Η διαδρομή της ελληνικής δικαιοσύνης στα διακόσια χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση

Μιχάλης Ν. Πικραμένος, Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας, Καθηγητής Νομικής Σχολής Α.Π.Θ.
  1. Στη σειρά των εκδηλώσεων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, το συνέδριο για τη δικαιοσύνη πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2022 και διαιρέθηκε σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα αφιερώθηκε στην πολιτική και ποινική δικαιοσύνη, η δεύτερη στη διοικητική δικαιοσύνη, η τρίτη ενότητα στο ευρύτερο αντικείμενο “Δικαιοσύνη Πολιτεία και Κοινωνία” και  το συνέδριο έκλεισε με ένα στρογγυλό τραπέζι στο οποίο προσεγγίστηκαν επίκαιρα ζητήματα για πτυχές του υπηρεσιακού καθεστώτος των δικαστών. Στο συνέδριο συναντήθηκαν, ως προεδρεύοντες και εισηγητές, πρόσωπα διαφορετικών προελεύσεων,  διαφορετικών γενεών και των δύο φύλων. Ειδικότερα, συναντήθηκαν επίτιμοι και εν ενεργεία  δικαστές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, τον εισαγγελικό κλάδο, από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, καθώς επίσης καθηγητές από τις Νομικές Σχολές των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης και από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, ειδικοί επιστήμονες και δικηγόροι.
  2. Η σύνθεση των τραπεζιών αποσκοπούσε στην εκπροσώπηση όλων των κλάδων της νομικής κοινότητας, ήτοι δικαστικού ( από όλες τις δικαιοδοσίες) πανεπιστημιακού-επιστημονικού και δικηγορικού, ενώ υπήρξε και εκπροσώπηση από τον ευρύτερο χώρο των κοινωνικών επιστημών που καταδεικνύει τη στενή σχέση της νομικής με τις λοιπές κοινωνικές επιστήμες. Βασική επιδίωξη του συνεδρίου ήταν τα θέματα των εισηγήσεων να απλωθούν, κατά το δυνατό περισσότερο εντός των περιορισμένων ορίων μιας ημερίδας, τόσο στο χρόνο όσο και στα αντικείμενα. Έτσι, μερικές εισηγήσεις ανέδειξαν σημαντικές στιγμές από την ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης, άλλες εμβάθυναν στη διαχρονική εξέλιξη των θεσμών, κάποιες εντόπισαν νομολογιακούς κύκλους που διαμορφώθηκαν με βάση τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ορισμένες σηματοδότησαν κρίσιμες περιόδους στην ιστορική διαδρομή ανωτάτων δικαστηρίων, ενώ δεν έλειψαν εκείνες που ανέλυσαν τη συμβολή κλάδων της δικαιοσύνης στη διαμόρφωση του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων στην πρωϊμη περίοδο ανάπτυξής του καθώς και εκείνες που διατύπωσαν προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό δικαιοδοτικών κλάδων. Στην τρίτη ενότητα επιχειρήθηκαν προσεγγίσεις οι οποίες επικεντρώθηκαν στις κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις του δικαστικού λειτουργήματος. Συγκεκριμένα, επιχειρήθηκε κριτική παρουσίαση του προφίλ του έλληνα δικαστή στο διάβα της ιστορίας, εξετάσθηκε η συμμετοχή των δικαστών σε εξωδικαστικά καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και αμιγώς πολιτικά, ερευνήθηκε η επίδραση στη δικαιοδοτική κρίση του κυρίαρχου στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα φρονήματος, από την ταραχώδη μεταπολεμική περίοδο (1944) έως τις ημέρες μας, και τέλος σκιαγραφήθηκε η συμβολή του λαϊκού στοιχείου, μέσω του θεσμού των ενόρκων, στην απονομή της δικαιοσύνης κατά τον 20ο αιώνα. Στο στρογγυλό τραπέζι συζητήθηκαν θέματα δικαστικής εκπαίδευσης και αξιολόγησης τα οποία επελέγησαν από τους ομιλητές λόγω του εξαιρετικά σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν στη διαμόρφωση της συνείδησης και του επιστημονικού-επαγγελματικού επιπέδου των ελλήνων δικαστών, ενώ η αξιολόγηση συνιστά επιπλέον τη σπουδαιότερη μορφή λογοδοσίας της δικαιοσύνης απέναντι στην κοινωνία και την πολιτεία.
  3. Από τις εισηγήσεις και τις συζητήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του συνεδρίου προκύπτει ότι η διαδρομή της ελληνικής δικαιοσύνης στα διακόσια χρόνια από την ελληνική επανάσταση, και ιδίως από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την περιπετειώδη πορεία των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών στην Ελλάδα. Τα συντάγματα διασφάλιζαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τη δικαστική ανεξαρτησία ήδη από τον 19ο αιώνα και είναι προφανές ότι οι βαθιές και πολύπλευρες παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας στη δικαιοσύνη δεν μπορεί να χρεωθούν στην ανεπάρκεια των συνταγμάτων. Άλλωστε η δικαστική ανεξαρτησία δέχθηκε ισχυρά πλήγματα πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι των διατάξεων του Συντάγματος 1911 που καθιέρωσε εγγυήσεις με πολύ μεγαλύτερη επάρκεια σε σχέση με τα Συντάγματα του 1844 και 1864. Η δικαιοσύνη από το 1915 έως το 1974 παρασύρθηκε στη δίνη των αλλεπάλληλων πολιτικών κρίσεων και της, κατά περιόδους, κατάλυσης του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το κλίμα του εθνικού διχασμού που επικράτησε στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα από το 1915 έως το 1935, το αυταρχικό καθεστώς του Ι. Μεταξά 1936-1940, η γερμανική κατοχή 1941-1944, ο εμφύλιος πόλεμος 1946-1949, η “καχεκτική” δημοκρατία 1952-1967, το δικτατορικό καθεστώς 1967-1974, επέδρασαν καθοριστικά στη σύνθεση του δικαστικού σώματος και στην απονομή της δικαιοσύνης, με βαριές συνέπειες για την κοινωνία και το κράτος.Η τρίτη ελληνική δημοκρατία που εγκαθιδρύθηκε το 1974,μετά την κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος και την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας, έφερε μια νέα αρχή στην οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης, ιδίως μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος 1975, καθώς εισήχθη συνεκτικό συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο εγγυήσεων της δικαστικής ανεξαρτησίας το οποίο σε συνδυασμό με την επικρατήσασα πολιτική και πολιτειακή ομαλότητα, οδήγησε στον τερματισμό των ωμών επεμβάσεων του παρελθόντος. Όμως, γεννήθηκαν νέοι κίνδυνοι και απειλές για τη δικαστική ανεξαρτησία που προέρχονται από υπόγειες παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας και άλλων ισχυρών κέντρων στην απονομή της δικαιοσύνης ( πχ οικονομικά συμφέροντα, οργανωμένο έγκλημα) αλλά και από επίορκους δικαστές οι οποίοι ενδίδουν στη διαφθορά. Προβλήματα γεννήθηκαν επίσης από το δικαστικό σώμα και τις συνδικαλιστικές του ενώσεις που ομνύουν στο όνομα της δικαστικής ανεξαρτησίας “ξεχνώντας” τους θεσμούς λογοδοσίας της δικαιοσύνης και των δικαστών, τους οποίους φροντίζουν να ματαιώνουν στην πράξη και να δημιουργούν στη θέση τους μηχανισμούς εσωστρέφειας και κορπορατισμού.
  1. Παρά την περιπετειώδη πορεία της χώρας κατά τη μακρά περίοδο των διακοσίων χρόνων από την ελληνική επανάσταση και τις συνέπειες της στην απονομή της δικαιοσύνης, οι δικαστές και τα δικαστήρια κατάφεραν να οικοδομήσουν ένα δικαστικό σύστημα με αξιόλογα δείγματα γραφής τόσο σε επίπεδο προσώπων όσο και σε επίπεδο νομολογίας. Ειδικότερα,  απαντώνται φωτεινά παραδείγματα δικαστών που αντιστάθηκαν στα κελεύσματα της πολιτικής εξουσίας, όρθωσαν ανάστημα απέναντι σε αυταρχικά καθεστώτα και διώχθηκαν για την ακέραιη και συνεπή στάση που τήρησαν σε κρίσιμες περιόδους για τη χώρα, ενώ ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει σε εκείνους τους δικαστές που διαχρονικά επιτελούν με εντιμότητα, επιμέλεια και στέρεη γνώση το καθήκον τους επιλύοντας διαφορές όλων των δικαιοδοσιών. Τα δικαστήρια σε αυτή την μακρά περίοδο διαπλάθουν νομολογία συμβάλλοντας στην πρόοδο της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ζωής του τόπου. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η διαμόρφωση του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ήδη από τον 19ο αιώνα με αποφάσεις του Αρείου Πάγου και με την αξιοσημείωτη συμβολή του εισαγγελικού κλάδου. Επίσης, συγκροτείται η νομολογία των πολιτικών δικαστηρίων για κρίσιμα ζητήματα του αστικού δικαίου,  ενώ θεμελιώνεται η νομολογία των ποινικών δικαστηρίων για τους κανόνες του ποινικού δικαίου που συνδέονται στενά με το συνταγματικό κράτος δικαίου. Παράλληλα το Ελεγκτικό Συνέδριο από το 1833, έτος ίδρυσής του, συμμετέχει αποφασιστικά στην οικοδόμηση του ελληνικού κράτους ως θεματοφύλακας του δημοσίου χρήματος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας, από τη σύστασή του το 1929, αναπτύσσει σημαντική συνταγματική και διοικητική νομολογία σε ποικίλους τομείς της κρατικής δράσης και της κοινωνικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων η οικονομική ανάπτυξη που αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα για τον εκσυγχρονισμό  της κοινωνίας και την καλύτερη λειτουργία του κράτους. Στο χώρο της διοικητικής δικαιοσύνης άξια ιδιαίτερης μνείας είναι η συμβολή των διοικητικών δικαστηρίων στη διαμόρφωση νομολογίας, όπως π.χ, στον κλάδο του φορολογικού δικαίου, αρχικά από τα ειδικά διοικητικά δικαστήρια και μετά το 1975 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια τα οποία σταδιακά έχουν αναλάβει διαφορές σε πολλούς ειδικούς κλάδους του διοικητικού δικαίου.
  2. Είναι προφανές ότι η ελληνική δικαιοσύνη προχωρεί στη μακρά διαδρομή της με φωτεινές και σκοτεινές στιγμές. Με δικαστές που τιμούν το λειτούργημα και τη δημοκρατία και με δικαστές που είναι κατώτεροι των περιστάσεων. Παράλληλα διαμορφώνεται νομολογία που σε πολλές περιπτώσεις συμβάλλει στην πρόοδο, στην κατοχύρωση δικαιωμάτων για τους πολίτες και στην εμπέδωση του κράτους δικαίου, ενώ δεν λείπουν και νομολογιακές λύσεις που οδηγούν σε οπισθοδρόμηση καθώς αδυνατούν να ενσωματώσουν τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις και να ανταποκριθούν στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας για ποιοτική επίλυση των διαφορών. Ιδιαίτερα οξύ είναι το πρόβλημα των καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης το οποίο έχει πολλές αιτίες και οι μέχρι σήμερα απόπειρες της πολιτείας για τιθάσευσή του δεν έχουν φέρει ουσιαστικά αποτελέσματα.
  3. Τις τελευταίες δεκαετίες ο έλληνας δικαστής είναι υποχρεωμένος να εφαρμόζει το ενωσιακό δίκαιο παρακολουθώντας τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ένωσης και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς η χώρα μας είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αντίστοιχα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Επίσης, συμμετέχουμε σε οργανισμούς που έχουν συσταθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης για τον εκσυγχρονισμό των δικαιοδοτικών θεσμών, τη βελτίωση απονομής της δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου, οι οποίοι παρακολουθούν την πορεία του δικαστικού συστήματος, επισημαίνουν παθογένειες και δυσλειτουργίες και διατυπώνουν συστάσεις για μεταρρυθμίσεις προς όφελος της κοινωνίας και της δημοκρατίας.
  4. Με τα δεδομένα αυτά η ελληνική πολιτεία και ειδικά οι λειτουργοί της δικαιοσύνης ( δικαστές και δικηγόροι) έχουν ιδιαίτερη ευθύνη για την αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων που αντιμετωπίζει το δικαστικό σύστημα. Το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα απαιτεί σχέδιο με αρχές και κανόνες, με μακροπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους στόχους, με διαρκή εμπλουτισμό επί τη βάσει των σύγχρονων εξελίξεων και πάνω απ’ όλα με πολιτική βούληση οι τομές να προχωρήσουν έστω και αν δεν υπάρχουν οι αναγκαίες συναινέσεις από όλες τις πλευρές, δεδομένου ότι πολλοί από τους συμμετέχοντες στη δημόσια πολιτική για τη δικαιοσύνη δεν έχουν καμία διάθεση για αλλαγές που θα έθιγαν ατομικά και συντεχνιακά συμφέροντα.

 

Προδημοσίευση προλόγου στο τεύχος “Οργάνωση και λειτουργία της δικαιοσύνης» που περιλαμβάνει τις εισηγήσεις του συνεδρίου με τον ομώνυμο τίτλο που οργανώθηκε από το ΕΚΠΑ στα πλαίσια των εκδηλώσεων, με γενικό συντονιστή τον καθηγητή Ν Αλιβιζάτο, για τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

9 + six =