Γιώργος Χ. Σωτηρέλης: Κοσμικό κράτος, θρησκευτική ελευθερία και εκπαίδευση στην προκρούστεια κλίνη της «επικρατούσας θρησκείας». Βιβλία και αρθρα για τις σχέσεις κράτους-εκκλησίας και την θρησκευτική εκπαίδευση. (Ηλεκτρονική επανέκδοση ελεύθερης πρόσβασης)

>>    Ηλεκτρονική επανέκδοση ελεύθερης πρόσβασης


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 Α. Η ιδέα της επανέκδοσης των κειμένων μου για τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας, την θρησκευτική ελευθερία και την θρησκευτική εκπαίδευση με απασχολούσε εδώ και πολύ καιρό, δεδομένου ότι τα θέματα αυτά, τα οποία αποτελούν κριτήριο για το εύρος και την ποιότητα μιας ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας, όχι μόνον εξακολουθούν, ως μη ώφειλε, να απασχολούν έντονα την κοινωνικοπολιτική μας πραγματικότητα αλλά και παρουσιάζουν, δυστυχώς, συνεχείς οπισθοδρομήσεις, καθώς σε όλους τους  θεσμούς και μηχανισμούς της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας παρατηρούνται ισχυρές επιβιώσεις της λογικής του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», δηλαδή της χειρότερης κληρονομιάς του μετεμφυλιακού κράτος και της χούντας…

Η αρχική μου σκέψη ήταν να επανεκδώσω χωριστά το πρώτο χρονικά (1993) σχετικό έργο μου -δηλαδή την προ πολλού εξαντληθείσα μονογραφία «Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία»- και στην συνέχεια, σε ένα κοινό τόμο, τα υπόλοιπα (άρθρα και συμβολές σε συλλογικούς τόμους). Με πρόλαβε όμως η πρόταση του καλού φίλου και συναδέλφου Ξενοφώντα Κοντιάδη, προέδρου του Ιδρύματος Τσάτσου, να επανεκδώσω το σύνολο των σχετικών κειμένων μου -του βιβλίου συμπεριλαμβανομένου- σε έναν ενιαίο ηλεκτρονικό τόμο ελεύθερης πρόσβασης, στην σειρά που εγκαινίασε το Ίδρυμα Τσάτσου, μετά την επιτυχή έκδοση του ηλεκτρονικού περιοδικού ελεύθερης πρόσβασης e-Πολιτεία. Με κύριο δέλεαρ λοιπόν την ελεύθερη πρόσβαση φοιτητών, συναδέλφων, εν γένει νομικών και εκπαιδευτικών αλλά και κάθε ενδιαφερομένου στα εν λόγω έργα μου, αποφάσισα τελικά μία κοινή επανέκδοση, με τίτλο: «Κοσμικό Κράτος, θρησκευτική ελευθερία και εκπαίδευση στην προκρούστεια κλίνη της “επικρατούσας θρησκείας”», που εντάσσεται στην φιλόξενη σειρά του Ιδρύματος.

Β. Είναι προφανές ότι στο Σύνταγμα του 1975 παρατηρήθηκε μια ισχυρή τάση θρησκευτικού αποχρωματισμού του κράτους, προς την κατεύθυνση της «κοσμικότητας». Δυστυχώς όμως, παρά τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της χούντας με την επίσημη Εκκλησία, δεν αποτολμήθηκε, όπως στην Ισπανία και την Πορτογαλία εκείνη την εποχή, η οριστική τομή του χωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, ο οποίος, στην ήπια εκδοχή του, κυριαρχεί σε όλα τα δημοκρατικά προηγμένα κράτη της Ευρώπης. Έτσι, παρά το ότι το Σύνταγμά μας περιέλαβε αρκετές διατάξεις για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής ισότητας (άρθρο 13 και 14 παρ. 3), εμφιλοχώρησαν τελικά και κάποιες αμφίσημες διατάξεις, όπως οι σχετικές με την «επικρατούσα θρησκεία» (άρθρο 3 παρ. 1), τον «προσηλυτισμό» (άρθρο 13 παρ.2), τον θρησκευτικό όρκο (13 παρ. 5), την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» (άρθρο 16 παρ. 2) και τον όρκο των πολιτικών προσώπων (άρθρα 33 και 59). Στην συζήτηση βέβαια για το Σύνταγμα του 1975 οι τότε εκπρόσωποι της κυβέρνησης διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους ότι οι διατάξεις αυτές είχαν απλώς συμβολικό χαρακτήρα και δεν αναιρούσαν την αυτονόητη, για μια Δημοκρατία, θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους (διαβεβαίωναν πχ ότι «επικρατούσα» σημαίνει απλώς -και διαπιστωτικά- την θρησκεία των περισσοτέρων, και ότι η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» δεν ταυτίζεται με την θρησκευτική εκπαίδευση βάσει των «ελληνοχριστιανικών ιδεωδών», του Συντάγματος του 1952). Ωστόσο, στην συνέχεια, οι δυνάμεις του «βαθέος κράτους», επέβαλαν σταδιακά μια αποκλίνουσα ανάγνωση του Συντάγματος, με στοιχεία οιονεί θεοκρατικά και σε κάθε περίπτωση αντίθετα τόσο με την λογική του κοσμικού  κράτους όσσο και με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας. Η ερμηνευτική αυτή αλλοίωση του Συντάγματος «επικυρώθηκε» δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία κινήθηκαν σε μια κατεύθυνση κλιμακούμενη μεταξύ «θρησκευτικού πατριωτισμού» και «εθνολαϊκισμού», εντελώς αντίθετη με τα ευρωπαϊκά θεσμικά και νομολογιακά δεδομένα. Έπρεπε να υπάρξει σωρεία καταδικαστικών αποφάσεων από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για να συμμορφωθεί η ελληνική πολιτεία σε ζητήματα προσηλυτισμού, ίδρυσης μη ορθόδοξων ναών και αντιρρησιών συνείδησης. Ουσιαστικά, τα μόνα ζητήματα στα οποία η δικαστική εξουσία (και συγκεκριμένα το Συμβούλιο Επικρατείας) έδειξε κάποια τόλμη, ήταν η αποδοχή αθέων στις θεολογικές σχολές και η αναγνώριση της συνταγματικότητας της αφαίρεσης του θρησκεύματος από τις ταυτότητες. Σε όλα τα άλλα η δικαστική εξουσία είχε μια στάση εξαιρετικά διστακτική και προδήλως οπισθοδρομική. Κατά κανόνα η θέση της ταυτίσθηκε με τα κελεύσματα της επίσημης Εκκλησίας και των κρατικών λειτουργών που τα μεταφέρουν και τα διερμηνεύουν στο πεδίο της εκτελεστικής εξουσίας. Ακόμη όμως και όταν διαφοροποιήθηκε, το έκανε απρόθυμα, «σύρθηκε» θα λέγαμε, μετά από ευρωπαϊκές πιέσεις και καταδικαστικές αποφάσεις, αποδεικνύοντας αυτό που και από άλλες άτολμες αποφάσεις της έχει γίνει φανερό: ότι ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων στην χώρα μας πάσχει πολλαπλά λόγω της έλλειψης ενός κανονικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο να μην διστάζει να συγκρουσθεί, όταν χρειασθεί, με τις παρεκτροπές της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας (παρεκτροπές, μάλιστα, οι οποίες στην χώρα μας έχουν και έντονα μικροκομματικό και πελατειακό χαρακτήρα).

Φυσικά τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά αν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου είχαν συμφωνήσει σε μια προσεκτική συνταγματική αναθεώρηση των κρίσιμων διατάξεων, ώστε να αφαιρεθούν και τα τελευταία προσχήματα από όλα εκείνα τα θεσμικά όργανα που υπονομεύουν το κοσμικό κράτος και προσπαθούν να συρρικνώσουν την θρησκευτική ελευθερία στα στενά όρια της απλής ανοχής των αποκλινουσών από την «επικρατούσα θρησκεία» απόψεων…

Την πλέον σθεναρή άρνηση στο σημείο αυτό (αλλά και γενικότερα ως προς τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας) έχει προβάλει -διαψεύδοντας τις «φιλελεύθερες» διακηρύξεις της- η ΝΔ. Η στάση της απέναντι στην επίσημη Εκκλησία υπήρξε σε όλα τα ζητήματα ψοφοδεής και υποτακτική, τόσο με «ελληνοχριστιανικά» όσο και και πελατειακά κριτήρια. Και το ΠΑΣΟΚ όμως τελικά δεν αποτόλμησε, στην αναθεώρηση του 2001, να κάνει μια γενναία συνταγματική τομή -παρότι ο συσχετισμός ήταν ευνοϊκός- για να εξαναγκασθεί τελικά να δώσει την μάχη των ταυτοτήτων υπό σαφώς δυσμενέστερους όρους.  Όσο δε για τον ΣΥΡΙΖΑ, αφού έκανε κάποιες προσπάθειες προς την σωστή κατεύθυνση σε επί μέρους ζητήματα -στην λογική πάντως του «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω…»- εν τέλει αρκέσθηκε στο να καταθέσει κάποιες ορθές (και μετριοπαθείς) προτάσεις στην αναθεώρηση του 2019, όπου όμως ο συσχετισμός ήταν αρνητικός, λόγω των δεδομένων αντιδράσεων της ΝΔ…

 Γ. Αυτή είναι λοιπόν, σε πολύ αδρές γραμμές, η εικόνα της συνταγματικής πραγματικότητας με την οποία ασχολούνται -άλλοτε με αυστηρά επιστημονική και άλλοτε με ευρύτερα νομικοπολιτική προσέγγιση- τα κείμενα του παρόντος τόμου. Ειδικότερα:

Το πρώτο κείμενο (Ι) είναι επανέκδοση του βιβλίου η επιστημονική μονογραφία  «Θρησκεία και Εκπαίδευση κατά το Σϋνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία» (πρώτη και δεύτερη έκδοση 1993, τρίτη έκδοση 1998). Είναι αναμφίβολο ότι, πέρα από το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες με τον έντονο συμβολισμό του, το πλέον κρίσιμο σχετικό διακύβευμα, στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας, είναι το περιεχόμενο της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο στην χώρα μας έχει απασχολήσει έντονα την πολιτική ζωή, την κοινή γνώμη και τα δικαστήρια, καθώς αποτελεί το σημαντικότερο και κομβικότερο κριτήριο για την πραγματική αξιολόγηση του θρησκευτικού αποχρωματισμύ του κράτους. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να ασχοληθώ επιστημονικά, σε επίπεδο  μονογραφίας, με τις επί μέρους εκφάνσεις αυτού του ζητήματος. Επιχείρησα συγκεκριμένα, μετά από μια σύντομη περιδιάβαση στις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας στην Ελλάδα, να εμβαθύνω στο νόημα και στο περιεχόμενο της «επικρατούσας θρησκείας», να αναλύσω το μοντέλο του υποχρεωτικού κατηχητισμού, που εφαρμόζει -μόνη αυτή- η χώρα μας και να θεμελιώσω εν τέλει μια εναλλακτική ερμηνευτική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η δημόσια εκπαίδευση δεν νοείται να αντιμετωπίζει την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» υπό το πρίσμα της «επικρατούσας θρησκείας», εκλαμβάνοντάς την σαν θρησκεία που «πρέπει να επικρατεί» μονοφωνικά, κατηχητικά και υποχρεωτικά. Αντίθετα οφείλει, με βάση τόσο το Σύνταγμα όσο και την ΕΣΔΑ να εκκινεί από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5 παρ. 1 Σ) και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (άρθρο 13 παρ.1 Σ), που προϋποθέτουν, κατά το ΕΔΔΑ, την «απαγόρευση της δογματικής της χειραγώγησης» και την οργάνωση του σχετικού μαθήματος με «κριτικό, αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο». Προς την κατεύθυνση αυτήν πρότεινα σαν προτιμότερο -μετά από ενδελεχή συγκριτική έρευνα- το θρησκειολογικό μοντέλο, που ακολουθούν αρκετές χώρες με παρεμφερή με την χώρα μας θρησκευτικά δεδομένα (ιδίως η Αγγλία και σχεδόν όλες οι χώρες της σκανδιναβικής χερσονήσου). Κεντρική  επιλογή αυτού του μοντέλου είναι ένα ουδέτερο ενημερωτικό μάθημα, με παρουσίαση των εν γένει  κοσμοθεωρητικών αναζητήσεων, με εμβάθυνση στο θρησκευτικό φαινόμενο και στις ποικίλες εκφάνσεις του αλλά και με την ποσοτική του διαβάθμιση, με βάση τις θρησκευτικές συνθήκες κάθε χώρας (δηλαδή με έμφαση -αλλά χωρίς κατήχηση- στον χριστιανισμό και ειδικότερα στα δόγματα που επικρατούν στις εν λόγω ευρωπαϊκές χώρες). Σαν δεύτερη θεμιτή επιλογή πρότεινα το «προαιρετικό μοντέλο», που επικρατεί ιδίως στις καθολικές χώρες (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Αυστρία), όπου το μάθημα είναι μεν ομολογιακό (όχι κατηχητικό) αλλά με δυνατότητα απαλλαγής για όποιον μαθητή το επιθυμεί (ή γονέα, αν δεν υπάρχει στοιχειώδης ηλικιακή ωριμότητα).

Οι θέσεις αυτές έχουν και ένα ευρύτερο -και διεπιστημονικό- ενδιαφέρον, όπως φαίνεται από την βιβλιοκριτική της αγαπητής συναδέλφου Άννας Φραγκουδάκη, την οποία έκρινα εξ αυτού του λόγου σκόπιμο να συμπεριλάβω, ως δεύτερο κείμενο (ΙΙ) στον τόμο.

Ωστόσο ελάχιστα επηρέασαν την νομολογία του ΣτΕ, αρχής γενομένης από την απόφαση  3356/95, η οποία ασχολήθηκε άτολμα και εν πολλοίς συντηρητικά με σημαντικές πτυχές του θέματος, όπως σχολιάζω αναλυτικά στο τρίτο κείμενο του τόμου (ΙΙΙ).

Το τέταρτο κείμενο (IV) είναι κεφάλαιο της μονογραφίας μου «Σύνταγμα και Δημοκρατία στην εποχή της παγκοσμιοποίησης», που εκδόθηκε το 2000 και επανεκδόθηκε, εμπλουτισμένο με νέα κείμενα, το 2022 (Παπαζήσης). Στο κεφάλαιο αυτό, που περιλήφθηκε και στον συλλογικό τόμο «Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα» (εκδ. Κριτική, 1999) πραγματεύομαι το ζήτημα του χωρισμού Κράτους- Εκκλησίας, με επίκεντρο την σχετική, συζήτηση, που έγινε εν όψει της αναθεώρησης του 2001. Η συζήτηση αυτή, η οποία τελικά απέβη άγονη -παρά τις αρχικές προθέσεις του ΠΑΣΟΚ- παρουσιάζεται αναλυτικά και κριτικά, αφού έχει προηγηθεί μια συνολική περιδιάβαση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας μετά την ψήφιση του Συντάγματος του 1975. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται ιδίως στην ρηξικέλευθη στάση του μεγαλύτερου μέρους της συνταγματικής θεωρίας (με πρώτους διδάξαντες του Αριστόβουλο Μάνεση και Δημήτρη Τσάτσο), στην συντηρητική στάση της νομολογίας (με ελάχιστα φωτεινά διαλείμματα από το ΣτΕ) και στον ρόλο των πολιτικών δυνάμεων, που κλιμακώθηκε μεταξύ διστακτικότητας και υποτακτικότητας απέναντι στην επίσημη Εκκλησία.

Τελικά το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε σε κάποιο βαθμό την ατολμία του με το ζήτημα των ταυτοτήτων, το οποίο ταλάνισε την χώρα μας για μεγάλο διάστημα, καθώς ο χαρισματικός επικοινωνιακά μακαριστός Χριστόδουλος, σαλπίζοντας το «όπισθεν ολοταχώς», προχώρησε σε μια συνολική «εθνολαϊκιστική» αντιπαράθεση με την ελληνική Πολιτεία. Η αναγραφή του θρησκεύματος σε ένα διοικητικό έγγραφο αναγορεύθηκε εντέχνως σε «ταυτοτικό» ζήτημα για το έθνος και ο τότε Αρχιεπίσκοπος αυτοπροβλήθηκε σαν ταγός του, καταγγέλλοντας σαν «γραικύλους» τόσο την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων όσο και αυτούς που αντέδρασαν, υπερασπιζόμενοι το κοσμικό κράτος και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο γράφων, με την αρθρογραφία του στον Τύπο, από την οποία επελέγησαν τρία άρθρα που συναποτελούν την πέμπτη ενότητα (V).

 Ακολουθεί ένα κείμενο επίσης από τον Τύπο (VI) που συνοψίζει, με ευρύτερο νομικοπολιτικό προβληματισμό αλλά και με αναζήτηση κοινών τόπων για την ανάπτυξη ενός σχετικού εποικοδομητικού διαλόγου, την εισαγωγική μου εισήγηση σε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση που είχε διοργανώσει το  ΙΣΤΑΜΕ, με τίτλο «Θρησκεία και Πολιτική: Μια απόπειρα οριοθέτησης σχέσεων και ρόλων» (4.3.2009).

Το έβδομο κείμενο (VII), όπως και το δέκατο (Χ), επανέρχονται στο μάθημα των θρησκευτικών και αφορούν τον σχολιασμό το μεν πρώτο μιας ανεκδιήγητης, κατά την άποψή μου, απόφασης του «Ολομέλειας» του ΣτΕ (660/2018) το δε δεύτερο μιας πρόσφατης γνωμοδότησης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (2/2022). Από τις αρχές του νέου αιώνα και υπό την πίεση των Ανεξάρτητων Αρχών, που ευλόγως έθεσαν το ζήτημα της προαιρετικότητας  ως εγγύηση απέναντι στον κατηχητισμό, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο ανέλαβε πρωτοβουλίες για τον προσανατολισμό της θρησκευτικής εκπαίδευσης προς ένα μη κατηχητικό μάθημα, με ανοιχτόμυαλη προσέγγιση αλλά και με ιδιαίτερη (ποσοτική) έμφαση τόσο στο δόγμα όσο και στον ιστορικό και πολιτισμικό ρόλο της «επικρατούσας θρησκείας». Ωστόσο οι δυνάμεις της θεοκρατικής οπισθοδρόμησης όχι μόνον αντέδρασαν έντονα,  κραδαίνοντας μια νέα παραλλαγή του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» αλλά και βρήκαν πρόθυμο αρωγό την επίσημη Εκκλησία, προς την οποία έκλινε τελικά υποτακτικά το γόνυ και το Συμβούλιο Επικρατείας. Ή μάλλον, για να ακριβολογούμε,  μια μεθοδευμένα συρρικνωμένη «Ολομέλειά» του, η οποία,   ούτε λίγο ούτε πολύ, αποφάνθηκε ότι η προπαγανδιστική επιβολή του δόγματος της «επικρατούσας θρησκείας» είναι συνταγματική επιταγή… Και ναι μεν προέβλεψε απαλλαγή για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, πλην όμως, όταν η Αρχή θεώρησε αυτονόητο ότι η απαλλαγή (με εναλλακτικό μάθημα) αφορά και τους νηπιοβαπτισθέντες στο ορθόδοξο δόγμα μαθητές, προκλήθηκαν νέες «ελληνοχριστιανικές» αντιδράσεις, στις οποίες δυστυχώς έτεινε και πάλι ευήκοον ούς, με μια ψοφοδεή αλλά και πελατειακά ιδιοτελή στάση, η Υπουργός Παιδείας…

Το όγδοο κείμενο (VIIΙ) είναι ένας ευρύτερος προβληματισμός ως προς την ρατσιστική στάση του θρησκευτικού σκοταδισμού (το οποίο εν προκειμένω εκπροσωπούσε ο τ. Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιος) απέναντι στην  σεξουαλική διαφορετικότητα, με αφορμή τον σχολιασμό της απόφασης 858/2020 του Αρείου Πάγου (και των ανάλογων προηγηθεισών αποφάσεων 47 και 49/2019 του Τριμελούς  Πλημμελειοδικείου Αγίου, που ανέτρεψαν την αρχική αθωωτική απόφαση 322/2018 του Μονομελούς Πλημελειοδικείου Αιγίου). Πρόκειται για μια παραδόξως ανοιχτόμυαλη νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων (με εξαίρεση την αρχική απόφαση), που αφήνει ελπίδες για μια σταδιακή αποστασιοποίηση από τις  «ελληνοχριστιανικές» παρωπίδες.

Το ένατο κείμενο (ΙΧ) είναι θα έλεγα το καταστάλαγμα των  επιστημονικών μου αναζητήσεων ως προς τις στρεβλώσεις και τις υστερήσεις της συνταγματικής μας πραγματικότητας, στο πεδίο της θρησκευτικής ελευθερίας και της εκπαίδευσης, λόγω της στενής αλληλεξάρτησης Κράτους – Εκκλησίας. Με αφορμή την (άγονη και πάλι) αναθεώρηση του 2019, επιχειρώ μια συνολική αποτίμηση της βαριάς κληρονομιάς της «επικρατούσας θρησκείας», αντιπαρατίθεμαι στον βολικό «κομφορμισμό» μέρους της συνταγματικής θεωρίας -που ωραιοποιεί άλλοτε ιδιοτελώς και άλλοτε αφελώς την πραγματικότητα- και διατυπώνω εν τέλει μια συνολική πρόταση για ριζική συνταγματική αναδιοργάνωση των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας. Στο επίκεντρο αυτής της πρότασης βρίσκεται ένας γενναίος αλλά και προσαρμοσμένος στις ελληνικές ιδιαιτερότητες χωρισμός, που θα είναι ευμενής μεν απέναντι στην επικρατούσα θρησκεία, υπό την έννοια της τιμής και του σεβασμού της ως στοιχείου της εθνικής και πολιτισμικής μας παράδοσης, αλλά παράλληλα θα εγγυάται τον πλήρη θρησκευτικό αποχρωματισμό του κράτους -με ιδιαίτερη έμφαση στην απαγόρευση του  υποχρεωτικού κατηχητισμού στην δημόσια εκπαίδευση- και  την ολοκληρωμένη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας σε αμφότερες τις εκφάνσεις της (ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και ελευθερία της λατρείας).

>>    Ηλεκτρονική επανέκδοση ελεύθερης πρόσβασης

 

 

 

Καταχώρηση: 08-03-2023     Κατηγορία: ΒΙΒΛΙΑ    

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

7 − 3 =