Η αναθεώρηση του Συντάγματος ως ανάχωμα στην άνοδο του φασισμού

Ιφιγένεια Καμτσίδου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του ΑΠΘ

Η αναθεώρηση του Συντάγματος ξεκίνησε με αφορμή τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών  στην χώρα μας και εξελίσσεται σε κλίμα έντονης πολιτικής ανησυχίας που γεννά η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Τούτη η συνθήκη υπογραμμίζει την ευθύνη των πρωταγωνιστών της αναθεωρητικής διαδικασίας, καθώς με αυτή αναμένεται να εξαλειφθούν οι δυσλειτουργίες του πολιτεύματος και να ενισχυθούν τα δημοκρατικά και δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά του, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στην πολιτική διακυβέρνηση και στα οφέλη της.

Αντίθετα, αν οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που θα επεξεργαστεί η αναθεωρητική Βουλή δεν φανούν ικανές να πλαισιώσουν αποτελεσματικά την υλοποίηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, να βελτιώσουν τους όρους πολιτικής αντιπροσώπευσης, να δυναμώσουν τον έλεγχο των κυβερνώντων από τους πολίτες και να θωρακίσουν την κοινωνική αξιοπρέπεια όλων όσων βρίσκονται στην επικράτεια, η αναθεώρηση θα αποδειχθεί φενάκη και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία θα υποστεί ισχυρό πλήγμα. Με δυο λόγια: η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί το πιο ισχυρό –ίσως το έσχατο από νομική άποψη- όπλο προάσπισης της δημοκρατίας, στην παρούσα δε συγκυρία ενδεχόμενη αστοχία του αναθεωρητικού εγχειρήματος θα νομιμοποιήσει την δράση αυτών που ανοιχτά πια υποστηρίζουν ολοκληρωτικές απόψεις και επιδιώκουν την ανατροπή της συνταγματικής τάξης.

Από την παραπάνω σκοπιά, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προτάσεις που αφορούν μια ήπια «αναδιάρθρωση» της αντιπροσωπευτικής αρχής, δηλαδή οι προτάσεις για την θέσπιση ανώτατου ορίου βουλευτικών θητειών (άρθρο 56 Συντ.), για την καθιέρωση λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας (άρθρο 73 Συντ.) και δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία (άρθρο 44 Συντ.) και βέβαια η πρόταση για την συνταγματοποίηση των βασικών χαρακτηριστικών της απλής αναλογικής και για την πρόβλεψη βουλευτών απόδημου ελληνισμού

Ειδικότερα, η εισαγωγή προσωρινού κωλύματος εκλογιμότητας μετά από τρεις συνεχόμενες βουλευτικές θητείες αναμένεται να επηρεάσει θετικά τους όρους ανάδειξης του πολιτικού προσωπικού και να βελτιώσει την σχέση που αυτό διατηρεί με το εκλογικό σώμα. Η στελέχωση της λαϊκής αντιπροσωπείας θα πραγματοποιείται όχι με βάση το βιογραφικό των υποψηφίων, αλλά μέσα από την αντιπαράθεση των διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων. Έτσι, παρέχεται η ευκαιρία σε νέα πρόσωπα, κατά τεκμήριο λιγότερο συνδεδεμένα με την υπουργική ή κομματική εξουσία, να ασκήσουν το βουλευτικό αξίωμα, η δύναμη των δυναστειών της πολιτικής ζωής περιορίζεται και η εκλογή αποκτά ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο.

Απάντηση στην αποξένωση του λαού από τις πολιτειακές λειτουργίες αποτελούν οι προτάσεις για την συμμετοχή του στην νομοπαραγωγική διαδικασία. Τόσο η τροποποίηση του άρθρου 73 Συντ. προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα ανάληψης νομοθετικής πρωτοβουλίας από θεσμούς που εκφράζουν την τοπική αυτοδιοίκηση, όσο και η προσεκτική πρόταση για το δημοψήφισμα με λαϊκή πρωτοβουλία (άρθρο 44 Συντ.) εξυπηρετούν το παραπάνω στόχο. Συμπληρώνοντας την ισχύουσα ρύθμιση για το νομοθετικό δημοψήφισμα, οι δυο αυτές μεταρρυθμίσεις μπορεί να στηρίξουν την δημοκρατική συμμετοχή, να ευνοήσουν την επίδραση των κοινωνικών ρευμάτων στις πολιτικές διαδικασίες και να επανασυνδέσουν τον πολίτη με την πολιτική.

Ακόμη, δημοκρατικά επωφελής μπορεί να αποβεί η πρόταση για την συνταγματική καθιέρωση των βασικών χαρακτηριστικών της απλής αναλογικής στο εκλογικό σύστημα. Η απλή αναλογική επιτρέπει την πιστότερη αποτύπωση της βούλησης του εκλογικού σώματος στην σύνθεση της Βουλής, είναι το εκλογικό σύστημα που εξασφαλίζει την βέλτιστη εκπροσώπηση. Έτσι, η κοινοβουλευτική παρουσία όλων σχεδόν των πολιτικών δυνάμεων καθρεπτίζει στην Βουλή τις τάσεις, τις απόψεις, τα ρεύματα που αναπτύσσονται στην κοινωνία, ευνοεί την σύνδεση των πολιτών με τους αντιπροσώπους τους.  Τα τελευταία χρόνια πάντως έντονη είναι η συζήτηση αν η αυθεντική εκπροσώπηση αποτελεί επαρκή παράγοντα για την ενίσχυση και ουσιαστικοποίηση της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Επιπλέον, δεν πρέπει να αμελείται το γεγονός ότι η τροποποίηση του εκλογικού συστήματος δεν αποτελεί συνταγματική ύλη, αλλά ανάγεται στις αρμοδιότητες του κοινού νομοθέτη και ως εκ τούτου αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η συνταγματοποίησή του μοιάζει να υποτιμά κάπως την παραπάνω διάσταση, να εκνομικεύει το ζήτημα αναμόρφωσης του εκλογικού συστήματος και μαρτυρά μια έλλειψη εμπιστοσύνης στις πολιτικές διαδικασίες. Παρόλα αυτά, πρόκειται για παρέμβαση που μπορεί να ευνοήσει τη λαϊκή συμμετοχή και αξίζει να υιοθετηθεί.

Δεν θα προκαλέσει δυσλειτουργίες η μη υπερψήφιση του άρθρου 30 Συντ, που προβλέπει ότι εκλεκτορικό σώμα για την ανάδειξη του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι η Βουλή: Η επιδιωκόμενη αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από την διάλυση της Βουλής μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα και απομακρύνεται το ενδεχόμενο να προβλεφθεί η άμεση εκλογή του αρχηγού του κράτους. Είναι καθήκον της αναθεωρητικής Βουλής να διαφυλάξει τον υπερκομματικό χαρακτήρα της προεδρικής εκλογής και, αποφεύγοντας τα ερμηνευτικά τεχνάσματα, να διατηρήσει την έμμεση εκλογή: σε περιόδους όπου ο ισχυρός αρχηγός προβάλλει ως η μόνη ελπίδα του έθνους, η εγκατάσταση διαδικασίας που θα καθιστά ένα πρόσωπο προνομιακό συνομιλητή του εκλογικού σώματος και κύριο αντιπρόσωπό του, μπορεί να δειχθεί επικίνδυνη.

Τέλος, οι κοινοβουλευτικές εργασίες ανέδειξαν απορίες της αναθεωρητικής διαδικασίας, με αφορμή της οποίες αναπτύχθηκαν απόψεις που γεννούν ένταση με την δημοκρατική αρχή και τείνουν να απομειώσουν την σημασία της συμμετοχής του εκλογικού σώματος στο αναθεωρητικό εγχείρημα. Αναφέρομαι στο ζήτημα της δεσμευτικότητας των αποφάσεων της πρώτης Βουλής ως προς το περιεχόμενο ή την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η αναθεωρητική Βουλή και στο ερώτημα πως θα διασφαλιστεί ότι το αναθεωρημένο Σύνταγμα θα αντανακλά τις επιλογές της πλειοψηφίας των πολιτών. Το άρθρο 110 Συντ. διαρρυθμίζει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ των δυο Βουλών, η βούληση των οποίων είναι αναγκαία για την τροποποίηση του καταστατικού χάρτη, η οποία πάντως προϋποθέτει την μεσολάβηση του εκλογικού σώματος. Από τις συνταγματικές διατάξεις είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς σε μια «ιεράρχηση» της συμμετοχής καθεμιάς Βουλής στην όλη διαδικασία, ιδίως επειδή η αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών αρκεί να διαμορφωθεί στην πρώτη Βουλή, σε αυτή που διαπιστώνει απλώς την ανάγκη αναθεώρησης, οπότε η διαδικασία ολοκληρώνεται από την αναθεωρητική Βουλή με την πλειοψηφία των 151 βουλευτών, δηλαδή στην πράξη από την κυβερνητική πλειοψηφία. Αν λοιπόν η επιλογές της πρώτης Βουλής δεν ασκούν καμιά επιρροή στο περιεχόμενο των νέων συνταγματικών ρυθμίσεων, στην κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η αναθεωρητική Βουλή, τούτο σημαίνει ότι ακόμη και μια μονοκομματική κυβέρνηση μπορεί να θέσει εκποδών κατευθύνσεις που διαμορφώθηκαν μέσα από ευρύτατες κοινοβουλευτικές συμπράξεις και η μεσολάβηση του λαού να χάσει το νόημα της. Άξιζε, επομένως η παρούσα Βουλή να είχε εξετάσει το ενδεχόμενο τροποποίησης του άρθρου 110, προκειμένου να είναι η αναθεωρητική Βουλή που αποφασίζει με αυξημένη πλειοψηφία. Μια τέτοια αλλαγή θα ανάγκαζε τα πολιτικά κόμματα να θέτουν στο προσκήνιο της εκλογικής αντιπαράθεσης τα ζητήματα της αναθεώρησης, να αναζητούν ουσιαστικές συναινέσεις για τα κρίσιμα θεσμικοπολιτικά θέματα, θα ενδυνάμωνε τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά της αναθεωρητικής διαδικασίας. Σε αυτή την στιγμή, όμως, το θέμα έχει κλείσει οριστικά

 

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

two × three =