Η απομακρυσμένη αιτιότητα στο αρ. 105 ΕΙΣΝΑΚ – Εκδοχές κοινωνικοποίησης του κινδύνου στην κρατική ευθύνη (με αφορμή την απόφαση του ΣΕ Τμ. Α 1500/2022)

Ιάκωβος Μαθιουδάκης, αν. καθηγητής Νομικής ΑΠΘ
  1. Εισαγωγικά: για την κοινωνικοποίηση του κινδύνου μέσω της κρατικής ευθύνης

Η ασφάλεια αποτελεί πολύτιμο αγαθό τόσο όσον αφορά τους νομικούς κανόνες (ως νομική ασφάλεια), όσο και όσον αφορά τις πτυχές της καθημερινής βιοτής των προσώπων (ως ασφάλεια των συνθηκών διαβίωσης των ανθρώπων)[1]. Οι κίνδυνοι, όρος γνωστός στην νομική ορολογία, πλην των άλλων[2], από το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης και ευρύτερα ασφάλειας, το οποίο σκοπό έχει να τους ‘τιθασεύσει’, αναφέρονται στη ζωή, στο γήρας, στην υγεία κ.α. πτυχές της ανθρώπινης διαβίωσης. Αποτελούν συμβάντα, που δυσχεραίνουν ή ανατρέπουν την συνήθη πορεία της ανθρώπινης ζωής και τους συνήθεις όρους ομαλής διαβίωσης των ανθρώπων. Αποτελούν παρακωλυτικούς ή ανατρεπτικούς παράγοντες μίας κανονικότητας, παράγοντες παρεμπόδισης ή ανατροπής απόλαυσης ορισμένων αγαθών, τόσο ατομικών (προσωπική ελευθερία, ιδιοκτησία, ασφάλεια, υγεία κ.λπ.), όσο και κοινωνικών ή δημόσιων (δημόσια υγεία, δημόσια ασφάλεια κ.λπ.)[3].

Πλην της (δημόσιας ή ιδιωτικής) ασφάλισης του προσώπου λειτουργία θωράκισης προς τους παντός είδους κινδύνους μπορεί να επιτελέσει η κρατική ευθύνη κατά το άρ. 105 ΕισΝΑΚ, εφόσον το κράτος λειτουργεί ως εγγυητής διασφάλισης αυτών των αγαθών, ένα είδος ‘εγγυητικής’ ευθύνης του κράτους[4]. Η θεώρηση αυτή της κρατικής ευθύνης αποκλίνει από την παραδεδομένη αντίληψη για τον ‘αμιγώς αποκαταστατικό’ χαρακτήρα της αποζημίωσης των άρ. 105-6 ΕισΝΑΚ[5]. Η παράλειψη του κράτους να προστατεύσει αυτά τα αγαθά συνεπάγεται την διάνοιξη της αποκατάστασης της ζημίας των προσώπων από την απώλεια απόλαυσής τους.  Υπό την έννοια αυτή ο μετασχηματισμός του κράτους σε κοινωνικό , νεωτερικό και μετα-νεωτερικό με την αρχική διεύρυνση και εν τέλει μετάλλαξη των κρατικών αποστολών[6] (με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα τις εν ευρεία εννοία ‘ιδιωτικοποιήσεις’ κλάδων παραδοσιακής κρατικής μέριμνας και δράσης και διατήρηση εν τέλει της κρατικής εποπτείας σε αυτές)[7] διαθέτει προβολές προς μία ανάλογη διεύρυνση (είδος ‘κοινωνικοποίησης’) της κρατικής ευθύνης: από την αποκατάσταση συγκεκριμένης ζημίας στην αποζημίωση για την απώλεια της ασφάλειας του προσώπου[8]. Η κρίσιμη συνιστώσα αυτής της διευρυμένης κρατικής ευθύνης αναζητάται στην προϋπόθεση όχι μόνον του παρανόμου επί τη βάσει της κρατικής παράλειψης -οι κρατικές υποχρεώσεις καταλαμβάνουν την αποτροπή αυτών των κινδύνων- αλλά κυρίως στην προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της βλάβης του προσώπου και της παράνομης κρατικής παράλειψης – η ζημία του ιδιώτη συνδέεται άμεσα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων αιτιωδώς προς ορισμένη κρατική παράλειψη, η οποία αποτελεί αντικαθρέπτισμα (την άλλη όψη) του ζημιογόνου γεγονότος[9].  Η κρατούσα στο πλαίσιο του άρ. 105 ΕισΝΑΚ θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας δείχνει να χάνει ερείσματα υπέρ της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων[10].

 

  1. Εκδοχές απομακρυσμένης αιτιότητας στην κρατική ευθύνη με κριτήριο το πεδίο κρατικής δράσης

Η διεύρυνση της προϋπόθεσης του αιτιώδους συνδέσμου επιφυλάσσει στο σημείο αυτό έναν καθολικότερο ρόλο στην κρατική ευθύνη, η οποία καλείται να αποκαταστήσει ζημίες, που δεν συνδέονται -ας μην κρυβόμαστε- ευθέως και αμέσως αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα.  Θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τέτοιες διευρύνσεις της κρατικής ευθύνης υπό την προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου στην ιατρική ευθύνη και στην εποπτεία επικίνδυνων ή και παραβατικών ανηλίκων, σε θανάτους φυλακισμένων στα σωφρονιστικά καταστήματα, στην ασφάλιση της κίνησης στις οδούς, τέλος, σε νεωτερικές μορφές κρατικής ευθύνης, όπως η περιβαλλοντική ευθύνη του κράτους από την κλιματική αλλαγή.

 

i. H απομακρυσμένη αιτιότητα στην ιατρική κρατική ευθύνη

Η βλάβη της υγείας ή και η αφαίρεση της ζωής του προσώπου μπορεί να μην αποτελούν απότοκο συγκεκριμένης κρατικής πράξης ή παράλειψης ή δυσλειτουργίας δημόσιου φορέα υγείας. Καθώς υφίσταται μία τόσο σοβαρή ζημία, η αιτιακή της σύνδεση με ορισμένο παραγωγικό αίτιο στο πλαίσιο λειτουργίας της δημόσιας υπηρεσίας υγείας αποτελεί επιτακτικό ζητούμενο. Λόγοι κοινωνικής δικαιοσύνης -όχι πάντα αυστηρά νομικής υποχρέωσης- μπορεί να συνηγορούν υπέρ της αναγνώρισης ευθύνης.

Στο πλαίσιο, βέβαια, αυτό η ζημία επιδιώκεται να συνδεθεί με ορισμένη κρατική πράξη ή ιδίως παράλειψη. Καθώς το ιατρικό σφάλμα δεν είναι πάντα ευχερές να διακριβωθεί, η κρατική ευθύνη ‘προσαρμόζεται’ ευχερέστερα αποδεικτικά προς την δυσλειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας υγείας[11] ή και προς τις πρωταρχικές (΄στοιχειώδεις’) υποχρεώσεις του ιατρού προς την ασθενή, όπως είναι η υποχρέωση ενημέρωσης για την ενδεδειγμένη θεραπεία και τους κινδύνους, που αυτή συνεπάγεται[12].

Πολλές φορές η ζημία ‘προδίδει’ την δυσλειτουργία της δημόσιας ιατρικής υπηρεσίας. Το περιστατικό με τον έφηβο, που μετά από αδιαθεσία εξετάσθηκε σε νοσοκομείο και έλαβε εξιτήριο ‘καθώς δεν συνέτρεχε λόγος ανησυχίας’, ωστόσο, μέσα σε λίγο χρόνο κατέληξε στο σπίτι του, αναδεικνύει αφ’ εαυτού την δυσλειτουργία της δημόσιας νοσοκομειακής υπηρεσίας[13]. Πρόκειται ίσως για μία ‘εκ του αποτελέσματος’ αιτιότητα ή για μία μορφή τεκμηρίου αιτιότητας: Η δημόσια υπηρεσία όφειλε να είχε εντοπίσει την σοβαρή βλάβη της υγείας του εφήβου, η οποία αποκαλύφθηκεαπό το σε τόσο σύντομο χρόνο καταστροφικό της αποτέλεσμα. Ομοίως και στο γαλλικό δίκαιο: Η απλή διαπίστωση μίας μόλυνσης, που μεταδόθηκε κατά την παραμονή του ασθενούς στο νοσοκομείο ‘αποκαλύπτει’ το πταίσμα στη λειτουργία της υπηρεσίας[14]. Επί επιστημονικής αμφιβολίας αρκεί να λάβει χώρα αρχή απόδειξης βάσει της σύνδεσης ορισμένων γνωστών, συγκεκριμένων και πραγματικών στοιχείων, ώστε το καθ’ ου δημόσιο να φέρει πλέον το βάρος απόδειξης της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου[15].

Αποτελεί ένα λεπτό σημείο στην περίπτωση αυτή η δέσμευση της κρατικής ευθύνης από την προσφυγή του πολίτη στην δημόσια υπηρεσία της υγείας προς αρωγή. Η εισδοχή του πολίτη στην υπηρεσία συνεπάγεται την γένεση μίας καταρχήν υποχρέωσης του κράτους να ερευνήσει και να αντιμετωπίσει σε πρώτο τουλάχιστο επίπεδο τους σχετικούς κινδύνους, από τους οποίους ο πολίτης αυτός περιβάλλεται. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνουμε ότι δίδεται έμφαση στις αλλεπάλληλες ‘εκκλήσεις’ βοήθειας προς την διοίκηση, η οποία με τον τρόπο αυτόν αποδεικνύεται ότι τελούσε εν γνώσει του προβλήματος και όφειλε ως εκ τούτου να είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία παρέλειψε[16].

  

ii. H απομακρυσμένη αιτιότητα στην αστυνόμευση

Η υποχρέωση διαφύλαξης των αγαθών της ειρήνης και της ασφάλειας των πολιτών αποτελεί καθήκον της αστυνομίας, προς το οποίο συνδέεται – όχι σπάνια – η κρατική ευθύνη[17]. Η παράλειψη αστυνόμευσης μπορεί να εκδηλώνεται με την παράλειψη περιφρούρησης διαδηλώσεων και προστασίας της περιουσίας των πολιτών[18], με την παράλειψη αποτροπής ‘προγραμματισμένων’ φαινομένων επιθετικότητας και καταστροφών[19] κ.ο.κ. Μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φθάσει η αστυνομική υποχρέωση περιφρούρησης των αγαθών των πολιτών και κατ’ επέκταση η δέσμευση της ευθύνης του κράτους προς αποζημίωση λόγω σχετικής παράλειψης δεν είναι πάντα σαφές. Η νομολογία έχει διευρύνει την εν λόγω κατηγορία, στο μέτρο, που διαπιστώνει ότι τα περιστατικά είναι επαναλαμβανόμενα κατά χρονικά διαστήματα, επομένως, προβλεπόμενα και δυνάμενα να αποτραπούν, από τις αστυνομικές δυνάμεις[20]. Εντυπωσιάζει η επιμέλεια των διοικητικών δικαστηρίων της ουσίας κατά την αιτιολόγηση του σκέλους της κρατικής υποχρέωσης και διαστολής προς τα γεγονότα ανωτέρας βίας[21].

Η νεότερη νομολογία αναδεικνύει μία τάση διεύρυνσης των δεσμευτικών της κρατικής ευθύνης παραλείψεων της αστυνομίας. Η παραμονή στην ελληνική επικράτεια άνευ συνοριακού ελέγχου αλλοδαπού, ο οποίος οδηγήθηκε σε στυγερό έγκλημα (βιασμού και λιθοβολισμού νεαρής κοπέλας), αλλά και της εν συνεχεία παράλειψης εντοπισμού και αποπομπής του, παρότι αυτό ήταν δυνατό και υποχρεωτικό για την αστυνομία, κρίθηκε ενόψει του χρόνου παράνομης παραμονής του στην ελληνική επικράτεια και της συγκεκριμένης διαμονής του (σε μικρό νησί) ότι ήταν ικανό να δεσμεύσει την κρατική ευθύνη. Η εγκληματική ενέργεια του τελευταίου εμφανίζεται απότοκος της αρχικής παράνομης εισόδου και παραμονής του στην ελληνική επικράτεια, για την οποία δέον να ευθύνεται το ελληνικό κράτος[22]. Βρισκόμαστε ενώπιον ενός χαρακτηριστικού παραδείγματος απομακρυσμένης αιτιότητας και εγγυητικής του κράτους ευθύνης, μιας και το ζημιογόνο αποτέλεσμα δεν έλαβε χώρα χρονικά εγγύς[23], ούτε, όμως, και αιτιακά αρραγώς προς την κρατική παράλειψη ελέγχου εισόδου του αλλοδαπού.                Φαίνεται ότι στις περιπτώσεις αυτές σημαίνοντα ρόλο διαδραματίζει η βαρύτητα της παρανομίας σε σχέση με το ζημιογόνο αποτέλεσμα εν είδει συγκοινωνούντων δοχείων: μία σοβαρή ζημία αναζητά την σύνδεσή της προς ορισμένη σοβαρή παρανομία, η οποία, έστω κι αν δεν προκύπτει δια γυμνού οφθαλμού, υφίσταται και δύναται να αναζητηθεί και να εντοπισθεί. Παρόλα αυτά δεν αναγνωρίσθηκε, κρατική ευθύνη λόγω παράλειψης εφοδιασμού των υπηρεσιακών αυτοκινήτων της αστυνομίας με ασυρμάτους προηγμένης τεχνολογίας (οργανωτικό σφάλμα) με αποτέλεσμα την απομάκρυνση περιπολικού από το σημείο των επεισοδίων προκειμένου να επιτύχει την επικοινωνία με το ραδιοτηλεφωνικό κέντρο. Κρίθηκε ότι γενεσιουργός αιτία της ζημίας υπήρξε όχι η οργανωτική κρατική παράλειψη αλλά η παρεμβολή τρίτου προσώπου, το οποίο με την έκρηξη χειροβομβίδας μετά την απομάκρυνση του περιπολικού προξένησε τον θάνατο και τον τραυματισμό αστυνομικών[24]. Πιθανώς η επικινδυνότητα άσκησης της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας να λειτούργησε εν προκειμένω ανάστροφα.

 

iii. Η απομακρυσμένη αιτιότητα στο σωφρονιστικό σύστημα

 Τα σωφρονιστικά καταστήματα αποτελούν χώρους σωρευμένης επικινδυνότητας για αυτονόητους λόγους και η ανάγκη τήρησης συνθηκών ασφάλειας απαιτεί την αυξημένη εγρήγορση των υπαλλήλων τους. Η προστασία της ζωής, της υγείας και της ασφάλειας καταλαμβάνει όχι μόνον τους τρίτους έναντι των κρατουμένων αλλά και τους κρατουμένους έναντι των ‘εξωτερικών’ κινδύνων.  Ο θάνατος κρατουμένου (από δηλητηρίαση, ναρκωτικές ουσίες) αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης υπό το πρίσμα της κρατικής ευθύνης, ως προς το εάν, ενόψει των προαναφερόμενων υποχρεώσεων του κράτους, μπορεί να ευθύνεται αυτό σε αποζημίωση των οικείων του φυλακισμένου. Η υποχρέωση του κράτους προς έλεγχο των εισερχόμενων αντικειμένων στις φυλακές δεν αμφισβητείται, ούτε και η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των φυλακών, εξετάζεται, ωστόσο, παράλληλα το οικείο πταίσμα του φυλακισμένου στην γένεση της ζημίας, το οποίο αποδεικνύεται συχνά όχι αμελητέο[25]. Ενδέχεται, μάλιστα, το πταίσμα του φυλακισμένου να αποτέλεσε την αιτία της ζημίας του. Ο κίνδυνος, πάντως, να αποτελέσουν οι φυλακισμένοι πολίτες β κατηγορίας ενυπάρχει και πρέπει στο σημείο αυτό να δίδεται η αναγκαία προσοχή.

Η διεύρυνση των οριοθετικών της αιτιότητας στοιχείων στοιχίζεται στο σημείο αυτό προς μία διεύρυνση του παρανόμου. Οι περιπτώσεις παρανόμου διευρύνονται και πέραν του γράμματος των σχετικών διατάξεων του Σωφρονιστικού Κώδικα με βάση απορρέουσες από αυτές ‘παρεπόμενες υποχρεώσεις, που συνάπτονται  προς την φύση της υπηρεσίας’, όπως οι αναγκαίοι έλεγχοι, ώστε να αποτρέπεται η είσοδος στο σωφρονιστικό κατάστημα και η περιέλευση στην κατοχή των κρατουμένων επικινδύνων αντικειμένων και ουσιών’[26]Στην περίπτωση, ιδίως, της χρήσης από φυλακισμένους ναρκωτικών ουσιών, η υποχρέωση ‘επιμέλειας και προσοχής’ των σωφρονιστικών υπαλλήλων συνίσταται στο να αποτραπεί η εισαγωγή των ουσιών αυτών εντός του χώρου των φυλακών, καθώς μπορεί να έχει θανάσιμα αποτελέσματα, οπότε και δεσμεύει την κρατική ευθύνη[27].

 

iv. H απομακρυσμένη αιτιότητα στην διατήρηση ασφαλούς του οδικού δικτύου

Η παράβαση της κρατικής υποχρέωσης διατήρησης ασφαλούς του οδοστρώματος αποτελεί μία συνήθη πηγή δέσμευσης της κρατικής ευθύνης.  Λακκούβες στο οδόστρωμα συνεπάγονται άνευ ετέρου την κρατική ευθύνη, στο μέτρο, που έχουν ως αποτέλεσμα ζημίες σε πρόσωπα ή οχήματα, που έπεσαν εντός τους ελλείψει σχετικής σήμανσης[28]. Λιγότερο συνήθη περιστατικά κρατικής ευθύνης είναι όσα απορρέουν από την παράλειψη λήψης μέτρων ασφαλούς διέλευσης και παραμονής των πεζών, όπως η τοποθέτηση διαχωριστικού κιγκλιδώματος (μπάρας) στο οδόστρωμα, το οποίο, εάν είχε τοποθετηθεί, θα είχε απορροφήσει εν όλω ή εν μέρει το ωστικό κύμα σύγκρουσης με όχημα και θα είχε αποτρέψει την ίδια την βλάβη ή τουλάχιστο την έκτασή της (σοβαρότατος τραυματισμός πεζού)[29]. Στο πεδίο αυτό, ομοίως, η νομολογία αναζητά και συστήνει τους δεσμούς μίας απομακρυσμένης προς την ζημία αιτιότητας προς σχετικές κρατικές παραλείψεις.

 

v. H απομακρυσμένη αιτιότητα στην κρατική περιβαλλοντική ευθύνη

Στην κρατική περιβαλλοντική ευθύνη διακρίνονται όχι σπάνια τα γνωρίσματα μίας απομακρυσμένης αιτιότητας. Υπό την κλασική θεώρηση των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, η οικολογική ζημία δεν μπορούσε να συμβαδίσει με την αστική ευθύνη: η φύση αποτελεί res nullius, που δεν ανήκει σε κανέναν, οπότε αποζημίωση για την βλάβη ενός τέτοιου φυσικού αγαθού δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή[30]. Η οικολογική ζημία είχε, υπό τα δεδομένα αυτά, αφενός, απρόσωπο χαρακτήρα, οπότε έλλειπε ο προσωπικός σύνδεσμος για την καταβολή αποζημίωσης, και, από την άλλη, έμμεσο χαρακτήρα, διότι αναφερόταν στη φύση και όχι στον δυνάμει ζημιωθέντα[31].

Το πολυεπίπεδο (ατομικό, κοινωνικό και πολιτικό) δικαίωμα στο περιβάλλον[32] ανέτρεψε την κλασική αυτή οπτική. Η φύση γίνεται πλέον αντιληπτή ως ατομικό και συλλογικό αγαθό, επί του οποίου ο καθένας (φυσικό πρόσωπο ή περιβαλλοντική συλλογικότητα) διαθέτει δικαιώματα θεμελιώνοντας παράλληλα δικαστικά επιδιώξιμες αξιώσεις× πολλώ μάλλον, που υπό μία νέα θεώρηση μπορεί να αναγνωρίζονται δικαιώματα στην ίδια τη φύση ως φορέα ίδιας νομικής προσωπικότητας[33]. Τις διευρύνσεις αυτές παρακολουθεί η προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου με πλέον χαρακτηριστική εκδοχή της την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Εν προκειμένω, στο πλαίσιο των αποβλήτων και της οδηγίας για την περιβαλλοντική ευθύνη αποζημίωση αναζητάται όχι από το τελευταίο στην αλυσίδα πρόκλησης της ζημίας πρόσωπο, όπως είναι π.χ. ο πρατηριούχος καυσίμων, αλλά από αυτό, που προκάλεσε τη ζημία (απόβλητα), έστω κι αν βρίσκεται στην αρχή της αλυσίδας της ζημίας ως κάτοχος, πρώην κάτοχός ή και παραγωγός του προϊόντος[34].

Η αντίληψη ενός απομακρυσμένου αιτιώδους συνδέσμου στην κρατική περιβαλλοντική ευθύνη απαντάται ευκρινέστερα στην όλως επίκαιρη θεματική της κλιματικής αλλαγής. Ζωτικής σημασίας για το ανθρώπινο γένος[35], η κλιματική αλλαγή προσφέρει χαρακτηριστικά νομολογιακά παραδείγματα ευθύνης του κράτους σε διεθνές επίπεδο βασιζόμενα σε παραλείψεις αποτροπής της: Η παράλειψη του κράτους να λάβει μέτρα μείωσης των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου κατά 40% (απόφαση Urgenda κατά Ολλανδίας, 24-6-2015) ή μέτρων κατά της αποψίλωσης του Αμαζονίου (5-4-2018 Ανώτατο Δικαστήριο Κολομβίας) ή λόγω δημιουργίας τρίτου αεροδρομίου στη Βιέννη ενόψει της κλιματικής επιβάρυνσης, που αυτό συνεπάγεται (2-2-2017, ΔΔΑυστρίας) ή ευθέως η δικαστική αμφισβήτηση των παραλείψεων του κράτους στο πλαίσιο προστασίας του κλίματος και αποτροπής της επιδείνωσής του ενόψει της υποχρέωσης προστασίας της ζωής, της αξιοπρέπειας, της κατοικίας και της ιδιοκτησίας των πολιτών (Δικαστήριο Πακιστάν, Conseil d’ Etat, Tribunal Administratif de Paris)[36]. Είναι χαρακτηριστικό σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ότι στοχοθετείται μία αρκούντος γενική παράλειψη του κράτους να λάβει μέτρα αποτροπής της κλιματικής επιδείνωσης, δηλαδή ενός διάχυτου, υφιστάμενου εν πολλοίς αποτελέσματος.

 

  1. Εκδοχές απομακρυσμένης αιτιότητας με κριτήριο το είδος της κρατικής δράσης – οι ελάσσονες κατηγορίες δράσης της διοίκησης, κατεξοχήν πεδίο της απομακρυσμένης αιτιότητας

i. Οι υλικές ενέργειες της διοίκησης στο άρ. 105 ΕισΝΑΚ και η διευρυμένη αιτιότητα

Σε διαστολή προς τις νομικές πράξεις, οι υλικές ενέργειες διαθέτουν μία εκδιπλούμενη εκδοχή της παρανομίας. Όπως γίνεται δεκτό, «υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις, που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης»[37]. Το πλαίσιο νομιμότητας των υλικών ενεργειών και κυρίως παραλείψεων υλικών ενεργειών της διοίκησης συγκαθορίζεται όχι μόνον από τις ρητά καταγεγραμμένες υποχρεώσεις της διοίκησης αλλά και από τις συναφείς προς αυτές διοικητικές δεσμεύσεις – ένα είδος σιωπηρών αρμοδιοτήτων (competences implicites) της διοίκησης[38]. Παραδείγματος χάριν, συναφώς προς την υποχρέωση της καθαριότητας και αποκομιδής των απορριμμάτων, ο Δήμος οφείλει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την διαφύλαξη της υγείας και της περιουσίας των πολιτών ασφαλίζοντας τους κάδους απορριμμάτων[39]. Πρόκειται για ακόμη ένα παράδειγμα υποχρέωσης ασφαλούς άσκησης της υπηρεσίας.

               Είναι χαρακτηριστική η σύνδεση του ελέγχου νομιμότητας των ενδεδειγμένων υλικών ενεργειών με τα ακραία όρια της σχετικής διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης προς την αντιμετώπιση γεγονότων, που παραπέμπουν σε αυτά της ανωτέρας βίας[40]. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η παρανομία των υλικών ενεργειών δεν διέρχεται ομοίως από τους νομικούς κανόνες, όπως και των διοικητικών πράξεων – δεν αποτελούν οι υλικές ενέργειες είδος legibus solutus πράξεων[41]. Υπάρχει, όμως, εν προκειμένω, μία πιο διευρυμένη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης σε σχέση με τις νομικές πράξεις, καθώς η διοίκηση είναι αυτή, που οφείλει να επιλέξει τα ειδικότερα μέτρα, που θα λάβει σιωπούντος του νόμου[42]. Η επιλογή αυτή λαμβάνει, πάντως, χώρα στο πλαίσιο κάλυψης των αναγκών της Διοίκησης με σκοπό την προώθηση των δημοσίου συμφέροντος αποστολών της και έχει ως όρια, μεταξύ άλλων, την αρχή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ισότητας[43]. Η διευρυμένη προϋπόθεση του παρανόμου ‘εξακτινώνει’ ανάλογα την προϋπόθεση του αιτιώδους συνδέσμου προς την ζημία[44].

Επιπλέον, καθώς οι υλικές ενέργειες της διοίκησης, για τις οποίες καταφάσκονται οι προϋποθέσεις του αρ. 105 ΕισΝΑΚ, προξενούν ζημία στον υλικό κόσμο, η οποία σε σχέση με τις νομικές πράξεις αναδεικνύει μία απτότερη, μάλλον και εντονότερη σφοδρότητα, συνιστούν ταυτόχρονα έναν κατεξοχήν τόπο απομακρυσμένης αιτιότητας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ακόμη και η γνωστή νομολογία για την αναδρομική ανάκληση παράνομης πράξης, η οποία δεν αίρει την κρατική ευθύνη, προϋποθέτει την εφαρμογή της πράξης στον υλικό κόσμο[45].

 

ii. Οι παραλείψεις

Πλην των ιδιαιτεροτήτων των παραλείψεων σε σύγκριση προς τις ρητές εκτελεστές διοικητικές πράξεις και τον δικαστικό τους έλεγχο[46], ιδιαιτερότητες γνωρίζουν αυτές και στο πλαίσιο του άρ. 105 ΕισΝΑΚ[47]. Εν προκειμένω, θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως το κατεξοχήν πεδίο μίας διευρυμένης αιτιότητας, καθώς ενώ η κρατική πράξη ή υλική ενέργεια είναι συγκεκριμένη, η παράλειψη εκδιπλώνει ολόκληρο το φάσμα των κρατικών υποχρεώσεων, όχι μόνον ρητών κατά τον νόμο αλλά και συμποραμαρτουσών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν[48].  Η συστοιχία διευρυμένης παρανομίας-διευρυμένης αιτιότητας βρίσκει στην παράλειψη τον πλέον χαρακτηριστικό εκφραστή της[49].

  

iii. O χρόνος και οι καθυστερήσεις της διοίκησης

 Το μέγεθος του χρόνου είναι σημαντικό για την διοίκηση σε αρκετές περιπτώσεις. Παρότι οι προθεσμίες, που τίθενται προς την διοίκηση είναι ενδεικτικές (άρ. 10 παρ. 5 ΚΔΔιαδ), η πέραν του ευλόγου χρόνου υπέρβασή τους μπορεί να δεσμεύει την κρατική ευθύνη[50]. Από την άλλη, σε αρκετές περιπτώσεις η θεμελίωση ορισμένου δικαιώματος του διοικουμένου προϋποθέτει την πάροδο ορισμένου χρόνου[51]. H καθυστερημένη επέμβαση της αστυνομίας, η καθυστερημένη απονομή της δικαιοσύνης κατά την επανάληψη ορισμένης διαδικασίας[52] αλλά και η καθυστέρηση 36 λεπτών για την διαβίβαση κλήσης σε ασθενοφόρο ή κινητή μονάδα του ΕΚΑΒ και η μη άμεση ενημέρωση ιατρού υπηρεσίας για το περιστατικό με αποτέλεσμα την κατάληξη του ασθενούς, συνιστούν τέτοια περιστατικά[53].  Η πάροδος έστω περιορισμένου χρόνου, από την άλλη, από την παράνομη-φερόμενη ως ζημιογόνο πράξη (φυγή ανηλίκου από αναμορφωτικό κατάστημα) συνεπάγεται την διάρρηξη του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης υπαλλήλων να αποτρέψουν την φυγή του και της ζημίας[54]. Η λύση αυτή δεν αποκλείει, πάντως, την εκδοχή, όπως υποστηρίζεται[55], η κρατική ευθύνη να μετατίθεται σε άλλα διοικητικά όργανα, όπως είναι τα αστυνομικά. Ομοίως γίνεται δεκτό στο γερμανικό πολεοδομικό δίκαιο, ότι μία χρονική αποσύνδεση του σχεδίου και της ζημιογόνων συνεπειών του απαιτεί κανονικά μία αυξημένη υποχρέωση αιτιολόγησης προκειμένου να δεσμευθεί η κρατική ευθύνη[56].

 

iv. Οι πληροφορίες και οι υποσχέσεις της διοίκησης

Η γαλλική θεωρία προσεγγίζει αυτοτελώς τα διοικητικά σφάλματα, που προξενούνται από υποσχέσεις και πληροφορίες της διοίκησης, από κοινού μάλιστα με τις καθυστερήσεις της διοίκησης κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της[57]. Κατά κανόνα πρόκειται για μη νομικές πράξεις, οι οποίες μπορεί να δεσμεύουν την κρατική ευθύνη υπό όρους απομακρυσμένης αιτιότητας ενώ στο ίδιο πλαίσιο και η νομική κατηγορία της παράλειψης, παρά της πράξης, δείχνει να απαντάται στον χώρο αυτόν συνηθέστερα. Οι έννοιες άλλωστε των υποσχέσεων και των πληροφοριών της διοίκησης είναι αρκετά γνώριμες ως γενεσιουργοί λόγοι παρανομίας και ευθύνης της διοίκησης υπό το πρίσμα της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης[58].                Υπό το πρίσμα αυτό γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη ενημέρωσης ασθενούς από ιατρό σχετικά με την ασθένειά του και τους τρόπους αντιμετώπισής της παραβιάζει τόσο υπερνομοθετικές (άρ. 5 της Σύμβασης του Οβιέδο) όσο και νομοθετικές διατάξεις (άρ. 57, 59 και 932 ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ). Aπό τις διατάξεις αυτές, κατά την νομολογία, «συνάγεται ότι ευθύνη του Δημοσίου προς καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στοιχειοθετείται και στην περίπτωση που ιατρός στρατιωτικού νοσοκομείου διενεργεί ιατρική πράξη σε ασθενή χωρίς προηγούμενη πλήρη ενημέρωση του ασθενή αυτού και άρα χωρίς έγκυρη συναίνεση του τελευταίου για τη διενέργεια της πράξης αυτής …». Πρόκειται, μάλιστα, για αυτοτελή αξίωση του ασθενούς σε σχέση με την αξίωσή του για ηθική βλάβη από την ζημία της υγείας του κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής επιστήμης δυνάμει του άρ. 24 του α.ν. 1565/1939[59].

Ιδιαίτερο μέγεθος αποτελούν στην ευρύτερη αυτή θεματική του αιτιώδους συνδέσμου οι υποσχέσεις της διοίκησης. Κατά σχετική νομολογιακή διατύπωση, κρατική ευθύνη από υποσχέσεις της διοίκησης προκύπτει:«…  όταν τα όργανα του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου όχι απλώς προτρέπουν τον διοικούμενο, αλλά του παρέχουν, προκειμένου να προβεί σε κάποια ενέργεια, συγκεκριμένες υποσχέσεις ή διαβεβαιώσεις δημιουργώντας έτσι σ’ αυτόν βάσιμες προσδοκίες για την εκπλήρωσή τους, και στη συνέχεια αρνούνται να τις εκπληρώσουν …. ή του δημιουργούν, ενόψει συγκεκριμένων ενεργειών τους, την εύλογη πεποίθηση ότι θα τύχει μιας συγκεκριμένης μεταχειρίσεως αλλά δεν ολοκληρώνουν τις απαιτούμενες από μέρους τους ενέργειες ώστε να πραγματοποιηθεί η προσδοκία του διοικουμένου ….»[60]Πρόκειται για μορφή «αυτοδέσμευσης» της διοίκησης[61], που προξενεί την κρατική ευθύνη σε περίπτωση μη τήρησης των υπεσχημένων.

 

  1. Παράγοντες που αποκλείουν την έστω απομακρυσμένη αιτιότητα

i. H ανωτέρα βία

Γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο, η ανωτέρα βία διαχωρίζεται από τα γενεσιουργά της ευθύνης του κράτους περιστατικά. Όπως διευκρινίζεται πλέον ρητά από την νομολογία[62], η ανωτέρα βία συνιστά λόγο διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου και όχι λόγο άρσης του παρανόμου, παρότι τα όρια μεταξύ των εννοιών αυτών είναι συχνά ρευστά και οι γενικεύσεις δεν βοηθούν πάντοτε στην εξεύρεση της ορθής λύσης. To ζήτημα αυτό χρήζει προσεκτικότερης αντιμετώπισης. Το κράτος, υπό την συνδρομή γεγονότος ανωτέρας βίας, μπορεί να παρέβη τις υποχρεώσεις του -να παρανόμησε- χωρίς, ωστόσο, η παράλειψη του αυτή να οδήγησε στο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, η ανωτέρα βία λειτουργεί πράγματι ως λόγος άρσης του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης και του ζημιογόνου αποτελέσματος. Ενδέχεται, όμως, να μην μεσολάβησε κρατική παρανομία ή να μην μεσολάβησε διόλου ορισμένη παράλειψη των νομικών υποχρεώσεωντου κράτους, οπότε το ζήτημα οφείλει να αντιμετωπισθεί διαφορετικά[63].

Η ανωτέρα βία συνδέεται στενά με την κρατική παράλειψη: Η μεσολάβηση γεγονότος, που έχει τα χαρακτηριστικά της ανωτέρας βίας (διαδηλώσεις, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.), δημιουργεί προβληματισμό ως προς τυχόν παραλειπόμενες από την πλευρά του κράτους ενέργειες για την αποτροπή των ζημιογόνων αποτελεσμάτων του[64]. Μία ευρεία ή στενή αντίληψη αυτών των κρατικών υποχρεώσεων και συνεκδοχικά μία αντίστροφη ευρεία ή στενή έννοια της ανωτέρας βίας μπορεί να οδηγήσει σε αναγνώριση της κρατικής ευθύνης υπό καθεστώς απομακρυσμένης αιτιότητας. Ο χαρακτηρισμός ως ‘προβλεπόμενων’ και ιδίως ‘επαναλαμβανόμενων’ τέτοιων συμβάντων όχι μόνον ως προς την επέλευση αλλά και την κλιμάκωσή τους[65], μπορεί να ενταχθεί στις εκδοχές μίας απομακρυσμένης αιτιότητας.

 

ii. Πράξεις τρίτων και το οικείο πταίσμα του ζημιωθέντος

Στη διαδρομή μεταξύ του δυνάμει ζημιογόνου περιστατικού και του ζημιογόνου αποτελέσματος μπορεί να εμφιλοχωρούν άλλες ενέργειες ικανές να οδηγήσουν εν τέλει στο αποτέλεσμα αυτό, είτε πρόκειται για ενέργειες τρίτων, είτε και για πράξεις ή παραλείψεις του ίδιου του ζημιωθέντος. Υπό την έννοια αυτή πρόκειται για γεγονότα γενεσιουργά  ή και  παρακωλυτικά του αρχικού ζημιογόνου περιστατικού σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα.

Σε αντίθεση με τις πράξεις τρίτων, που δεν εμφανίζουν ιδιαίτερη συχνότητα στην δικαστηριακή πράξη[66], το ‘συντρέχον’ -ή ορθότερα ‘οικείο’- πταίσμα του ζημιωθέντος (ΑΚ 300) αποτελεί συνήθη κατηγορία αναιρετική, εν όλω ή εν μέρει, της κρατικής ευθύνης. Έτσι, η μη ανάληψη εν τέλει υπηρεσίας, με αποτέλεσμα την ανάκληση της πράξης διορισμού του υπαλλήλου, διασπά τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημιογόνου παράλειψης επιλογής και κατ’ επέκταση διορισμού του[67]. Το ίδιο συμβαίνει με την ψευδή δήλωση της ενάγουσας περί ύπαρξης άλλης υδροληψίας σε απόσταση 300 μ. από την δική της× αναιρεί εξολοκλήρου την αρχικά γεννηθείσα ευθύνη του δημοσίου λόγω μη διενέργειας ελέγχου από τα όργανα της υπηρεσίας[68]. Διάσπαση του αιτιώδους συνδέσμου συνεπάγεται και η αποβίωση από δηλητηρίαση φυλακισμένου, ο οποίος δεν είχε συναινέσει – ενώ μπορούσε – προκειμένου να υπαχθεί σε καθεστώς προστασίας, αν και γνώριζε ότι η ζωή του κινδύνευε λόγω της σοβαρής εγκληματικής του δράσης[69].

Έκτυπα είναι και τα παραδείγματα συνυπαιτιότητας: η υπερβολική ταχύτητα του μη ευθυνόμενου οδηγού τροχαίου ατυχήματος[70] ή και η (αυτόβουλη) επικίνδυνη αναρρίχηση του ζημιωθέντος σε σκάλα[71]. Πάντως, η παράβαση του νόμου από τον παθόντα υπό την μορφή του συντρέχοντος πταίσματος δεν αναιρεί εκ προοιμίου τον αιτιώδη σύνδεσμο της κρατικής ευθύνης παρά μόνον, εάν πράγματι προξένησε η ίδια την ζημία διακόπτοντας την αιτιώδη σχέση της κρατικής πράξης ή παράλειψης με το ζημιογόνο αποτέλεσμα[72]. Κατά τα λοιπά, το ‘συντρέχον’ πταίσμα υπονοεί μία μερική -καταρχήν- αιτιότητα σε σχέση με το επιβλαβές αιτιατό. Για τον λόγο αυτό γίνεται δεκτό δικονομικά ότι η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν περιέχεται στον ισχυρισμό περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο[73]. Το γεγονός, πάντως, ότι το δικαστήριο επί συντρέχοντος πταίσματος μπορεί, πλην της μείωσης της αποζημίωσης, να μην επιδικάσει διόλου αποζημίωση, υποδεικνύει μία διαφορετική οπτική[74].

 

  1. Η υποδοχή από τη θεωρία της διευρυμένης αιτιότητας στην πρόσφατη απόφαση του ΣΕ 1500/2022

            Η απόφαση του Α Τμ. του Συμβουλίου της Επικρατείας 1500/2022 αφορά, όπως προαναφέρθηκε[75], την αναγνώριση κρατικής ευθύνης λόγω βιασμού και ειδεχθούς τραυματισμού νεαρής κοπέλας από αλλοδαπό, που εισήλθε και παρέμεινε παράνομα στο ελληνικό έδαφος λόγω παράλειψης του ελληνικού δημοσίου να αποτρέψει την είσοδο και παραμονή του καθώς και εν συνεχεία να τον απελάσει ή επαναπροωθήσει. Η απόφαση δέχθηκε μία αυστηρή, έως και υπερβολική κριτική. Υποστηρίχθηκε, έτσι, κατά τρόπο απόλυτο, με σχετική ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ότι η απόφαση σηματοδοτεί την κατά τεκμήριο εγκληματική δράση κάθε παράνομα εισερχόμενου στο ελληνικό έδαφος αλλοδαπού[76]. Επίσης, ότι η αναγνώριση κρατικής ευθύνης λόγω παράλειψης να αποτραπεί η είσοδος αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια ή να απελαθεί αυτός, αντιβαίνει στην συνταγματική προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, καθώς υπονοεί ότι κάθε παράνομα εισελθών στην ελληνική επικράτεια αλλοδαπός διακινδυνεύει τα δικαιώματα των πολιτών[77].

Νομίζουμε, όμως, ότι η κριτική αυτή οδηγείται σε συμπεράσματα, που δεν δέχθηκε πράγματι το Δικαστήριο. Το τελευταίο δείχνει ότι έθεσε ως βάση του συλλογισμού του, όπως επισημάνθηκε[78], την διακινδύνευση και όχι την θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, ώστε να μπορεί να συναχθούν τα ανωτέρω συμπεράσματα. Το Δικαστήριο δείχνει να κλείνει εν προκειμένω υπέρ της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων[79] για να ικανοποιήσει τις επιτακτικές απαιτήσεις κοινωνικής αλληλεγγύης της συγκεκριμένης περίπτωσης (αρ. 25 παρ. 4)[80]. Παρότι δεν είναι κρατούσα στο πεδίο της ημεδαπής αστικής ευθύνης του κράτους, η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων δείχνει να κερδίζει έδαφος στην ευρωπαϊκή και σε αλλοδαπές έννομες τάξεις βάσει των ιδιαιτεροτήτων κάθε περίπτωσης[81], ώστε πράξεις τρίτων προσώπων, μετά την αρχική κρίσιμη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, να μην διαρρηγνύουν τον αιτιώδη σύνδεσμο[82]. Θα πρέπει να γίνει εν προκειμένω αντιληπτό, ότι η νομική αιτιότητα μπορεί να διαφέρει από την φυσική[83]. Υπό το πρίσμα αυτό δεν πρέπει να αποκλείουμε την εκδοχή να χρησιμοποιείται κατά περίπτωση η κρατική ευθύνη όχι μόνον ως αυστηρά αποζημιωτικός αλλά ως εγγυητικός μηχανισμός του κράτους, εφόσον οι περιστάσεις επιβάλουν την απομάκρυνση από την πεπατημένη του πρόσφορου αιτιώδους συνδέσμου υπό το πρίσμα της θεωρίας του κινδύνου[84]. Ιδίως όταν η εφαρμογή της θεωρίας της πρόσφορης αιτιότητας μπορεί να οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, όπως έδειξε η περίπτωση της απώλειας ευκαιρίας στην κρατική ευθύνη[85].

 

  1. Ο προωθητικός ρόλος της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για την κοινωνικοποίηση του κινδύνου στο άρ. 105 ΕισΝΑΚ

Η παρακολούθηση της εξέλιξης των υποθέσεων αγωγών αποζημίωσης κατά του κράτους από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια μέχρι το αναιρετικό αποκαλύπτει τον σημαίνοντα ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας στην νομική διάπλαση αυτού του θεσμού: ενίοτε, αγωγές, που απορρίπτονται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, με βάση μία ‘οριοθετημένη’ εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρ. 105 ΕισΝΑΚ, βρίσκουν ευήκοα ώτα στο Ανώτατο Δικαστήριο[86]. Το τελευταίο διαγράφει με τον τρόπο αυτό ευρύτερες συντεταγμένες για την κρατική ευθύνη και ανοίγει τον δρόμο προς τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια[87]. Η παιδαγωγική λειτουργία της νομολογίας του Συμβουλίου σε σχέση με τα λοιπά διοικητικά δικαστήρια μπορεί να βρει στο σημείο αυτό κατεξοχήν αντίκρισμα. Δεν πρόκειται, όμως, μόνον για αυτό. Ο παιδαγωγικός ρόλος μίας τέτοιας νομολογίας δεν περιορίζεται μόνον στο πλαίσιο της δικαιοσύνης. Καταλαμβάνει πρωτίστως την εκτελεστική λειτουργία, η οποία υπό το πρίσμα του οικονομικού αντικτύπου των παραλείψεών της μπορεί να αντιληφθεί πληρέστερα τον ρόλο και τις εκ του νόμου υποχρεώσεις της[88]. Πρόκειται για εξέλιξη, η οποία συνδέεται με την αύξηση των σύγχρονων κινδύνων και την αναγνώριση του εγγυητικού ρόλου του κράτους σε σχέση με αυτούς. Από την σημειακή αποζημίωση ορισμένων προσώπων ο αποζημιωτικός μηχανικός της ελληνικής πολιτείας αποκτά μία μεταρρυθμιστική προοπτική και δυναμική[89], η οποία αποτέλεσε πιθανώς την δικαιοκρατική συνισταμένη της νομολογίας για την ένταξη εκδοχών απομακρυσμένης αιτιότητας στο άρ. 105 ΕισΝΑΚ.

 

[1] Για την νομική ασφάλεια, Ι.Συμεωνίδης, Κράτος δικαίου και ασφάλεια δικαίου. Μία δύσκολη συνάρτηση για τον διοικητικό δικαστή, ΕφημΔΔ 2021, 512 επ.(514)× Γ.Κατρούγκαλος, Οι θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές στη νομολογία του ΣτΕ 1974-2003, ΤιμΤομΣΕ-75 χρόνια, σ. 261 επ. Χ.Δετσαρίδης, Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης στο διοικητικό δίκαιο 2003, 8 επ., Α.Μαρκαντωνάτου-Σκαλτσά, Γενικές αρχές στην νομολογία του ΣτΕ και του ΔΕΚ, 2007, σ. 73 επ.

[2] Για τις γλωσσικές καταβολές της έννοιας του ‘ρίσκου’ από τον 17ο αι., όταν δυτικοί εξερευνητές ξεκινούσαν για τα ταξίδια τους προς τον υπόλοιπο κόσμο, Α.Γκίντενς, Ο κόσμος των ραγδαίων αλλαγών. Πώς επιδρά η παγκοσμιοποίηση στο ζωή μας, Αθήνα, 1999, σ. 58 αλλά και τις παρατηρήσεις του ιδίου, που ακολουθούν, ότι ο κίνδυνος συνδέεται με τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης της κοινωνίας και την προσπάθεια ελέγχου του μέλλοντος με ορθολογιστικό τρόπο. Για την μετεξέλιξη του κράτους δικαίου σε ‘προληπτικό κράτος προστασίας’ προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι των θεμελιωδών δικαιωμάτων, Π.Μαντζούφας, Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης. Υγεία-Ιδιωτικότητα-Περιβάλλον, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2006, 79 επ.

[3] Α.Στεργίου, Δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, δ έκδ., 2022, σ. 33 επ.(33): «Η κοινωνική ασφάλιση μας διδάσκει ότι δεν μπορούμε να αποφύγουμε τους κινδύνους (την ασθένεια, την αναπηρία κ.α.) αλλά είναι δυνατόν να μειώσουμε τις οικονομικές τους συνέπειες με απώτερο σκοπό την διατήρηση της ευημερίας μας». Για ‘συνταγματικά’ ή ‘απολύτως’ προστατευόμενα έννομα αγαθά κάνει λόγο η η ΣΕ 1500/2022, σκ. 10 – ζωή, υγεία, σωματική ακεραιότητα, τιμή, υπόληψη, προσωπική ελευθερία, γενετήσια ελευθερία, περιουσία, ιδιοκτησία.

[4] Ως προς τον εγγυητικό ρόλο του κράτους, Α.Στεργίου, Δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης, ο.π., σ. 366 επ.× Π.Μαντζούφας, Η συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης – Υγεία – Ιδιωτικότητα – Περιβάλλον, ο.π., σ. 93 επ.× Ζ.Παπαϊωάννου, Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλειας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2018, σ. 81 επ.× Θ.Πανάγος, Κρατική παρέμβαση και ρυθμιστική διοίκηση, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 54 επ. Τα παραδείγματα του ‘εγγυητικού’ ρόλου του κράτους στη νομολογία είναι αρκετά: για την ασφάλιση των εργαζομένων, ΣΕ Ολ 545/2022× έναντι άλλου ΝΠΔΔ, που έχει αναλάβει την συντήρηση των εγκαταστάσεων, CE, 18-11-2020, no 427325, AJDA 2020, 2288× για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό ενόψει της άρνησης υπουργού να αποσύρει εμβόλιο επικίνδυνης σύνθεσης  (με πρόσθετα αλουμινίου), CE, 6-5-2019, no 415694, Leb. 2019.

[5] ΣΕ 156/2022 7μ., σκ. 12 – μη εφαρμογή της αρχής nebisinidem σε αγωγή των άρ. 105-106 ΕισΝΑΚ για τον προαναφερόμενο λόγο, μη ποινικός χαρακτήρας της υπόθεσης.

[6] Για τις σύγχρονες τάσεις μετεξέλιξης και υπέρβασης του κράτους, Κ.Χρυσόγονος, Πολιτειολογία. Το κράτος ως μορφή οργάνωσης των ανθρώπινων κοινωνιών, 2η έκδ., 2020, σ. 805 επ.

[7] Σχετικά με τις νεότερες εκδοχές ‘ιδιωτικοποίησης’ της διοικητικής δράσης, Ε.Πρεβεδούρου, Η ανάθεση διοικητικού έργου σε ιδιώτες: αποδυνάμωση ή αναζωογόνηση του διοικητικού δικαίου; ΤιμΤομ Σακελλαροπούλου, Ελληνική Εταιρία Δικαίου Περιβάλλοντος, Το βιώσιμο κράτος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2022, σ. 97 επ.

[8] J.-B.Auby, Le droit administratif dans la societé du risque. Quelques réflexions, in: Conseil d’ Etat. Rapport public 2005, Responsabilité et socialization du risque, σ. 351 επ., ο οποίος διακρίνει έναν τριπλό ρόλο στο διοικητικό δίκαιο σχετικά με την αντιμετώπιση των κινδύνων: κατανομή των κινδύνων στα υποκείμενα, ρύθμιση των κινδύνων προβλέποντάς τους και μειώνοντας τον αντίκτυπό τους, τέλος, παροχή εργαλείων για την πολιτική διαχείριση των κινδύνων× o ίδιος, L’ évolution du traitement des risques dans et par le droit public, Révue européenne de droit public, 2003, 170 επ.

[9] Χαρακτηριστικά, ΣΕ 1500/2022, σκ. 10× ΔΠΑθ 1405/2020, ΝΟΜΟΣ× μεταξύ άλλων, Σ.Ρέτσα, Ο αιτιώδης σύνδεσμος ως προϋπόθεση των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ σε περίπτωση παράνομων, για τυπικούς λόγους, πράξεων των οργάνων του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ α βαθμού, ΔιΔικ 2020, 552 επ. (552-554).

[10] Βλ. κατωτέρω, υπό 5.

[11] ΣΕ 156/2022 7μ. – παράλειψη εξασφάλισης κλίνης ΜΕΘ× ΣΕ 15/2022 – καθυστέρηση 36 λεπτών για την διαβίβαση κλήσης σε ασθενοφόρο ή κινητή μονάδα ΕΚΑΒ.

[12] ΣΕ 717/2018× ΑΠ 368/2021, 259/2021 – μετεγχειρητικές επιπλοκές× το βάρος απόδειξης μεταξύ της παράλειψης ενημέρωσης και της ζημίας το φέρει ο ασθενής, ΑΠ 1344/2021. Το δικαίωμα του ασθενούς σε προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση υποχωρεί για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και δη της δημόσιας υγείας, όπως στην περίπτωση της δια νόμου υποχρέωσης εμβολιασμού των υγειονομικών, ΣΕ Ολ 1684/2022.

[13] ΣΕ 1594/2020 – παράνομη η έκδοση εξιτηρίου από νοσοκομείο σε έφηβο πριν διενεργηθούν οι δέουσες ιατρικές εξετάσεις και ενώ αυτός παραμένει σε νοσηρή κατάσταση.

[14] CE, 9-12-1988, Cohen× 9-3-2007, Mme Nadine Schwarz, no 267635, AJDA 2007, 559 επ. για την περίπτωση πρόκλησης σκλήρυνσης κατά πλάκας ως απόρροιας εμβολίου για την ηπατίτιδα Β× Β.Defoort, Incertitude scientifique et causalité: la preuve par présomption. Le traitement juridictionnel du doute et l’ exigence de précautions dans son application, RDP 2008, 549 επ., σημ. 7.

[15] M.Deguergue, Causalité et imputabilité, J.Cl.Adm.-Fasc. 830, no 121 επ.(141 επ.).

[16]ΔΠΑθ 6341/2021, σκ. 12 – θάνατος από φωτιά σε καταυλισμό μεταναστών.

[17] Ζ.Παπαϊωάννου, Αστυνομικό δίκαιο, 2η έκδ., Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 460 επ.× Σ.Βιδάλη, Αστυνομία. Έλεγχος του εγκλήματος και ανθρώπινα δικαιώματα, Αθήνα, 2012, σ. 125.

[18] ΣΕ 1965/2021. Πάντως, υπό τα γαλλικά δεδομένα, δεν απαιτείται για την έννοια της ‘οχλαγωγίας’ (attroupement) ένας σκοπός διαμαρτυρίας, βλ. την εισήγηση του κυβερνητικού εκπροσώπου T.Olson, La notion d’ attroupement n’ implique pas un but protestataire, AJDA 2003, 398 επ.

[19] ΔΕφΑθ 320/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[20] Ενδεικτικά, ΔΕφΑθ 320/2022, ο.π..

[21]ΔΠΑθ 3947/2021× ΔΠΤρικ132/2021× ΔΠΑ 4373/2020× ΔΠΘεσ 5010/2020, όλες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[22] ΣΕ Ολ 1500/2021 και αναλυτικά στη συνέχεια, υπό 5.

[23] Βλ. κατωτέρω, για την παράμετρο του χρόνου.

[24] ΣΕ 2432/2018, σκ. 6: «Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στις σκέψεις 3 και 4, ανεξάρτητα αν μόνο ο μη εφοδιασμός των αστυνομικών αυτοκινήτων με ασυρμάτους προηγμένης τεχνολογίας συνιστά παράνομη παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, πάντως, ο μη εφοδιασμός αυτός καθεαυτός αντικειμενικώς λαμβανόμενος και η συνεπεία αυτού απομάκρυνση του δεύτερου περιπολικού αυτοκινήτου δεν ήταν ικανοί να επιφέρουν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων τα επιζήμια αποτελέσματα του βαρύτατου τραυματισμού του ενός αστυνομικού και της θανάτωσης του άλλου, τα οποία επήλθαν από έκρηξη χειροβομβίδας και κατόπιν παρεμβολής τρίτου προσώπου».

[25] ΔΕφΑθ 1396/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[26] ΣΕ 484/2018, σχολ. Ι.Μιχελή, ΕλλΔνη 2018, 1143 επ. – θάνατος από δηλητηρίαση κρατουμένου – αναγνώριση συντρέχοντος πταίσματος.

[27] Για τον θάνατο κρατουμένου από την χρήση ναρκωτικών ουσιών εντός των φυλακών, ΤΔΠΝαυπλ 7/2009, ΕφημΔΔ 6/2009, σχολ. Ι.Μαθιουδάκης

[28] ΔΕφΑθ 4337/1989, ΔιΔικ 1990, 838× ΔΕφΘεσ 1544/2008, σχολ. Ι.Μαθιουδάκης, ΕφημΔΔ 2009, 612× ΔΠρΘεσ 788/2005, Αρμ. 2006, 1126× ΜΔΠΘεσ 1016/2020, σχολ. Σ.Κυβέλος, Αρμ. 2020, 1077.

[29] ΤΔΠρΘεσ 1655/2013, σχολ. Ι.Μαθιουδάκης, Αρμ. 2013, 2204.

[30] M.Sousse, La notion de réparation de dommagesen droit administratiffrançais, Paris, 1994, σ. 381.

[31] M.Sousse, La notion de réparation …, ο.π., σ. 384-5 και από την νομολογία CE, 12-7-1969, Féd. départ. des associations …, Rec. 385 –  μη καταβολή αποζημίωσης λόγω απώλειας του βιολογικού πλούτου.

[32]Ε.Κουτούπα-Ρεγκάκου, Δίκαιο του περιβάλλοντος, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008, σ. 26 επ.× Γ.Σιούτη, Εγχειρίδιο δικαίου περιβάλλοντος, 2η έκδ., 2011, σ. 32 επ.× Ι.Κυριτσάκη, Το δικαίωμα στο περιβάλλον υπό το πρίσμα του δικαίου της ΕΕ, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010, σ. 15 επ.× Τ.Βιδάλης, Αναζητώντας μία ατομική ελευθερία στο περιβάλλον, Χαρμόσυνο Α.Μάνεση, ΙΙ, Θεσσαλονίκη, 1998, σ. 23 επ.(27 επ.).

[33] Για την τελευταία αυτή οπτική, Σ.Χριστοφορίδου, Η αναγνώριση νομικής προσωπικότητας στη φύση και η οικοκεντρική προστασία του περιβάλλοντος, ΠερΔ 2021, 67 επ.

[34] ΔΕΚ, C-1/2003, Vande Walle, σκ. 58 και αναλυτικά, Κ.Πουικλή, Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» στο δίκαιο περιβάλλοντος υπό το φως της οδηγίας 2004/35/ΕΚ σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 203 επ.(205). Μία άλλη εκδοχή του αιτιώδους συνδέσμου στην κρατική περιβαλλοντική ευθύνη μας δίδει το γερμανικό δίκαιο περιβάλλοντος στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων× κατά την πάγια νομολογία του BVerwG για την στοιχειοθέτηση της ευθύνης θα πρέπει τυχόν ελλείψεις να επιδρούν αιτιωδώς στην ουσιαστική νομιμότητα της αδειοδότησης και να μην περιορίζονται μόνον στο διαδικαστικό επίπεδο, R.Schmidt/W.Kahl/K.-F.Gärditz, Umweltrecht, 9. Aufl., Beck, 2014, σ. 148 (§ 4, πλαγ. 75).

[35] Ε.Βενιζέλος, Η κλιματική κρίση ως πρόκληση για τη γενική θεωρία του Συντάγματος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ΠερΔικ 2022, 2 επ.

[36] Βλ. Αικ. Σακελλαροπούλου, Η κλιματική κρίση και ο ρόλος του δικαστή, www.nomosphysis.org.gr× Β.Μπουκουβάλα, Η ανάδειξη της κλιματικής δικαιοσύνης μέσω νομολογιακών παραδειγμάτων: από την κλιματική ευθύνη του κράτους στη θεμελίωση αξιώσεων, ΠερΔικ 2022, 23 επ.× ομοίως, Β.Βρετού,  Μία επισκόπηση και αξιολόγηση των νέων ‘κλιματικών προσφυγών’ και ‘κλιματικών δικαστικών αποφάσεων’, ΠερΔικ 2022, 37επ.× η ίδια, Πρόσφατες εξελίξεις στη διαχείριση της κλιματικής κρίσης: εθνικά Συντάγματα, κλιματικές αγωγές και δικαίωμα στο περιβάλλον, ΤοΣ 2021, 1331 επ. Για την δυσχέρεια συνδρομής της προϋπόθεσης του αιτιώδους συνδέσμουστις κλιματικές δίκες, παράλληλα προς τις δυσχέρειες απόδειξης, βλ. Μ.Τorre-Schaub, Les proces climatiques à l’ étranger, RFDA 2019, 660 επ.

[37] ΣΕ 1965/2021 και η πλούσια νομολογία, στην οποία αυτή παραπέμπει (ΣΕ 2796/2006 7μελούς, 2741/2007, 1019/2008, 473/2011, 877/2013 7μελούς).

[38] Για τις ‘υπόρρητες αρμοδιότητες’ της διοίκησης, οι οποίες αναγνωρίζονται από τον δικαστή προς εγγύηση των ρητά απονεμόμενων αρμοδιοτήτων, F.Mauger, Les pouvoirs implicites en droit administratif français, thèse, Univ. Pantéon-Assas, 2013, σ. 194 επ.

[39] ΔΕφΑθ 3194/2019 – πρόσκρουση άδειου κάδου απορριμμάτων σε διερχόμενη κανονικά μοτοσυκλέτα.

[40] ΣΕ 1965/2021: «η επιλογή των ενδεικνυόμενων μέτρων που λαμβάνουν τα αστυνομικά όργανα για την αντιμετώπιση των κατά τα ανωτέρω ασυνήθων περιπτώσεων, ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ακραίων ορίων ή κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας τους, δηλαδή ως προς την παράλειψή τους να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ή εάν έλαβαν προδήλως ακατάλληλα μέτρα και από τις παραλείψεις ή ενέργειες τους αυτές επήλθε βλάβη στα δικαιώματα των πολιτών (πρβ. ΑΠ 185/1967, πρβ. ΣτΕ 1491/2010, 1677/2008), η δε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων από τα πιο πάνω όργανα κατά την επιλογή της ενδεικνυόμενης λύσης, ανάγεται στην ουσιαστική κρίση αυτών εντός των ορίων της διακριτικής τους εξουσίας και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (ΑΠ 185/1967)».

[41] Βλ. χαρακτηριστικά, ΣΕ 2490/2020 – παράλειψη θέσπισης τεχνικών κανόνων για την πτήση ελικοπτέρου σχετικά με την υποχρέωση θέσπισης ασφαλούς κατώτερου ύψους πτήσης.

[42] Από το πεδίο ευθύνης των αστυνομικών οργάνων, ΣΕ 1965/2021× γενικότερα, για την ευρεία έννοια της παρανομίας στις υλικές ενέργειες, Ε.Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 15η έκδ., Αθήνα, 2017, πλαγ. 222.

[43] Χαρακτηριστικά, η ΔΕφΑθ 726/2022 – η έννοια της μη ρητής πρόβλεψης των μέτρων είναι ότι η λήψη τους πρέπει να γίνεται κατά τρόπο, που να μην αναιρεί την επιχειρησιακή ετοιμότητα των ενόπλων δυνάμεων.

[44] Οποιαδήποτε παρανομία, είτε ουσιαστική, είτε τυπική, μπορεί να συνεπάγεται την κρατική ευθύνη, δεν γίνεται αυτό, όμως, στην ίδια έκταση. Έτσι, η τυπική παρανομία συνδέεται αιτιωδώς προς την περιορισμένη ζημία, που μπορεί να προξένησε, όχι, πάντως, προς όλο το εύρος της ζημίας, για την οποία απαιτείται συνήθως η ύπαρξη ουσιαστικής παρανομίας. Έτσι, μία παράνομη απόρριψη αίτησης ασύλου λόγω σφάλματος στην αιτιολογία κρίνεται ότι δεν προξένησε στον αιτούντα αλλοδαπό ούτε υλική, ούτε ηθική βλάβη, διότι αυτός δεν είχε θεμελιώσει δικαίωμα διαμονής στη Γαλλία – ήταν στη Γαλλία λιγότερο από δύο έτη και η σχέση του με την γαλλίδα σύντροφό του, η οποία δεν ήταν ακόμη έγκυος, ήταν πρόσφατη, CAA Nantes, 31-5-2016, no 14 NT01830.

[45] Ενδεικτικά, ΣΕ 4228/2015 και Ι.Μαθιουδάκης, Τυπική παρανομία και αποκαθιστάμενη ζημία στην κρατική ευθύνη, Αρμ. 2011, 1071 επ. (1076 επ.).

[46] Κ.Γώγος, Η δικαστική προσβολή παραλείψεων της διοίκησης, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005, 45 επ., 185 επ.×Χ. Μουκίου, Η «Σιωπή» της Διοίκησης, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003, κυρίως σ. 516 επ.

[47] Θ.Κιουπτσίδης, Κρατική ευθύνη από παράλειψη, Θεσσαλονίκη, 1989.

[48] Υπό ii-3.

[49] ΣΕ Ολ 1500/2022× ΣΕ 15/2022 – καθυστερημένη διαβίβαση κλήσης στο ΕΚΑΒ× ΔΕφΑθ 873/2022 – παράλειψη έκδοσης υ.α. περί καθορισμού ΖΥΣ μεταφοράς συντελεστή δόμησης× ΔΕφΑθ 1045/2022 – παράλειψη περισυλλογής αδέσποτων σκύλων από Δήμο και θάνατος προσώπου κ.α..

[50] Για την υπέρβαση του ευλόγου χρόνου και την κρατική ευθύνη, βλ. ΣΕ 227/2021 – μηνιαία καθυστέρηση για την χορήγηση άδειας οστεοπυκνομέτρου από την διοίκηση χωρίς προβολή εύλογης αιτίας× ΔΕφΑθ 873/2022 – κρίσιμος χρόνος για την συνδρομή ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου στην κρατική ευθύνη είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής χωρίς να ασκεί επιρροή η μεταγενέστερη μεταβολή των διατάξεων (παράλειψη έκδοσης υ.α. καθορισμού ΖΥΣΚ).

[51] CAA Nantes 31-5-2016, no 14NT01830.

[52] ΔΠΑθ 10922/2020.

[53] ΣΕ 15/2022.

[54] CE, 24-2-1965, Caisse primaire centrale de securité sociale de la région parisienne, req. 58145 (20 ημέρεςαπότηνφυγή). Για την διατήρηση του αιτιώδους συνδέσμου στην κρατική ευθύνη λόγω μόλυνσης από τον ιό του έιτζ παρά την πάροδο μακρού χρόνου μεταξύ της αιτίας και του αιτιατού, E.Stahlberger, Responabilité administrative et contamination par transfusion sanguine, concl. sur TA Paris, 20-12-1991, MMD, B. et G. contre Etat, RDP 1992, 552.

[55] Βλ. τις κριτικές παρατηρήσεις στην προαναφερόμενη απόφαση του H.Rihal, Répertoire de la responsabilité publique, www.dalloz.fr, πλαγ. 77 επ. με σχετικές νομολογιακές αναφορές απομακρυσμένου χρονικά ζημιογόνου αποτελέσματος. Για την κρατική υποχρέωση ‘φύλαξης’ (garde) ως αυτοτελή βάση κρατικής ευθύνης πλάι στην αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και την διακινδύνευση, G.Lebreton, Mise en garde contre l’ irruption de la garde dans le droit de la responsabilité administrative, D. 2007, 2817 (2821)× D.Chalus, La responsabilité de l’ Etat du fait des mineurs délinquants (suite), AJDA 2008, 101.

[56] Hoffmann, in: Spannowsky/Uechtritz, BauGB, Beck, 55. Ed., Stand 1-5-2022, παρ. 11, πλαγ. 43.

[57]M.Deguergue, Promesses, renseignements, retards – Fautes générées par les promesses, les renseignements et les retards, in: Répertoire de la rensponsabilité de la puissance publique, Oct. 2016 (act. Juin 2020), www.dalloz.fr, υπό 9.

[58] Ε.Κουτούπα-Ρεγκάκου, Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 1995, 1380 επ.× Χ.Δετσαρίδης, Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της καλής πίστης στο διοικητικό δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 119 επ.× Π.Μουζουράκη, Η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης στην πρόσφατη νομολογία του ΣτΕ, ΤιμΤομΣΕ-75 χρόνια, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2004, σ. 363 επ.

[59] ΣΕ 717/2018, σκ. 8.

[60] ΣΕ 2202/2014, Αρμ. 2015, 1211 παρατ. Ι.Μαθιουδάκης=ΔιΔικ 2015, 436, σχόλ. Α.Πασιατάς – ίδρυση πλην όχι λειτουργία καρδιοχειρουργικής πανεπιστημιακής κλινικής, στην οποία θα προϊστατο διακεκριμένος έλληνας ιατρός, που εγκατέλειψε για τον σκοπό αυτόν λαμπρή καριέρα στην Αμερικήˑ ομοίως, πρόσφατα ΣΕ 804/2022 – εκμίσθωση οικοπέδου από το Δημόσιο για επιχείρηση χώρου στάθμευσης, κατάληψη του χώρου από ευρωπαϊκό Οργανισμό με την ανεκπλήρωτη υπόσχεση εκκένωσης.

[61] Για την αυτοδέσμευση της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης, βλ. Ε.Πρεβεδούρου, Κανόνες softlaw στο διοικητικό δίκαιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σ. 85 επ. και την εκεί παρατιθέμενη βιβλιογραφία× από την οπτική της εγκυκλίου και από δικαιοσυγκριτική σκοπιά P.Pavlopoulos, La directive en droit administratif, Paris, 1978, σ. 51 επ., 121 επ., αντίστοιχα.

[62] Κατά την πρόσφατη απόφαση του ΣΕ 1965/2021: «η ανωτέρα βία αποτελεί απαλλακτικό από την αντικειμενική ευθύνη του Δημοσίου λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας και της ζημίας και όχι απαλλακτικό λόγο που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή παράλειψης των οργάνων του Δημοσίου (πρβ. ΑΠ 755/2009, με την οποία έχει κριθεί ότι επί αντικειμενικής ευθύνης η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου, καθώς και ΑΠ 599/2018 και 513/2006)». Επίσης, κατά την αναλυτικότερη ΣΕ 1965/2021: «Η περίπτωση ανωτέρας βίας αποτελεί απαλλακτικό από την ευθύνη του Δημοσίου λόγο που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας και όχι απαλλακτικό λόγο που αίρει τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης ή της παράλειψης, όπως είναι η περίπτωση της κατάστασης ανάγκης κατά το άρθρο 285 του ΑΚ».

[63] Βλ. και Ι.Μαθιουδάκης, Η αστική ευθύνη του κράτους από υλικές ενέργειες των οργάνων του κατά τα άρ. 105-6 ΕισΝΑΚ, Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 101 επ.

[64] Για τον εντοπισμό της κρατικής παράλειψης στην αποτροπή των αποτελεσμάτων του γεγονότος παρά στο γεγονός καθεαυτό, Ι.Μαθιουδάκης, Η αστική ευθύνη του κράτους …, ο.π., σ. 107-108.

[65] ΣΕ 1965/2021: «Περαιτέρω, το στοιχείο του αναπότρεπτου δεν υφίσταται, αν τα βίαια επεισόδια κλιμακώνονται σταδιακά, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η δυνατότητα στις αστυνομικές δυνάμεις να εμποδίσουν την εξάπλωση και την κορύφωση της έντασής τους με την έγκαιρη λήψη και ορθή εκτέλεση των ενδεδειγμένων στη συγκεκριμένη περίπτωση προληπτικών ή κατασταλτικών μέτρων στο πλαίσιο των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος και δεδομένης της επιχειρησιακής ετοιμότητάς τους. Πολλώ μάλλον, δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας, όταν για το ίδιο γεγονός που πυροδότησε τη διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή είτε σε άλλη, εφόσον και στην περίπτωση αυτή ανά πάσα στιγμή μία τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στη διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διαλύουν συγκεντρώσεις ή συναθροίσεις, οι οποίες, ως εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων ή πραγμάτων, είναι παράνομες». Ομοίως, ΣΕ 952/2010, ΔΕφΑθ 320/2022

[66] Βλ. π.χ. ΣΕ 4410-22/2015, 3124/2011.

[67]ΣΕ 4228/2015.

[68]ΔΕφΤριπ 201/2002, ΔιΔικ 2004, 799=ΔιΔικ 2005, 1296 – ανόρυξη νέας υδροληψίας σε απόσταση μικρότερη των 180 μ. από υπάρχουσα.

[69] ΔΕφΑθ 1396/2009.

[70] ΔΠρΚομοτ 145/2007 – ποσοστό 5%.

[71] ΣΕ 2666/2019 – τοποθέτηση σκάλας στον αναβαθμό -– ποσοστό συνυπαιτιότητας 40%.

[72] ΣΕ 2184/2015, 473/2011.

[73] ΔΠΑ 14586/2020 – θάνατος σε κατάστημα κράτησης.

[74] ΣΕ 291/2020, 596/2017, 1408/2006, 2539/2008 κ.α.

[75] Υπό 2. ii.

[76]Ελληνική Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου, Δελτίο τύπου, Επικίνδυνη για τα θεμελιώδη δικαιώματα η απόφαση του ΣτΕ 1500/2022, www.lawspot.gr (2-8-2022): «κάθε αλλοδαπός, που εισέρχεται και παραμένει στη χώρα μας χωρίς νόμιμα χαρτιά τεκμαίρεται εξαρχής ότι είναι δυνάμει βιαστής και πάντως εγκληματίας».

[77]Χ.Τσιλιώτης, Η ‘υπόθεση της Μυρτώς’ στο ΣτΕ (ΣτΕ 1500/2022 – Α Τμήμα): Προς μία νέα πλεύση στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας ή απλά ο δικαστικός ‘κολασμός’ μίας συστηματικής παρανομίας της Διοικήσεως;, www.syntagmawatch.gr (1-8-2022).

[78]Π.Παυλόπουλος, H εξέλιξη της νομολογίας του ΣτΕ ως προς το νομικό καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου. Σχόλιο στην απόφαση του ΣτΕ (Α) 1500/2022, υπόθεση Μυρτούς Παπαδομιχελάκη=www.constitutionalism.gr=www.prokopiospavlopoulos.gr, παρ. 10× o ίδιος, Αποφασιστικά βήματα της νομολογίας της Διοικητικής Δικαιοσύνης κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου: Σχολιασμός των αποφάσεων ΣτΕ (Α΄) 1500/2022 και ΤρΔΠρΑθ 6340/2021, www.constitutionalism.gr.

[79] Βλ. και Χ.Τσιλιώτης, ο.π., για τον συνδυασμό της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων με αυτήν του σκοπού του κανόνα δικαίου στην απόφαση. Η σκοπός της διάταξης περί της υποχρεωτικής απέλασης παράνομου αλλοδαπού υπέρ των συμφερόντων των πολιτών και όχι αποκλειστικά υπέρ του δημοσίου συμφέροντος κατατείνει εν προκειμένω, όπως φαίνεται, στον αποκλεισμό της αρνητικής προϋπόθεσης του άρ. 105 ΕισΝΑΚ. Από την πρόσφατη νομολογία, βλ. την ΑΠ 1261/2021 για την εφαρμογή της θεωρίας του σκοπού του κανόνα δικαίου σε περίπτωση αδυναμία μέλους του ΝΣΚ, που ορίσθηκε διαιτητής σε υπόθεση με διάδικο το δημόσιο, να διεκδικήσει αποζημίωση από το κράτος, καθόσον η σχετική διάταξη έχει τεθεί αποκλειστικά υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.

[80] Για την διασύνδεση του άρ. 25 παρ. 4 με το άρ. 4 παρ. 5 Συντ., Ι.Μαθιουδάκης, Η αρχή της αλληλεγγύης κατά το άρ. 25 παρ. 4 Συντ., ΕφημΔΔ 2016, 464 επ., υπό 3.2.α και γ.

[81] Ε.Σπερδούκλη, Ο αιτιώδης σύνδεσμος ως προϋπόθεση της αδικοπρακτικής ευθύνης, διδ. διατρ. ΕΚΠΑ, 2016, σ. 238 επ. (διαθέσιμη στο www.thesis.ekt.gr) για τις έννομες τάξεις της Αυστρίας, του Βελγίου αλλά και στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου των αδικοπραξιών. Η απόφαση του ΣΕ 1500/2022 αναφέρθηκε σε μία σειρά ιδιαιτεροτήτων, όπως η χρονικά μακρά παραμονή κι εργασία του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος και δη στην περιορισμένη περιφέρεια ενός μικρού νησιού, ώστε να στοιχειοθετηθεί η ζημιογόνος κρατική παράλειψη.

[82] Βλ. την απόφαση του OGH της Αυστρίας της 10-11-1982, για την μόλυνση παρακείμενου ιχθυοτροφείου λόγω διαρροής αμμωνίας σε αέρια μορφή από παγοδρόμιο, οι ιδιοκτήτες του οποίοι κρίθηκαν υπεύθυνοι με βάση της θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, παρά την υγροποίηση εν συνεχεία της αμμωνίας με την ρίψη νερού από την πυροσβεστική, σε: Ε.Σπερδούκλη, ο.π., σ. 246 επ.

[83] Ομοίως, Ε.Σπερδούκλη, ο.π., σ. 143 για την αξιολογική και όχι νομοτελειακή κρίση της αιτιότητας. Υπό διαφορετικό μάλλον πρίσμα η Ε.Ζερβογιάννη, Συρροή αιτίων και αδικοπρακτική ευθύνη. Συμβολή στην ανάλυση της προϋπόθεσης της αιτιώδους συνάφειας, Αθήνα, 2022, σ. 54 επ., 64 επ., περιορίζει την θεωρία του ισοδυνάμου των όρων στην ‘φυσική αιτιότητα’ και επιφυλάσσει την ‘νομική αιτιότητα’ στις θεωρίες της πρόσφορης αιτίας και του σκοπού του κανόνα.

[84]Κριτικά ο Δ.Βουκελάτος, Παρατηρήσεις επί της ΣτΕ 1500/2022 Α Τμήμα – Αστική ευθύνη του Δημοσίου (άρ. 105 ΕισΝΑΚ),  www.constitutionalism.gr.

[85] Ι.Μαθιουδάκης,Η απώλεια ευκαιρίας στο δίκαιο της κρατικής ευθύνης, ΕφημΔΔ 2009, 700 επ., υπό 3.2 και 4.2× από την αστικολογική θεωρία, Ε.Ζερβογιάννη, Συρροή αιτίων και αδικοπρακτική ευθύνη, ο.π., σ. 151 επ., 180 επ.× η ίδια, Αμφισβητούμενα ζητήματα διαζευκτικής αιτιότητας. Συρροή ενέργειας τρίτου προσώπου με τυχαίο περιστατικό ή ενέργεια του ζημιωθέντος, ΕλλΔνη 2010, 949 επ.=www.hilf.gr, κυρίως υπό Ι.Β και ΙΙΙ.

[86] Χαρακτηριστικά και εδώ η ΣΕ Ολ 1500/2022× αναιρετικές εν όλω ή εν μέρει με διαπίστωση συνδρομής του αιτιώδους συνδέσμου και κατάγνωση της κρατικής ευθύνης, μεταξύ άλλων, οι ΣΕ 622/21 – εμβολιασμός νηπίων και παιδιών× ΣΕ 1582/2021 – παραλείψεις πολεοδομίας και κατάρρευση οικοδομής από σεισμό× ΣΕ 1964/2021 – έλλειψη ανωτέρας βίας επί βίαιων επεισοδίων× ΣΕ 593/2021 – υποχρέωση συμμόρφωσης σε δικαστική απόφαση.

[87] Για τον καθοδηγητικό ρόλο του Συμβουλίου Επικρατείας, Μ.Πικραμένος, Το ΣτΕ μετά τον ν. 3900/2010. Ερμηνευτικά ζητήματα του νόμου και νέοι προσανατολισμός του Δικαστηρίου, σε: Χ.Χρυσανθάκης, Συμβούλιο της Επικρατείας, Εφαρμογές Διοικητικού και Δικονομικού Δικαίου, Αθήνα, 2012, σ. 1097 επ.× Α.Τσιρωνάς, Η δικονομική μεταρρύθμιση του ν. 3900/2010 και ο νέος ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΕφημΔΔ 2011, 424 επ.(υπό 1)× Π.-Μ.Ευστρατίου, Ο δικαστικός έλεγχος κατά την εφαρμογή του δικαίου του περιβάλλοντος: Ο ρόλος του ΣτΕ, ΕφαρμΔΔ 2005 (ειδικό τεύχος), 7 επ.× σε σχέση κυρίως με τον νομοθέτη υπό το πρίσμα της δημοκρατικής αρχής και της αρχής του κράτους δικαίου, Ν.Σημαντήρας, Δημοκρατική αρχή και κράτος δικαίου, ΕφημΔΔ 2018, 588 (υπό Ι).

[88] Για την έννοια του ‘progressive litigation’, δηλ. της συμβολής του δικαστηρίου στην εξέλιξη τoy δικαίου, ιδίως παρέχοντος τον γνώμονα κανονιστικών ρυθμίσεων,  L.Fournier, The cost of inaction. The role of Courts in climate change litigation, Univ. Of Edimburg, 2017, σ. 26× για την διαδικασία ‘εσωτερίκευσης του κινδύνου’ από τους παραγωγούς του, Th. Kirat, L’ économie de la responsabilité et les dispositifs institutionnels de prise en charge des risques, in: Th.Kirat (dir.), Les mondes du droit de la responsabilité: regards par le droit en action, LGDJ 2003, σ. 67.

[89] Βλ. τις μελέτες του Α.Μανιτάκη, Δημόσια διοίκηση και Διοικητική Μεταρρύθμιση, εγκλωβισμένες στον ιστό της πολυνομίας και της τυπολατρίας: προτάσεις για την απαγκίστρωσή τους, ΔιΔικ 2016, 7 επ.× ο ίδιος, Ζητήματα διοικητικής διαδικασίας και νομοθέτησης της Διοικητικής Μεταρρύθμισης (με αφορμή την διοικητική προεργασία των Οργανισμών των Υπουργείων), σε: Ένωση Διοικητικών Δικαστών, ΤιμΤομΤακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων-50 χρόνια , 2015, σ. 193 επ.× ο ίδιος, Γιατί δεν ολοκληρώνεται η διοικητική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα: δομικά ελλείμματα, προαπαιτούμενα και προκλήσεις, www.constitutionalism.gr (28-7-2015)× επίσης, Ι.Συμεωνίδης, Οι προκλήσεις για το μέλλον της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα. Σχεδιάζοντας το μέλλον, ΕφημΔΔ 2019, 187 επ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

7 + 6 =