης παρόμοιων αποφάσεων που έρχονται σε αντίθεση με το ρωσικό Σύνταγμα. Στη γνώμη της της 18ης Ιουνίου 2020, η Επιτροπή της Βενετίας θεώρησε ότι η παραχώρηση στο Συνταγματικό Δικαστήριο της εξουσίας να κηρύξει μια απόφαση του ΕΔΔΑ μη εκτελεστή αντίκειται στη Σύμβαση και «δήλωσε την ανησυχία της» από τη συνταγματική κατοχύρωση μιας τέτοιας εξουσίας[52]. Στο ψήφισμά της 2358 (2021), η Συνέλευση κάλεσε τη Ρωσική Ομοσπονδία να τροποποιήσει την αναθεώρηση των άρθρων 79 και 125 παράγραφος 5 στοιχείο β) του Συντάγματος υπό το φως της γνώμης της Επιτροπής της Βενετίας, αλλά αυτές οι συστάσεις δεν ακολουθήθηκαν.

4.1. Πολωνία

  1. Οι πρόσφατες πολωνικές μεταρρυθμίσεις του δικαστικού συστήματος έχουν πυροδοτήσει διαμάχες, ιδίως δεδομένης της προφανούς άρνησης των πολωνικών αρχών –συμπεριλαμβανομένου του πρόσφατα τροποποιημένου δικαστικού συστήματος– να συμμορφωθούν με τις τελικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ.
  2. Στην απόφασή του της 7ης Μαΐου 2021 στην υπόθεση Xero Flor κατά Πολωνίας[53], το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 της Σύμβασης λόγω της σύνθεσης του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και αμφισβήτησε την εγκυρότητα της εκλογής πολλών δικαστών[54]. Ομοίως , στην ομάδα υποθέσεων Reczkowicz, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβιάσεις του δικαιώματος σε δικαστήριο που ιδρύθηκε με νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, λόγω της συμμετοχής σε εσωτερικές διαδικασίες δικαστών του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας που διορίστηκαν κατόπιν εγγενώς ελλιπούς διαδικασίας, μετά από πρόταση του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης, που στερείται ανεξαρτησίας από τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία, επισημαίνοντας επίσης γενικότερα ότι οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις αποσκοπούν στην αποδυνάμωση της δικαστικής ανεξαρτησίας[55]. Στην απόφασή του της 29ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση Broda και Bojara κατά Πολωνίας[56], το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 ΕΣΔΑ (πρόσβαση στο δικαστήριο), λόγω της πρόωρης λήξης της θητείας των προσφευγόντων ως αντιπροέδρων περιφερειακού δικαστηρίου.
  3. Το Πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο εξέδωσε δύο αποφάσεις ως απάντηση στην πρόσφατη νομολογία του ΕΔΔΑ, που επέκρινε τη μεταρρύθμιση του πολωνικού δικαστικού συστήματος. Στην απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2021[57], που εκδόθηκε κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης-Γενικής Εισαγγελίας, μετά την απόφαση Xero-Flor του ΕΔΔΑ, το Συνταγματικό Δικαστήριο δήλωσε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Σύμβασης, στο βαθμό που ο όρος το «δικαστήριο» αναφέρεται σε αυτό, ήταν αντισυνταγματικό. Διαπίστωσε επίσης ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ ήταν ασυμβίβαστο με το Σύνταγμα, στο μέτρο που παρείχε στο ΕΔΔΑ την αρμοδιότητα να αξιολογεί τη νομιμότητα της εκλογής των δικαστών στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Στις 10 Μαρτίου 2022[58], και πάλι κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης-Γενικού Εισαγγελέα και ως απάντηση στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ σχετικά με τη μεταρρύθμιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6 παράγραφος 1 της Σύμβασης ήταν σε αντίθεση με το Πολωνικό Σύνταγμα, καθώς η οργάνωση και η δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων και ο διορισμός των δικαστών θα έπρεπε να αφεθούν στην αρμοδιότητα του Κράτους Μέρους.
  4. Διαδοχικές αποφάσεις της Επιτροπής Υπουργών υπενθύμισαν τη σαφή και άνευ όρων υποχρέωση της Πολωνίας να συμμορφώνεται με δεσμευτικές τελεσίδικες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την υποχρέωσή της βάσει του άρθρου 46 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, και εξέφρασαν τη λύπη τους για τη θέση των αρχών ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ενήργησε πέρα από τη νόμιμη εξουσία του στην απόφαση Xero Flor. Η Επιτροπή Υπουργών υπενθύμισε ότι για να αποφευχθούν παρόμοιες παραβιάσεις του δικαιώματος σε δικαστήριο που έχει θεσπιστεί από το νόμο, «οι αρχές θα πρέπει να λάβουν ταχέως διορθωτικά μέτρα: (i) να διασφαλίσουν ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο αποτελείται από νόμιμα εκλεγμένους δικαστές, και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιτρέπουν στους τρεις δικαστές που εκλέχθηκαν τον Οκτώβριο του 2015 να γίνουν δεκτοί στην έδρα και να υπηρετήσουν μέχρι το τέλος της εννεάχρονης θητείας τους, αποκλείοντας επίσης τους δικαστές που εξελέγησαν παράτυπα· (ii) να εξετάσουν το καθεστώς των αποφάσεων που έχουν ήδη εκδοθεί σε υποθέσεις που αφορούν συνταγματικές καταγγελίες με τη συμμετοχή παράτυπα διορισμένων δικαστών· και (iii) να προτείνουν μέτρα για την αποτροπή εξωτερικής αθέμιτης επιρροής στον διορισμό των δικαστών στο μέλλον». Επιπλέον, στην ομάδα Reczkowicz, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι το κύριο πρόβλημα που οδήγησε σε παραβιάσεις του άρθρου 6 ήταν ο διορισμός δικαστών μετά από πρόταση του ανασυγκροτημένου Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης και προέτρεψε τις αρχές να εγγυηθούν το δικαίωμα της πολωνικής δικαιοσύνης να εκλέγει τα δικαστικά μέλη του Συμβουλίου και να επιληφθεί της υπηρεσιακής κατάστασης όλων των δικαστών που διορίσθηκαν μετά από πρόταση του ανασυγκροτούμενου Εθνικού Δικαστικού Συμβουλίου και να επανεξετάσουν τις αποφάσεις που εκδόθηκαν με τη συμμετοχή τους. Η επιτροπή αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη εισαγωγής επαρκούς πλαισίου για την εξέταση της νομιμότητας των διορισμών δικαστών και την άρση των κινδύνων πειθαρχικής ευθύνης για τους δικαστές που εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του άρθρου 6, σε αυτό το πλαίσιο.
  5. Τα πορίσματα σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των αποφάσεων K 6/21 και K 7/21 του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου αμφισβητούν ευθέως την αρμοδιότητα του ΕΔΔΑ βάσει του άρθρου 32 της ΕΣΔΑ. Επομένως, εναπόκειται στην Πολωνία να ερμηνεύσει και, όπου χρειάζεται, να τροποποιήσει την εθνική νομοθεσία κατά τρόπο ώστε να αποφεύγεται κάθε επανάληψη των παραβιάσεων που διαπιστώνει το ΕΔΔΑ σε αυτές τις υποθέσεις. Δυστυχώς, αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα, παρά την εξαιρετική διαδικασία έρευνας του Γενικού Γραμματέα που έχει ξεκινήσει βάσει του άρθρου 52 ΕΣΔΑ[59].
  6. Αυτή η υπόθεση είναι ασυνήθιστη, αλλά και ενδεικτική της αλληλεπίδρασης μεταξύ εθνικού επιπέδου, ΕΕ και ΕΣΔΑ λόγω της συνακόλουθης δράσης σε επίπεδο ΕΕ σε σχέση με τα προβλήματα που εντόπισε το ΕΔΔΑ σχετικά με τις πολωνικές δικαστικές μεταρρυθμίσεις. Για παράδειγμα, σε επίπεδο ΕΕ, στις 15 Φεβρουαρίου 2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Πολωνία στο ΔΕΕ για παραβιάσεις του δικαίου της ΕΕ από το Πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο και τη νομολογία του. Η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας στις 22 Δεκεμβρίου 2021. Οι εξελίξεις αυτές ήρθαν σε συνέχεια των αποφάσεων του Πολωνικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που θεώρησαν διατάξεις των Συνθηκών της ΕΕ ασυμβίβαστες με το Πολωνικό Σύνταγμα, αμφισβητώντας ρητά την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ. Επιπλέον, ορισμένα από τα μέτρα που αποσκοπούν στην εκπλήρωση των ορόσημων σχετικά με το δικαστικό σύστημα, όπως περιλαμβάνονται στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έγκριση της αξιολόγησης του σχεδίου ανάκαμψης και ανθεκτικότητας για την Πολωνία[60], έχουν παρουσιαστεί στην Επιτροπή Υπουργών ως μέτρα για την εκτέλεση της ομάδας αποφάσεων Reczkowicz και περαιτέρω νομοθετικές τροποποιήσεις σχετικά με το θέμα αυτό βρίσκονται υπό έγκριση. Αν και μπορούμε να ελπίζουμε και να ενθαρρύνουμε ότι αυτά τα μέτρα θα είναι επίσης χρήσιμα για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, η θέση της Επιτροπής Υπουργών σχετικά με τον θεμελιώδη ρόλο της μεταρρύθμισης του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα δικαστικά μέλη του εκλέγονται από τους ίδιους τους δικαστές παραμένει επίκαιρη.
  7. Ενώ θα μπορούσε να υπάρξει κάποια ελπίδα για λύση, άλλοι παράγοντες υποδηλώνουν επιδείνωση της κατάστασης. Υποθέσεις σχετικά με την πολωνική δικαστική μεταρρύθμιση συνεχίζουν να παραπέμπονται στο Δικαστήριο, ενώ σε ορισμένες υποθέσεις έχουν εκδοθεί προσωρινά μέτρα. Πρόσφατα, η Πολωνική Κυβέρνηση ενημέρωσε τη Γραμματεία του ΕΔΔΑ ότι δεν θα συμμορφωθεί με ένα προσωρινό μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 39 του Κανονισμού του Δικαστηρίου, που εκδόθηκε στις υποθέσεις Leszczyńska-Furtak κατά Πολωνίας (αίτηση αρ. 39471/22), Gregajtys κατά Πολωνίας και Piekarska-Drążek κατά Πολωνίας[61]. Αυτά τα προσωρινά μέτρα αφορούσαν τη μετάθεση δικαστών από το Ποινικό Τμήμα στο Τμήμα Εργατικού Δικαίου και Κοινωνικής Ασφάλισης του Εφετείου της Βαρσοβίας, φαινομενικά ως αντίδραση κατά των δικαστών που εξέφρασαν τη γνώμη τους σε σχέση με τη νομιμότητα του διορισμού άλλων δικαστών. Οι πολωνικές αρχές αιτιολόγησαν αυτήν την άρνηση να συμμορφωθούν με τα προσωρινά μέτρα του ΕΔΔΑ, παραπέμποντας σε δήλωση του Προέδρου του Εφετείου της Βαρσοβίας και στην απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2022, αμφισβητώντας την εξουσία του ΕΔΔΑ να παρέμβει σε υποθέσεις που αφορούν το δικαστικό σώμα.

4.2. Το Ηνωμένο Βασίλειο

  1. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση εισήγαγε νομοθεσία για την αντικατάσταση του Νόμου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με μία νέα Διακήρυξη Δικαιωμάτων, «προκειμένου να αποκατασταθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων, της προσωπικής ευθύνης και του ευρύτερου δημόσιου συμφέροντος», διατηρώντας παράλληλα την δέσμευση του ΗΒ στην ΕΣΔΑ. Το σχέδιο αποσκοπεί στο να «αποκαταστήσει τον ρόλο του Κοινοβουλίου ως τελικού λήπτη αποφάσεων για νόμους που επηρεάζουν τον πληθυσμό του Ηνωμένου Βασιλείου», δίνοντας μεγαλύτερο περιθώριο για το πώς το ΗΒ θα ερμηνεύει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων[62]. Ειδικότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο του ΗΒ θα έχει «τον τελευταίο λόγο για τα δικαιώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθιστώντας σαφές ότι δεν πρέπει να ακολουθείται τυφλά το Δικαστήριο του Στρασβούργου» και ότι τα δικαιώματα θα ερμηνεύονται «σε ένα βρετανικό πλαίσιο, με σεβασμό στη νομολογία, τις παραδόσεις και την πρόθεση των εκλεγμένων νομοθετών της χώρας»[63]. Πιο πρόσφατα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εισήγαγε το «Νομοσχέδιο Παράνομης Μετανάστευσης», το οποίο φαίνεται επίσης να προβλέπει όξυνση της έντασης με τη Σύμβαση και το ΕΔΔΑ, περιλαμβάνοντας μάλιστα ειδική διάταξη σχετικά με την εφαρμογή των προσωρινών μέτρων του Δικαστηρίου, όπως και η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το αντικείμενο αυτοτελούς Έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης με τίτλο «Η μεταρρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου της νομοθεσίας του για τα ανθρώπινα δικαιώματα: συνέπειες για την εσωτερική και ευρωπαϊκή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων»[64]. Αν και η πλειονότητα των ρυθμίσεων αυτών δεν αφορά ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ δικαστηρίων, αλλά την πρόθεση του κράτους να αναπροσαρμόσει τα πρότυπα που ακολουθέι για την εφαρμογή της ΕΣΔΑ στο εσωτερικό του, οι εν λόγω διατάξεις είναι πιθανό να οδηγήσουν σε αυξημένη ένταση μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του ΕΔΔΑ, και ειδικά αυτές σε σχέση με τη συμμόρφωση με τα προσωρινά μέτρα προκαλούν εύλογη ανησυχία.
  2. Αξίζει να σημειωθεί ότι η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου για τα ανθρώπινα δικαιώματα περιέχει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα σε σχέση με το πώς ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Το τμήμα 2 του νόμου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Ηνωμένου Βασιλείου (HRA) δεν απαιτεί από τα εγχώρια δικαστήρια να ακολουθούν κατά γράμμα τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ωστόσο απαιτεί από αυτά να «λαμβάνουν υπόψη» τη νομολογία του ΕΔΔΑ που είναι σχετική με την υπόθεση ενώπιόν τους . Συχνά παρατηρείται ότι αυτή η διάταξη οδηγεί σε αποτελεσματική επίλυση των υποθέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου σε εθνικό επίπεδο, με ορθή εφαρμογή του συλλογισμού του ΕΔΔΑ. Αυτό με τη σειρά του θεωρείται ότι συνέβαλε στο ότι το Ηνωμένο Βασίλειο να έχει τον χαμηλότερο αριθμό αιτήσεων κατά κεφαλήν προς το ΕΔΔΑ (και μάλιστα επιτυχημένων αιτήσεων), μεταξύ των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια. Ουσιαστικά, η απαίτηση από τα εθνικά δικαστήρια να λαμβάνουν υπόψη τη νομολογία του ΕΔΔΑ σημαίνει ότι τα θέματα επιλύονται αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο. Επομένως, το ότι οι δικαστές του Ηνωμένου Βασιλείου εφαρμόζουν την ίδια νομολογία και συλλογιστική με τους δικαστές του ΕΔΔΑ, οδηγεί σε βελτιωμένο δικαστικό διάλογο μεταξύ αυτών και του ΕΔΔΑ, καθώς είναι ευκολότερο για το ΕΔΔΑ να είναι βέβαιο ότι ακολουθείται στο εθνικό επίπεδο ορθή νομολογιακή ανάλυση, πράγμα που βοηθά στην ανάλυση του περιθωρίου εκτίμησης. Οι πρόσφατες προτάσεις για τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων προβλέπουν σημαντική μείωση της ισχύος αυτής της διάταξης, μειώνοντας έτσι τα πλεονεκτήματα αυτής της χρήσιμης προσέγγισης. Ανεξάρτητα από τις νομοθετικές εξελίξεις του Ηνωμένου Βασιλείου, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσέγγιση της ρητής απαίτησης από τα δικαστήρια να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τη νομολογία του ΕΔΔΑ αποτελεί ένα χρήσιμο τρόπο για τη βελτίωση του δικαστικού διαλόγου, τη βελτίωση της εθνικής εφαρμογής της Σύμβασης και την πρόληψη των συγκρούσεων.

5. Πληροφορίες που ελήφθησαν από τα εθνικά κοινοβούλια και ακροάσεις

5.1. Τα αποτελέσματα από το ερωτηματολόγιο που κυκλοφόρησαν στα εθνικά κοινοβούλια

  1. Τα αποτελέσματα του ερωτηματολογίου συνοψίζονται στο Παράρτημα. Όπως διαπιστώνεται, υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους τα συντάγματα των κρατών αλληλεπιδρούν με την ΕΣΔΑ, σε ό,τι αφορά την ιεραρχία των κανόνων και τον βαθμό με τον οποίο ρητά ορίζεται η θέση της ΕΣΔΑ στο Σύνταγμα. Δεν υπάρχει πάντα σαφής νομολογία για το θέμα αυτό. Σε σχέση με το δίκαιο της ΕΕ, η λύση φαίνεται συχνά να είναι η προσπάθεια εξεύρεσης συμπληρωματικών αναγνώσεων του δικαίου της ΕΕ, του εθνικού δικαίου και της ΕΣΔΑ.

5.2. Ακροάσεις

  1. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2022, κατά τη συνεδρίασή της στη Βέρνη, η Επιτροπή πραγματοποίησε ακρόαση με τη συμμετοχή της Καθηγήτριας Helen Keller, Προέδρου του Τμήματος Δημοσίου, Ευρωπαϊκού και Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, και της κας Simona Granata-Menghini, Γραμματέα η Επιτροπή της Βενετίας. Η καθηγήτρια Keller παρατήρησε ότι στις σχέσεις μεταξύ του ΕΔΔΑ και των Συμβαλλόμενων Κρατών πρέπει να εξασφαλίζεται ο σεβασμός της κρατικής κυριαρχίας τους, αλλά και ο σεβασμός των κρατών ως προς τις υποχρεώσεις τους από τη Σύμβαση. Σημείωσε ότι οι συγκρούσεις είναι φυσικό να υπάρχουν και παρέχουν ευκαιρίες για προβληματισμό που πρέπει να αντιμετωπίζεται μέσω εποικοδομητικού διαλόγου (αναφέροντας ως παράδειγμα το δικαίωμα ψήφου κρατουμένων στο ΗΒ). Ωστόσο, μερικές φορές αντίθεση στις αρχές και κακόπιστη στάση (όπως η προσέγγιση του Ρωσικού Συνταγματικού Δικαστηρίου). Υπενθύμισε ότι η ΕΣΔΑ είναι ένα «συνεργατικό σύστημα», που χρησιμοποιεί ποικίλα μέσα για να συμμετάσχει σε έναν εποικοδομητικό διάλογο με τα εθνικά δικαστήρια. Το ΕΔΔΑ υποστηρίζει τον πρωταρχικό ρόλο των εθνικών δικαστηρίων στη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Σύμβασης ως μέρους του «δόγματος των αρμόδιων δικαστηρίων» και θα εφάρμοζε ένα λιγότερο αυστηρό πρότυπο ελέγχου, υπό τον όρο ότι τα εθνικά δικαστήρια θα λάμβαναν υπόψη την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ.
  2. Σε σχέση με την ιδέα ύπαρξης ενός μικτού Μείζονος Τμήματος του ΕΔΔΑ για δύσκολες συνταγματικές υποθέσεις, η καθηγήτρια Κέλερ θεώρησε ότι ένας παρόμοιος σχηματισμός θα αποδυνάμωνε τη Σύμβαση και δεν θα είχε κάποιο πλεονέκτημα σε σύγκριση με το σημερινό σύστημα, σημειώνοντας, (1) ένα μικτό τμήμα μείζονος συνθέσεως θα ήταν ασυμβίβαστο με τη Σύμβαση – το ΕΔΔΑ είναι από τη φύση του ένα διεθνές δικαστήριο. (2) η ανάμειξη εθνικών δικαστών στη λήψη αποφάσεων του ΕΔΔΑ θα δημιουργήσει μια αντίληψη μεροληψίας και θα υπονόμευε ενδεχομένως τη νομιμοποίηση και την αξιοπιστία του Δικαστηρίου· (3) ένα υβριδικό δικαστήριο είναι εντελώς άγνωστο στο πλαίσιο της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων· (4) ένα μικτό τμήμα μείζονος συνθέσεως θα υπονόμευε και θα απομείωνε τη νομιμοποίηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, δεδομένου ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντανάκλαση της μονομερούς βούλησης ενός κράτους σε βάρος της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου · και (5) εάν οι δικαστές του συνταγματικού δικαστηρίου είχαν ήδη εξετάσει το ζήτημα κατά την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων, τότε δεν θα έπρεπε να εμπλέκονται στην ίδια υπόθεση· Εάν οι δικαστές δεν εξετάζουν τακτικά ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τότε θα τους λείπει η απαραίτητη εμπειρογνωμοσύνη. Σημείωσε τα προβλήματα που υφίστανται σε ένα εθνικό δικαστικό σώμα, είναι πολύ επικίνδυνο να εισαχθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
  3. Σε σχέση με την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, ο καθηγητής Keller θεώρησε ότι θέτει πραγματικές προκλήσεις για το ΔΕΕ και το ΕΔΔΑ, ιδίως υπό το φως των όρων της ΕΕ και ζητημάτων σχετικά με τη συμβατότητα με το σύστημα της Σύμβασης. Η προσέγγιση του ΕΔΔΑ ήταν να επικεντρωθεί στο περιθώριο εκτίμησης και στο δικαστικό διάλογο. Από αυτή την άποψη, θεώρησε ότι δεν ήταν χρήσιμο να προσπαθήσουμε να επιβάλουμε μια ιεραρχία μεταξύ των διαφορετικών διεθνών νομικών συστημάτων. Το διεθνές δίκαιο είναι αναγκαστικά πολυεπίπεδο. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διευκολυνθεί ο δικαστικός διάλογος μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων, του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ για την επίλυση τυχόν μελλοντικών προκλήσεων.
  4. Η κα Granata-Menghini υπενθύμισε ότι σε δύσκολες περιπτώσεις, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ νομικής αδυναμίας και μη επιθυμητότητας. Σημείωσε ότι τουλάχιστον 12 χώρες έχουν αλλάξει τα συντάγματά τους μετά από αποφάσεις του ΕΔΔΑ. Ενώ υπάρχει ένα περιθώριο εκτίμησης στα κράτη κατά την εφαρμογή των αποφάσεων του ΕΔΔΑ, η σύνθεση των συνταγματικών δικαστηρίων έχει όντως συνέπειες που πρέπει να αντιμετωπιστούν (π.χ. Πολωνία). Το ζήτημα ανάγεται συχνά στην πολιτική βούληση εκ μέρους εθνικών δικαστηρίων και αρχών για την επίλυση μιας δεδομένης πρόκλησης. Υπενθύμισε ότι η Επιτροπή της Βενετίας έπαιξε ρόλο και θα μπορούσε να βοηθήσει όπου διαπιστώνεται έλλειψη γνώσης από τα συνταγματικά δικαστήρια.
  5. Στις 12 Οκτωβρίου 2022, η Επιτροπή πραγματοποίησε ανταλλαγή απόψεων με τη συμμετοχή του καθηγητή Joseph Weiler, καθηγητή Πτης Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Ο καθηγητής Weiler εξήγησε τις ιδιαιτερότητες του νομικού συστήματος της ΕΕ, δεδομένης της μάλλον ακραίας αντίληψης περί υπεροχής του δικαίου της ΕΕ εντός του νομικού συστήματος της ΕΕ, που σημαίνει ότι ακόμη και δευτερεύοντες ή τεχνικοί κανόνες του δικαίου της ΕΕ θεωρούνται από το ΔΕΕ ότι έχουν προτεραιότητα έναντι των εθνικών συνταγμάτων. Ωστόσο, σημείωσε ότι υπήρξαν πρόσφατες «εξεγέρσεις» εναντίον της θεώρησης αυτής από αρκετά ανώτατα εθνικά δικαστήρια, όπως αυτά της Δανίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας. Αυτά τα δικαστήρια δήλωσαν ουσιαστικά ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούν να αποδεχθούν την υπεροχή του δικαίου της ΕΕ και επομένως επέτρεψαν στους εαυτούς τους τη δυνατότητα να απορρίψουν και την υπεροχή του ΔΕΕ. Απέδωσε αυτή την αλλαγή στάσης στην ανάπτυξη της ΕΕ, που συνεπάγεται μεγαλύτερη ποικιλομορφία και αποκλίσεις στις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτιστικές ευαισθησίες μεταξύ των κρατών μελών της. Θεώρησε επίσης ότι η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ ισχύει μόνο όταν το εν λόγω μέτρο της ΕΕ είναι εντός των αρμοδιοτήτων της (intra vires), σημειώνοντας ότι ενδέχεται να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών φορέων ως προς την ισορροπία αρμοδιοτήτων. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του ΔΕΕ, τείνουν να ευνοούν την διεύρυνση των εξουσιών της ΕΕ. Τα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια υποστηρίζουν ότι, λόγω της αρχής των εκχωρούμενων εξουσιών, εναπόκειται στα εθνικά συνταγματικά δικαστήρια να αποφασίσουν εάν το κράτος μεταβίβασε συγκεκριμένη αρμοδιότητα στην ΕΕ εξαρχής (και όχι η ΕΕ να έχει την εξουσία να αποφασίσει εάν η αρμοδιότητα εκχωρήθηκε σε αυτή). Υπενθύμισε ότι είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι η ΕΕ είναι σήμερα μια πλουραλιστική κοινότητα διαφορετική από την ομοιογένεια των έξι κρατών στη δεκαετία του 1960, όταν επινοήθηκαν πολλές από τις αρχές της ΕΕ. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαία μια νέα προσέγγιση στις συνταγματικές τάξεις των κρατών μελών.
  6. Ωστόσο, οι συγκρούσεις θα μπορούσαν να επιλυθούν ομαλά. Για παράδειγμα, στην ιταλική υπόθεση Taricco, το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία αντίκειται σε θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές και ότι η Ιταλία δεν μπορούσε να έχει εκχωρήσει εξουσίες την παραβίαση παρόμοιων αρχών. Ως εκ τούτου, ζήτησε από το ΔΕΕ να επανεξετάσει τη θέση του, κάτι που έγινε. Ενώ στο πλαίσιο της ΕΕ η ενιαία δικαιοδοσία βοήθησε στην εφαρμογή της αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου και της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, δεν είναι δυνατόν να μην λαμβάνονται υπόψη οι αντιρρήσεις των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων. Για την αντιμετώπιση παρόμοιων προκλήσεων, ο καθηγητής Weiler έχει προτείνει τη δημιουργίας ενός μικτού δικστικού σχηματισμού του ΔΕΕ, που θα ασχολείται με ζητήματα κατανομής αρμοδιοτήτων (intra/ultra vires). Οι αποφάσεις του θα είναι δεσμευτικές και θα περιλαμβάνει έναν αριθμό εθνικών δικαστών. Εξέφρασε την ελπίδα ότι παρόμοια μεταρρύθμιση θα μείωνε σημαντικά τις περιπτώσεις και τους κινδύνους συγκρούσεων μεταξύ της ΕΕ/ΔΕΕ και των εθνικών συνταγμάτων/εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων. Η παρουσία δικαστών των εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων θα συμβάλει επίσης στη βελτίωση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τις εθνικές συνταγματικές αρχές.
  7. Ως εφαρμογή της ιδέας αυτής στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, ο καθηγητής Weiler πρότεινε ότι, εάν το Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως πρόκειται να συζητήσει μια υπόθεση σχετικά με ένα λεπτό συνταγματικό ζήτημα, θα μπορούσε να οργανώσει ακρόαση κεκλεισμένων των θυρών με τη συμμετοχή και μιας επιλογή δικαστών εθνικών συνταγματικών δικαστηρίων. Αυτή η επλογή θα μπορούσε να περιλαμβάνει έναν δικαστή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος (αλλά όχι μόνο αυτό το κράτος). Το θέμα που θα συζητηθεί θα μπορούσε να είναι εάν το ζήτημα εμπίπτει στο περιθώριο εκτίμησης που παρέχεται στα κράτη μέλη βάσει της ΕΣΔΑ. Δεν θα πρέπει να υπάρχει εξουσία λήψης αποφάσεων σε μια τέτοια ακρόαση. Θα είχε περισσότερο χαρακτήρα διαλόγου σχετικά με το θέμα, χρησιμοποιώντας τη σοφία των συνταγματικών δικαστών από διάφορα κράτη. Ακόμη και αν οι δικαστές του ΕΔΔΑ δεν άλλαζαν θέση μετά από μια τέτοια συζήτηση, αυτή θα υποβοηθούσε τη βελτίωση της ποιότητας της συλλογιστικής τους, καθιστώντας την πιο πειστική στην τελική κρίση.
  8. Σε σχέση με την προσχώρηση της ΕΕ στην ΕΣΔΑ, ο καθηγητής Weiler θεώρησε ότι, σε ό,τι αφορά το ΕΔΔΑ, δεν θα υπάρχει διαφορά μεταξύ του ΔΕΕ και, για παράδειγμα, του γερμανικου ή λετονικού συνταγματικών δικαστηρίων,. Το ΕΔΔΑ δεν πρέπει να μεταχειρίζεται το ΔΕΕ διαφορετικά από οποιοδήποτε άλλο συνταγματικό δικαστήριο κράτους μέλους.

6. Συμπεράσματα

  1. Όπως τονίζει η Επιτροπή της Βενετίας, στην πολυεπίπεδη έννομη τάξη στην ήπειρο μας σήμερα, οι εντάσεις μεταξύ των διαφόρων επιπέδων της ευρωπαϊκής έννομης τάξης είναι αναπόφευκτες[65]. Η ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, συχνά απαιτεί από τα κράτη μέρη να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους, μερικές φορές συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματός τους ή των συνταγματικών νόμων προκειμένου να σεβαστούν τις υποχρεώσεις τους από τη Σύμβαση. Τέτοιες απαιτήσεις μπορεί να φαίνεται ότι πλήττουν την καρδιά της κυριαρχίας και, ως εκ τούτου, τα κράτη δυσκολεύονται κατά καιρούς. να επιτύχουν παρόμοιες αλλαγές Ωστόσο, είναι πολύ σημαντικό να ξεπεραστεί κάθε απροθυμία προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή της ΕΣΔΑ ως ζωντανού και δεσμευτικού μέσου. Δεδομένης της νομικής και πολιτικής επιταγής για την υπέρβαση τέτοιων αντιστάσεων και προκλήσεων, θα μπορούσαν να προβλεφθούν πρόσθετοι μηχανισμοί, ώστε να αμβλυνθούν οι εντάσεις μεταξύ της νομολογίας του Δικαστηρίου και των εθνικών νομοθεσιών. Ο δικαστικός διάλογος είναι ένα προφανές παράδειγμα που μπορεί να συμβάλει στην υπέρβαση των δυσκολιών.
  2. Παράδειγμα πιο καινοτόμου μηχανισμού είναι η πρόσφατη πρόταση για τη σύσταση μικτού τμήματος του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ) με εθνικούς δικαστές65, σε περιπτώσεις όπου τίθεται ζήτημα αν η νομοθεσία της ΕΕ είναι intra vires, και πλαίσιο αντιπαραθέσεων μεταξύ των εθνικών συνταγμάτων και του δικαίου της ΕΕ[66]. Στην πρόταση αυτή ο μεικτός δικαστικός σχηματισμός θα αποφαίνεται μόνο για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της ΕΕ και των κρατών μελών της και θα έχει δικαιοδοσία να κηρύξει άκυρη πράξη της ΕΕ – αναιρώντας προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ που επικυρώνει μια τέτοια πράξη – εφόσον υφίσταται σοβαρή παραβίαση της αρχής της ανάθεσης αρμοδιότητας[67]. Παρόμοιες δημιουργικές ιδέες μπορούν να βοηθήσουν στην εξεύρεση λύσεων σε περίπλοκα προβλήματα σε έναν ολοένα και πιο διασυνδεδεμένο νομικό χώρο.
  3. Ενθαρρύνω την περαιτέρω δημιουργική σκέψη ως προς τις επιλογές που θα βοηθήσουν στην πρόοδο της αμοιβαίας κατανόησης και του αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ των διαφορετικών έννομων τάξεων και των διαφορετικών δικαστηρίων. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενες παραβιάσεις του άρθρου 46 παράγραφος 1 της Σύμβασης δεν πρέπει να γίνονται ανεκτές. Επιπλέον, θα μπορούσε ίσως να εξεταστεί το πώς θα αναπτυχθούν καλύτερα οι μηχανισμοί που ορίζονται στο άρθρο 46 παράγραφοι 4 ή 5. Μετά από μια τέτοια απόφαση επί του άρθρου 46 παράγραφος 4, το ενδιαφερόμενο Κράτος Μέρος μπορεί στη συνέχεια να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ της τροποποίησης του συντάγματός του ή της αντιμετώπισης των συνεπειών της επιφυλακτικότητάς του, τελικά μέσω της αναστολής της συμμετοχής του στα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης[68].

 

Παράρτημα: Απαντήσεις των εθνικών κοινοβουλίων

Α. Εισαγωγή

Τα κοινοβούλια τριάντα τεσσάρων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης απάντησαν στο ερωτηματολόγιο που εστάλη μέσω του Ευρωπαϊκού Κέντρου Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ECPRD), παρέχοντας λεπτομέρειες σχετικά με τις εθνικές νομικές διατάξεις και τη δικαστική πρακτική. Οι ακόλουθες χώρες απάντησαν στο ερωτηματολόγιο: Αλβανία, Αυστρία, Βέλγιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κύπρος, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γεωργία, Γερμανία, Ουγγαρία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Μαυροβούνιο , Ολλανδία, Βόρεια Μακεδονία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Άγιος Μαρίνος, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι παρακάτω αναφορές στα κράτη μέλη αναφέρονται σε εκείνους που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο.

B. Σύνοψη των απαντήσεων που δόθηκαν ως απάντηση στο ερωτηματολόγιο

1.      Σύμφωνα με το εθνικό Σύνταγμα, ποια είναι η ιεραρχική θέση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) σε σχέση με το Σύνταγμα;

 

Οι απαντήσεις των κρατών μελών σε αυτό το ερώτημα διέφεραν ανάλογα με τη νομική τους παράδοση. Μέσα από τις απαντήσεις, μπορεί να φανεί ότι η απάντηση είναι πολύ πιο περίπλοκη από την απλή διαφορά μεταξύ μονιστικών και δυϊστικών συστημάτων (δηλαδή χωρών που αντιμετωπίζουν τις διεθνείς συνθήκες ως μέρος του εσωτερικού νομικού συστήματος και εκείνων που απαιτούν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων για ένα διεθνές συνθήκης που πρέπει να ενσωματωθεί στο εσωτερικό δίκαιο).

ΕΣΔΑ > Σύνταγμα

Η Τουρκία φαίνεται να αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν τεθεί δεόντως σε ισχύ υπερισχύουν του Συντάγματος και όπου δεν υπάρχει δυνατότητα για το Συνταγματικό Δικαστήριο να ελέγξει τις διεθνείς συμφωνίες ως προς ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα τους[69].

Η Ελβετία αποτελεί μοναδική περίπτωση, καθώς το Σύνταγμα ορίζει ότι τα δικαστικά όργανα πρέπει να εφαρμόζουν ομοσπονδιακές πράξεις και το διεθνές δίκαιο[70]. Το διεθνές δίκαιο πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη και αν είναι αντισυνταγματικό. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι η πιθανή μερική αναθεώρησή του δεν θα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο[71] και ότι οι ομοσπονδιακές πράξεις και το διεθνές δίκαιο είναι έγκυρα για τα δικαστικά όργανα, προκύπτει ότι η ελβετική ιεραρχία κανόνων θα μπορούσε ακόμη και να περιγραφεί με την ΕΣΔΑ να κείται πάνω από το Σύνταγμα. Ωστόσο, δεν υπάρχει καθιερωμένη πρακτική ως προς τον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια θα επιλύουν οποιαδήποτε τέτοια σύγκρουση κανόνων.

ΕΣΔΑ = Σύνταγμα

Σε ορισμένες χώρες που απάντησαν, η ΕΣΔΑ έχει συνταγματικό καθεστώς, όπως στην Αυστρία, σύμφωνα με το άρθρο II της Τροποποίησης του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Νόμου, και στη Σλοβενία, σύμφωνα με το άρθρο 15, παρ. 5 του Συντάγματος[72].

Το σύνταγμα της Λετονίας δεν περιγράφει ρητά μια ιεραρχία κανόνων σε σχέση με συγκεκριμένες διεθνείς υποχρεώσεις. Ωστόσο, ερμηνεύοντας το άρθρο 89, το Συνταγματικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι διεθνείς κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και το Σύνταγμα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αρμονικά νομικά κείμενα, υποδηλώνοντας ισότιμο καθεστώς μεταξύ των δύο. Παρόμοια κατάσταση μπορεί να παρατηρηθεί στην Τσεχία, όπου η πάγια νομολογία ορίζει ότι η ΕΣΔΑ, ως διεθνής συνθήκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, αποτελεί μέρος της συνταγματικής τάξης και έχει ειδικό καθεστώς[73].

Στο Μαυροβούνιο, η μόνη ιεραρχία κανόνων που αναφέρεται ρητά στο Σύνταγμα διευκρινίζει ότι το διεθνές δίκαιο υπερέχει της εσωτερικής νομοθεσίας. Ωστόσο, το άρθρο 17 ορίζει ότι «τα δικαιώματα και οι ελευθερίες ασκούνται βάσει του Συντάγματος και των κυρωμένων διεθνών συμφωνιών», παρέχοντας περιθώριο να υποστηριχθεί ότι το Σύνταγμα έχει ανώτερη αλλά ενδεχομένως και ίση τυπική ισχύ με την ΕΣΔΑ. Αυτό το επιχείρημα μπορεί να υποστηριχθεί καθώς παρόμοια γλώσσα χρησιμοποιείται και σε πολλές άλλες διατάξεις του Συντάγματος[74].

Σύνταγμα > ΕΣΔΑ

Η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών που απάντησαν θεωρούν το Σύνταγμά ως την υπέρτατη πηγή δικαίου. Εντός αυτής της κατηγορίας, η ΕΣΔΑ μπορεί είτε να έχει ισχύ ανώτερη από την εσωτερική νομοθεσία ή ίση με αυτήν.

Στην Κύπρο, οι νόμοι πρέπει να σέβονται τις διεθνείς συμφωνίες (με την επιφύλαξη της αρχής της αμοιβαιότητας, η οποία δεν ισχύει όσον αφορά τις υποχρεώσεις της ΕΣΔΑ). Επιπλέον, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η ΕΣΔΑ έχει αποκτήσει υπερσυνταγματική ισχύ, καθώς, σύμφωνα με το Άρθρο 1 Α, το Κυπριακό Σύνταγμα δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με νόμους που θεσπίζονται βάσει των υποχρεώσεων της ΕΕ. Υπό την ερμηνεία αυτή, καθώς τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ αποτελούν παράλληλα γενικές αρχές της ΕΕ[75], η ΕΣΔΑ έχει αυξημένη τυπική ισχύ.

Η Ρουμανία, στην απάντησή της, σημειώνει την «υπεροχή του ρουμανικού Συντάγματος σε σχέση με το διεθνές δίκαιο» ως αρχή που απορρέει από το Σύνταγμα. Ωστόσο, υπενθύμισε ότι η ερμηνεία και η εφαρμογή των συνταγματικών διατάξεων σχετικά με τα δικαιώματα και τις ελευθερίες θα πρέπει να υλοποιείται σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που δεσμεύουν τη Ρουμανία. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Συντάγματος, όταν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των διεθνών συμβάσεων και συνθηκών για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στις οποίες είναι συμβαλλόμενο μέρος η Ρουμανία (συμπεριλαμβανομένης της ΕΣΔΑ) και των εθνικών νόμων, το διεθνές δίκαιο υπερισχύει, εκτός εάν το Σύνταγμα ή η εθνική νομοθεσία περιλαμβάνει ευνοϊκότερες διατάξεις.

Η Αλβανία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Εσθονία, η Γαλλία, η Γεωργία, η Πορτογαλία, ο Άγιος Μαρίνος και η Σλοβακία ορίζουν ρητά στα Συντάγματά τους ότι το διεθνές δίκαιο ή το διεθνές δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (μέρος του οποίου είναι η ΕΣΔΑ) έχει ανώτερη τυπική ισχύ από το εσωτερικό δίκαιο. Ωστόσο, αυτό το καθεστώς δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι οι συνήθεις νόμοι μπορούν να ακυρωθούν σε περίπτωση σύγκρουσης με την ΕΣΔΑ (π.χ. στη Γαλλία το Conseil constitutionnel αρνείται να εξετάσει εάν ένας γαλλικός νόμος συμμορφώνεται με διεθνείς υποχρεώσεις όπως η ΕΣΔΑ)[76]. Στη Φινλανδία και τη Νορβηγία Το καθεστώς του διεθνούς δικαίου σε σχέση με την εσωτερική νομοθεσία δεν αναφέρεται ρητά στο Σύνταγμα. Ωστόσο, η νομολογία και/ή άλλες νομικές πράξεις επιτρέπουν το επιχείρημα ότι η Σύμβαση, ως πράξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, προηγείται του εσωτερικού δικαίου. Στη Σουηδία, το Σύνταγμα προβλέπει ρητά ότι δεν επιτρέπεται η υιοθέτηση συνήθων νόμων που να αντιβαίνουν στην ΕΣΔΑ76, οδηγώντας έτσι ορισμένους να υποστηρίξουν ότι η ΕΣΔΑ έχει μια ενδιάμεση θέση μεταξύ του Συντάγματος και του κοινού δικαίου.

Αρκετά άλλα κράτη όπως η Ισλανδία, η Ιρλανδία, η Λιθουανία, το Μαυροβούνιο και η Ισπανία προβλέπουν ρητά στα Συντάγματά τους ότι οι διεθνείς υποχρεώσεις έχουν το ίδιο καθεστώς με το εσωτερικό δίκαιο, συνήθως όταν έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό νομικό σύστημα με την έκδοση μιας πολιτειακής πράξης.

Στη Γερμανία, η ΕΣΔΑ έχει το ίδιο καθεστώς με τον κοινό ομοσπονδιακό νόμο. Ωστόσο, ο γερμανικός Θεμελιώδης νόμος προβλέπει επίσης ότι οι γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου υπερισχύουν έναντι των κοινών ομοσπονδιακών νόμων[77]. Στο βαθμό που πολλά δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ θεωρείται ότι αποτελούν γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, υπερισχύουν έναντι των κοινών ομοσπονδιακών καταστατικών.

Στην Πολωνία, «το Σύνταγμα είναι ο ανώτατος νόμος της Δημοκρατίας της Πολωνίας»[78] με την επιφύλαξη ότι «η Δημοκρατία της Πολωνίας σέβεται το διεθνές δίκαιο που τη δεσμεύει»[79]. Επιπλέον, η ΕΣΔΑ υπερισχύει των εθνικών νόμων  εάν οι δύο κατηγορίες κανόνων δεν μπορούν να εναρμονιστούν[80]. Η πολωνική απάντηση σημειώνει ότι «το πολωνικό Σύνταγμα περιλαμβάνει παρόμοιο σύστημα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων με αυτό που περιέχεται στην ΕΣΔΑ και ότι  οι συνταγματικές διατάξεις θα πρέπει να ερμηνεύονται σε αρμονία με τις διεθνείς συνθήκες.

Καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει κωδικοποιημένο Σύνταγμα, δεν υφίσταται στη βρετανική έννομη τάξη μια τυπική ιεραρχία κανόνων. Ωστόσο, καθώς τα δικαιώματα της ΕΣΔΑ έχουν ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο μέσω του Νόμου περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν τυπική ισχύ ίση με την εγχώρια πρωτογενή νομοθεσία. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετείται στην Ουγγαρία, η οποία απαιτεί την κύρωση και  δημοσίευση διεθνών συνθηκών για τα ανθρώπινα δικαιώματα με πράξη του Κοινοβουλίου προκειμένου να έχουν ισχύ νόμου στο εσωτερικό, ωστόσο το συνταγματικό δικαστήριο θεωρεί ότι, σε περίπτωση σύγκρουσης με τους συνήθεις νόμους, οι κανόνες της διεθνούς συνθήκης υπερισχύουν.

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι οι υποχρεώσεις σεβασμού των  θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απορρέουν από την ΕΣΔΑ, χρησιμοποιούνται ως ερμηνευτικό εργαλείο σε πολλές χώρες για να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις του ίδιου του Συντάγματος ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, με τρόπο συμβατό με τις δεσμευτικές εθνικές υποχρεώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα (π.χ. Εσθονία, Νορβηγία, Σλοβακία, Ισπανία, Σουηδία) – βλ. ερώτηση 3 παρακάτω για περισσότερες λεπτομέρειες.

2. Στο Σύνταγμα υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά στην ΕΣΔΑ και στους κανόνες του διεθνούς δικαίου που σχετίζονται με την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Η πλειονότητα των χωρών απάντησε ότι αν και τα Συντάγματά τους δεν αναφέρονται συγκεκριμένα στην ΕΣΔΑ, αναφέρονται στο διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ορισμένες χώρες που απάντησαν, όπως η Αυστρία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Κύπρος, ο Άγιος Μαρίνος, η Σουηδία και η Τουρκία αναφέρουν ρητά τη Σύμβαση στα Συντάγματά τους. Άλλοι (όπως η Κροατία, η Φινλανδία, η Πορτογαλία, η Νορβηγία και η Σλοβακία) αναφέρουν το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Πολλές χώρες, όπως η Βόρεια Μακεδονία, η Αλβανία, η Ρουμανία, η Γερμανία, η Γεωργία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Ελβετία, η Γαλλία και η Τσεχία αναφέρονται απλώς στο διεθνές δίκαιο, τις συνθήκες ή τις συμφωνίες στα Συντάγματά τους, θεωρώντας την ΕΣΔΑ ως μέρος των διεθνών τους υποχρεώσεων.

Ορισμένα Συντάγματα που δεν αναφέρουν την ΕΣΔΑ έχουν παρόλα αυτά διαμορφωθεί σύμφωνα με αυτήν, παρουσιάζοντας μερικές φορές κείμενο που είναι ουσιαστικά σχεδόν πανομοιότυπο με τα δικαιώματα που περιέχονται στην ΕΣΔΑ (Βουλγαρία, Κροατία, Εσθονία, Ρουμανία και Σλοβενία) ή τουλάχιστον περιλαμβάνει ορισμένα από τα δικαιώματα που περιέχονται στην ΕΣΔΑ (π.χ. Βέλγιο, Ουγγαρία, Νορβηγία, Σουηδία). Στην Ιρλανδία, ενώ η πλειονότητα των δικαιωμάτων προστατεύεται από το Σύνταγμα, η ΕΣΔΑ ενσωματώνεται επιπλέον στο ιρλανδικό δίκαιο μέσω ενός χωριστού νόμου, ο οποίος είναι ένας συνήθης νόμος του οποίου τα δικαιώματα πρέπει να ληφθούν υπόψη μετά την εξέταση τυχόν συνταγματικών αξιώσεων.

Ιδιαίτερη γλώσσα βρίσκεται στο Σύνταγμα της Πολωνίας, με το Προοίμιο να αναφέρεται στις «καθολικές ανθρώπινες αξίες».

3. Υπάρχει νομολογία για τη σχέση Συντάγματος και ΕΣΔΑ, σε περίπτωση σύγκρουσης κανόνων;

Πολλές χώρες που απάντησαν, επεσήμαναν αποφάσεις σχετικά με τη σχέση μεταξύ Συντάγματος και ΕΣΔΑ, οι οποίες στην πλειονότητα των περιπτώσεων διευκρινίζουν απλώς τις συνταγματικές διατάξεις που καθορίζουν την ιεραρχία των κανόνων. Πολλές χώρες υπογράμμισαν παρομοίως ότι η σχέση μεταξύ συνταγματικών διατάξεων και της ΕΣΔΑ λαμβανόταν συχνά υπόψη κατά την ερμηνεία διατάξεων που εγγυώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα εντός του συντάγματος, αντί για θέματα που σχετίζονται με μια σύγκρουση αυτή καθαυτή (π.χ. Ιρλανδία).

Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και στη Γαλλία[81] τα δικαστήρια υποστηρίζουν τη συνταγματική υπεροχή. Στην Πολωνία, το Συνταγματικό Δικαστήριο, σε μια υπόθεση σχετικά με το εάν το Συνταγματικό Δικαστήριο αποτελεί ή όχι «δικαστήριο» για τους σκοπούς του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που προστατεύεται από το άρθρο 6 ΕΣΔΑ, υποστήριξε πρόσφατα την υπεροχή του πολωνικού Συντάγματος έναντι της ΕΣΔΑ , και δήλωσε ότι το άρθρο 6 ΕΣΔΑ είναι αντισυνταγματικό στο βαθμό που επιτρέπει στα διεθνή ή εθνικά δικαστήρια να αξιολογούν τη συμμόρφωση νομικών πράξεων που σχετίζονται με το δικαστικό σώμα, τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων ή τη διαδικασία εκλογής μελών του Εθνικού Συμβουλίου Δικαιοσύνης ”[82].

Στην Ισπανία, η νομολογία[83] διευκρινίζει ότι τα διεθνώς αναγνωρισμένα δικαιώματα συνιστούν «κανόνα αποφασιστικής σημασίας»[84] για την ερμηνεία του Συντάγματος και συνεπώς ότι ΕΣΔΑ αποτελεί «υποχρεωτικό κριτήριο»[85] για την ερμηνεία ορισμένων δικαιωμάτων που περιέχονται στο Σύνταγμα. Συνεπώς, πέραν των όσων προβλέπονται στις Συνταγματικές διατάξεις, η ΕΣΔΑ μπορεί να ανανεώσει το Σύνταγμα. Ομοίως, τα δικαστήρια στην Πορτογαλία και την Κύπρο υποστηρίζουν τη σύμφωνη με την ΕΣΔΑ ερμηνεία του Συντάγματος, με το Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου να νομολογεί ότι η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνεπάγεται συνταγματικές καθώς και διεθνείς υποχρεώσεις[86]. Στην Κροατία, το Συνταγματικό Δικαστήριο έχει λάβει τη θέση ότι οποιαδήποτε ασυμβατότητα με τη Σύμβαση συνεπάγεται σύγκρουση με το κράτος δικαίου, τα δικαιώματα που προστατεύονται από τη Σύμβαση και τις αρχές της συνταγματικότητας και νομιμότητας[87]. Επιπλέον, στη Λιθουανία και στην Εσθονία, τα δικαστήρια θεώρησαν ότι το Σύνταγμα ή η εσωτερική νομοθεσία δεν μπορούν να επικαλεστούν για να απαγορεύσουν τις εξελίξεις στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπόμενων από τη Σύμβαση[88] και ότι νέα δικαιώματα ενδέχεται να προέρχονται από το διεθνές δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της ΕΣΔΑ[89], αντίστοιχα.

Αντίθετα, στη Γερμανία, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο θέτει όρια στην ερμηνεία του Συντάγματος σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, ορίζοντας ότι οι εθνικοί νόμοι θα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με τη Σύμβαση μόνο εντός των ορίων των συνταγματικά αναγνωρισμένων μεθόδων ερμηνείας και «όπου ο Βασικός Νόμος ερμηνεύεται κατά τρόπο ανοιχτό στη Σύμβαση, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πρέπει να ενσωματώνεται όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά»[90]. Στο Βέλγιο, η θεώρηση σχετικά με την ιεραρχία των κανόνων διαφέρει μεταξύ του Ακυρωτικού Δικαστηρίου και του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Η νομολογία του Cour de Cassation καθιστά σαφές ότι οι διατάξεις διεθνών συνθηκών που έχουν άμεση ισχύ υπερισχύουν του εθνικού δικαίου, ακόμη και του Συντάγματος[91]. Ωστόσο, η νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου θεωρεί ότι το Σύνταγμα είναι ανώτερη τυπική ισχύ από το διεθνές δίκαιο και έχει νομολογήσει ότι ο νομοθέτης ή τα θεσμικά όργανα ενδέχεται να μην έχουν «λευκή κάρτα» να προσχωρήσουν σε διεθνείς συνθήκες που θα ήταν αντίθετες με το Σύνταγμα. Το συνταγματικό δικαστήριο έχει, ωστόσο, αναπτύξει νομολογία σχετικά με την εναρμόνιση μεταξύ των δικαιωμάτων και ελευθεριών του Συντάγματος και εκείνων της ΕΣΔΑ, έτσι ώστε στην πραγματικότητα να μην ανακύπτουν συγκρούσεις σε αυτόν τον τομέα.

Όταν αντιμετωπίζουν σύγκρουση κανόνων, τα αυστριακά δικαστήρια θα εφαρμόσουν το ευνοϊκότερο δικαίωμα για τον αιτούντα. Όταν αυτό οδηγεί σε απώλεια των δικαιωμάτων του εναγόμενου, τα δικαστήρια θα προσπαθήσουν να βρουν μια εναρμονισμένη ερμηνεία ή να αξιοποιήσουν  διαφορετικές πτυχές των θεμελιωδών δικαιωμάτων[92].

4. Σε περίπτωση που η χώρα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει νομολογία σχετικά με τη σχέση μεταξύ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΕΣΔΑ;

Είκοσι δύο από τις χώρες που απάντησαν είναι κράτη μέλη της ΕΕ. Από αυτούς, έντεκα μπόρεσαν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με αυτή τη σχέση, ενώ για πολλούς από τους άλλους δεν φαινόταν να υπάρχει καμία νομολογία που να διευκρινίζει τη σχέση μεταξύ του δικαίου της ΕΕ και της ΕΣΔΑ (π.χ. Πολωνία).

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Κύπρος[93] και η Φινλανδία, το δίκαιο της ΕΕ και η ΕΣΔΑ θεωρείται ότι αλληλοσυμπληρώνονται σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πράγματι, πολλές από τις απαντήσεις επικεντρώθηκαν στον βαθμό στον οποίο ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ εμπνεύστηκε και έπρεπε να ερμηνευθεί υπό το φως των δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ και της σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ.

Στην Ουγγαρία, αν και το δίκαιο της ΕΕ αναφέρεται στο Σύνταγμα αλλά η ΕΣΔΑ δεν αναφέρεται ρητά, τα ουγγρικά δικαστήρια διαπίστωσαν ότι «η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι η πρώτη υποχρέωση του κράτους» και ότι, κατά συνέπεια, η τήρηση του δικαίου της ΕΕ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για παραβίαση των δικαιωμάτων της Σύμβασης, υποδηλώνοντας έτσι ότι σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ του δικαίου της ΕΕ και της ΕΣΔΑ, θα υπερισχύει ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ[94].

Στη Ρουμανία, σε τομείς όπου η αποκλειστική αρμοδιότητα ανήκει στην ΕΕ, ανεξάρτητα από τις διεθνείς συνθήκες που έχει συνάψει η χώρα, η εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεων υπόκειται μόνο στο δίκαιο της ΕΕ[95].

Στη Σουηδία, το Σύνταγμα ορίζει ρητά ότι η ένταξη στην ΕΕ δεν μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση της προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ, αν και αυτή η διάταξη δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι σήμερα από τα σουηδικά δικαστήρια[96]. Θεωρείται γενικά ότι η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το ΔΕΕ, μπορεί να καμφθεί «μόνο εάν η εφαρμογή του στη συγκεκριμένη περίπτωση θα συνιστούσε σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση της ΕΣΔΑ»[97].

Στην Ιρλανδία, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε καταβάλει προσπάθειες να ερμηνεύσει τον Νόμο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης του 2003 υπό το φως ότι η παράδοση πρέπει να είναι συμβατή με τις υποχρεώσεις της ΕΣΔΑ, προκειμένου να εκτελεστεί[98].

Στη Νορβηγία, το Ανώτατο Δικαστήριο και στη συνέχεια το ΕΔΔΑ εξέτασαν τον καλύτερο τρόπο στάθμισης της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι βάσει του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ και της ελευθερίας εγκατάστασης βάσει του δικαίου της ΕΕ. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Νορβηγίας έκρινε ότι το μποϊκοτάζ (προστατευόμενο βάσει του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ) πρέπει, μεταξύ άλλων, να συμβιβαστεί με τα δικαιώματα που απορρέουν από τη Συμφωνία ΕΟΧ[99].Το ΕΔΔΑ στην απόφασή του διευκρίνισε ότι από την άποψη του άρθρου 11 της Σύμβασης, Η ελευθερία εγκατάστασης στον ΕΟΧ δεν αποτελεί αντιστάθμιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, αλλά μάλλον είναι ένα στοιχείο… που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας σύμφωνα με το άρθρο 11[100].

Το Ηνωμένο Βασίλειο σημείωσε ότι (τουλάχιστον πριν από το Brexit) τα ένδικα βοηθήματα σε περίπτωση ασυμβατότητας του εσωτερικού δικαίου με το δίκαιο της ΕΕ ήταν ισχυρότερα (η εθνική νομοθεσία θα μπορούσε να κριθεί ανενεργή) από ό,τι στην περίπτωση ασυμβατότητας με την ΕΣΔΑ, όπου τα δικαστήρια μπορούν μόνο να προβούν σε δήλωση ασυμβατότητας.

Στη Γερμανία, κατά την εξέταση ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκύπτουν από την ερμηνεία του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η ΕΣΔΑ καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου της. Πράγματι, η Διάταξη του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου ορίζει σαφώς την υποχρέωση αλληλεπίδρασης και τους αμοιβαία υποστηρικτικούς ρόλους των διαφόρων δικαστηρίων που ασχολούνται με την προστασία των δικαιωμάτων: «Στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης συνεργασίας (…) το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο διασφαλίζει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε συνεργασία με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τα συνταγματικά και ανώτατα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών»[101].

  1. 5. Τα δικαστήρια, και ιδιαίτερα τα Ανώτατα ή Συνταγματικά Δικαστήρια, παραπέμπουν στην ΕΣΔΑ όταν εκδικάζουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Σχεδόν όλες οι χώρες που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο ενημέρωσαν ότι τα δικαστήρια τους αναφέρονται στη Σύμβαση όταν δικάζουν θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Αλβανία, Βέλγιο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Κύπρος, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γεωργία, Γερμανία, Ισλανδία, Ιρλανδία, Λετονία , Λιθουανία, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Άγιος Μαρίνος, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο). Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο η ΕΣΔΑ ή/και οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχουν καθοριστικό ρόλο στον δικανικό συλλογισμό διαφέρει από χώρα σε χώρα.

Στο Λουξεμβούργο και τη Σλοβακία, τα δικαστήρια τείνουν να αναφέρονται στη Σύμβαση και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ μόνο όταν τα μέρη προβάλλουν νομικά επιχειρήματα σχετικά με την εφαρμογή των δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.

Στη Γεωργία, τα δικαστήρια υποχρεούνται να παραπέμπουν στην ΕΣΔΑ και στη νομολογία του Στρασβούργου βάσει του Κώδικα Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το τμήμα 2 του νόμου περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1998 ορίζει ότι τα δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία των δικαιωμάτων της Σύμβασης και το άρθρο 3 απαιτεί από τα δικαστήρια να ερμηνεύουν τη νομοθεσία με τρόπο συμβατό με τα δικαιώματα της Σύμβασης[102].

Στην Ισλανδία, γίνεται αναφορά στην ΕΣΔΑ σε αριθμό αποφάσεων, αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 της Πράξης για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Ισλανδία δεν δεσμεύεται από αποφάσεις των θεσμικών οργάνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων του ΕΔΔΑ[103].

 

[1] Doc. 15336, Ref. 4605  27 Σεπτεμβρίου 2021.

[2] Doc. 15336, Reference 4605 της 7/9/2023.

[3] Βλ. τη βιβλιογραφία που περιλαμβάνεται στην Έκθεση της Επιτροπή της Βενετίας, Venice Commission, Report on the implementation of international human rights treaties in domestic law and the role of the courts, όπως υιοθετήθηκε στην 100η Ολομέλεια(Rome, 10-11/10 2014, CDL-AD(2014)036, σημείωση 2.

[4] Βλ., π.χ. . J.G. Starke, “Monism and Dualism in the Theory of International Law”, 17 Brit. Y.B. Int’l L. 66 (1936), όπως παραπέμπεται σε  CDL-AD(2014)036, op. cit., υποσημείωση 14..

[5] CDL-AD (2014)036, op. cit., παράγρ. 18.

[6] Ibid, παράγρ. 86.

[7] CDL-AD(2014)036, op. cit., παράγρ. 19. Άλλες νομικές τεχνικές που προσιδιάζουν στον μονισμό συνίστανται είτε στη συμπερίληψη αναφορών στο διεθνές δίκαιο σε νόμους ή άλλες εγχώριες πράξεις είτε στη θεμελίωση τους σε μη γραπτούς, εθιμικούς κανόνες ή τη νομολογία.

[8] Ibid, παράγρ. 86.

[9] Ibid, παράγρ. 22.

[10] Ibid, παράγρ. 23.

[11] CDL-AD(2014)036, op. cit., παράγρ. 22 και  16.

[12] Ibid, παράγρ. 24. Ο μετασχηματισμός (Transformation) αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία το κείμενο μιας διεθνούς συνθήκης «ενσωματώνεται» σε ένα τυπικό νόμο ή σε άλλη πηγή του εσωτερικού δικαίου. Η προσαρμογή (Adaptation) περιλαμβάνει όχι την απλή «ενσωμάτωση» του διεθνούς δικαίου στο εθνικό, αλλά και ουσιαστικές τροποποιήσεις. Ο νόμος για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Ηνωμένου Βασιλείου του 1998, ο οποίος εισήγαγε στο δίκαιο του της χώρας ορισμένες από τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα αποτελεί παρόμοιο παράδειγμα. Η υιοθέτηση (Adoption) αναφέρεται στη χρήση διατάξεων διεθνών συνθηκών ή άλλων πηγών διεθνούς δικαίου στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, σε περιπτώσεις όπου οι πηγές αυτές δεν μετασχηματίστηκαν ή/και δεν προσαρμόστηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη.

[13] CDL-AD(2016)016, op. cit., παράγρ. 84.

[14] Η ρύθμιση αντανακλά εθιμικό διεθνές δίκαιο που έχει συμπεριληφθεί στο άρθρο 26 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969, το οποίο ορίζει: «Κάθε ισχύουσα συνθήκη είναι δεσμευτική για τα μέρη της και πρέπει να εκτελείται από αυτά με καλή πίστη. ”

[15] Άρθρ.  27: “Ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του εσωτερικού του δικαίου ως δικαιολογία για την αποτυχία του να εκτελέσει μια συνθήκη. (…)”.

[16] CDL-AD(2016)016, op. cit., παράγρ. 85. Βλ.  Grzęda v. Poland (GC), 15 March 2022, application No. 43572/18, § 340, όπου το ΕΔΔΑ αναγνωρίζει τη σημασία αυτής της αρχής, σε ό,τι αφορά το συνταγματικό δίκαιο.

[17] Άρθρ.  4.1 των “Draft articles on Responsibility of States for Internationally Wrongful Acts”, που εγκρίθηκε από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου στην πεντηκοστή τρίτη σύνοδό της, το 2001, και υποβλήθηκε στη Γενική Συνέλευση ως μέρος της έκθεσης της Επιτροπής που καλύπτει τις εργασίες αυτής της συνόδου, Yearbook of the International Law Commission, 2001, vol. II (Part Two).

[18] CDL-AD(2016)016, op. cit.,παράγρ. 88.

[19] CDL-AD(2014)036, παράγρ. 25. Σε παρόμοιες χώρες, το καθεστώς αυτό ορίζεται από άγραφους κανόνες, το εθιμικό δίκαιο και τη νομολογία των εθνικών, κυρίως συνταγματικών δικαστηρίων (π.χ. Αυστρία και ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής). Ωστόσο, στην Αυστρία η ΕΣΔΑ έχει συνταγματικό καθεστώς. βλέπε Επιτροπή της Βενετίας, Russian Federation. Final opinion on the amendments to the Federal Constitutional Law on the Constitutional Cour, που εγκρίθηκε στην 107η σύνοδο ολομέλειάς της (Venice, 10-11 June 2016), CDL-AD(2016)016, παράγρ.. 83.

[20] Ibid, παράγρ.s 26-28.

[21] Το άρθρ.  II.2 του Συντάγματος της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ορίζει ρητά ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλα της εφαρμόζονται άμεσα  στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και «(…) έχουν προτεραιότητα έναντι κάθε άλλου νόμου». Ωστόσο, αυτή είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς το Σύνταγμα αποτελεί το ίδιο μέρος μιας διεθνούς συνθήκης, δηλαδή της συμφωνίας του Ντέιτον. Βλ. Annex 4 του General Framework Agreement for Peace in Bosnia and Herzegovina, της 14ης Δεκεμβρίου 1995.

[22] Ibid, παράγρ. 27.

[23] Βλ. CDL-AD(2014)036, op. cit., παράγρ. 28.

[24] Στη Ρουμανία, οι συνταγματικές διατάξεις που αφορούν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και  άλλες συνθήκες στις οποίες η Ρουμανία είναι συμβαλλόμενο μέρος (Άρθρο 20.1 του Συντάγματος της Ρουμανίας). «Όπου υπάρχεί σύγκρουση μεταξύ συνθηκών για τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στα οποία η Ρουμανία είναι συμβαλλόμενο μέρος και των εθνικών νόμων, οι διεθνείς ρυθμίσεις υπερισχύουν, εκτός εάν το Σύνταγμα ή οι εθνικοί νόμοι περιλαμβάνουν ευνοϊκότερες διατάξεις» (Άρθρο 20.2 του Συντάγματος της Ρουμανίας). Ομοίως στην Ισπανία, το Άρθρ. 10.2 του Συντάγματος ορίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις Συνθήκες που προστατεύουν ανθρώπινα δικαιώματα.

[25] Για τη νομολογία του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, βλ. CDL-AD(2016)016, op. cit., παράγρ. 83 and σημ.  24. For Netherlands see G. Betlem, Giving Effect to Public International Law and European Community Law before domestic courts, European Journal of International Law (EJIL), vol. 14, 2003, 569-589.

[26] I. Pernice, Multilevel Constitutionalism in the European Union, in European Law Review, 2002, 511 κ.ε..

[27] M. Poiares Maduro, Contrapunctual Law: Europe’s Constitutional Pluralism in Action, in N. Walker (ed.), Sovereignty in Transition, Oxford 2003, 501 κ.ε.

[28] V. v. United Kingdom, application no. 24888/94, judgment of 16 December 1999 (Grand Chamber) and A., B. and C. v. Ireland, application no. 25579/05, judgment of 16 November 2010 (Grand Chamber), πρβλ.  J. McBride, The doctrines and methodology of interpretation of the European Convention on Human Rights by the European Court of Human Rights, Council of Europe, 2021, p. 40 κ.ε.  See recently Fedotova and Others v. Russia (Grand Chamber), application no. 40792/10 and others, judgment of 17 January 2023, στην παράγρ. 166-177.

[29] «Η Σύμβαση (…) δεν μπορεί να ερμηνευθεί εν κενώ και θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να ερμηνεύεται σε αρμονία με άλλους κανόνες του διεθνούς δικαίου σχετικούςμε τη διεθνή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (…). Πράγματι, όπως προκύπτει από το Άρθρ. 31 § 3 (γ) της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, η Σύμβαση θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να ερμηνεύεται σε αρμονία με άλλους κανόνες του διεθνούς δικαίου των οποίων αποτελεί μέρος, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με τη διεθνή προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων .” βλέπε Correia de Matos κατά Πορτογαλίας, αίτηση αρ. 56402/12, απόφαση της 4ης Απριλίου 2018 και Hämäläinen κατά Φινλανδίας, αίτηση αρ. 37359/09, απόφαση της 16ης Ιουλίου 2014.

[30] Rantsev v. Cyprus and Russia, application no. 25965/04, judgment of 7 January 2010, at παράγρ. 197; Jerenovics v Latvia (GC), application No. 44898/10, judgment of 5 July 2016, στη παράγρ. 109.

[31] Βλέπε, για παράδειγμα, ΕΔΔΑ, Anchugov and Gladkov κατά Ρωσίας, αιτήσεις αρ. 11157/04 και 15162/05, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2013, στην παράγρ. 50. Βλ. επίσης Grzeda κατά Πολωνίας, όπ.π.,  παράγρ. 340: «Η αρχή ότι τα κράτη οφείλουν να τηρούν τις διεθνείς τους υποχρεώσεις έχει κατοχυρωθεί εδώ και καιρό στο διεθνές δίκαιο. Ειδικότερα, «ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί έναντι άλλου κράτους το δικό του Σύνταγμα με σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις του βάσει του διεθνούς δικαίου ή των ισχυουσών συνθηκών» (βλ. Permanent Court of International Justice’s Advisory Opinion on Treatment of Polish Nationals and Other Persons of Polish Origin or Speech in the Danzig Territory 5 (…)). Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί το εσωτερικό του δίκαιο, συμπεριλαμβανομένου του Συντάγματος, ως αιτιολόγηση της μη τήρησης των δεσμεύσεών του βάσει του διεθνούς δικαίου (βλ. Άρθρ. 27 της Σύμβασης της Βιέννης).

[32] Βλέπε, για παράδειγμα, Maestri κατά Ιταλίας, αίτηση αρ. 39748/98, απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2004, παράγρ. 47. Το Δικαστήριο υπενθύμισε, μεταξύ άλλων, ότι «(…) επικυρώνοντας τη Σύμβαση,  τα Συμβαλλόμενα Κράτη αναλαμβάνουν να διασφαλίσουν ότι η εσωτερική τους νομοθεσία είναι συμβατή (…)» με τη Σύμβαση. Βλέπε επίσης Advance Pharma sp.z o.o κατά Πολωνίας, αρ. 1469/20, απόφαση 3 Φεβρουαρίου 2022, παράγρ. 363-366.

[33] Βλ, για πάραδειγμα, την παράγρ. 7 of Resolution 2358 (2021), όπως υιοθετήθηκε από τη Συνέλευση στις  26/1/2021.

[34] Fabris v France, στην παράγρ. 75 «Αυτό επιβάλλει την υποχρέωση στα εθνικά δικαστήρια να διασφαλίζουν, σύμφωνα με τη συνταγματική τους τάξη και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της ασφάλειας δικαίου, την πλήρη ισχύ των προτύπων (standards) της Σύμβασης, όπως ερμηνεύονται από το Δικαστήριο».

[35] Venice Commission, Russian Federation. Opinion on the draft amendments to the Constitution (as signed by the President of the Russian Federation on 14 March 2020) related to the execution in the Russian Federation of decisions by the European Court of Human Rights, CDL-AD(2020)009, παράγρ. 62.

[36] CDL-AD(2016)016, όπ.π., παράγρ. 110.

[37] CDL-AD(2020)009, op. cit., παράγρ. 57.

[38] Council of Europe, DG1, Department for the execution of ECtHR judgments, Constitutional matters. Thematic Factsheet, May 2020.

[39] Ibidem. Αφορά γενική απαγόρευση του εκλογικού δικαιώματος που επιβάλλεται σε όλους τους καταδικασθέντες κρατουμένου που στερούνται την ελευθερία τους βάσει διάταξης του Συντάγματος (παραβιάσεις του Άρθρ. 3 του Πρωτοκόλλου Αρ. 1).

[40] CDL-AD(2020)009, παράγρ. 58.

[41] Με  την απόφαση CM/ResDH(2019)240, της 25ης Σεπτεμβρίου 2019, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο ομοσπονδιακός νομοθέτης θα μπορούσε να βελτιστοποιήσει το σύστημα ποινικής τιμωρίας, έτσι ώστε ορισμένες ποινικές κυρώσεις, αν και συνεπάγονται τον υποχρεωτικό περιορισμό της ελευθερίας, δεν θα συνεπάγονται περιορισμούς σχετικά με τα δικαιώματα ψήφου (βλ. § 2 του διατακτικού της παρούσας απόφασης, in fine). Στη συνέχεια, την 1η Ιανουαρίου 2017, εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα μια νέα κατηγορία ποινικής τιμωρίας – η κοινοτική εργασία, ενώ μια άλλη τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα προέβλεπε τη δυνατότητα αντικατάστασης του μη εκτιθέντος μέρους της στερητικής της ελευθερίας ποινής με μια πιο ήπια ποινή, με τη μορφή κοινοτικής εργασίας.

[42] CDL-AD(2014)036, op. cit., παράγρ. 99.

[43] Βλ. Άρθρ.  31 παράγρ. 1 της Συνθήκης της Βιέννης:, “a treaty shall be interpreted in good faith in accordance with the ordinary meaning to be given to the terms of the treaty in their context and in the light of its object and purpose.”

[44] CDL-AD(2016)016, op. cit., παράγρ. 146.

[45] CDL-AD(2020)009, παράγρ. 63.

[46] High-level Conference on the “Implementation of the European Convention on Human Rights, our shared responsibility”, 26-27 March 2015.

[47] ETS no. 214.

[48] Τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2018. See at: https://www.coe.int/en/web/conventions/full-list?module=signatures-by-treaty&treatynum=214.

[49] Application No. 14902/04, judgments of 20 September 2011 (on the merits) and of 31 July 2014 (just satisfaction, Άρθρ.  41). Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξαν διάφορες παραβιάσεις της Σύμβασης σχετικά με φορολογικές και εκτελεστικές διαδικασίες που ασκήθηκαν κατά της αιτούσας πετρελαϊκής εταιρείας (κυρίως του άρθρου 6 και του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου αριθ. 1) και επιδίκασε συνολικό ποσό σχεδόν 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ τους μετόχους της αιτούσας εταιρείας ως δίκαιη ικανοποίηση.

[50] Case Description in HUDOC-EXEC, as of 15 March 2022. Αυτό οφειλόταν στις τροποποιήσεις του Ομοσπονδιακού Νόμου για το Συνταγματικό Δικαστήριο που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2015, που εξετάστηκε από την Επιτροπής της Βενετία, CDL-AD(2016)016, ό.π..

[51] CDL-AD (2020)009, op. cit., παράγρ. 64 and 68.

[52] Application no. 4907/18, judgment of 7 May 2021.

[53] Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε, ειδικότερα, ότι η εκλογή ορισμένων δικαστών στο Συνταγματικό Δικαστήριο ήταν παράτυπη καθώς δεν ήταν σύμφωνη με τις πολωνικές συνταγματικές διατάξεις σχετικά με την εκλογή δικαστών στο Συνταγματικό Δικαστήριο. Οι δικαστές είχαν ήδη εκλεγεί από το προηγούμενο Sejm (απλώς δεν είχαν εγκριθεί από τον Πρόεδρο) επομένως δεν ήταν σωστό για το νέο Sejm να επιδιώξει να επανεκλέξει διαφορετικούς δικαστές στη θέση τους. Αυτές οι παρατυπίες παραβίασαν το δικαίωμα της αιτούσας εταιρείας σε δικαστήριο που ιδρύθηκε με νόμο, σε αντίθεση με το Άρθρ. 6 ΕΣΔΑ.

[54] Reczkowicz v Poland, judgment of 22 July 2021. The cases in this group include Broda and Bojara v. Poland, application no. 26691/18, judgment of 29 June 2021; Reczkowicz v. Poland, application no. 43447/19, judgment of 22 July 2021; Dolińska-Ficek and Ozimek v. Poland, applications nos. 49868/19 and 57511/19, judgment of 8 November 2021 and Advance Pharma Sp. z o.o., application no. 1469/20, judgment of 3 February 2022.

[55] Broda and Bojara v Poland, judgment on 29 June 2021.

[56] K 6/21.

[57] K 7/21.

[58] Οι πιο πρόσατες Xero Flor and Reczkowicz αποφάσεις υιοθετήθηκαν το Δεκέμβριο του 2022 από την Επιτροπή Υπουργών.

[59] COM (2022)268 final

[60] Δελτίο Τύπου του ΕΔΔΑ.

[61] Plan to reform Human Rights Act – GOV.UK (www.gov.uk).

[62] Ibidem.

[63] UK reform of its human rights legislation: consequences for domestic and European human rights protection, Introductory Memorandum.

[64] CDL-AD(2016)016, op. cit., παράγρ. 105.

[65] D. Sarmiento, J.H.H. Weiler,: The EU Judiciary After Weiss: Proposing A New Mixed Chamber of the Court of Justice, VerfBlog, 2020/6/02, https://verfassungsblog.de/the-eu-judiciary-after-weiss/

[66] Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου αριθ. 2006-540 DC της 27ης Ιουλίου 2006. Πρβλ. τις παρατηρήσεις του προέδρου της προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με την ευκαιρία του νέου έτους 2005 (Cahiers du Conseil constitutionnel αρ. 18, Ιουλίου 2005): «ανεξάρτητα από το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η υπεροχή , το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν μπορεί να αμφισβητήσει ό,τι αναγράφεται ρητά στα συνταγματικά μας κείμενα και ό,τι είναι εγγενές στη συνταγματική μας ταυτότητα με τη διπλή σημασία της λέξης «εγγενές», δηλαδή κρίσιμο και διακριτό. Με άλλα λόγια: η ουσία της Δημοκρατίας».

[67] Σύμφωνα με την Επιτροπή της Βενετίας, «[εάν] το Σύνταγμα έχει διατάξεις αντίθετες προς τη Συνθήκη (…) – είναι καθήκον όλων των κρατικών οργάνων να βρουν τις κατάλληλες λύσεις για τη συμφιλίωση αυτών των διατάξεων της συνθήκης με το Σύνταγμα (για παράδειγμα μέσω ερμηνείας ή ακόμη και με τροποποίηση του Συντάγματος), διαφορετικά υφίσταται διεθνής ευθύνη του Κράτους, με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των αντίμετρων ή/και κυρώσεων.» CDL-AD (2016) 016, ό.π., παράγρ. 87.

[68] Άρθρ.  90, παράγρ.. 5 του Συντάγματος της Τουρκίας.

[69] Άρθρ.  190, Federal Constitution of Switzerland.

[70] Άρθρ.  194 (2), Federal Constitution of Switzerland.

[71] Το κείμενο αναφέρει ότι «Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα ή θεμελιώδης ελευθερία που ρυθμίζεται από νομικές πράξεις που ισχύουν στη Σλοβενία ​​δεν μπορεί να περιοριστεί με το σκεπτικό ότι το παρόν Σύνταγμα δεν αναγνωρίζει αυτό το δικαίωμα ή την ελευθερία ή το αναγνωρίζει σε μικρότερο βαθμό». Η ΕΣΔΑ δεν αναφέρεται ρητά, αλλά περιλαμβάνεται σε αυτό το άρθρο.

[72] Ερμηνεύοντας το  Άρθρ.  1(2) του Συντάγματος.

[73] Άρθρα 81, 118, 145, 149.

[74] Treaty on the European Union, art. 6(3); European Union Charter of Fundamental Rights, art. 53.

[75] Conseil constitutionnel, decision No. 74-54 DC, 15 January 1975.

[76] Instrument of Government, Art. 19.

[77] Basic Law for the Federal Republic of Germany, Art. 25.

[78] Σύνταγμα της Πολωνίας, Άρθρ.  8, παράγρ.. 1.

[79] Σύνταγμα της Πολωνίας, Άρθρ.  9.

[80] Σύνταγμα της Πολωνίας, Άρθρ.  91, παράγρ.. 2.

[81] CE, Ass., 30 octobre 1998, Sarran et Levacher.

[82] Polish Constitutional Court, judgment of 24th November 2021, ref. no. K 6/21; judgment of 10th March 2022, ref. no. K 7/21.

[83] Spanish Constitutional Court Judgement (STC) 36/1991.

[84] STC 22/1981.

[85] STC 97/1999.

[86] Συνταγματικό Δικαστήριο, Δράκος και άλλοι κατά της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (1991) 1 ΑΑΔ 696

[87] Συνταγματικό Δικαστήριο της Κροατίας, No. U-I-745/1999 8/11/ 2000 (Official Gazette 122/00).

[88] Πόρισμα του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας της Λιθουανίας σχετικά με τη συμμόρφωση των Άρθρων  4, 5, 9, 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα με το Σύνταγμα της Δημοκρατίας της Λιθουανίας, διαθέσιμο στο: https://lrkt.lt/lt/teismo-aktai/paieska/135/ta422/content.

[89] Συνταγματικό Δικαστήριο της Εσθονίας, RKPSJK, 3-4-1-1-04, 25.03.2004, p 18; RKKK, 3-1-1-21-06, 05.05.2006.

[90]Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2018 – 2 BvR 1738/12; Απόφαση της 4ης Μαΐου 2011 – 2 BvR 2365/09.

 

[91] Etat Belge v. S.A. “Fromagerie FrancoSuisse Le Ski“, Βελγικό Ακυρωτικό Δικαστήριο, 27 Μαΐου 1971 σε σχέση με την υπεροχή των διατάξεων του διεθνούς δικαίου που έχουν άμεση ισχύ έναντι του εθνικού δικαίου. Η αρχή αυτή επεκτάθηκε το 2004 σε άλλες διεθνείς υποχρεώσεις που έχουν εξίσου υπεροχή έναντι του Συντάγματος.

[92] Eg. VfSlg. 19.349/2011; 19.813//2013; VfSlg. 19.994/2015; 20.117/2016; 20.261/2018.

[93] Hadwen v. Republic, Απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 2014 ECLI:CY:AD:2014:A537.

[94] Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας, Απόφαση  No. 22/2016. (XII. 5.).

[95] Συνταγματικό Δικαστήριο της Ουγγαρίας, Αποφάσεις 683/2012,  64/2015.

[96] Chapter 10, Άρθρ.  5 of the Instrument of Government.

[97] Ανώτατο Δικαστήριο της Σουηδίας, NJA 2914 s. 79

[98] Minister for Justice and Equality v. Vestartas [2020] IESC 12.

[99] Holship Norge AS, v. Norwegian Transport Workers’ Union, The Supreme Court, HR-2016-2554-P, (case no. 2014/2089).

[100] Norwegian Confederation of Trade Unions (LO) and Norwegian transport Workers’ Union (NFT) v. Norway [2021] (Application no. 45487/17)

[101] Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, Order of 1 December 2020, 2 BvR 1845/18.

[102] Εάν νομοθετικές διατάξεις ισοδύναμες με αυτές του πρόσφατου Νόμου για τα Δικαιώματα (Bill of Rights, ο ισχυρός δεσμός μεταξύ της Σύμβασης και της νομολογίας του ΕΔΔΑ και της εφαρμογής της από τα εθνικά δικαστήρια θα άλλαζε και πιθανότατα θα εξασθενούσε – ωστόσο, πολλά θα εξαρτηθούν από το πώς τα εθνικά δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τυχόν μελλοντικές ς διατάξεις σε οποιονδήποτε αναθεωρημένο Νόμο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ή Διακήρυξη Δικαιωμάτων.

[103] Άρθρ.  2, Act on the European Convention of Human Rights No. 62/1994.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

1 × 5 =