«Ναι μεν προβλέπονται πρόωρες εκλογές αλλά ούτε ο πρωθυπουργός, που τυχόν θα τις προκαλέσει, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορούν να προκαθορίσουν το είδος της κυβέρνησης που θα προκύψει από αυτές». Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ακούγονται πολλά για πρόωρες εκλογές. Ποιος μπορεί να τις προκαλέσει και πως;

Με τα σημερινά δεδομένα,  κ. Σκουρή, και για να μην μπερδεύουμε τους αναγνώστες με περιττές διατάξεις και αναλύσεις, από εδώ και πέρα  πρόωρες εκλογές μπορεί να προκαλέσει μόνο η σημερινή κυβέρνηση, αξιοποιώντας την λεγόμενη κυβερνητική διάλυση της Βουλής.

Σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 2 του Συντάγματος: «O Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Bουλή με πρόταση της Kυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Aποκλείεται η διάλυση της νέας Bουλής για το ίδιο θέμα».

Η σημερινή κυβέρνηση έχει λάβει, ως γνωστόν, ψήφο εμπιστοσύνης. Άρα αρκεί η απλή επίκληση ενός «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας», όποτε το κρίνει σκόπιμο, για να ζητήσει την διάλυση της Βουλής. Ο δε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όπως προκύπτει από την ως άνω διατύπωση («διαλύει» και όχι «δύναται να διαλύσει») έχει δέσμια αρμοδιότητα να δεχθεί την πρόταση της Κυβέρνησης, ακόμη και αν η επίκληση αυτή είναι προσχηματική (κάτι που δεν χρειάζεται πάντως διότι τέτοια θέματα δεν λείπουν από την τρέχουσα πολιτική ατζέντα).

Πως δικαιολογείται όμως μια τέτοια δυνατότητα της εκάστοτε κυβέρνησης; Δεν μπορεί να οδηγήσει στην φαλκίδευση της λαϊκής κυριαρχίας;

Είναι αλήθεια ότι έως σήμερα έχει αναπτυχθεί έντονος πολιτικός και επιστημονικός προβληματισμός ως προς την συγκεκριμένη διάλυση της Βουλής. Ωστόσο τα επιχειρήματα είναι ισχυρά και από τις δύο πλευρές. Οι πολέμιοι υποστηρίζουν αυτό που υπονοείτε με το ερώτημά σας, ότι δηλαδή έτσι η πολιτική ζωή υποτάσσεται σε περιστασιακές και συχνά χειραγωγικές μικροκομματικές σκοπιμότητες, πολύ περισσότερο μάλιστα με δεδομένο το ότι τις εκλογές διεξάγει η ίδια η κυβέρνηση που προκάλεσε τις εκλογές. Οι υπέρμαχοι, από την άλλη,  εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν αυτό που αποτέλεσε την δικαιολογητική βάση για την καθιέρωση της συγκεκριμένης διάλυσης στην κοιτίδα του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, δηλαδή στην Αγγλία. Ότι δηλαδή η κατ’επιλογήν της κυβέρνησης πρόκληση πρόωρων εκλογών αποτελεί ένα αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο απέναντι στην φθορά  που συνεπάγεται η άσκηση της εξουσίας.

Δεν είναι λοιπόν συμπτωματικό, με βάση αυτό το τελευταίο επιχείρημα, το ότι το Σύνταγμα μας θέτει, ως προς την «κυβερνητική» διάλυση, μια πρόσθετη προϋπόθεση: «H Bουλή που εκλέχθηκε μετά τη διάλυση της προηγούμενης δεν μπορεί να διαλυθεί πριν περάσει ένα έτος αφότου άρχισε τις εργασίες της». Αυτό ίσχυε, για παράδειγμα όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να προκαλέσει πρόωρες εκλογές το 2015, πριν παρέλθει ένα έτος από την προηγούμενη διάλυση της Βουλής. Ως εκ τούτου αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, οπότε δρομολογήθηκε η διαδικασία των διερευνητικών εντολών και στην συνέχεια, αφού αυτές αποδείχθηκαν ατελέσφορες, διορίσθηκε υπηρεσιακή εκλογική κυβέρνηση, διαλύθηκε η Βουλή κι προκηρύχθηκαν εκλογές.

Έχει υποστηριχθεί από διάφορες πλευρές, έως τώρα, ότι θα ήταν αντιδημοκρατικό να προκύψει μια κυβέρνηση συνεργασίας είτε χωρίς το πρώτο κόμμα είτε, σε κάθε περίπτωση, χωρίς να είναι πρωθυπουργός ο αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος. Ποια είναι η άποψή σας;

Θέλω να τονίσω ιδιαίτερα, κ. Σκουρή, διότι πράγματι πολλά λέγονται, ότι το πολίτευμά μας δεν είναι προεδρικό αλλά κοινοβουλευτικό. Άρα οι πολίτες δεν επιλέγουν κατ’αρχήν τον επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας αλλά κόμματα και βουλευτές, μέσω των οποίων αναδεικνύονται κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις, δηλαδή κυβερνήσεις που πρέπει να έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Τόσο λοιπόν κατά το στάδιο των διερευνητικών εντολών όσο και κατά το στάδιο της τελικής διαβούλευσης του/της Προέδρου με τα κόμματα, το ζητούμενο δεν είναι το ποιος θα είναι πρωθυπουργός αλλά το αν είναι εφικτό να σχηματισθούν τέτοιες κυβερνήσεις (δηλαδή είτε κυβερνήσεις απόλυτης πλειοψηφίας είτε κυβερνήσεις ανοχής, δηλ. με πλειοψηφία τουλάχιστον 120 βουλευτών από τους παρόντες). Ως εκ τούτου, κατά το Σύνταγμά μας,  αν υπάρχει μονοκομματική πλειοψηφία, τα πράγματα είναι απλά: πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός αυτού του κόμματος. Από εκεί και πέρα, όμως, δρομολογούνται διαδικασίες διαπραγμάτευσης μεταξύ των κομμάτων, στις οποίες όλα είναι ανοιχτά.

Εν πρώτοις, προβλέπονται διερευνητικές εντολές όχι μόνο για το πρώτο αλλά και για τα δύο επόμενα κόμματα (ενδεχομένως δε και για το τέταρτο, σε περίπτωση ισοδυναμίας με το τρίτο). Αν το Σύνταγμά μας ήθελε να αποκλείσει κυβέρνηση χωρίς το πρώτο κόμμα θα έδινε μόνο σε αυτό διερευνητική εντολή. Με βάση όμως τα  ισχύοντα (άρθρο 37 Σ) τόσο κατά την διάρκεια των διερευνητικών εντολών όσο και στην τελική φάση της διαβούλευσης του/της Προέδρου της Δημοκρατίας με τα ως άνω κόμματα, η μόνη προϋπόθεση για να δοθεί εντολή σχηματισμού κυβέρνησης είναι να πεισθεί ο/η Πρόεδρος ότι αυτή θα μπορέσει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης (όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Πορτογαλία το 2015,  με την πρώτη κυβέρνηση –ανοχής- του σημερινού σοσιαλιστή πρωθυπουργού Κόστα, στην οποία δεν συμμετείχε το πρώτο –συντηρητικό- κόμμα, παρότι είχε λάβει 38%…).

Ανοιχτό όμως είναι και το ενδεχόμενο οι αρχηγοί των διαπραγματευόμενων κομμάτων να κάνουν ένα βήμα πίσω, αποδεχόμενοι και ένα τρίτο πρόσωπο, κοινοβουλευτικό ή μη, για την θέση του πρωθυπουργού, αν αυτό βοηθά στον σχηματισμό μιας πολιτικά κατάλληλης και κοινοβουλευτικά βιώσιμης κυβέρνησης (όπως γινόταν άλλωστε και στην χώρα που είχε παλαιότερα τις περισσότερες κυβερνήσεις συνεργασίας, δηλαδή στην Ιταλία όσο υπήρχε το σύστημα της απλής αναλογικής, με αποτέλεσμα, συχνά, ο πρωθυπουργός να μην προέρχεται από το κατά πολύ μεγαλύτερο χριστιανοδημοκρατικό κόμμα…).  Ένας τέτοιος πρωθυπουργός δεν θα είναι ούτε «δοτός» ούτε «δημοκρατικά ανομιμοποίητος», όπως υποστηρίζεται συχνά –πλην άκριτα κατά την άποψή μου– από τους εκφραστές μιας «δημοκρατιστικής» προσέγγισης. Πολύ περισσότερο μάλιστα αν η κυβέρνησή του λάβει ευρεία –ή και ευρύτατη– κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το μοναδικό λοιπόν ζητούμενο, για τις κυβερνήσεις συνεργασίας είναι να μην αποτελέσουν συγκυριακά κατασκευάσματα –όπως στο παρελθόν– αλλά να προκύψουν μετά από έναν ευρύ προγραμματικό διάλογο και από συμφωνίες για τα πρόσωπα που θα τις συγκροτήσουν, συμπεριλαμβανομένου –αν υπάρχουν αντιρρήσεις για τους αρχηγούς– και του προσώπου του πρωθυπουργού.

Μήπως όμως σε αυτήν την περίπτωση θα έπρεπε να δηλώνεται ένα τέτοιο πρόσωπο εκ των προτέρων, όπως ζήτησε πρόσφατα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα είχε ασφαλώς δίκιο αν θα ήταν δυνατόν να κατέλθουν στις εκλογές κομματικοί συνασπισμοί. Στην περίπτωση αυτήν θα επιβαλλόταν, πράγματι, οι πολίτες να γνωρίζουν τόσο το πρόγραμμα όσο και το πρόσωπο του υποψήφιου πρωθυπουργού. Ωστόσο το κυβερνών κόμμα έχει μακιαβελικά φροντίσει, με τον ισχύοντα αλλά και με όλους τους νόμους που έχει ψηφίσει, να αποκλείσει αυτήν την προοπτική (με μια ρύθμιση πολιτικά εκτρωματική, βαθύτατα αντισυνταγματική πλην ουσιαστικά ανέλεγκτη από το Εκλογοδικείο). Ως εκ τούτου, η άποψή μου είναι ότι το σύνολο των κρίσιμων ζητημάτων που άπτονται της συγκρότησης μιας κυβέρνησης συνεργασίας αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μετά τις εκλογές, στις διαδικασίες διαβούλευσης που προβλέπει, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 37 του Συντάγματος.

Συμπερασματικά, λοιπόν, κ. Σκουρή, ναι μεν προβλέπονται από το Σύνταγμα πρόωρες εκλογές αλλά ούτε ο πρωθυπουργός, που τυχόν θα τις προκαλέσει, ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορούν να προκαθορίσουν το είδος της κυβέρνησης που θα προκύψει από αυτές.

 

Συνέντευξη στον Βασίλη Σκουρή (IEidiseis, 6.6.2022)

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

twenty − 17 =