Η εθνική συνταγματική ταυτότητα ανάμεσα στην ομοιότητα και τη διαφορά

Γιώργος Καραβοκύρης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

«Aujourd’hui nous ne nous battons plus pour la souveraineté ou pour la gloire, nous nous battons pour l’identité. La souveraineté était une maîtrise, l’identité n’est qu’une référence. La souveraineté était aventureuse, l’identité est liée à la sécurité. L’identité est cette obsession d’appropriation de l’être libéré, mais libéré sous vide, et qui ne sait plus ce qu’il est.»[2]

 

Εισαγωγή [1]

Η ταυτότητα είναι μια κατεξοχήν αόριστη, δυναμική, αλλά και συγκρουσιακή, έννοια, πριν ακόμη αποτυπωθεί νομικά, καθώς, αφενός έγκειται σε έναν υποκειμενικό προσδιορισμό, ο οποίος αξιώνει από τον άλλο την αναγνώριση, δηλαδή την αντικειμενική της σημασιοδότηση, αφετέρου δεν συνίσταται ποτέ σε μια απόλυτη ομοιό-τητα ή ιδιό-τητα ή στατικότητα, διότι ο ίδιος ο εαυτός, είτε πρόκειται για το άτομο/πρόσωπο, είτε για το συλλογικό υποκείμενο, που αποκαλούμε λαό, εμφανίζεται πάντα ως ένας «άλλος»[3]. Έτσι, η ταυτότητα εξελίσσεται και διαμορφώνεται συνεχώς, ενώ, την ίδια στιγμή, συναρτάται αναπόφευκτα με την ετερότητα[4], προκύπτει δηλαδή στη διαφορά ανάμεσα στα υποκείμενα του δικαίου, όπως αυτή θα καθοριστεί από τη διαμεσολάβηση της εξουσίας και της αρμόδιας αρχής, ευρωπαϊκής ή εθνικής που θα αναλάβει, να την προσδιορίσει[5]. Υπ’ αυτή την έννοια, η ερμηνευτική της αποσαφήνιση αποκρυπτογραφεί και αποκαλύπτει γκρίζες ζώνες της νομικής πραγματικότητας[6], ειδικά όταν αυτή μας εκθέτει συχνά ενώπιον συγκρούσεων που δεν αφορούν μόνο τα άτομα, αλλά εκτείνονται στα ίδια τα Κράτη και τα θεμελιακά χαρακτηριστικά που διέπουν τις δικαιοταξίες τους. Στο πλαίσιο αυτό, το σχηματικά αποκαλούμενο «ταυτοτικό» ζήτημα εμπλέκει, δίχως άλλο, την οριακή, καταρχάς, από τη θετικιστική άποψη της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου, σχέση ανάμεσα σε εθνικούς και υπερεθνικούς οργανισμούς, εντός των οποίων επιλύονται οι σχετικές κανονιστικές διαφορές, και αφετέρου την ηθικοπολιτική συγκρότηση της έννομης τάξης, εθνικής και, ιδίως, της ευρωπαϊκής, με άλλα λόγια την κατοχύρωση και προστασία ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή αξιών, συνταγματικής ή υπερσυνταγματικής ισχύος[7], που δεν μπορεί να τεθεί στη διαπραγμάτευση ή τον «εξαιρετισμό» κανενός, τουλάχιστον όσο τελούμε υπό την εγγύηση ενός ευρωπαϊκού κεκτημένου του νομικού πολιτισμού[8].

Εάν η εποχή μας, δικαιοπολιτικά, μπορεί να ιδωθεί ως μια περίοδος ανάκαμψης των ταυτοτήτων, θρησκευτικών, πολιτισμικών, εθνοτικών κλπ, που έχει να κάνει με την ανασφάλεια που μοιάζει να προκαλεί το αφηρημένο και ιδανικό κοσμοπολιτικό μοντέλο της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, αλλά και την κρίση που διάγει το Κράτος δικαίου, καθώς η πολιτισμική πολυχρωμία συχνά εκβάλλει σε πρακτικές που αμφισβητούν βασικές σταθερές του σύγχρονου συνταγματισμού, η ίδια η έννοια της εθνικής-συνταγματικής ταυτότητας μπορεί να αποτελέσει κριτήριο περιοδολόγησης και ταξινόμησης των νομολογιακών τάσεων και από την άλλη, ασφαλώς, να αναδείξει την ένταση ανάμεσα στις διαφορετικές προσλήψεις της[9].

Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της ατομικής ταυτότητας, καθώς το Κράτος φέρει τα «ανθρωπολογικά» χαρακτηριστικά του προσώπου, η εθνική συνταγματική ταυτότητα, εμπεριέχει, πέρα από τη δεδομένη αναφορά της στο έθνος, τα συστατικά στοιχεία της συνταγματικής δομής του Κράτους που το ίδιο αξιώνει ως αξεπέραστα, θεμελιώδη και, συνεπώς, αδιαπραγμάτευτα, ως τον πυρήνα της αυτονομίας του, που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκχωρηθεί, γιατί τότε η κυριαρχία του θα μεταλλαχθεί σε ένα άδειο κέλυφος, δίχως κανένα ουσιαστικό περιεχόμενο, σε μια δηλαδή τυπική δυνατότητα εκφοράς κυρίαρχου λόγου, ο οποίος όμως θα στερείται πραγματικής δύναμης[10]. Έτσι, το ζήτημα της ταυτότητας αποκτά υπαρκτική σημασία, συμβολικά και πρακτικά, για τα Κράτη, αλλά και την Ε.Ε., καθώς η ίδια και τα αρμόδια όργανά της, εντός της δικής τους δικαιοδοσίας, καλούνται να αποφανθούν για τη συμβατότητα της ταυτότητας του Κράτους με τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης, να προσδιορίσουν δηλαδή την αντικειμενική της σημασία, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της ΣΕΕ. Ο ορισμός της ταυτότητας ανακύπτει σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην εθνική και την ενωσιακή έννομη τάξη, η οποία, με αφετηρία τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και κατόπιν με την πλήρη ανάπτυξη της έννοιας στη Συνθήκη της Λισαβόνας[11],  δίνει τροφή σε έναν διαρκή και ενίοτε έντονο διάλογο των δικαστών, των ανώτατων ή συνταγματικών εθνικών δικαστηρίων και του ΔΕΕ. Σε αυτό το σημείο ακριβώς εντοπίζουμε, θέλοντας και μη, και την παράδοξη επίδραση της έννοιας της εθνικής και συνταγματικής ταυτότητας και την υψηλή ένταση που μπορεί να προκαλέσει, καθότι αμφίσημος σύνδεσμος ανάμεσα στην εθνική και την ενωσιακή έννομη τάξη[12]. Δεδομένης δε της ευρείας δομής της, καθώς πρόκειται για έναν όρο εξαιρετικά ανοικτής σημασιολογικής υφής που χωράει και εξωνομικούς προσδιορισμούς, διόλου τυχαία συγκροτεί ένα πεδίο ερμηνευτικής διαμάχης ανάμεσα στα δικαστήρια που αναλαμβάνουν να της προσδώσουν το περιεχόμενό της[13]. Ενίοτε δε το πράττουν, καθ’ υπέρβαση, δικαιοπολιτική, και όχι προφανώς συνταγματική, του συνηθισμένου τους ρόλου, αναλαμβάνοντας, έναντι των Κοινοβουλίων, να εκφέρουν λόγο καθαρά ταυτοτικό ή πολιτικό. Έτσι, πέρα από την αμφιλεγόμενη κυριαρχία των Κρατών μελών της ΕΕ, η προβληματική της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας αναδεικνύει και τα όρια του ίδιου του δικαστικού ελέγχου, εντός της διάκρισης των εξουσιών[14].

Η νομολογία των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων και του ΔΕΕ είναι αυτή που αποτυπώνει, ως αυθεντική ερμηνεία, το νομικό νόημα της έννοιας και παραπέμπει στη λειτουργία της ως εκκρεμούς, ανάλογα με τη χρονική περίοδο, από την κατοχύρωσή της στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, σε μια πιο αισιόδοξη εποχή για την Ένωση, μέχρι σήμερα, στην ταραγμένη περίοδο της κρίσης της ευρωπαϊκής ταυτότητας και του μάλλον διάχυτου ευρω-σκεπτικισμού[15]. Έτσι, διαφαίνεται, σταδιακά, η σχετική αποσύνδεση της εθνικής ταυτότητας από την κανονιστική και φορμαλιστική επιβεβαίωση ή αμφισβήτηση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου[16] και ο κριτικός για την ΕΕ εμπλουτισμός της με πολιτισμικά και εν γένει εξαιρετικά χαρακτηριστικά κάθε έννομης τάξης. Επιγραμματικά, η έννοια της ταυτότητας καθίσταται λιγότερο νομική και περισσότερο ηθικοπολιτική. Η νέα αυτή συνύπαρξη, όπως εύστοχα έχει αναφερθεί, οφείλεται στην εμβάθυνση του ενωσιακού δικαίου σε πεδία όπως η νομισματική και οικονομική πολιτική ή ο χώρος ελευθερίας και ασφάλειας[17], εμφανίζει όμως και σημαντικές εντάσεις που απορρέουν, αφενός από την «επιστροφή στην ταυτότητα» (θρησκευτική, εθνοτική, πολιτισμική)[18], αφετέρου από μια μάλλον διασπαστική τάση της ευρωπαϊκής ενότητας από Κράτη μέλη της ΕΕ με αδύναμη δικαιοκρατική παράδοση και λαϊκιστικές, στη συγκυρία, πολιτικές δυνάμεις (βλ. Ουγγαρία, Πολωνία), η οποία και υπονομεύει τα νεωτερικά κεκτημένα της φιλελεύθερης δημοκρατίας[19]. Κοντολογίς, ίσως είναι η κρίση της ίδιας της ευρωπαϊκής συνείδησης και ταυτότητας που τροφοδοτεί και ανανεώνει τον νομικό διάλογο των αρμόδιων οργάνων των Κρατών και της ΕΕ και ανασημασιοδοτεί, όχι μόνο στο επίπεδο της ρητορικής, αλλά και κανονιστικά, την επίμαχη έννοια.

Σε αυτό το ερμηνευτικό υπόβαθρο, η έννοια της συνταγματικής ταυτότητας, όπως έχει αναδειχθεί στην ήδη πλούσια βιβλιογραφία[20], λειτουργεί διττά: ως ασπίδα, από τη μεριά του ΔΕΕ, όταν το τελευταίο την επικαλείται ως θεμιτό περιορισμό του ενωσιακού δικαίου, δίχως να διαταράσσεται η αρχή της υπεροχής και ο αξιακός του πυρήνας, και ως ξίφος, από την πλευρά των εθνικών δικαστηρίων, όταν την επικαλούνται ως ανάχωμα στην εκχώρηση κυριαρχικών, κατά την εκτίμησή τους, αρμοδιοτήτων στην Ένωση και ως ενίσχυση του δικαστικού ελέγχου της συμφωνίας των πράξεων του παράγωγου ενωσιακού δικαίου με τα εθνικά Συντάγματα[21], ή όταν προβάλλουν ταυτοτικά χαρακτηριστικά της εθνικής και συνταγματικής έννομης τάξης[22]. Έτσι, μια καθαρά ενωσιακή έννοια, ερμηνεύεται αμυντικά ή επιθετικά και παραδόξως λειτουργεί, τελικά, είτε ως επιβεβαίωση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, είτε ως νησίδα αυτονομίας των Κρατών μελών, εντός μιας διάδρασης ΕΕ και Κρατών που μολονότι εμφανίζει σημαντικές αποχρώσεις, μοιάζει να απολήγει σε δύο κυρίαρχες προσλήψεις εντός του πλαισίου του σύγχρονου, ευρωπαϊκού και εθνικού, συνταγματισμού που εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά: η πρώτη έγκειται σε μια κεντρομόλο, στατική και θετικιστική διαφύλαξη της ευρωπαϊκής μας ομοιότητας, ενώ η δεύτερη σε μια φυγόκεντρη, δυναμική και ηθικοπολιτική τάση προς την εθνική εξαίρεση και διαφορά.

 

  1. Η συνταγματική ταυτότητα ως ευρωπαϊκή ομοιότητα

 

Στα θεμελιώδη κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνταγματική συμπίπτει νοηματικά με την εθνική ταυτότητα (βλ. στη συνθήκη του Μάαστριχτ ως «εθνική ταυτότητα και σεβασμός σε κυβερνητικά συστήματα που βασίζονται στη δημοκρατική αρχή», σε εκείνη του Άμστερνταμ ως «εθνική ταυτότητα» των Κρατών μελών και στη Συνθήκη της Λισαβόνας «ως εθνική ταυτότητα που είναι σύμφυτη με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική δομή των κρατών μελών»). Ωστόσο, στις σημασιολογικές μετατοπίσεις της έννοιας, διακρίνεται η απελευθέρωσή της από τον προγραμματικό και διακηρυκτικό της χαρακτήρα και η εμβάθυνσή της με τη συμπερίληψη σε αυτήν της πολιτικής και συνταγματικής δομής των Κρατών μελών, στην οποία εγγράφεται και η τοπική και η περιφερειακή αυτοδιοίκησή τους. Περαιτέρω, στο προοίμιο του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ αναγνωρίζεται ο σεβασμός της Ένωσης στην «εθνική ταυτότητα των κρατών μελών της και την οργάνωση της δημόσιας εξουσίας του σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο». Έτσι, η επίκληση της ταυτότητας από την ΕΕ μοιάζει, καταρχάς, να λειτουργεί προστατευτικά για τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των Κρατών μελών, σαν μια ρήτρα διαφυγής τους από την ομοιομορφία και ομοιογένεια της Ένωσης, μια αξεπέραστη διαφύλαξη της ετερότητας μέσα στην ομοιότητα. Η διάταξη επιτελεί πρωταρχικά ένα δικαιοπολιτικό ρόλο και ειδικότερα, όπως έχει εύστοχα λεχθεί, καθησυχάζει τα Κράτη μέλη ως προς τη διατήρηση των ορίων της κρατικής κυριαρχίας και της περίφημης αρμοδιότητας της αρμοδιότητας[23]. Με τα λόγια του πρώην Γενικού Εισαγγελέα του Δικαστηρίου Maduro, «χωρίς αμφιβολία, πρέπει να αναγνωρισθεί στις εθνικές αρχές, και ειδικότερα στα συνταγματικά δικαστήρια, η ευθύνη να καθορίζουν τον χαρακτήρα των εθνικών ιδιομορφιών που μπορεί να δικαιολογήσουν μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση. Πράγματι, τα συνταγματικά δικαστήρια βρίσκονται σε καλύτερη θέση για να καθορίζουν τη συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών την οποία η Ένωση έταξε ως σκοπό να σέβεται. Πάντως, το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξακριβώνει ότι η εκτίμηση αυτή είναι σύμφωνη προς τα θεμελιώδη δικαιώματα και τους στόχους την τήρηση των οποίων διασφαλίζει στο κοινοτικό πλαίσιο»[24].

Η ερμηνεία της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας από το ΔΕΕ έχει, κατά κανόνα, μια κεντρομόλο και θετικιστική λειτουργία που διασφαλίζει στο επίπεδο, κυρίως, της ιεραρχίας των κανόνων δικαίου την αρχή της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου έναντι (και) του εθνικού Συντάγματος και επιτρέπει έτσι τη σύγκλιση των εθνικών εννόμων τάξεων σε μια κοινή ευρωπαϊκή παράδοση. Ειδικότερα, ο σεβασμός της συνταγματικής ταυτότητας των Κρατών μελών δεν είναι απόλυτος[25]. Συνιστά μια ανεκτή εξαίρεση των κανόνων των εθνικών συνταγμάτων, μέσα, ωστόσο, στο πλαίσιο του σεβασμού των βασικών αρχών της ενωσιακής έννομης τάξης. Είναι δηλαδή μια διάταξη που, αν ανακαλέσουμε την περίφημη στα καθ’ ημάς υπόθεση της Μηχανικής (βασικός μέτοχος), εμφανίζεται ως κενή ή εν γένει αδύναμη σε κάθε άλλο, π.χ. πολιτισμικό ή εθνοτικό, πλην του νομικού της, περιεχόμενο, καθώς αποτυπώνει, πρωτίστως, νομολογιακά την προτεραιότητα και υπεροχή του δικαίου της Ένωσης έναντι αυτού των κρατών μελών[26]. Ήδη από τη δεκαετία του 1970 και την απόφαση Ιnternationale Handelsgesellschaft έχει κατοχυρωθεί από το Δικαστήριο της Ένωσης ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εντός του πλαισίου του δικαίου της Ένωσης μπορεί να εμπνέεται από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, αλλά πρέπει να εξασφαλίζεται μέσα στο πλαίσιο της δομής και των στόχων της Κοινότητας[27]. Eξάλλου, το Δικαστήριο της Ένωσης έχει, σε ανύποπτο χρόνο, επιδείξει τον σεβασμό του στην πολιτισμική ή αξιακή εθνική ταυτότητα Κράτους μέλους: στην απόφαση Οmega, το ΔΕΚ, σε προδικαστικό ερώτημα που απέστειλε το Γερμανικό Δικαστήριο με αντικείμενο τη συμβατότητα της απαγόρευσης διεξαγωγής παιχνιδιών λέιζερ με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο γερμανικό Σύνταγμα, εξαιτίας της προσομοίωσης θανάτωσης ανθρώπων, έκρινε ότι είναι θεμιτός ο περιορισμός της (ενωσιακής) ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, δεδομένης της θεμελιώδους αξίας της αξίας του ανθρώπου ως συνταγματικής αρχής και στοιχείου εθνικής/συνταγματικής ταυτότητας στη γερμανική (και όχι μόνο) έννομη τάξη[28].

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το άρθρο 53 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, σύμφωνα με το οποίο «καμία διάταξη του παρόντος Χάρτη δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως περιορίζουσα ή θίγουσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες που αναγνωρίζονται στα αντίστοιχα πεδία εφαρμογής από το δίκαιο της Ένωσης, το διεθνές δίκαιο καθώς και από τις διεθνείς συμβάσεις, στις οποίες είναι μέρη η Ένωση, ή όλα τα κράτη μέλη, και ιδίως από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και από τα Συντάγματα των κρατών μελών». Πιο συγκεκριμένα, η διάταξη του Χάρτη δεν μπορεί να αποδοθεί ως μια ρωγμή στην αρχή της υπεροχής, αλλά, αντιθέτως, όπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Melloni, πρέπει να διαφυλαχθεί η ενότητα και η αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, εφόσον βέβαια το τελευταίο παρέχει πληρέστερη προστασία του δικαιώματος[29]. Στο ίδιο πνεύμα, στην απόφαση Tarrico, το Δικαστήριο της Ένωσης έκρινε ότι η αποτελεσματικότερη προστασία του άρθρου 325 της Συνθήκης της Λισαβόνας στο πεδίο των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης δικαιολογεί τον παραμερισμό της ιταλικής διάταξης για την παραγραφή των αξιόποινων πράξεων[30]. Ωστόσο, η επιταγή αυτή του ΔΕΕ αμφισβητήθηκε αργότερα από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας, στο προδικαστικό ερώτημά του στο ΔΕΕ στην υπόθεση «ΜAS και MB», με το επιχείρημα ότι η ρύθμιση της παραγραφής στην ιταλική έννομη τάξη έχει θέση κανόνα ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Σε περίπτωση, λοιπόν, μη εφαρμογής της, παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen nulla poena sine lege) και ειδικότερα η μη αναδρομική εφαρμογή του δυσμενέστερου ποινικού νόμου. Στην απάντησή του, το ΔΕΕ επιμένει ότι ο εθνικός νομοθέτης υποχρεούται να εφαρμόζει ομοιόμορφα το δίκαιο, ωστόσο, δέχεται, ότι «εν προκειμένω, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, το εφαρμοστέο στα εγκλήματα σχετικά με τον ΦΠΑ καθεστώς παραγραφής δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο  εναρμονίσεως από τον νομοθέτη της Ένωσης, η οποία έλαβε στο μεταξύ μερικώς, χώρα το πρώτον με την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση ,μέσω του ποινικού δικαίου της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης…». Συμπερασματικά, το βασικό κριτήριο του ΔΕΕ, ως προς την επίλυση της συγκεκριμένης, αλλά και κάθε διαφοράς που εμπλέκει την έννοια της ταυτότητας, έγκειται στο αν υφίσταται ή όχι πλήρης ή επαρκής εναρμόνιση του επιπέδου προστασίας των δικαιωμάτων της Ένωσης με αυτό στις έννομες τάξεις των εθνικών κρατών. Εάν δεν υπάρχει, τότε προκρίνεται η εφαρμογή της εθνικής διάταξης, εφόσον βέβαια, δεν θίγονται οι βασικοί σκοποί των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης[31].

Ακόμη πιο σημαντική, για την εδραίωση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, εν προκειμένω στο πεδίο της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, είναι η απόφαση Gauweiler του ΔΕΕ για το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά (OMT) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Και αυτό γιατί η Gauweiler, πέρα από την τεράστια οικονομική σημασία της, αποσαφηνίζει πλήρως το ζήτημα της ενωσιακής αρμοδιότητας και του ultra-vires ελέγχου της από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, με επίκεντρο το σεβασμό της «δημοκρατικής αυτονομίας», ως στοιχείο της γερμανικής συνταγματικής ταυτότητας. Ειδικότερα, το ΔΕΕ υπογράμμισε, με την πρόβλεψη μιας σειράς από όρους για την υλοποίηση του προγράμματος, την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου και τη συμβατότητα του προγράμματος με τη δημοσιονομική κυριαρχία της Γερμανίας. Την ερμηνεία αυτή τελικά υιοθέτησε μεταγενέστερα και ο εθνικός δικαστής[32].

Κατά δεύτερο λόγο, η εθνική συνταγματική ταυτότητα δεν πρέπει να συγκρούεται με τον αξιακό πυρήνα της Ένωσης, καθώς το ΔΕΕ αναγνωρίζει μια κοινή συνταγματική παράδοση που πρέπει να διαφυλαχθεί απέναντι σε κάθε εθνική και συνταγματική ιδιαιτερότητα που διεκδικεί επιθετικά την εξαίρεσή της. Η νόμιμη παρέκκλιση από την τελευταία προϋποθέτει, συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, ότι δεν μπορεί να πλήττεται ο βασικός πυρήνας και οι αξίες του άρθρου 2 της ΣΕΕ, όπως, βέβαια, και η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας του άρθρου 4 παρ. 3 ΣΕΕ. Ωστόσο, οι ταυτοτικές σημάνσεις στις περιπτώσεις που το ΔΕΕ έχει δεχθεί την κάμψη του δικαίου της ένωσης, είναι μάλλον ισχνές, δίχως ιδιαίτερο αξιακό βάρος, όπως για παράδειγμα, στην απόφαση Sayn-Wittgenstein για την κατάργηση των τίτλων ευγενείας στην Αυστρία[33], την προστασία της εθνικής γλώσσας της Λιθουανίας στην απόφαση Vardy[34] ή την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ ομοσπονδιακών κρατιδίων[35]. Αντιθέτως, το Δικαστήριο αποφεύγει να παρέμβει σε πολιτισμικά ή ηθικοπολιτικά ζητήματα θεμελιώδους σημασίας για τα Κράτη μέλη, όπως για παράδειγμα η απαγόρευση της άμβλωσης στην Ιρλανδία[36] ή η αρχή της laïcité στην Γαλλία[37]. Συμπερασματικά, η ερμηνεία της έννοιας από το ΔΕΕ είναι κυρίως προσανατολισμένη σε μια διαρκή κανονιστική επιβεβαίωση της ενωσιακής τάξης και υπεροχής, ως προφανώς αναμενόταν, από το όργανο που εγγυάται την κατοχύρωση και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ στα Κράτη μέλη. Συνδυαστικά, προς επίρρωση αυτής, το Δικαστήριο υπηρετεί και μια ισχυρή αντίληψη προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, υπό τη φιλελεύθερη εκδοχή που διαπνέει την ενωσιακή έννομη τάξη.

Ωστόσο, παρόμοιο φιλοευρωπαϊκό πνεύμα μοιάζει να διατρέχει και μια σειρά εμβληματικών αποφάσεων των ανώτατων εθνικών δικαστηρίων, οι οποίες, παρά τις δεδομένες συνταγματικές επιφυλάξεις τους απέναντι στο ενωσιακό δίκαιο και, κυρίως, την εκχώρηση «κυριαρχικών» αρμοδιοτήτων των Κρατών μελών, εκφράζουν, άμεσα ή έμμεσα, μια θετική στάση έως και προσδοκία στην προοπτική της πληρέστερης προστασίας των δικαιωμάτων από το ενωσιακό δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, αποφάσεις, όπως η Frontini[38] και η Solange I, φαίνεται να λειτουργούν ως αγγελιοφόροι της συνταγματοποίησης της ενωσιακής έννομης τάξης και της αποτελεσματικότερης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εγγύησης των δικαιωμάτων. Ειδικότερα, στην Solange I (1974), το Γερμανικό Δικαστήριο δεν υπονομεύει τη δυναμική του δικαίου της ΕΕ, αντιθέτως καλεί την Ένωση στην ανάπτυξη και την εδραίωση της προστασίας των δικαιωμάτων, στόχο που το ίδιο δικαστήριο, μερικά χρόνια αργότερα, στην Solange II (1986), επιβεβαιώνει ότι έχει πλέον εκπληρωθεί. Ο διάλογος μεταξύ του ΔΕΕ και των δικαστηρίων καταλήγει, υπό το πρίσμα πάντα της ταυτότητας, σε μια θεμελιώδη και ανυπέρβλητη συναίνεση στο πεδίο των δικαιωμάτων και των βασικών αρχών του Κράτους Δικαίου, της Δημοκρατικής Αρχής ή του ρεπουμπλικανικού χαρακτήρα του Κράτους, ως ουσιωδών στοιχείων της κρατικής κυριαρχίας, όπως μας υπενθυμίζει το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο (Brunner, 1993)[39] και το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο (1992), στις αποφάσεις τους για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ[40]. Για την ακρίβεια, μέχρι τη συνθήκη της Λισαβόνας και το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο συνταγματικός πατριωτισμός των εθνικών δικαστηρίων, στο πεδίο της εθνικής και συνταγματικής ταυτότητας, παραμένει μάλλον ήπιος. Η διαφύλαξη μιας κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης έγκειται στα βασικά κεκτημένα της δυτικής νεωτερικότητας, σαν μια άσκηση αναστοχασμού που φέρνει στην επιφάνεια, παρά τις επιμέρους εθνικές διαφορές και ιδιαιτερότητες, τις πιο βασικές αξίες της συνύπαρξής μας. Ωστόσο, παρότι, όπως παρατηρεί ο Faraguna, ο νομικός και συνταγματικός εμπλουτισμός της έννοιας στη συνθήκη της Λισαβόνας θα μπορούσε να την αποδυναμώσει ιστορικο-κοινωνικά, είναι προφανές ότι συνέβη το εντελώς αντίθετο, καθώς ο λόγος περί ταυτότητας (identity discourse) με αφορμή την ιθαγένεια, τη θρησκεία και γενικά την πολιτισμική κοινωνία επανήλθε εμφατικά στο προσκήνιο, ιδίως της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων[41].

 

  1. Η συνταγματική ταυτότητα ως εθνική διαφορά

 

            Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, η εθνική και συνταγματική ταυτότητα αρχίζει να αποκτά πιο διακριτά εθνικά χαρακτηριστικά, με την έννοια μιας ανεκχώρητης αυτονομίας των Κρατών μελών, που υποδηλώνει ανοικτά την ιδιαιτερότητα και μοναδικότητά τους. Στην πραγματικότητα, η ταυτότητα υποκαθιστά την απομειούμενη σταδιακά κυριαρχία. Εξάλλου, η επίκλησή της μοιάζει να υπερέχει ρητορικά, ως λόγος φρέσκος και μετα-μοντέρνος, της μάλλον σκουριασμένης ή και πιο «τρομακτικής», για κάποιους, αυτής έννοιας[42]. Η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων εστιάζει πλέον λιγότερο σε μια αισιόδοξη για την Ένωση προοπτική εγγύησης των δικαιωμάτων και περισσότερο στη δημιουργία καθαρών κόκκινων γραμμών στο ζήτημα της εκχώρησης των κρατικών αρμοδιοτήτων ή σε πεδία κατεξοχήν ευαίσθητα για τα Κράτη μέλη, όπως το νόμισμα ή ο κοσμικός χαρακτήρας του Κράτους ή, εσχάτως, με αφορμή την οικονομική κρίση και τη δημιουργία των μηχανισμών διάσωσης του ευρώ, η δημοσιονομική αυτονομία. Ήδη από την απόφαση του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου για τη συνθήκη θέσπισης Συντάγματος για την Ευρώπη (2004), γίνεται αναφορά σε δομικά χαρακτηριστικά της εθνικής συνταγματικής τάξης, στα οποία η Ένωση δεν μπορεί να υπεισέλθει κανονιστικά, όπως π.χ. η laïcité[43].  Τη σκυτάλη παίρνει το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, στην  απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας (2009), στην οποία η συνταγματική ταυτότητα υποκαθιστά την έννοια της εθνικής κυριαρχίας και του αυτοπροσδιορισμού του γερμανικού λαού, ως τελικού φορέα της συντακτικής εξουσίας, ενώ υπογραμμίζεται ο ταυτοτικός ultra-vires δικαστικός έλεγχος των πράξεων των οργάνων της ΕΕ.  Για το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο, υπάρχουν τομείς εφαρμογής πολιτικής που συνδέονται απευθείας με τη γερμανική συνταγματική ταυτότητα, όπως το ποινικό δίκαιο, ο στρατός και η αστυνομία, οι μείζονες πολιτικές για το κοινωνικό κράτος και την οικονομική πολιτική ή αποφάσεις με πολιτισμικό ενδιαφέρον (οικογενειακό δίκαιο, παιδεία), όπου δεν είναι δυνατή η εκχώρηση των αρμοδιοτήτων στην Ένωση[44]. Την κρατική κυριαρχία, με την έννοια της απαγόρευσης μεταβίβασης αρμοδιοτήτων, μας υπενθυμίζει ξανά και το γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο στην απόφασή του 653/2012 για τη Συνθήκη Σταθερότητας της ΕΕ[45]. Ο γαλλο-γερμανικός, συνεπώς, νομολογιακός άξονας αναδεικνύει ένα πεδίο αντίδρασης στην ευρωπαϊκή κυριαρχία, με την έννοια, ιδίως, της υπενθύμισης στο ΔΕΕ, της θεμελιακής ελευθερίας ή για την ακρίβεια της δυνατότητας των Κρατών μελών να μην εκχωρήσουν κυριαρχικές τους αρμοδιότητες, που αυτά κρίνουν εκτός διαπραγμάτευσης για ιστορικούς, πολιτισμικούς και κοινωνικούς λόγους.

Έτσι, κάτω από αυτό το σκληρό κέλυφος της εθνικής κυριαρχίας και αυτονομίας, η έννοια της ταυτότητας αναπτύσσεται σαν μια θεμελιακή και συγκρουσιακή ετερότητα των Κρατών μελών, η οποία εμπλουτίζεται με εξωνομικά (π.χ. οικονομικά, πολιτισμικά, κοινωνικά) δεδομένα και προσδιορισμούς της, αποκτά δηλαδή, σαν γενικό περίγραμμα, τον χαρακτήρα μιας ηθικοπολιτικής εξαίρεσης. Ήδη, στην πρώτη απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τον EFSF[46], διαγράφεται η παραδοσιακή γερμανική προκατανόηση ως προς το νοηματικό φορτίο της συμμετοχής της χώρας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση με την «έννοια πως ό,τι εκχωρείται προς την Κοινότητα μετράται ως απώλεια επί της εθνικής κυριαρχίας και όχι και ως κέρδος στο επίπεδο της εδραίωσης των αρχών του ίδιου του γερμανικού συντάγματος…». Η εθνοκεντρική στάση του Γερμανικού Δικαστηρίου αναλύεται στις διατυπώσεις του περί «ελευθερίας» του Κράτους εντός της ΕΕ. Το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι «απαραίτητος όρος για την εξασφάλιση πολιτικών ελεύθερων χώρων με σκοπό τη διατήρηση του πυρήνα της ταυτότητας του Συντάγματος (άρθρο 20 παρ. 1 και παρ. 2, άρθρο 79 παρ. 3 γερμΣυντ.) συνίσταται στο ότι ο νομοθέτης του προϋπολογισμού θα λαμβάνει τις αποφάσεις του για τα έσοδα και τα έξοδα ελεύθερος από ξένη επιρροή από την πλευρά των οργάνων και των άλλων Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι θα παραμένει στο διηνεκές “κύριος των αποφάσεών του”. Στην προκαταρκτική απόφασή του για το Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης (BVerfGE 1390/2012)[47], το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι δεν είναι δυνατό η παροχή βοήθειας από τη Γερμανία να υπερβεί το ποσό συμμετοχής της στον ESM, δίχως την έγκριση του Γερμανικού Κοινοβουλίου, ενώ σε περίπτωση που η τελευταία αποδειχθεί ανεπαρκής η Γερμανία δεν δεσμεύεται καθολικά από τη συμφωνία. Έτσι, παρότι φαινομενικά η απόφαση εντάσσεται στην κρατούσα νομολογία του δικαστηρίου για τη σχέση ενωσιακού δικαίου και γερμανικού Συντάγματος (αποφάσεις Solange I και Solange II), στις πρόσφατες αποφάσεις του το Δικαστήριο δηλώνει σαφώς ότι στο εξής, ή, κατ’ ακριβολογία, στο διηνεκές, η άσκηση εξουσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα γίνεται αποδεκτή, μόνον εφόσον δεν παραβιάζει τα όρια της γερμανικής συνταγματικής υπεροχής, ενώ παράλληλα προχωρεί και στην αυθεντική ερμηνεία της Ένωσης ως κοινότητας σταθερότητας, σε μια αξιολογική αλλά και προγραμματική-πολιτική, δηλαδή, κρίση, που, δίχως άλλο, θα έπρεπε να ξεφεύγει από την αρμοδιότητα οποιουδήποτε εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου και να εμπίπτει στην ίδια την Ένωση. Στην απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου για τον ESM, μεταφράζεται πια ρητά η νομική κυριαρχία σε δημοσιονομική-δημοκρατική αυτονομία του Γερμανικού Κοινοβουλίου. Ταυτόχρονα ο εθνικός δικαστής προβαίνει κυριαρχικά στον προσδιορισμό της ΕΕ ως μια κοινότητας δημοσιονομικής πειθαρχίας[48]. Στην απόφαση Gauweiler, το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο υπογραμμίζει πλέον την αντίθεση ανάμεσα στο άρθρο 4 παρ.2 ΣΕΕ και την εθνική συνταγματική ταυτότητα, στο δημοσιονομικό πεδίο, ενώ λίγα χρόνια πριν σημείωνε ότι αυτές οι δύο πάνε «χέρι-χέρι»[49]. Ενώ λαμβάνει, λοιπόν, σημαντικές αποφάσεις για την Ευρώπη, το Δικαστήριο αναφέρεται εμφατικά στη γερμανική συνταγματική ταυτότητα, αντιστρέφοντας στην ουσία, στο συλλογισμό του, τη σχέση ευρωπαϊκής-εθνικής ταυτότητας. Κοντολογίς, η ευρωπαϊκή ταυτότητα ορίζεται, στις αποφάσεις των δικαστηρίων, με βάση την εθνική και συνταγματική και όχι το αντίθετο, με αποτέλεσμα να σημειώνεται μια ρητορική, έστω, υποχώρηση της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου.

Εάν στο Κράτος που επωμίζεται το κύριο βάρος δανεισμού εντός Ευρωζώνης, δηλαδή στη Γερμανία, η συνταγματική ταυτότητα συμπίπτει με τη δημοσιονομική κυριαρχία, στο Κράτος-οφειλέτη, όπως η Ελλάδα, όπου μέχρι πρότινος η σχετική προβληματική ουδόλως είχε απασχολήσει την έννομη τάξη μας, η ισχυρή δημοσιονομική συμπίεση και η ουσιαστική απώλεια οικονομικής κυριαρχίας, φαίνεται να εκτονώνεται, σαν αντί-δραση, με μια σημαντική νομολογιακή τάση, όπως αυτή ανιχνεύεται σε μια σειρά αποφάσεων του ΣτΕ που εμφανίζουν έντονα εθνοτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, σε πεδία που είναι πάντα εύφορα για την ανάπτυξη ταυτοτικών πολιτικών, όπως εκείνα της ιθαγένειας και της θρησκευτικής ελευθερίας. Ειδικότερα, ο Έλληνας δικαστής μοιάζει να αξιώνει, για πρώτη φορά, την κατασκευή της ελληνικής εθνικής και συνταγματικής μας ταυτότητας, με άξονα τα συστατικά και παραδοσιακά στοιχεία της. Ιδιαίτερα σημαντική, από αυτή την άποψη, είναι η απόφαση Ολ ΣτΕ 660/2018 (σκέψη 14), για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στο σχολείο, στην οποία το Δικαστήριο ανάγει τη θρησκευτική ταυτότητα και τη συνταγματική κατοχύρωση της επικρατούσας θρησκείας σε στοιχείο της «συνταγματικής παράδοσης της χώρας»[50]. Σε συνέχεια της απόφασης αυτής, στη 1749-50/2019, η Ολομέλεια του ΣτΕ, με αντικείμενο πάλι το πρόγραμμα διδασκαλίας των θρησκευτικών στην υποχρεωτική εκπαίδευση, επιμένει στον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος και σε μια πλειοψηφική εκδοχή της θρησκευτικής εκπαίδευσης[51]. Ανάλογη θέση (αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία) συναντάμε, πριν την πρόσφατη νομολογιακή στροφή του στο εν λόγω ζήτημα[52], και στην απόφαση 100/2017 του ΣτΕ  για τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, ενώ αναμφίβολα η πιο εμβληματική ταυτοτικά απόφαση του ΣτΕ είναι η απόφαση 460/2013 της Ολομέλειας για τα κριτήρια απονομής ιθαγένειας, στην οποία ο Έλληνας δικαστής ερμηνεύει αυθεντικά και ρομαντικά το έθνος σε μια μη συμπεριληπτική εκδοχή του[53].

Η ανάδειξη της ομοιογενούς και συμπαγούς εθνικής ταυτότητας ως συστατικό στοιχείο της συνταγματικής δομής, δεν είναι μόνο πολιτισμικά μονοφωνική σε κρίσιμα πεδία για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Στην ανάδειξη της σχετικής προβληματικής έχει συμβάλει τόσο η οικονομική κρίση, καθώς η επικυριαρχία του οικονομικού φαίνεται να προκαλεί την ταυτοτική αντίδραση των Κρατών μελών της ΕΕ, όσο και, κυρίως, το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα. Στο τελευταίο μπορεί, σε ιδιαίτερες συνθήκες λαϊκιστικών και εθνικιστικών πολιτικών, να βρουν χώρο και ακραίες δικαιοκρατικά και αντίθετες με τις αξίες της ΕΕ θέσεις, όπως, για παράδειγμα, αυτές που διατυπώθηκαν στις προσφυγές της Ουγγαρίας και της Σλοβακίας κατά της απόφασης του Συμβουλίου της ΕΕ για την κατανομή των προσφύγων. Η παρεμβαίνουσα Πολωνία ισχυρίστηκε ότι η ευρωπαϊκή πολιτική κατανομής των προσφύγων θα είχε δυσανάλογες επιπτώσεις σε χώρες, όπως η Πολωνία με ομοιογενή εθνοτικά πληθυσμό που αποκλίνει γλωσσικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά από τους πρόσφυγες και μετανάστες που πρόκειται να εγκατασταθούν σε αυτές. Το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι εκτιμήσεις εθνοτικού χαρακτήρα στο συγκεκριμένο ζήτημα που αφορά αίτηση διεθνούς προστασίας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθώς θα ήταν ευθέως αντίθετες προς το ενωσιακό δίκαιο και το άρθρο 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων[54]. Ίσως για τους παραπάνω λόγους και ιδίως ως ανάχωμα σε αυτή τη διαλυτική τάση των εθνικών δικαστηρίων, ο Γενικός Εισαγγελέας στην απόφαση του ΔΕΕ Gauweiler σημειώνει εμφατικά, σαν κρίσιμη υπόμνηση των σκέψεων του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Μαδούρο στην υπόθεση του βασικού μετόχου, με αφορμή τον ταυτοτικό έλεγχο από το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, ότι δεν μπορεί να διατηρηθεί η Ένωση, αν η συνταγματική ταυτότητα, υπό τη μορφή της συνταγματικής επιφύλαξης των Κρατών μελών, αφεθεί στην ελεύθερη βούλησή τους και διαφοροποιηθεί καίρια από το κριτήριο της εθνικής ταυτότητας του άρθρου 4 παρ.2 ΣΕΕ.

 

Επίλογος: Η κρίση της ευρωπαϊκής ταυτότητας;

 

Η, έστω σποραδική, περιχαράκωση των Κρατών μελών στην εθνική τους σφαίρα, μέσα από την επίκληση της ρευστής έννοιας της συνταγματικής ταυτότητας, δεν είναι, βέβαια, μια απρόκλητη επίθεση στο ενωσιακό οικοδόμημα ή μια τυχαία έξαρση ιδιαιτερότητας, ούτε συνιστά μια νομολογιακή πρωτοτυπία των τελευταίων ετών, καθώς ο ταυτοτικός έλεγχος προϋπήρχε και είχε, μάλιστα, θεμελιωθεί από το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Ωστόσο, η επίκληση της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας αποκτά ολοένα και περισσότερο πολιτισμικά και εθνοτικά χαρακτηριστικά και μοιάζει να ισχυροποιείται ως αντίδραση και απάντηση σε ένα καταστατικό ζήτημα της ΕΕ, δηλαδή την κρίση της ενωσιακής ταυτότητας ή, εναλλακτικά, θα μπορούσε να ειπωθεί, στη συρρίκνωσή της σε μια οικονομική ή δημοσιονομική σημασία της. Στο ευρωπαϊκό συγκείμενο, αναδεικνύεται πλέον περισσότερο η διαφορά παρά η ομοιομορφία μεταξύ των Κρατών μελών. Ύστερα από τον πολλά υποσχόμενο κοινοτισμό της δεκαετίας του ‘90 και την έξαρση της σχετικής βιβλιογραφίας για την αναγκαιότητα μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας[55], με έμφαση στα δικαιώματα των μειοψηφικών κοινωνικών ομάδων, και την κρίση του κοσμοπολιτικού ιδανικού μετά την πρώτη πιο αισιόδοξη δεκαετία του 2000, η προβληματική της ταυτότητας φαίνεται να εντάσσεται σήμερα σε ένα ευρύτερο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και της ανοικτής κοινωνίας. Για την ακρίβεια, η ταυτότητα προβάλλει ως ένα αίτημα προστατευτισμού (protectionism) και ασφάλειας, ως μια άμυνα απέναντι στη διεύρυνση των πολιτισμικών και κοινωνικών αναφορών του υποκειμένου και κυρίως στην έκθεσή του. Η ΕΕ, ως κοινότητα και ένωση δικαίου, δοκιμάζεται, καθώς η σύγχρονη έννοια της «ανελεύθερης δημοκρατίας» (illiberal democracy), αυτής που προσδίδει έμφαση μόνο στη βουλησιαρχική λαϊκή κυριαρχία και απορρίπτει ως ελιτίστικο τον εγγυητισμό του Κράτους Δικαίου, προβάλλει ως μια συνολική και αποδομητική κριτική του δημοκρατικού πλουραλισμού και της ανοικτής ταυτότητας[56].

Εξάλλου, η ενωσιακή «συνταγματική» ταυτότητα έχει διττό περιεχόμενο και λειτουργία: καταρχάς, το αξιακό, όπως αυτό αποτυπώνεται στο άρθρο 2, 4 παρ. 3 και 6 της ΣΕΕ, το οποίο αναπαράγει  έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή του Κράτους Δικαίου, της Δημοκρατίας και των Δικαιωμάτων, δηλαδή της νεωτερικής φιλελεύθερης δημοκρατίας. Κατά δεύτερο λόγο, πέραν της παραπάνω ρητής κατοχύρωσής της, αναδεικνύεται, σαν αδήριτη αναγκαιότητα, το δημοσιονομικό πεδίο απαράβατης σύγκλισης των Κρατών μελών, με αφορμή την οικονομική κρίση. Η δοκιμασία του Ευρώ και η ανάγκη στήριξης με αυστηρά προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής των χωρών σε κρίση διαπλάθουν κανονιστικά την κατηγορία της “ευρωπαϊκής οικονομικής δημόσιας τάξης” (ordre public économique européen)[57], η οποία φαίνεται να νοηματοδοτεί την ενωσιακή μας τάξη και καθίσταται ρήτρα ελέγχου των εθνικών κανόνων, όχι μόνο της ουσιαστικής συμμόρφωσης στο δημοσιονομικό πλαίσιο, αλλά και της διαδικαστικής, όπως, για παράδειγμα, με το σχεδόν άκαμπτο πλέον πλαίσιο που ρυθμίζει τον εθνικό προϋπολογισμό[58]. Mέσα από την ερμηνεία του δημοσίου συμφέροντος ως ταμειακού συμφέροντος του δημοσίου και τη μεταφορά της έννοιας της οικονομικής τάξης των κοινωνικών σχέσεων στις σχέσεις μεταξύ των κρατών, αλλά  και στο πεδίο του περιορισμού των δικαιωμάτων, η νομολογία της κρίσης τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο ορίζοντα με έντονες, δίχως άλλο, πραγματολογικές και στρατηγικές δεσμεύσεις που επηρεάζουν κρίσιμα τόσο την εθνική, όσο και την ευρωπαϊκή έννομη τάξη. Ειδικότερα, εδραιώνεται, θεωρητικά και νομολογιακά, ένας αδιάσπαστος σύνδεσμος ανάμεσα στη δημοσιονομική αυτή πρόσληψη του δημοσίου συμφέροντος, τουλάχιστον στα πρώτα και πιο έντονα χρόνια της κρίσης, και τη δημόσια οικονομική τάξη, ο οποίος δεν είναι προσωρινός αλλά εγκαθίσταται ως μια μόνιμη συνθήκη, σαν συστατικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ταυτότητας [59]. Εξάλλου, το ίδιο το ΔΕΕ, για παράδειγμα, στην απόφαση Pringle χαρακτηρίζει την ΕΕ ως μια κοινότητα δημοσιονομικής σταθερότητας και πειθαρχίας, ανεξαρτήτως της οικονομικής πολιτικής που ακολουθούν τα Κράτη μέλη, ενώ στον παραπάνω χαρακτηρισμό, όπως αναφέραμε, έχει προβεί και το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο στην απόφασή του για τον ESM[60]. Περαιτέρω, αξίζει, στο πλαίσιο αυτό να επισημανθεί ο όψιμος «χρυσός» δημοσιονομικός κανόνας (Golden Rule), ο οποίος τίθεται, σε επίπεδο ενωσιακού δικαίου, άνω των εθνικών Συνταγμάτων, ως μια καθολική Grundnorm, ανεξαρτήτως της εισαγωγής του σε αυτά[61]. Αν υφίσταται, λοιπόν, σήμερα, ένας πυρήνας ευρωπαϊκής ενωσιακής ταυτότητας, «συνταγματικού» τύπου, αυτός αποδεικνύεται, αφενός αφηρημένος και διακηρυκτικός ή, για την ακρίβεια, ελάχιστος, στο επίπεδο των εμβληματικών αξιών, όπως, για παράδειγμα, ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, αφετέρου συγκεκριμένος, εκτενής και απολύτως δεσμευτικός, σε εκείνο της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής. Αυτή η προφανής τα τελευταία χρόνια, ειδικά, (δυσ)αναλογία ανάμεσα στη δημοσιονομική και την αξιακή ιδέα της Ένωσης λειτουργεί ως εστία έντασης ανάμεσα στις εθνικές διεκδικήσεις και την ευρωπαϊκή προοπτική.

Συμπερασματικά, τα δύο πιο σημαντικά φαινόμενα κρίσης των τελευταίων ετών, το οικονομικό και το μεταναστευτικό, έθεσαν σε δοκιμασία την κοινή μας ευρωπαϊκή ταυτότητα και ανέδειξαν τη δυναμική της εθνικής εξαίρεσης. Έτσι, το εκκρεμές της ταυτότητας φαίνεται, σε κάποιες οριακές στιγμές, να τείνει προς την άλλη άκρη της επικίνδυνης  ταλάντωσής του. Το κεκτημένο αξιακό περιβάλλον της Ευρώπης με τις θεμελιώδεις αρχές της νεωτερικότητας, τη φιλελεύθερη Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα αποδεικνύεται μάλλον ταυτοτικά ελλιπές και λειτουργικά αδύναμο, ειδικά μετά τη διεύρυνση της ΕΕ στις ανατολικές χώρες, δίχως δικαιοκρατική παράδοση. Έτσι, για πρώτη φορά τίθενται σε κίνηση οι διαδικασίες εφαρμογής του άρθρου 7 της ΣΕΕ για παραβίαση του Κράτους Δικαίου στην Πολωνία και την Ουγγαρία. Το Βrexit, ας μην το παραγνωρίζουμε, αναφέρεται και αυτό, μεταξύ (πολλών) άλλων, στη βρετανική τιμή και ιδιαιτερότητα και στην κρίση της ευρωπαϊκής συνείδησης[62]. Στο πεδίο της οικονομίας, η συμμόρφωση των Κρατών μελών και των δικαστηρίων τους, ειδικά των χωρών στα προγράμματα προσαρμογής, όπως στην Ελλάδα, υπήρξε σχεδόν καθολική, με εξαίρεση κάποια νομολογιακά πυροτεχνήματα, όπως ενδεικτικά οι αποφάσεις του ΣτΕ για τα ειδικά μισθολόγια ή τις συντάξεις του 2ου μνημονίου[63]. Αυτή ακριβώς η απόλυτη και αναγκαστική σύμπτωση της Ευρώπης στο δημοσιονομικό πεδίο, ίσως τελικά απολήγει στην ανάδυση της ετερότητας στο πολιτισμικό και στο εθνικό πεδίο αυτοπροσδιορισμού, στον καθαρά ταυτοτικό δηλαδή χώρο, γιατί αυτό απομένει ως το αξεπέραστο υπόλοιπο της διαφοράς του συλλογικού υποκειμένου που ακόμη υπαγορεύει τις εθνικές πολιτικές και αντιδρά. Αν λοιπόν στην πρώτη και αισιόδοξη φάση της ευρωπαϊκής πρόσληψης η ταυτότητα ως συνταγματική έννοια είχε μια κεντρομόλο δύναμη, με έμφαση στην ενίσχυση της προστασίας των δικαιωμάτων σε ενωσιακό πλαίσιο, στην παρούσα και πιο επεισοδιακή περίοδο του εθνοκεντρισμού επιτελεί μια φυγόκεντρη λειτουργία, ως η ανάγκη μιας αυτοαναφορικής απόκλισης των εθνών Κρατών από μια συντριπτική και παντοδύναμη ενωσιακή ομοιότητα.

 

[1] Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Κώστα Μαυριά. Το κείμενο συνιστά την εκτενή απόδοση εισήγησης με θέμα «∆ικαστικός ακτιβισμός και συνταγματική ταυτότητα» στο συνέδριο της Ένωσης ∆ιοικητικών ∆ικαστών «Η Α- νεξαρτησία & Αποτελεσματικότητα της ∆ικαστικής Λειτουργίας στη Σύγχρονη Ελ- ληνική Έννομη Τάξη υπό το Πρίσμα του Συντάγματος & του Ευρωπαϊκού ∆ικαίου», Θεσσαλονίκη, 7-8 ∆εκεμβρίου 2018. Τις θέσεις αυτές είχα επεξεργαστεί, για πρώτη φορά, στο κείμενο-εισήγηση Le juge administratif grec entre européanisme et éthno- centrisme constitutionnel, 2e atelier de droit constitutionnel europeéen, La Constitu- tion europeéenne de la France, Toulouse, 21-22 Septembre 2017, διαθέσιμο σε https://www.academia.edu/34664623/Le_juge_administratif_grec_entre_européanism e_et_ethnocentrisme. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά τον τιμώμενο Καθηγητή κ. Μαυριά για την πρόσκληση να συμβάλω στον Τιμητικό Τόμο και την ευκαιρία να αναπτύξω περαιτέρω αυτή την προβληματική.

[2] J. BAUDRILLARD, L’échange impossible, Gallimard, 1999, σελ. 72. Παραπομπή από https://www.conseil-constitutionnel.fr/nouveaux-cahiers-du-conseil-constitutionnel/prix-de-these-du-conseil-constitutionnel-2013.

[3] Βλ. για την έννοια της προσωπικής ταυτότητας P. RICOEUR, Soi-même comme un autre, Seuil, Paris, 1996 και X. BIOY, Le concept de personne humaine en droit public. Recherche sur le sujet des droits fondamentaux, Dalloz, Nouvelle Bibliothèque de Thèses, Paris, 2003.

[4] Βλ. Δ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟ (επιμ.), Η ετερότητα ως σχέση εξουσίας, Κριτική, 2002.

[5] Την τελική λέξη πάνω στην έννοια της συνταγματικής ταυτότητας έχει το ΔΕΕ το οποίο και ερμηνεύει αυθεντικά, ως δικαιοδοτικό όργανο, το άρθρο 4 παρ. 2 της ΣΕΕ και κάνει δεκτές ή μη τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Έτσι, το ζήτημα της ταυτότητας είναι κατεξοχήν νομολογιακό και θέτει τα απώτατα όρια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είναι δηλαδή μια συνεχής δοκιμασία της εμβάθυνσης του ενωσιακού δικαίου και της αυτονομίας των εθνικών εννόμων τάξεων. Βλ. αναλυτικά Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, Το Σύνταγμα στη νέα ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, Σάκκουλας, 2019, σελ. 193 επ. Βλ. για το ζήτημα της αυθεντικής ερμηνείας τις σχετικές σελίδες του Κ. ΜΑΥΡΙΑ, Συνταγματικό Δίκαιο, 2014, σελ. 213 επ.

[6] Βλ. Χ. ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟ, Η συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών της ΕΕ και η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από τα κράτη μέλη, ΕφημΔΔ, 4/2009, σελ. 538 επ., Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ, «Μεταξύ συνταγματικών σκοπών και συνταγματικών ορίων: η διαλεκτική εξέλιξη της συνταγματικής πραγματικότητας στην εθνική και στην κοινοτική έννομη τάξη», ΕφημΔΔ, 5/2008, σελ. 733-752.

[7] Εξού και η προβληματική της συνταγματικής ταυτότητας παραπέμπει συχνά σε εκείνη της υπερσυνταγματικότητας (supra-constitutionalité). Bλ. σχετικά S. MARTIN, L’identité de l’État dans l’Union européenne: entre «identité nationale» et «identité constitutionnelle», RFDC, 2012/3 (no 91), σελ. 21.

[8] Σε αυτή την προβληματική τοποθετείται ουσιαστικά ο Μ. ΒΗΛΑΡΑΣ, Υπεροχή του Δικαίου της ΕΕ και «Εθνική-Συνταγματική» Ταυτότητα. Προς μία Νέα Συνύπαρξη, ΕφημΔΔ, 3/2018, σελ. 242 επ. Σε αυτό το σημείο, η ταυτότητα προϋποθέτει και μια διαχρονική σταθερότητα. Τον διαχρονικό χαρακτήρα της ταυτότητας προτάσσει και ο Γενικός Εισαγγελέας Maduro στην απόφαση της 8ης  Οκτωβρίου 2008, Μηχανική Α.Ε., ΔΕΚ C-213/07.

[9] Το πλαίσιο αυτό αναλύει ο P. FARAGUNA, Constitutional Identity in the EU— A Shield or a Sword?, German Law Journal, Vol. 18, Issue 7, σελ. 1617 επ.

[10] Για τις μεταμορφώσεις της έννοιας της κυριαρχίας και τον χαρακτηρισμό της ως «εξαρτημένη» ή «διαμοιρασμένη»  μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης βλ. Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟ, Η δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και ιστορίας, Πατάκης, 2018, ΙΔΙΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και εθνική κυριαρχία υπό συνθήκες διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το πρόβλημα ήταν και παραμένει πολιτικό και όχι συνταγματικό, ΕφημΔΔ, 1/2011, σελ. 2-10. Επίσης, Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, με επίκεντρο την κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής, την εποχή της αλληλοεξαρτώμενης, παγκόσμιας και επιμερισμένης, ευρωπαικά, κυριαρχίας, σε www.constitutionalism.gr. Ακόμη, τις κριτικές αναλύσεις του Κ. ΜΑΥΡΙΑ για την κρίση της κυριαρχίας σε ΙΔΙΟΥ, Συνταγματικό Δίκαιο, 2014, σελ. 56 επ.

[11] Άρθρο ΣΤ, παρ. 1 ΣΕΕ (Μάαστριχτ) και μετέπειτα Άρθρο 4 παρ.2 ΣΕΕ (Λισαβόνα). Για πρώτη φορά, μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το ΔΕΚ εφάρμοσε τη διάταξη για την εθνική ταυτότητα στην απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, ΔΕΚ C-473/93, 2 Ιουλίου 2996. Βλ. τις σκέψεις 35 και 36 για τη δυνατότητα εξαίρεσης, εν προκειμένω στο Λουξεμβούργο, των υπηκόων άλλων Kρατών μελών από τις θέσεις στη δημόσια διοίκηση, ισχυρισμός που δεν έγινε δεκτός από το ΔΕΚ. Το άρθρο ΣΤ μετατράπηκε μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997) σε άρθρο 6 ΣΕΕ και η ρήτρα της εθνικής ταυτότητας συμπεριλήφθηκε μεταξύ των αρχών της ελευθερίας, της δημοκρατίας, του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου στις οποίες βασίζεται η Ένωση, ενώ είχε μάλλον διακηρυκτικό χαρακτήρα, καθώς δεν μπορούσε, καταρχήν, να αποτελέσει βάση του ελέγχου του Δικαστηρίου. Η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με την θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική  αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση δημόσιας τάξης και την προστασία  της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους». Βλ. για τη γενεαλογία της έννοιας Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 243.

[12] Όπως αναφέρει η Δ. ΓΑΜΠΑ, το εθνικό συνταγματικό δίκαιο εφαρμόζεται μέσα από το ενωσιακό δίκαιο, δηλαδή τη διάταξη 4 παρ.2 ΣΕΕ και, συνεπώς, από αυστηρά θετικιστική άποψη, δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση της αρχής της υπεροχής. Βλ. ΙΔΙΑΣ, Η υποχρέωση σεβασμού της εθνικής συνταγματικής ταυτότητας. Εξερευνώντας τη «γραμμή  Μaginot» των εθνικών εννόμων τάξεων, ΕΕυρΔ, 2/2016, σελ. 171-186. Ωστόσο, παρότι κανονιστικά το 4 παρ.2 Σ ενσωματώνει τις εθνικές συνταγματικές ιδιαιτερότητες, είναι προφανές, ειδικά στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, ότι τίθεται συχνά το ζήτημα της συνάρθρωσης εθνικού και ευρωπαϊκού συνταγματισμού, καθώς ο νομολογιακός συνταγματικός πατριωτισμός θεμελιώνει νησίδες εξαίρεσης. Βλ. για την έννοια του συνταγματισμού και τις εντάσεις αυτές Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π., ιδίως σελ. 135 επ.

[13] Βλ για την επιρροή του πολιτικού στην ερμηνεία Κ. ΜΑΥΡΙΑ, Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ πολιτικής αξιολόγησης και νομικού δόγματος, ΤοΣ, 1989, σ. 31-42, Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, Η ερμηνεία του Συντάγματος μεταξύ νομικής δογματικής και επιστημολογικής ειλικρίνειας, ΝοΒ, 1986. 1529-1538 και Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Η νομική φύση και ο πολιτικός χαρακτήρας του Συντάγματος, ΤοΣ, 1985. 478-496.

[14] Bλ. σχετικά G. KARAVOKYRIS, Limitations, restrictions et dérogations aux droits. La normalité d’une crise exceptionnelle, le cas grec, in H. GAUDIN, Crise de l’Union Européenne. Quel régime de crise pour l’Union Européenne, Mare et Martin, Paris, 2018, σελ. 202.

[15] Και στο πεδίο του συνταγματικού δικαίου, όπως υποστηρίζει ο Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Η επίδραση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ό.π., σελ. 1.

[16] Για την αρχή της υπεροχής βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και κοινοτικό δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 2009.  Για την ένταξη της έννοιας της ταυτότητας σε αυτή την προβληματική, Ε. ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΟΥ, Ο σεβασμός  της εθνικής ταυτότητας ως αρχή του Ενωσιακού Δικαίου, σε Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Κ. ΓΩΓΟ, Ε. ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΟΥ (επιμ.), Το ΔΕΕ εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της ΕΕ και των δικαιωμάτων των πολιτών, Συνέδριο προς τιμήν του καθηγητή Β. Σκουρή, Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σ. 45-73.

[17] Βλ. Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 243.

[18] H oποία για την ακρίβεια συνίσταται σε μια μάλλον «επιθετική» μορφή κοινοτισμού, ιδίως θρησκευτικής απόχρωσης, που ριζώνει στα κενά του κοσμοπολιτισμού και της δικαιοκρατικής αφαίρεσης. Βλ. για μια φιλοσοφική πραγματεία της ταυτότητας και τη σχέση της με την αναγνώριση και την αυτονομία K. APPIAH, Η ηθική της ταυτότητας, Πόλις, 2016. Επίσης, για την πολιτισμική «σύγκρουση» της διαφοράς, Ν. ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ, Φαντάσματα του καιρού μας, Πόλις, 2016 (ιδίως το δοκίμιο «Νοus sommes en guerre», σελ. 39 επ.).

[19] Βλ. ειδικότερα για τη σχέση λαϊκισμού και ενσωμάτωσης ή αποκλεισμού του άλλου (ζήτημα που αφορά και τις ταυτότητες) C. MUDDE/C.R. KALTWASSER, Exlusionary vs. Inclusionary populism: comparing contemporary Europe and Latin America, government and opposition, τ. 42, σελ. 147-174.

[20] Πέραν των άρθρων που παραθέτουμε, βλ. σε επίπεδο μονογραφίας την πολύ αξιόλογη διατριβή του F.-X. MILLET, L’Union européenne et l’identité constitutionnelle des États membres, Bibliothèque constitutionnelle et de science politique, L.G.D.J. Paris, 2013 και, πρόσφατα, C. CALLIESS – G. VAN DER SCHYFF, Constitutional Identity in a Europe of Multilevel Constitutionalism, Cambridge University Press, 2019.

[21] Βλ. αναλυτικά σε Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π. σελ. 194 και, ειδικότερα, σε T. KONSTADINIDES, Constitutional Identity as a Shield and as a Sword: The European Legal Order within the Framework of National Constitutional Settlement, Cambridge Yearbook of European Legal Studies, 13 (1), 2012, σελ. 195-218.

[22] Όπως για παράδειγμα στη «νομολογία της ταυτότητας» που φαίνεται να αναπτύσσει το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. παρακάτω). Ας μας επιτραπεί να παραπέμψουμε σe G. KARAVOKYRIS, Le juge administratif grec entre européanisme et éthnocentrisme constitutionnel, 2e atelier de droit constitutionnel européen, La Constitution européenne de la France, Toulouse, 21-22 Septembre 2017, διαθέσιμο σε https://www.academia.edu/34664623/Le_juge_administratif_grec_entre_européanisme_et_ethnocentrisme και αναλυτικότερα σε Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ, Οι συνταγματικές απορίες του λαϊκισμού, στον Τιμητικό Τόμο Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ «Το Σύνταγμα εν εξελίξει», Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2019, σελ. 297 επ.

[23] Βλ. Ε. ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ, Ευρωπαϊκό δίκαιο, 2η έκδοση, Σάκκουλας, Αθήνα– Θεσσαλονίκη, 2013, σ. 197-200.

[24] Βλ. τις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση Marrosu και Sardino, C-5/04, σκέψη 40.

[25] Ε. ΣΑΧΠΕΚΙΔΟΥ, ό.π., σελ. 200.

[26] Έτσι, ο πρώην Γεν. Εισαγγελέας Μaduro σημειώνει την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου, καθώς η Ένωση και, ειδικότερα, το ΔΕΕ, έχοντας την τελευταία λέξη, θέτει τους κανόνες και ερμηνεύει την εξαίρεση της ταυτότητας. λόγο. Βλ. για την υπόθεση του βασικού μετόχου Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗ, Η προτεραιότητα εφαρμογής του Κοινοτικού Δικαίου έναντι του Συντάγματος, η εναρμονισμένη με το Κοινοτικό ερμηνεία του και η τεχνική της αναλογικότητας (Με αφορμή το τέλος του «Βασικού Μετόχου»), σε Λ. Παπαδοπούλου, Κ. Γώγο, Ε. Πρεβεδούρου (επιμ.), Το Δικαστήριο της ΕΕ: Εγγυητής της εύρυθμης λειτουργίας της Ένωσης και των δικαιωμάτων των πολιτών, ό.π., σελ. 97-142.

[27] Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Internationale Handelsgesellschaft mbH κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel. Βλ. αναλυτικά για την απόφαση υπεροχής του ενωσιακού δικαίου και έναντι του εθνικού Συντάγματος (εν προκειμένω του Γερμανικού), Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: Το ζήτημα της «υπεροχής», ό.π., σελ. 127.

[28] Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004, Οmega, ΔΕΚ C- 36/02, σκ. 38 και 39.

[29] Το ΔΕΕ, ύστερα από προδικαστικό ερώτημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ισπανίας, στην απόφαση Melloni, έκρινε ότι δεν επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων, να εξαρτάται από το Κράτος μέλος όπου και εκτελείται το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (Ισπανία εν προκειμένω), η παράδοση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος σύλληψης για πρόσωπο που έχει καταδικασθεί ερήμην (Ιταλία), από τον αν στο κράτος μέλος έκδοσης κατοχυρώνεται δικονομικά η δυνατότητα αναθεώρησης της σχετικής απόφασης, η οποία υφίσταται στο Κράτος εκτέλεσης του εντάλματος. Βλ. Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2013, Melloni, ΔΕΕ C-399/11.

[30] Ειδικότερα, με την απόφαση Taricco, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ιταλικός νόμος περί παραγραφής των εγκλημάτων σχετικά με τον ΦΠΑ είναι δυνατόν να προσκρούει στο άρθρο 325 ΣΛΕΕ, σε περίπτωση που αποκλείει την επιβολή́ κυρώσεων αποτελεσματικού́ και αποτρεπτικού́ χαρακτήρα σε μεγάλο αριθμό́ περιπτώσεων σοβαρής απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ή προβλέπει μεγαλύτερες προθεσμίες παραγραφής για τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των εθνικών οικονομικών συμφερόντων σε σχέση με τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι τα εθνικά́ δικαστήρια οφείλουν να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική́ εφαρμογή́ του άρθρου 325 ΣΛΕΕ, αφήνοντας, εν ανάγκη, ανεφάρμοστους τους κανόνες περί́ παραγραφής. Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2015, Taricco κ.λπ., ΔΕΕ C‑105/14.

[31] Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2017, MAS και ΜΒ, ΔΕΕ C‑42/17. Για τον σχολιασμό της απόφασης βλ. Δ. ΑΡΒΑΝΙΤΗ, ΔΕΕ της 5.12.2017.Υπόθεση «Μ.A.S., M.B. [ή «Taricco II»]. Μη υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου προς επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων  της Ε.Ε. εφόσον παραβιάζεται η αρχή της νομιμότητας», τομ.66 ,ΝοΒ, 6/2018, σελ. 1142-1152 και Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 249.

[32] Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2015, Gauweiler κ.λπ. κατά Deutscher Bundestag, ΔΕΕ C-62/14. Bλ. τις σχετικές αναλύσεις του Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 251 και Ε. ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΟΥ, Αρμοδιότητα του ΕΣΚΤ να υιοθετεί πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων στις δευτερογενείς αγορές (ΟΜΤ)- Προϋποθέσεις του παραδεκτού της αίτησης προδικαστικής απόφασης (ΔΕΕ της 16ης Ιουνίου 2015, C-62/14 Gauweiler κ.λπ. κατά Deutscher Bundestag), σε https://www.prevedourou.gr.

[33] Αυστριακή πολίτης, η οποία υιοθετήθηκε ως ενήλικη από Γερμανό, προσέθεσε στο όνομά της τον τίτλο Frustin, von, δηλαδή «πριγκίπισσα», με αποτέλεσμα το Αυστριακό κράτος να της αφαιρέσει τον τίτλο ευγενείας. Το ΔΕΕ δέχθηκε ότι η συνταγματική απαγόρευση της κατοχής τίτλων ευγένειας συμβαδίζει με τη συνταγματική ταυτότητα του Κράτους μέλους, ως μιας ρεπουμπλικανικής δημοκρατίας που σέβεται την αρχή της ισονομίας. Βλ. Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, Sayn-Wittgenstein, ΔΕΕ C-208/09, Βλ.Δ. ΓΑΜΠΑ, ό.π., σελ. 180.

[34] Στην απόφαση «Runevič-Vardyn και Wardyn», το Δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία της γλωσσικής και πολιτισμικής πολυμορφίας εγγράφεται στην εθνική-συνταγματική ταυτότητα του Κράτους και εν προκειμένω συνιστά θεμιτό συμφέρον που μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής κατά το άρθρο 21 ΣΛΕΕ. Απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Runevič-Vardyn και Wardyn, ΔΕΕ C‑391/09, σκέψεις 84- 86.

[35] Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 12ης Ιουνίου 2014, Digibet Ltd και Gert Albers κατά Westdeutsche Lotterie GmbH & Co. OHG. Αίτηση του Bundesgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Εν προκειμένω, το ΔΕΕ έκρινε (σκ.34) ότι η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των Länder δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ.

[36] Η οποία είχε προσαρτηθεί ως πρωτόκολλο στη Συνθήκη της Λισαβόνας, αλλά πλέον δεν είναι σε ισχύ μετά το ιρλανδικό δημοψήφισμα της 25ης Μαϊου του 2018 που κατοχύρωσε, στην εθνική έννομη τάξη, το σχετικό δικαίωμα. Στην απόφαση Grogan (1991) το ΔΕΚ επέδειξε δικαστικό αυτοπεριορισμό και έκρινε ότι παρότι η άμβλωση συνιστά υπηρεσία, η φοιτητική οργάνωση η οποία παρείχε σχετικές πληροφορίες δεν ήταν συμβεβλημένη με κλινικές αμβλώσεων εκτός της Ιρλανδίας και, συνεπώς, δεν είχε έννομο συμφέρον για να προσβάλει την απαγόρευση πληροφόρησης, επικαλούμενη την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Στην ουσία, το Δικαστήριο δεν εξέτασε τη συμβατότητα της απαγόρευσης με το κοινοτικό δίκαιο. Βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», ό.π., σελ. 311.

[37] Βλ. Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π. σελ. 207.

[38] Στην απόφαση Frontini (1973), σύμφωνα με την Λ. Παπαδοπούλου, οι κοινοτικοί κανόνες αποκτούν μια συνταγματική κάλυψη υπεροχής έναντι του εθνικού δικαίου, λόγω του άρθρου 11 του Ιταλικού Συντάγματος. Με τη λογική αυτή κατασκευή, το Δικαστήριο έκρινε όλα τα ζητήματα για την ισχύ του ευρωπαϊκού και του εθνικού δικαίου ως συνταγματικά και περιφρούρησε την αποκλειστικότητα της αρμοδιότητάς του να αποφασίσει αν το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού. Βλ. ΙΔΙΑΣ, Εθνικό Σύνταγμα και Κοινοτικό Δίκαιο: το ζήτημα της «υπεροχής», ό.π., σελ. 191-193.

[39] BverGE Maastricht, 89, 155, Brunner v European Union Treaty, απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 1993.

[40]Cοnseil Constitutionnel, απόφαση ν. 92-308 DC της 9ης Απριλίου 1992 (Maastricht I). Ειδικότερα, σύμφωνα με το Συμβούλιο απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση, αν παραβιάζονται ουσιώδεις συνθήκες της άσκησης της εθνικής κυριαρχίας (“14. Considérant toutefois qu’au cas où des engagements internationaux souscrits à cette fin contiennent une clause contraire à la Constitution ou portent atteinte aux conditions essentielles d’exercice de la souveraineté nationale, l’autorisation de les ratifier appelle une révision constitutionnelle).

[41] P. FARAGUNA, ό.π., σελ. 1620-21.

[42] Βλ. P. FARAGUNA, ό.π., σελ. 1618.

[43] Αναφορά στο επίσημο σχόλιο της απόφασης στον ιστότοπο του Συνταγματικού Συμβουλίου, διαθέσιμη στο https://www.conseil-constitutionnel.fr/sites/default/files/as/root/bank_mm/decisions/2004505dc/ccc_2004505dc.pdf. Βλ. σχετικά Α. Βλαχογιάννη, ό.π., σελ. 207.

[44] Βλ. P. FARAGUNA, ό.π., σελ. 1618, Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π., σελ. 207, Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 251.

[45] Conseil Constitutionnel, απόφαση ν. 2012-653 DC της 9ης Αυγούστου 2012.

[46] Βλ. αναλυτικά την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2011, 2 BvR 987/10, 2 BvR 1485/10, 2 BvR 1099/10 και το σχόλιό της σε Β. ΧΡΗΣΤΟΥ, Από το Μάαστριχτ στη Λισσαβόνα στη διάσωση του ευρώ: δικαστικός έλεγχος της διαφύλαξης της κρατικής κυριαρχίας, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, 6/2011, σελ.795 επ.

[47] Στην απόφασή του, BVerfGE, 2BvR 1390/12, 2 BvR 1824/12 κα, της 12.09.2012, Βλ. Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Το (δημοσιονομικό) χρέος των κρατών και το (πολιτικό) χρέος της Ένωσης, www.constitutionalism.gr, Περίληψη και κείμενο της απόφασης του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου σε https://www.bundesverfassungsgericht.de/.

[48] Βλ. Υ. DROSSOS, Loves’ Labour’s Lost: fighting austerity and crisis with obiter dicta. A gloss on the expediency of constitutional justice in times of crisis, www.constitutionalism.gr. Στην ίδια κριτική οπτική βλ. M. EVERSON – C. JOERGES, Who is the Guardian for Constitutionalism in Europe after the Financial Crisis?, LSE ‘Europe in Question’ Discussion Paper Series, No. 63/2013 διαθέσιμο σε http://www.lse.ac.uk/europeanInstitute/LEQS/LEQSPaper63.pdf. Βλ. τα παραπάνω σε Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ, Το Σύνταγμα και η κρίση. Από το δίκαιο της ανάγκης στην αναγκαιότητα του δικαίου, Κριτική, 2014, σελ. 82-85.

[49] Στην απόφασή του για τη Συνθήκη της Λισαβόνας το γερμανικό Δικαστήριο διαπιστώνει τη συνάφεια μεταξύ συνταγματικής ταυτότητας όπως προκύπτει από το άρθρο 79 του Θ.Ν και από το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ, σε μια κατεύθυνση ελαχιστοποίησης των πιθανοτήτων μιας μελλοντικής σύγκρουσης. Αντιθέτως, στην απόφαση Gauweiler για το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, το ΓΟΣΔ αλλάζει στάση ως προς τη σχέση μεταξύ της συνταγματικής ταυτότητας στο γερμανικό Σύνταγμα και της συνταγματικής ταυτότητας στη ΣΕΕ. Πλέον, οι έννοιες δεν είναι συναφείς, αλλά η συνταγματική ταυτότητα, όπως θεμελιώνεται στη συνθήκη, είναι μία έννοια μακρινή και κατά πολύ ευρύτερη της συνταγματικής ταυτότητας στην εθνική έννομη τάξη. Βλ. τις συμπερασματικές παρατηρήσεις της Δ. ΓΑΜΠΑ, ό.π., σελ. 185. Πιο ήπια η ανάλυση του Μ. Βηλαρά, ο οποίος αναφέρει τη μεταγενέστερη της Gauweiler και πιο «φιλική» για τη σχέση ενωσιακού δικαίου και συνταγματικής ταυτότητας νομολογία Weiss του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Βλ. Μ. ΒΗΛΑΡΑ, ό.π., σελ. 252. Εν γένει, ως προς τη στάση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, είναι ενδιαφέρουσα η τοποθέτηση του F.-X. Millet, σύμφωνα με τον οποίο στη σχετικά «μοναχική» αντίληψη του Γερμανικού Δικαστηρίου, ως προς τη σχέση της Γερμανίας με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, επικρατεί μια εννοιολογική σύγχυση ανάμεσα στη συνταγματική ταυτότητα, την κυριαρχία και τη δημοκρατία. Αντιθέτως η γαλλική νομολογία εμφανίζεται πιο «συνεργατική». Βλ. αναλυτικά F.-X. MILLET, L.G.D.J., L’union européenne et l’identité constitutionnelle des États membres, 2013, σελ. 69 επ. Και σελ. 23-93 Βλ. επίσης στην ίδια προβληματική, J.-H. REESTMAN, The Franco-German Constitutional Divide, Reflections on National and Constitutional Identity, European Constitutional Law Review, ν.5, 2009, σελ.374-390.

[50] Ειδικότερα, στη σκέψη 14 το Δικαστήριο σημειώνει ότι «η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως “επικρατούσης” στην Ελλάδα, της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού αποτελούσε την εναρκτήρια διάταξη όλων των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων (1844, 1864, 1911, 1927, 1952) και συνιστά μέχρι σήμερα βασικό στοιχείο της συνταγματικής παραδόσεως της Χώρας». Βλ. αναλυτικά για το συνταγματικό πλαίσιο των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας και την έννοια της επικρατούσας θρησκείας Κ. ΜΑΥΡΙΑ, Συνταγματικό Δίκαιο, ό.π., σελ. 791 επ.

[51] Όπως αναφέρει το Δικαστήριο, «Και τούτο, διότι ως ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, νοείται, για την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, η ανάπτυξη της ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού χαρακτηρίζεται ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται δηλαδή από τον συνταγματικό νομοθέτη, με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνείδησης των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από το άρθρο 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, να “εξασφαλίζουν” τη μόρφωση και την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις».

[52] ΣτΕ (Ολ.) 18/2019.

[53] Βλ. αναλυτικά τα σχόλια και τη σχετική βιβλιογραφία, για την παραπάνω νομολογία του ΣτΕ, σε Γ. ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗ, Οι συνταγματικές απορίες του λαϊκισμού, ό.π., σελ. 298-299.

[54] Μ. ΒΗΛΑΡΑΣ, ό.π., σελ. 252.

[55] Βλ. τα σημαντικά βιβλία των C. TAYLOR, Multiculturalism and “The Politics of Recognition”, Princeton University Press, 1992 και W. KYMLICKA, Multicultural Citizenship: A Liberal Theory of Minority Rights, Oxford Clarendon Press, 1996.

[56] Βλ. σχετικά Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένωση δικαίου και Χ. ΡΑΜΜΟ, Η Ένωση ως κοινότητα δικαίου, διαθέσιμα αμφότερα σε www.constitutionalism.gr

[57] Η οποία ορίζεται ως «το σύνολο υποχρεωτικών κανόνων στις συμβατικές σχέσεις που σχετίζονται με την οικονομική οργάνωση, τις κοινωνικές σχέσεις και την εσωτερική οικονομία του συμβολαίου» βλ. G. FARJAT, L’ordre public économique, LGDJ, Paris, 1963 et T. PEZ, L’ordre public économique, Les nouveaux cahiers du Conseil constitutionnel, 2015/4 (n. 49), σελ. 43-57. Bλ. επίσης G. GERAPETRITIS, New Economic Constitutionalism in Europe, Hart Publishing, Studies of the Oxford Institute of European and Comparative Law, 2019.

[58] Βλ. αντί πολλών τις αναλύσεις του Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π., σελ. 37 επ.

[59] Βλ. για τη σχετική με τα «προνόμια» του δημοσίου (τόκος υπερημερίας στις οφειλές του δημοσίου, παραγραφή αξιώσεων κατά του δημοσίου) νομολογία και ανάλυση G. KARAVOKYRIS, ό.π., σελ. 195 επ.

[60] P. CRAIG, Pringle: Legal Reasoning, Text, Purpose and Teleology, 2013. Articles by Maurer Faculty. 2123, http://www.repository.law.indiana.edu/facpub/2123

[61] Βλ. αντί πολλών, Λ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ο ‘χρυσός κανόνας’ στο Σύνταγμα και το Δικαστήριο της Ένωσης, διαθέσιμο σε www.constitutionalism.gr και της Ιδίας,  Can Constitutional Rules, Even if ‘Golden’, Tame Greek Public Debt? σε M. ADAMS, F. FABBRINI, P. LAROUCHE (επιμ.), The Constitutionalization of European Budgetary Constraints, Ηart, 2014, σελ. 223 επ. Επίσης, τις αναλύσεις για την αναγωγή του δημοσιονομικού κανόνα σε συνταγματικό σκοπό του Α. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ, ό.π. σελ. 111 επ.

[62] Βλ. Π. ΜΑΝΤΖΟΥΦΑ, Brexit. Συνταγματικές και πολιτικές παράμετροι, διαθέσιμο σε www.constitutionalism.gr και V. CHRISTOU, Brexit, representative democracy and constitutional reform since 1997, ERPL/REDP, vol. 30, no 3, autumn/automne 2018, σελ. 833 επ., η οποία εστιάζει στο Brexit ως μια κρίση όχι μόνον εντός της ΕΕ, αλλά της ίδιας της αντιπροσώπευσης.

[63] Βλ. αναλυτικά και αντί πολλών για τη νομολογία της κρίσης Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟ, Η οικονομική κρίση ως δικανική πρόκληση. Η καμπύλη του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των «μνημονιακών» μέτρων σε Το Σύνταγμα εν εξελίξει, Τιμητικός Τόμος Αντώνη Μανιτάκη, Σάκκουλας, 2019, σελ. 63 επ.

 

Προδημοσίευση από τον Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Κώστα Μαυριά στο περιοδικό “Το Σύνταγμα”, 3-4/2020, σελ. 985-1008.

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

17 − 6 =