Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Για μια άλλη πολιτεία; Εκδόσεις Καστανιώτη, 2022, 288 σελ. Παρουσίαση: Βασίλης Καραποστόλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολιτεία δίχως φύλακες

Ανοίγοντας το τελευταίο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά ο αναγνώστης θα αντιληφθεί πολύ γρήγορα πως οι λέξεις και οι φράσεις του συγγραφέα θα συνδυαστούν κάτω απ’ τα μάτια του με έναν τρόπο καθόλου συνηθισμένο. Πράγματι, από τις πρώτες γραμμές γίνεται φανερό πως η ανάλυση του κοινωνικού επιστήμονα συνυφαίνεται με ένα είδος αφήγησης. Ο Τσουκαλάς θα αφηγηθεί ένα ιστορικό δράμα. Θα ξετυλίξει μπροστά μας την ιστορία της προσπάθειας που έχει κάνει το ανθρώπινο είδος να δημιουργήσει έναν κόσμο, να τον κατοικήσει, και κυρίως να τον διευθύνει. Ευθύς εξαρχής η σκέψη του συγγραφέα δεν κρύβει την πικρή ειρωνεία της. Αιτία είναι η διαπίστωση πώς ο άνθρωπος στην εποχή μας αδυνατεί να ελέγξει το δημιούργημα του, την ίδια στιγμή που ακούγονται τόσο πολλά για τις προόδους στη γνώση του, για την επινοητικότητα του, τις επιστημονικές ανακαλύψεις του. Την ώρα που κορυφώνεται όλη αυτή η φλύαρη αυτο διαφήμιση, ο Τσουκαλάς εντοπίζει ένα προς ένα τα σημεία όπου χαλκεύονται τα γεγονότα.

Μιλούν πολύ σήμερα για την «οργανωμένη κοινωνία», για τη ρύθμιση του κόσμου με μηχανισμούς πληροφόρησης, με διασταυρώσεις στοιχείων,με ταξινομήσεις. Και πού βρίσκουν γόνιμη εφαρμογή όλα αυτά;  Πουθενά, απαντά ο Τσουκαλάς. Για να τεκμηριώσει την θέση του επιλέγει ευλόγως να εξετάσει τα ζητήματα που αφορούν τον συντονισμό της οικονομικής και πολιτικής ζωής. Ούτε στο ένα ούτε στο άλλο πεδίο διακρίνεται η παραμικρή παρουσία μιας Αρχής, μιας δύναμης που θα αναλάμβανε να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις, να περιορίσει τις συγκρούσεις, να βάλει φραγμούς στην αδηφαγία των πιο ισχυρών.   Αποτελεί υπόδειγμα ειρωνικής κριτικής ο τρόπος με τον οποίο ο Τσουκαλάς αναδεικνύει ορισμένες καθοριστικές αντιφάσεις όχι μόνο στο επίπεδο των πραγμάτων αλλά και στο επίπεδο του λόγου. Το τι λέγεται για τον κόσμο σήμερα και το τι πραγματικά συντελείται, είναι ζωτικής σημασίας να αντιπαρατεθούν. Και αυτό ακριβώς μας προσφέρει ο Τσουκαλάς. Μας παρουσιάζει από τη μια τους ισχυρισμούς ότι ο κόσμος ενοποιείται, και από την άλλη μας δείχνει πως η ίδια η διαδικασία της μεταβατικής ενοποίησης  περιέχει το σπέρμα της τελικής αταξίας. Δεν είναι άξιο απορίας ότι ενώ οι επαφές μεταξύ ατόμων, ομάδων, κρατών πυκνώνουν το γενικό αποτέλεσμα  είναι η  κυριαρχία της  αστάθειας και των απρόβλεπτων;

Εχοντας ως αφετηρία ορισμένες θεωρητικές υποθέσεις του Δ. Τσάτσου, ο Τσουκαλάς προχωρεί στη διερεύνηση αυτής της αντίφασης, για να συμπεράνει πως η προϊούσα αταξία στον πλανήτη δεν ελέγχεται επειδή δεν υπάρχει η κεντρική βούληση για να την ελέγξει. Και δεν υπάρχει επειδή κυριάρχησε η εντύπωση πως ο άνθρωπος, αφού μόχθησε ,αφού εφηύρε άφθονα μέσα για να δαμάσει τη φύση, αφού θέσπισε νόμους για τη διευθέτηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ατόμων, νόμισε πως θα μπορούσε επιτέλους να αναπαυθεί και να αφήσει τα κατασκευάσματά του να δουλεύουν από μόνα τους για λογαριασμό του. Να όμως, που οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν. Το «σύστημα» των υλικών πραγμάτων δεν μπορεί να «στοχεύει» στην καλύτερη εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών. Εξ ορισμού το «σύστημα» δεν διαθέτει νου, πράγμα που σημαίνει ότι όσο πιο εκτεταμένο γίνεται, τόσο πιο ακατανόητα θα είναι τα αποτελέσματά του. Αραγε, αυτό πιστοποιεί ότι είναι αδύνατον να αναπτυχθεί μια έλλογη δύναμη μέσα στους παγκόσμιους μηχανισμούς που να μπορεί να δώσει εντολές κατάλληλες για την επίλυση των προβλημάτων; Η άποψη του Τσουκαλά είναι ότι κάτι τέτοιο αποκλείεται ενόσω ατροφούν μέσα στους εθνικούς και διεθνείς οργανισμούς, μέσα σε όλα τα κύτταρα του κοινού βίου, οι βουλητικές ικανότητες. Όλοι κάνουν λίγα, περιμένοντας από τους μηχανισμούς να κάνουν πολλά.

Οι σελίδες στο βιβλίο που αφιερώνονται στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι από τις πιο διαφωτιστικές. Αναφέροντας αρκετά παραδείγματα ο Τσουκαλάς κατευθύνει την προσοχή του αναγνώστη στο εντυπωσιακό παράδοξο να επενδύεται με τόσες  διακηρύξεις περί του πρακτέου τόση αδράνεια. Πίσω από έναν πυρετώδη κατακλυσμό γραφειοκρατικών εγκυκλίων, οδηγιών, εξαγγελιών και κωδικοποιημένων προγραμμάτων απλώνεται μια τελματωμένη έκταση:  είναι γεμάτη από αναβολές, κωλυσιεργίες, υπαναχωρήσεις. Δικαιολογημένα καυτηριάζει ο συγγραφέας την παγίδευση των ριζικών αποφάσεων που επιφέρει ο κανονισμός της ομοφωνίας των εθνικών κρατών. Δεν είναι ο μόνος λόγος που οι αποφάσεις καθυστερούν ή αναβάλλονται. Πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην τελμάτωση αυτή παίζει η ευχέρεια να γίνονται συνεννοήσεις στα κρυφά σε τέτοιο βαθμό ώστε οι όποιες συνεννοήσεις στα φανερά να μοιάζουν εντελώς προσχηματικές. Στο προσκήνιο ρητορεύουν οι  επίτροποι και οι ευρωβουλευτές, και στο παρασκήνιο υπογράφουν έγγραφα οι τραπεζίτες και οι εκπρόσωποι των πολυεθνικών.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες μοιάζει ελάχιστα πιθανό να κρατήσει τα ηνία της κατάστασης ένας πολιτειακός νους παγκόσμιος και με καλή θέληση. Η πολιτεία, για να χρησιμοποιήσουμε την πλατωνική γλώσσα, μένει δίχως άρχοντες ουσιαστικά, και το χειρότερο:  δίχως φύλακες. Αν τουλάχιστον μπορούσαν να είναι πιο συνειδητοί κάποιοι φύλακες- πολίτες θα ήταν δυνατόν έστω και θεωρητικά να γεννηθεί το αίτημα της αλλαγής της ηγεσίας. Τίθεται το παμπάλαιο ζήτημα της από τα κάτω δυναμικής που στην ιστορία πήρε τις μορφές άλλοτε της διαμαρτυρίας, άλλοτε της μεταρρύθμισης, άλλοτε της επανάστασης. Στις μέρες μας ακόμη και το ψέλλισμα της διαμαρτυρίας θα περιείχε κάτι το ανατρεπτικό. Γιατί είναι άπειρα τα μέσα με τα οποία οι σκέψεις εμποδίζονται να γεννήσουν κρίσεις, και οι κρίσεις να στρέψουν την αιχμή τους στα ζητήματα της δικαιοσύνης, της πραγματικής ελευθερίας, της αλήθειας.

Κατά τον Τσουκαλά στην αποδυνάμωση αυτή της κριτικής διάθεσης του σύγχρονου ανθρώπου έχει συμβάλλει αποφασιστικά η γενικευμένη σύγχυση και ανασφάλεια. Ο καθένας καλείται να σπεύσει και να προμηθευτεί ό,τι προλαβαίνει, προκειμένου να ζήσει. Να ζήσει αμυνόμενος ή επιτιθέμενος; Πάντως και στις δύο περιπτώσεις το να κρίνει τα ζητήματα είναι μια πολυτέλεια﮲ προέχει να αντιληφθεί  (τις παγίδες,τις ευκαιρίες)  και να αντιδράσει εγκαίρως. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Τσουκαλά το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι να κυριαρχεί ο τύπος του ανθρώπου- λύκου.Ο Χομπς επανέρχεται εκτοπίζοντας τον Ρουσσώ, και ακόμα πιο βίαια τον Καντ. Είναι όμως, στ’ αλήθεια, ακριβώς έτσι;

Αν το σύστημα λειτουργεί όντως στα τυφλά, υποχρεωτικά στενεύει πολύ το πεδίο των ατομικών επιδιώξεων. Δύσκολο είναι  να αναπτυχθούν σχέδια . Ακόμη και οι πιο πονηροί, και οι πιο αδίστακτοι, μπερδεύονται. Δεδομένου μάλιστα ότι η διαπάλη για την εξουσία μεταξύ των ισχυρών παίρνει όλο και πιο λυσσαλέες μορφές, οι κάθε λογής μικροπλεονέκτες νιώθουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους να τρέμει. Κάποτε, ο καπιταλισμός οικοδομούσε, σήμερα κατεδαφίζει. Κάποτε, αυξάνονταν τα κέρδη για να γίνουν κεφάλαιο. Σήμερα αυξάνονται για να γίνουν πρόσθετος μοχλός στη συνέχιση της κερδοσκοπίας. Μέσα σε μια τέτοια κατάσταση ακόμη και οι άνθρωποι- λύκοι διστάζουν. Αντί για αυτούς πληθαίνουν οι άνθρωποι- τρωκτικά που τρέχουν από δω και από κει προσπαθώντας να αποφύγουν  τα δυσάρεστα παρά να αποσπάσουν, με προσπάθεια, κάτι ευχάριστο. Ό,τι ευχάριστο πρέπει να δίνεται,όχι να κερδίζεται. Αυτή είναι η προσδοκία του παθητικού ατόμου. Αν λάβουμε όμως υπόψη μας ότι το κράτος στην εποχή μας παρέχει όλο και λιγότερα, καταλαβαίνουμε ότι τα πλήθη αρρωσταίνουν κυριολεκτικά από μια διπλή παραίσθηση: τα  σπρώχνουν να επιθυμούν πολύ και ταυτόχρονα να ελπίζουν λίγο. Καταλήγουν τελικά να στερηθούν και την επιθυμία και τα μέσα για να την ικανοποιήσουν. Τους μένουν οι φαντασιώσεις. Αλλά μ’αυτές τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Όπως και να’ ναι, είτε τα τρωκτικά πολλαπλασιάζονται είτε οι λύκοι, εκείνο που λείπει είναι η συνείδηση ότι ο άνθρωπος δεν είναι τόσο ένα ον για να υφίσταται τις καταστάσεις ή να προσαρμόζεται σ’ αυτές, όσο ένα ον για να ασκεί πάνω στις καταστάσεις την ενεργητικότητά του.  Πώς μπορεί να το πράξει αυτό;  Ή έστω να το αποπειραθεί;

Στο σημείο αυτό η σκέψη του Τσουκαλά συναντά ένα όριο που η ίδια το έχει θέσει από πριν. Αυτός ο στοχαστής που συχνά παθιάζεται χωρίς ποτέ να εξάπτεται, αυτός που το πνεύμα του ειλικρινά πλησιάζει όσο μπορεί τους αδικημένους, είναι δύσκολο να τους εμπιστευτεί πραγματικά ως φορείς αλλαγής.  Τον εμποδίζει η δυσπιστία του στην έννοια της αυθυπέρβασης. Οι άνθρωποι διαπλάθονται από τις ιστορικές συνθήκες. Αυτή είναι η πεποίθησή του. Διαπλάθονται δηλαδή από εξωτερικές δυνάμεις απέναντι στις οποίες η ενδεχόμενη εσωτερική τους αντίσταση, ενθαρρυμένη από ένα ιδεώδες, μια αξία, μια πίστη, έχει ελάχιστα περιθώρια επιτυχίας. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να υπερβούν τον εαυτό τους με μια εξέγερση της συνείδησής τους. Αλλά τότε γιατί να παραπονιόμαστε;  Πρέπει να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι κάτω από ένα καθεστώς άκρατης ιδιοτέλειας επόμενο είναι οι άνθρωποι να βγάζουν σουβλερά δόντια ή να έχουν ποντικίσιες ουρές.

Ωστόσο, ο Τσουκαλάς αρνείται τον συμβιβασμό και τις τερατωδίες του. Τον βλέπουμε να εναντιώνεται στην ευτέλεια, στην καθιέρωση της απάτης, τον βλέπουμε να συντάσσεται με το ορθολογικό στοίχημα του Πασκάλ. Έίναι υπέρ του ανθρώπου να δεχθεί ότι υπάρχει κάτι ανώτερο από τα παρόντα. Είναι προς όφελός του να πιστέψει ότι υπάρχει Θεός, θα πει ο  Πασκάλ. Για τον Τσουκαλά ισχύει το ίδιο όσον αφορά την έλευση ενός καλύτερου κόσμου . Πρέπει να πιστέψουμε σε μια τέτοια δυνατότητα. Η διαφορά όμως είναι ότι ο Θεός υπάρχει και χωρίς ανθρώπους. Ενώ για να έρθει ένας καλύτερος κόσμος είναι απαραίτητο να τον θέλουν καλύτεροι άνθρωποι. Και για να τον θελήσουν πρέπει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους. Μια πάλη θα διεξαχθεί λοιπόν ανάμεσα στην κατώτερη και την ανώτερη πλευρά του εαυτού. Ξέρουμε ότι ο Τσουκαλάς έχει μάθει να κινείται σε άλλο επίπεδο, το ιστορικό. Ξέρουμε όμως επίσης ότι, παρ’όλα αυτά, θα έδινε όλες του τις ικμάδες ώστε η έκβαση αυτής της πάλης να είναι η ποθητή. Πάνω από τις φιλοσοφικές διαφορές χτυπά η ανήσυχη καρδιά του ανθρώπου.

Βασίλης Καραποστόλης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published.

one × four =